Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Η Κωλόγρια κάνει κάμπινγκ, Μέρος 2ο ή αλλιώς: Μια Ζωή Ταλαιπωρία.

Φτάνω στο νησί, καλή της ώρας της ξαδέρφης μου, ήρθε να με πάρει από το καράβι με το αυτοκίνητο αλλά επειδή δεν έβρισκε που να το βάλει, ήρθε με τα πόδια και τελικά κουβαλούσαμε τα πράγματα σα χαμάληδες. Εδώ, έχω να προσθέσω πως είχα βάλει όλο μου το σπίτι σε μια μικρή τοσοδούλα τσαντούλα που έτσι κι έσπαγε κανένα φερμουάρ (που ήταν έτοιμα από το τσίτωμα), θα πετάγονταν έξω τα πράγματα σαν πίδακας. Αυτή η τσαντούλα λοιπόν, ζύγιζε γύρω στα 900 κιλά και όλοι ήθελαν να με βοηθήσουν (γενικά στο ταξίδι) και να την κουβαλήσουν, αλλά μόλις την έπιαναν, τους έπεφταν τα νεφρά αλλά ντρέπονταν να πουν «τι σκατά έχεις μέσα γαμώ το στανιό σου, πάρ’ τη πίσω μωρή μαλακισμένη» κι έτσι κουβαλούσαν και ίδρωναν κι εγώ περπατούσα μόνο με τη σκηνή που κι αυτή η πουτάνα δε ζύγιζε και πολύ λιγότερο καθώς ήταν 4 ατόμων. Γιατί 4 ατόμων; Σιγά μην πάω κάμπινγκ ρε μαλάκες και κοιμάμαι σε φέρετρο. Δεν ανοίγω καλύτερα ένα λάκκο να μπω μέσα να κοιμάμαι και στο δροσερό το χώμα που θα έχω σκηνή για 2 άτομα να μπαίνω έρποντας και να έχω το ταβάνι στη μύτη μου! Ήμαρτον! Άσε που άμα είμαστε 2, κοιμόμαστε γαμηστερά με τα πράγματά μας μέσα ωραιότατα. Για σας παρακαλώ.


Έρχεται που λες η ξαδέρφη και είναι μέσα στα νεύρα. «Πώς μπορείτε και ζείτε στην Αθήνα γαμώ το κέρατό μου, πώς ζείτε έτσι, τι πράγμα είναι αυτό, δε μπορώ, αν είναι δυνατόν ποτέ» ήταν τα πρώτα της λόγια. Την κοιτάω με απορία γιατί δεν κατάλαβα και μετά κοιτάζω γύρω μου. Ενάμιση εκατομμύριο αυτοκίνητα κόρναραν, έβριζαν οι οδηγοί τους, μοίραζαν μούντζες, πάρκαραν όπου να’ ναι και τότε κατάλαβα. Είχε έρθει η μισή Αθήνα στο νησί (αν και δεν είναι κανένα ιδιαίτερα δημοφιλές τύπου Μύκονος) και είχαν φέρει μαζί και τη μαλακία τους. «Α μάλιστα» της είπα και «Έλα ηρέμησε». «Τι ηρέμησε ρε» μου λέει, «ξέρεις πόσο καιρό έχουμε να βγούμε από το σπίτι;» μου λέει. «Δυο βδομάδες! Δεν μπορούμε να πάμε πουθενά, δεν μπορούμε να κινηθούμε, πήγα τώρα να πάρω το αυτοκίνητο και έσπασαν τα νεύρα μου μπλα μπλα μπλα μπλα» την κακομοίρα, σκέφτηκα και γέλασα.


Φτάσαμε σπίτι και βλέπω την ανιψιά μου να παίζει με 2 φίλες της στον κήπο. «....ΑΚΙ ΜΟΥ!» (Το όνομά μου είπε χαϊδευτικά). Τρέχει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, με ρωτάει αν θα κάτσω, της λέω όχι, με ρωτάει γιατί και ταυτόχρονα φεύγει προς τις φίλες της πριν προλάβω να απαντήσω. Μάλιστα, σκέφτομαι, και πάω μέσα να μασαμπουκιάσω. Τρώω ό,τι υπήρχε στο σπίτι γιατί πεινούσα λίγο και αφού περνάει κάποια ώρα μέχρι να χωνέψω, με πάει η ξαδέρφη στο κάμπινγκ. Ντάξει, δε βρήκαμε κίνηση γιατί ήξερε κάτι κρυφούς δρόμους και φτάνουμε στην παραλιάρα. «Εδώ είναι;» με ρωτάει. «Όχι», της λέω, «παρακάτω». Πάμε, πάμε, πάμε, φτάνουμε κάπου μεταξύ ερημιάς και λύκων και βλέπουμε το κάμπινγκ. Ω ρε πούστη, σκέφτομαι, μακριά είναι, «Σε ευχαριστώ πολύ αγάπη μου!» της λέω και κατεβαίνω να δηλωθώ και να στήσω. Παρκάρει η ξαδέρφη κι έρχεται μαζί μου. Την κοιτάω, «Θέλω να δω» μου λέει κι έρχεται. ΟΚ. Πάμε, βρίσκω ένα ωραίο μέρος, κοιτάω τον ήλιο, υπολογίζω πως δε βγαίνει φόρα παρτίδα πάνω στη σκηνή μου το πρωί και αρχίζω να στήνω. Που να έχει την ευχή μου η ξαδέρφη, με βοηθάει να στήσω τη σκηνή μια ώρα αρχύτερα. Δεν είναι κάτι το δύσκολο αλλά 2 πάντα είναι καλύτερα από ένας. Μόλις στήνουμε και πετάω τη μικρή τόση δα τσαντούλα μέσα και πάει να φύγει η ξαδέρφη, ακούμε κάτι. «Τι είναι αυτό;» μου λέει. «Έλα ντε» της λέω. Στήνουμε αυτί και διαπιστώνουμε πως σε απόσταση 5 μέτρων από κει που έχω στήσει τη σκηνή μου, είναι η γεννήτρια και παίζει σκληρό ροκ. ΓΚΡΡΡΡΡΡ ΜΠΠΡΡΡΡΡΡ ΓΚΡΜΠΠΠΓΚΡΡΜΠΡΡΡΡ!!!! Α ρε πούστη Μέρφυ, γαμιόλα αδερφάρα, ξεκωλιάρα πουτάνα πούστρα, ξέρεις πόσο μου τη δίνουν τα air condition και μ’ έφερες δίπλα σε κάτι παραπλήσιο! Με βλέπει η ξαδέρφη να αλλάζω χρώμα και μου λέει: «Θες να σε βοηθήσω να πάμε τη σκηνή πιο πέρα, κάπου αλλού πιο ήσυχα;» Σκέφτομαι πως είναι ωραία να επικοινωνείς με τους ανθρώπους όπως επίσης είναι ευκαιρία να μην με πιάσει η ευγένεια και πω όχι, είναι που είναι δω, οπότε την ευχαριστώ και της λέω να περιμένει να πάω να δω αν υπάρχει κάτι καλύτερο. Κάνω μια βολτίτσα, πολύ μικρό το κάμπινγκ εντωμεταξύ κι ο μόνος αξιοπρεπής άλλος διαθέσιμος χώρος που υπάρχει, είναι δίπλα στις τουαλέτες να μοσχομυρίζεσαι και να ακούς όλη μέρα νερά. Γυρίζω με την ουρά στα σκέλια και της λέω, όχι, θα μείνω εδώ, έτοιμη να δακρύσω. Και τότε, σταματάει η γεννήτρια. Πουτάνα Μέρφυ, με δουλεύεις, σκέφτομαι αλλά στη συνέχεια σκέφτομαι καλύτερα και λέω, δε θα δουλεύει συνέχεια η γεννήτρια, σε κάποια φάση θα κάνει ένα ΜΠΡΡ ΓΚΡΡΡ και θα τελειώνει. Διακοπές είχα έρθει, καλύτερη διάθεση, καταλαβαίνετε. Τη χαιρετάω, την ευχαριστώ και φεύγει. Μπαίνω στη σκηνή, να είμαι χάλια εντωμεταξύ, να βρωμάω, να είμαι ιδρωμένη της πουτάνας, να σιχαίνομαι τη ζωή μου την ίδια με τέτοια βρώμα πάνω μου αλλά τι; Να κάνω ντους; Μαλάκας είμαι; Τακτοποιώ τσακ μπαμ, βάζω σκοινί έξω, απλώνω τα βρωμόρουχα να ξεϊδρώσουν γιατί η μυρωδιά της μούχλας μέσα στη σκηνή μου έλειπε, φοράω μαγιό, παίρνω τηλέφωνο την κολλητή και πάω να τη βρω στην παραλία.


