Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Τραγικά Συνηθισμένα

 

Έχουν συμβεί πολλά ευχάριστα πράγματα αυτές τις μέρες, όπως το να κερδίσει ο Λούλα τις εκλογές στη Βραζιλία ή να μπουν στη Βουλή οι Σέρβοι φοιτητές, αλλά και πολλά δυσάρεστα, όπως ότι εμείς εδώ καθόμαστε και ξύνουμε πάπαρο και δεν αντιδράμε σε όλο αυτό το χάος που συμβαίνει ή ότι πέθανε μια γειτόνισσά μου στο διαμέρισμά της και δεν την αναζήτησε κανείς, για 20 ολόκληρες μέρες.

Τραγικό ε; Και ότι εμείς δεν κάνουμε απολύτως τίποτα, στο τέλειο ξεπούλημα της χώρας κι ότι πλέον, δουλεύουμε για τους τουρίστες και δεν μπορούμε να κάτσουμε μαζί τους στα καφέ ή στις παραλίες, γιατί είναι όλα πανάκριβα και απλησίαστα -δίκαια μας λένε την Ασία της Ευρώπης- κάθε φορά άλλωστε που πάω κάπου στην Ασία, βλέπω ότι εκεί που κάθομαι εγώ, δεν κάθεται κανένας ντόπιος, παρά μόνο μου σερβίρει και έχω παρατηρήσει σε διακοπές στην Ελλάδα, να είμαι η τυχερή με το φίλο ή τη φίλη που καθόμαστε και πίνουμε κάτι και ΟΛΟΙ γύρω μας είναι τουρίστες, χωρίς κανέναν άλλο Έλληνα και νιώθουμε σαν Κροίσοι το οποίο είναι εντελώς παντελώς εξολοκλήρου, λάθος.

Το ίδιο λάθος είναι, να πεθαίνει μια γυναίκα στο διαμέρισμά της και να μην την αναζητήσει κανείς για 20 ολόκληρες μέρες και να τη βρουν επειδή οι γείτονες, παρατήρησαν πολλές μύγες. Πόσο βαθιά λυπητερό είναι αυτό. Και το περνάμε έτσι, σαν κάτι που συμβαίνει, σαν κάτι φυσιολογικό. Δεν είναι.

Μου έλεγε ένας φίλος που του το είπα, ότι όταν είχε πάει στη Βαρκελώνη σε κάποια φάση, είχε πετύχει αναταραχές στην πόλη, σχετικές με τη διαβίωση, τους τουρίστες, τα άδεια διαμερίσματα τα ακριβά ενοίκια κλπ και του έλεγαν οι ντόπιοι ότι, Ξέρεις πόσοι νεκροί είναι σ’ αυτά τα άδεια διαμερίσματα;; Ουουυ..! Πόσο τραγικό.

Γιατί συνηθίζουμε την ασχήμια και την καταστροφή; Γιατί συνηθίζουμε το κακό και την καταπίεση; Γιατί δεν κάνουμε τίποτα; Γιατί ακόμα λέμε, άστο, δε γίνεται τίποτα; Εγώ δεν το λέω κι όταν το φωνάζω, μου λένε άντε ρε. Δεν είναι άντε ρε. Στην περιοχή μου, όταν κάτι χαλάει, στέλνω μέηλ στο Δήμο, σε ένα σωρό μέηλ, για οτιδήποτε, για μια τρύπα στο πεζοδρόμιο, για φώτα που δεν ανάβουν, για ένα σπασμένο δέντρο, για ο-τι-δή-πο-τε και μαντέψτε: το διορθώνουν άμεσα. Και το κάνω μόνο εγώ. Πού το ξέρω; Γιατί έχει τύχει να παρατηρώ καμένες λάμπες στο δρόμο, σε κεντρικότατο σημείο ή τρύπες στο πεζοδρόμιο, ανοιγμένες για ένα μήνα, να λείπω άλλο ένα μήνα, να γυρίζω και οι τρύπες να είναι εκεί και οι λάμπες να είναι ακόμα καμμένες. Και στέλνω ένα μέηλ με φωτογραφίες και σε μερικές μέρες, άντε σε μια εβδομάδα αν αφορά τρύπες, διορθώνεται. Και αναρωτιέμαι, γιατί ασχολούμαι μόνο εγώ, σε μια γειτονιά που μένουν χιλιάδες άνθρωποι;

Συχνά λέω ότι ο κόσμος έχει πεθάνει και δεν το ξέρει. Και δυστυχώς έχω αρχίσει να το πιστεύω. Θα μου πεις ο άλλος τρέχει όλη μέρα να βγάλει 5€ για να φάει 6€ στο σούπερ μάρκετ και να βγει και χρεωμένος κι εσύ μου λες για λάμπες; Το ξέρω. Αλλά τίποτα δεν θ αλλάξει αν δεν αλλάξουμε εμείς την πραγματικότητά μας. Και οι άνθρωποι στη Βραζιλία ή τη Σερβία, οργανώθηκαν ενάντια στη φτωχοποίηση, στη βία. Και αυτοί στην Αλβανία, άλλοι θεοί από κει. Κι εμείς, τίποτα. Η Ασία της Ευρώπης, έχει ήλιο και θάλασσα. Που δε βλέπει γιατί είναι κλεισμένη μέσα σε ένα γραφείο και καταλήγει να έχει έλλειψη βιταμίνης D και δεν κολυμπάει γιατί όλα είναι πανάκριβα. Οπότε τι;

Γιατί είμαστε νεκροί συναισθηματικά; Γιατί το επιτρέπουμε; Από πότε είναι οκ να πεθαίνει ένας άνθρωπος 20 ολόκληρες γαμημένες μέρες και να το θεωρούμε οκ; Γιατί είναι οκ να χωνόμαστε στα προβλήματά μας και να μην παίρνουμε ένα τηλέφωνο τους δικούς μας; Τους φίλους μας; Έχω μια φίλη με ζωή πηγμένη μέχρι το κόκκαλο κι όμως, κάθε μέρα, φεύγοντας απ τη δουλειά της, μέχρι να φτάσει σπίτι της, με παίρνει τηλέφωνο. Κάθε μέρα. Έχω κι άλλους φίλους που πήζουν πολύ. Και με παίρνουν τηλέφωνο όταν οδηγούν ή όταν περπατούν. Εγώ είμαι τηλεφωνάκιας, δεν πιάνομαι, τους παίρνω όλους τηλέφωνο, όσους αγαπώ. Ή θα στείλω μήνυμα, πάντως δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αφήσω κάποιον μόνο του, εκτός αν το θέλει φυσικά. Και είναι αλλιώς να ξέρεις ότι ένας άνθρωπος έχει πολύ κόσμο γύρω του και είναι αλλιώς να ξέρεις ότι κάποιος είναι καταμόναχος. Αν ξέρεις ότι κάποιος είναι μόνος, καλά θα κάνεις να στέλνεις ένα μήνυμα την εβδομάδα, αν είσαι τόσο πολύ πηγμένος που δε μπορείς να πάρεις ένα τηλέφωνο.

Γιατί επιτρέπουμε στις δουλειές και τις υποχρεώσεις να μας φάνε ζωντανούς; Γιατί δε δίνουμε χρόνο στη διασκέδαση; Γιατί κατηγορούμε ή και θαυμάζουμε, τους ανθρώπους που βγαίνουν, ταξιδεύουν, περνάνε καλά, ενώ θα έπρεπε όλοι να το κάνουν αυτό;

Τέλος πάντων, με έχει πειράξει πολύ η αδρανοποίηση των κατοίκων της χώρας μου, όπως με πείραξε ο θάνατος αυτής της γυναίκας. Κι σιχάθηκα τη ζωή μου, όταν προχτές, αφού είχαν τελειώσει όλα, ερχόμουν απ έξω και στην είσοδο της πολυκατοικίας, είχε αρκετούς ανθρώπους, μάλλον απ’ το Δήμο γιατί λέει πρέπει να έρθει ειδικό κλιμάκιο να καθαρίσει και σταματάει μπατσικό και λέει ο μπάτσος-οδηγός σ’ αυτούς τους ανθρώπους: Για το πτώμα ήρθατε;

Τι σκουπίδι. Τι απανθρωπιά. Αν ήταν η μάνα του, έτσι θα έλεγε; Γιατί το είπε με απαξίωση. Ήταν σα να έλεγε, για τα σκατά ήρθατε; Και είπαν ναι αυτοί και μετά άρχισαν να μιλάνε, αλλά εγώ μπήκα μέσα αηδιασμένη. Είναι συνηθισμένοι, θα τους δικαιολογήσει κάποιος, στο θάνατο, στους τραυματισμούς, στο αίμα. Κι εγώ καταλαβαίνω γιατί τους σιχαινόμαστε όλοι, δε θα ξεχάσω ένα βίντεο που έβλεπα στη Γαλλία, τώρα που έχουν αναταραχές, που 4 μπάτσοι κλωτσούσαν και χτυπούσαν με γκλομπ, μια κοπέλα που δεν έβλεπε, για να προστατευτεί, γιατί έτσι όπως την τραβούσαν, της είχε βγει η μπλούζα και της είχε καλύψει το πρόσωπο. Και τη στρίμωξαν μεταξύ δύο βαν της αστυνομίας και τη χτυπούσαν. Άρχισα να κλαίω βλέποντάς το, πόση απανθρωπιά. Για το πτώμα ήρθατε; Ναι παλιομαλάκα. Ναι ανθρώπινο σκουπίδι. Ναι, για έναν άνθρωπο που πέθανε μόνη της και δεν την αναζήτησε κανείς.

