Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Η Χιονάτη αλά Κωλόγρια. Μέρος 3ο.



H Χιονάτη και οι Εφτά Κλάνη, Κλώνι, Νάνι, Σώνι, Πίνη, Δίνη και Πέρνι / Μέρος 3ο.

 

(Το 1ο μέρος είναι εδώ και το 2ο εδώ). 

 

-ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;! ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ;! ούρλιαζαν οι νάνοι στον Πίνη ο οποίος τους κοιτούσε και δεν καταλάβαινε γιατί ωρύονται. -Έχουμε πει ή δεν έχουμε πει ότι πυροβολούμε τους εισβολείς; Αυτό αλλάζει όταν είναι ωραία γκόμενα; είπε ο Πίνη και τράβηξε μια καλή τζούρα. -Σβήσε το γαμημένο που σου χει κάψει τον εγκέφαλο και έλα εδώ ρε παλιομαλάκα, ένα κοριτσάκι είναι, το σκότωσες ρε μαλακισμένε μαλάκα!!, ούρλιαζε ο Νάνι ο οποίος για πρώτη φορά είχε ξυπνήσει για τα καλά. Η αδρεναλίνη έτρεχε στις φλέβες του και ήταν έτοιμος να πιάσει από το λαιμό τον Πίνη και να τον πλακώσει στις μάπες. 

 

-Ρε μαλάκες.. είπε ο Κλώνι ο οποίος είχε γονατίσει δίπλα στην πεσμένη Χιονάτη, αναπνέει..


-Τι έγινε;.. Πού βρίσκομαι; είπε ζαλισμένα η Χιονάτη και άνοιξε τα μάτια της. Οι νάνοι δεν έβγαλαν μιλιά, κάποιοι απ’ αυτούς ξεφύσηξαν ανακουφισμένοι που το κορίτσι ζούσε. -Γιατί με πυροβολήσατε; κατάφερε να πει μέσα στη ζάλη της η Χιονάτη, τρίβοντας το κεφάλι της. -Γιατί σε βρήκαμε μέσα στο σπίτι μας και έχουμε πει.. -ΣΚΑΣΕ! είπε ο Πίνη για να τον διακόψει απότομα ο Σώνι ο οποίος τώρα είχε αρχίσει να συνέρχεται από το σοκ. -Πονάς πουθενά; είπε και πήγε κοντά της. -Όχι, νομίζω ότι είμαι καλά.. είπε η Χιονάτη προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και να καταλάβει αν είχε χτυπήσει κάπου. Τη σφαίρα τελικά την είχε φάει η πόρτα. Όσο για τη Χιονάτη, τρόμαξε, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι της και λιποθύμησε. Τώρα είχε μείνει μόνο ένας ελαφρύς πονοκέφαλος. Τους το είπε. -Δεν είναι τίποτα αυτό, έλα, σήκω να σε περιποιηθούμε, της είπε χαμογελαστός ο Κλώνι που δεν είχε φύγει στιγμή από δίπλα της. –Ευχαριστώ, ευχαριστώ.. είπε η Χιονάτη και σηκώθηκε τρικλίζοντας. –Τι ευχαριστείς; Εμείς συγνώμη, χίλια συγνώμη.. της είπε ο Κλώνι βοηθώντας τη να κάτσει σε μια καρέκλα. –Τι συγνώμη ρε μαλάκα, μπούκαρε ή δεν μπούκαρε σπίτι μας;! είπε ο Πίνη και παραλίγο να γίνει άγριος καυγάς εκεί μέσα. -ΣΚΑΣΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΣΚΑΣΕ ΒΟΥΛΩΣΕ ΤΟ! ούρλιαζαν στα μούτρα του ο Δίνη μαζί με τον Πέρνι.

-Μπούκαρα.. αυτή είναι η αλήθεια.. μην του φωνάζετε.. είπε λίγο ντροπιασμένα η Χιονάτη. -Ορίστε! είπε ευχαριστημένος ο Πίνη. -ΣΚΑΣΕ! του ξαναείπε στα μούτρα ο Δίνη και γύρισε προς τη Χιονάτη. Ο Κλάνη πήγε γρήγορα και της έφερε ένα ποτήρι νερό. Κι απ’ το σοκ του, του έφυγαν δυο τρεις πορδές. -Έλα ρε μαλάκα έλεος πια! του είπε ο Σώνι κουνώντας το χέρι να φύγει η μπόχα. –Είναι που είναι η κοπέλα έτσι, θέλεις να την αποτελειώσεις; συμπλήρωσε, κι ο Κλάνη κοκκινίζοντας είπε -αφού το ξέρετε ότι έχω ευερέθιστο έντερο.. -Μην τον μαλώνετε.. μην μαλώνετε για μένα.. εγώ φταίω.. σας παρακαλώ.. σας ζητώ συγνώμη.. είπε γλυκά η Χιονάτη και έβαλε τα κλάμματα. 

-Όχι, όχι, μην κλαις, σε παρακαλώ, της έλεγε ο ένας μετά τον άλλο, ακόμα και ο Πίνη ο οποίος είχε καταλάβει ότι βιάστηκε να πυροβολήσει και τώρα χαιρόταν που δεν είχαν κλάψει θύματα.

Και κάπως έτσι γνωρίστηκαν οι εφτά νάνοι με τη Χιονάτη. Τους είπε την ιστορία της, οι νάνοι είχαν ακούσει πολλά για την Κάριολα, ήξεραν ακριβώς για ποια μιλούσε η Χιονάτη. Μεγάλη καριόλα η Κάριολα. –Δε μας είχε κάνει και κόμπλα τότε με τα εμπορεύματα; Θυμάστε; είπε ο Πέρνι και θυμήθηκαν όλοι μαζί πόσο μεγάλη κακιά καριόλα ήταν η Κάριολα.
Οι νάνοι συμφώνησαν να μείνει εκεί η Χιονάτη για όσο θα ήθελε, άλλωστε μαγείρευε εξαιρετικά, είχαν δοκιμάσει το φαγητό της εκείνη την πρώτη μέρα της γνωριμίας και είχαν πάθει πλάκα. Δε θα τους πείραζε να γυρίζουν και να υπάρχει μια χαμογελαστή παρουσία που θα τους φρόντιζε το σπιτικό. Κι αυτοί, για αντάλλαγμα, θα της παρείχαν φροντίδα, προστασία, τροφή και στέγη. Κι έτσι ήταν χαρούμενοι όλοι. Κι ο καιρός περνούσε. Αλλά τα νέα δεν αργούν να μαθευτούν. Ουδέν κρυφό υπό το φως του ήλιου. Ή τα αυτιά της Κάριολας.

