Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Κααααλά.

Δε φτάνει που έχουμε τον πόνο μας, έχει πανσέληνο, ξεκίνησαν πάλι να χτίζουν το δρόμο από κάτω, μας παρακολουθεί και ο big brother του διαδικτύου και μας πετάει τις φωτογραφίες. Νομίζετε πως εγώ έβγαλα τη φωτογραφία που είχα βάλει με τη σκάλα από λουλούδια που ανέβαινε στον ουρανό; Όχι, μου την έβγαλαν τίποτα θεούσες που την είχαν βάλει και την ήθελαν όλοι δική τους. Την έβγαλε ο τσάτσος του διαδικτύου γιατί προσεβλήθη. Όλους αυτούς τους διεστραμμένους που βγάζουν φωτογραφίες στο ίντερνετ με την ψωλή τους βαλμένη όπου να'ναι, δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού δεν τις έχουν πάρει από πουθενά αλλά είναι δικές τους. Αυτό σημαίνει πως αν εγώ φωτογραφίσω τον κώλο μου να χέζει π.χ. έξω από το μπαλκόνι πάνω στο κεφάλι π.χ. του εργάτη που φωνάζει 7 η ώρα το πρωί, δε θα υπάρχει πρόβλημα. Έχω που έχω και την προειδοποίηση, έτοιμη είμαι. Αλλά αν πάρω και βάλω μια φωτογραφία με αγγελάκια που είναι κάποιου άλλου, θα μου την αφαιρέσουν. Λογικό.

Βγάζεις άκρη θα μου πεις; Όχι, δε βγάζω, με τόση μαλακία που παίζει ολούθε, που να βγάλω εγώ άκρη; Είναι τόση πια η μαλακία που παίζει, που έχουμε τυφλωθεί και κουφαθεί όλοι. Όχι, δε θύμωσα με τη φωτογραφία που μου έβγαλαν, στα παπάρια που δεν έχω τους γράφω, απλά βλέπω πως και για το πιο απλό πράγμα, υπάρχει πρόβλημα. Το ανθρώπινο είδος έχει για όλα πρόβλημα εκτός από τη μαλακία που το δέρνει. Π.χ. πεινάμε στην Ελλάδα, γίνεται της πουτάνας το κάγκελο, δεν έχει λέει λεφτά το κράτος και κάτι φίλοι μου είπαν πως άκουσαν (δεν ξέρω αν όντως είναι αλήθεια) πως θα φτιάξουν ποδηλατόδρομο στην Εκάλη με 36 εκατομμύρια ευρώ. Καλά. Αν είναι αλήθεια αυτό, σας το λέω, πρέπει να πάμε με κομπρεσέρ όλοι μαζί στην Εκάλη και να τους τρυπήσουμε τους δρόμους, έτσι, για να χαλάσουν δικαιολογημένα τα 36 εκατομμύρια ευρώ. Μα σαν ανέκδοτο δεν ακούγεται; Τι να τον κάνει τον ποδηλατόδρομο η Εκάλη; Να σηκώνει τα θηριώδη 4χ4 στις δύο ρόδες και να περνάει από μέσα; Να κάνουν κάτι με τον ΟΚΑΝΑ δεν το σκέφτηκαν που περιμένουν τα πρεζάκια 3.5 χρόνια αναμονή να πάνε να γίνουν καλά. Μέχρι κι εγώ θα γινόμουν πρεζάκι σε 3.5 χρόνια, όχι να περιμένω κιόλας. Αλλά όχι, ποδηλατόδρομο στους φλώρους είναι καλύτερη ιδέα. Ούτε να δώσουν βοήθεια στους μετανάστες που τους φέρνουν αλλά δεν έχουν τι να τους κάνουν και τους αφήνουν να τους εκμεταλλεύονται οι κάθε γαμημένοι και να κοιμούνται 10, 10 και 20, 20 σε άθλια δωμάτια χωρίς κουζίνα και μπάνιο. Γαμώ τις χώρες είμαστε, μπράβο. Αλλά και παγκόσμια, μια μαλακία είναι όλα. Όλα. Δήθεν και του κώλου τα εννιάμερα. Βοηθάνε οι πλούσιοι τα φτωχά παιδάκια και αρχίδια μάντολες. Τόσα χρόνια που βοηθάνε οι πλούσιοι τα παιδάκια, τώρα δε θα έπρεπε πια να υπάρχει πρόβλημα. Αντ' αυτού όμως, το πρόβλημα αυξάνεται. Και κανείς βρε παιδί μου δεν μπορεί να βρει ποιος την τρώει την βοήθεια στη διαδρομή. Κοίτα να δεις κάτι πράγματα που συμβαίνουν, φοβερά όμως, έτσι;

Τέλος πάντων, γουστάρω τρελά που έφτιαξε λίγο ο καιρός, μου θυμίζει άνοιξη και φτιάχνει λίγο το κέφι μου, άρχισα και να βγαίνω βόλτες, να λυσσάω δηλαδή, χτες βγήκα στις 10:30 το πρωί και γύρισα στις 00:30. Πώς με βρίσκετε; Καλή ε; Ε μα πια δε γίνεται. Τόση μαλακία δεν αντέχεται. Έχει και πανσέληνο.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Κουράδα.

Η ζωή είναι μια κουράδα. Και οι άνθρωποι, είτε είναι τα μικρόβια μέσα στην κουράδα, είτε οι μύγες πάνω στην κουράδα, είτε αυτοί που την πάτησαν κι έπεσαν κάτω, είτε αυτοί που την πάτησαν και πήγαν τα σκατά μέσα στο σπίτι τους, είτε αυτοί που την απέφυγαν κατά λάθος ή κατά τύχη, είτε αυτοί που την απέφυγαν επειδή την είδαν. Υπάρχουν κι αυτοί βεβαίως που δεν την πάτησαν γιατί την είδαν και τη μάζεψαν κιόλας ή την κλώτσησαν μακρύτερα να μην την πατήσουν άλλοι. Απίστευτα πράγματα.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Τρίτωσε.

