Φτάνω στο νησί, καλή της ώρας της ξαδέρφης μου, ήρθε να με πάρει από το καράβι με το αυτοκίνητο αλλά επειδή δεν έβρισκε που να το βάλει, ήρθε με τα πόδια και τελικά κουβαλούσαμε τα πράγματα σα χαμάληδες. Εδώ, έχω να προσθέσω πως είχα βάλει όλο μου το σπίτι σε μια μικρή τοσοδούλα τσαντούλα που έτσι κι έσπαγε κανένα φερμουάρ (που ήταν έτοιμα από το τσίτωμα), θα πετάγονταν έξω τα πράγματα σαν πίδακας. Αυτή η τσαντούλα λοιπόν, ζύγιζε γύρω στα 900 κιλά και όλοι ήθελαν να με βοηθήσουν (γενικά στο ταξίδι) και να την κουβαλήσουν, αλλά μόλις την έπιαναν, τους έπεφταν τα νεφρά αλλά ντρέπονταν να πουν «τι σκατά έχεις μέσα γαμώ το στανιό σου, πάρ’ τη πίσω μωρή μαλακισμένη» κι έτσι κουβαλούσαν και ίδρωναν κι εγώ περπατούσα μόνο με τη σκηνή που κι αυτή η πουτάνα δε ζύγιζε και πολύ λιγότερο καθώς ήταν 4 ατόμων. Γιατί 4 ατόμων; Σιγά μην πάω κάμπινγκ ρε μαλάκες και κοιμάμαι σε φέρετρο. Δεν ανοίγω καλύτερα ένα λάκκο να μπω μέσα να κοιμάμαι και στο δροσερό το χώμα που θα έχω σκηνή για 2 άτομα να μπαίνω έρποντας και να έχω το ταβάνι στη μύτη μου! Ήμαρτον! Άσε που άμα είμαστε 2, κοιμόμαστε γαμηστερά με τα πράγματά μας μέσα ωραιότατα. Για σας παρακαλώ.
Έρχεται που λες η ξαδέρφη και είναι μέσα στα νεύρα. «Πώς μπορείτε και ζείτε στην Αθήνα γαμώ το κέρατό μου, πώς ζείτε έτσι, τι πράγμα είναι αυτό, δε μπορώ, αν είναι δυνατόν ποτέ» ήταν τα πρώτα της λόγια. Την κοιτάω με απορία γιατί δεν κατάλαβα και μετά κοιτάζω γύρω μου. Ενάμιση εκατομμύριο αυτοκίνητα κόρναραν, έβριζαν οι οδηγοί τους, μοίραζαν μούντζες, πάρκαραν όπου να’ ναι και τότε κατάλαβα. Είχε έρθει η μισή Αθήνα στο νησί (αν και δεν είναι κανένα ιδιαίτερα δημοφιλές τύπου Μύκονος) και είχαν φέρει μαζί και τη μαλακία τους. «Α μάλιστα» της είπα και «Έλα ηρέμησε». «Τι ηρέμησε ρε» μου λέει, «ξέρεις πόσο καιρό έχουμε να βγούμε από το σπίτι;» μου λέει. «Δυο βδομάδες! Δεν μπορούμε να πάμε πουθενά, δεν μπορούμε να κινηθούμε, πήγα τώρα να πάρω το αυτοκίνητο και έσπασαν τα νεύρα μου μπλα μπλα μπλα μπλα» την κακομοίρα, σκέφτηκα και γέλασα.