Συγγνώμη τώρα αν σας χάλασα τη διάθεση, αλλά με απασχολούν πολύ αυτά. Γιατί σκέφτομαι συχνά ότι και μένα θα με βρουν σέκο στο σπίτι ή θα ψοφήσω σε κανένα δρόμο σε καμιά Ασία, καμιά Ευρώπη, κάπου, και απλώς θα με σπρώξουν σε χαντάκι και τέλος, κι όταν το λέω, με κάποια πίκρα ομολογουμένως, που βγαίνει επειδή δεν έχω οικογένεια, ούτε αδέρφια, μόνο τους φίλους μου, με κράζουν (οι φίλοι μου). Αλλά ξέρω ότι είναι πιθανό να γίνει. Και γι’ αυτό κοιτάω να περνάω καλά, να βοηθάω, να φτιάχνω τέλος πάντων το περιβάλλον γύρω μου, όμορφο. Γιατί θέλω να ζω σε ωραίο περιβάλλον. Και θέλω οι άνθρωποι να είναι καλά, να είναι χαρούμενοι. Γιατί έτσι ο κόσμος θα είναι καλύτερος. Σας προσκαλώ λοιπόν, να είστε καλά. Να στρέφετε το βλέμμα στη χαρά και τη διασκέδαση. Την αγάπη και την καλοπέραση. Όχι εγωιστικά, όχι μαλακισμένα, όχι παρτάκικα (για την πάρτη μου, που λένε). Έτσι όπως θα έπρεπε να είμαστε. Και ναι, καμιά φορά (πάντα), θέλει μάχη, για να βγεις απ τη μπίχλα και να συναντήσεις τη χαρά. Με το “δε γίνεται τίποτα”, δεν αλλάζει και τίποτα. Και αυτό θα πω και τελειώνω την Οδύσσεια που έγραψα με το ότι: Αν δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει και πρόβλημα. Το ένα, είναι αλληλένδετο με το άλλο. Φιλιά και τα ξαναλέμε με περισσότερες μαλακίες. Και επιστροφή στη Φύση ρε. Ας ανέβουμε στα δέντρα επιτέλους, κακώς κατεβήκαμε.

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023

ΤΕΜΠΗ. Η ντροπή, έχει φύγει απ' τη χώρα.

Τους απεχθάνομαι απ’ τα βάθη της καρδιάς μου. Δεν τους μισώ, τους απεχθάνομαι, τους σιχαίνομαι. Όλους όσους έφταιξαν 20 χρόνια τώρα. Όλους όσους πέρασαν, όλες τις κυβερνήσεις που είδαν και δε μίλησαν και είπαν ψέματα και το αμέλησαν και το έγραψαν στ’ αρχίδια τους. Κάθε φωτογραφία παιδιού που βλέπου, με ανατριχιάζει τόσο πολύ που πονάει το δέρμα μου. Καθίκια, γαμημένοι κλέφτες που ούτε να συγκινηθείτε δε μπορείτε. Αυτοί θα μου πεις, είναι τόσο μακριά απ’ τον κόσμο, τόσο καμία σχέση δεν έχουν μαζί μας, που δε μπορούν να νιώσουν. Δεν μπαίνουν σε μέσα μεταφοράς, δεν περπατάνε στους δρόμους, δεν πάνε στην εφορία, δεν πάνε τα παιδιά τους στα σχολεία που πάνε τα δικά σας, δεν κάνουν ΤΙΠΟΤΑ απ’ όσα κάνουμε όλοι μας καθημερινά και ρίχνουμε τη μία Παναγία μετά την άλλη, λες και φταίει αυτή, για τη γαμημένη κωλόχωρα που ζούμε όλοι. Και βγήκε και ο άλλος χτες και ζητούσε συγγνώμη. Καλά, αυτός δεν είπε ότι ήταν ανθρώπινο λάθος, αλλουνού; Ενός βύσματος που αυτοί έβαλαν; Γι αυτό ζητούσε συγγνώμη; Που έβαλε το βύσμα; Ή κατάλαβε ότι φταίει ο ίδιος και όλες οι κυβερνήσεις που ήξεραν και πούτσα τους; Αν ζήτησε για τις κυβερνήσεις συγγνώμη, γιατί δεν παραιτήθηκε;

Δε θα μιλήσω για την αηδία που μου προκαλείται όταν βαμμένοι νεοδημοκράτες έγραψαν, χωρίς να ντρέπονται, στο fb, μπράβο στον πρωθυπουργό που είπε συγγνώμη. Σκότωσαν στη θητεία τους πάνω από 100 άτομα τώρα, βάλε και άλλες πόσες χιλιάδες στον κόβιντ με τις μαλακίες χειρισμούς που έκαναν, θα πήγαινε να εγκαινιάσει τα ηλεκτρονικά συστήματα και τα φανάρια των τρένων που δεν υπάρχουν, είπε ότι είναι αλλουνού λάθος, κρύβουν τον αριθμό των ανθρώπων που ήταν στο τρένο, γιατί άκουσα ότι ήταν και πολύ ξένοι, μαύροι, κίτρινοι, ξέρεις, αυτοί που τους έχουμε χεσμένους και δε θα τους ψάξει ποτέ κανείς και την ώρα που λέει συγγνώμη, επιτρέπει να ρίχνουν δακρυγόνα στο σύνταγμα σε ανθρώπους που είχαν πάει με τα παιδιά τους και τραυματισμένους που είχαν επιζήσει από το έγκλημα στα Τέμπη. Σ’ αυτόν τον τύπο λέμε μπράβο; Σ’ αυτόν που έκρινε παράνομες τις απεργίες των σιδηροδρομικών υπαλλήλων το προηγούμενο διάστημα και αγνοούσε επιδεικτικά τις επισημάνσεις και ανακοινώσεις ότι θα γίνει δυστύχημα; Τι στον πούτσο; Τους γαμάει και είναι όνειρο κι έχουν θολώσει από έρωτα; Δηλαδή θα ξεράσω την ψυχή μου.

Δημοσία δαπάνη λένε οι κηδείες. Και το λένε με ένα τρόπο, λες και δε θα τις πληρώσουμε εμείς. Αυτοί θα τις πληρώσουν; Απ’ την τσέπη τους; Δημοσία δαπάνη δεν είναι λεφτά απ’ τη φορολογία μας;

Θα βάλουν τώρα τα συστήματα που αγόρασαν; Που είναι ξεπερασμένα; Ούτε κινητά δεν είχαμε το 2000 που τα πήραν, τι συστήματα θα είναι αυτά; Θα τα αναβαθμίσουν; Δηλαδή άμα έχω εγώ ένα λάπτοπ απ’ το 2000, αναβαθμίζεται; Σε ποιους μιλάνε ρε; Γαμώ την ψυχή τους σάπιοι. Σάπιοι. Πήγε η άλλη η ελεεινή κι έριχνε λουλούδια μέσα στα βαγόνια με τους νεκρούς και διέκοψε τους διασώστες για μισή ώρα. Δηλαδή αν υπήρχε εκεί μέσα κάποιος που ξεψυχούσε με καρφωμένες λαμαρίνες μέσα του, ελπίζω να του είπαν να μη βογκάει πολύ δυνατά κι ενοχλήσει την ελεεινή σκατόψυχη που πήγε να πουλήσει ανθρωπιά σε ποιον;; Στις οικογένειες που ξεκλήρισαν;

Τους φτύνω στη μούρη όλους τους. Όσους πέρασαν 20 χρόνια και μας κορόιδευαν μέσα στη μούρη και θέλω να τιμωρηθούν. Να μη μείνη κολυμπηθρόξυλο. Δε θέλω να πεθάνουν, ούτε τέτοια τραγικά. Θέλω να τους πάρουν όλα τους τα λεφτά, να μπουν και να σαπίσουν στη φυλακή όσοι έλεγαν ψέματα και μασούσαν χρήματα παράλληλα και οι υπόλοιποι να έχουν 300 ευρώ το μήνα και μια υπόγα στη Φυλή, στο Μενίδι, σε κάποια γάμησέ τα περιοχή και να τους δώσουν δουλειά στην άλλη άκρη της Αθήνας, στα Ναυπηγία ας πούμε. Να δω πως θα ζήσουν τα μουνόπανα. Να ξυπνάνε κάθε μέρα στις 4 το πρωί για να είναι στις 7 στη δουλειά, να τους κόβεται κανένα χέρι, να τους βγαίνει κανένα μάτι στη δουλειά, να τους χλευάζουν οι εργοστασιάρχες και να πηγαίνουν ημίτυφλοι στην υπόγα με τα ποντίκια. Τότε θα είμαι ευχαριστημένη. Μόνο τότε.  

(Το ξέρω ότι δε θα γίνει τίποτα. Πάντως δε θα σταματήσω να ελπίζω. Γι’ αυτό λέω συνέχεια, αγαπάτε τους δικούς σας, να τους το δείχνετε και να φροντίζετε τον εαυτό σας. Το σύστημα είναι τόσο σάπιο που δεν ξέρω αν θα καταφέρει ποτέ να καθαρίσει. Και δε μιλάω μόνο για την Ελλάδα. Κρίμα αυτός ο υπέροχος πλανήτης που ζούμε).

 

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

Ξεκλείδωμα.


Έχω να γράψω καιρό, πάλι νομίζω ότι με κοιτάνε όλοι, όπως ακριβώς όταν ξεκίνησα το blog που νόμιζα ότι θα βγω στο δρόμο γυμνή και όλοι θα με δείχνουν θα λένε με σιγανές φωνές «κοίτα την τρελή», «δεν κρυώνει;», «μην κοιτάς Γιωργάκη» κλπ. Όλοι όμως είναι στ’ αρχίδια τους. Χέστηκε το σύμπαν αν θα γράψω ή όχι, αν θα κρυφτώ σε μια ντουλάπα και δεν ξαναβγώ, αν βγω στο μπαλκόνι και φωνάξω ΓΑΜΙΕΣΤΕ. Το πολύ-πολύ να πεταρίσουν πουλιά. 