Κάβλα. Κι όταν λέμε κάβλα, το εννοούμε. Θεϊκή παραλία, θεϊκή κρύα θάλασσα σε επίπεδα ανακοπής κι εμφράγματος, θεϊκά, απόλυτα θεϊκά. Πάλι μου έρχεται να δακρύσω από χαρά αλλά είμαι τόσο κουρασμένη και βαριέμαι που το αφήνω γι αργότερα. Καθόμαστε κάποιες ώρες, πάμε για ποτό, βραδιάζει. Και κινάω να πάω πίσω στο κάμπινγκ από κει που είμαστε. 9 η ώρα το βράδυ. Σιγά την άγρια νύχτα. Κι όμως φίλες και φίλοι. Ή στο νησί ήμουν ή στην έρημο της Γουαδαλαχάρας, το ίδιο ήταν. Το μαλλί και η πατάτα που έκλασα, ήταν λίγα. Κανονικά έπρεπε να χεστώ κανονικά πάνω μου. Τι έρεβος ήταν αυτό; Τι ερημιά; Τι ησυχία; Τι νέκρα; Τι κανένας πουθενά; Φρίκη εγώ. Μαύρο σκότος, χωρίς φως από πουθενά, ούτε φεγγάρια, ούτε αστέρια, ούτε κωλοφωτιές, κι εγώ να πρέπει να περπατήσω κανένα δεκάλεπτο από κει που ήμασταν μέχρι να βρεθώ στον πολιτισμό του κάμπινγκ. Άμμος κάτω να βουλιάζεις, αυτοκίνητα, μηχανάκια και γουρούνες να περνάνε γαμιώντας χωρίς να σε βλέπουν και για να σε δουν άνοιγαν προβολείς που σε στράβωναν και για λίγα μέτρα ήσουν εντελώς τυφλός και γω να έχω τα μαλλιά όρθια, στο ένα χέρι ένα σουγιά ετοιμοπόλεμο και στο άλλο ένα φακουδάκι της πούτσας. Θα μπορούσαν να με έχουν πατήσει, ξεκοιλιάσει, μακελέψει, διαλύσει, πολλοί και πολλές. Το ότι ζω είναι ένα θαύμα και ένας λόγος να συνεχίσω να είμαι καλός άνθρωπος.


Φτάνω στο κάμπινγκ γερασμένη κατά τρία τέσσερα χρόνια και σκέφτομαι: Δεν υπάρχει. Αύριο πάω να δω το άλλο κάμπινγκ που είναι πιο κοντά στον πολιτισμό κι αν όντως είναι, τα μαζεύω και πάω κει. Δεν υπάρχει να μείνω εδώ με τους λύκους να χέζομαι να μείνω έξω μετά τη δύση του ηλίου! Μπαίνω στη σκηνή, βάζω ρούχα ύπνου-ξύπνιου (αυτά που δεν είναι ντροπή να σηκωθείς-βγεις από τη σκηνή- πας για κατούρημα), η γεννήτρια ανοίγει, δουλεύει για κανά δεκάλεπτο και κλείνει. Και ξαπλώνω. Και δω αρχίζει το δράμα νούμερο 2. (Το 1 ήταν η διαδρομή). Τι πόνος; Τι πόνος; Τι πόνος ήταν αυτός; Που πας μωρή γριά γυναίκα να κοιμηθείς στα πατώματα που μέχρι και το στρώμα του κρεβατιού σου βρίσκεις σκληρό; Που πας μωρή ηλίθια χωρίς στρωματάκι που το άφησες στην Αθήνα για να μην το κουβαλάς; Που πας; Να γυρίζω παιδιά ίσα για μιάμιση ώρα μέχρι να βολευτώ. Τι να μπαίνουν τα κόκαλα στο κρέας και να με πονάνε, τι να πιέζονται τα βυζιά μου, τι να βογκάω, μαύρη ώρα. Να γυρνάω, να γυρνάω, να γυρνάω λες και θα μαλακώσει τίποτα. Μέχρι να πάω στην παραλία και να φέρνω όλη τη νύχτα άμμο σκέφτηκα. Άμα είχα κουράγιο, σακούλα ΙΚΕΑ και δεν έκλανα μαλλί, μπορεί και να το έκανα, δεν κάνω πλάκα. Τόσο πολύ πονούσα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με πήρε ο ύπνος.


Όχι για πολύ όμως. Μέσα στον ύπνο μου, δεν ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν, που να ξέρω, ρολόι δε είχα, κινητό κλειστό, ακούω κάφρους να έρχονται. Και συγκεκριμένα έναν. Τον ακούω μέσα στον ύπνο μου να γκαρίζει και σκέφτομαι «τι μαλάκες που είναι αυτοί οι ξένοι ρε πούστη μου», ξανακοιμάμαι και ξαναξυπνάω επιτόπου ακούγοντάς τον να λέει «Καιαιαι πάμε όλοι μαζί!» ελληνικότατα καθώς ήτο έλληνας και αμολάει μια κλανιά μαλάκες, μα μια βροντερή κλανιά, γιγαντιαίων διαστάσεων. ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!!!!! Καπάκι, αρχίζει να γελάει υστερικά. Ψόφησε στο γέλιο μόνος του ο μαλάκας. Συγχύζομαι εγώ, (ποιος; εγώ, ο μέγας κλανιάρης άνθρωπος) και σκέφτομαι «τι μαλάκες που είναι αυτοί οι ξένοι ρε πούστη μου» γιατί στα νησιά είμαι πιο ελληνίδα απ’ όλους και ξανακοιμάμαι. Σε ελάχιστο χρόνο με ξαναξυπνάει ο ίδιος τύπος, η ίδια φωνή, που λέει: «Καληνύχτα Μαμά, Καληνύχτα Μπαμπά» και το βουλώνει για την υπόλοιπη νύχτα. Σε εκείνο το σημείο ξύπνησα και πέθανα να γελάω. Πέθανα. Δικός μας είναι αυτός σκέφτηκα, δικός μας, χαχαχαχαχαχα, άκου Καληνύχτα Μαμά, Καληνύχτα Μπαμπά, Καληνύχτα Τζόνι Μπόι δεν του είπε κανείς, χαχαχαχα, που τους θυμήθηκε τους Γουόλτονς (σειρά στα ‘80ς που μια τεράστια οικογένεια αγελαδάρηδων τι ήταν, καληνυχτιόνταν το βράδυ 850 ώρες ένας- ένας κι έχει μείνει από τότε η ατάκα). Μετά απ’ αυτό ξεράθηκα παρέα με τους πόνους μου και η γεννήτρια δεν ξανάναψε.