Έτσι, μια νύχτα χωρίς φεγγάρι που η Κάριολα έσφαζε στο γόνατο ένα τεκνό (αυτή τη φορά είναι κυριολεξία, έσφαζε ένα ωραίο αγόρι για να το φάει), καθήμενη σε ένα κομμένο κορμό δέντρο στον κήπο της, αυτόν που χρησιμοποιούσε για να κόβει τα ξύλα για τα δεκάξι τζάκια του παλατιού ο κηπουρός που πέθανε κακήν κακώς στα πόδια του λύκου, άκουσε από το μισάνοιχτο παράθυρο τον καθρέφτης της το Δόσιλογ να λέει Αχ Χιονάτη Αχ Χιονάτη.. μέσα στον ύπνο του. Και βέβαια κοιμούνται και οι καθρέφτες, ειδικά οι μαγικοί. Μην ξεχνάτε πως μέσα στους μαγικούς καθρέφτες ζουν πνεύματα που ζουν, τρώνε, κοιμούνται, κάνουν σχέσεις, δουλεύουν κλπ, απλά, σε παράλληλο σύμπαν. Ε, το σύμπαν που βρισκόταν ο Δόσιλογ τύχαινε να έχει κοινές μέρες και νύχτες με το σύμπαν της Κάριολας. Και τυχαία, είχε ξεχάσει να κλείσει το Σύνδεσμο (έτσι λεγόταν ο τρόπος που ενωνόταν τα παράλληλα σύμπαντα, στην πραγματικότητα άνοιγε κι έκλεινε ένα διακόπτη) Έτσι, νύχτα ήταν, κοιμόταν και παραμιλούσε. Ήξερε καιρό ότι η Χιονάτη ήταν ζωντανή αλλά δεν το είχε πει στην Κάριολα. Είχε αρχίσει να του τη δίνει αυτή η γυναίκα και δούλευε γι’ αυτήν πάρα πολύ καιρό. Και μια συμπεριφορά όπως τη δική της δεν μπορεί εύκολα να την αντέξει κάποιος σε όποιο σύμπαν και να βρίσκεται..

Ήθελε δεν ήθελε όμως ο Δόσιλογ, την έκανε τη μαλακία του μέσα στον ύπνο. Είπε το όνομα της Χιονάτης, η Κάριολα και μόνο στην ιδέα της μισητής πρόγονής της, κυριολεκτικά εκτοξεύτηκε προς το δωμάτιό της. Πέταξε κακήν κακώς το μισοφαγωμένο πτώμα του τεκνού από τα γόνατά της, σίγουρη ότι δε θα κινδυνεύει γιατί είχε κάνει τα μαγικά της και το πτώμα φαινόταν σαν μισοφαγωμένο ζώο, οπότε το πολύ πολύ ή να το έτρωγε κάποιο άλλο ζώο (κρίμα, και είχε μια γεύση μούρλια), κι εκτοξεύτηκε στο δωμάτιό της. Ένα απαλό ροχαλητό ακουγόταν μέσα από τον καθρέφτη, απ’ τον καημένο το Δόσιλογ, που το αληθινό του όνομα ήταν Αρτέμης αλλά αυτή του το είχε αλλάξει σε αυτό που είχε τώρα. Η Κάριολα μπήκε στο δωμάτιο και βρόντηξε τόσο δυνατά την πόρτα και ούρλιαξε ΤΙ ΕΙΠΕΣ ΡΕ! που μέχρι και σεις τρομάξατε χωρίς να το ξέρετε. Του Δόσιλογ ή Αρτέμη του έφυγαν λίγα τσίσα πριν προλάβει να ανοίξει τα μάτια, σε κλάσματα του δευτερολέπτου όλα αυτά, άλλωστε η πραγματική φωνή της Κάριολας ήταν σα νύχι σε πίνακα μαζί με ουρλιαχτά νυχτερίδων και συριγμούς φρεναρίσματος τραίνου. Κοινώς απαίσια και εντελώς τρομακτική. Φυσικό να κατουρηθεί κάποιος ακουγόντάς την. 

-Τι είπα μεγαλειοτάτη;.. κοιμόμουν..

-ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕΣ!

-Τι είπα;

-ΑΧ ΧΙΟΝΑΤΗ.. θα ξεράσω, ούτε το όνομα αυτού του σιχάματος δε μπορώ να πω και να μη μου έρθει αναγούλα!

Ο Δόσιλογ προσπαθούσε να σκεφτεί αλλά ήταν τόσο τρομοκρατημένος που δε μπορούσε. Αυτό το δολοφονικό βλέμμα αυτής της καριόλας ήταν τόσο διαπεραστικό που σχεδόν ένιωθε να τον πονάει ο εγκέφαλός του. Ανοιγόκλεισε λίγο τα μάτια, και του ήρθε. Έβλεπε όνειρο τη Χιονάτη.. ωω.. λες; να είπε το όνομά της; και τώρα; Ω το καημένη το κορίτσι.. όχι γαμώτο.. και τώρα;

-Τι θα γίνει;! Θα μου απαντήσεις;! Έχουμε και δουλειές μαλακισμένο βερνικωμένο κωλότζαμο! Γιατί είπες το όνομά της;! τσίριξε η Κάριολα. 

Δύσκολο το παιχνίδι για τον Δόσιλογ. Να δώσει τη Χιονάτη που τόσο συμπαθούσε σε αυτήν την αντιπαθητική σκύλα και να συνεχίσει να ζει όλο αυτό που είχε βαρεθεί πια να ζει ή να έκανε τώρα την επανάστασή του, την προσωπική του επανάσταση, να έλεγε ψέμματα στη σκύλα; Κι αν το μάθαινε; 

-ΘΑ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ;;;;!!! ούρλιαξε η Κάριολα κι έπιασε τον τεράστιο ξύλινο καθρέφτη κι άρχισε να τον ταρακουνάει.

-Σταματήστε! Σταματήστε σας παρακαλώ! Απλώς την είδα στον ύπνο μου! (της είπε τελικά ψέματα. Ο κύβος ερρίφθη).

-..Γιατί την είδες στον ύπνο σου;

-..Τι εννοείτε.. πώς να ξέρω γιατί;..

-Έχει περάσει τόσος καιρός, γιατί τη θυμήθηκες τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω!

-..Δεν ξέρω.. είναι μεγάλο μυστήριο ο εγκέφαλ..

-Ποιος;! Ο εγκέφαλος πήγες να πεις; ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ άρχισε να ουρλιάζει (γελάει) η Κάριολα και κάποια τζάμια ράγισαν στο παλάτι. -Εγκέφαλο εσύ; Καλό κι αυτό! ΤΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟ ΡΕ ΒΡΩΜΕΡΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ ΠΟΥ ΣΕ ΜΑΖΕΨΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΚΑΙ Σ’ ΕΧΩ ΚΑΝΕΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΞΙΑΣ! ΛΕΓΕ ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΕΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ! ΑΚΟΥΣΕΣ ΚΑΤΙ; ΕΙΔΕΣ ΚΑΤΙ; ΛΕΓΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΕ ΔΙΑΛΥΣΩ!

Θα μου κλάσεις τ’ αρχίδια παλιοκαριόλα, σε βαρέθηκα μωρή πουτάνα, α γαμήσου, ήθελε να της πει στην πραγματικότητα ο Δόσιλογ αλλά δεν ήταν της ώρας, έπρεπε πρώτα να κάνει ένα σχέδιο, όχι να τσακωθεί μαζί της αυτή τη στιγμή, αφού την έβλεπε, είχε πάθει υστερία. Οπότε θα πήγαινε με τα νερά της, να κερδίσει χρόνο. 

