Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Νεπάλ.

Όλο κάτι γίνεται και δεν γράφω τη Χιονάτη μου. Και δεν εννοώ τα δικά μας εδώ, ούτε καν. Βαρέθηκα τα δικά μας, τη νέα κυβέρνηση, τις παλιές, τους ίδιους βλάκες, την άρνησή μας να ενωθούμε και την όρεξη να εχθρευόμαστε ο ένας τον άλλο, βαρέθηκα. Το μόνο καλό, και ειλικρινές πάνω από όλα, που πιστεύω πως θα έπρεπε να γίνει για τη χώρα μας θα ήταν να αλλάξει όνομα. Να μετονομαστεί από Ελλάδα σε Μαλακία. Έτσι, συμπεριλαμβανομένης και μένα, θα λεγόμασταν Μαλάκες και Μαλακισμένες που ζουν στη Μαλακία. Στην τελική η λέξη είναι ολοδική μας, αποκαλούμε ο ένας τον άλλο έτσι όλη μέρα για όλη μας τη ζωή, οι πράξεις μας είναι πίτα στη μαλακία, οπότε δεν καταλαβαίνω το Ελλάδα που κολλάει. Αντίστοιχα θα έπρεπε η κάθε χώρα να το κάνει αυτό για τον εαυτό της. Η Γερμανία να μετονομαστεί σε Heil ξέρω γω, η Αγγλία σε κάτι άλλο κι ούτω καθεξής.

Δεν έχω γράψει τη Χιονάτη μου και ζητώ συγνώμη από τους 3 αναγνώστες που θα ανυπομονούν μαζί με μένα, αλλά δεν έχω όρεξη, κι αν δεν έχεις όρεξη πώς να γράψεις ένα σουρεάλ αστείο κείμενο. Πολύ βία, πολύς θάνατος, μία οι πόλεμοι, μία οι δυστυχισμένοι οι πρόσφυγες, και τώρα το Νεπάλ. Το πόσο έχω στενοχωρηθεί δε λέγεται.

Είναι απόλυτα φυσικό να λυπάσαι λίγο και μετά να ξεπερνάς κάτι που δεν ξέρεις, δεν έχεις γνωρίσει από κοντά. Γι' αυτό ο κόσμος είναι αλλού ντ' αλλού. Γι' αυτό θα ήταν καλό να ταξιδεύουν όλοι. Να γνωρίζουν τον κόσμο. Να βλέπουν τι γίνεται. Να μαθαίνουν. Η γη δεν είναι καρτ ποστάλ. Σε όλα τα τοπία που βλέπεις στις κάρτες, έχει μύγες, σκατά, μαλάκες, έχει όμως και υπέροχα φαγητά, τέλειες μουσικές, απίθανα ζώα, καλούς ανθρώπους. Τίποτα δεν είναι σαν ένα πραγματικό ταξίδι σε άλλα μέρη από τα δικά σου. 

Έχω στενοχωρηθεί πάρα πολύ για το Νεπάλ. Όταν είχα πάει, πριν χρόνια, δεν είχα περάσει καλά. Εδώ, στο μπλογκ, υπάρχουν όλες οι κατάλληλες αφηγήσεις για να γελάσεις, όπως τα λέω συνήθως. Και μερικές φορές είχε πλάκα. Ο τρελός στην Ποκάρα που έμοιαζε με το Χριστό, που περπατούσε ξυπόλητος και γυμνός και μια μέρα φορούσε ένα βρακί Κάλβιν Κλάιν πάνω από παντελόνι. Δεν τον έβγαλα φωτογραφία. Μονίμως ντρεπόμουν σε τέτοια μέρη να βγάλω φωτογραφίες. Δε νιώθω καλά να βγάζω τη δυστυχία του άλλου. Και να θυμάμαι τι; Και γι' αυτό μονίμως οι φωτογραφίες μου από τέτοια μέρη, είναι αίσχος. Έχω δει απίστευτα πρόσωπα, απίθανες εκφράσεις, τέλειες φάτσες και πάντα χαμήλωνα το κεφάλι όταν με κοιτούσαν. Να τους πω τι; Ότι ήρθα από μια χώρα πλούσια σχετικά με τα δικά τους χάλια και τι; Άμα ερχόταν εδώ κάποιος πλούσιος γιαπωνέζος και με έβγαζε εμένα φωτό επειδή φοράω κάτι που αυτός όχι, θα μου άρεσε; Δε θα μου άρεσε. ...Τώρα που το θυμάμαι, με έχει βγάλει φωτό γιαπωνέζα. Αλήθεια. Με ρώτησε πρώτα αλλά Θεέ μου, υπάρχω σε άλμπουμ Γιαπωνέζας. ..Και δε με πείραξε. Τέλος πάντων, είναι προσωπική μάχη, προσωπικά κόμπλεξ μάλλον και δική μου δουλειά να τα λύσω. Στο κάτω κάτω εγώ δεν ήμουν ξαπλωμένη στο χώμα να ξεψειρίζω το παιδί μου όταν με έβγαλε φωτό, ίσως αυτή είναι η διαφορά. 

Στο Νεπάλ έκλαιγα συνέχεια. Δεν άντεχα να βλέπω τόση δυστυχία. Άλλοι πάνε διακοπές και στ' αρχίδια τους όλα, βγάζουν φωτό, ω κοίτα αυτό το νεκρό ζώο, κοίτα κοίτα άντερα έξω, κάτσε να βγάλουμε φωτό, ωωω κοίτα κοίτα, ένα παιδάκι κουβαλάει ένα σακί 3 φορές πιο μεγάλο απ' αυτό, κάτσε να το βγάλω φωτό!! Αδύνατον. Για μένα. Δεν κατηγορώ όσους βγάζουν αυτές τις φωτό, αντίθετα, πρέπει, πώς θα δεις τι γίνεται εκεί έξω, πρέπει να δεις και μετά πρέπει να πας. Οπωσδήποτε. Πρέπει να πας παντού. Να ξεκινήσεις να οργώσεις τη χώρα σου και μετά τον κόσμο. Λίγο πιο έξω και λίγο πιο έξω, μέχρι να έχεις μια γενικότερη εικόνα. Και τότε ίσως νιώσεις πιο τυχερός, ή βρεις λόγους να αλλάξεις τη ζωή σου αν δε σου αρέσει, πάντως, μάλλον θα αγαπήσεις τους ανθρώπους περισσότερο γιατί αν έχεις δει πως ζουν, θα καταλάβεις και γιατί κάνουν ό,τι κάνουν. 

Νεπάλ. Φτώχεια ανελέητη. Ένα κράμα διαστρεβλωμένου πολιτισμού κι απέραντης φτώχειας. Παιδιά στο δρόμο να ψάχνουν μέσα στα σκουπίδια και δίπλα καζίνο. Μαύρη ώρα καζίνο ήταν, αλλά καζίνο. Και το Lonely Planet να γράφει, ντύσου λέει σαν τον James Bond για να πας. Τι να σου πω. Ντύσου εσύ σαν τον James Bond κι εναλλακτικά, πήγαινε στο καζίνο της Ξάνθης με τα τρακτέρ παρκαρισμένα απ' έξω. Και να 'χει βρέξει εννοείται. Να δω πως θα νιώσεις. Σα να είσαι μόνος εσύ στο Πατρινό Καρναβάλι ή όχι. Δεν ξέρω τι να σου πω. Εγώ έκλαιγα συνέχεια. Δε μάζευαν τα σκουπίδια στο Κατμαντού με αποτέλεσμα να είναι βουνά διαμέτρου και ύψους γύρω στα 2-3 μέτρα σε κάθε γωνία με παιδιά να είναι μέσα εκεί στην απέραντη βρώμα μαζί με σκυλιά. Τα σκυλιά έψαχναν να φάνε και τα παιδιά να βρουν κάτι, πλαστικό συνήθως, για να το βάλουν στις τσάντες τους και να το πουλήσουν. Μια μέρα είδα κόσμο να είναι στα μπαλκόνια και να γελάει, να χαίρεται, να φωνάζει, να επικροτεί. Φυσικά δεν καταλάβαινα τι γινόταν, έτσι ρώτησα. Γιόρταζαν γιατί τους μάζευαν τα σκουπίδια...

Βράδυ, Κατμαντού, πήγαινα για μια μπύρα, μια βόλτα. Ένιωσα έναν τεράστιο όγκο δίπλα μου. Γύρισα να κοιτάξω και ήταν μια τεράστια σακούλα, πόσο τεράστια να σου πω, 1,5 μέτρο ας πούμε, μακρόστενη και χοντρή, ένα σακί. Το είδα να πηγαίνει μόνο του, δεν κατάλαβα, έγειρα λίγο το κεφάλι μου και είδα ένα παιδί σκυμμένο από κάτω, να την κουβαλάει, 4-5 χρονών. Περπατούσε με το σακί στην πλάτη, ανάμεσα στους τουρίστες που πήγαιναν για μια μπύρα, μια βόλτα. Το σακί γεμάτο πλαστικά ποτήρια. Από τα σκουπίδια προφανώς. Μάλλον έκαναν αυτό που κάνουν τώρα εδώ οι δεκάδες δύστυχοι στα δικά μας σκουπίδια. Ξέρετε, το έκαναν στη χώρα τους, ήρθε πόλεμος, έφυγαν από τη χώρα τους, για να έρθουν στη δική μας να κάνουν το ίδιο.

Άλλη μέρα, Κατμαντού, βλέπω σκυλάκι ωραίο, ξαπλωμένο σε σκαλιά. Αχου, πόσο αγαπάω τα σκυλιά, πλησιάζω αμέσως να το χαϊδέψω. Ανοιχτή κοιλιά, το έτρωγαν σκουλίκια. Νεκρό. Ποιος να το μαζέψει. Πλάκα μου κάνεις. Στο απέναντι σκαλί κοιμόταν ημίγυμνος άστεγος. 

Σημείωση: την εποχή που πήγα (καλοκαίρι), έβρεχε συνέχεια. Όλα υγρά, όλα. Τα πάντα. Παντού λάσπες, σκατά αγελάδας, μικρόβιο, κουνούπι, φουλ. Τα δικά μας παιδιά έτσι ζουν;

Δε θέλω να απαντήσω σε ερωτήσεις "και ποιος φταίει γι' αυτά;" γιατί θα μπορούσα να αναπτύξω δίτομο βιβλίο και τώρα δε θέλω. Άλλωστε ο καθένας μπορεί να έχει μια γνώμη.

Στα μέρη εκτός πρωτεύουσας, ήταν λίγο καλύτερα με την έννοια ότι έβλεπες πράσινο, μαϊμουδάκια και τέτοια. Έφευγες από τον "πολιτισμό" και ησύχαζες λίγο. Αλλά και πάλι. Λίγο παραπάνω να κάτσεις, γνωρίζεις ντόπιους, μαθαίνεις εκ των έσω τι συμβαίνει και σου φεύγει η όποια χαρά και πάλι. Ποκάρα. Γνωρίσαμε ζευγάρι, Σκωτσέζο, παντρεμένο με Νεπαλέζα, είχαν ένα γλυκό κοριτσάκι. Μακάρι να είναι όλοι τους καλά.. Απ' αυτούς έμαθα πολλά.