Το πρωί με ξύπνησαν δύο πράγματα: 1) το ροχαλητό ενός παπάρα που είχε στήσει τη σκηνή του πάνω στη δική μου προφανώς, γιατί τον άκουγα σα να είναι δίπλα μου και 2) η ασταμάτητη πολυλογία δύο Γερμανών που είχαν στήσει κι αυτοί πάνω στη σκηνή μου προφανώς, γιατί κι αυτούς τους άκουγα σα να είναι δίπλα μου. Καλά ρε πούστη, τι ώρα είχαν έρθει, είχαν στήσει και δε με είχαν ξυπνήσει; Αυτό σημαίνει ότι είχα κοιμηθεί το βράδυ! Χαμογελάω και αποφασίζω να σηκωθώ. Ουπς. Δε μπορώ! Φρικτοί πόνοι σε όλο μου το κορμί να με καταδυναστεύουν και να με εκδικούνται για όσα κακά έχω κάνει σε όλες τις ζωές που έχω ζήσει ως τώρα. Να προσπαθώ να σηκωθώ να πάω να κατουρήσω, να μην μπορώ και παράλληλα να ακούω «Χρρρρρ Χρρρρ» το ροχαλητό και «Σβαν Ντερ Όιλ Μπαν Αούστερλιχ Για Για» την αβάσταχτη πολυλογία των Γερμανών. Γαμώ την πουτάνα μου να σκέφτομαι, εδώ μέσα θα ψοφήσεις κατουρημένη, σήκω, να λέω στον εαυτό μου και ναι κυρίες και κύριοι, βάζω όσα δυνατά είχα και σηκώνομαι. Βγαίνω από τη σκηνή, όντως οι σκηνές τους ήταν πάνω στη δική μου συν ότι είχαν απλώσει τις πετσέτες τους πάνω στο σκοινί μου δίπλα στα βρωμόρουχά μου. Λόγια μίσους έβγαιναν από τα μισάνοιχτα δόντια μου καθώς προσπαθούσα να περπατήσω για να φτάσω μέχρι τις τουαλέτες. Δύσβατος ο δρόμος που διάλεξα. 10 βήματα και τα έκανα 5 λεπτά. Περπατούσα σαν να έσπαγα πέτρες στα κάτεργα για 186 μέρες σερί και έχει έρθει η ώρα για διάλειμμα. Πάω τουαλέτα, γυρίζω, ντύνομαι. Το ροχαλητό και η πολυλογία να συνεχίζονται. Πα πα πα. Φεύγω σούμπιτη, με εκνευρίζετε. Ξεκινάω για το άλλο κάμπινγκ. Βγαίνω στην ντάλα πρωί-πρωί και αρχίζω το περπάτημα. Μαρτύριο. Περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα, άρχισαν τα πράγματα να κινούνται μπροστά μου από τη ζέστη. Να ιδρώνω, να αγκομαχάω, να υποφέρω αλλά περπατούσα η πουτάνα, το πάλευα. Μετά από 20 λεπτά περπάτημα μέσα στον ήλιο, φτάνω στο άλλο κάμπινγκ. Γαμάτο. Μέσα στον πολιτισμό. Δε φοβάσαι να μετακινηθείς οποιαδήποτε ώρα. Μάλιστα. Μαγαζιά δίπλα, σούπερ μάρκετ, εστιατόρια, παγωτά, παραλιάρα, όλα σε απόσταση 3-4-5-7 λεπτών το πολύ. Πάω ρεσεψιόν, ρωτάω τιμή, η ίδια με το άλλο. Μπαίνω να ρίξω μια ματιά, 4 φορές μεγαλύτερο αυτό, πολλοί άδειοι χώροι για σκηνές, ξαναπάω ρεσεψιόν να ρωτήσω το βασικότερο: «Ησυχία έχει;» «Έχει, έχει κι αν σας ενοχλήσει κάποιος, έρχεστε εδώ στην πόρτα που είναι 2 φύλακες, το λέτε και όλα κανονίζονται» μου λέει το κοριτσάκι, χαμογελάω και κινάω για πίσω να μαζέψω. Το αποφάσισα, θα έρθω δω.


Άλλα 20 λεπτά μέσα στη ντάλα, πέθανα, αναστήθηκα, περπάτησα. Φτάνω λιωμένη. Λιωμένη. Πάω, βάζω στην τσαντούλα ότι να ’ναι, όπως να ’ναι, τα περισσεύματα σε σακούλες, μαζεύω τη σκηνή, έχω ήδη πεθάνει εδώ και πολύ ώρα, τα περισσεύματα της σκηνής σε άλλες σακούλες, κοιτάω κι έχω τώρα να κουβαλήσω εκτός της τσαντούλας και της σκηνής, άλλες 18-30-67 σακούλες. Α, το σκοινί με τα βρωμόρουχα μην ξεχάσω. Πετάω τις πετσέτες τους σε ένα άλλο σκοινί παρακεί, μαζεύω το σκοινί και το βάζω μαζί με τα βρωμόρουχα σε ακόμα μία σακουλίτσα. Ωραία, σκέφτομαι, τα φορτώνομαι, πάω ρεσεψιόν, πληρώνω τη μέρα που έμεινα και βγαίνω να περιμένω το λεωφορείο να με πάει μέχρι το επόμενο κάμπινγκ. Δεν υπήρχε περίπτωση να περπατήσω με τόσο βάρος γιατί απλά θα πέθαινα στη διαδρομή από ανακοπή. Και περιμένω, περιμένω, περιμένω, περιμένω 20 ολόκληρα λεπτά στον ήλιο γιατί εκεί το λεωφορείο κάθε τόσο περνάει και αν δεν είσαι στη στάση και είσαι παραδίπλα (σε καμιά σκιά π.χ.), σε προσπερνάει, σου πετάει χώμα στη μούρη και συ μένεις εκεί να κοιτάς τον κώλο του. Έρχεται, εγώ είμαι σα να βγήκα από το βομβαρδισμένο χωριό και περπατούσα στην έρημο 20 μέρες, πεινασμένη, διψασμένη κι ακατούρητη, μέσα στον ιδρώτα να βρωμάω και πάλι, μπαίνω μέσα και κατεβαίνω στο επόμενο κάμπινγκ που πετάω ό,τι κρατάω κάτω, τα χέρια μου πονάνε, ούτε την ταυτότητα δεν μπορώ να κρατήσω σταθερή, δηλώνομαι, ζώνομαι ξανά τις 267 σακούλες που σκίζονται, πέφτουν, τραβιούνται και διπλώνουν στα πόδια μου, μαζί με την τσαντούλα των 700 κιλών και τη σκηνή και πάω να βρω χώρο να στήσω και να τακτοποιηθώ. Είμαι πεθαμένη εδώ και πολύ-πολύ ώρα. Είμαι ζόμπι. Δε ζω. Το πνεύμα μου τα κάνει όλα και η θέλησή μου. Το σώμα μου δεν κάνει τίποτα απολύτως. Βρίσκω χώρο, κοιτάω τον ήλιο, προσπαθώ να στήσω.