Φτάσαμε σπίτι και βλέπω την ανιψιά μου να παίζει με 2 φίλες της στον κήπο. «....ΑΚΙ ΜΟΥ!» (Το όνομά μου είπε χαϊδευτικά). Τρέχει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, με ρωτάει αν θα κάτσω, της λέω όχι, με ρωτάει γιατί και ταυτόχρονα φεύγει προς τις φίλες της πριν προλάβω να απαντήσω. Μάλιστα, σκέφτομαι, και πάω μέσα να μασαμπουκιάσω. Τρώω ό,τι υπήρχε στο σπίτι γιατί πεινούσα λίγο και αφού περνάει κάποια ώρα μέχρι να χωνέψω, με πάει η ξαδέρφη στο κάμπινγκ. Ντάξει, δε βρήκαμε κίνηση γιατί ήξερε κάτι κρυφούς δρόμους και φτάνουμε στην παραλιάρα. «Εδώ είναι;» με ρωτάει. «Όχι», της λέω, «παρακάτω». Πάμε, πάμε, πάμε, φτάνουμε κάπου μεταξύ ερημιάς και λύκων και βλέπουμε το κάμπινγκ. Ω ρε πούστη, σκέφτομαι, μακριά είναι, «Σε ευχαριστώ πολύ αγάπη μου!» της λέω και κατεβαίνω να δηλωθώ και να στήσω. Παρκάρει η ξαδέρφη κι έρχεται μαζί μου. Την κοιτάω, «Θέλω να δω» μου λέει κι έρχεται. ΟΚ. Πάμε, βρίσκω ένα ωραίο μέρος, κοιτάω τον ήλιο, υπολογίζω πως δε βγαίνει φόρα παρτίδα πάνω στη σκηνή μου το πρωί και αρχίζω να στήνω. Που να έχει την ευχή μου η ξαδέρφη, με βοηθάει να στήσω τη σκηνή μια ώρα αρχύτερα. Δεν είναι κάτι το δύσκολο αλλά 2 πάντα είναι καλύτερα από ένας. Μόλις στήνουμε και πετάω τη μικρή τόση δα τσαντούλα μέσα και πάει να φύγει η ξαδέρφη, ακούμε κάτι. «Τι είναι αυτό;» μου λέει. «Έλα ντε» της λέω. Στήνουμε αυτί και διαπιστώνουμε πως σε απόσταση 5 μέτρων από κει που έχω στήσει τη σκηνή μου, είναι η γεννήτρια και παίζει σκληρό ροκ. ΓΚΡΡΡΡΡΡ ΜΠΠΡΡΡΡΡΡ ΓΚΡΜΠΠΠΓΚΡΡΜΠΡΡΡΡ!!!! Α ρε πούστη Μέρφυ, γαμιόλα αδερφάρα, ξεκωλιάρα πουτάνα πούστρα, ξέρεις πόσο μου τη δίνουν τα air condition και μ’ έφερες δίπλα σε κάτι παραπλήσιο! Με βλέπει η ξαδέρφη να αλλάζω χρώμα και μου λέει: «Θες να σε βοηθήσω να πάμε τη σκηνή πιο πέρα, κάπου αλλού πιο ήσυχα;» Σκέφτομαι πως είναι ωραία να επικοινωνείς με τους ανθρώπους όπως επίσης είναι ευκαιρία να μην με πιάσει η ευγένεια και πω όχι, είναι που είναι δω, οπότε την ευχαριστώ και της λέω να περιμένει να πάω να δω αν υπάρχει κάτι καλύτερο. Κάνω μια βολτίτσα, πολύ μικρό το κάμπινγκ εντωμεταξύ κι ο μόνος αξιοπρεπής άλλος διαθέσιμος χώρος που υπάρχει, είναι δίπλα στις τουαλέτες να μοσχομυρίζεσαι και να ακούς όλη μέρα νερά. Γυρίζω με την ουρά στα σκέλια και της λέω, όχι, θα μείνω εδώ, έτοιμη να δακρύσω. Και τότε, σταματάει η γεννήτρια. Πουτάνα Μέρφυ, με δουλεύεις, σκέφτομαι αλλά στη συνέχεια σκέφτομαι καλύτερα και λέω, δε θα δουλεύει συνέχεια η γεννήτρια, σε κάποια φάση θα κάνει ένα ΜΠΡΡ ΓΚΡΡΡ και θα τελειώνει. Διακοπές είχα έρθει, καλύτερη διάθεση, καταλαβαίνετε. Τη χαιρετάω, την ευχαριστώ και φεύγει. Μπαίνω στη σκηνή, να είμαι χάλια εντωμεταξύ, να βρωμάω, να είμαι ιδρωμένη της πουτάνας, να σιχαίνομαι τη ζωή μου την ίδια με τέτοια βρώμα πάνω μου αλλά τι; Να κάνω ντους; Μαλάκας είμαι; Τακτοποιώ τσακ μπαμ, βάζω σκοινί έξω, απλώνω τα βρωμόρουχα να ξεϊδρώσουν γιατί η μυρωδιά της μούχλας μέσα στη σκηνή μου έλειπε, φοράω μαγιό, παίρνω τηλέφωνο την κολλητή και πάω να τη βρω στην παραλία.