Ντάξει. Προχτές τα ξημερώματα πέθανε ο ξάδερφός μου από ανακοπή. 40 ετών. Δεν ήταν καλά στην υγεία του και ναι, θα μπορούσε να πεθάνει αλλά ποιος αλήθεια το πίστευε αυτό; Μαζί μεγαλώσαμε, πιο μαζί δε γίνεται. Μεθαύριο η κηδεία. Και πάλι τα σόγια βρίζονται. Περνάω φανταστικά. Τόσο φανταστικά που δεν μπορώ να το χειριστώ πια. Μετά μου λέτε εσείς τι με πιάνει και γράφω διαθήκες. Η πραγματικότητα με πιάνει από το λαιμό και με ταρακουνάει. Αυτό με πιάνει.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Πήγαινε - Έλα.

Θα τα πω πολύ γρήγορα γιατί έτσι θέλω. Το λοιπόν, πέρασα πολύ ωραία και μου λείπουν τα τσογλάνια. Είχε κρύο αλλά όχι τόσο που να σου πέσουν τα δόντια. Όταν πήγα, ήταν στο αεροπλάνο η ομάδα μπάσκετ του ΑΡΗ αν κατάλαβα καλά, και στο έλα, η ποδοσφαιρική ομάδα ΑΙΓΑΛΕΩ. Όλες οι αγάμητες τώρα θα με ζηλεύουν, το ξέρω, αλλά τι να κάνω ρε κορίτσια, δεν το έκανα επίτηδες. Πολύ άντρας όμως. Πιτσιρικάδες, δεν ήταν για τα δόντια μου, εγώ γλαρώνω έξω από ΚΑΠΗ, αλλά σε γενικές γραμμές, είχε τεκνά για όλα τα γούστα. Βλάκες, ψώνια, συμπαθητικούς, μαύρους, άσπρους, όλα τα είχε ο μπαξές. Εγώ φυσικά, αφού με είχαν τοποθετήσει ανάμεσά τους και δεν είχα τι άλλο να κάνω, είχα ανοίξει το ραντάρ και άκουγα. Ευτυχώς μύριζαν καθαριότητα γιατί δε θα άντεχα άλλη μπόχα καθότι όταν πήγαινα στην Αθήνα με το μετρό στο αεροδρόμιο, κάθισε δίπλα μου μια κυρία άστεγη που βρωμούσε σκουπίδια και εμετό και στο αεροπλάνο κάθισε ακριβώς μπροστά μου ρε πούστη μου ρε πούστη μου, ένας ροκ κατά τα άλλα τύπος που μύριζε σκουπίδια και ούρα. Αθλιότητα. Γύρω-γύρω ομάδα μπάσκετ και στη μέση ο εμετός, τι να πεις. Ευτυχώς στο γύρνα ήμουν στη μέση και γύρω-γύρω τζόβενα που μιλούσαν για τον αγώνα περισσότερο. Τώρα μάλλον έχασαν, δεν πολυκατάλαβα. Ήταν και ένας μαλάκας γάλλος μαζί τους, μάλλον γάλλος ήταν και άθλιος όπως όλοι οι γάλλοι, ρωτούσε ένα ευγενέστατο παλικάρι, συμπαίκτη του, γιατί δε φορούσε βέρα, επειδή θέλει να γυρίζει με πολλές γυναίκες απαντούσε και χαχάνιζε μόνος του. Εντωμεταξύ το άλλο το παλικάρι γλυκύτατο, προσπαθούσε να εξηγήσει στο μαλάκα. Τι να εξηγήσεις μωρέ στον άπλυτο, ήθελα να του πω, δε βλέπεις ότι είναι μαλάκας ο άνθρωπος; Η βέρα κάνει το γάμο ή ο άνθρωπος; Κάνε μας τη χάρη με το βλήμα. Από το ύφος του και μόνο κατάλαβα εγώ τη μαλακία του και εν συνεχεία επιβεβαιώθηκα όταν είδα ότι είχε βάλει στο κινητό του τη φωτογραφία της Πάρις Χίλτον. Ήμαρτον. Αίσχος. Ο προπονητής τους συμπαθέστατος, αν ήταν ο προπονητής τους αυτός δηλαδή. Τους εμψύχωνε, τους έλεγε όμορφα λόγια, μπράβο στον άνθρωπο. Για την ομάδα του Αιγάλεω λέω τόση ώρα σε περίπτωση που μπερδευτήκαμε εδώ μέσα. Την ομάδα του Άρη δεν την είδα καλά γιατί είπαμε βρωμούσε ο μπροστινός σκουπίδια και ούρα και είχα θολώσει, δεν μπορούσα να παρακολουθήσω.