Προηγουμένως είπα πως 2 είναι καλύτερα από ένας όταν τίθεται το θέμα «στήσιμο σκηνής» και στο σημείο αυτό, το θυμάμαι και το ζω ταυτόχρονα. Όποιος ήταν εκεί και με είδε να στήνω τη σκηνή, πρέπει να είχε πάρει ποπ κορν και να απολάμβανε θέαμα. Αδύνατον να στηθεί. Είμαι πτώμα και δεν μπορώ να στήσω. Με τίποτα. Να βάζω από τη μία τα ματσούκια, να φεύγουν απ’ αλλού, να φυσάει, να μου έρχεται στη μούρη όλο το χώμα μαζί με τη σκηνή. (Σημειώστε ότι είμαι ιδρωμένη). Να πηγαίνω από την άλλη, να σηκώνεται από τον αέρα η άλλη πλευρά και να αιωρείται η σκηνή σαν αερόστατο. Άντε βάλε τώρα εσύ τα ματσούκια στη θέση τους και σήκωσε και τη σκηνή όρθια. Άντε και τα βάζω τα ματσούκια. Σήκωσέ τη τώρα. Σήκωσέ τη την τιμημένη ρε πούστη! Σήκωσέ τη! Κάτσε κάτω από την μπάρα και σήκωσέ τη ρε! Δε γίνεται παιδιά λυπάμαι. Ήθελε και 2ο άτομο. Ασυζητητί. Να μην είναι εντωμεταξύ κανείς δίπλα και γω να ντρέπομαι να πάω να ρωτήσω παραδίπλα. Καλά, να σκέφτομαι, κανένας πούστης δεν κοιτάει να με λυπηθεί να έρθει να με βοηθήσει γαμώ το δυτικό τους πολιτισμό; Εγώ αν έβλεπα έναν άνθρωπο να παλεύει το μισό απ’ ότι πάλευα εγώ, δε θα πήγαινα απλώς, θα έτρεχα. Αλλά παπάρια. Δεν ήρθε κανείς. Και πάλεψα με τα σίδερα και είπα στον εαυτό μου: είσαι μόνη σου. Πρέπει να τη στήσεις. Δε γίνεται αλλιώς. Μπορείς. Θα τα καταφέρεις. Και τα κατάφερα. Ήμουν νεκρή, πεθαμένη, εξαϋλωμένη αλλά τα κατάφερα. Πετάω μέσα την τσαντούλα και τις 364 σακούλες, τις ανοίγω, τακτοποιώ, βάζω μαγιό, αλλάζω ρούχα, δεν ξέρω με τι δύναμη, βγαίνω, πάω σούπερ μάρκετ (ναι, έχω ξεπεράσει κάθε λογική), παίρνω απορρυπαντικό, γυρίζω, πλένω τα ρούχα που έχω σκυλοϊδρώσει χτες και σήμερα, βάζω σκοινί, απλώνω, μανταλάκια, τηλέφωνο στην κολλητή.


Από το πρωί και για να κάνω όλη αυτή τη μετακόμιση, είχαν περάσει φίλοι μου, 5 ώρες. Περπατούσα, μάζευα, ξεμάζευα, έστηνα και ξέστηνα από τις 10 το πρωί που ξύπνησα μέχρι τις 3 που πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου. Και τι μου λέει στο τηλέφωνο; Μου λέει να πάω εκεί που ήταν αυτή. Στην παραλία κοντά στο προηγούμενο κάμπινγκ. Άλλα 20 λεπτά περπάτημα. Και πήγα. Κι εκεί άφησα τα κόκαλά μου. Και να σκεφτείτε πως αυτή ήταν μόλις η δεύτερη μέρα του κάμπινγκ.


Έχει και 3ο μέρος...

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

Το μνι σέρνει καράβι...

Και η Κωλόγρια δεν το ράβει! Ήρθα!

Η Κωλόγρια κάνει Κάμπινγκ. Μέρος 1ο.

Φίλοι μου! Φίλοι μου!! Φίλοι μου!!! Πόσο μου λείψατε!! Μου λείπεις εσύυυυ, ναι μου λείπεις εσύυυυ και μοιάζω να είμαι σαν κλαμένο μουνίιιι, μου λείπεις!!! Ααααχχχ, φίλοι μου, φίλοι μου, φίλοι μου. Συγνώμη που δεν ήμουν ακριβής στο ραντεβού μας αλλά κάτι τα πλυντήρια, κάτι είμαι αλλού, κάτι ο τρίβολος ο Δον που δεν κάθεται σε ησυχία, λύσσαξε γαμώ τα πρέκια μου, να κάνουμε αυτό και να κάνουμε εκείνο, τώρα πρέπει να τα κάνουμε όλα, αφού εγώ δεν ξέρω πως με λένε, άσε με, πάω παραλία, ποια παραλία, εδώ κάτω, άσε με να βγω από τη σκηνή, ποια σκηνή, όχι, όχι, μη με βάζεις να ακούσω το κομπρεσέρ, δεν το ακούω, όχι, δεν είμαι Αθήνα, είμαι στην παραδεισένια παραλία, άσε με, άσε με σου λέω, είμαι αλλού τελείως, βλέπω τσιμέντο και κάνω Οοοο... και τέτοια οπότε καταλαβαίνετε. Άσε που δεν ξέρω από που να ξεκινήσω. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω σας λέω. Και σας γαμάω τώρα γιατί εμ δεν ξεκινάω από πουθενά, εμ δεν έχω να σας πω και τίποτα το συναρπαστικό η αλήθεια είναι. Δεν έγινε και τίποτα ρε παιδί μου, δε βγήκε καρχαρίας στη στεριά για παράδειγμα, ούτε είδα καμιά νυχτερίδα να κάνει κακά πάνω στη σκηνή μου την ώρα που έβγαινα να κατουρήσω 3 η ώρα τη νύχτα, αν και θα μπορούσε τώρα που το σκέφτομαι... Τέλος πάντων, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από την αρχή, αρχή, αρχή. Από το καράβι.

Ααααα!!! Και πριν το ξεχάσω, ρε μαλάκες που με κοροϊδεύετε για τον Άρη που θα φαινόταν από τη Γη (δεν έκατσα να δω), δε θυμάμαι που το άκουσα, μπορεί να το άκουσα από κάπου σοβαρά, άντε από κει καραγκιοζαίοι! Όχι, θέλω να φάνηκε ρε και να μην το είδατε για να μάθετε. Κωλόπαιδα, με δουλεύετε γριά γυναίκα, άντε από κει χαμένα.
Και σεις όσοι λέτε ότι γουστάρετε την ανιψιά μου, τονίζω πως είναι 7 χρονών κι αν συνεχίσετε να τη γουστάρετε, η ίδια θα βάλω μπάτσους, νονούς, νταβάδες και μαφιόζους να σας κόψουν τα αρχίδια και να σας τα βάλουν στο στόμα. Αν τώρα, δεν το ξέρατε, παρανοήσατε κλπ, συγχωρήστε, δεν είναι θέμα, λάθη γίνονται, άνθρωποι είμαστε, αλίμονο, καθίστε να τα πούμε όλα μαζί, μη ντρέπεστε, καθίστε.

Η Αρχή. Το καράβι του Πήγαινε.

Μισό, γιατί κρατάω και σημειώσεις. Α ρε, πόσο θα ήθελα να είχα εκεί το λάπτοπ μου, πόσο θα ήθελα... αλλά ας μην αρχίσω με αυτό το θέμα, άσε.... γιατί ρε πούστη μου δεν είναι το ίδιο να αναπαράγεις αυτά που έχεις ήδη αισθανθεί. Όταν τα λες μετά, είναι μειωμένα κατά τόσο δα λιγάκι. Οπότε, κοίτα τι θα κάνουμε για να είμαστε σίγουροι ότι θα μεταφερθούν τα συναισθήματα σωστά σε ότι διαβάσετε: θα βάλετε εσείς από μόνοι σας άλλο 1, 1μιση κιλό πάθος, πώρωση, νεύρα, έξαψη, χαρά κλπ και θα είστε μέσα. Επίσης, μπορεί να θέλω να ξεκινήσω από την αρχή και να το πάω σταδιακά, αλλά όπως καταλαβαίνετε, αυτό δε γίνεται με μένα, οπότε σε κάποια φάση μπορεί να τα μπερδέψω, να τα κάνω κώλο και τα γνωστά. Συγχωρήστε με. Πάμε λοιπόν. Το καράβι.