Επειδή το Νεπάλ έχει τα Ιμαλάια, το Έβερεστ κλπ, προσελκύει πλούσιο τουρισμό. Γιατί το να ανέβεις εκεί πάνω δεν είναι φτηνό. Κοστίζει πολλά, πάρα πάρα πολλά. Έτσι, πιστεύεις ότι δε γίνεται να μη διαθέσεις στους πλούσιους αυτούς τουρίστες ό,τι καλύτερο μπορείς. Όταν όμως είσαι τέρμα φτωχός και αμόρφωτος, δεν έχεις πρόσβαση σε καμία γνώση από πουθενά (πριν 8 χρόνια που πήγα, κοβόταν το ρεύμα για πλάκα όλη την ώρα, όσο για ίντερνετ.. πήγαινες για καφέ, γυρνούσες και ίσως να είχε συνδεθεί), τι κάνεις για να προσφέρεις σε αυτούς τους πλούσιους; Φτιάχνεις μαγαζιά με πανάκριβα αξεσουάρ για ορειβασία. Κι ας έχει απέξω χώμα, λάσπη, νεκρά ζώα και φτωχά παιδιά ο δρόμος. Τους φέρνεις τα δυτικού τύπου σαμπουάν, αφροντούς, απορρυπαντικά. Κι ας ρίχνεις το νερό αυτό στους ορυζώνες. Τους φέρνεις το χειρότερο εχθρό της πλάσης, το πλαστικό. Τίγκα στα πλαστικά μπουκαλάκια. Κι ας καις τα σκουπίδια σου. Και πως θα συνεννοηθείς μαζί τους; Στα Νεπαλέζικα; Δε γίνεται. Γι' αυτό, βάζεις μία μόνο γλώσσα στα σχολεία, την αγγλική, για να έχουν τα παιδιά μέλλον με τους πλούσιους αυτούς τουρίστες. Κι ας μην μπορείς πια να επικοινωνήσεις με τα ίδια σου τα παιδιά γιατί πολύ απλά μιλάνε αγγλικά και δεν καταλαβαίνουν τι λες. 
Ο Σκωτσέζος με τη γυναίκα του ή δεν πήγαιναν το παιδί τους σχολείο ή σκέφτονταν να το σταματήσουν, δε θυμάμαι. Ήθελαν να μάθει και τις δυο γλώσσες, να της δώσουν όσα πίστευαν αυτοί ότι θα έπρεπε να πάρει ένα παιδί συν ότι θα ήταν ασφαλής. Γιατί στο σχολείο υπήρχε τρομακτική βία. Τις μέρες που ήμουν στην Ποκάρα, είχα διαβάσει σε μια τοπική εφημερίδα γραμμένη στα αγγλικά φυσικά, ότι δύο παιδάκια ήταν στο νοσοκομείο από το άπειρο ξύλο που τους είχε δώσει ο δάσκαλος.

Το ας πούμε αστείο, είναι ότι οι πλούσιοι τουρίστες δε νομίζω να νοιάζονταν αν τους έδινες να καταλάβουν ότι πρέπει αυτοί να προσαρμοστούν στα δικά σου δεδομένα, πλύσιμο με πράσινο σαπούνι ΜΟΝΟ ας πούμε, για να μην τρώμε όλοι Pantene pro V και Supline στο ρύζι μας. Αλλά πώς να στροφάρει και να επιλέξει το σωστό ένας δυστυχισμένος φτωχός αγράμματος; Αυτός βλέπει το απόλυτο κακό, το χρήμα, ως σωτήρια λύση στη δυστυχία του και προσαρμόζεται κακήν κακώς σε αυτό. 

Το Έβερεστ, μας έλεγαν, είναι γεμάτο μπουκάλες οξυγόνου και γκαζιού. Πεταμένες από τους πλούσιους τουρίστες. Που στ' αρχίδια τους το βουνό. Αφού ανέβηκαν να καρφώσουν τη σημαία της χώρας τους (φοβερά χρήσιμη και με νόημα πράξη), στην επιστροφή παράτησαν όλα τα σκουπίδια τους γιατί ξέρεις πόσο ζυγίζουν μια και δυο και τρεις μπουκάλες οξυγόνου και γκαζιού; (Για να αναπνέεις και να μαγειρεύεις). Καλά τις κουβαλάγαμε γεμάτες, που να τις φέρνεις πίσω άδειες, και στο κάτω κάτω που να τις πετάξεις κάτω στην πόλη; Έχει πουθενά; Γάμησέ τες, άσ'τες εδώ. < Ενδεχόμενη συζήτηση ορειβατών. Ίσως και προτροπή Νεπαλέζου οδηγού, για να μην στενοχωρήσει τα αφεντικά που του δίνουν ψωμάκι. Σε κάθε περίπτωση, το Έβερεστ είναι γεμάτο σκουπίδια που δεν απορροφούνται ούτε εξαφανίζονται αλλά φαίνονται κιόλας όταν πετάνε αεροπλανάκια για να σου δείξουν τη θέα, τις βουνοκορφές κλπ.

Και μετά από όλα αυτά, γίνεται αυτός ο τεράστιος σεισμός και πέφτουν τα παραπήγματα, οι κακοτεχνίες, η μεγάλη δυστυχία γίνεται μεγαλύτερη. Δεν ξέρετε πόσο βαθιά στενοχωριέμαι. Για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Όχι μόνο στο Νεπάλ επειδή έχω πάει. Αλλά και σε όλο τον κόσμο τον φτωχό, που τόσα θα μπορούσαμε να του προσφέρουμε όλοι. Δεν εννοώ χρήματα ή μια αγκαλιά, είσαι μακριά, δεν μπορείς. Μπορείς όμως να σκορπίσεις αγάπη στους διπλανούς σου. Σταμάτα να εχθρεύεσαι τους δικούς σου ανθρώπους, τους γείτονες, τους πρόσφυγες, αυτούς που μια άλλη συγκυρία, ή ο κωλοδυτικός πολιτισμός με τους πολέμους του και το χρήμα, τους έφεραν σπίτι σου. Ούτε αυτοί γουστάρουν, ούτε συ. Οκ. Δώσε τόπο όμως, εσύ που ζεις καλύτερα, που καταλαβαίνεις περισσότερα. Τίποτα δεν μας ανήκει, τίποτα δε θα πάρουμε μαζί μας. Μπορούμε να μοιραστούμε λίγα, πολύ λίγα ο καθένας.

Και για να κλείσω, γιατί μου τη δίνει που το έβλεπα χτες, είναι εκεί, αδυσώπητος ο Αυτισμός του Δημοσίου. (Αυτισμό του Δημοσίου ονομάζω την οποιαδήποτε κατάσταση η οποία λειτουργεί με βάση συγκεκριμένες κινήσεις 1,2,3,4,5. Κι αν πεις σε αυτόν που λειτουργεί έτσι, κάνε ρε μεγάλε 5,2,4,3,1 και βάλε και ένα Βήτα, το έκαψε. Ελιγμός. Αυτό είναι το φάρμακο του Αυτισμού του Δημοσίου. Ο Ελιγμός είναι ο θάνατος της γραφειοκρατίας. Αλλά που. Τόσα τα πλοκάμια που να μπλέκεις ε;) Τι εννοώ και που κολλάει στη συζήτηση: Έχει ετοιμαστεί ανθρωπιστική βοήθεια και περιμένει λέει στο αεροδρόμιο του Κατμαντού. Καθήστε κει μεγάλε, άσ' τους να πεθάνουν πρώτα. Ενώ την ίδια στιγμή, δημοσιογράφοι απ' όλον τον κόσμο, έχουν φτάσει στις πιο απόμακρες βουνοκορφές και παίρνουν συνεντεύξεις από τον κόσμο που τρώει ακρίδες, βγάζουν φωτογραφίες ανθρώπους που βογγάνε αλλά ένα μπουκαλάκι νερό δεν ξέρω αν πήραν μαζί τους να τους δώσουν. Και να ο Αυτισμός του Δημοσίου. Θέλουν να πάνε από το δρόμο λέει αυτά τα τεράστια φορτηγά. Και στην Αθήνα να φέρεις αυτά τα φορτηγά, δε θα φτάσουν στην Ομόνοια, όχι εκεί. Εκεί οι δρόμοι, ποιοι δρόμοι, οι λακκούβες και οι λάσπες που έμοιαζαν με δρόμους, ήταν σκατά πριν γίνει ο σεισμός. Συν ότι δεκάδες φορτηγά φεύγουν με κόσμο από Κατμαντού μπας και γλιτώσουν από τις ασθένειες που παραμονεύουν, άρα, αν είχε κίνηση μία, τώρα ούτε με πατίνι δεν περνάς. Οπότε μεγάλε, αν δεν συνεννοηθείς με όποιον μπορείς και δεν καταφέρεις ότι ελικόπτερο, αεροπλανάκι, αερόστατο έχεις να πετάξει, απλά θα γίνουν όλα χειρότερα. Και για να γίνουν αυτά, πάλι Αυτισμός, εκατό τηλέφωνα, διακόσια μέηλ, τριακόσιες συνεννοήσεις ενώ οι άνθρωποι δεν έχουν νερό. Κι ο δημοσιογράφος να έχει στοιχίσει την οικογένεια στη σειρά να μας λέει δεν έχουμε να φάμε, δεν έχουμε νερό. 

Δεν ξέρω τι γίνεται τελικά, δεν είμαι κει να βλέπω, ξέρω αυτό που είδα στην τιβί, ανάθεμα την ώρα που την άνοιξα.

Λυπάμαι βαθιά και πολύ. Τι να πω. Να ευχηθώ; Τι να την κάνεις την ευχή άμα δεν κουνηθείς λίγο;  

Ακολουθούν μερικές φωτό από το ταξίδι μου στο Νεπάλ.


 Εδώ, στο αεροπλάνο φτάνοντας. Έκσταση για το τι θα δω σε 50 λεπτά.
Κατμαντού. Έμφαση στα καλώδια του ηλεκτρικού.. κίνδυνος για ηλεκτροπληξία.. βρέχει συνέχεια.. δε λέω άλλα.
Κατμαντού. Κλάσικ αφίσες Μπόλιγουντ. Το Νεπάλ είναι η Κρήτη της Ινδίας. Εδώ από τα κάποια λίγα κομμάτια με κάπως νορμάλ δρόμο και πεζοδρόμιο λέμε τώρα.


 Η κεντρική αγορά φρούτων και λαχανικών στο Κατμαντού.
 Καύση νεκρών στον ποταμό Μπαγκμάτι.
Μνημείο (νεκροταφείο) στην περιοχή που γίνεται η καύση νεκρών. Υπάρχει;
 Μέρος της πόλης του Κατμαντού.
 Εδώ φαίνονται οι δρόμοι και η κίνηση μια ΝΟΡΜΑΛ μέρα στην πόλη. Αυτοκίνητα μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου. Και θέλουν να περάσουν φορτηγά με βοήθεια. Βάλτε με το νου σας γκρεμισμένα τα πάντα και στη μέση τόσα αυτοκίνητα..
Μαγαζιά με ηλεκτρονικά και οι δρόμοι με τα πεζοδρόμια μπροστά τους. Απόλυτα συνηθισμένη εικόνα.
 ...εσείς πόση ώρα μπορείτε να το σηκώσετε;




Σάρανγκοτ. Πάνω από την Ποκάρα, πολύ κοντά στα βουνά πια. Τόσο ψηλά, που τα σύννεφα είναι κάτω από μας.
 Ποκάρα, με τη λίμνη και τα Ιμαλάια. Η σανσκριτική λέξη himālaya, σημαίνει λέει «η κατοικία του χιονιού», hima (χιόνι) + ālaya (κατοικία).
 Τη θολούρα τη βλέπουμε; Καυσαέριο.
 Σάρανγκοτ. Φαίνεται η λίμνη της Ποκάρα.
 Πλατεία Ντάρμπαρ, Κατμαντού. Αυτή με τα μνημεία που έπεσαν..
 Πλ. Ντάρμπαρ.

Πλ. Ντάρμπαρ.

















Εδώ, φωτό από την πλατεία στην Google.



Λυπάμαι πολύ :( Μακάρι ο κόσμος να μπορούσε να γίνει καλύτερος.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Η Χιονάτη αλά Κωλόγρια. Μέρος 2ο.



H Χιονάτη και οι Εφτά Κλάνη, Κλώνι, Νάνι, Σώνι, Πίνη, Δίνη και Πέρνι / 

Μέρος 2ο.


(Το 1ο μέρος είναι εδώ).