Αυτό με τη ντουλάπα το σκεφτόμουν κάποια στιγμή. Λέω όλο μαλακίες, κάνω πλάκα, αστειεύομαι αλλά πραγματική μου πρόθεση ώρες-ώρες είναι ν’ ανοίξω μια ντουλάπα, να μπω μέσα, να κλειστώ και κάποιος να μου δίνει λίγο φαί και ανά φάσεις να μου αδειάζει την πάπια. Κι όταν πεθάνω μετά από κάποιο διάστημα, απλά να πάρει το κουφάρι μου και να το πετάξει. Σιγά τ’ αυγά. Τι είχαμε τι χάσαμε, ψωλέο σε ξεχάσαμε.

Ό,τι να'ναι. Μου είχε λείψει να γράφω ό,τι να'ναι, μάλλον πρέπει να το κάνω συχνότερα. Κάθομαι και λογοκρίνω εμένα και είμαι αυστηρή μαζί μου και λέω ποιον ενδιαφέρουν αυτά που λες, αυτά που σκέφτεσαι κι όσο εντωμεταξύ διαβάζω και βλέπω μαλακίες, τόσο δε θέλω και κάνω πίσω και στο τέλος με βλέπω όντως να μπαίνω στη ντουλάπα και κατά εποχές να βγάζω το χέρι σε μούντζα. Σαν εκείνα τα κουτιά που έχουν ένα κουμπί και το πατάς κι ανοίγει φως μέσα στο κουτί κι ανοίγει το κουτί μόνο του και βγαίνει ένα πλάσμα που βασικά έχει μόνο κεφάλι κι λίγο από χέρι και σε κοιτάει με ύφος τι άνοιξες το φως ρε μαλάκα κοιμάμαι κι αυτό είναι το παιχνίδι, εσύ ανοίγεις το φως κι αυτό τσαντίζεται και το κλείνει και πάει έτσι μέχρι να τελειώσει η μπαταρία ή να βαρεθείς εσύ και να το γράψεις στ αρχίδια σου κι αυτό να μείνει εκεί να κοιμάται για πάντα αφού αυτό είναι αυτό που θέλει τόσο πολύ στο κάτω-κάτω.



Λένε ότι πρέπει να ολοκληρώσεις τον εαυτό σου, να βρεις ποιο είναι το ταλέντο σου, τα χαρίσματά σου και να τα χαρίσεις στην ανθρωπότητα. Καλύτερα δηλαδή να μην κλειστείς σε μια ντουλάπα και να περιμένεις να πεθάνεις. Εντάξει, μα σχήμα λόγου ήταν έτσι κι αλλιώς. Εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, από φύση είμαι χαμογελαστή κι αισιόδοξη στο τέλος της ημέρας. Να ας πούμε πιστεύω ότι όταν φύγω, θα συναντήσω την Κούκι μου και θα τρέχουμε ανέμελες στα λιβάδεια να κόβουμε γλυκά απ' τα δέντρα, σκυλίσια και ανθρώπινα και δε θα μας νοιάζει πια αν είμαστε χοντρές ή αν θα πεθάνουμε γιατί θα είμαστε ήδη νεκρές. (Κι ευτυχισμένες:)

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ντίρλα Πρωτοχρονιά

Τι να πρωτοπώ για τα χαΐρια μας... Ας ξεκινήσω με το ότι χτες πήγα σε Πρωτοχρονιάτικο πάρτυ. Κ είχαμε πει να πάμε εκτός από ποτά κ κάτι φαγώσιμο. Πήγα λοιπόν κουραμπιέδες (να μην τους έχω σπίτι) κ σπανακόπιτα της μαμάς μου. Εγώ πίνω τζιν αλλά πήγα βότκα. Κ ξεκινάμε έτσι για το πως εξελίχθηκε η βραδιά.

-Αφού έφαγα σπανακόπιτα και κάτι άλλα, καθόμουν δίπλα στους κουραμπιέδες, δεν ξέρω γιατί κ όποιος περνούσε, έτρωγα έναν κ του λεγα φάε είναι της μαμάς μου. 8 φορές έγινε αυτό. Σε κάποιους ίσως το είπα δύο φορές.
-Ήπια δύο τζιν, (αφου τζιν πίνω!), ένα σφηνάκι πετρέλαιο (δεν ξέρω τι ήταν), δύο βότκες (ε τι να κάνω), ένα ουίσκι κ δύο μπύρες. Αυτά γενικώς, όχι μόνο στο πάρτυ. Γιατί εκτός του πάρτυ πήγα κ Rebound. Στις 4 το πρωί. Κ ήταν τίγκα. Κ δε μ έβαζαν μέσα. Κ του λέω ελάτε τώρα, ντίρλα εγώ, καλά που δεν του χάιδεψα κ το πουκάμισο στο σβέρκο να λέτε, με περιμένουν οι φίλοι μου.. Και τι να σας κάνω δεσποινίς, περιμένετε, άμα γίνει κάτι κάτω πως θα σας βγάλω; Τη Λόλα απ τη φωτιά ποιος θα τη βγάλει ο Καρνέισον που χει δύναμη μεγάλη πήγα να του πω αλλά με είπε δεσποινίς κ χαλάρωσα. Μπήκα ναι αλλά ένα ένα στη σειρά, περιμένετε.


Στο πάρτυ κατουρηθήκαμε στο γέλιο. Εγώ εκεί γύρω από τους κουραμπιέδες και όποιος ερχόταν έλεγε μαλακίες. Οπότε, κάπου στα μισά του πάρτυ επειδή ακριβώς όποιος περνούσε έλεγε ή έκανε μαλακίες, άρχισα να σημειώνω τα καλύτερα στο κινητό μου γιατί υποψιάστηκα ότι θα γίνω κωλοτρυπίδι και δε θα θυμάμαι τίποτα. Όπως κι έγινε. Τώρα λοιπόν κοιτάω τις σημειώσεις (και κλαίω) και σας γράφω. Εννοείται φυσικά από τη στιγμή που άρχισαν να είναι αρκετά μεθυσμένοι όλοι, άρχισαν να γίνονται τα καλύτερα. Δίνω μερικά παραδείγματα:

-Βλέπω κάποια στιγμή μια παρέα πέντε έξι ατόμων να περπατάνε μαζί λες και πάνε για ξενάγηση και σταματάνε μπροστά στο ψυγείο κι αρχίζουν να μιλάνε για τα μαγνητάκια. Μαγική στιγμή. Ντίρλα όλοι να λένε για τα μαγνητάκια, χικ, αυτό το πήρα από το Μιλάνο, οο χικ τι ωραίοοο χικ. Κι αυτή τι ωραία φράουλα χικ. Αα δε θυμάμαι από που την πήρα χικ. Α πολύ ωραία χικ.
-Αργότερα, δεν ξέρω γιατί, έρχεται ένας στο άσχετο και μου λέει ότι είχε πάει σ ένα πάρτυ που είχε έρθει ένα πρεζάκι κι έκλεψε τα πάντα πορτοφόλια κονκάρδες χαρτοπετσέτες και γελούσε μόνος του που τα λεγε. Του συμπλήρωσα και γω που δεν έβλεπα το αστείο ε ναι, άμα κάνεις ανοιχτό πάρτυ στην Ομόνοια αυτά μπορούν να συμβούν κι έδωσε κι άλλα ντεσιμπέλ στο γέλιο του.
-Λίγο πιο μετά, έλεγα στο φίλο της φίλης μου να φάει κουραμπιέ, αυτός έλεγε ότι δεν του αρέσουν εγώ του έλεγα μα είναι ωραίοι και μου λέει το επικό (κατουρήθηκα) αμα φαω και κουραμπιέ μετά από μπακάρντι και σπανακόπιτα θα με πάει σερπατίνα θα κάνω εκείνο το ωραίο το θαλασσί το 432 της Βερνιλάκ και κοντέψαμε να πάθουμε ανακοπή από το γέλιο. Τελικά έφαγε και κουραμπιέ.
-Μετά έρχεται μια γλυκύτατη κοπέλα μισή Αμερικάνα και μου λέει με τύψεις (και με προφορά) ότι κόλλησε και έβλεπε το ριάλιτι με τις Καρντάσιανς στο Ελ Έη και ντρεπόταν γι αυτό κι έλεγε "κοιτούσα αυτσή τη μαλατσία κι έλεγα what the fuck τσι βλέπουο!" Θεά.
-Στο πάρτυ ήταν και ένα ζευγάρι μεγάλοι άνθρωποι, υπέροχοι. Πανέμορφοι, καλοντυμένοι, αγαπημένοι. Κάποια στιγμή είχαν αγκαλιαστεί και χόρευαν και ο παππούς της έπιανε τον κώλο λέμε και έλιωσα. Και αγκαλιάζω τη φίλη μου και τη θεά την Αμερικάνα και τους λέω "κορίτσια, εύχομαι, όταν μεγαλώσουμε να είμαστε έτσι". Και γυρίζει η θεότητα η φίλη μου και μου λέει "άμα σ' αρέσουν αυτοί, που να δεις τον μπαμπά μου τις Απόκριες που ντύνεται πάντα γυναίκα και φοράει ζαρτιέρες". Κρατήθηκα από τους κουραμπιέδες για να μην πέσω κάτω. Κλάμα μαλάκα. Κι αρχίζει η θεά να μου λέει ότι πάντα στα αποκριάτικα πάρτυ της έχει θεματολογία και ότι θεματολογία και να χει, ο μπαμπάς της βρίσκει άκρη και ντύνεται γυναίκα. Μια φορά ντύθηκε άντρας και έκανε τον Καζανόβα πως; Εβαλε ένα καζανάκι στην πλατη με ιμάντες. Πήγαμε λέει στο Πράκτικερ και δώσαμε 40€ να πάρουμε καζανάκι και ρωτούσαμε τον υπάλληλο ποιο καζανάκι είναι ελαφρύ, μαλάκα δε μπορώ, κλαίγαμε, όχι πείτε δεν είναι υπέροχοι οι φίλοι μου; Το γαμήσαμε εννοείται κι άλλο και της λέω θ αναρωτιόταν ο υπάλληλος, τι ελαφρύ, γιατί, δεν κρατάνε τα πλακάκια; Σε αντίσκοινο θα το βάλουν; Κλάμα κλάμα.
-Φορούσα ένα φόρεμα με δυο τσέπες και είχα στη μία το δικό μου κινητό με το πάουερ μπανκ γιατί τα χει παίξει η μπαταρία και στην άλλη τσέπη της φίλης μου. Η φίλη μου έλεγε σε όλους εκεί μέσα ότι έχω συνδεδεμένο δονητή με το κινητό (γιατί είναι μακρόστενο το πάουερ μπανκ) κι όταν βαριέμαι εκεί μέσα το χρησιμοποιώ. Σημείωση: μόνο αυτή ήξερα εκεί μέσα, το φίλο της, και την κοπέλα που έκανε το πάρτυ.
-Λίγο αργότερα έρχεται ο ίδιος ο πιο πάνω με το πρεζάκι που με είχε συμπαθήσει και μου λέει: "θέλω να μου πεις μια μέρα σου, τι κάνεις. Να, ξυπνάς ας πούμε το πρωί. Τι κάνεις;" Και τι του λέω η μεθυσμένη; "Μια κουράδα να!" και του τη δείχνω κιόλας χαχαχαχα πεθάναμε. Ήταν και ο φίλος της φίλης μου δίπλα με το 432 της βερνιλάκ και άρχισε αα και τι χρώμα έχει, μήπως το ωραίο κυπαρισί 324 της βερνιλάκ; Κλάμα.