-Δεν ξέρω πανέμορφη μεγαλειοτάτη γιατί την είδα στον ύπνο μου. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως είναι ότι από αύριο το πρωί, θα ξεκινήσω να ψάχνω, να βρω ό,τι χρειάζεται για να είστε ευτυχής και σίγουρη ότι κανείς δε θα διακόψει την ευτυχία σας, της είπε και θα ήθελε να συμπληρώσει κι ένα μωρή πουτάνα γαμημένη αλλά δεν το έκανε.

-Το καλό που σου θέλω. Άντε τώρα, τραβήξου, θέλω την ησυχία μου, είπε με αγένεια όπως συνήθιζε, η Κάριολα στον Δόσιλογ ή Αρτέμη κι αυτός ένευσε συγκαταβατικά κι έκανε πίσω κλείνοντας το διακόπτη κι αφήνοντας κατάμαυρο σκοτάδι πίσσα να φαίνεται πια στον καθρέφτη.

Η Κάριολα εννοείται πως δε μάσησε με αυτό που της είπε ο Δόσιλογ. Είχε μύτη αυτή! Ανταριασμένο βράδυ πέρασε, να σκέφτεται τι θα κάνει και πώς θα σιγουρευτεί. Από την άλλη, η Χιονάτη, περνούσε ζωή χαρισάμενη στο δάσος. Είχε ξαναβρεί και τους φίλους της τα ζώα, τα έλεγαν κατά τη διάρκεια της μέρας, με τους νάνους ήταν πολύ χαρούμενη, έπαιζαν πρέφα, έβλεπαν καμία ταινία στο κανάλι της αλεπούς, έκαναν εκδρομές, περνούσαν φίνα. Κάθε πρωί τη χαιρετούσαν που έφευγαν για δουλειά και της θύμιζαν να μην ξεμακραίνει και να προσέχει, να μην ανοίγει σε κανένα και να προσέχει πάρα πολύ. Έτσι, περνούσαν οι μέρες, χαρούμενες για τη Χιονάτη, δυστυχισμένες για την Κάριολα, μέχρι να σιγουρευτεί. Και σιγουρεύτηκε, το πουτανάκι ζούσε.

Μεσημέρι ήταν, που η Χιονάτη είχε πάει μια βόλτα στο δάσος με το φίλο της τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα να μαζέψουν χόρτα, καρότα, βοτάνια και να της γνωρίσει το φίλο του το χοντρό γουρούνι που είχε διδακτορικό στο να μαζεύει τρούφες (μανιτάρια). Εκεί λοιπόν που πήγαιναν εμπρός το χοντρό γουρούνι να ψάχνει τρούφες κι από πίσω ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και τη Χιονάτη να τα λένε ενώ μάζευαν τις τρούφες που έβρισκε το χοντρό γουρούνι, πετάχτηκε από το πουθενά ένα βέλος. Για την ακρίβεια άκουσαν ένα βζζζζιν! ξυστά από το χοντρό γουρούνι. Σάστισαν οι φίλοι. Αμέσως καλπασμός αλόγου, δεύτερο βζζζιν! ξυστά από το χοντρό γουρούνι. -ΕΕΕΕ!!! ΕΕΕΕΕ!! ΕΕΕΕΕ! άρχισαν να φωνάζουν με τα χέρια ψηλά διαμαρτυρόμενοι ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και η Χιονάτη –ΕΕΕΕΕ!! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ! ΣΤΑΜΑΤΑ!!  Ένα άλογο με τον αναβάτη του, εμφανίστηκε μέσα από τα δέντρα. Ο αναβάτης τράβηξε τα χαλινάρια και το άλογο σηκώθηκε στα δυο του πισινά πόδια πριν σταματήσει μπροστά τους. Πολύ εντυπωσιακοί και οι δύο. Το άλογο, ένα ισπανικό Ζινέτ, προερχόμενο κατευθείαν από ισπανικό βασιλικό στάβλο της Κόρντομπα, γέννημα του Βερβερίνικου επιβήτορα Κρούσμαν και μιας λεβεντοφοράδας της Ανδαλουσίας, το πιο ευγενικό, το πιο όμορφο και το πιο υπάκουο στον κόσμο, ήταν κατάλευκο με χρυσά μάτια, χρυσά χαλινάρια και χρυσή σέλα. Ο αναβάτης, ξανθός, πανέμορφος, με το χρυσό μαλλί να ανεμίζει και τα χρυσά του μάτια να λάμπουν, ήταν ντυμένος κι αυτός στα χρυσά. Για την ακρίβεια έλαμπαν τόσο πολύ που η Χιονάτη με τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα τυφλώνονταν, οπότε έκαναν ένα έτσι κι έβγαλαν και φόρεσαν από ένα ζευγάρι rayban ο καθένας για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν το χρυσό αυτό θέαμα.

Ο αναβάτης του αλόγου ήταν ο πρίγκιπας του ΠέραΣτουςΠέραΚάμπους. Είχε πάει για κυνήγι, χώθηκε στο δάσος, είδε το γουρούνι, βάλθηκε να το σκοτώσει και τρόμαξε με τις φωνές, δεν περίμενε να συναντήσει άλλο άνθρωπο εκεί. Και τι άνθρωπο. Μια τόσο ωραία κοπέλα! Κι η Χιονάτη βέβαια, γλάρωσε λίγο, δεν είχε ξαναδεί τέτοιο κούκλο. Στην προκειμένη, άσχετα με το τι ένιωσαν, το έπαιξαν άνετοι και οι δύο.

–Ω Θεέ μου!! Σας χτύπησα δεσποινίς; Με συγχωρείτε, πω πω! είπε ο πρίγκιπας με πραγματικό ενδιαφέρον χωρίς να κατέβει από το άλογο. –Δε με χτύπησες βρε βούρλο, αλλά θα μπορούσες! Τι πετάς έτσι βέλη; Αυτοί εδώ είναι φίλοι μου! ­απάντησε η Χιονάτη πραγματικά τσαντισμένη.

Βούρλο; Τον είπε βούρλο; Ε, είπαμε, η Χιονάτη έμοιαζε στη μαμά της, βάλε και την παρέα με τους νάνους και τους αλήτες τα ζώα, είχε γίνει αλάνι πρώτης τάξεως. Κόλλησε ο πρίγκιπας που τον είπε βούρλο και δε μπορούσε να μιλήσει. Από τη μία ήταν τόσο όμορφη κι από την άλλη έβριζε, είπε ότι τα ζώα ήταν φίλοι της.. κρίμα.. τόσο ωραία κοπέλα... (Μα ναι, δεν είχαν όλοι την ικανότητα να μιλάνε με τα ζώα, γι’ αυτό ο πρίγκιπας δεν καταλάβαινε). 