Ωραίο το καράβι, κλασίκ Μπλου Σταρ, μεγάλο, καλό, είχα τη θεσούλα μου την αριθμημένη, πάω, κάθεται μια βλάχα στη θέση μου με κάτι νύχια να, άσε λέω, μην αρχίσω από τώρα, διακοπές πάω. Άλλωστε, το λάθος με τις θέσεις το κάνουν πολλοί. Κοιτάνε τον αριθμό στην πλάτη της μπροστινής θέσης και κάθονται στην πίσω θέση να κοιτάνε το νούμερο. Ο κάθε αριθμός όμως που αναγράφεται σε μια πλάτη, αντιστοιχεί στην ίδια την πλάτη και σε καμία άλλη πλάτη κανενός άλλου καθίσματος. Είπαμε, δεν πειράζει, διακοπές πάμε, άμα πάει κανείς να με σηκώσει, θα σηκώσω εγώ τη βλάχα και θα πάει λέγοντας, διαπιστώνω εντωμεταξύ πως στο σημείο που κάθομαι όλοι τα έχουν κάνει κώλο και κάθονται άλλα ’ντ’ άλλων, οπότε σιγά μην κάνω τον τροχονόμο, δε γαμιέστε όλοι και κάθομαι δίπλα σε ένα ζευγάρι Ασιατών να βλέπω κι εγώ την πλάτη της θέσης μου. Ωραία μέχρι εδώ; Ωραία.

Η θέση που καθόμουν μου άρεσε, 1ον γιατί ήταν σχεδόν τελευταία πριν βγεις στα Γκούντις άρα και δίπλα στα Γκούντις, 2ον καθόμουν έξω-έξω να βγαίνω ό,τι ώρα μου γουστάρει και 3ον ήταν δίπλα στις γυναικείες τουαλέτες ό,τι πρέπει για το συχνοκατούρημα. Πλας, είχε τηλεόραση σχετικά μπροστά μου, πράγμα που με ενοχλεί ιδιαιτέρως σε άλλα μου ταξίδια, αλλά τώρα με ικανοποιούσε καθότι είχε Ολυμπιακούς και σε λίγη ώρα θα έπαιζε η Εθνική μας με την Κίνα. Καβλέρ. Ένιωθα ικανοποιημένη. Ευχαριστημένη. Ευτυχισμένη μη σου πω. Ανατρίχιασα. Ο Χριστός και η Παναγία, σκέφτηκα, είναι αλήθεια; Είναι αλήθεια; Όλα είναι όμορφα, νιώθω όμορφα, γουστάρω; Κάτσε να βάλω μουσική. Βάζω και μουσική, και μπαίνουν οι θεοί οι THE THE, μην αρχίζετε τα «που τους θυμήθηκες» και τέτοια, όπου θυμήθηκα και τους KRAFTWERK και όλους όσους άκουγα και γούσταρα. Μπαίνουν που λέτε οι THE THE με τις στιχάρες τους να μου λένε «The strangest feeling I’ve ever had» και να μου λένε αλήθεια ρε πούστη μου και ταυτόχρονα, ενώ φεύγει το καράβι από τον Πειραιά, σκάει ένας υπέροχος ήλιος μπροστά στα μάτια μου, σαν θεός, ήλιος καλοκαιρινός που λέμε, κι από την πολλή χαρά μου έρχεται να κλάψω. Βρε λες να πεθάνω; σκέφτομαι, και γι’ αυτό να χαίρομαι; Βρε λες να πνιγούμε; Όχι υπέροχη ύπαρξη, μου λέει η εσωτερική μου φωνή, απλά είναι ένα ωραίο πλάνο και είσαι μέσα σ’ αυτό. Τολμώ να πω ότι δάκρυσα.

Σε 10 λεπτά, είχε γαμηθεί ο Δίας. Καλά που είχα προλάβει να ζήσω το πλάνο και να δακρύσω κιόλας. Τι έγινε; Καταρχάς οι Ασιάτες αφού φορούσαν καπέλα μεγαλύτερα των Μεξικάνων και γυαλιά μεγαλύτερα από τις μάσκες των δυτών, μου έκλεισαν την κουρτίνα να μην μας χτυπάει ο ήλιος. Κατά δεύτερον δίπλα μου, μπροστά στις τουαλέτες, είχε έρθει η αθάνατη ελληνική μπουρδελοοικογένεια εμπλουτισμένη με παρέα άλλη φιλική μπουρδελοοικογένεια και όλοι μαζί έσπερναν τον πανικό. Μόλις είχα βγάλει τη μουσική από τα αυτιά μου και άρχισα να διαβάζω το βιβλίο μου άρχισαν. Καπάκι, ξεκινάνε οι οδηγίες προς ναυτιλλόμενους. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, μας έπρηξε τα αρχίδια. Με τόσους άγριους εδώ μέσα, έτσι και κάνει ότι βουλιάζει, θα βαράμε κουτουλιές ο ένας στον άλλο, τι τα λες;, σκεφτόμουν και στο καπάκι, σκάει μία βούρα (πατσαβούρα) και χωρίς συγνώμη, παρακαλώ και τέτοια, με ρωτάει κάτι, που ήξερα. Δε θυμάμαι τώρα τι ρώτησε αλλά κάτι του τύπου, που είναι αυτό, εκεί ήταν η απάντηση. Της απαντάω χαμογελαστή, με κοιτάει με ηλίθιο ύφος τύπου «τι μας λες καλέ» και για κάποιο λόγο γυρίζει τη μούρη της και ρωτάει την μπροστινή μου τη βλάχα με τα νύχια να, το ίδιο πράγμα. Δεύτερη γνώμη παίρνεις μωρή χαμούρα μη σε βάλω κάτω και σου τρίψω τη σκατόφατσα στη μοκέτα; Πάρ’ τη μωρή να δω τι θα καταλάβεις. Την πήρε τη δεύτερη γνώμη από τη βλάχα με τα νύχια να, η οποία ήταν μαλακία γιατί η βλάχα δεν ήξερε την τύφλα της τη μαύρη και της είπε άσχετες παπάρες. Υποθέτω ότι αυτή θα τις πίστεψε τις παπάρες γιατί ήταν το ιδίου βεληνεκούς κατίνες. Τι να πεις, πάει κι αυτό.