 

Η Χιονάτη με τον κυνηγό περπατούσαν μέσα στο δάσος και η Χιονάτη είχε πραγματικά μαγευτεί. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ τόσο μέσα, δεν είχε ξαναδεί τόσο άγρια βλάστηση, ούτε είχε ακούσει αυτές τις φωνές των πουλιών.. κι εκείνα τα μάτια που γυάλιζαν μέσα από τα φύλλα.. Άχου! Σκιουράκι! Ανέβηκε στο δέντρο! Κοίτα Κοίτα! Έλεγε στον κηπουρό που προχωρούσε μπροστά της και του τραβούσε τη μπλούζα. Ναι μωρέ τα ξέρω, ντάξει, περπάτα.. της απαντούσε αδιάφορα ο κηπουρός γιατί το μόνο που είχε στο νου του στην πραγματικότητα ήταν να βρει κατάλληλο σημείο να τη σκοτώσει.

Το βρήκε τελικά το σημείο του φόνου ο κηπουρός, βασικά είχε κουραστεί και σου λέει, μέχρι να την ξεκοιλιάσω να βγάζω πνευμόνια, συκώτια να πούμε, θα μας πάρει η νύχτα και πρέπει να γυρίσω και πίσω, μην τρελαθούμε.. και κοιτούσε γύρω του να δει που θα την κρεμάσει, ε ναι, θα την κρεμούσε να στάζει το αίμα σωστά, να είναι και το πτώμα τεντωμένο να βγάλει τα σωθικά ευκολότερα.. ποιο δέντρο είναι σταθερό, για να δούμε.. μη σπάσει και κανένα κλαδί.. Η Χιονάτη εντωμεταξύ μαγεμένη από τα χρώματα, τους ήχους, τις μυρωδιές, τις φωνές των ζώων είχε εκστασιαστεί. Χάζευε, μάζευε λουλούδια, προσπαθούσε να ακουμπήσει ζωάκια που πλησίαζαν, άπλωνε λίγο το χέρι της, λίγο τη μουσούδα του το ζωάκι, ένιωθαν όμως τον κηπουρό πιο κει, κακή ενέργεια, καταλαβαίνουν τα ζώα, έφευγαν. Και τη στιγμή που έβγαλε τη μάχαιρα ο κηπουρός και ετοιμαζόταν να της τη ρίξει στην πλάτη, λέει η Χιονάτη: Καλέ, ένα κοριτσάκι! Ένα τι; λέει έκπληκτος ο κηπουρός και με μια κίνηση κρύβει το μαχαίρι πίσω από την πλάτη του. Εκεί εκεί, ένα κοριτσάκι! ΚΟΡΙΤΣΑΚΙΙΙ!! ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ!!! λέει η Χιονάτη, αρχίζει να του φωνάζει και πάει προς το μέρος του. Δεν είχε την ευκαιρία εύκολα να πλησιάζει άλλα παιδιά οπότε δε θα ήταν ποτέ δυνατόν να μην πλησιάσει αυτό το κοριτσάκι! Ω να σου γαμήσω με τ’ άσχετα λέει χαμηλόφωνα ο κηπουρός και κρύβει το μαχαίρι στο ζωνάρι του. 

-Γεια σου κοριτσάκι!
-Αα γεια θου!
-Τι κάνεις;
-Καλά, εθύ;
-Καλά, πώς σε λένε;
-Κοκκινοθκουφίτθα. Εθένα;
-Χιονάτη!
-Αα τι ωραίο όνομα!
-Κι εσένα ωραίο είναι, αλλά περίεργο. Γιατί σε λένε έτσι;
-Μαλακίεθ τηθ μάναθ μου. Με φωνάδουν έτθι γι αυτή τη μαλακία την κάπα που μου φτιακθε η γιαγιά μου. Λέπια κοντεύει να βγάλει πάνω μου, έλεοθ. Πάρτε μου ένα παλτό τουθ λέω, έχω δαγκώθει το καυλί μου, έρχομαι από τα κρύα εγώ, δε κλείνει μπροθτά, βλέπειθ! Τίποτα αυτοί, α που θου το κανε η γιαγιάκα.. δε με γαμείτε.. Κανονικά Μυρτώ με λένε. Με γέννηθε η μάνα μου δίπλα θε μια μυρτιά.
-Α μα τι ωραίο!
-Ναι.. ναι.. για πεθ, που παθ;
-Να μαζέψουμε μανιτάρια!
-Μανιτάρια τέτοια εποχή; Μ’ αυτόν;
-..
-Δε μου φαίνεται θόι αυτόθ, να τον προθέχειθ..
-..
-Άντε τώρα, πάω να φύγω, με περιμένει η γιαγιά, τηθ πάω ένα πλάθτη να δυμώθει κουλούρια, μαθ τα πρικθε κι αυτή, λεθ κι είναι εύκολο να πηγαίνειθ πέρα δώθε απ’ το βουνό θτο δάθοθ..
-Γεια σου Μυρτώ.. πολύ χάρηκα που σε γνώρισα.. Θέλεις αυτά τα λουλούδια που μάζεψα να τα πας στη γιαγιά σου;!
-Αα.. είθαι πολύ καλή Χιονάτη, θ’ ευχαριθτώ πάρα πολύ, θα τα πάρω, μου αρέθουν!
-Να είσαι καλά και να προσέχεις, είναι λίγο άγρια εδώ μέσα, εγώ θα φοβόμουν μόνη μου!
-Εγώ δε φοβάμαι τίποτα, θα μου κλάθουν τ’ αρχίδια όλοι εδώ μέθα! Τ’ ΑΚΟΥΤΕ; 
Κι αυτό το ΑΚΟΥΤΕ ήταν τόσο δυνατό που σώπασαν οι φωνές στο δάσος για μια στιγμή και πουλιά πέταξαν ψηλά. Εντυπωσιάστηκε η Χιονάτη από το δυναμισμό της Μυρτώς ή Κοκκινοσκουφίτσας. Έτσι θα ήθελε να είναι κι αυτή, αλλά κλεισμένη στο παλάτι συνέχεια, πως..

-ΧΙΟΝΑΤΗ! της φώναξε επιτακτικά ο κηπουρός τραβώντας της την προσοχή από τις σκέψεις της. ΕΛΑ ΕΔΩ! Τι φωνάζεις μωρέ; του απάντησε η Χιονάτη και κίνησε προς το θάνατό της. Αυτός, μόλις τον πλησίασε, χωρίς να χάσει χρόνο, την άρπαξε από το μαλλί και την ανάγκασε να γονατίσει. Η Χιονάτη σάστισε, πόνεσε, δεν κατάλαβε τίποτα. Κρατούσε με τα χέρια της το χέρι του που της τραβούσε τα μαλλιά και προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Και είδε το άλλο του χέρι σηκωμένο ψηλά να κρατάει το μαχαίρι με την κοφτερή λεπίδα.. ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ! ΑΣΕ ΜΕ! του είπε με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της. Πρέπει να πεθάνεις! της είπε και την ώρα που κατέβαζε το μαχαίρι κατά πάνω της, ένα τεράστιος λύκος έπεσε πάνω στο στήθος του, τον έριξε κάτω και του είπε με μια μπάσα, βαθιά, ανθρώπινη φωνή: Μόνο εγώ σκοτώνω στο δάσος μου. Μόνο εγώ. Σάλια έσταξαν στα μούτρα του κυνηγού. 

Ο κυνηγός αφού έχεσε το κολάν του από το φόβο του, είπε στο λύκο: Μη με σκοτώνεις εμένα, χάρη στη βασίλισσα πήγα να κάνω, τη θέλει νεκρή, το πνευμόνι και το συκώτι της θέλει, μη με σκοτώνεις, αν δεν της τα πάω θα σε βρει και θα σε σκοτώσει εσένα! Η Χιονάτη, τρομοκρατημένη, λίγο πιο κει, ανήμπορη να πάρει τα πόδια της, κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια μία το λύκο, μία τον κυνηγό, δεν μπορούσε να συλλάβει τι γινόταν, τι είχε μόλις ακούσει.. Α την Κούφαλα.. 

-Αυτό είναι το τίμημα όταν αφήνεις τα θύματα να μιλάνε πριν το θάνατο, σου βάζουν δουλίτσες! Κραύγασε φτύνοντας κι άλλα σάλια πάνω στον κυνηγό ο λύκος και με δυο χαψιές τον έκανε φέτες. Η Χιονάτη έγειρε στο πλάι και ξέρασε. Απόλυτη σιγή στο δάσος, μέχρι πέρα μακριά. Τίποτα δεν άκουγες. Μόνο την προσπάθεια της Χιονάτης ν’ ανασάνει και ένα μακρύ, βαθύ ρέψιμο του λύκου. 

-Μόσχος, λέει ο κόσμος.. είπε ο λύκος στη Χιονάτη και την κοίταξε. Αυτή πιο λευκή από το λευκό του νεκρού κατουρήθηκε πάνω της. Έλα.. Τελείωνε.. Σήκω.. Φύγε.. Τον πούλο σου λέω! της ούρλιαξε ο λύκος ερχόμενος κοντά της με απειλητικό βλέμμα. Έντρομη η Χιονάτη σύρθηκε απότομα προς τα πίσω λέγοντας του: μα δεν ξέρω να γυρίσω πίσω.. Και τι θες, να σου φωνάξω ταξί; (και βέβαια είχαν ταξί, εδώ είχαν rayban) ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΣΗΚΩ ΦΥΓΕ ΛΕΜΕ! έφτυσε στα μούτρα της αγριεμένος ο λύκος. Η Χιονάτη πετάχτηκε πάνω τρεκλίζοντας σχεδόν, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που έβλεπε.. μα μήπως τους είχαν πειράξει εκείνα τα μανιτάρια με τις βούλες που είχαν φάει λίγο νωρίτερα;

Μόλις ήταν τέσσερα πέντε μέτρα μακριά από το λύκο, στάθηκε σε ένα δέντρο να κρατηθεί όρθια και τον ρώτησε ..Εμένα γιατί δε με έφαγες; Γιατί είσαι κοκαλιάρα και μένα  μ’ αρέσουν οι τσουπωτές. Έλα πάρε ΠΟΥΛΟ! της φώναξε ο λύκος κάνοντας απειλητική κίνηση ξύνοντας με το πόδι το έδαφος και δείχνοντας τα ματωμένα δόντια του.  Κι η Χιονάτη άρχισε να τρέχει, και να τρέχει και να τρέχει και δε σταμάτησε μέχρι που σχεδόν λιποθύμησε. Και ήταν βαθύ, πολύ βαθύ σκοτάδι.

Ο λύκος, μόλις έφυγε το μαστουρωμένο ζαβό (η Χιονάτη), μανιτάρια το είχε ποτίσει ο μαλάκας, το κατάλαβε ο λύκος από το βλέμμα της, ε ρε τι είχε να δει μέσα στο δάσος χαχαχα, μόλις έφυγε τρέχοντας λοιπόν, έκατσε, έβγαλε το πνευμόνι και το συκώτι του κυνηγού, τα πακέταρε, φώναξε τον πελαργό και του είπε να τα πάει στη βασίλισσα και να τα αφήσει νύχτα στο περβάζι του παραθυριού της χωρίς να τον δει κανείς. Έτσι, αυτή η καριόλα θα έπαιρνε αυτό που ήθελε και όλοι θα ήταν ασφαλείς και ευχαριστημένοι. Εκτός από τον μαλάκα τον πεθαμένο και το μαστουρωμένο ζαβό χαχαχα. Ώρα τώρα όμως να φεύγει, είχε και δουλειές, να κανονίσει ένα αρχιδάκι με τη γιαγιά του.

Η Χιονάτη ξύπνησε μετά από ώρες. Στάθηκε στο ένα της χέρι, να μπορέσει να καταλάβει που βρίσκεται, τι γίνεται. Παγωμένη, βρώμικη, κατουρημένη, με σκισμένο το φουστάνι, ολόκληρη μέσα στη λάσπη, έπεσε αρκετές φορές βλέπετε έτσι όπως έτρεχε. Και δε φορούσε τίποτα δερμάτινα σοβαρά παπούτσια, κάτι μεταξένια πάνινα φορούσε. Είχε χτυπήσει τα πόδια της με κλαδιά, πονούσε η κοιλιά της, είχε κρυώσει, άρχισε να κλάνει.. ήταν τρομαγμένη, μόνη.. 