–Τι κοιτάς ρε βλήμα; Πάρε το τόξο σου κι άντε από δω που μου μάθατε όλοι κι έρχεστε να κυνηγήσετε τα αθώα ζωάκια! (Η Χιονάτη ήταν βετζετέριαν, όπως ασφαλώς και οι νάνοι. Δε θα μπορούσαν να κάνουν παρέα τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα, το πανέμορφο ελάφι, την πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα και τα άλλα ζώα και πουλιά και μετά να τρώνε μπριτζόλες. Μπλιαξ!) 

-Χίλια συγνώμη, χίλια συγνώμη.. κατάφερε να ψελλίσει ο πρίγκιπας, τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του και χάθηκε στο δάσος. 

-Το μαλάκα με σύγχυσε.. κοίτα να δεις.. μονολόγησε η Χιονάτη αλλά από μέσα της σκεφτόταν πόσο όμορφος και ευγενικός ήταν αυτός ο ξένος. –Πω πω τι μυρίζει σκατίλα; Διέκοψε τις σκέψεις της ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα.

-Τι μυρίζει σκατίλα ρε μαλάκα, χέστηκε το γουρούνι δε βλέπεις; του απάντησε η Χιονάτη, του έδειξε το βουνό με τα σκατά και του έκανε νόημα να προχωρήσουν. Το χοντρό γουρούνι τους κοίταζε. –Προχώρα ρε μαλάκα να βρούμε κανένα μανιτάρι πριν νυχτώσει, άντε!, είπε ο λαγός με την πανέμορφη γούνα στο χοντρό γουρούνι και συνέχισαν τη βόλτα τους.

Ο πρίγκιπας, κάλπασε με το άλογο και σε λίγη ώρα είχε βγει στο ξέφωτο που οδηγούσε στο παλάτι της Κάριολας και του Αντέλπιν. Εκεί, υπήρχε μια πολύ όμορφη λίμνη και θάμνοι με άγρια φρούτα. Κατέβηκε από το άλογο, να ξεκουραστούν, να πιει και το βασιλικό άλογο νερό. Έκατσε κοντά στη λίμνη και σκεφτόταν τι έγινε. Δε μπορούσε να βγάλει αυτήν την όμορφη κοπέλα από το μυαλό του. Και σάστισε τόσο πολύ που ούτε το όνομα της δε ρώτησε. Τι έκανε μέσα στο δάσος μια κοπέλα μόνη της; Μήπως ήταν τρελή; Μήπως ήταν μάγισσα; Ήταν βλάκας, έφυγε τόσο βιαστικά, δεν έδωσε μια ευκαιρία να τη γνωρίσει, να μάθει περισσότερα.. Ήταν τόσο γλυκιά.. Μα πως μπόρεσε να αφήσει μια τέτοια κοπέλα μόνη της στο δάσος και να φύγει;! Τι έκανε ο τρελός;! Έπρεπε να πάει πίσω να τη βρει. Και που θα την έβρισκε τώρα; Θα έψαχνε! Πώς μπόρεσε να φύγει έτσι, τι δειλός! 

-Τι κάνετε εκεί καλέ μου κύριε; είπε και διέκοψε τις σκέψεις του μια γεροντίστικη φωνή. Γύρισε ο πρίγκιπας να δει και μια γριά, πολύ άσχημη είναι η αλήθεια, με μια τεράστια ελιά στη γαμψή της μύτη, ξυπόλυτη με φτωχικά ρούχα και γαμψά νύχια σε χέρια και πόδια, ερχόταν προς το μέρος του. Ο πρίγκιπας σηκώθηκε όρθιος και στράφηκε προς το μέρος της. Το άλογο χλιμίντρισε έντονα. Τα ζώα βλέπεις καταλαβαίνουν. Γιατί αυτή φυσικά ήταν η Κάριολα. Η ίδια η Κάριολα, με το αληθινό της πρόσωπο. Μια υπεραιωνόβια σκατόγρια που με τα μαγικά της φαινόταν νέα και ωραία. Αλλά δεν ήταν. Στα αλήθεια ήταν μια πανάσχημη γριά μάγισσα. 

-Ήσυχα αλογάκι μου ήσυχα, μια γιαγιά είναι μόνο, είπε ο πρίγκιπας χαϊδεύοντας ελαφρά το άλογο στη ράχη του και χαμογελώντας στη γριά μάγισσα.

-Θέλει το παλικάρι ένα μηλαράκι; Πουλάω μηλαράκια για να ζήσω.. είπε η σκατόγρια με το πιο μελιστάλαχτο ύφος που μπορούσε να έχει μια σάπια σαν κι αυτή.

Ο πρίγκιπας τη λυπήθηκε και είπε δεν βαριέσαι ας πάρω μήλα, τρώει και το άλογο, να βοηθήσω κι αυτή τη δύστυχη την πάμφτωχη. Έτσι, αγόρασε όλο το καλάθι της Κάριολας κι αυτή χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα και καλά από τη χαρά της, τον ευλογούσε. 

-Που να ΄χεις την ευχή μου αγόρι μου, να σε λούζουν οι ευχές των θεών των ξωτικών και των αγίων προγόνων, να είσαι πλούσιος, υγιής, χώμα να πιάνεις χρυσάφι να γίνεται..

-Φτάνει καλή μου γιαγιά, φτάνει.. σ’ ευχαριστώ πολύ.. κι εσύ να είσαι καλά..

-Αχ.. παλικάρι μου.. τι καλά να είμαι.. δε με βλέπεις.. τα χάλια μου.. δεν έχω πολλά ψωμιά ακόμα.. αλλά δε βαριέσαι.. για σας τους νέους είναι η ζωή...

-Σώπα γιαγιά.. όλα καλά θα πάνε..

-Έτσι αγόρι μου.. πάντα αισιόδοξος να είσαι.. γιατί η ζωή είναι δύσκολη.. ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει..

-Εσύ γιαγιά από δω είσαι;

-Τι από δω αγόρι μου.. έχω ξεχάσει πια από που έχω έρθει και πόσα χιλιόμετρα έχω περπατήσει.. σταμάτησα όμως τώρα πια γιατί γέρασα.. δε με βαστούν τα πόδια μου.. εδώ παρακάτω ζω σε μια παράγκα.. κι έχω μια μηλιά.. και πουλώ τα μήλα της να ζήσω.. και γυρίζω στα παζάρια και τους δρόμους όσο έχω κουράγια.. τι να κάνεις.. Εσύ αγόρι μου; Από δω είσαι;

-Όχι γιαγιά... είμαι ο πρίγκιπας του ΠέραΣτουςΠέραΚάμπους, ο Τεκνάτον ο 3ος.

-..Τεκνάτον! Τι ωραίο όνομα πρίγκιπά μου! Τιμή μου να γνωρίζω ένα πρίγκιπα, είπε η Κάριολα και καλά εντυπωσιασμένη και έπεσε φαρδιά πλατιά στα πόδια του και του τα φιλούσε.