Φεύγω από το πάρτυ στις 4 γιατί όταν όλοι ρετάρουν η Κωλόγρια συνεχίζει. Και πάω Rebound. Έχω πιει όλα τα ποτά του πάρτυ και φυσικά εκεί θα πιω μπύρα αν δε θέλω να βγάλω το ωραίο μπεζκαροτί 652 της βερνιλάκ απ το στόμα και περιμένω να βγουν κάποιοι για να μπω και μπαίνω και είναι π-ί-τ-α κάτω. Και μου χει πει ο κολλητός σε μήνυμα "είμαστε πίσω δεξιά". Που είναι το πίσω δεξιά ρε μάστορα εδώ μέσα στη μαυρίλα;; Ωραία λέω θα περάσω μόνη μου την υπόλοιπη πρωτοχρονια ΓΙΟΟΟΛΟΟΟ και πάω να τους βρω. Εντωμεταξύ δε φτάνει που είναι κατάμαυρο το μαγαζί έχουν και ένα κάρο επίπεδα, γωνίτσες, σκαλάκια, πίστα, όλα μαύρα. Για να κινδυνεύεις και να σκοτώνεσαι σε κάθε ευκαιρία. Ε ναι, τι νταρκ και γκοθ θα ήταν αλλιώς.. Πάω να τους βρω λοιπόν, πατάω κάτι χέρια, πόδια, μπουφάν, πιάνω κάτι βυζιά κώλους πούτσους να κρατηθώ όρθια, λέω συνέχεια με χαμόγελο συγνώμη, ευχαριστώ και τελικά τους βρίσκω στη δεύτερη προσπάθεια. Πάω να πάρω μπύρες. Στο έλα, πέφτω με τις μπύρες. Κάθομαι τον κώλο μου, έχω τα χέρια ψηλά με τις μπύρες χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα και φωνάζω ΝΑΙΑΙΑΙ και γελάνε κάτι κοπέλες που με βλέπουν. Τους γελάω, σηκώνομαι, τους λέω γαμάτο ε; και φεύγω. Πίνουμε τον πρώτο γύρο μπύρες, μου λέει ο κολλητός είναι κει ο Τάδε. Φίλος από τα πολύ παλιά. Σπρωχνομαι, πάω, αγκαλιές φιλιά ενθουσιασμός, πραγματικά ωραία στιγμή. Και λίγο αργότερα, έρχεται αυτός ο φίλος από τα παλιά, χωρίς να πει τίποτα, με αγκαλιάζει, με φιλάει ρουφηχτά στα μάγουλα, χαμογελάει, λέει "γιατί έτσι" και ξαναπάει στη θέση του. Αγάπη ρε. 

Έχει πάει ήδη 6, πάω να πάρω τις δεύτερες μπύρες, δεν πέφτω, όλα καλά, αλλά στις 6μιση ανοίγουν φώτα και κλείνουν μουσική. Μου λέει ο κολλητός φεύγουμε τώρα γιατί άμα είναι να πάρουν όλοι αυτοί ταξί τη γαμήσαμε. Σωστός. Μέχρι να πάρω το παλτό μου ενώ το δικό του ήταν πιο μακριά, είχε φτάσει στη σκάλα. Δεν ξέρω πως το έκανε, να δεις αυτός έχει σούπερ δυνάμεις και δεν μας το έχει πει. Το θέμα είναι ότι τον έψαχνα και όταν πήγα προς την πόρτα γιατί σκέφτηκα ε όπου κι αν πήγε εκεί θα έρθει, τον βλέπω και μου λέει τι έκανες σε έβλεπα χάζευες και κοιτούσες το κινητό σου χαχαχαχ
Πάμε έξω, κι είμαστε πλατεία Αμερικής να περιμένουμε ταξί και κείνη την ώρα περνάει παπάς και με χαμόγελο και φωνή Άη Βασίλη τελείως όμως μας λέει ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! Εμείς ανταποδίδουμε και μετά, κοιταζόμαστε με κολλητό και μου λέει Τι ήταν αυτό ρε μαλάκα; Χαχαχαχα κλάμα πάλι. Μου λέει μια φίλη που της το είπα ότι μας είδε έτσι καλοντυμένα και νόμισε ότι πάμε εκκλησία. Ναι με κάτι μάτια κρεμασμένα από το μεθύσι εγώ και βρωμόντας τσιγαρίλα ολούθε. Οπωσδήποτε αυτό νόμισε χαχαχαχα

Τα υπόλοιπα τα έχω ανεβάσει στο facebook. Α ναι, όχι όλα. Ότι ερχόμενη σπίτι μου ας πούμε γελούσα δυνατά στο δρόμο. Ή που όσο πλενόμουν φώναζα ΤΕΛΕΙΑ ΤΕΛΕΙΑ σαν τις γκόμενες που είναι στο βίντεο με τη Μύκονο (Πώς περνάτε; Τέεελλλλειααα!!!) Μετά πάω να κοιμηθω και το βούρλο άνοιξα την ηλεκτρική κουβέρτα την οποία φυσικά ξέχασα και ξύπνησα αργότερα το μεσημέρι λες κι ένιωθα σα να έχω ψηθεί, έτοιμη.. Αργότερα, για την ακρίβεια λίγο πριν, είδα το τάπερ με τους κουραμπιέδες (εντάξει ναι έχω κρατήσει λίγους και στο σπίτι) ανοιχτό.... που σημαίνει ότι μόλις επέστρεψα μπούκωσα ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ! Μετά από σπανακόπιτα, 2 τζιν, 2 βότκες, 1 σφηνάκι πετρέλαιο, 1 ουίσκι, 8 κουραμπιέδες, 2 μπύρες έφαγα ΑΛΛΟΝ ΕΝΑ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ. Ας μη συζητήσουμε τι χρώμα βερνιλάκ είχε το σκατό σήμερα....

Καλή Χρονιά σε όλους ρε, να είστε Ευτυχισμένοι και να Γελάτε πάντα! Εις Υγεία!

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικο.

Χτύπησε το κουδούνι το πρωί κ το ξερα ότι είναι για κάλαντα. Αντί να σηκωθώ, άλλαξα πλευρό. Όμως μια μελωδία μ έκανε ν ανοίξω το ένα μάτι. Η συνέχεια της μελωδίας ν ανοίξω κ το άλλο, να πεταχτώ πάνω, να βάλω ρόμπα κ να πάω να σταθώ πίσω από την πόρτα. Τα παιδιά είχαν μαζί κάποιο, μικρό φαντάζομαι, μουσικό όργανο κ έπαιζαν αυτά τα κάλαντα με ελληνικούς στίχους. Ακουγόταν πανέμορφα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αποφάσισα ν ανοίξω. Έτρεξα, έπιασα λεφτά κ σοκολατάκια κ περίμενα πίσω από την πόρτα. Και δεν ανέβηκαν. Κ έμεινα λυπημένη να κοιτάω την ξύλινη επιφάνεια. Μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν όπως στη ζωή, που είσαι μυστήριος μια ζωή κ ξαφνικά αποφασίζεις να λυθείς, ν ανοιχτείς, να δοθείς κ μόλις δεις την ευκαιρία το κάνεις. Κι αυτή έρχεται σε σένα αλλά το τελευταίο λεπτό στρίβει.
Κ κει ακριβώς σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να μείνεις λυπημένος να στοχάζεσαι τι έγινε γιατί κλπ. Αντίθετα πρέπει να την παλέψεις. Κοινώς έπρεπε ν ανοίξω την πόρτα κ να τα φωνάξω. Ακόμα κι αν είχαν μπει στο ασανσέρ κ κατέβαιναν. Έχω δυνατή φωνή.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Δέκα Χρόνια.