Στη Θεσσαλονίκη συνέβησαν διάφορα ευτράπελα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να δηλώσω πως όταν λέω ότι πάω Θεσσαλονίκη, δεν πάω Θεσσαλονίκη, αλλά σε ένα μέρος μία ώρα εκτός αλλά δε λέω ποιο για να μη σκάσουν παπαράτσι. Θεσσαλονίκη πάμε για κανά μαγαζί και για κανά καζίνο σαν τελευταίοι που είμαστε. Ανοίγουμε το καπάκι του πάτου που βρισκόμαστε, πάμε Θεσσαλονίκη και μπαίνουμε στον εκεί πάτο, απλά τα πράγματα, μην ψάχνεστε. Τα βαφτιστήρια είναι ο έρωτας ο αληθινός. Όχι ότι και η ανιψιά μου στο νησί δεν είναι λατρεμένη και έρωτας αλλά και αυτά είναι το κάτι άλλο. Δεν μπορώ να σας περιγράψω το συναίσθημα που ένιωσα όταν φεύγοντας με ρίξανε στο κρεβάτι και τα τρία και άρχισαν να με φιλάνε ασταμάτητα. Πώς δεν τα δίπλωσα να τα βάλω στην τσάντα μου, εγώ ξέρω. Τέλος πάντων πάμε παρακάτω γιατί λιγώνω. Στο καζίνο νομίζω ότι κατούρησα τη μάπα μου. Μετά το σκούπισμα του πατώματος με τα μαλλιά, έρχεται το κατούρημα στο πρόσωπο. Δεν είναι ζωή αυτή. Δεν είμαι σίγουρη αν έγινε κάτι τέτοιο, σας παρακαλώ μη σιχαίνεστε, δείτε το σαν μια χιουμοριστική ιστορία, αποκλείεται να μου συνέβη, έτσι νομίζω, ούτε να το σκεφτώ δε θέλω, θα κάνω face off, σωπάστε. Σκύβω η μαύρη να κατουρήσω και αισθάνομαι μια πιτσίλα στα μούτρα. Όχι δεν είμαι η Νάντια Κομανέτσι, ούτε δουλεύω σε τσίρκο και κυρίως δεν είμαι γάτα ή σκύλος να φτάνω τα τέτοια μου και να τα γλύφω όταν κάνω τσίσα. Όχι. Άνθρωπος είμαι και μάλιστα απ’ αυτούς που σιχαίνεται ιδιαίτερα. Να, για παράδειγμα, όταν πήραμε λεωφορείο με την κουμπάρα για Θεσσαλονίκη το Σάββατο το πρωί, είχα πάθει εγκεφαλικά που ακουμπούσε ο εισπράκτορας το μπουφάν μου. Μην το ψάχνετε, απλά σας το λέω για να καταλάβετε πόσο σιχασιάρα είμαι. Πάω που λέτε για τσίσα στο καζίνο και κει που τα κάνω, νιώθω μια πιτσίλα στη μάγουλο. Αυτό ήταν. Μένω εκεί. Σταματώ και το κατούρημα και στην άβολη αυτή στάση που βρισκόμουν, αρχίζω να σκέφτομαι. Είναι δυνατόν να έκανε γκέλα το τσίσι και να έφτασε στο μάγουλό μου; Μα πως; Δε θέλω να το σκεφτώ άλλο, τελειώνω το κατούρημα, χαλάω το μισό κωλόχαρτο για το μάγουλό μου, το υπόλοιπο για κει που πρέπει, χαλάω όλα τα αντιβακτηριακά μαντηλάκια που έχω στην τσάντα μου για το μάγουλό μου, όλα τα μαντηλάκια κώλου που έχω στην τσάντα μου για το μάγουλό μου και το μισό μπουκάλι σαπούνι του καζίνο για το μάγουλό μου. Βγαίνοντας, έξω από την πόρτα της τουαλέτας, έχουν βάλει μια συσκευή όπως αυτές που έχουν στα νοσοκομεία κοντά στις πόρτες των δωματίων, που πιέζεις και βγαίνει ισχυρό αντιβακτηριακό υγρό, έβαλα κι απ’ αυτό στο μάγουλό μου και μετά το ένα μάγουλο ήταν σαν τη Σαχάρα και το άλλο φράπα. Δεν είχα σκεφτεί βλέπετε να κουβαλάω μαζί μου και ενυδατική. Πάντως, παρόλα αυτά, δεν είμαι σίγουρη αν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο.


Στο καζίνο γινόταν της πουτάνας, της ξεκωλιάρας και της καριόλας μαζί. Είναι που δεν έχουμε λεφτά και κλαιγόμαστε. Τα ίδια και στα μαγαζιά στο κέντρο. Μόνο αν τα χαρίζανε θα καταλάβαινα αυτόν τον πανικό. Δεν πάνε καλά οι άνθρωποι. Μωρέ καθόλου καλά δεν πάνε. Και σιγά τις εκπτώσεις! Από 65€, 55€. Είστε σοβαροί; Σας παρακαλώ πολύ! Και οι μαλάκες οι Έλληνες; Ο ένας πάνω στον άλλο. Ψωνίστε μαλάκες, πάρτε, πάρτε. Κι όταν δε θα έχετε τι να φάτε, θα φοράτε αυτά που πήρατε και θα τα βλέπετε να σας φαρδαίνουν μέχρι να μείνει ο σκελετός σας μέσα ηλίθιοι. Εγώ, και χαίρομαι τόσο μα τόσο πολύ γι’ αυτό, δεν πήρα τίποτα! Τίποτα!! Τι χαρά! Είχα λεφτά και η κουμπάρα μου η γλυκιά ήθελε να μου πάρει κάτι, αλλά όλο τα κοίταζα και ενώ είμαι κι εγώ ένα βρωμερό καπιταλιστικό γουρούνι, κάτι έπαθα, σαν να αρχίζω να συνέρχομαι από τα ναρκωτικά της μεγαλούπολης και δεν ήθελα τίποτα! Έβλεπα κι όλον αυτόν τον πανικό κι αντί να με πιάνει λύσσα κι εμένα, δυνάμωνε η αντίδρασή μου! Γιέα! Στο καζίνο, τα ίδια. Κόσμος; Κόσμος; Χαμός στο ίσωμα. Ξεδοντιάρηδες, άπλυτοι, ελεεινοί, τρισάθλιοι και καταφρονεμένοι να παίζουν 300, 500, 1000€ στο τσακίρ κέφι. Δε πα να φτιάξεις τα δόντια σου ρε άπλυτε κάθεσαι και παίζεις;! Αυτοί είμαστε. Εδώ θα μου πεις στο Νεπάλ είχε καζίνο, στην Κατμαντού, κι όχι ένα, τρία ή τέσσερα, απ’ έξω πέθαιναν παιδιά και μέσα έπαιζαν χαλαρά οι Ινδοί. (Οι Νεπαλέζοι δεν επιτρέπεται να πάνε). Αυτό είναι το ανθρώπινο είδος φίλοι μου. Καθυστερημένο από τη ρίζα.