Στη συνέχεια, είπα στους Ασιάτες ευγενικά να ανοίξουν την κουρτίνα κι επειδή είναι έτσι γάμα τα όπως είναι και δεν τολμάνε να βγάλουν γλώσσα, την άνοιξαν και έλιωσαν αλλά εγώ πάλι, μια χαρά ήμουν. Μου έκαναν και σκιά με αυτές τις τεράστιες καπελαδούρες, μια χαρά σας λέω. Μετά, πριν βάλω ξανά τη μουσική στα αυτιά μου, άκουσα σακούλες. Μη ακούσω σακούλες μου γυρίζουν τα άντερα, τα έχουμε πει αυτά. Κάνω έτσι, η μπουρδελοοικογένεια με τη φιλική μπουρδελοοικογένεια, ανοιγοκλείνουν σακούλες με μάσα, παιχνίδια, σκατά και όλοι μαζί χαρούμενοι και ουρλιάζοντας το πρόγραμμά τους «ΕΓΩ ΠΑΩ ΓΙΑ ΚΑΦΕ, ΕΓΩ ΘΑ ΚΑΤΣΩ ΕΔΩ, ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΜΗ ΘΑ ΣΕ ΔΕΙΡΩ» κλπ μου γαμούν το νευρικό σύστημα. Ξεκινάνε τα πιτσιρίκια να τρώνε πατατάκια, γαριδάκια, τυρόπιτες και πίτσες ταυτόχρονα ενώ τσιρίζουν και παίρνουν σβάρνα καρέκλες, τραπέζια, ό,τι να ’ναι γιατί είναι σα βουβάλια και τα ’χω πάρω στο κρανίο. Τα κοιτάω και θέλω να τα σαπακιάσω. Μη με κατηγορείτε. Ήταν από κείνα τα κλασικά μπουχεσόπαιδα που θες να κλωτσήσεις με όλη σου τη δύναμη να γυρίσουν μέσα έξω, να τους βγει το λίπος από το στόμα και να ξαναγίνουν παιδιά. Κι αφού κλωτσήσεις τα μαλακισμένα, να σαπίσεις στο ξύλο τους γονείς τους που κάθονται σαν λοβοτομημένοι μαλάκες, λεπτοί οι ίδιοι, τα ταΐζουν όλα τα πατατάκια, γαριδάκια, αρχίδια και τα αφήνουν να ουρλιάζουν και να σκορπάνε το φαΐ τους στις πλάτες των ανθρώπων και στο πάτωμα αφού το στόμα τους είναι ανοιχτό και τα χέρια τους τρύπια και δεν τους λένε να το βουλώσουν και να κάτσουν στην ησυχία τους παρά μόνο αν και εφόσον βαρεθούν οι ίδιοι που δε βαριούνται γιατί πάνε εναλλάξ έξω για τσιγάρο. Περνώντας λοιπόν ξυστά την τσάντα μου και μένα την ίδια τα δαιμονισμένα, έλεγαν και μαλακίες. Μικροί μεγάλοι. Γιατί, τέτοιου τύπου μπουρδελοοικογένειες, εκτός από την αδικαιολόγητη φασαρία που κάνουν, φημίζονται και για το IQ τους. Παράδειγμα, το ένα παιδάκι εκ των δαιμονισμένων των δύο μπουρδελοοικογενειών, ηλικίας περίπου 8 ετών, ρώτησε τη μαμά τους στις 7:27 αν φτάνουμε, ενώ το καράβι είχε φύγει για τα νησιά στις 7:25. Εμ, με τόσο γρασόλαδο που ’χεις καταπιεί από τα πατατάκια που τρως, τι θες; Περιττό να πω πως όταν το άκουσα κόντεψα να πάθω αναρρόφηση γιατί με έπιασε νευρικό γέλιο και δεν μπορούσα να αφεθώ γιατί τα μπάζα ήταν δίπλα μου κι εγώ είμαι κυρία. Στο καπάκι, η μια μαμά απ’ αυτές λέει πως σε μισή ώρα πήρε 3 κλήσεις και στο σημείο αυτό άρχισαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου από τα γέλια που έπνιγα και γρήγορα-γρήγορα έβαλα τη μουσική στα αυτιά μου μπας και γλιτώσω. Και ενώ στο βάθος ακουγόταν τα ουρλιαχτά τους, αφού ήμουν τόσο δίπλα, άρχισε να παίζει το ΜΡ3 το Shut the Fucka Uncle Fucka των θεών του South Park. Καλά, άμα είχα δύο ηχεία, θα το έβαζα και θα τα γυρνούσα καταπάνω τους. Χαμογέλασα. Για κάποιο λόγο, ήμουν ακόμη χαρούμενη.

Όσο περίμενα να αρχίσει ο αγώνας μπάσκετ που λέγαμε, χάζευα τους διάφορους και τις διάφορες που περνούσαν από μπροστά μου. Ε, σε κάποια φάση, περνάει κι ένας τύπος που φορούσε ένα μπλουζάκι που έγραφε Z BOUTSA M! Χαχαχαχαχαχα, πέθανα! Κι ευτυχώς που δεν είχε γελοία φάτσα κι ήταν σοβαρός γιατί έτσι ήταν καλύτερο! Τι μαλάκες που είστε ρε πούστη μου οι άνθρωποι ώρες ώρες χαχαχαχαχα και... αρχίζει ο αγώνας!

Οι Ασιάτες δίπλα μου αναστατώνονται. Τους κοιτάω με την άκρη του ματιού. Έχει γούστο, σκέφτομαι. Αναστάτωση. Βρε λες;, σκέφτομαι. Αναστάτωση, σηκώνεται ο Ασιάτης να φέρει μπύρες, ε όχι, σκέφτηκα, θα γίνει της πουτάνας! Όχι ρε σεις που πήγε για μπύρες, αλλά γιατί κατάλαβα την εθνικότητά τους. Ήταν Κινέζοι! Τι ’πες τώρα ρε! Έχετε Ολυμπιακούς στη χώρα σας και μου ‘ρθατε δω λαμόγια, παίζει μπάσκετ Ελλάδα Κίνα και ανατσουτσουρώνετε και σηκώνετε ανάστημα; Θα σας καρφώσω κάτω πινέζες! Έρχεται ο τύπος. Μη με σπρώχνεις εμένα και μη μου λες σόρι να περάσεις καρφάκι γιατί θα σε βαρέσω! Μου χαμογελάνε. Χαμογελάω κι εγώ. Μη μου γελάς εμένα Κινέζε και μη χαίρεσαι, θα σας λιώσουμε. Ξαναχαμογελάω για ξεκάρφωμα. Και αρχίζει ο αγώνας. Τους γαμήσαμε όπως όλοι ξέρετε (άσχετο αν στη συνέχεια των αγώνων τον ήπιαμε) αλλά πριν νικήσουμε και φτάσει ο αγώνας στο τέλος του, όποτε έβαζε καλάθι η Κίνα, είχα τα τσουτσέκια δίπλα να χαίρονται και να τρίβουν τα χέρια τους. Τι έγινε; Πολύ θάρρος πήραμε. Συγνώμη, έχετε καταλάβει που είστε; Κολύμπι γνωρίζετε; Καθίστε καλά, γιατί έτσι και μαζευτούμε καμιά 800ριά πατριώτες και σας πετάξουμε στη θάλασσα να σας φάνε οι μαρίδες, θα δείτε τη γλύκα, μαλακίδια! Κι όταν έβαζε η Ελλάδα καλάθι, έκαναν Οοοο... Τι Οοοοο μωρή κόπιτσα μη σου γαμήσω τα αγάμητα, μη θυμηθώ όλες τις καφρίλες που λένε οι κολλητοί στα γήπεδα, μη σου ρίξω κανένα κούτουλο και καταπιείς τη γαμότσιχλα τόση ώρα χλάπα χλούπα μου’ χεις πρήξει τα αρχίδια! Πάει ρε μαλάκα Κινέζε τσίχλα με μπύρα; Πάει; Δεν ξέρεις να φας ρε άχρηστε! Άντε φάε κάνα φύκι από κει χάμω κι άσε το μπάσκετ σ’ αυτούς που ξέρουν, παπάρα, κιτρινιάρη, χλωμέ! Δε βλέπεις εμένα ρε χαμένε πόσο κυρία είμαι; Γιατί εγώ όταν έβαζε καλάθι η Ελλάδα, γελούσα διακριτικά, τύπου χι χι χι, (σας γαμάμε) χι χι χι κι όταν έβαζε η Κίνα δεν έκανα τίποτα γιατί εμείς οι Έλληνες, όπως όλοι ξέρουν, είμαστε κύριοι πάνω απ’ όλα και δε σηκώνω συζήτηση πάνω σ’ αυτό. Φυσικά μόλις κερδίσαμε, τους κοίταξα, χαμογέλασα, έβαλα τα ακουστικά με τη μουσική μου, φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου και έπιασα να παίζω ηλεκτρονικό στο κινητό, ένα γαμάτο που βρήκα ότι είχε μέσα τελευταία. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, σε λίγες ώρες φτάσαμε.

Μη χάσετε το 2ο μέρος στο Κάμπινγκ... Τόσο της πουτάνας που μπορεί να πάρει και 3ο, θα δούμε.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ!

Κυρίες και Κύριοι!

Μη χάσετε την Τετάρτη το απόγευμα, άντε την Πέμπτη το Πρωί, το Πρώτο Μέρος της σειράς "Η Κωλόγρια κάνει Κάμπινγκ"! Μη χάσετε γιατί θα χάσετε! Περιπέτειες που συναρπάζουν, περιπέτειες που θολώνουν, περιπέτειες που αναστατώνουν! Μην χάσετε τα μυρμήγκια που θέλαν έρωτα, Το σκύλο που άκουγε Ντίσκο, τις Καριόλες της παραλίας και άλλα! Μην ξεχάσετε! Τετάρτη απόγευμα ή Πέμπτη πρωί!