-Σήκω καλέ γιαγιά, σε παρακαλώ! πετάχτηκε όρθιος ο πρίγκιπας και τράβηξε τη σκατόγρια να σηκωθεί. Κι όπως ήταν έτσι κοντά του, τον φύσηξε λίγο στο πρόσωπο, είπε και δυο μαγικές λέξεις και τον είχε στον τσεπάκι της. Ο πρίγκιπας μαγεμένος, στεκόταν σα ρομπότ, έτοιμος να της πει ότι ήθελε. Κι η ανάκριση άρχισε. 

-Λεφτά έχετε;

-Πολλά.

-Χρυσάφι;

-Πάρα πολύ.

-Και που τα κλειδώνετε;

-Στις δέκα αποθήκες

-Είναι κλειδωμένες;

-Ναι.

-Έχεις τα κλειδιά;

-Όχι.

-Ποιος τα έχει;

-Οι δέκα φύλακες.

-Και που είναι αυτοί;

-Στις δέκα πηγές της πλάσης. 

Η Κάριολα δεν έβγαζε άκρη και τσαντίστηκε. Έτσι του τράβηξε μια μπουνιά στο στομάχι. ΠΑΟΥ! Ο πρίγκιπας δίπλωσε στα δύο και βόγκηξε. Ξανασηκώθηκε στη θέση του με μια σύσπαση στο πρόσωπό του. Η γροθιά δεν τον είχε συνεφέρει. 

-Για πες. Συνάντησες καμία κοπέλα όσο γυρνάς με το άλογό σου;

Η όψη του πρίγκιπα άλλαξε. Η σύσπαση έφυγε, μια αγαλλίαση εμφανίστηκε.

-Ναι! Τώρα πριν λίγο στο δάσος.

Η Κάριολα ταράχτηκε. Πλησίασε πολύ κοντά στο πρόσωπο του πρίγκιπα. Η σάπια της ανάσα παραλίγο να τον ξυπνήσει, αλλά το κατάλαβε και απομακρύνθηκε ελαφρώς.

-Πώς τη λένε;!

-Δεν ξέρω. Δεν πρόλαβα να ρωτήσω το όνομά της.

-Πώς ήταν στην όψη;!

-Σαν άγγελος, σαν νεράιδα, σαν ολόφρεσκο νερό από πηγή, σαν δροσερό χιόνι, σαν ήλιος που ανατέλλει, σαν ρόδο που ανοίγει, σαν γαλάζιος ουρανός, σαν..

-Θα ξεράσω. Πώς έμοιαζε; Μελαχρινή, ξανθιά, ψηλή, κοντή; 

-Μελαχρινή, πανέμορφη, λευκό δέρμα, ψηλή, γαλάζιο φόρεμα, την αγαπώ..

-Την πουτάνα! ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ! ΖΕΙ! ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑΑΑΑ!! 

Χτυπιόταν για ώρα η Κάριολα, τραβούσε τα μαλλιά της, κλωτσούσε το έδαφος, το άλογο χλιμίντριζε, χτυπιόταν κι αυτό, άνεμος είχε σηκωθεί, φύλλα πετούσαν τριγύρω κι ο καημένος ο πρίγκιπας εκεί, μαγεμένος, στα όρια της φλεβίτιδας, τόση ώρα όρθιος.

Κάποια στιγμή, αφηνιασμένη ακόμα από τα νεύρα της, απλώς σταμάτησε να χτυπιέται, αλλά έπρεπε να μάθει που ήταν η Χιονάτη, έπρεπε να τη βρει. 

-ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ; ΕΙΔΕΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ; ούρλιαζε η Κάριολα

-Ποια; απάντησε ήρεμος ο πρίγκιπας

-Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΣ!

-Δεν είναι αυτό που λες, είναι ένας άγγελος..

-ΑΥΤΟΣ Ο ΓΑΜΗΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ, ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ; ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ;

-Δεν είναι αυτό που λες, είναι ένα ποίημα, μια ζωγραφιά.. 

Ο εγκέφαλος του πρίγκιπα, άσχετα με το ότι ήταν υπνωτισμένος, δεν μπορούσε να καταχωρίσει τέτοιο υβρεολόγιο σε καμία περίπτωση, πόσο μάλλον όταν αναφέρεται κάποιος στον έρωτα.. Η Κάριολα είχε βγει εκτός εαυτού, ήταν έτοιμη να του κόψει το λαρύγγι με το γαμψό μακρύ νύχι του δεξιού της δείκτη αλλά κρατιόταν, έπρεπε να κρατηθεί μπας και μάθει που είναι αυτό το τσουλί!

Πλησίασε τον πρίγκιπα τόσο όσο να μην ξυπνήσει από τη βοθρόδη ανάσα της και του είπε όσο γλυκά της επέτρεπε ο τεράστιος θυμός της: 

-Πρίγκιπά μου, ξέρεις που μένει η πεντάμορφη κοπέλα που συνάντησες; είπε και έγειρε στο πλάι και ξέρασε. Το στομάχι της δεν άντεξε άλλο.

-Όχι, δεν ξέρω.

-Θυμάσαι που τη συνάντησες;

-Θυμάμαι.

-Θυμάσαι πως θα φτάσει κάποιος εκεί;

-3 χιλιόμετρα δεξιά του ξέφωτου, πίσω από το λευκό δάσος, αφού προσπεράσεις το βουνό με τις μαργαρίτες και το ρυάκι με τα κοχύλια. Εκεί, είναι μια σπηλιά ψηλή κ μεγάλη. Περνάς από μέσα, διασχίζεις το βουνό και σε δυο περίπου χιλιόμετρα είναι ένας δρόμος που χωρίζεται στα τρία. Παίρνεις τον δεξί και μετά, αφού περάσεις τις δυο μηλιές και τις τρεις φουντουκιές, συναντάς ένα ξέφωτο. Απέναντι ακριβώς ξεκινάει ένα δάσος. Εκεί μέσα την είδα..

-ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΝΑΝΩΝ ΖΕΙ Η ΠΟΥΤΑΝΑ!!! 

Η Κάριολα ήξερε τα πάντα. Και όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, είχε προκύψει μανούρα ανάμεσά τους παλιότερα. Περνούσε ένα κάργκο δικό τους με διαμάντια και σκέφτηκε να τους τα φάει. Αλλά την πήραν γραμμή και έγινε μεγάλη μάχη. Το έμαθε κι ο Σάρουμαν του Σκοτεινού Νεκρού Βασιλείου κι έγινε ο υπέρτατος χαμός. Αλλά αυτά δεν είναι της ώρας. Το θέμα είναι ότι η Κάριολα τους ήξερε, ήξερε που μένουν και μετά την περιγραφή του ξανθομπάμπουρα δεν ήταν και πολύ δύσκολο να καταλάβει.