Εγώ στο καζίνο έπαιξα 5€ σύνολο. Με 5€ κέρδισα 45€ και μετά καθόμουν και τα ροκάνιζα. Μια χαρά. Περιττό να σας πω πόσο τελευταία είμαι και γω που είχα ένα γαμημένο πονοκέφαλο που μου τρυπούσε τον εγκέφαλο, ναι, φυσικά τότε βρήκε να έρθει, και έπαιζα, μα δεν έχει να κάνεις τίποτα άλλο πέρα από το να παίζεις, να τρως, να πίνεις και να χαζεύεις τους άπλυτους, και να μην βλέπω μπροστά μου και το μηχανάκι να μου βγάζει λεφτά και γω να δακρύζω από τον πονοκέφαλο. Μα πόσα καπάκια έχει αυτός ο πάτος πείτε μου. Με την κουμπάρα, αφού παίξαμε εκεί τα ψιλά μας, καθίσαμε μετά και πήξαμε στη μαλακία. Μιλάμε, ώρες ατελείωτες. Το τι είπε το στόμα μας, δε λέγεται. Κυρίως καθόμασταν και σκαρώναμε σκευωρίες πως θα βγάλουμε λεφτά εκεί μέσα. Μια πρώτη ιδέα ήταν να πάμε και να ζητήσουμε απ’ όλους εκεί μέσα, 0.10€. Υπολογίσαμε ότι θα βγάζαμε γύρω στα 200€ αλλά τελικά δεν το κάναμε γιατί τα 200€ ήταν πολύ λίγα για να ανοίξουμε κι άλλο καπάκι του πάτου. Όχι ότι εκεί μέσα το να πέσεις τόσο χαμηλά είναι ζήτημα, αλλά λέμε τώρα. Μετά είπαμε να κάνουμε πως δεν γνωριζόμαστε, να περπατάμε παράλληλα, να δούμε ποιος κερδίζει πολλά σε κάποιο μηχανάκι, να πάω εγώ να του την πέσω, να του πάρω την κάρτα π.χ. που έχει βάλει στο μηχανάκι για να κερδίζει πόντους, να αρχίσω να τρέχω, αυτός θα σηκωνόταν να με κυνηγήσει και η κουμπάρα στο καπάκι θα κατσικωνόταν στη θέση του και θα έκανε cash out. Αλλά ούτε αυτό είπαμε ότι είναι καλή ιδέα γιατί θα μας είχαν δει οι κάμερες να κλαίμε παρέα από τα γέλια νωρίτερα και θα καταλάβαιναν το ηλίθιο σχέδιό μας. Μετά, εμπλουτίσαμε την ίδια ιδέα λέγοντας να επικοινωνήσουμε με τον κουμπάρο που δεν ήταν μαζί μας όση ώρα λέγαμε μαλακίες και να του πούμε να πάει αυτός να κατσικωθεί στο θέση αυτουνού που θα την έπεφτα εγώ και να έκανε αυτός cash out και να έφευγε γρήγορα από το καζίνο ενώ εμένα θα με έπιαναν οι μπράβοι με την κάρτα του τύπου και η κουμπάρα μου θα χτυπιόταν και θα έλεγε ότι είμαι ψυχοπαθής και συγνώμη, δεν πήρα τα χάπια μου και τέτοια και θα φεύγαμε. Αλλά ούτε αυτό το κάναμε.


Μετά, βρεθήκαμε, μπροστά σε καυγά ενός τελειωμένου ζευγαριού. Αίσχος. Καθόμαστε που λέτε σε ένα μηχανάκι και δίπλα μας, παίζει μια κοπελίτσα. Ξαφνικά, ακούμε έναν καράβλαχο να της λέει: «Σήκου απού δω, δικό μου είνι του μηχανάκιι, 300 ευρουό έχου χάσει, κάθι μέρα παίζου εδώ, σήκου!» Γυρίζουμε και βλέπουμε έναν άπλυτο ξεδοντιάρη. Η κοπελίτσα κλάνει μαλλί, σηκώνεται. Σχολιάζουμε χαμηλόφωνα ότι άμα μας το έκανε εμάς, κόλλα θα βάζαμε στην καρέκλα και δε θα σηκωνόμασταν με τίποτα και θα φωνάζαμε και το σεκιουριτά. Καλά ως εδώ. Κάθεται ο τελειωμένος, συνεχίζει να παίζει, τα αρχίδια του πήρε από το μηχανάκι που είναι και δικό του. Εμείς έχουμε σηκωθεί, έχουμε βολτάρει, έχουμε φάει, έχουμε πιει, έχω κατουρήσει το μάγουλό μου, έχουμε κάνει βόλτες, έχουμε πει όλες τις προηγούμενες μαλακίες και σε μια βόλτα προς τα κει μετά από 2-3-4 ώρες, ο ξεδοντιάρης είναι ακόμα εκεί και παίζει. Εδώ πια δεν μιλάμε για πάτους, μιλάμε για τα έγκατα της γης. Παρέα με τα νεφελίμ και τα ελοχίμ και τους καλικάτζαρους κάνει ο τύπος, δε ζει απ’ έξω. Σε κάποια φάση που λέτε, εκεί που χαζεύουμε, ακούμε φωνές. Γυρίζουμε και είναι η γυναίκα του ξεδοντιάρη, ιδίου δυστυχισμένου επιπέδου και του λέει κρατώντας ένα πεντάευρο στο χέρι: «Σήκου να με πας σπίτ!» «Φύγ!» να της λέει αυτός. «Φύγ! Δε σηκούνουμαι! Φύγ! Να πας μόνιη σ’!» «Με 5€;» ρωτάει η δυστυχισμένη. Παραμιλάει αυτός και συνεχίζει: «Κοίτ’ τώρ’! Φύγ’ σι λέου! Φύγ’!! Ρεζίλ’ γίναμ’, δε βλέπεις; Μας κοιτάνι!» Εντωμεταξύ δεν κοιτούσε κανείς γιατί όλοι όσοι ήμασταν εκεί ντρεπόμασταν για λογαριασμό τους. «Με 5€;» ξαναρωτάει η δυστυχισμένη. «Φύγ’!» αυτός, έφυγε τελικά αυτή. Αυτός μάλλον ακόμα παίζει. Μιλάμε για ξεφτίλα έτσι; Χάλι μαύρο. Καιάδας και λίγο σας λέω.