Που να ‘ξερα πριν δέκα χρόνια, όταν τόλμησα να σε δημιουργήσω μόνο και μόνο για να εκτονωθώ, τι θα γινόταν. Που και μόνο η ιδέα να γράψω κάτι και να το διαβάσουν άγνωστοι με έκανε να νιώθω σα να βγαίνω γυμνή στο Σύνταγμα και να λέω στο βιαστικό πλήθος  «Ναι, ακούστε με παρακαλώ, έχω να σας πω κάτι για το άγχος μου, ή ό,τι έκλασα χτες ή ότι αγάπησα αυτό ή το άλλο».. Κι όμως. Αγαπήθηκες μπλογκάκι μου και κάναμε πολλά και γω ανακάλυψα κάτι που υπεραγαπώ. Το γράψιμο.

Ούτε μία μέρα χωρίς μία γραμμή. Φράση που αποδίδεται στον Απελλή, αρχαίο ζωγράφο της ελληνιστικής περιόδου. Αλλά και ο Άκης από τα Σούρμενα να το είπε, δε με νοιάζει, είναι η πάσα αλήθεια. Μπορεί να γράφω κάτι, μια συνταγή, ή ένα σημείωμα στον εαυτό μου ή στο κάδρο-πίνακα που έχω στην είσοδο ή στον υπολογιστή ή δεν έχει σημασία, πάντως δεν υπάρχει περίπτωση να μην γράψω τη γραμμή μου. Και σ’ ευχαριστώ. Με ευχαριστώ. Που μου έδωσα την ευκαιρία και δεν κώλωσα. Κι ας μην είμαι ο Μπέκετ. Αλλά ποιος ξέρει. Μέχρι να πεθάνω μπορεί και να γίνω.

Που να ‘ξερα πριν δέκα χρόνια πόσους ανθρώπους θα γνώριζα. Και πόσους θ’ αγαπούσα. Και αγαπώ ακόμα. Μεγάλο δώρο μου έδωσες. Μου έδωσα. Δεν κώλωσα, τόλμησα γιατί πνιγόμουν κι έσκαγα, το έκανα και κέρδισα. Μόνο κέρδισα. Ποτέ δεν έχασα. Θύμωσα, ξενέρωσα, σπάστηκα ναι. Ε, όταν δεν είσαι μέσα σε μια σπηλιά χωμένος και έχεις να κάνεις με ανθρώπους πληγώνεσαι. Και πληγώνεις.

Πόσο γέλασα. Πόσο πολύ γέλασα. Και γελάω ακόμα.

Ήταν ωραία. Και είναι ωραία. Μπορεί να μη γράφω εδώ πολύ πια αλλά πάντα θυμάμαι πόσο σε αγάπησα και καθόλου δεν έχει αλλάξει αυτό. Καθόλου. Απλά για τους λόγους μου κάνω κάτι άλλο. Εσύ όμως είσαι στην καρδιά μου. Σε αγαπώ και σε ευχαριστώ γιατί ήσουν για μένα καταφύγιο. Και μέσα στο μυαλό μου πάντα θα είσαι ό,τι και να κάνω.

Σ ευχαριστώ.

Υ.Γ. Ήθελα να βάλω καρδούλα δίπλα στο Ευχαριστώ και δε μ αφήνει ο γαμομπλόγκερ ο γαμημένος κι έριξα κάτι μπινελίκια πρωί πρωί.. επετειακά..



Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Νοιάζομαι.

Αγαπώ πολύ τα φυτά. Κ πάντα ήθελα να έχω πολλά. Είμαι αυτή που τα κοιτάει το πρωί κ τους χαμογελάει. Αν βγω στη βεράντα κ τυχόν μου τραβήξει την προσοχή κάποιο γιατί έβγαλε λουλούδι ή μεγάλωσε απότομα κ αυθόρμητα του πω ενθουσιασμένη Ω αγάπη μου κ του φιλήσω τα φύλλα, τότε αμέσως σκέφτομαι πως θα στενοχωρηθούν τ άλλα κ θ αρχίσω σ ένα ένα κ θα λέω και σένα σ αγαπώ κ σένα κ σένα κ σένα μέχρι να το πω σ όλα. Κάπου κει σκέφτομαι ότι μπορεί να με ακούσει κανείς αν κ το λέω σιγά αλλά πιο πολύ με νοιάζουν τα φυτά μου.

Πρόσφατα πήρα δύο φυτά για μέσα. Πάντα ήθελα. Δεν είχα όμως ποτέ. Κ τώρα πρώτη φορά πήρα. Δε μπορεί να φανταστεί κανείς πως τα κοιτάω. Αν κ το ένα έχω ερωτευτεί. Το ομολογώ. Κάθε βράδυ κλείνει τα φύλλα κ κοιμάται κ κάθε πρωί τ ανοίγει να βλέπει το φως. Κ επειδή είναι πιο φλύαρο, μου δείχνει ότι ζει, μεγαλώνει μπροστά μου κ κουνιέται, γι αυτό το έχω αγαπήσει κ συχνά μου φεύγει κ του λέω αγάπη μου εσύ ανοίγοντας τις παλάμες όπως κάνουμε όταν θέλουμε ν αρπάξουμε κ να μασουλήσουμε κάποιον. Κ αμέσως γυρίζω στο άλλο, που είναι ήσυχο κ δεν μιλάει κ δεν κουνιέται, είναι ένα μίνι δεντράκι που απλά ζει κ του λέω το ίδιο αμέσως Αγάπη μου εσύ μα ανησυχώ λίγο, φοβάμαι ότι καταλαβαίνει πως νιώθω κ πως είναι δύσκολο φυτό γιατί δε δείχνει τι θέλει κ αν του αρέσει εκεί που το έβαλα κ πως απλά μια ωραία μέρα θ αρρωστήσει κ δε θα ξέρω γιατί. Κ σκέφτομαι πως αυτό θέλει τελικά μεγαλύτερη προσοχή, είναι όπως οι άνθρωποι, οι φλύαροι, αυτοί που εκφράζονται κ μιλούν είναι πιο πιθανό να τη γλιτώσουν. Οι ήσυχοι όμως, αυτοί που δε μιλούν κ δεν λένε, αυτοί θέλουν ακόμα μεγαλύτερη προσοχή κ αγάπη γιατί καλά τους έχεις συνηθίσει εκεί στη γωνιά τους αμίλητους μα άμα φύγουν θα σου λείπουν.
 


















































Νοιάζομαι πολύ. Γι' αυτό ίσως την πατάω.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Γενικά. Και ειδικά.

Είπα πως αυτό το ποστ δεν θα έχει τόνους κι όμως βάζω. Πόσες φορές λέμε κάτι, πως δε θα το κάνουμε, κι όμως το κάνουμε; Είναι αδυναμία μάλλον. Δε βαριέσαι. Μαρτύριο ν αναλύεις τα πάντα. Για την ιστορία πάντως, τώρα δεν μ επιστεύτηκα. Όταν γράφω στο τάμπλετ, όπως τώρα, στο οποίο μπαίνουν οι τόνοι με διαφορετικό τρόπο απ ότι στον υπολογιστή μου, συνήθως δεν τονίζω αυτά που γράφω. Δεν μ εμπιστεύτηκα λοιπόν, είπα πως τώρα που θα γράφω τις σκέψεις μου, γρήγορα κ βιαστικά όπως κάνω πάντα, δε θα μπορώ να τονίζω κι από πάνω. Κι όμως μπορώ. Άρα, μήπως τελικά όταν κάνουμε αυτό που είπαμε να μην κάνουμε κ τούμπαλιν είναι γιατί απλώς δεν μας έχουμε εμπιστοσύνη; Γιατί πιστεύουμε ότι δεν θ αντεπεξέλθουμε στο διαφορετικό; Τι μαλάκες που είμαστε.

Κατά καιρούς με πιάνει κ ενώ είμαι τίγκα δε θέλω να πω τίποτα. Αυτό που μόνο παρατηρείς, παίρνεις αποφάσεις κ πρέπει, θες, να κάνεις πράξεις. Δεν ξέρεις πώς, γιατί είναι όλες αυτές οι συνήθειες τόσων ετών που σ εμποδίζουν να στραφείς στο διαφορετικό αλλά το διαφορετικό είναι ωραίο κ δεν ξέρω γιατί μας φοβίζει. Γιατί είμαστε βλάκες. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη.

Στο ίντερνετ που περιφέρομαι βλέπω πολλά πράγματα. Μερικά από αυτά είναι επιεικώς θαυμάσια. Αλλά φρικτά. Το καλό είναι ότι μαθαίνω νέα απ όλο τον κόσμο, βλέπω τ αστεία των πιτσιρικάδων, και μη, με τι γελάνε, με τι φρικάρουν, την αντίδρασή τους σχετικά με τις δολοφονίες των μαύρων, την LGBT κοινότητα,
το bullying, την (αν)ισότητα των δύο φύλων. Ο κόσμος νοιάζεται. Ο κόσμος έχει αλλάξει κ φωνάζει. Όσο κι αν πιστεύουμε ότι όλα είναι για τον πούτσο κ άδικα, που είναι, τελικά δεν είναι όλα κ ναι, επιτέλους ο κόσμος νοιάζεται. Θ αργήσουμε να δούμε την αλλαγή κ κάποιοι από μας δεν θα την προλάβουμε κιόλας αλλά θα γίνει.

Έχω αδυναμία στους αδύναμους, πάντα με έπιανε να υπερασπίζομαι τις ψυχές που δεν έχουν την δυνατότητα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Και δυστυχώς αυτό ακριβώς είναι που συνεχίζεται. Η βία ενάντια στους αδύναμους. Ή σε κάποιες περιπτώσεις όπως αυτές των ΛΟΑΤ ή των μαύρων, στους διαφορετικούς. 
Να εδώ ένα βίντεο με 23 τρόπους (ή λόγους αν θες) που μπορείς να σκοτωθείς στην Αμερική αν είσαι μαύρος.