Κροτάλισε τα δάχτυλά της και ο πρίγκιπας ξύπνησε. Το άλογο δεν είχε σταματήσει να χτυπιέται. Ο πρίγκιπας γύρισε αμέσως γύρισε προς το μέρος του και το αγκάλιασε λέγοντας του, -τι έγινε αγαπημένο μου ζώο, γιατί είσαι τόσο ανήσυχο, μα τι έγινε, νιώθω λες και έγινε κάτι, λες και λείπω ώρα.. –Τίποτα δεν έγινε αγόρι μου.. του είπε η Κάριολα, ο αέρας εδώ φυσάει περίεργα.. άντε.. καλή σου ώρα, σε αφήνω, πάω και γω στις δουλειές μου.. καλό δρόμο να έχεις.. συμπλήρωσε κι έφυγε. Το άλογο ηρέμησε αμέσως.­ 

-Δε σου άρεσε αυτή αγόρι μου ε;  

-Τι να μου αρέσει ρε φλώρο, έχε χάρη που είμαι δεμένος αλλιώς θα την ποδοπατούσα τη γαμιόλα!  του απάντησε το άλογο αλλά ο πρίγκιπας άκουγε μόνο χλιμιντρίσματα.

Τι κρίμα να σου λείπει το χάρισμα να μιλάς τη γλώσσα των ζώων ε;

Η Κάριολα ως γριά, πέταξε προς το σπίτι των νάνων. Πετούσε χαμηλά με μια τόσο μεγάλη ταχύτητα που έσπαζε τα κλαδιά των δέντρων και των φυτών που προσπερνούσε. Τα ζώα και τα πουλιά καταλάβαιναν το κακό που πετάει δίπλα τους και εξαφανιζόντουσαν και σιωπούσαν και κρυβόντουσαν.. Αυτή λυσσασμένη πετούσε να φτάσει να βρει τη Χιονάτη να της αλλάξει τα φώτα.. αλλά δεν ήθελε να τη δουν οι νάνοι.. ήθελε το τσόλι μόνο του..

Είχε νυχτώσει πια και όλοι είχαν γυρίσει σπίτια τους. Η Χιονάτη είχε μαγειρέψει μια ωραία ρεβυθόσουπα, είχε φτιάξει και μια σαλάτα με σπανάκι, ρόκα, τοματίνια και τρούφες και στο τέλος τους είχε και γλυκό με σοκολάτα και φράουλες. Ο κατάλευκος λαγός με την πεντάμορφη γούνα είχε καρότα πανέ με φύτρες μαρουλιού και σος από χόρτα σωταρισμένα σε αλατισμένα βρύα λίμνης με κόκκους πράσινου και κόκκινου πιπεριού. Το χοντρό γουρούνι είχε σταφίδες με λάσπη και φύλλα παναρισμένα σε ποταμίσιο νερό με δάφνη και δυόσμο. Αν μη τι άλλο, οι κάτοικοι αυτής της πλευράς του δάσους ήξεραν να τρώνε.

Η Κάριολα προσγειώθηκε έξω από το σπίτι των νάνων και κοίταξε προσεκτικά από το παράθυρο. Της ήρθε πάλι αναγούλα με αυτήν την όμορφη εικόνα: -τι αηδίες.. χάθηκε να πίνουν λίγο αίμα;.. θα σε βολέψω πουτανάκι.. και δε θα χρειαστεί να ξαναφάς στη ζωή σου.., είπε και εξαφανίστηκε πριν προλάβει να την πιάσει το μάτι του Σώνι που κάτι ένιωσε και γύρισε να δει από το παράθυρο. –Ακούσατε κάτι; ρώτησε τους άλλους. –Σα να έπιασε αέρας ξαφνικά.., είπε ο Κλάνη. –Ηρέμησε τώρα.. Δεν είναι τίποτα, τρώγε.., συμπλήρωσε ο Νάνι και συνέχισαν να τρώνε, να μιλάνε και να γελάνε.

Η Κάριολα δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ετοίμαζε τον τρόπο που θα εξαφάνιζε τη Χιονάτη. Και τον βρήκε.

Ποια γυναίκα δεν είναι κοκέτα; Όσο και να αντιστέκεται, όσο και να λέει, το ωραίο το πράμα το εκτιμάει, πως να το κάνουμε. Γνωρίζοντας καλά λοιπόν αυτή τη λεπτομέρεια η Κάριολα, αγόρασε ένα μεταξωτό πανέμορφο κορσέ ραμμένο με χρυσή κλωστή, τον έβαλε σε καλάθι μαζί με άλλους όχι και τόσο ωραίους και πέταξε προς το σπίτι των νάνων.

Προσγειώθηκε μετά από λίγα λεπτά αρκετά μέτρα από το σπίτι των νάνων, ώστε να είναι σίγουρη ότι δε θα την δει κανένα μάτι. Έλα όμως που την είδε. Ο κατάλευκος λευκός με την πανέμορφη γούνα ήταν κάτω από ένα θάμνο ξάπλα σταυροπόδι και μασουλούσε ένα καρότο. Έφερε αέρα και αναστάτωση εκείνο το γαλήνιο πρωινό η πτήση της Κάριολας κι ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα απόρησε. Έτσι, σήκωσε λίγο το κεφάλι και την είδε να προσγειώνεται κει δίπλα. Το καρότο του έπεσε από το χέρι βλέποντας τη βασίλισσα του κακού να φτάνει στα μέρη τους -την αναγνώρισε κι ας είχε την αληθινή μορφή, αυτή της παλιόγριας- και κάτι μέσα του του είπε ότι ερχόταν για τη Χιονάτη. Πώς θα την ειδοποιούσε τώρα; Και που να ήταν; Και της είχε πει να πάρει κινητό, τίποτα αυτή, κυνηγημένη και ήθελε να ζει στα δάση χωρίς κινητό, ορίστε τώρα. (Και βέβαια είχαν κινητά, κάτι κονσερβοκούτια με χιλιάδες μέτρα σκοινί, παντού πήγαιναν. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα γιατί με τα σκοινιά είχαν βάλει τρικλοποδιές σε κόσμο και ζωάκια κι έτσι πολλοί δεν το προτιμούσαν, να τώρα όμως που ήταν αναγκαίο..)

Όσο σκεφτόταν ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και τα μυρμήγκια έτρωγαν το υπόλοιπο του καρότου που είχε πέσει στο έδαφος, η Κάριολα τινάχτηκε, έβαλε στον αγκώνα της το καλάθι με τους κορσέδες και κίνησε προς το σπίτι των νάνων. Κι ο κατάλευκος λαγός έγινε πύραυλος κι άρχισε να τρέχει.

Η Χιονάτη είχε πάει για βρούβες. Ήταν η εποχή του χρόνου που έβγαιναν φρέσκες και δροσερές και ό,τι πρέπει να της μαζέψεις. Μαζί της ήταν το πανέμορφο ελάφι που βοσκούσε λίγο πιο κει κρατώντας της παρέα. Ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα έτρεχε κι έτρεχε, ρωτούσε και έτρεχε, έτρεχε κι έτρεχε, έτρεχε να τη βρει αλλά δεν την έβρισκε. Η Κάριολα πλησίαζε. Γιατί τη μύριζε. Μύριζε αυτήν την εμετική φρεσκάδα που ανέδιδε το λαμπερό της δέρμα, αυτή τη μυρωδιά που μόνο καλοσυνάτοι άνθρωποι εκπέμπουν, μπλιαξ!