-Ψψψτ! Χτύπησες;...Λέγε μωρή καριόλα, χτύπησες; ακούστηκε μια περίεργα απόκοσμη φωνή.

Η Χιονάτη σήκωσε το κεφάλι της, άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και προς στιγμή, σταμάτησε να αναπνέει. Κοίταξε γύρω της, χωρίς να κουνήσει το κεφάλι της. Τίποτα. 

-Λέγε μωρή ηλίθια, χτύπησες; 

Ανατρίχιασε η πλάτη της. ΜΑ ΤΙ ΕΙΧΑΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑΑΑΑΑ;; φώναξε δυνατά τη σκέψη της, έπεσε στο χώμα με τα μούτρα πάνω στα χέρια της κι άρχισε να τραντάζει απ’ το κλάμα.


-Πωωω ρε πούστη αυτοί οι άνθρωποι.. πόσο για τον πούτσο είναι, ας μου πει κάποιος.. μονολόγησε ένας κατάλευκος λαγός με πανέμορφη γούνα κοιτώντας πάνω και κουνώντας το κεφάλι του. Ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα στεκόταν πάνω σε μία πέτρα πίσω από τη Χιονάτη αλλά δεν τον είδε γιατί ήταν τόσο τρομαγμένη και δεν έκανε καν τον κόπο να γυρίσει πίσω της να κοιτάξει. Ρε μαλάκα, έλα εδώ να δούμε τι θα κάνουμε μ’ αυτό το μαλακισμένο.. είπε ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφή γούνα σ’ ένα πανέμορφο ελάφι.

-Μίλα καλύτερα ρε μαλάκα είπε το πανέμορφο ελάφι και πήγε προς το μέρος του κατάλευκου λαγού με την πανέμορφη γούνα.
-Άσε μας ρε μαλάκα που θα σου μιλάω καλύτερα, έλα να δούμε τώρα τι θα κάνουμε είπε ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα.
-Τι να κάνουμε ρε μαλάκα; Ξέρω γω; είπε το πανέμορφο ελάφι.
-Πες ρε μαλάκα!
-Ξέρω γω ρε μαλάκα; Να φωνάξουμε και τους υπόλοιπους να συσκεφθούμε;
-Τι να συσκεφθούμε ρε μαλάκα, μαλάκας είσαι;
-Ε τι ρε μαλάκα, τι θες να κάνουμε; Θα την πάρεις σπίτι σου; Γιατί εγώ δεν την παίρνω!
-Που σπίτι μου ρε μαλάκα να την πάρω, χωράει στην τρύπα;
-Ποια τρύπα ρε μαλάκα μαλάκα, που ζεις στη βίλα και μας το παίζεις λούλης να πούμε, άντε γαμήσου, αφού έχεις πόρτα, τι πόρτα ρε μαλάκα, πύλη ολόκληρη έχεις με φράχτη ρε μαλάκα γύρω γύρω! Μαλάκα! Ε μαλάκα!
-Δε θ’ απολογηθώ τώρα για την κληρονομιά που μου άφησε η οικογένειά μου, ντάξει; Άλλο είναι το θέμα μας τώρα! είπε με τσαντίλα ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα.
-Ντάξει ρε μαλάκα, γι’ αυτό σου είπα να φωνάξουμε τους άλλους να συσκεφθούμε! είπε το πανέμορφο ελάφι.
-Ε φώναξέ τους! 

Τότε, το πανέμορφο ελάφι, τράβηξε ένα ξεγυρισμένο τσομπάνικο σφύριγμα, δεν ξέρω πως το έκανε με αυτά τα πανέμορφα χειλάκια, μη με ρωτάτε, πάντως έπιασε κι άρχισαν να μαζεύονται στο ξέφωτο που ήταν πεσμένη η Χιονάτη κι έκλαιγε, όλα τα ζωάκια και τα πουλάκια του δάσους που ήταν εκεί γύρω. 

-Τι έγινε ρε μαλάκες και σφυρίζετε; Τι είναι αυτό; είπε μια πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα. 
-Τι να ’ναι, ρε μαλάκα, άνθρωπος είναι, κορίτσι, γυναίκα, θηλυκό, πως το λένε! απάντησε τσαντισμένα ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα κι έφτυσε μια ροχάλα παραδίπλα. 
-Όξω ρε μαλάκα χλεμπονιάρη! αντιγύρισε το πανέμορφο ελάφι αηδιασμένο, τι φτύνεις ρε μαλάκα μέσα σε τόσο κόσμο, θες να ξεράσουμε;
-Ντάξει ρε μαλάκα, πώς κάνεις έτσι, είμαι κρυωμένος,(εξ ου και η αποκόσμη φωνή που άκουσε η Χιονάτη και τρόμαξε), άσε που δεν κάνει να τα κρατάς, πρέπει να τα βγάζεις. Το είπε και η διαφήμιση. Για την απόχρεμψη λέει να πίνεις σιρόπι θυμαριού και γω πίνω και πιάνει!
-Σταμάτα να βλέπεις το κανάλι της αλεπούς ρε μαλάκα, (ναι, είχαν ένα είδος τηλεόρασης, βασικά θέατρο ήταν, πήγαινε πίσω από ένα φτιαχτό κάδρο η αλεπού κι έκανε ατραξιόν, έλεγε τα νέα, είχε διαφημίσεις και τέτοια), σου ’χει κάψει τον εγκέφαλο!
-Σκάστε ρε ζώα! είπε η πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα πετώντας πάνω από τη Χιονάτη. Και συ μη φτύνεις ρε μαλάκα, έλεος, είπε στον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα, πάρε χαρτομάντηλα, ανοιχτό είναι το περίπτερο του κάστορα, έλεος ρε μαλάκα, αρκετά βρωμάει αυτή εδώ πέρα. Πω πω μιλάμε, τι μπόχα είναι αυτή..!

-..Τι γίνεται; ...ποιοι είστε σεις; σήκωσε το κεφάλι της λίγο και είπε η Χιονάτη. Η αλήθεια είναι ότι ήταν μουδιασμένη από το φόβο για να ανασηκωθεί περισσότερο.

-Έλα ρε μαλάκα, αναστήθηκε ο Λάζαρος χαχαχαχα
-Χαχαχαχαχα
-Χαχαχαχαχα
-Χαχαχαχαχα

Γέλασαν τα πανέμορφα και τα πολύχρωμα ζώα και πουλιά του δάσους.


-Γιατί γελάτε, μη γελάτε, βοηθήστε με, σας παρακαλώ! είπε η Χιονάτη με δάκρυα στα μάτια. Αμέσως σώπασαν όλοι και την κοίταξαν. Με τα πανέμορφα μεγάλα μάτια του το πανέμορφο ελάφι, με τα γλυκά ζουμερά ματάκια του ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα, με τα γλυκά τσαχπίνια ματάκια της η πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα και με τα πανέμορφα ματάκια τους και τις υπέροχες γούνες και φτερά τους τα πανέμορφα ζωάκια και πουλάκια του δάσους. Μετά, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, πετάρισαν τις βλεφαρίδες τους όλα μαζί και είπαν με μια φωνή: Θα σε βοηθήσουμε! 

Αναθάρρησε η Χιονάτη και σηκώθηκε από το έδαφος. Παραπάτησε λίγο γιατί την έπιασε υπόταση και αμέσως έτρεξε το πανέμορφο ελάφι και τη στήριξε λέγοντάς της γλυκά Ίιισωμαα! Σ’ ευχαριστώ πανέμορφο ελάφι, του είπε η Χιονάτη, το αγκάλιασε και το φίλησε. Αν φαινόταν το δέρμα κάτω από τη γούνα, θα μπορούσε να δει κανείς ότι το πανέμορφο ελάφι κοκκίνισε. Αυτή η κοπέλα, αν και έζεχνε σαν βόθρος και σου ’ρχόταν εμετός αν τη μύριζες, είχε μια έμφυτη καλοσύνη, μια γλύκα, ήταν αξιολάτρευτη, το λιγότερο που θα μπορούσες να πεις. 

-Λοιπόν, το σκέφτηκα, διέκοψε ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα. 
-Για λέγε.. είπε με ενδιαφέρον ένα σκιουράκι με την πιο φουντωτή ουρά του κόσμου. 
-Έλα ρε μαλάκα, εδώ ήσουν;! Δε σε είδα! Που χάθηκες;! είπε με ενθουσιασμό ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και αγκάλιασε το σκιουράκι με την πιο φουντωτή ουρά του κόσμου.
-Που να χαθώ ρε μαλάκα, άσε, δουλειές στο σπίτι, έπεσε η τέντα, κάτι μερεμέτια άλλα, θα περάσω να τα πούμε, θέλω και το δραπανοκατσάβιδο να μου δανείσεις, θα σου φέρω και μπύρα από βελανίδια φρέσκια που έφτιαξα..
-Έλα ρε μαλάκα, ό,τι θες ρε φίλος, και μπύρα από βελανίδια.. πω πω μ’ έφτιαξες!
-Να μπούμε στο θέμα μας!! επανέφερε την τάξη το πανέμορφο ελάφι. 
-Έλα μαν, θα τα πούμε άλλη ώρα, είπε το σκιουράκι με την πιο φουντωτή ουρά του κόσμου κι έκανε high five με τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα. Λέγε τώρα τι σκέφτηκες.

-Σκέφτηκα να τη στείλουμε στους νάνους! 
Έπεσε παύση στο δάσος. Η Χιονάτη κοιτούσε τα ζώα, δεν καταλάβαινε τίποτα, τα ζώα σκέφτονταν αυτό που είπε ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και τελικά έσπασε τη σιωπή η πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα η οποία πέταξε και έκατσε στον ώμο της Χιονάτης τρομάζοντάς τη λιγάκι. 

-Λαγέ είσαι μικρός αλλά θαυματουργός. Μη φοβάσαι συ, μαζί σου είμαστε, γύρισε και είπε στη Χιονάτη κι αυτή χαμογέλασε πιο ήρεμη τώρα.
-Τι μικρός ρε μόμολο, έχεις δει πως είσαι; είπε τσαντισμένα ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα. 
-Σκάσε. Λοιπόν, καλή ιδέα, παιδιά! Θα τη στείλουμε στους νάνους. Αλλά και καλά!
-Τι και καλά, είπε το πανέμορφο ελάφι. 