Βέβαια δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μιλάμε για διαφορετικότητα όταν όλοι είναι άνθρωποι. Γιατί είναι μαλακισμένη η ανθρωπότητα θα μου πεις..


Παρακάτω θα δούμε μια ιστορία ενός δασκάλου και δύο μήλων που αφορά το μπούλινγκ, και μερικές μαρτυρίες κάποιων κοριτσιών που σχετίζονται με την αδυναμία του φύλου μας απέναντι στην αντρική βία (ή την πρόθεση αυτής). Αυτή τη φωτό δεξιά, τη λάτρεψα πραγματικά.
Γιατί το σκέφτομαι συχνά και είναι άδικο. Οι γυναίκες δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Έχουμε συνεχώς περιορισμούς. Συνεχώς. Το πιο απλό θα πω. Μια γυναίκα δε μπορεί να πάει όπου θέλει ταξίδι μόνη της και να βγει μέσα στη μαύρη νύχτα βόλτα γιατί έτσι της ήρθε. Μπορεί φυσικά αν έχει μαύρη ζώνη στο καράτε, αν είναι τυχερή κ δε συναντήσει κανέναν, αν την έχει σταυρώσει η μάνα της. Ας μην προσπαθήσει κάποιος άντρας να δικαιολογήσει. Δεν έχετε ιδέα πόσες δεκάδες φορές έχουμε νιώσει κόμπο στο στομάχι από φόβο.

Ας δούμε πρώτα λοιπόν την ιστορία του δασκάλου και των δύο μήλων. Μια μέρα ένας δάσκαλος, πήγε στην τάξη του με δύο ολοστρόγγυλα κατακόκκινα ολόφρεσκα μήλα. Κι είπε στα παιδιά πως θα κάνουν κάτι. Τους παρουσίασε τα μήλα, από δω παιδιά δύο μήλα. Αυτό και αυτό. Και άρχισε να ρίχνει το ένα κάτω συνέχεια. Όχι με δύναμη και φόρα, απλώς σα να του έπεφτε. Ξανά και ξανά. Το άλλο το είχε αφήσει στην ησυχία του. Μετά, πήρε το μήλο που έριχνε ξανά και ξανά και είπε στα παιδιά πόσο το αντιπαθούσε, πόσο απαίσιο είναι και με χάλια χρώμα, ότι είχε κοντό κοτσάνι και ότι τους το λέει για να το αντιπαθήσουν κι αυτά. Πολλά παιδιά τον κοίταξαν παράξενα αλλά ο δάσκαλος τα προέτρεψε να το βρίσουν κι αυτά, να το προσβάλλουν, να το ξεφτιλίσουν. Τα παιδιά το έκαναν και είπαν πολλά πράγματα, πως είσαι έτσι, προφανώς έχεις σκουλίκια μέσα σου, βρωμάς, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί υπάρχεις κι άλλα τέτοια. Ο δάσκαλος σημειώνει, γιατί αυτός γράφει το ποστ, ότι το ξεφτίλισαν τόσο που σε κάποια φάση πραγματικά το λυπήθηκε. Το σημαντικό στην ιστορία είναι πώς κατά διαστήματα, που το έριχνε κάτω, που το έβριζαν κλπ, ο δάσκαλος έπιανε τα δύο μήλα, τα σύγκριναν και έβλεπαν πως εξωτερικά δεν υπήρχε καμία μα καμία διαφορά. Συνέχιζαν και τα δύο να είναι δύο κατακόκκινα ολοστρόγγυλα ολόφρεσκα μήλα. Και μετά έκοψαν τα μήλα. Και είδαν αυτό που βλέπετε σε αυτή τη φωτό. 


Πώς σας φαίνεται; Τα παιδιά πάντως έπαθαν πλάκα και ήταν σα να έφαγαν φλας με χαστούκι. Κατάλαβαν πως δεν κάνει να τραμπουκίζουμε γιατί καμιά φορά δεν φαίνεται τίποτα εξωτερικά, αλλά εσωτερικά συμβαίνει κάτι τέτοιο.Εδώ η ιστορία στα αγγλικά με περισσότερες λεπτομέρειες, όπως την είπε ο δάσκαλος.

Τώρα ας έρθει κάποιος να μας πει για τους vegan κι ότι τα φρούτα έχουν συναισθήματα γιατί είναι της παρούσης η κουβέντα. Εγώ πάλι λέω να πάνε μια επίσκεψη σε κανένα σφαγείο ζώων και ν αλλάξουμε θέμα.

Ας πάμε στα κορίτσια. Τα κορίτσια. Αχ. Εδώ παραθέτω τις ιστορίες του ποστ που είδα, σε μια μικρή περίληψη στα ελληνικά και από κάτω όπως γράφτηκε από τα κορίτσια. 
Ξεκίνησε μια κοπέλα να μοιραστεί την εμπειρία της για να δείξει πόσο καλύτερα είμαστε ενωμένες παρά χωρισμένες, και γιατί όχι, να το πάρουμε σαν παράδειγμα όσες δεν το έχουμε σκεφτεί: Πως άμα δεις, υποψιαστείς, πως μια γυναίκα κινδυνεύει, να πας κοντά της, να γίνεται δύο. Μόλις λοιπόν, έγραψε η μία, από κάτω έγραψε κι άλλη και μετά κι άλλη και υποπτεύομαι πως όσο προχωράει και διαδίδεται αυτό το ποστ που ήδη έχει περίπου 1μιση εκατομμύριο κοινοποιήσεις, θα γραφτούν κι άλλες ιστορίες. Και όσο προχωράει δείχνει την πώρωση και τις σφιγμένες γροθιές των γυναικών ενάντια στην βία, μαζί στην αλληλεγγύη. Αχ.

Ιστορία πρώτη: Μια κοπέλα βγαίνει από το σούπερ μάρκετ και βλέπει ότι την κοιτάει κάποιος. Μια άλλη κυρία το βλέπει επίσης. Η κοπέλα φοβάται, αρχίζει να βάζει τα πράγματα γρήγορα στο αυτοκίνητο, όπως κάνει το ίδιο και η κυρία. Η κοπέλα φοβάται ακόμα περισσότερο γιατί έχει περισσότερα πράγματα από την κυρία και σου λέει θα τελειώσει πρώτη και θα φύγει και τότε θα μείνω μόνη. Ο τύπος εκεί να κοιτάει. Η κυρία όντως τελείωσε νωρίτερα αλλά δεν έφυγε. Για την ακρίβεια, μπήκε στο αυτοκίνητο, περίμενε την κοπέλα να τελειώσει, να μπει στο αμάξι της και να φύγει.
i was at a grocery store really late one night and some old guy kind of eyed me as i walked out of the store next to this other lady. She and I made eye contact and i knew she was scared too. we loaded up our groceries into our cars as fast as possible and I had way more bags than her so she got done faster than me. I panicked because i was sure she was going to leave so i just hurried faster, shaking a little, and then i noticed she sat in her car, watching me and making sure nobody came near. She waited not until all my groceries were loaded, or until my cart was put away, or until I got into my car. No, she didn’t drive away until I drove away. 
And that was the moment that I realized how much women need other women. That we can’t win this war without each other and we have to be looking out for each other, every second. 
 Ιστορία δεύτερη: Βγαίνει μια κοπέλα από το σταθμό του τρένου 9 ή 10 το βράδυ. Μια κυρία ξαφνικά της ακουμπάει τον ώμο και την ενημερώνει ότι την ακολουθεί κάποιος (την κοπέλα). Αυτή δεν τον είχε προσέξει. Οι δύο γυναίκες περπάτησαν παρέα, σταμάτησαν κάπου κι αυτός ακόμα εκεί, τελικά περπάτησαν μαζί πολλά τετράγωνα μέχρι αυτός να παραιτηθεί και η κυρία, να πάει σπίτι της την κοπέλα με ασφάλεια και να φύγει.

my last year in new york city, i got off the subway around 9 or 10p.m. i only lived about 5 blocks from the f train, but i hadn’t gotten more than two before a woman’s hand suddenly touched my arm. 
“that guy behind us is following you,” she said. “he was watching you leave the train car and followed you up.”
i hadn’t noticed him, or at least not noticed him following me. when we stopped outside a grocery store, he stopped half a block back and loitered. the woman linked her arm with mine and walked me several blocks out of her way to my front door and made sure i got inside safely.

Ιστορία τρίτη: Μια φορά περπατούσε μια κοπέλα με μια φίλη της και ξαφνικά κάποιος της άρπαξε το χέρι και την τράβηξε κοντά του. Η φίλη της κοπέλας του φώναξε μέσα στα μούτρα κι αυτός έφυγε. Η κοπέλα σημειώνει ότι η φίλη της ήταν μικροκαμωμένη.

another time, nocigar and i were walking home and at a stoplight a stranger grabbed my arm when i wouldn’t respond to him and tried to physically drag me over to him. she—who is, by the way, not a very physically imposing girl—ripped his hand off my arm and snarled, “don’t fucking touch her.”
protect your friends. protect strangers. there are good men in the world, but don’t wait for them to do something if you can do it yourself.

Ιστορία τέταρτη: Ήταν σε ένα κλαμπ μια κοπέλα με το φίλο της που έφυγε κι αυτή έμεινε να τελειώσει το ποτό της. Φεύγοντας να πάει στο πάρκινγκ, την περικύκλωσαν τρεις κοπέλες και της είπαν ότι μια παρέα αγοριών εκεί πίσω συζητούσαν να την ακολουθήσουν. Η κοπέλα αναφέρει ότι είναι εκπαιδευμένη σε μεικτές πολεμικές τέχνες αλλά πραγματικά εκτίμησε τα κορίτσια αυτά που της είπαν ότι θα περπατήσουν μαζί της.