Ο καιρός κει πάνω μου έκανε τα μαλλιά αίσχος. Σαν σφουγγαρόπανο ήταν. Ή μάλλον όχι, σαν του Καρβέλα να πω καλύτερα . Αν ήταν και άσπρα και κρατούσα και μια κιθάρα, θα μου ζητούσαν τα παίξω τα «πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχα». Ευτυχώς όμως γιατί δεν τους ξέρω όλους τους στίχους.


Το πρόβλημα με τον ύπνο μου εδώ στην γαμοΑθήνα το ξέρετε. Οι οικοδομές, οι παλιατζήδες, το μουνί που τους πέταγε κλπ. Ε, πήγα πάνω, νέκρα. Βέβαια, δε γινόταν να κοιμηθούμε πολύ γιατί εκτός του ότι ξενυχτούσαμε, είχαμε και τα παιδιά. Αλλά δε με ένοιαζε. Η ασυνειδησία του κάθε πούστη με ενοχλεί, όχι τα φυσιολογικά πράγματα. Ε, κάθε μέρα ησυχία και την Κυριακή το πρωί, μαντέψτε τι έγινε. Άρχισαν να φτιάχνουν μια οικοδομή και στις παύσεις του κομπρεσέρ, περνούσε παλιατζής. Φρίκη. Δεν υπάρχει. Καλά, Κυριακές δουλεύουν κει πάνω; Δεν πάμε καλά. Και δω στην Αθήνα, μου έλεγε ο Δόγης μου στο τηλέφωνο ότι μόλις έφυγα έπεσε νέκρα. Γουάτ δε φακ;! Μαντέψτε. Γύρισα πίσω και τη Δευτέρα το πρωί άρχισαν τυπικά να γαμιούνται ως συνήθως. Δε γίνεται. Είμαι ο άνθρωπος με το σύννεφο πάνω από το κεφάλι μου φαίνεται. Γύρω - γύρω ήλιος και από πάνω μου βροχή. Τι να πω, η γκρίνια τα κάνει όλα αυτά, το ξέρω, αλλά πώς να τα αγνοήσεις όλα αυτά, πώς να πεις, δε με νοιάζει, δεν ακούω, δεν προσέχω, δεν ενδιαφέρομαι, μέχρι να σταματήσει και να μην υπάρχει; Όταν θα πάω στο ψυχιατρείο, θα ήθελα σοκολάτες και αποτριχωτικά σας παρακαλώ. Μην είμαι και τρελή και σαν τον γκοτζίλα, δε θα το αντέξω.


Στην επιστροφή μου στην Αθήνα, με την ομάδα του Αιγάλω που λέγαμε, πολύ ωραία πέταξα, έχω να πω τα καλύτερα για την Athens Airways. Μπράβο τους και εύγε τους γιατί σιγά-σιγά πρέπει να αρχίσει αν υπάρχει ο ανταγωνισμός μπας και αρχίσουν να πέφτουν και οι τιμές. Πρώτον, κουκλίστικο αεροπλάνο, θέσεις με μεγάλο άνοιγμα μπροστά σου πράγμα που σημαίνει πως αν είσαι ψηλός δε θα χρειάζεται να βάλεις τα γόνατα στα αυτιά σου ούτε να κάνεις σπαγγάτ, σε όλες τις θέσεις μπροστά είχε ένα μπουκαλάκι νερό για τον καθένα, πράγμα υπέροχο καθώς σε άλλες αεροπορικές βγάζεις την κόρυζα και κανείς δεν σου δίνει τίποτα, ή σου δίνουν εκείνο το μίζερο ποτηράκι με δυο σταγόνες νερό, συν σαντουιτσάκι! Μικρό, αλλά σαντουιτσάκι! Επίσης, ο πιλότος άνθρωπος σοβαρός και σωστός, κατέβασε το αεροπλάνο κανονικά και όχι σαν να είναι σε γυμναστικές επιδείξεις της πολεμικής αεροπορίας που κάνουν κάποιοι όπως π.χ. στην Easy Jet (αίσχος) με βούτα προς τα κάτω και πριν καρφωθεί με τη μύτη στο χώμα το ισιώνει. Όχι, δεν έκανε έτσι, το κατέβασε σιγά-σιγά και μαλακά-μαλακά και τα αυτιά σου μένουν στη θέση τους, χωρίς να στάξει στάλα αίμα ούτε να πονάς μέχρι να φτάσεις σπίτι σου.

Εύγε στη νέα εταιρία. Ας ελπίζουμε ότι δεν ήμουν εγώ τυχερή και ότι έτσι θα είναι και στο μέλλον.


Στο Ελ. Βενιζέλος, πήγα για κατούρημα με το που κατέβηκα γιατί το μπουκαλάκι με το νερό έκανε το θαύμα του και τι είδα στο νιπτήρα του μπάνιου; Τρία πορτοκάλια. Τι έκαναν 3 πορτοκάλια στο νιπτήρα του μπάνιου του αεροδρομίου χωρίς σακούλα, δεν ξέρω. Μερικά πράγματα δεν θα τα καταλάβω ποτέ.


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Τσουρέκια.