Κάβλα. Κι όταν λέμε κάβλα, το εννοούμε. Θεϊκή παραλία, θεϊκή κρύα θάλασσα σε επίπεδα ανακοπής κι εμφράγματος, θεϊκά, απόλυτα θεϊκά. Πάλι μου έρχεται να δακρύσω από χαρά αλλά είμαι τόσο κουρασμένη και βαριέμαι που το αφήνω γι αργότερα. Καθόμαστε κάποιες ώρες, πάμε για ποτό, βραδιάζει. Και κινάω να πάω πίσω στο κάμπινγκ από κει που είμαστε. 9 η ώρα το βράδυ. Σιγά την άγρια νύχτα. Κι όμως φίλες και φίλοι. Ή στο νησί ήμουν ή στην έρημο της Γουαδαλαχάρας, το ίδιο ήταν. Το μαλλί και η πατάτα που έκλασα, ήταν λίγα. Κανονικά έπρεπε να χεστώ κανονικά πάνω μου. Τι έρεβος ήταν αυτό; Τι ερημιά; Τι ησυχία; Τι νέκρα; Τι κανένας πουθενά; Φρίκη εγώ. Μαύρο σκότος, χωρίς φως από πουθενά, ούτε φεγγάρια, ούτε αστέρια, ούτε κωλοφωτιές, κι εγώ να πρέπει να περπατήσω κανένα δεκάλεπτο από κει που ήμασταν μέχρι να βρεθώ στον πολιτισμό του κάμπινγκ. Άμμος κάτω να βουλιάζεις, αυτοκίνητα, μηχανάκια και γουρούνες να περνάνε γαμιώντας χωρίς να σε βλέπουν και για να σε δουν άνοιγαν προβολείς που σε στράβωναν και για λίγα μέτρα ήσουν εντελώς τυφλός και γω να έχω τα μαλλιά όρθια, στο ένα χέρι ένα σουγιά ετοιμοπόλεμο και στο άλλο ένα φακουδάκι της πούτσας. Θα μπορούσαν να με έχουν πατήσει, ξεκοιλιάσει, μακελέψει, διαλύσει, πολλοί και πολλές. Το ότι ζω είναι ένα θαύμα και ένας λόγος να συνεχίσω να είμαι καλός άνθρωπος.
Φτάνω στο κάμπινγκ γερασμένη κατά τρία τέσσερα χρόνια και σκέφτομαι: Δεν υπάρχει. Αύριο πάω να δω το άλλο κάμπινγκ που είναι πιο κοντά στον πολιτισμό κι αν όντως είναι, τα μαζεύω και πάω κει. Δεν υπάρχει να μείνω εδώ με τους λύκους να χέζομαι να μείνω έξω μετά τη δύση του ηλίου! Μπαίνω στη σκηνή, βάζω ρούχα ύπνου-ξύπνιου (αυτά που δεν είναι ντροπή να σηκωθείς-βγεις από τη σκηνή- πας για κατούρημα), η γεννήτρια ανοίγει, δουλεύει για κανά δεκάλεπτο και κλείνει. Και ξαπλώνω. Και δω αρχίζει το δράμα νούμερο 2. (Το 1 ήταν η διαδρομή). Τι πόνος; Τι πόνος; Τι πόνος ήταν αυτός; Που πας μωρή γριά γυναίκα να κοιμηθείς στα πατώματα που μέχρι και το στρώμα του κρεβατιού σου βρίσκεις σκληρό; Που πας μωρή ηλίθια χωρίς στρωματάκι που το άφησες στην Αθήνα για να μην το κουβαλάς; Που πας; Να γυρίζω παιδιά ίσα για μιάμιση ώρα μέχρι να βολευτώ. Τι να μπαίνουν τα κόκαλα στο κρέας και να με πονάνε, τι να πιέζονται τα βυζιά μου, τι να βογκάω, μαύρη ώρα. Να γυρνάω, να γυρνάω, να γυρνάω λες και θα μαλακώσει τίποτα. Μέχρι να πάω στην παραλία και να φέρνω όλη τη νύχτα άμμο σκέφτηκα. Άμα είχα κουράγιο, σακούλα ΙΚΕΑ και δεν έκλανα μαλλί, μπορεί και να το έκανα, δεν κάνω πλάκα. Τόσο πολύ πονούσα. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με πήρε ο ύπνος.