I was at a club once and my friend left with her boyfriend so I finished my drink and was heading out to the parking lot when three girls came up to me and basically surrounded me. 
“Those guys behind us were talking about following you. We can walk with you.” 
I have MMA training but have never in my life had been offered the protection and sanction of my own gender. This is so important. 
GIRL CODE. FUCKIN’ GIRL CODE. LEAVE NO GIRL BEHIND. EVER.

Ιστορία πέμπτη: Ήταν ένας τύπος σε ένα μπαρ που δεν άφηνε ήσυχη αυτήν την κοπέλα. Αυτή είδε μια συμφοιτήτριά της που δεν είχαν καμία σχέση. Την κοίταξε όμως, η συμφοιτήτρια κατάλαβε και ξαφνικά φώναξε ΜΕΓΚ! ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ! και χώθηκε κυριολεκτικά ανάμεσα στον τύπο και την κοπέλα τραβώντας τη μακριά. Τώρα είναι καλές φίλες, έχει εκτιμήσει πολύ αυτό που έκανε.

Had a guy who wouldn’t get off me at a bar and I made eye contact with a classmate I only knew in passing and in a fraction of a second she was hollering “MEG! I haven’t seen you in FOREVER!” And she literally shoved herself betweenύthe man and I and dragged me away. We’re now good friends, and I appreciate what she did.

Το ορίτζιναλ ποστ είναι εδώ.

Είδες; Επέλεξα να μην πω τίποτα για μένα. Για τις ψυχές που έφυγαν κ μου λείπουν. Για όσους με πλήγωσαν. Για όσους με ευχαριστούν. Για όσα έχω. Γι αυτά που δεν έχω. Για το κενό που πρέπει να γεμίσεις ενώ δεν έχεις προσλαμβάνουσες. Για την συνείδηση. Για την ενσυναίσθηση. Για αυτό που νομίζεις ότι είσαι. Για τον εαυτό σου που δεν ξέρεις. Για τις αντιδράσεις που δεν προλαβαίνεις. Για το χαμόγελο που έχεις όταν επιτέλους τα καταφέρνεις. Για τη συνεχόμενη ακατάπαυστη προσπάθεια και την αιώνια εγρήγορση. Για τα όρια. Τα μέσον. Τη χρυσή τομή. Για πολλά ακόμα. Τίποτα δεν είπα. Αλλά όλα είναι εδώ.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Στην Cookie Μου.

Μια στρίγκλα, σου λέω, που τη λάτρεψα έντεκα χρόνια και με τυράννησε άλλα τόσα. Τόσο όμορφη όμως που σου κοβόταν η ανάσα. Το πρώτο πλάσμα που μ’ έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Μια φορά όλη κι όλη, μια φορά σ’ τ’ ορκίζομαι, αποφάσισα ν’ αντισταθώ στην αδυναμία μου και να λείψω πέντε μέρες χωρίς να την πάρω μαζί μου, και ξέρεις πώς μ’ εκδικήθηκε; Μπορείς να φανταστείς πώς; Πέθανε! Ναι, σου λέω, πέθανε. Και κανείς δε θα μου βγάλει από το μυαλό πως πέθανε για να με τιμωρήσει. Η ανόητη, η τρελή, η άπονη. Αυτοκτόνησε. 
Τέσσερις ημέρες έφτασαν. Έπεσε μες στο πανέρι της, πάνω σε μια φούστα μου (που της έβαλα για να με νιώθει κοντά της), κι αρνήθηκε να φάει, να πιει, να ζήσει. Και το πέτυχε, το άκαρδο. Πέτυχε να μου ανταποδώσει το σπαραγμό της γιατί έφυγα και την άφησα. 
Έτσι, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι με στόχευε πίσω από την πόρτα του γυρισμού μου η είδηση του θανάτου της. Κι ο κόσμος σκοτείνιασε στις εννιά το πρωί, καθώς ένα γογγητό βγήκε από την καρδιά μου και κατρακύλησε σε χείμαρρο από δάκρυα. Πήρα το δρόμο με τα πόδια κλαίγοντας. Να ’ναι άνοιξη, να ’ναι ο ουρανός γεμάτος δώρα από φως, να σου χαμογελούν τ’ ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ανεμίζοντας τις κουρτίνες τους και να χάνεις το νόημα της ζωής χάνοντας ένα τοσοδούλικο ζωάκι; 
Μην παραξενεύεσαι! Ένα σκυλί αποδέχεται ό,τι αγάπη διαθέτεις. Όσο χρειάζεσαι να δώσεις, όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου προσπερνούν. Κι όσο περισσότερο του δίνεις, τα μάτια του σου επιστρέφουν καταρράκτες χαράς κι ευγνωμοσύνης. Τρυπώνουν μέσα σου και σε χαϊδεύουν σαν όλα τα χέρια που σ’ εγκαταλείψανε. 
Και να ’μαι τώρα καρφωμένη με τούτο το μαχαίρι της ενοχής, ολομόναχη, να ντρέπομαι να κυκλοφορήσω το απελπισμένο πρόσωπό μου, γιατί άλλο δεν μπορώ να πω παρά η Νίνα πέθανε και προκάλεσα ’γώ το θάνατό της, και ποιος να καταλάβει τέτοιο σπαραγμό και τόση ερημιά. 