-Και καλά ρε μαλάκα, ότι τυχαία, είπε η πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα στο πανέμορφο ελάφι. Θες να ξέρουν οι νάνοι ότι εμείς τη στείλαμε σπίτι τους και να γίνουμε κώλος εδώ μέσα; Αφού τους ξέρεις ότι είναι παράξενοι. Θ’ αρχίσουν να λένε ‘και γιατί δεν την πήγατε στη βίλα του κατάλευκου λαγού με την πανέμορφη γούνα’ κι ο άλλος ο μαλάκας θα λέει για την κληρονομιά και το σόι κι ότι δε χωράει και μεις θ’ ακούμε γκρίνια.. άσε τώρα, ξέρεις. Άσε και που, ως μέγεθος να το πάρεις, αυτή χωράει κάπως καλύτερα στο σπίτι των νάνων παρά στα δικά μας.. Οπότε, εσύ, βούρλο.. που βρωμάς, πώς σε λένε;

-Εγώ; είπε η Χιονάτη αθώα.
-Ναι ρε, της είπε η πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα που είχε πετάξει εντωμεταξύ σε ένα κλαδί παραπέρα γιατί κόντευε να λιποθυμήσει από τη βρώμα της Χιονάτης.
-Χιονάτη!
-Χιονάτη; ..Αυτοί οι γονείς ώρες ώρες διαπράττουν κάτι αμαρτίες.. τέλος πάντων.. Χιονάτη λοιπόν. Άκου. Θα σου δείξουμε εμείς το δρόμο, δεν είναι μακριά, και θα πας στο σπίτι των νάνων. Τώρα αυτοί είναι στα ορυχεία και βγάζουν διαμάντια.
-Διαμάντια; Τι είναι τα διαμάντια;
-Κάτι πέτρες αξίας..
-Και τι τις κάνουν;
-Τις βάζουν στον κώλο τους!  Άκου τώρα. Θα μπεις στο σπίτι τους, θα κάνεις ένα μπάνιο..
-Είμαι τόσο κουρασμένη..
-Και τι; Θες να ξαπλώσεις με τα βρώμικα ρούχα και τα παπούτσια στο κρεβάτι; Αμερικάνα είσαι; Κάνε μπάνιο που σου λέω, μετά άνοιξε την ντουλάπα των νάνων, δανείσου κάτι δικό τους, πλύνε τα ρούχα σου, χαρά Θεού είναι έξω, θα στεγνώσουν γρήγορα. Ζέχνεις κοπέλα μου, φτάνει που θα μπεις σε ξένο σπίτι, μην τους το σαπίσεις, κάνε ένα μπάνιο λοιπόν, πλύνε τα ρούχα σου..
-Εντάξει.. είπε η Χιονάτη.

Έτσι, αφού τα κανόνισαν και τα συμφώνησαν, της έδειξαν το δρόμο, χαιρετήθηκαν, υποσχέθηκαν να τα ξαναπούν και η Χιονάτη πήγε προς το σπίτι των εφτά νάνων ή όπως τους έλεγαν, Κλάνη, Κλώνι, Νάνι, Σώνι, Πίνη, Δίνη και Πέρνι.

Η Χιονάτη έφτασε νωρίς το μεσημέρι στο σπίτι των νάνων. Πτώμα. Κι όταν λέμε πτώμα το εννοούμε. Χτυπημένη, βρώμικη, πεθαμένη στην πείνα, αφήστε τα να πάνε. Ονειρευόταν ένα μπανάκι και να ξαπλώσει λίγο... κι ανοίγει την πόρτα... Μα.. Τι στάβλος ήταν αυτός; Μα που τη στείλανε τα ζώα; Πλάκα της έκαναν; Βούρκωσε.  Τι γινόταν εκεί μέσα; Κοιτούσε γύρω της και δεν το πίστευε. Ακαταστασία κι Άγιος Ο Θεός. Πεταμένα ρούχα, σώβρακα, κάλτσες μέσα σε ποτήρια, μα για όνομα, γιατί κάποιος να εκτοξεύει κάλτσες οι οποίες προσγειώνονται μέσα σε ποτήρια... (γιατί το πρωί τσακώθηκε ο Δίνη με τον Πέρνι, έλεγε ο ένας δώσε την κάλτσα, έλα να την πάρεις ο άλλος κι έτσι άρχισαν να πετάνε πράγματα. Έφαγαν μετά κάτι καντήλια από τον Νάνι ο οποίος κοιμόταν και τον ξύπνησαν, ο Σώνι τους είπε να σταματήσουν, σώνει με τη φασαρία, ο Κλάνη έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα, έκλασε, ο Κλώνι έγνεθε, πόσο του άρεσε να γνέθει, να ράβει και να πλέκει κι ο Πίνη έστριβε ένα τσιγάρο).

Η Χιονάτη ακούμπησε το κεφάλι της στην πόρτα και σκέφτηκε. Καταρχήν κάτι να φάω, θα πέσω κάτω. Πήγε στα ντουλάπια της κουζίνας, έπιασε ένα λαρδί και το έφαγε με λίγη ντοματούλα. Μόλις έφαγε, ένιωσε τη γλυκιά νύστα να έρχεται. Γρήγορα, ένα μπάνιο! σκέφτηκε. Έκανε μπάνιο, σύρθηκε μέχρι την ντουλάπα, έπιασε μια ριγέ ολόσωμη πυτζάμα, δεν ήξερε ποιανού ήταν, (του Νάνι ήταν, αυτός είχε συλλογή από πυτζάμες, όλες εξαιρετικής ποιότητας και σχεδιασμού, τους καλύτερους ράφτες μεταξοσκώληκες ήξερε), της ήταν σα κοντομάνικο σορτσάκι φορμάκι αλλά και τι έγινε.. Ξάπλωσε στο πιο τακτικό κρεβατάκι (του Νάνι κι αυτό, αυτός ο νάνος σεβόταν τον ύπνο πολύ) και χρρρρ.. την πήρε ο πιο γλυκός ύπνος του κόσμου.

Οι νάνοι ήταν στο ορυχείο. Είχαν ακόμα τρεις τέσσερις ωρίτσες δουλειά. 

-Ρε μαλάκα Πέρνι, δώσε μου την τσάπα!
-Έλα να την πάρεις ρε μαλάκα Δίνη, όλο ζητάς, άντε γαμήσου!
-Κι εσύ ποτέ δε δίνεις ρε μαλάκα, όλο λες έλα πάρε κι έλα πάρε, άντε γαμήσου πια!
-Θα σκάσετε να κάνουμε τη δουλειά μας να τελειώνουμε; Έχουμε και συνάντηση αύριο με τον Ολλανδό να του δώσουμε την παρτίδα του προηγούμενου μήνα και πρέπει να φτιάξουμε και τα πακέτα στο σπίτι. Γι’ αυτό τελειώνετε, είπε ο Σώνι.
-Πω πω είναι τόσο μαλάκας κρυόκωλος αυτός ο Ολλανδός.. είπε ο Κλώνι ενώ τοποθετούσε τα διαμάντια της ημέρας μέσα σε ένα χειροποίητο πλεκτό καλάθι, από τα χεράκια του. 
-Γιατί, θες να τον γαμήσεις και φοβάσαι μην παγώσει το πουλί σου; Μπίζνες κάνουμε. Του δίνουμε διαμάντια μας δίνει χρήμα, απάντησε ο Πίνη.
-Και σταφ.
-Σκάστε, είπε ο Σώνι 
-Γιατί, μας ακούει κανείς; ρώτησε κοιτάζοντας γύρω του με ύφος ο Πίνη. 
-Ξέρω γω; Και οι πέτρες έχουν αυτιά.
-Ναι ρε μαλάκα, έχουν οι πέτρες αυτιά αλλά όχι μύτες να μυρίζουν τα ντουμάνια απ’ το σπίτι.., είπε ο Πίνη και γέλασε. 
-Σκάσε! Δούλευε! ανταπάντησε ο Σώνι 
-Δούλευε συ! αγρίεψε και καλά ο Πίνη. 
-ΖΖΖΖΖ!!
-Κοίτα ρε, ροχαλίζει ο άλλος! Ξύπνα ρε μαλάκα Νάνι γαμώ τη ναρκοληψία σου μέσα γαμώ! φώναξε ο Κλώνι. 
-Μη φωνάζεις ρε μαλάκα και με τρομάζεις μη σου γαμήσω, είπε νυσταλέα ο Νάνι κι άλλαξε πλευρό πάνω σε ένα βράχο. 
-Τσάμπα τον ταΐζουμε αυτόν.. είπε ο Κλάνη κι αμόλησε μία γερή. 
-Μην κλάνεις εδώ μέσα ρε μαλάκα Κλάνη θα πεθάνουμε, δεν έχει αρκετό οξυγόνο! είπε ο Δίνη και συμφώνησε μαζί του κουνώντας το κεφάλι του ο Πέρνη.

Και κάπως έτσι περνούσαν την κάθε μέρα οι νάνοι στο ορυχείο τους.

Η Χιονάτη πάλι, μετά από έναν ωφέλιμο, χορταστικό ύπνο, ξύπνησε στο κρεβατάκι του Νάνι, τεντώθηκε, της μπήκε λίγο στον κώλο η φόρμα-πυτζάμα, την τράβηξε, σηκώθηκε, πήγε για κατούρημα, βγήκε από το μπάνιο, έτριψε το ένα της μάτι, με το άλλο κοίταζε το μικρό σπιτάκι και έβρισε για πρώτη φορά. Ω να σε χέσω..



..Ναι, σιγά τη βρισιά, αλλά λέμε τώρα. Πάντως, λόγω της ακαταστασίας μίλησε έτσι. Δεν την πάλευε την ακαταστασία και τη βρώμα, καθόλου δεν της άρεσε. Μια και δυο λοιπόν, κίνησε να καθαρίσει. Ναι αλλά, θα σκεφτεί κανείς, πριγκίπισσα ήταν, τι ήξερε από καθαριότητα; Μα όσο ζούσε στο παλάτι, με ποιον νομίζετε έκανε παρέα; Όλη μέρα με τους υπαλλήλους του παλατιού ήταν. Και να καθαρίζει είχε μάθει, και να μαγειρεύει και απ’ όλα! Έτσι, έκανε το σπίτι κόσμημα. Τακτοποίησε, σκούπισε, σφουγγάρισε, έπλυνε ρούχα, σιδέρωσε, της πήρε κανά τριωράκι αλλά άξιζε τον κόπο, ήταν το ευχαριστώ της για τη φιλοξενία των νάνων, κι ας μην είχαν δώσει ακόμα την έγκρισή τους. ..Τι θα έκανε αν την έδιωχναν; Πού θα πήγαινε; Συννέφιασαν τα μάτια της μ’ αυτές τις σκέψεις κι αποφάσισε να τις παρατήσει, θα μαγείρευε τώρα, θα τους ετοίμαζε ένα πολύ ωραίο γεύμα. Έτσι, άναψε τον ξυλόφουρνο, έβαλε φαγητό και άρχισε να ετοιμάζει το γεύμα.

Οι νάνοι είχαν ήδη ξεκινήσει το δρόμο της επιστροφής. Πρώτος πήγαινε ο Σώνι. Στη μέση ο Δίνη και ο Πέρνι να τσακώνονται κλασικά, πιο κει λίγο ο Κλάνη με τον Κλώνι, μετά ο Νάνι να τον παίρνει ο ύπνος και ο Πίνη τελευταίος. Φτάνοντας στο σπίτι οι εφτά νάνοι, άρχισαν ένας-ένας να λύνουν τις μπότες τους που ήταν βρώμικες και να βάζουν τις σαγιονάρες του στρατού. Ο Κλάνη, που πρώτος τις έβγαλε, κοίταξε γύρω κουνώντας και ξεμουδιάζοντας τα δάχτυλα των ποδιών του και ρώτησε: 

-Τι μέρα είναι ρε;
-Γιατί; τον ρώτησε ο Σώνι όσο έβγαζε τις δικές του μπότες. 
-Γιατί δεν είμαι σίγουρος αν είναι η μέρα της Σόνιας (της κυρίας που τους καθάριζε)
-Όχι δεν είναι η μέρα της, σε δυο μέρες είναι να έρθει.
-Κι ο καπνός πως προέκυψε; Τα πλυμένα; Μήπως μπερδεύτηκε;
-Πα να δούμε, πεινάω, μυρίζει τέλεια, είπε ο Κλώνι χωρίς ν’ ασχοληθεί περαιτέρω. Συμφώνησαν, είχαν όλοι βγάλει τις μπότες, φορούσαν τις σαγιονάρες του στρατού, μπήκαν.

Η Χιονάτη εκείνη την ώρα είχε ανοιχτή την πόρτα της μεγάλης ντουλάπας των τροφίμων και τα τακτοποιούσε. Η πόρτα την κάλυπτε και δεν την είδαν. Κι αυτή ήταν τόσο απορροφημένη στις σκέψεις της που δεν τους άκουσε. Τότε, ο Κλάνη είπε: Σόνια; Η Χιονάτη άκουσε, πάγωσε λίγο γιατί είχε έρθει η ώρα της αποκάλυψης, αλλά φόρεσε το καλό της χαμόγελο και βγήκε πίσω από την πόρτα της ντουλάπας. 