(Υ.Γ. Κλείνω γιατί πληρώνω χίλια εφτακόσια πενήντα ευρώ το λεπτό και θέλω να φάω και κανά παγωτό γαμώ το σπίτι τους).

(Δεύτερη Παρένθεση και Υ.Γ: Σε περίπτωση που δε μιλήσουμε μέχρι την Τετάρτη ή το ξεχάσω, κάπου είχα ακούσει ότι την Τετάρτη το βράδυ, ξημερώματα Πέμπτης στις 12:30 περίπου, θα φαίνεται ο πλανήτης Άρης, μαζί με το φεγγάρι. Κουλ μάι φρεντς!)

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008

Ετοιμάζω ταξίδι...

...ακόμα δε γύρισα. Ω ναι, ήρθα και θα ξαναφύγω, αυτή τη φορά μόνη, με σκηνή, για το νησί. Ω ναι, πιστέψτε το. Εγώ με τόση γρουσουζιά θα πάρω το σλίπινγκ μπαγκ μου, τη σκηνή μου, τα κωλόχαρτά μου, το ντετόλ μου, το αντικουνουπικό μου, κάποια βιβλία και άλλα διάφορα και θα απλώσω την κορμάρα μου στη άμμο. Τώρα, αν δε με αφήνουν να κοιμηθώ το βράδυ, θα κοιμάμαι το πρωί. Αν δε με αφήνουν να κοιμηθώ το πρωί, θα κοιμάμαι το μεσημέρι. Αν δε με αφήνουν να κοιμηθώ γενικώς, θα πάρω το λεωφορείο, 1 ευρώ κόστος και 20 λεπτά υπόθεση και θα πάω στην πόλη, θα πιάσω την ανηψιά μου και θα της αλλάξω τον αδόξαστο. Γιατί εγώ όταν υποφέρω, θέλω να εκτονωθώ. Δεν είμαι απ'αυτές που πονάνε και το μουγκώνουν. Είμαι απ'αυτές που πονάνε και ουρλιάζουν βαρώντας κλωτσιές δεξιά αριστερά. Έτσι που λέτε.

Ωραία ήταν πάνω που πήγαμε. Τράβηξα κάτι χοντρά νεύρα σε κάτι φάσεις αλλά ευτυχώς που ήταν ο καλός μου και μου μιλούσε λογικά γιατί είχα αρχίσει να ξεφεύγω και να σκέφτομαι καφρίλες, μαχαίρια, όπλα και τέτοια. Μα τι έγινε πάλι; Τι να γίνει μωρέ; Η κλασική φάση που πας να κοιμηθείς στο γαμοδωμάτιο τη νύχτα και μια παρέα Ούνων λυσσάει. Π.Χ. μια μέρα έβρεξε λίγο κι έβγαλε η παρέα των Ούνων τραπέζια και καρέκλες σε ένα υπόστεγο. Για να ακούς καλά το θόρυβο ρε παιδί μου, να κάνει αντίλαλο. Δεν μπορούσαν να πάνε στην παραλία, σε ένα άλλο μέρος, κάπου. Όχι, εκεί ήταν ωραία. Στα ενοικιαζόμενα που ήταν μέσα στα στενά με σπίτια γύρω γύρω. Ούτε καν κεντρικά δεν ήταν. Η απόλυτη ησυχία και κάτι μαλάκες να ουρλιάζουν. Καταλαβαίνετε τι έπαθα. Μέχρι που σκέφτηκα την ώρα που λείπουν, να πάρω όλες τις καρέκλες και τα τραπέζια και να τα βάλω στο δικό μας δωμάτιο αλλά θα ήταν μαλακία γιατί δε θα χωρούσαμε να στρίψουμε. Λύσσα με είχε πιάσει, μέχρι που μου είπε ο καλός μου, πολύ λογικά, πως είναι νέα παιδιά, είναι λογικό να κάνουν έτσι, πως κι εμείς αυτά κάναμε, πως δεν το κάνουν επίτηδες και πως άμα τους μιλήσουμε θα σταματήσουν. Και τότε κάτι έπαθα. Πήγα πολλά χρόνια πίσω που όχι έκανα τα ίδια, θυμάμαι μια φορά σε κάτι δωμάτια που νοικιάζαμε, είμαστε πολλά άτομα, μας έκαναν παρατήρηση γιατί κλάναμε τόσο δυνατά που είχε καταντήσει αηδία. Τι να λέμε τώρα. Και ναι, κυρίες και κύριοι, βγήκε έξω, τους μίλησε ευγενικά και σε 5 λεπτά, είχαν ηρεμήσει τα πάντα. Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που άμα είχα βγει με όπλα, δεν θα είχε τελειώσει έτσι το σκηνικό. Κοίτα να δεις.

Κατά τα άλλα, τα μωρά μια χαρά, δεν τα είδαμε πολύ γιατί λυσσάγαμε όλη την ώρα έξω κι έξω, τα κρατούσε η γιαγιά κι εμείς ξεπορτίζαμε. Πήγαμε καζίνο, στάνταρ, είχε μια κλήρωση, περιμέναμε 150 ώρες να δούμε μπας και τσιμπήσουμε το διχίλιαρο που δίνανε, βγήκε μια κραγμένη, πιάνει ένα λαχνό κι αρχίζει: (δε λέω το αληθινό επίθετο, αλλά κάπως έτσι ήταν) Κυρία Κάλα! Ανεβαίνει η κυρία Κάλα, της λέει, θα πάρετε τα χρήματα ή θα παίξετε παρακάτω; Θα τα πάρω του λέει, ας παίξουμε, της λέει, να δούμε τι θα κερδίζατε. Άκου μαλακίες. Ίσα για να μας τα ζαλίζει και να δούμε τι θα γινόταν αν παίζαμε. Μας έπριξε τα αρχίδια η κραγμένη. Μια ώρα έκανε να ανοίξει ένα φάκελο, μικρός θα έβλεπε πολλά τηλεπαιχνίδια, ο αγαπημένος του ήρωας θα είναι ο Αντρέας Μικρούτσικος και τέτοια. Μας τα ζάλισε που λέτε για να ανοίξει ένα φάκελο αλλά το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Ήταν η ασχετοσύνη και η κατινιά του. Είχε τη γυναίκα τρεις ώρες όρθια και να της λέει: Αχ Κυρία Κάλα μου, τι θα χάνατε! Τι θα έχανε ρε μαλάκα; Δεν έχασε η γυναίκα! Τα έχει πάρει εδώ και ώρα τα λεφτά ρεεεε!!! Διαλέξτε Κυρία Κάλα μου, και πείτε μας κυρία Κάλα μου, μας γάμησε, είπε το επίθετό της 898 φορές με "μου" στο τέλος, η ξεφτίλα, αγανάκτησε και η κυρία Κάλα, αυτό είναι δίγουρο αλλά τι να κάνει, διχίλιαρο ήταν αυτό. Αυτά που λέτε.

Όλα ήρεμα και καλά, μπεκρόπιαμε, έκανα και μια τσίρλα, βόλτες πηγαίναμε, ωραία ήταν. Τα παιδιά χαλί γίνανε να τα πατήσουμε, οι γονείς των 3 μωρών λέω, τα μωρά πανέμορφα, σκέτα μοντέλα, κρίμα που είναι επαρχία, θα έβγαζαν πολύ χρήμα λέμε, άγγελοι, είμαι και νονά του ενός, δεν το συζητώ, φαίνεται το πράγμα. Στην αρχή τα μωρά έκαναν τα δύσκολα, ντρέπονταν, κρυβόντουσαν και τέτοια. Σε δύο μέρες, μας καβαλούσαν. Χαμός. Καλή φάση. Ας είναι καλά όλοι τους. Τους αγαπώ πολύ.