Κάριολα και κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα έφτασαν ταυτόχρονα.

-ΧΙΟΝΑΤΗ!! -ΚΟΠΕΛΙΑ!! Είπαν ταυτόχρονα και η Χιονάτη γύρισε να κοιτάξει. Είδε μια γιαγιούλα και παραδίπλα τον φίλο της τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα να ωρύεται, να πηδάει στα πόδια του, να της λέει κάτι αλλά για πρώτη φορά δεν καταλάβαινε. Η Κάριολα είχε προλάβει να ρίξει τα μάγια της, την τύλιγε ώστε να κάνει αυτό που θέλει, όλο και πιο αδύναμη λεπτό με το λεπτό η Χιονάτη, παραδιδόταν στα θέλω αυτής της τόσο συμπαθητικής κυριούλας, μα τι να έκανε μια γιαγιούλα μόνη της στο δάσος; 

-Γιαγιούλα τι κάνεις στο δάσος; Χάθηκες;

-Όχι κουκλίτσα μου, γυρίζω και πουλώ αυτούς τους κορσέδες, θέλεις να δεις;

-Όχι γιαγιούλα σ’ ευχαριστώ, έχω φόρεμα, δε χρειάζομαι άλλο..

-Δεν είναι ρούχο ο κορσές όμορφη κοπέλα, είναι αξεσουάρ!

-Αξεσουάρ; Τι είναι αυτό;

-Μα δεν ξέρεις τι είναι το αξεσουάρ; Αχ, εσείς τα παιδιά του δάσους τίποτα δεν ξέρετε! Άκου να σου πω! 

Καλά, δεν ήθελε και πολύ ψηστήρι,  με το που είδε τον πανέμορφο κορσέ, για πότε γδύθηκε στη μέση του δάσους και βάλθηκε να τον δοκιμάζει, ούτε αυτή κατάλαβε. 

-Μα πως το δένουν αυτό ρε γιαγιά;

-Κάτσε  να στο δέσω εγώ τώρα και πήγαινε εσύ εκεί στη λιμνούλα να δεις τι όμορφη που σε κάνει. 

Έτσι, η αθώα Χιονάτη έκατσε να της δέσει τον κορσέ η Κάριολα. Και η Κάριολα τον έδεσε τόσο σφιχτά που της κόπηκε η ανάσα της Χιονάτης κι έπεσε λιπόθυμη. 

-ΨΟΦΑΑΑΑ!!!!!  ούρλιαξε με ηδονική χαρά η Κάριολα, άρπαξε τα ρούχα της Χιονάτης κι εξαφανίστηκε με τρελά γέλια στον ουρανό όπου και χάθηκε. Και άφησε τη Χιονάτη να κείτεται με το βρακί κι ένα σφιχτοδεμένο κορσέ στη μέση της, έτοιμη να πεθάνει αν κάποιος δεν της τον έλυνε άμεσα. Ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα τραβούσε τ’ αυτιά του και το ελάφι κλωτσούσε τον εαυτό του από τη στενοχώρια τους. Αδίκως βέβαια γιατί τίποτα δεν μπορούσαν να κάνουν, αφού η Κάριολα είχε μαγέψει τη Χιονάτη και δεν τους άκουγε όσο και να της φώναζαν.. Μα τι θα έκαναν τώρα; 

-Τι κάνουν ρε μαλάκα τώρα; τσίριξε με απόγνωση το πανέμορφο ελάφι.

-Κάτσε δω μαζί της μαλάκα και πρόσεχέ τη, άμα βρω και την αλεπού θα τη στείλω κι αυτή, όποιο ζώο δω θα το στείλω να τη φυλάτε, πάω να βρω τους νάνους, μαλάκα προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε, πάει η κοπέλα! 

Αλλά η Χιονάτη πέθανε. 

Συνεχίζεται..  


Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Διαφορετικότητα.

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ευαίσθητες ομάδες. Γενικώς, όχι μόνο ανθρώπων. Ας πούμε ψυχών για να είμαστε μέσα. Δε μου αρέσει ο τραμπουκισμός και γενικά η κατάσταση που ο άλλος είναι τόσο λίγος και πάτος ώστε με το να είναι ένας προσβλητικός τραμπουκομαλάκας νιώθει καλύτερα. Αυτό το παιχνίδι με τον πάνω και τον κάτω γενικώς, είναι επίκαιρο στους αιώνες των αιώνων αλλά εγώ προσωπικά το σιχαίνομαι. Μ' αρέσει το στα ίσα. 

Ας πούμε ότι η Ελλάδα είναι γυναίκα. Και οι κάτοικοι της Ελλάδας όλο της το κορμί και το πνεύμα. Άλλος λοιπόν είναι τρίχα από τα μαλλιά της, άλλος νύχι, άλλος κουράδα, άλλος μυαλό, άλλος αυτί, άλλος γλώσσα και πάει λέγοντας. Αυτή η γυναίκα είναι ωραία κι έξυπνη και το ξέρει. Και θεωρεί ότι αυτό φτάνει και περισσεύει. Και γι' αυτό προφανώς βρίζει, δεν πλένεται, δεν καθαρίζει ποτέ και αφήνει ξένους να την κακοποιούν. Γιατί νιώθει λίγη, έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Κι επιτρέπει στον αρνητισμό της να την εξουσιάζει. Ακούει τα λόγια των άλλων που της λένε πόσο όμορφη είσαι, ο προπάππους σου εσένα ξέρεις τι ήταν; Στρατηγός! Και δε σκέφτεται ας πούμε ότι ο παππούς του Στρατηγού ήταν κλέφτης ή η γιαγιά της γιαγιάς είχε ειδικές ικανότητες ή η προγιαγιά της προγιαγιάς του προπάππου είχε έρθει με τα πόδια από την Ασία και πάει λέγοντας. Λες και ειδικά για την Ελλάδα, διαλέξαμε μόνο τα καλύτερα στοιχεία και τη φτιάξαμε. Είναι φτιαγμένη από θεϊκά στοιχεία. Οι κουράδες της μυρίζουν γιασεμί και τα χνώτα της γαρδένια.

Έχει μείνει λοιπόν σ' αυτό το ένδοξο παρελθόν, που ήταν ένδοξο, αλλά δε μας λέει κάτι, αν τώρα αφήνει και σαπίζει από τη βρώμα, την αναλγησία και την κακομεταχείριση. Η Ελλάδα δεν νιώθει πλήρης. Ενωμένη με την καρδιά την ψυχή και το πνεύμα της. Θυμώνει που πονάει το χέρι της λες και είναι αλλουνού, δεν καταλαβαίνει ότι αυτή προκαλεί τους πόνους με κάποιο τρόπο. Τσαντίζεται με τους άλλους λες και δεν είναι αυτή που επιτρέπει να της συμβαίνουν όσα της συμβαίνουν. Γενικά η Ελλάδα είναι μια όμορφη κομπλεξική και κακομαθημένη γυναίκα. 