-Όχι, εγώ είμαι η Χιον.. ΜΠΑΜ! Πυροβολισμός. Η Χιονάτη έπεσε κάτω. Οι νάνοι έντρομοι την κοίταξαν και μετά γύρισαν πίσω τους. Ο Πίνη, με ένα μπάφο στο στόμα και το όπλο να καπνίζει, τους κοιτούσε ήρεμος και τους είπε: Τι; Δεν πυροβολούμε τους εισβολείς; 

Συνεχίζεται...

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Εγκαίνια. Χιονάτη αλά Κωλόγρια. Μέρος 1ο.



Τα Παραμύθια τα αγαπώ. Πολύ. Έχω όλα τα Κλασσικά Εικονογραφημένα Παραμύθια, ναι, των εκδόσεων Πεχλιβανίδη, εκτός από τα Τρία Γουρουνάκια που το είχα, το θυμάμαι, αλλά το ξέσκισα, μάλλον ζωγράφισα τόσο πολύ τα γουρουνάκια που μάδησε το παραμύθι, δεν ξέρω. Και το έψαξα πριν μερικά χρόνια να το αγοράσω, αλλά δεν το βρήκα. Αν το έχει κανείς, το θέλω!!!!!!

 

..Και προχωράμε μετά το σχετικό πλάτειασμα.

 

Τα παραμύθια τα αγαπώ και τα λατρεύω. Είμαι καλή, νομίζω, στο να πλάθω ιστορίες, αλλά τα κλασικά παραμύθια, και άλλα, που θα διαλέξεις να μου πεις εκεί που θα καθόμαστε, τα αγαπώ.

 

Μια μέρα λοιπόν που έκανα το άλλο που αγαπώ πολύ να κάνω, να χαζεύω φωτογραφίες στο ίντερνετ, έπεσα πάνω σε μία φωτό, αυτήν,  


κι έτσι μου γεννήθηκε αμέσως η ιδέα. Ναι ρε πούστη, λέω, αυτό είναι! Θα γράψω τα κλασικά παραμύθια με μπινελίκια. Κι αυτό ήταν. Ξεκίνησα. Δεν ξέρω πόσα θα είναι, πως θα πάει κλπ αλλά εγώ ξεκίνησα και γουστάρω. Αν και σεις ψήνεστε να μάθετε τι γινόταν στα σπίτια της Χιονάτης, της Κοκκινοσκουφίτσας, του Παπουτσωμένου Γάτου και άλλων ηρώων των παραμυθιών, αν θέλετε να μάθετε πράγματα που δεν ξέρατε, με το ίδιο ή διαφορετικό τέλος, α, δεν ξέρω, καλώς ήρθατε! Σήμερα, Πρωταπριλιά του 2015, έχουμε εγκαίνια!

 

Ποια θα ήταν άλλωστε  καλύτερη μέρα από την Πρωταπριλιά για να σας παραμυθιάσω; :)


H Χιονάτη και οι Εφτά Κλάνη, Κλώνι, Νάνι, Σώνι, Πίνη, Δίνη και Πέρνι.  


Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα βασίλειο στην άκρη του κόσμου στο πέρα του πουθενά. Εκεί, ζούσε ένας βασιλιάς λίγο βλάκας και μια βασίλισσα λίγο τσαούσα. Τον βασιλιά τον έλεγαν Αντέλπιν και την βασίλισσα Νόρα. (Το Αντέλπιν τώρα από που βγαίνει.. Ο πατέρας του Αντέλπιν είχε γνωρίσει έναν έλληνα και είχαν γίνει πολύ φίλοι και πέρασαν πολλά μαζί, ήταν συνεργάτες, φίλοι και τέτοια. Ο έλληνας τον φώναζε συνέχεια αδερφό, αδέρφι, οπότε όταν ο πατέρας του Αντέλπιν έκανε γιο τι καλύτερο από το να τιμήσει το αδέλφι του και να ονομάσει το γιο του Αντέλπιν [αδέλφι- αντέλφι- αντέλπι]. Έτσι, για την ιστορία, και για να λεχθεί ότι ο Αντέλπιν είχε καλύτερο όνομα από άλλους, ο πατέρας του είχε κι άλλο γιο που τον είχε ονομάσει Πούσερεν, από το Που ’σαι ρε! που του έλεγε ο έλληνας αδελφός).

Ο βασιλιάς Αντέλπιν λοιπόν και η βασίλισσα Νόρα (που είχε τόσο απλό όνομα και δεν ασχολούμαστε από που βγαίνει) ήταν ευτυχισμένοι αν και παντρεμένοι από προξενιό και δεν είχαν προβλήματα γιατί δεν είχε ανακαλυφθεί και τίποτα ιδιαίτερο εκείνη την εποχή, οπότε στην πραγματικότητα οι άνθρωποι ήταν ακόμα στα δέντρα.

Μια μέρα λοιπόν σε κείνη την φορά και τον καιρό, η βασίλισσα καθόταν και κεντούσε μπροστά σε ένα από τα 812 παράθυρα του παλατιού της. Ήταν χειμώνας κι έκανε τρελαμένο ψωλόκρυο. Η βασίλισσα επέμενε να φοράει κάτι τσίτια γιατί θεωρούσε ότι μια γυναίκα δε μπορεί να φοράει αμπέχονα και βαριές κάλτσες, έτσι μονίμως συνάχωνε και φταρνιζόταν.

-Γαμώ το ξεσταύρι μου, τι πράμα να σου τρέχουν μύξες και να είναι απασχολημένα τα χέρια σου!, είπε η βασίλισσα.

Ε ναι, όταν κεντάς, τα χέρια σου είναι απασχολημένα. Φανταστείτε το βάσανο ενός φταρνίσματος εκείνη την ώρα.. ..Α ναι. Η βασίλισσα ήταν αθυρόστομη.

Μεγάλες νιφάδες χιονιού με όμορφα σχήματα σαν αστέρια έπεφταν από τον ουρανό. Τα 812 παράθυρα του παλατιού κι ούτε ένα χώρια, ήταν φτιαγμένα από έβενο, ένα κατάμαυρο πανάκριβο πανέμορφο ξύλο.

Εκεί που κεντούσε η βασίλισσα λοιπόν, φταρνιζόταν και έριχνε καντήλια όπως συνήθιζε, τρύπησε με την βελόνα το δάχτυλό της. Ε ναι, δε γίνεται να κρατάς βελόνα και να φταρνίζεσαι. Είχαν θολώσει και τα μάτια της από τα δάκρυα, καταλαβαίνετε.

Δίπλα της, είχε πάντα μία βοηθό.. συνοδό ας την πούμε, βασικά σκλάβες και δούλες τις φώναζαν τότε αλλά τέλος πάντων. Η συνοδός της βασίλισσας λοιπόν, ήταν τσαούσα κι αυτή, ταίριαζαν. Μόλις λοιπόν τα φταρνίσματα γίνικαν 26 και οι μύξες της βασίλισσας έτρεχαν πάνω στο κέντημα και τώρα προστέθηκε και το αίμα από το δάχτυλο που τρύπησε, σκέφτηκε ότι εντάξει, είχε έρθει η ώρα να μιλήσει.

-Μήπως χρειάζεστε το μαντήλι σας; Ένα διάλειμμα ίσως;
-Άντε γαμήσου που θα μου πεις και τι θα κάνω.
-Να πας να γαμηθείς εσύ!
-Πώς τολμάς να μιλάς έτσι;
-Όπως τολμάω πάντα. Λοιπόν λέγε, θα σταματήσεις λίγο να βάλεις καμία ζακέτα και να σκουπίσεις τις μύξες σου γιατί αυτό δε θα είναι κέντημα, ούτε χαλάκι για να χέσει ο σκύλος δε θα κάνει.

Η βασίλισσα με τη συνοδό (Λίνε την έλεγαν) ήταν στην πραγματικότητα πολύ φίλες.

Η βασίλισσα κατάλαβε ότι η Λίνε είχε δίκιο και σταμάτησε μεν το κέντημα αλλά όχι και τη γκρίνια.

-Να μιλάς καλύτερα ακούς; Η βασίλισσα είμαι! Να μας ακούσει κανείς θα λέει αφεντικά και δούλοι σκατά γινήκαμε ούλοι. Επιπλέον η ζακέτα που έφερες τι είναι, στα χιόνια θα πάμε;, η άλλη με τα διάφανα μεταξωτά μανίκια που είναι; Και το μαντήλι είναι με το γαλάζιο μονόγραμμα, με το κόκκινο που είναι;
-Πωωωω!!! Καλά που δεν έχεις παιδί.. είπε η Λίνε. Θα του είχες σπάσει τα νεύρα με τέτοια διάθεση και γκρίνια, α πα πα...
-Παιδί ε.. Αχ να είχα ένα παιδί.. είπε μαλακώνοντας αμέσως η βασίλισσα.

Η αλήθεια είναι ότι τα πολλά της νεύρα της τα είχε κάνει η μοναξιά και η έλλειψη αλλαγής εικόνων. Ο βασιλιάς βλέπεις, ένεκα του ότι δεν είχαν και τίποτα σοβαρά προβλήματα να ασχοληθεί, το είχε ρίξει στην κωλοβάρα. Πήγαινε για κυνήγι, για ψάρεμα, γκολφ (δεν είχε ανακαλυφθεί τότε όπως το ξέρουμε, αλλά είχαν ένα άλλο παιχνίδι που πετούσαν βουβαλίσιες πετρωμένες κουράδες στο μέγεθος γροθιάς ο ένας στον άλλο με ένα μακρύ ξύλο κι αν πετύχαιναν τον εχθρό στο μάτι το θεωρούσαν νίκη. Ε αυτό το παιχνίδι το έλεγαν γκολφ), και τέτοια. Οπότε έλειπε όλη την ώρα και η άλλη είχε ξεροσταλιάσει μόνη της. Φίλες να πεις που να βρει, ωραία και ανθηρά όλα αλλά ο λαουτζίκος στο χωριό, δύσκολο τώρα να κατέβει στο χωριό να ψάχνεται η βασίλισσα. Οπότε, μόνο τη Λίνε είχε, πάλι καλά, και όλη μέρα στο παλάτι άντε και λίγο κήπο κι αυτό ήταν. Πώς να μην είναι νευρική.

-Αν είχα ένα παιδί, είπε η βασίλισσα κοιτώντας έξω από το παράθυρο στη Λίνε που της φρόντιζε το χέρι, θα ήθελα να είναι κοριτσάκι, να έχει δέρμα ολόλευκο σαν το χιόνι που πέφτει, χειλάκια κατακόκκινα σαν το αίμα μου και μαλλάκια κατάμαυρα σαν τον έβενο που τον πληρώσαμε τόσα λεφτά, τελείως μαλάκας ο άντρας μου. Λύσσαξε! Βάλε σίδερο χρυσέ μου, του έλεγα, να πιάσει τόπο, τίποτα αυτός, εκεί, να βάλει ξύλο να πιτσικάρει τώρα με τέτοιο καιρό και ‘μεις να πλευριτώνουμε να κλάνουμε. Σιχτίρ..

-Έλα.. μην γκρινιάζεις.. της είπε η Λίνε και την αγκάλιασε. Και καλά έκανε γιατί η βασίλισσα Νόρα είχε ανάγκη από αγκαλιές.

Λίγο πριν πάρει αγκαλιά η Λίνε τη βασίλισσα, την ώρα που ευχόταν να έχει ένα παιδί, περνούσε έξω από το παράθυρο μια νεράιδα, μεγάλο αλάνι. Αυτή δεν έχει σχέση με την ιστορία αλλά έκοβε δρόμο και περνούσε από κει καθώς πήγαινε σούμπιτη στη βαφτιστήρα της τη Σταχτοπούτα που περνούσε μαύρη ώρα αλλά θα εξετάσουμε σε άλλη ιστορία. Η νεράιδα άκουσε την ευχή της βασίλισσας και αν και δεν ήταν δική της υπόθεση, φρέναρε εκεί ψηλά για δύο δεύτερα, έβγαλε το βρακί απ’ τον κώλο, γέλασε τσιριχτά κι έκανε ένα τσιφ! με το μαγικό της ραβδί και λίγη μαγική αστρόσκονη έπεσε προς το παλάτι, κοντά στο παράθυρο που ήταν οι δυο γυναίκες. Κι εξαφανίστηκε.