Είναι τα νεύρα μου. Πρησμένα και χωρίς μαχλέπι. Παρότι πέρασα πάρα πολύ ωραία, θα σας τα πω αύριο μεθαύριο γιατί τώρα δεν μπορώ, έχω μια δουλίτσα να κάνω, τα νεύρα μου είναι χάλια. Άσε που κουρεύτηκα και το σβέρκο μου παίρνει αέρα και μ' έχει πιάσει πονοκέφαλος. Γκρίνια και πάλι. Καλωσήρθες κουφάλα!

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Που πάμε;

Όχι πείτε μου που πάμε. Με τι μέσον, με ποιο τρόπο, τι σκεφτήκαμε, τι μαλακίες κάναμε και τελικά πώς τα καταφέραμε!

Δε λέει με τίποτα να δεις ειδήσεις αυτές τι μέρες, μιλάμε για την απόλυτη δυστυχία. Βαδίζουμε προς το χείλος της καταστροφής οι Έλληνες και οι περισσότεροι από μας, συνεχίζουμε να κοιτάμε πως θα κλέψουμε ο ένας τον άλλο, πόσα θα ψωνίσουμε από τα μαγαζιά και τι αυτοκίνητο θα κυκλοφορήσουμε. Καταστροφικός σεισμός στην Αϊτή, όπου φτωχός και η μοίρα του θα μου πείτε, μόνο που η δυστυχία παραμένει η ίδια, πείνα, δυστυχία, φτώχεια, μιζέρια, χάλια, χάλια, χάλια! Που πάμε ωρέ συνάνθρωποι; Τι γίνεται; Με τι ελπίδα να προχωρήσουμε; Φοβάμαι πια πως άμα ελπίζω θα είμαι ηλίθια, φοβάμαι πως δεν υπάρχει ελπίδα πια, πως όλα είναι χάλια και μόνο χειρότερα μπορούν να γίνουν. Να, με κάτι τέτοια αρχίζουν οι άνθρωποι και προσεύχονται και παρακαλάνε για θαύματα! Λες και ο Θεός φταίει που εμείς τα κάνουμε πουτάνα και μετά του ζητάμε τα ρέστα. Είναι σα να κάτσω να μαγειρέψω, βάλω στην κατσαρόλα μακαρόνια με σκατά, τα αφήσω να καούν ενώ ξύνω τον κώλο μου παραδίπλα, πιάσει φωτιά το σπίτι, κάψω και τους γείτονες, εγώ συνεχίζω εντωμεταξύ να μην κάνω τίποτα και μόλις αρχίσει να καίγεται και το δάσος απέναντι, τότε θυμηθώ και πω: αχ θεέ μου κάνε το θαύμα σου! Πόσα κλωτσίδια θέλω εκείνη τη στιγμή ακριβώς; Πολλά ή πάρα πολλά;

Αλλά αυτό είναι το πρόβλημά μας. Είμαστε κοντόφθαλμοι και ό,τι αρπάξει ο κώλος μας. Κρίση σου λέει. Και τι κάνουμε; Συνεχίζουμε να ψωνίζουμε. Ακατάπαυστα. Να σπαταλάμε, να μαλακιζόμαστε, να μην έχουμε καμία συναίσθηση. Κοιτάξτε να δείτε. Για να καταλάβετε τι σημαίνει κοινωνική συνείδηση, υπευθυνότητα και άλλες τέτοιες δύσκολες και ακατανόητες έννοιες.

Πριν 5 χρόνια περίπου, είχα πάει Βερολίνο. Ούτε κρίση υπήρχε πουθενά, ούτε τίποτα. Όλα καλά (υποτίθεται). Δούλευα τότε και δεν είχα τι να κάνω τα λεφτά μου συν ότι το ταξίδι ήταν δώρο και ό,τι χαλούσα, θα το χαλούσα για πάρτη μου. Πήγα λοιπόν και ξεκωλόθηκα στα ψώνια. Παρόλη τη λύσσα μου όμως, παρατηρούσα ότι τα μαγαζιά δεν είχαν κόσμο, (Φλεβάρη ήμουν εκεί, με τις εκπτώσεις), μα καθόλου κόσμο, πολύ συχνά ήμουν μόνο εγώ και η φίλη μου μέσα στα μαγαζιά, εννοείται πως ακόμα κι αν δεν ψώνιζες απολύτως τίποτα οι πωλήτριες ήταν ευγενέστατες, τόσο που απορούσες. Μια μέρα λοιπόν, ενώ είχα ψωνίσει τα κέρατά μου, περπατούσαμε στο δρόμο και γω κουβαλούσα 5-6-7 σακούλες τίγκα. Απέναντί μας, κύριος γύρω στα 50. Μας κοιτάει, τον κοιτάμε και τι κάνει; Μας δείχνει και αρχίζει να γελάει. Κολλάω εγώ. Φεύγει αυτός. Το ίδιο απόγευμα, συναντήσαμε μια φίλη μας, Γερμανίδα, που μένει εκεί. Για πες ρε φιλενάδα, τη ρωτάω, γιατί μας έδειξε αυτός ο κύριος και είχε πεθάνει στο γέλιο το πρωί; Της εξήγησα φυσικά ότι κρατούσα ένα κάρο σακούλες. (Και από ενδυμασία κι εμφάνιση γενικότερα, δεν είχαμε τίποτα περίεργο. Και στο κάτω-κάτω, όπως κι αν ήμασταν, δε θα υπήρχε πρόβλημα, γιατί ήμασταν στο Βερολίνο και όχι σε κανένα βλαχοχώρι). Α ρε Κωλόγρια, μου λέει η φίλη μας, γέλασε επειδή κρατούσατε τόσες σακούλες. Εμείς εδώ, δεν ψωνίζουμε. Αντιδράμε στην ακρίβεια. ...Στην ποια;! Έπαθα σοκ. Στην ποια αντιδράτε; Μιλάμε παιδιά για 1 ευρώ τον καφέ, σε κουβά, όχι σε κούπα, το φαγητό πάμφθηνο, όλα πάμφθηνα. Το Βερολίνο λατρεμένο και πάμφθηνο! Στην ποια αντιδράνε;! Έτσι όμως έχουν καταφέρει και είναι ΠΟΛΗ και όχι ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ το Βερολίνο. Το πιάσατε ή να ξαναπώ την ιστορία με άλλο τρόπο;