Όχι για πολύ όμως. Μέσα στον ύπνο μου, δεν ξέρω πόση ώρα κοιμόμουν, που να ξέρω, ρολόι δε είχα, κινητό κλειστό, ακούω κάφρους να έρχονται. Και συγκεκριμένα έναν. Τον ακούω μέσα στον ύπνο μου να γκαρίζει και σκέφτομαι «τι μαλάκες που είναι αυτοί οι ξένοι ρε πούστη μου», ξανακοιμάμαι και ξαναξυπνάω επιτόπου ακούγοντάς τον να λέει «Καιαιαι πάμε όλοι μαζί!» ελληνικότατα καθώς ήτο έλληνας και αμολάει μια κλανιά μαλάκες, μα μια βροντερή κλανιά, γιγαντιαίων διαστάσεων. ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!!!!! Καπάκι, αρχίζει να γελάει υστερικά. Ψόφησε στο γέλιο μόνος του ο μαλάκας. Συγχύζομαι εγώ, (ποιος; εγώ, ο μέγας κλανιάρης άνθρωπος) και σκέφτομαι «τι μαλάκες που είναι αυτοί οι ξένοι ρε πούστη μου» γιατί στα νησιά είμαι πιο ελληνίδα απ’ όλους και ξανακοιμάμαι. Σε ελάχιστο χρόνο με ξαναξυπνάει ο ίδιος τύπος, η ίδια φωνή, που λέει: «Καληνύχτα Μαμά, Καληνύχτα Μπαμπά» και το βουλώνει για την υπόλοιπη νύχτα. Σε εκείνο το σημείο ξύπνησα και πέθανα να γελάω. Πέθανα. Δικός μας είναι αυτός σκέφτηκα, δικός μας, χαχαχαχαχαχα, άκου Καληνύχτα Μαμά, Καληνύχτα Μπαμπά, Καληνύχτα Τζόνι Μπόι δεν του είπε κανείς, χαχαχαχα, που τους θυμήθηκε τους Γουόλτονς (σειρά στα ‘80ς που μια τεράστια οικογένεια αγελαδάρηδων τι ήταν, καληνυχτιόνταν το βράδυ 850 ώρες ένας- ένας κι έχει μείνει από τότε η ατάκα). Μετά απ’ αυτό ξεράθηκα παρέα με τους πόνους μου και η γεννήτρια δεν ξανάναψε.
Το πρωί με ξύπνησαν δύο πράγματα: 1) το ροχαλητό ενός παπάρα που είχε στήσει τη σκηνή του πάνω στη δική μου προφανώς, γιατί τον άκουγα σα να είναι δίπλα μου και 2) η ασταμάτητη πολυλογία δύο Γερμανών που είχαν στήσει κι αυτοί πάνω στη σκηνή μου προφανώς, γιατί κι αυτούς τους άκουγα σα να είναι δίπλα μου. Καλά ρε πούστη, τι ώρα είχαν έρθει, είχαν στήσει και δε με είχαν ξυπνήσει; Αυτό σημαίνει ότι είχα κοιμηθεί το βράδυ! Χαμογελάω και αποφασίζω να σηκωθώ. Ουπς. Δε μπορώ! Φρικτοί πόνοι σε όλο μου το κορμί να με καταδυναστεύουν και να με εκδικούνται για όσα κακά έχω κάνει σε όλες τις ζωές που έχω ζήσει ως τώρα. Να προσπαθώ να σηκωθώ να πάω να κατουρήσω, να μην μπορώ και παράλληλα να ακούω «Χρρρρρ Χρρρρ» το ροχαλητό και «Σβαν Ντερ Όιλ Μπαν Αούστερλιχ Για Για» την αβάσταχτη πολυλογία των Γερμανών. Γαμώ την πουτάνα μου να σκέφτομαι, εδώ μέσα θα ψοφήσεις κατουρημένη, σήκω, να λέω στον εαυτό μου και ναι κυρίες και κύριοι, βάζω όσα δυνατά είχα και σηκώνομαι. Βγαίνω από τη σκηνή, όντως οι σκηνές τους ήταν πάνω στη δική μου συν ότι είχαν απλώσει τις πετσέτες τους πάνω στο σκοινί μου δίπλα στα βρωμόρουχά μου. Λόγια μίσους έβγαιναν από τα μισάνοιχτα δόντια μου καθώς προσπαθούσα να περπατήσω για να φτάσω μέχρι τις τουαλέτες. Δύσβατος ο δρόμος που διάλεξα. 