Η βασίλισσα Νόρα όπως ήταν αγκαλιά με τη Λίνε με τα μάτια κλειστά και δακρυσμένα, σα  να άκουσε ένα τσιριχτό απόκοσμο γέλιο κι άνοιξε τα μάτια.
Δεν πρόλαβε να δει τη νεράιδα φυσικά αλλά είδε την αστρόσκονη που έλαμπε.
-Κοίτα Λίνε τι όμορφες χιονονιφάδες! είπε, έσπρωξε τη συνοδό και φίλη της και άνοιξε διάπλατα το εβένινο παράθυρο. Με λαχτάρα έβγαλε το κεφάλι και τα χέρια της έξω και την έλουσε η αστρόσκονη.

Δε χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι η αστρόσκονη έκανε τη δουλειά της, και ένα σεξάκι με το βασιλιά εκείνες τις ημέρες ήταν αρκετό για να της χαρίσει την πολυπόθητη κόρη που ήθελε.

Οι εννιά μήνες της εγκυμοσύνης πέρασαν γρήγορα. Και η βασίλισσα έγινε η πιο γλυκιά του κόσμου. Αλλά δεν πρόλαβαν να χαρούν την όμορφη αυτή αλλαγή, γιατί η Νόρα πέθανε. Γέννησε, είδε το κοριτσάκι της, του χαμογέλασε και πέθανε. Φυσικά και είχε τον καλύτερο γιατρό. Αλλά η ζωή συχνά μας ειρωνεύεται. Ο γιατρός της έλειπε τη στιγμή που την έπιασαν οι πόνοι της γέννας, την ανέλαβε ένας άχρηστος, που εννοείται ότι αποκεφαλίστηκε μετά, αλλά τι να το κάνεις, αντίο Νόρα.

Έπεσε πολύ κλάμα. Γιατί όλοι την αγαπούσαν τη βασίλισσα Νόρα, άσχετα αν γκρίνιαζε, έβριζε κι έκλανε δυνατά για να βλέπει τους άλλους να σοκάρονται και να γελάει. Ήταν πολύ καλή και δίκαιη. Και άφησε πίσω της τη Χιονάτη. Που την ονόμασε έτσι γιατί είχε ένα τόσο λευκό, σχεδόν κρυστάλλινο δέρμα. Και που θα μεγάλωνε με τη Λίνε, την φίλη της Νόρας που ορκίστηκε να μείνει δίπλα στο παιδί, ό,τι και να γινόταν.

Η Χιονάτη είχε πάρει την ιδιοσυγκρασία της μαμάς της. Θα έλεγε κανείς ότι τη μεγάλωσε η βασίλισσα, αλλά όχι, καμιά φορά τα γονίδια είναι από μόνα τους αρκετά. Είχε πάρει το ατίθασο και το φευγάτο του χαρακτήρα της μαμάς της και ήταν πανέξυπνη. Από τον μπαμπά της αν πήρε κάτι; Μμ, λένε πως υπερισχύουν τα ισχυρότερα γονίδια, τώρα δεν ξέρουμε και μεις, φανταζόμαστε πως κάτι θα πήρε. ..Τα όμορφά του μάτια! Μελί με πράσινους κυματισμούς και χρυσές αποχρώσεις. Αυτά τα μάτια είχε η Χιονάτη.

Ο βασιλιάς Αντέλπιν που καιρό έχουμε να τον αναφέρουμε γιατί είναι αδιάφορος και μαλάκας και μόνο να παίζει γκολφ με κουράδες ήξερε, έπαθε ένα μίνι κοκομπλόκο που έχασε το γυναικάκι του γιατί βλάκας ξεβλάκας, πολύ την αγαπούσε και κάθε βράδυ του άρεσε πολύ που κοιμόταν στην αγκαλιά της. Και τώρα μόνος σε τέτοια κρεββατάρα κρύωνε, έβλεπε και εφιάλτες (..Ήταν λίγο μπούλης, απόδειξη ότι άμα τον τρόμαζες πηδούσε πάνω κάτω και χτυπούσε τα μπούτια του με τα χέρια του τσιρίζοντας, ας μην το συζητήσουμε, ήταν καλό παιδί κατά βάθος).

Περνούσε ο καιρός, η Χιονάτη μεγάλωνε, με τη βοήθεια της Λίνε, αλλά τι να πρωτοκάνει κι αυτή; Είχε τη δική της οικογένεια, είχε παντρευτεί τον καμαριέρη των ιδιαίτερων δωματίων των βασιλέων.
Μια φορά η Λίνε, παλιά, είχε ανέβει πάνω στο κρεβάτι της βασίλισσας και χοροπηδούσε και γελούσε δυνατά. Την άκουσε ο καμαριέρης, μπήκε, άρχισε να την επιπλήττει, αυτή αντέδρασε.. Αυτή ήταν η πρώτη τους γνωριμία. Τα υπόλοιπα ανήκουν σε ένα από τα κεφάλαια του Βιβλίου του Έρωτα.

Η Χιονάτη, με την ιδιοσυγκρασία της μαμάς της, ήταν ένα μικρό αγρίμι. Μπορεί καμιά φορά να ήταν μεγάλος μπελάς, αλλά όλοι την αγαπούσαν. Και της το έδειχναν. Εκτός από το μπαμπά της το βασιλιά που τον έβλεπε πολύ αραιά.

Ο Αντέλπιν δεν ήταν πολύ εντάξει πατέρας. Την κορούλα του την αγαπούσε πολύ αλλά του θύμιζε τόσο πολύ τη γυναίκα του που δεν άντεχε να τη βλέπει συνέχεια. Άδικο αυτό για το παιδί, αλλά σε τι κόσμο ζούμε για να ψάχνουμε για δικαιοσύνη;

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, περνούσε ο καιρός και μια μέρα ήρθε τηλεγράφημα με περιστέρι στο παλάτι. Το τηλεγράφημα έλεγε πως θα περάσει εντός των ημερών με καραβάνι όμορφη πριγκίπισσα του πέρα χαλιφάτου και ζητάει την άδεια να ξεκουραστεί για λίγες μέρες στο παλάτι, ώστε να πάρουν δυνάμεις και να ανεφοδιαστούν και να συνεχίσουν το δρόμο τους. Ο βασιλιάς επειδή ήταν ευγενής είπε φυσικά ναι. Η πριγκίπισσα ήρθε και δεν έφυγε ποτέ. Ο βασιλιάς την παντρεύτηκε και την κατσίκωσε ως νέα βασίλισσα στο σπίτι και στη ζωή όλων.

Έλα όμως που η νέα βασίλισσα ήταν μεγάλη κουφάλα. Όχι, δεν ήταν μεγάλη κουφάλα, ήταν Μεγάλη Κουφάλα. Πολύ Μεγάλη Κουφάλα.

Η νέα μητέρα της Χιονάτης ήταν μάγισσα, μην το συζητάμε. Καταρχήν το είχε σχεδιάσει όλο. Σιγά που θα πέρναγε από κει άμα ήθελε να πάει στο Δώθε Χαλιφάτο. Είναι παγκοσμίως γνωστό ότι το Πέρα Χαλιφάτο, το δικό της, είναι ακριβώς απέναντι από το Δώθε Χαλιφάτο. Άρα, γιατί να κάνει παράκαμψη για να πάει στο Κείθε Χαλιφάτο του Αντέλπιν; Μα φυσικά για να το κατακτήσει. Για τι άλλο; Είχε μάθει για το θάνατο της βασίλισσας, ήξερε ότι ο βασιλιάς δεν πιάνει πουλιά στον αέρα, οπότε ήταν η ευκαιρία. Άφησε φυσικά να περάσουν καμιά δεκαπενταριά χρόνια να μεγαλώσει λίγο η Χιονάτη γιατί τα μικρά παιδιά τα έτρωγε και δε θα μπορούσε να βρίσκεται στο καινούριο της παλάτι και να φάει την πριγκίπισσα, δε θα ήταν καλό για τη φήμη της. Πώς ήξερε ότι ο βασιλιάς δε θα ξαναπαντρευόταν καμία άλλη; Ααα.. η βασίλισσα του Πέρα Χαλιφάτου που την έλεγαν Κούφαλα (απλή σύμπτωση), είχε ένα καθρέφτη που της τα έδειχνε και της τα έλεγε όλα. Τον Καθρέφτη τον έλεγε Δόσιλογ. Η Κούφαλα με τον Δόσιλογ ήταν κολλητοί. Όλη μέρα η Κούφαλα μπροστά στον Δόσιλογ να τον ρωτάει τι γίνεται δώθε κείθε πέρα, όλα να τα ξέρει.

Ίσως αναρωτηθεί κανείς τώρα τι γινόταν με το δικό της βασίλειο, αν ήταν τόσο Μεγάλη Κουφάλα η Κούφαλα δε θα φερόταν άσχημα στο λαό της και άρα θα ήταν γνωστό σε όλους Πέρα Δώθε και Κείθε; Όχι, ήταν πολύ έξυπνη η Κούφαλα. Φερόταν πολύ καλά στο λαό της και τους φρόντιζε, άλλωστε της ήταν εύκολο να κάνει μαγικά και να μετατρέπει ό,τι ήθελε σε φαγητό ή χρήμα, οπότε δεν τους έλειπε τίποτα. Επιπλέον, έτρωγε τα παιδιά τους. Κι έπρεπε να είναι χαρούμενοι και χορτάτοι για να γεννάνε υγιή παιδιά. Δε φαντάζεστε τι χάλια γεύση έχουν τα κοκαλιάρικα. Και πως το έκανε αυτό; Εύκολα. Τους είχε παραμυθιάσει ότι λίγο έξω από το βασίλειό τους στο μεγάλο καταπράσινο δάσος, ήταν ξωτικά μάγισσες και κακές νεράιδες που έκλεβαν παιδιά, και τους είχε πει να λένε στα παιδιά τους να μην πηγαίνουν προς τα κει. Αυτοί το έλεγαν στα παιδιά τους αλλά είναι γνωστό πως ό,τι λες στα παιδιά, αυτά κάνουν το αντίθετο. Και δεν έσφιξαν οι κώλοι μετά από τα πρώτα κρούσματα; Ωω.. ναι, πάντα σφίγγουν οι κώλοι για λίγο και μετά ξαναχαλαρώνουν, ξεχνάει ο άνθρωπος, γι’ αυτό είναι η ανθρωπότητα έτσι. Αν είχε μνήμη θα έκανε διαφορετικά τα πράγματα.

Κανείς φυσικά δεν ήξερε ότι ήταν μάγισσα και τα έκανε αυτά, και όποιος το είχε υποπτευθεί, της το έλεγε ο Δόσιλογ οπότε ως δια μαγείας χανόταν. Έτσι, όλα  πήγαιναν ρολόι.

Στο γάμο του Άντελπιν και της Κούφαλα έγινε τρικούβερτο γλέντι. Ήταν όλοι (στ’ αλήθεια) μαγεμένοι από την ομορφιά και την λάμψη της νέας βασίλισσας εκτός φυσικά από τη Χιονάτη που ήταν γάτα με πέταλα και η καινούρια της βρώμαγε. Στ’ αλήθεια της βρωμούσε. Κάτι σαν αδιόρατη σαπίλα. Κι αναρωτιόταν τι ανώμαλος ήταν ο γέρος της να είναι δίπλα σε μια βρωμούσα.