Εδώ, 4,5€ και 5€ ο καφές, τίγκα οι καφετέριες. Για να μην πήγαινε κανείς, κανείς όμως, να σου πω εγώ, θα έπεφτε ή όχι; Μαγαζί με ρούχα, πουλάει το μακώ 50€. Για να μην το αγόραζε κανείς, να σου πω εγώ. Γιατί δηλαδή πρέπει να στηριζόμαστε σ' αυτή τη χώρα στην αισχροκέρδεια και μόνο; Γιατί; Γιατί εδώ τα ξενοδοχεία έχουν 120 και 150 € και στη Βαρκελώνη 60 και 70€; Γιατί φταίμε εμείς. Και καλά να πάθουμε. Καθόλου δεν μας λυπάμαι. Ή μάλλον μας λυπάμαι γιατί η μπάλα μας παίρνει όλους (περίπου, ποτέ τους πλούσιους ή έτσι, λιγάκι, τους χαλάει το χτένισμα), αλλά όπως και να το δεις τελικά, δεν είμαστε για λύπηση. Οι Ευρωπαίοι βιδώθηκαν και δεν μας πιστεύουν πια. Μαζί τους. Γιατί να μας πιστέψουν; Τόσα λεφτά μας έχουν δώσει και τα έχουμε φάει. Λεφτά για παιδιά στα φανάρια στέλνουν, αντικαταστάθηκαν τα παιδιά με ενήλικες. Εντάξει. Λεφτά για δρόμους στέλνουν, τρύπες παντού. Μόνο το δρόμο κάτω από το σπίτι μου ξέρουν να φτιάχνουν. Ε, λεφτά ήθελε να φάει ο δήμαρχος, εννοείται. Κακοτεχνίες, μαλακίες, σκατά! Όλες οι χώρες που κάνουν Ολυμπιακούς, μετά τους μένει κάτι. Εμάς, μας έμειναν μπάζα. Γιατί να μας πιστέψουν λοιπόν και να μην μας γαμήσουν; Κι άμα καταστραφούμε οικονομικά, πληθωρισμός, ανεργία, μπορεί και χούντα, επανάσταση, καλώς ήρθατε λοιπόν 50 χρόνια πίσω. Όχι, δεν είναι 35 χρόνια πίσω, 50 και 100 πίσω είναι γιατί είμαστε ξεφτιλισμένοι με όλη τη σημασία της λέξης.

Τώρα πρέπει να γίνει κάτι, μα δεν το βλέπουμε ότι δεν πάει άλλο; Μπας και σωθεί τίποτα, όχι για κανένα άλλο λόγο, μπας και δεν πέσουμε όλοι μαζί, ο ένας πάνω στον άλλο και διαλυθούμε. Και δε χρειάζεται να αλλάξουμε τα πάντα, να ψαχτούμε λίγο χρειάζεται, να σκεφτούμε, να κάνουμε πράξη. Μην παίρνω το αυτοκίνητο συνέχεια. Λιγότερη βενζίνη. Αντε και πρέπει να το πάρω. Ας κοιτάξω ποιος έχει τη φθηνότερη και βασικό, δεν κλέβει. Παρατηρώ ότι κάποιος κλέβει; Καταγγελία αμέσως. Πάω στο γιατρό. Απόδειξη. Βγαίνω έξω. Πάω εκεί που έχει φθηνότερα ποτά. Πίνω καφέ εκεί που έχει φθηνότερο. Και πιστέψτε με, τα μαγαζιά τα κάνουν οι άνθρωποι. Αν σε ένα τελείως ντεκαντάνς μαγαζί, που έχει 1 ευρώ τον καφέ, μαζευτούν όλα τα ατομάκια, αυτομάτως δε θα γίνει ένα γαμάτο στέκι; Έλα τώρα, δήθεν και μαλάκες είμαστε και φταίνε οι Τούρκοι 400 χρόνια και ο παγκόσμιος και ο εμφύλιος και εμείς, αρχαίοι έλληνες εμείς, χέστε με σας παρακαλώ. Ας ανοίξουμε τα στραβά μας, πριν να είναι πολύ αργά.

Θα τα πούμε από βδομάδα, πάω Θεσσαλονίκη. Τώρα βρήκα κι εγώ, που έχω φρικάρει με όλα αυτά. ΔΕΝ ΞΑΝΑΒΛΕΠΩ ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΤΕΛΟΣ!

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Θα πέσει...

...χοντρό γαμίσι σας λέω. Θα βγω έξω και θα τους γαμήσω. Και όχι με πουλί, δεν έχω, με κανένα σκουπόξυλο, με κανένα πόδι από σκαμπό, κανένα τρυπάνι, με κάτι απαίσιο που συναντάς μόνο σε αρρωστημένα θρίλερ που βλέπουν όσοι δεν ανακατεύονται! Φτιάχνουν ένα μπουρδελόσπιτο στη γειτονιά εδώ και πόσο καιρό και μας έχουν σπάσει τα αρχίδια. Ρε, τη Βουλή θα έχτιζαν σε τόσο διάστημα! Τι σκατά κάνουν στο μπουρδέλο το γαμημένο;! Στο τσακ ήμουν σήμερα να βγω και να αρχίσω να φωνάζω: ΡΕ, ΠΕΙΤΕ ΣΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΣΑΣ ΟΤΙ ΘΑ ΑΡΧΙΣΩ ΤΙΣ ΜΗΝΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΨΥΧΙΚΗ ΟΔΥΝΗ ΑΝ ΣΥΝΕΧΙΣΕΤΕ! Αλλά δεν είμαι στην Αμερική. Είμαι σε ένα μπουρδέλο που είναι ολόιδιο η Ασία, νομίζει ότι μοιάζει στην Ευρώπη και μιμείται την Αμερική. Που να βγάλω άκρη; Οπότε το βούλωσα και γω και κάτσαμε με τον Δόγη να δούμε τι θα κάνουμε.