Εκείνη μεγάλωνε σ’ ένα κοφίνι μαζί με τον αδελφό της σ’ ένα μαγαζί του Παρισιού, ζεστή. Εγώ περπατούσα ξεπαγιασμένη, αυτοεξόριστη στους μεγάλους δρόμους της πατρίδας της. Χούντα. Παραμονές Χριστουγέννων κάθε ξενιτεμένος νιώθει πιο έρημος. Όλοι οι άλλοι περπατούν πιο ζωηρά, μιλούν χαρούμενα, ψωνίζουν, μέσα στο σκηνοθετημένο παραμύθι του χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά και κανείς δε με περίμενε. 
Καθώς βγήκα από το μετρό, έπεσα πάνω σε μια βιτρίνα με δυο πιθηκάκια. Το ένα φορούσε ένα πουλόβερ, το άλλο ολοτσίτσιδο. Αυτό, το τελευταίο, προσπαθούσε να βγάλει το πουλόβερ του ντυμένου. Αφού πάλεψε λίγο μαζί του, κατάφερε τέλος να το γδύσει. Κι άξιζε τότε η προσπάθεια να το φορέσει εκείνο. Πέρασε το λαιμό μια χαρά. Έλα όμως που δεν τα κατάφερε να περάσει τα μανίκια. Το ξανάβγαλε λοιπόν και ξανάρχιζε από την αρχή. Τώρα το βοηθούσε και το άλλο πιθηκάκι. Με αποτέλεσμα να του περάσει και το μανίκι στο λαιμό. Τσιρίζανε και τα δυο, τραβολογούσαν το πουλόβερ, ρίχνανε καμιά καρπαζιά το ένα στο άλλο, ώσπου άνοιγε από μέσα η βιτρίνα και κάποιος φόραγε κανονικά το πουλόβερ στο ένα από τα δυο. Και η ιστορία ξανάρχιζε. Γελούσα τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτώ μπήκα στο κατάστημα. Είχα όμως αποφασίσει πως θ’ αποκτούσα ένα ζωάκι. 
Oλόγυρα, στα αραδιασμένα κοφίνια, πρόβαλλαν φατσούλες, σκυλάκια, γατούλες πεντάμορφες, χαμστεράκια πολύχρωμα. Περπατούσα αργά όταν είδα δυο ολόλευκα στρογγυλά μπαλάκια κουρνιασμένα στα πεντακάθαρα άχυρα. Δεν ήμουνα σίγουρη αν ήταν κάτι ζωντανό ή σκέτες μεγάλες κουβαρίστρες μαλλί για πλέξιμο. Βούτηξα το χέρι μου κι έπιασα τη μια από τις δυο άσπρες μπαλίτσες. Δυο μαύρα στρογγυλά μάτια άνοιξαν και καρφώθηκαν στα δικά μου. Ύστερα τέντωσε δυο ηλίθια κοντά ποδαράκια, τ’ ακούμπησε στο πουλόβερ μου και κούρνιασε το κεφάλι στο στήθος μου. Το κρατούσα εκεί, μαλακό και ζεστό, τόσο εύθραστο. Με το άλλο χέρι πήρα και το άλλο, που δεν άνοιξε τα μάτια του, και το ξανάβαλα στο καλάθι. 
«Βλέπετε», μου λέει ο μαγαζάτορας, «το θηλυκό σάς διάλεξε».
«Πώς με διάλεξε;», τον ρώτησα.
«Α, βέβαια. Δε διαλέγουμε μόνο εμείς. Μας διαλέγουν και τα ζώα. Πιάσατε και το αρσενικό, μα αυτό δε νοιάστηκε, ενώ αυτή η γαλίφα κόλλησε απάνω σας και δε λέει να σας αφήσει». 
«Και πόσο κάνει αυτή η γαλίφα;»
Μου είπε μια τιμή που αντιπροσώπευε το μισθό μου, στο Λύκειο που εργαζόμουν. Απογοητευμένη το ξεγάντζωσα από το πουλόβερ μου και βγήκα από το μαγαζί. Όσο κι αν φανεί παράξενο, μου ’ρθε η διάθεση να κλάψω. Δυο Γάλλοι φίλοι μου με παρηγόρησαν. «Μη στενοχωριέσαι, πάντα πριν από τις γιορτές τα ζωάκια είναι πανάκριβα, γιατί οι Γάλλοι συνηθίζουν να τα δωρίζουν. Μόλις όμως περάσουν οι γιορτές, οι τιμές τους πέφτουν κατακόρυφα. Τι θα τα κάνει ο έμπορος, του στοιχίζουν πολύ και δεν τον συμφέρει να μεγαλώσουν. Θα δεις που θα το πάρεις μισοτιμής μετά τα Χριστούγεννα, αν, αν φυσικά δεν έχει πουληθεί». 
Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σχόλασα, πήρα πάλι τον υπόγειο και κατέβηκα στην Πορτ Ντ’ Oρλεάν. Το μαγαζί γεμάτο από παιδιά και συνοδούς. Έφτασα αγχωμένη στο κοφίνι με τις άσπρες μπαλίτσες. Ανακουφισμένη πήρα το κοριτσάκι στη χούφτα μου και το ’σφιξα στο στήθος μου. Αυτό μύρισε λίγο το πουλόβερ μου κι έχωσε το μουράκι του μέσα. Με αναγνώρισε. Τι θρίαμβος! Έμενα κει σαν μαρμαρωμένη, μη χαλάσει το όνειρο. Εξάλλου σκεπτόμουν πως όσο έμενα και το κρατούσα, δεν κινδύνευα να το διαλέξει κάποιος πελάτης. Στην Ευρώπη τα πρωτεία, από την αναμονή ταξί στο δρόμο, είναι νόμοι. 
Μας χώριζαν δυο μέρες ώσπου να περάσουν τα Χριστούγεννα. Oύτε όταν ήμουν παιδί και περίμενα πώς και πώς αυτή τη θαυμάσια γιορτή γεμάτη χαρές και εκπλήξεις, ποτέ πριν δεν κοιμήθηκα παραμονές με τέτοια αγωνία. Το απόγευμα των Χριστουγέννων πήρα τους άδειους δρόμους και κατέβηκα στο μαγαζί, που ήταν φυσικά κλειστό, με αμυδρό φωτισμό. Κόλλησα το μούτρο μου στο τζάμι της πόρτας προσπαθώντας να διακρίνω αν το κουταβάκι βρισκόταν στη θέση του, αλλά μάταια. 
Ξημέρωσε επιτέλους η επομένη των Χριστουγέννων και βρέθηκα στο μαγαζί την ώρα που άνοιγε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, αγιάτρευτα παράφορη. Τα κουταβάκια κοιμούνταν αγκαλιά. Λίγο ακόμη και θα ’βαζα τα κλάματα, τόση ήταν η χαρά μου. O μαγαζάτορας δε μου ’δινε καμιά σημασία, παγερός Γάλλος κι επιπλέον μαχμουρλής. Άρπαξα τούτη τη φορά το σκυλάκι, λες και κινδύνευε. Μύριζε όπως τα ανθρώπινα βρέφη. Και τα δυο παιδιά που γέννησα μύριζαν έτσι, σαν συννεφάκια. 
Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Γάλλου.
«Δεν το παίρνετε;» Σαν να μου ’λεγε: «Δεν το παίρνεις να σε ξεφορτωθώ;».
«Το θέλω πολύ», είπα, «αλλά είναι ακριβό για μένα».
«Δεν είστε Γαλλίδα».
«Από την Ελλάδα, έχουμε δικτατορία εκεί κι όσοι μπορέσαμε φύγαμε…»
«Δώστε ό,τι λεφτά έχετε», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μα…», τραύλισα, «έχω μόνο τα μισά».
«Φτάνουν, αφήστε τα στον πάγκο».
Αν ο μαγαζάτορας δεν ήταν Γάλλος, θα τον φιλούσα σίγουρα. Έβγαλα από το πορτοφόλι τα υπόλοιπα (από το νοίκι) που θα περνούσα το Γενάρη, άφησα το σκυλάκι αραγμένο στο στήθος μου, μέσα από το παλτό μου, και τρελή από χαρά πήρα το μετρό για το σπίτι. 
Αυτό ήταν. Γεννήθηκε στο Παρίσι, ε και; Όποιος γεννιέται στο Παρίσι είναι και καλά αριστοκράτης; Και όμως είχε ένα μοναδικό τρόπο να δείχνει τη δυσαρέσκειά της, όταν κάτι δεν της άρεσε. Της άρεσαν τα μεγάλα μαλακά μαξιλάρια του κρεβατιού μου, το πουπουλένιο πάπλωμα, το κοτόπουλο και ’γώ. Δε γούστερνε κανέναν άλλο. Και το ’δειχνε με το μουγκρητό της σαν την πλησίαζε λίγο κάποιος και δαγκώνοντάς τον αν πλησίαζε τελείως. Και να δεις που όλοι μπαίνανε στον πειρασμό να τη χαϊδέψουν, γιατί ήταν όμορφη, μια κούκλα. 
Όταν την έβγαζα έξω στους δρόμους του Παρισιού, οι Γάλλοι γελούσανε, «δες», λέγανε, «ίδια η Μπεμπέ». Κι αλήθεια έμοιαζε στην Μπαρντό. Τι στριμμένη και δύσκολη ήταν! Για όλα δυσανασχετούσε και το ’δειχνε. Είχε προσωπικότητα βεντέτας της Μπελ Επόκ. Αν ήταν γυναίκα, θα ζούσε τυλιγμένη σε νταντέλες και βελούδα. 
Σιχαινόταν τη Φύση. Δεν της άρεσε καθόλου η ζωή στο χωριό. Έπρεπε να τη δεις να περπατάει στους χωματόδρομους του χωριού. Σήκωνε το ένα πόδι μετά το άλλο τόσο αργά, λες και πατούσε επάνω σε γυαλιά. Άσε το τι γίνηκε σαν πρωταντίκρισε γάιδαρο, που άρχισε να τον κυνηγά με τα πιο δυνατά γαβγίσματα κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Βέβαια το χωριό ήταν πρωτόγονο, με τους δρόμους γεμάτους πέτρες, καβαλίνες και αγκάθια. Αλλά τι ’θελες να της κάνω; Να της φορέσω παπούτσια; Ή ν’ αρνηθώ το χωριό; Μια ζωή ονειρευόμουν ν’ αποκτήσω σπίτι σ’ ένα τέτοιο χωριό. Το Πάσχα δεν μπορείς να διαβείς τους στενούς δρόμους καθώς φουντώνουνε καταπράσινα φασκόμηλα, μαργαρίτες και τσουκνίδες ανάκατα. 
Όταν πηγαίναμε περίπατο, εκείνη βέβαια ακολουθούσε, αλλά μετά τριάντα βήματα σταματούσε. «Θα ’ρθεις;», της φώναζα. Αλλά πέτρωνε καταμεσής του μονοπατιού με τα μάτια της γεμάτα απόγνωση καρφωμένα στα δικά μου. Καθώς έσκυβα κοντά της, μου άπλωνε το ποδαράκι. Αμέτρητα ξερόκλαδα μπερδεμένα στο πυκνό της τρίχωμα σφήνωναν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα καθάριζα προσεκτικά κι ύστερα την έπαιρνα αγκαλιά και συνεχίζαμε τον περίπατο. Έμενε τότε ακίνητη, σαν λιγωμένη από την ευτυχία, καθώς ταξίδευε απάνω μου. Κάθε φορά που βγαίναμε, επαναλαμβανόταν το ίδιο. 
Μα και να την άφηνα σπίτι, δε θα χαιρόμουν περίπατο. Τα μάτια του σκύλου που φεύγεις και τον αφήνεις, σε τυραννούν πιο πολύ κι από ενός παιδιού. Εγώ που έχω και παιδιά και σκυλιά, ξέρω. O άνθρωπος έχει αμέτρητους τρόπους να διαμαρτυρηθεί. Κλαίει, φωνάζει, βρίζει, κάνει χειρονομίες και κυρίως εκφράζει με λόγια πόσο τον πλήγωσες. Το σκυλί δε διαθέτει παρά τα μάτια του. Πόσες φορές δεν έκλεισα την πόρτα αποφασιστικά πίσω μου, φεύγοντας μόνη, επιμένοντας να μην υποκύψω στο βλέμμα της, και πόσες φορές δε γύρισα πίσω απελπισμένη από την αδυναμία μου. Αλλά ζούσα ανετότερα με τα ελαττώματά μου παρά με τη θλίψη των ματιών της. Μια μεγάλη ποιήτρια έγραφε: «Όταν μπορέσω να περάσω / αδάκρυτη / δίπλα από ένα σκύλο, / θα έχω μεταμορφωθεί».
Λένε, οι υποκριτές, οι φαύλοι, πως είναι ντροπή ν' αγαπάς τόσο ένα σκυλί, ενώ θα μπορούσες να προσφέρεις όλα τα έξοδα που κάνεις γι' αυτό σ' ένα πεινασμένο παιδί. Ξέρεις γιατί το λένε; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν χωρίς αναγνώριση. Η ελεημοσύνη είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν για όσα προσφέρεις. Το ν' αγαπάς ένα ανυπεράσπιστο ζώο, το να αναλαμβάνεις την ευθύνη της συντήρησής του, της ζεστασιάς, της υγείας του, είναι μια δοκιμασία για τον κούφιο κι επιδειξιομανή. Γιατί πώς να προσφέρει χωρίς προσδοκία έκφρασης ευγνωμοσύνης και επαίνων από τους τρίτους; Ένα σκυλί δέχεται και χωράει όση αγάπη του δώσεις. Μπορείς ν' ακουμπήσεις απάνω του όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου δε χρειάζονται. 
Όταν κλαίμε για ένα σκυλί που χάσαμε, κλαίμε για μας. Που ορφανέψαμε, καθώς στερηθήκαμε την πιο τέλεια μορφή αγάπης, την πιο αθόρυβη και λιγότερο απαιτητική που γίνεται. Ίσως, λέω.

Λιλή Ζωγράφου, "Στρίγγλα και Καλλονή" από το Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, επιμέλεια – ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα.
Κείμενο από εδώ.