Και τώρα νησί. Κάμπινγκ. Θα βρω την κολλητή. Θα γίνει μαδομούνι. Όλη μέρα θα λιώνω και θα βγάζω την άμμο από τα δάχτυλα των ποδιών μου. Αρκεί να βρω λίγη δροσιά για τη σκηνή. Γιατί αν δε βρω, θα πρέπει να κοιμάμαι δεξιά αριστερά και θα χάνω χρόνο από τη μέρα μου. Αλλά και πάλι, δεν αγχώνομαι. Δε μπορώ άλλο άγχος, δε μπορώ. Και στην τελική, αν φρικάρω για οποιοδήποτε λόγο, έχω την ανιψιά. Θα πάω, θα τη βγάλω από το κρεβάτι της και θα απολαύσω ξάπλες. Είναι βέβαιο πως θα με σούρει από τα μαλλιά στο πάτωμα ή θα ανέβει σε μια καρέκλα την ώρα που κοιμάμαι για να πέσει πάνω στο στομάχι μου με φόρα, αλλά δε με νοιάζει καθόλου. Δεν έχω πρόβλημα. Δε με νοιάζει τίποτα. Τίποτα. Λοιπόν, θα φύγω την ερχόμενη εβδομάδα και θα επιστρέψω την μεθεπόμενη, καλώς εχόντων των πραγμάτων γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Επίσης, είμαι άφραγκη παντελώς, ήρθε ο ΟΤΕ με τη σύνδεση που κάναμε για ίντερνετ και κάτι γαμισιάτικα 220 ευρώ και για να μου φτιάξουν το λαπτοπ μου ζητάνε 400 ευρώ. Όλοι θέλουν πούτσο και τον ζητάνε αλλά τώρα δε μπορώ, θα ξηγηθώ όταν γυρίσω με πολύυυυυυυυυυυυυυυυ μπινελίκι λέμε.

Άντε, όσοι λείπετε να περνάτε καλά και να γυρίσετε χορτάτοι, οι υπόλοιποι καλώς ήρθατε, όλοι να είστε καλά, θα σας διαβάσω εν καιρώ γιατί θέλω να δω και τα δικά σας χάλια να πάρω κουράγιο (μα τι καλός άνθρωπος). Φιλιά σε όλους, τα λέμε προσεχώς!

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Ήρθε ακόμα πιο κοντά.

Η ώρα του πούλου. Και για όποιον ζηλεύει έχω να του πω να μη ζηλεύει και άμα θέλει τον στέλνω και στη θέση μου, δεν έχω πρόβλημα. ...Κάνε πίσω λαμόγιο σε βλέπω. Ουστ που θα πας στη θέση μου! Πίσω! Πίσω λέω! Έτσι μπράβο. Το λοιπόν μαγκίτες και μαγκίτισσες. Κάντε το μόκο, πάτε καμιά βόλτα, τραβάτε να δείτε στη γωνία αν έρχομαι και θα έρθω. Εκτός αν πεθάνω πράγμα που το φοβάμαι γιατί θα πάμε με αυτοκίνητο και όχι με το κωλοπουστογαμότρενο. Τώρα που το σκέφτομαι, και μόνο η απέχθειά μου για το τρένο, μάλλον μου δίνει ζωή. Ας είναι καλά οι άχρηστοι. Τέλος πάντων, μαλακίζομαι, μη δίνετε σημασία.
Το θέμα είναι ότι φεύγω, πάω Βόρεια Ελλάδα, δηλαδή λίγο Θεσσαλονίκη και πολύ σε ένα μέρος λίγο έξω που δε λέω ποιο είναι γιατί μπορεί να πλακώσουν θαυμαστές και δε γουστάρω. Θα κάνουμε βόλτες, θα πάμε καζίνο, θα πιούμε ποτά και θα ξύσουμε τις μεγάλες τεράστιες τριχωτές αρχιδάρες που δεν έχουμε οι γυναίκες στην παρέα. Οι άντρες αν τις ξύσουν μπροστά μας, θα φάνε κλωτσές. Αυτά που λέτε. Τώρα βέβαια, μου έχετε ευχηθεί ήδη να περάσω καλά και τέτοια οπότε μάλλον θα μου αφήσετε σχόλια τύπου "άντε τον πούλο μας τα'πριξες" αλλά αν δεν σας κάνει κόπο, ευχηθείτε από μέσα σας να χαλαρώσω λίγο και σας υπόσχομαι, ακόμα και τίποτα συναρπαστικό να μη γίνει, εγώ θα βρω, θα το κάνω τεράστιο και θα σας το περιγράψω όταν γυρίσω συν ότι θα κρατάω σημειώσεις. Επίσης σας λέω πως θα είμαι με τρία παιδάκια σαν την ανηψιά μου. Πάρτε και καταλάβετε. Εντάξει, μην ανατσουτσουρώνετε, γιατί αυτά έχουν μάνα το Τρίτο Ράιχ κι άμα κάνω καμιά μαλακία θα φάω καμιά ανάποδη που θα είναι όλη δική μου και θα περισσεύει κιόλας, ενώ η μάνα της ανηψιάς είναι δική μου, την έχω, πως το λένε. Τέλος πάντων, χεστήκατε, ελπίζω να περάσετε πολύ όμορφα όσοι είστε διακοπές και όσοι φύγετε όσο λείπω, θέλω να προσέχετε όλοι, να ηρεμήσετε, να χαλαρώσετε και το ίδιο εύχομαι και για μένα. Όπως επίσης, εμένα μου εύχομαι, όταν γυρίσω να ξαναφύγω πολύ γρήγορα και να πάω στο ποθητό νησί με την ποθητή παραλία και την ποθητή ησυχία, άντε και με μία ποθητή μπύρα ή μοχίτο. Γιατί αν οι διακοπές μου είναι μόνο αυτές που πάω τώρα, θα λυσσάξω και θα φάω τους δικούς μου, τους γνωστούς μου και σας ολόκληρους. Αυτά. Σας φιλώ, σας ευχαριστώ για όλα, με εμψυχώνετε και με γεμίζετε χαρά (αυτό σε περίπτωση που πεθάνω) και θα τα ξαναπούμε σε μια βδομάδα περίπου. Φιλάρες σε όλους. Θα κρατάω σημειώσεις είπαμε, ντον'τ γουόρι μάι φρεντς. Τελειώνει η Ελληνική μαλακία; Νόου, Νέβα!

Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Ήρθε η ώρα...

...του Αριστομένη Βαλαώρα. Ούτε ξέρω ποιος είναι ο Αριστομένης, θα το ψάξω, μη με λέτε βλάχα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι έρχεται η ώρα του φευγιού. Την ερχόμενη βδομάδα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, φεύγω και επανέρχομαι την μεθεπόμενη. Πάω Βόρεια Ελλάδα. Δε λέω άλλα, έχω να γκρινιάξω για πολύ πράμα, αλλά υποσχέθηκα να το μουγκώσω και να μη μιλάω.

Λοιπόν, τι έχω να κάνω πριν και τι θα πάρω μαζί μου:

Έχω να γράψω τη διαθήκη μου σε χαρτί και να τη δώσω στη μαμά μου γιατί το ξέχασα, να πάρω οπωσδήποτε κάτι ζεστό, να μην ξεχάσω τα βασικά και βιβλία, sudoku, ωτασπίδες, αντικουνουπικό.

Είδατε, είμαι πολύ γρήγορη και βιάζομαι, θα τα ξαναπούμε μέχρι να φύγω, άντε γεια τώρα, απομακρύνομαι γρήγορα, με με δουν κι έχουμε άλλα μετά!