Ιδέα πρώτη: Όπλο Paintball. Τη νύχτα να πετάξουμε κιλά χρώματος να πάθουν εγκεφαλικά.
Ιδέα δεύτερη: Πέτρες. Να σπάσουμε όλα τα καινούρια γαμότζαμα.
Ιδέα τρίτη: Φλόμπερ. Να τρομάξουμε, σπάσουμε, τρομοκρατήσουμε.
Ιδέα τέταρτη: Ανέβουμε πάνω και παίξουμε το Funny Games του Χάνεκε αυτοί στο ρόλο της οικογένειας και μεις στο ρόλο των φλώρων που καθαρίζουν ζητώντας ένα αυγό, ένα τσιγάρο, ένα κάτι.
Ιδέα πέμπτη: δεν είχαμε. Βαρεθήκαμε και πήγαμε βόλτα. Μάλλον δεν βαρεθήκαμε, είχε κουνήσει το μυαλό μας από το θόρυβο που να τους γαμηθεί ο κώλος πατόκορφα.

ΘΕΛΩ: Ρετιρέ οροφοδιαμέρισμα στον τελευταίο όροφο ήσυχης γειτονιάς ΤΩΡΑ!

Και μπορεί σας παρακαλώ να κάνει λίγο κρύο γιατί θα λιώσουν τα μακό μου και θα πρηστούν οι σκώροι να τρώνε τα μάλλινά μου;; Θέλω να φορέσω και τα κασκόλ μου γαμώ την πουτάνα μου!!! Ρε σεις, δεν είναι δυνατόν να έχει η Σουηδία -41 και μεις 20 βαθμούς!! Δεν είναι δυνατόν!!

Α, τα είπα και ξεθύμανα. Τώρα, δουλειά. Λα λα λα λα. Α! Και την ερχόμενη εβδομάδα, πάω Θεσσαλονίκη. Ξέρετε. Τα γνωστά. Μαλακίες, καζίνο, ξύσιμο και γύρευε τι γκάφες θα κάνω πάλι!

Φιλάρες σε όλους σας χαμένα κορμιά της κοινωνίας! :)

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

2010.

Πώς σας μπήκε; Εμένα καλά. Κουλ. Είδα και την μερική έκλειψη σελήνης, ναι, τη βλέπω από το μπαλκόνι, όχι, δε βλέπω μόνο τους αρχίδες από κάτω, κοιτάω και πάνω πολύ συχνά, και ήταν πάρα πολύ ωραία λέμε. Αν εξαιρέσεις βέβαια ότι είχαμε Πρωτοχρονιά και μύριζε Άνοιξη, πράγμα πολύ τρομακτικό για όσους στροφάρει το μυαλό τους, κατά τα άλλα, όλα μια χαρά, ευχαριστώ. Δεν μπορώ να κουνήσω, πονάω παντού και το φοβερό είναι ότι δεν ξέρω τι φταίει. Ρεύμα; Αλλαγή καιρού; Το wii; Ο υπολογιστής; Η αγυμνασιά; Η μαλακία που με δέρνει; Όλα μαζί; Ποιος ξέρει. Επίσης, με το που μπήκε ο χρόνος, αρχίσανε να στρώνουν το δρόμο από κάτω. Δεν υπάρχει αυτό που ζω ρε παιδιά, ειλικρινά. Λες και ζω μέσα στο Ολυμπιακό στάδιο πριν τους Ολυμπιακούς αισθάνομαι. Τι να πω, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Είχε έρθει ένα φορτηγό που αμολούσε πίσσα σήμερα και όσο αμολούσε έκλανε κιόλας, συγνώμη κορνάριζε. Άλλο και τούτο. Δε σε φτάνει η ανυπέρβλητη ηχορύπανση, του φεύγει και κορνάρισμα ανά μισό λεπτό. Άκουγες, μπρου μπρου μπρου, μπιπ! Μπρου, μπρου, μπρου, μπιπ! Σαν τις γριές, που περπατάνε και τρίζουν και τους φεύγουν οι πορδές; Ε, κάτι τέτοιο. Με μόνη δαφορά ότι οι γριές δεν κάνουν τόσο μα τόσο θόρυβο. Τι να πω, δεν καταλαβαίνω τίποτα.
Τι άλλα; Τίποτα. Λεφτά δεν έχει ο κόσμος, το κράτος προσπαθεί αλλά άμα βγάλει άκρη έτσι όπως είναι τα πράγματα, εμένα να με φτύσετε, στην Κοπεγχάγη λέει δε βγήκε άκρη με το κλίμα, αποφασίστηκε ότι είμαστε τόσο μαλάκες που καλύτερα να ψοφήσουμε παρά να σωθούμε, συμφωνώ μια χαρά, οπότε αμολάτε τα κωλάντερά σας παντού όλοι, μη μασάτε και είστε σωστοί και τέτοια, αμολάτε σας λέω. Αν μπορείτε να βάλετε και μια εξάτμιση ο καθένας στην πλάτη και με κάποιο τρόπο να βγάζετε βρώμα, κάντε το. Τι άλλα; Δεν ξέρω, αρνούμαι να δω και ειδήσεις, ό,τι πιάσω είμαι. Αυτά, ξεκινάω σε λίγο πλέξιμο και ράψιμο πάλι, να ράψω καμιά κυλότα και να πλέξω καμιά κάλτσα, να βρακωθούμε τώρα που θα βάλει κρύο, αν βάλει, να παίζω wii όλη μέρα σπίτι να γουστάρω. Ω ρε πούστη, έχω δουλειά, πόσο βαριέμαι!
Τώρα θέλω να φάω μια πάστα.