Περνούσε ο καιρός, κι η Κούφαλα δεν χώνευε τη Χιονάτη και η Χιονάτη δεν χώνευε την Κούφαλα. Η Κούφαλα εκτός από κουφάλα ήταν και ζηλιάρα. Και η Χιονάτη είχε αρχίσει να εξελίσσεται σε πολύ πρώτο γκομενάκι και η άλλη είχε αρχίσει να βιδώνεται. Γιατί εκτός των παιδιών που έτρωγε, της άρεσε να σφάζει και τεκνά στο γόνατο. Αυτό δεν είναι κυριολεκτικό. Για σεξ τα ήθελε. Έτσι, είχε αρχίσει να σκέφτεται ότι η Χιονάτη θα της τρώει τους γκόμενους της κωλόγριας να πούμε που η Χιονάτη, ούτε να πάει το μυαλό της. Κλειδωμένο εκεί μέσα τόσα χρόνια, πάλι καλά που ήξερε από που κατουράνε να λες. Ό,τι της είχε πει η Λίνε για την περίοδο και το πως γίνονται τα παιδιά κι αυτό ήταν. Κι έξυπνη ήταν και στρόφαρε αλλά άμα δεν έχεις πληροφορίες από πουθενά, αυτό δε φτάνει από μόνο του.

Η Χιονάτη ένιωθε την έχθρα της καριόλας και είχε αρχίσει κι αυτή να δυσανασχετεί. Είχε προσπαθήσει να θίξει το θέμα στον πατέρα της, μερικές από τις σπάνιες φορές που τον είχε πετύχει μόνο του χωρίς την Κούφαλα, αλλά δεν είχε βγάλει άκρη. Μόνη της, με μόνη παρέα τη μεσήλικη Λίνε, να μιλάνε ψιθυριστά και προσεκτικά μην τους ακούσει ο Δόσιλογ. Φυσικά και ήξεραν. Και τι να κάνουν;

Οι μέρες περνούσαν. Η Κούφαλα έψαχνε αφορμή. Και τη βρήκε. Η αφορμή. Ο Δόσιλογ που απλώς μαρτυριάρης καθρέφτης ήταν κι όχι κανένας έξυπνος άνθρωπος. Έτσι, μια μέρα που η Κούφαλα ήταν στο μπάνιο κι έχεζε, ο Δόσιλογ άρχισε να τραγουδάει Είσαι Κούκλα και Τσαχπίνα δεν έχει άλλη στα Πέρα Δώθε Κείθε Πάνω Κάτω Παντού (δεν ήξερε τους στίχους κι έλεγε δικά του, επίσης δεν είχε καλή φωνή, α πα πα) κι η Κούφαλα χαμογέλασε γιατί νόμιζε ότι έλεγε γι αυτήν μέχρι που ο Δόσιλογ έκανε το μοιραίο λάθος και είπε στο τέλος του τραγουδιού.. Αχ.. Χιονάτη..

Κι έτσι ξεκίνησε η αρχή του τέλους. Η Κούφαλα αφήνιασε. Πετάχτηκε με το σκατό στον κώλο, διέλυσε ό,τι υπήρχε στο δωμάτιο και το μπάνιο, αθόρυβα, μπορούσε να το κάνει με μαγικά, να σπάει και να μην ακούγεται τίποτα, έγινε τέτοιος χαμός εκεί μέσα που εξαφανίστηκε μέχρι και ο Δόσιλογ απ’ τον καθρέφτη, κρύφτηκε στο μαύρο σκοτάδι του τίποτα πίσω από το τίποτα του καθρέφτη.

Μόλις τα διέλυσε όλα, με ένα νεύμα του κεφαλιού της και βγάζοντας πραγματικά καπνούς από το μύτη, επανέφερε τα πάντα όπως ήταν και πήγε στο παράθυρο. Οι ατμοί από τη μύτη της θόλωναν το τζάμι κι έκανε λίγο πίσω γιατί κάτι ενδιαφέρον έβλεπε και το χανε με τους ατμούς. Ο κηπουρός σκάλιζε τον κήπο. Ημίγυμνος, ιδρωμένος, με τα γυμνασμένα μπράτσα και το στενό κολάν, τσεκούρωνε κάτι ξύλα για τα δεκάξι τζάκια του παλατιού. Ένιωσε το βλέμμα της βασίλισσας, σηκώθηκε που ήταν σκυμμένος, σκούπισε με την ανάποδη της παλάμης τον ιδρώτα από το κούτελο, έσιαξε την κοτσίδα του, και κατέβασε τα rayban στα μάτια του. (..Και βέβαια υπήρχαν τα Rayban από τότε. Τα είχε ανακαλύψει ο γιατρός Ρέημπαν στο χωριό Τύφλα. Το χωριό Τύφλα είχε πολύ ήλιο και δεν την πάλευαν οι κάτοικοι, μέχρι που ο οφθαλμίατρος ανακάλυψε τα γυαλιά ηλίου. Μεγάλη ανακάλυψη, χρυσό τον έκαναν). Πριν όμως σκεπάσει τα μάτια με τα γυαλιά, έκλεισε το μάτι πονηρά στη βασίλισσα και έστρωσε τον καβάλο του με νόημα. Έπιασε το τσεκούρι με τρόπο να τονιστούν οι φλέβες στα χέρια του και συνέχισε το τσεκούρωμα.

Πουλάκι μου.. θες σφάξιμο εσύ ε; σκέφτηκε η βασίλισσα. Αλλά θα μου κάνεις και δουλίτσα πτωχέ και ταπεινέ σκλάβε, συνέχισε να σκέφτεται ενώ τσίριξε ΔΟΥΛΑΑΑΑΑ!!!! ΔΟΥΛΑΑΑΑΑ!! Δε φώναζε κάποια συγκεκριμένη, δεν την ενδιέφερε ποιο ήταν το όνομα της κάθε κοπέλας που δούλευε στο παλάτι, όλες Δούλες τις φώναζε. Η Μάριαν που περνούσε από κει, έριξε ένα σιχτίρι χαμηλόφωνα που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα και μπήκε στο δωμάτιο της Κούφαλας.  

-Τι θα ήθελε η μεγαλειότητά σας;
-Σκάσε! Φέρε τον κηπουρό!
-Μάλιστα..
-Σκάσε!

Η Μάριαν βγήκε από το δωμάτιο, έριξε μια μούντζα και πήγε τρέχοντας στον κήπο. Ο κηπουρός ξαπλωμένος, κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, σκάλιζε το δόντι με το μακρύ μικρό του νύχι. Η Μάριαν τον κοίταξε με ψιλοαηδία.

-Τι λέει το μωράκι; Πώς πάει; της λέει ο κηπουρός ενώ στηρίχτηκε στον αγκώνα του, κατέβασε ελαφρώς τα rayban κοιτώντας την από πάνω και άνοιξε λίγο τα πόδια να δείξει πόσο φούσκωνε το κολάν. Η Μάριαν πλέον είχε πάρει φάτσα λες κι έβλεπε εμετό με κολάν και rayban.

-Σήκω, σε θέλει η βασίλισσα!

Χωρίς να ταραχτεί ο γλίτσας, ξάπλωσε χαμογελώντας, έβαλε τα rayban πίσω στη θέση τους και είπε: Με θέλει ε; Και βέβαια με θέλει. Ποια δε με θέλει εμένα;

-ΣΗΚΩ ΤΩΡΑ ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ! του φώναξε η Μάριαν γιατί λίγο ακόμα και θα ξερνούσε.
-Ντάξει ρε μπιζού, μη φωνάζεις και χαλάς τη φωνούλα σου, πάω.. είπε ο γαμιάς της γειτονιάς και σηκώθηκε τρουλώνοντας τον κώλο του προς τη Μάριαν και τινάζοντας την κοτσίδα του προς τα πίσω. Παραλίγο να του φύγουν τα γυαλιά, κοίταξε αν τον είδε η Μαριάν αλλά αυτή είχε ήδη φύγει..

Η Κούφαλα ήταν στο δωμάτιό της. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, δεμένη χειροπόδαρα με δερμάτινα λουριά. Φορούσε ένα δερμάτινο βρακί και είχε δύο φούντες στα βυζιά της. Ποιος την έδεσε; Χελόου βρε σεις, μάγισσα είναι η γυναίκα.
Χτύπησε η πόρτα. Παρακαλώ; λέει όλο νάζι η Κούφαλα. Εγώ είμαι βασιλοτάτη βασίλισσα των βασιλέων αγαπημένη ω μεγαλειοτάτη, απάντησε ο κηπουρός. Είσαι μόνος; τον ρωτάει. Ναι, της λέει. Πέρνα μέσα. Μπαίνει, μένει μαλάκας. Κλείδωσε, του λέει.

Αυτά που έγιναν εκεί μέσα δεν έχουν θέση σε ένα παραμύθι για ενήλικες. Έτσι, δε θα ειπωθούν. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η Κούφαλα τον μάγεψε και τώρα μπορούσε να τον κάνει ό,τι ήθελε. Βασικά μαγεμένο τον είχε, αυτός ήταν βλάκας, για να καταλάβετε, του είπε να του βιδώσει με ούπα τα rayban στο κεφάλι γιατί της αρέσει να τον βλέπει να τα φοράει κι αυτός χάρηκε, της είπε ναι.. Όχι, δεν το έκανε, αλλά αυτός.. τόσο βλάκας.

Τον έβαλε να σκοτώσει τη Χιονάτη. Να την πάει στο δάσος και να την καθαρίσει. Και για απόδειξη, να της φέρει το πνευμόνι και το συκώτι της. Θα τα έτρωγε. Θα τα μαγείρευε με λεμόνι λάδι και μπαχαρικά και θα τα έτρωγε. Και θα τάιζε και το μαλάκα το βασιλιά.. Δεν το είπε σε κανέναν, αλλά αυτό θα έκανε.

Μετά από μερικές μέρες που άφησε να περάσουν, η βασίλισσα είπε στον κηπουρό να ζητήσει βοήθεια από τη Χιονάτη, τάχα να πάει μαζί του βόλτα στο δάσος να μαζέψουν μανιτάρια και μόλις έβρισκε το κατάλληλο σημείο μακριά-μακριά, να τη σκότωνε. Και μην τη θάψεις, του είπε. Άσ’ τη, να τη φάνε τα ζώα! Ο κηπουρός ανατρίχιασε λίγο αλλά θα έκανε ό,τι του είπε. Τη συμπαθούσε τη Χιονάτη, ντάξει άτομο ήταν, αλλά εδώ γαμούσε τη βασίλισσα, για μια συμπάθεια τώρα.. γάμα το. Ναι, πήγαιναν να τον ακουμπήσουν οι τύψεις αλλά ήταν πολύ τραχύς και δε γινόταν να σταθούν απάνω του..
Ο κηπουρός κατέβηκε στον κήπο και βρήκε τη Χιονάτη να μυρίζει τα τριαντάφυλλα. Έλα ρε, τι κάνεις; τι γίνεται; Γουστάρεις να πάμε για μανιτάρια; της είπε με τα χέρια στη μέση, τα rayban στα μάτια και ένα χαμόγελο πέρα ως πέρα. Που σου ‘ρθε τώρα αυτό; τον ρώτησε καχύποπτα η Χιονάτη. Καταρχήν έχει να βρέξει μέρες, τι μανιτάρια να μαζέψουμε; Βαθιά στο δάσος βρέχει ρε! του ‘κοψε και είπε ο κηπουρός. Και είναι ωραία! Ε σε βλέπω όλη την ώρα εδώ μέσα κλεισμένη, άντε έλα μια βόλτα! την έπεισε. Η Χιονάτη πήγε μαζί του. Την ώρα που έβγαιναν από το βασιλικό κήπο κι έμπαιναν στο δάσος, ένιωσε μια ανατριχίλα στην πλάτη. Γύρισε το κεφάλι της να δει αλλά δεν είδε τίποτα. Η όρασή της δεν έφτανε μέχρι το παράθυρο του δωματίου της Κούφαλας που γελούσε δαιμονικά.

Συνεχίζεται...