10 βήματα και τα έκανα 5 λεπτά. Περπατούσα σαν να έσπαγα πέτρες στα κάτεργα για 186 μέρες σερί και έχει έρθει η ώρα για διάλειμμα. Πάω τουαλέτα, γυρίζω, ντύνομαι. Το ροχαλητό και η πολυλογία να συνεχίζονται. Πα πα πα. Φεύγω σούμπιτη, με εκνευρίζετε. Ξεκινάω για το άλλο κάμπινγκ. Βγαίνω στην ντάλα πρωί-πρωί και αρχίζω το περπάτημα. Μαρτύριο. Περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα, άρχισαν τα πράγματα να κινούνται μπροστά μου από τη ζέστη. Να ιδρώνω, να αγκομαχάω, να υποφέρω αλλά περπατούσα η πουτάνα, το πάλευα. Μετά από 20 λεπτά περπάτημα μέσα στον ήλιο, φτάνω στο άλλο κάμπινγκ. Γαμάτο. Μέσα στον πολιτισμό. Δε φοβάσαι να μετακινηθείς οποιαδήποτε ώρα. Μάλιστα. Μαγαζιά δίπλα, σούπερ μάρκετ, εστιατόρια, παγωτά, παραλιάρα, όλα σε απόσταση 3-4-5-7 λεπτών το πολύ. Πάω ρεσεψιόν, ρωτάω τιμή, η ίδια με το άλλο. Μπαίνω να ρίξω μια ματιά, 4 φορές μεγαλύτερο αυτό, πολλοί άδειοι χώροι για σκηνές, ξαναπάω ρεσεψιόν να ρωτήσω το βασικότερο: «Ησυχία έχει;» «Έχει, έχει κι αν σας ενοχλήσει κάποιος, έρχεστε εδώ στην πόρτα που είναι 2 φύλακες, το λέτε και όλα κανονίζονται» μου λέει το κοριτσάκι, χαμογελάω και κινάω για πίσω να μαζέψω. Το αποφάσισα, θα έρθω δω.
Άλλα 20 λεπτά μέσα στη ντάλα, πέθανα, αναστήθηκα, περπάτησα. Φτάνω λιωμένη. Λιωμένη. Πάω, βάζω στην τσαντούλα ότι να ’ναι, όπως να ’ναι, τα περισσεύματα σε σακούλες, μαζεύω τη σκηνή, έχω ήδη πεθάνει εδώ και πολύ ώρα, τα περισσεύματα της σκηνής σε άλλες σακούλες, κοιτάω κι έχω τώρα να κουβαλήσω εκτός της τσαντούλας και της σκηνής, άλλες 18-30-67 σακούλες. Α, το σκοινί με τα βρωμόρουχα μην ξεχάσω. Πετάω τις πετσέτες τους σε ένα άλλο σκοινί παρακεί, μαζεύω το σκοινί και το βάζω μαζί με τα βρωμόρουχα σε ακόμα μία σακουλίτσα. Ωραία, σκέφτομαι, τα φορτώνομαι, πάω ρεσεψιόν, πληρώνω τη μέρα που έμεινα και βγαίνω να περιμένω το λεωφορείο να με πάει μέχρι το επόμενο κάμπινγκ. Δεν υπήρχε περίπτωση να περπατήσω με τόσο βάρος γιατί απλά θα πέθαινα στη διαδρομή από ανακοπή. Και περιμένω, περιμένω, περιμένω, περιμένω 20 ολόκληρα λεπτά στον ήλιο γιατί εκεί το λεωφορείο κάθε τόσο περνάει και αν δεν είσαι στη στάση και είσαι παραδίπλα (σε καμιά σκιά π.χ.), σε προσπερνάει, σου πετάει χώμα στη μούρη και συ μένεις εκεί να κοιτάς τον κώλο του. Έρχεται, εγώ είμαι σα να βγήκα από το βομβαρδισμένο χωριό και περπατούσα στην έρημο 20 μέρες, πεινασμένη, διψασμένη κι ακατούρητη, μέσα στον ιδρώτα να βρωμάω και πάλι, μπαίνω μέσα και κατεβαίνω στο επόμενο κάμπινγκ που πετάω ό,τι κρατάω κάτω, τα χέρια μου πονάνε, ούτε την ταυτότητα δεν μπορώ να κρατήσω σταθερή, δηλώνομαι, ζώνομαι ξανά τις 267 σακούλες που σκίζονται, πέφτουν, τραβιούνται και διπλώνουν στα πόδια μου, μαζί με την τσαντούλα των 700 κιλών και τη σκηνή και πάω να βρω χώρο να στήσω και να τακτοποιηθώ. Είμαι πεθαμένη εδώ και πολύ-πολύ ώρα. Είμαι ζόμπι. Δε ζω. Το πνεύμα μου τα κάνει όλα και η θέλησή μου. Το σώμα μου δεν κάνει τίποτα απολύτως. Βρίσκω χώρο, κοιτάω τον ήλιο, προσπαθώ να στήσω.
Προηγουμένως είπα πως 2 είναι καλύτερα από ένας όταν τίθεται το θέμα «στήσιμο σκηνής» και στο σημείο αυτό, το θυμάμαι και το ζω ταυτόχρονα. Όποιος ήταν εκεί και με είδε να στήνω τη σκηνή, πρέπει να είχε πάρει ποπ κορν και να απολάμβανε θέαμα. Αδύνατον να στηθεί. Είμαι πτώμα και δεν μπορώ να στήσω. Με τίποτα. Να βάζω από τη μία τα ματσούκια, να φεύγουν απ’ αλλού, να φυσάει, να μου έρχεται στη μούρη όλο το χώμα μαζί με τη σκηνή. (Σημειώστε ότι είμαι ιδρωμένη). Να πηγαίνω από την άλλη, να σηκώνεται από τον αέρα η άλλη πλευρά και να αιωρείται η σκηνή σαν αερόστατο. Άντε βάλε τώρα εσύ τα ματσούκια στη θέση τους και σήκωσε και τη σκηνή όρθια. Άντε και τα βάζω τα ματσούκια. Σήκωσέ τη τώρα. Σήκωσέ τη την τιμημένη ρε πούστη! Σήκωσέ τη! Κάτσε κάτω από την μπάρα και σήκωσέ τη ρε! Δε γίνεται παιδιά λυπάμαι. Ήθελε και 2ο άτομο. Ασυζητητί. Να μην είναι εντωμεταξύ κανείς δίπλα και γω να ντρέπομαι να πάω να ρωτήσω παραδίπλα. Καλά, να σκέφτομαι, κανένας πούστης δεν κοιτάει να με λυπηθεί να έρθει να με βοηθήσει γαμώ το δυτικό τους πολιτισμό; Εγώ αν έβλεπα έναν άνθρωπο να παλεύει το μισό απ’ ότι πάλευα εγώ, δε θα πήγαινα απλώς, θα έτρεχα. Αλλά παπάρια. Δεν ήρθε κανείς. Και πάλεψα με τα σίδερα και είπα στον εαυτό μου: είσαι μόνη σου. Πρέπει να τη στήσεις. Δε γίνεται αλλιώς. Μπορείς. Θα τα καταφέρεις. Και τα κατάφερα. Ήμουν νεκρή, πεθαμένη, εξαϋλωμένη αλλά τα κατάφερα. Πετάω μέσα την τσαντούλα και τις 364 σακούλες, τις ανοίγω, τακτοποιώ, βάζω μαγιό, αλλάζω ρούχα, δεν ξέρω με τι δύναμη, βγαίνω, πάω σούπερ μάρκετ (ναι, έχω ξεπεράσει κάθε λογική), παίρνω απορρυπαντικό, γυρίζω, πλένω τα ρούχα που έχω σκυλοϊδρώσει χτες και σήμερα, βάζω σκοινί, απλώνω, μανταλάκια, τηλέφωνο στην κολλητή.
Από το πρωί και για να κάνω όλη αυτή τη μετακόμιση, είχαν περάσει φίλοι μου, 5 ώρες. Περπατούσα, μάζευα, ξεμάζευα, έστηνα και ξέστηνα από τις 10 το πρωί που ξύπνησα μέχρι τις 3 που πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου. Και τι μου λέει στο τηλέφωνο; Μου λέει να πάω εκεί που ήταν αυτή. Στην παραλία κοντά στο προηγούμενο κάμπινγκ. Άλλα 20 λεπτά περπάτημα. Και πήγα. Κι εκεί άφησα τα κόκαλά μου. Και να σκεφτείτε πως αυτή ήταν μόλις η δεύτερη μέρα του κάμπινγκ.
Έχει και 3ο μέρος...