Είπαμε όμως ότι είναι έξυπνη. Τι την κάνει την εξυπνάδα της; Μα δεν υπάρχει μεγαλύτερο πρόβλημα από την εξυπνάδα! Πρέπει να την έχεις συνέχεια στη μπούκα την εξυπνάδα γιατί αυτή σε κάνει τεμπέλη, ξερόλα, ανώτερο, γαμάω και δέρνω. Κι αν δεν δουλέψεις μαζί της αλλά την αφήνεις να κοιμάται επειδή απλά την έχεις, χαιρέτα τον πλάτανο. Κι όταν επαναπαυθείς στην εξυπνάδα, στην ομορφιά και στον ένδοξο παππού σου, τότε αναλαμβάνουν οι αρχέγονες ουγκανο-ανάγκες που δεν έχουν καμία σχέση με εξύψωση, ανάταση, πρόοδο και εξέλιξη. Θες να φας, να γαμήσεις, να χέσεις, να κοιμηθείς. Με λίγα λόγια, η Ελλάδα παραμελεί και αφήνει τα καλά της στοιχεία να υπάρχουν σκέτο, ενώ ταυτόχρονα τα κατώτερα ένστικτα έχουν πάρει φόρα και αλωνίζουν χωρίς κανένα όριο.

Τι είναι όλα αυτά; Αυτά είναι σκέψεις. Γιατί από τη μία είναι τόσο όμορφο να βλέπεις φωτεινούς και καλούς ανθρώπους, άλλους τίμιους, άλλους ενάρετους, άλλους έξυπνους, άλλους καυστικούς, άλλους χαμηλών τόνων, άλλους σαρκαστικούς, άλλους πολλούς. Και είναι οι άλλοι, οι κουράδες, η διάρροια, τα αποτελέσματα των κατώτερων ενστίκτων που τα αφήσαμε να αναλάβουν και να έχουν και άποψη. Ξαφνικά οι κουράδες είναι όρθιες και μιλάνε. Δε θέλω να συγκεκριμενοποιήσω, ακόμα τουλάχιστον, στο ποιος είναι τι και ποιος ανήκει που, νομίζω είναι σαφές. Κι όχι ότι μας διαβάζουν κουράδες οπότε τι τα λέμε. 

Τα λέμε γιατί οι άλλοι πρέπει να κάνουν τη δουλειά. Το κεφάλι. Τα χέρια. Όχι ο κώλος. Ο κώλος είναι για να κάθεται, να κλάνει και να χέζει. Και για πρωκτικό σεξ σε όποιον αρέσκεται. Άντρα ή γυναίκα. Γιατί εγώ προσωπικά δεν έχω πρόβλημα με το τι κάνει τον κώλο του ο καθένας. Εσύ έχεις; Θες να υποδείξεις σε κάποιον τι να κάνει; Γιατί δεν κοιτάς τον εαυτό σου ας πούμε και το πόσο, ενδεχομένως, προβληματικός είσαι; Γιατί δεν κοιτάς τον καθρέφτη το πρωί που ξυπνάς και να του πεις, γεια σου, ποιος είσαι; Μπας και μάθεις τίποτα. Γιατί, δεν ξέρω αν στο είπε κανείς, τελειότητα απόλυτη δεν υπάρχει. Γιατί απλά δε θα την άντεχες. Πρέπει να υπάρχει και κάτι που να τη χαλάει, για να υπάρχει ισορροπία. Εδώ όμως πια, η ανισορροπία είναι το κάτι άλλο. Το ζύγι δεν έχει μπατάρει μόνο προς την αρνητική πλευρά των πραγμάτων, έχει ξεκολλήσει κι από τη βάση του κι έχουν γίνει όλα εκεί προς τη μία πλευρά μια άμορφη μάζα.

Δε με ενδιαφέρει να συζητήσω και να συγκρίνω άλλες χώρες με την Ελλάδα. Τι να πω για την Αμερική που είναι μια πατσαβούρα που στο ένα χέρι κρατάει μπέργκερ και στο άλλο όπλο, ωρύεται για την καλυτέρευση του κόσμου και πρώτη αυτή, μαζί με την Κίνα, άλλο μπάζο από κει, ευθύνονται για το 50% της μόλυνσης του πλανήτη; Πρέπει ο καθένας πρώτα να κοιτάξει τον εαυτό του, αμέσως μετά το σύνολο κι αμέσως μετά την μεγαλύτερη εικόνα. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι κοιτάνε τον ήλιο που ανατέλλει από την κωλοτρυπίδα τους, τον θαυμάζουν και λένε κοίτα τι έβγαλα και σήμερα.

Που μου ήρθε όλο αυτό; Από την επίθεση που έγινε σε μια τρανς και σιχάθηκα τη ζωή μου. Πάλι. Κι αφού διάβασα για την επίθεση, συνέχισα να χαζεύω και να βλέπω καλούς, έξυπνους, καυστικούς, δίκαιους, πονεμένους, αλλού, πολλούς, να έχουν αναρτήσει όμορφα, χαζούλικα, αδιάφορα, πανέξυπνα, αλλού, πολλά και διάφορα πράγματα. Αλλά δε μπορούσα να ξεχάσω αυτό που έγινε με την τρανς. Γιατί πάλι. Πάλι μια ευαίσθητη ομάδα ανθρώπων δέχτηκε επίθεση. Πάλι αφήσαμε τις κουράδες να σηκωθούν όρθιες και να προσπαθούν να βγουν από τη λεκάνη. 

Μα μπορείς να είσαι σε μάχη συνέχεια; Ναι, λυπάμαι που στο λέω, αλλά ναι, πρέπει, δε γίνεται αλλιώς. Άμα γουστάρεις εξέλιξη πρέπει να πολεμάς συνέχεια. Αν δε γουστάρεις, άραξε κι άσε τα σκατά να σε φάνε. Κάνε δηλαδή αυτό που έχεις συνηθίσει να κάνεις. Κοίτα τον ήλιο να ανατέλλει από τον κώλο σου και ονειρέψου πόσοι θα σε χειροκροτήσουν γι’ αυτή τη μοναδική σου πράξη.

Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στις τρανς ψυχές. Γνωρίζω από κοντά, όχι, αγαπώ, έχω αγαπημένους ανθρώπους που είναι /ήταν, γιατί κάποιοι έφυγαν από κοντά μου, τρανς. Άσε που βρίσκω τρομερά θαρραλέο σ’ αυτήν την κομπλεξική σκατοκοινωνία, να βγεις και να δηλώσεις φανερά αυτό που είσαι κι αυτό που θες να κάνεις. Και το κάνεις γιατί δε μπορείς, δεν αντέχεις, δε θες να το κρύψεις. Γιατί νιώθεις ότι το να κρύβεις αυτό που είσαι, είναι λάθος. Εγώ δε μπορώ να μη γράφω ας πούμε (δε θέλω να αναφερθώ στα μειονεκτήματά μου). Δε θεωρώ όμως ότι είμαι ο Ντοστογιέφσκι, ούτε απαραίτητα χρειάζεται κανείς να με διαβάζει. Μ’ αρέσει πολύ και φχαριστιέμαι όταν αρέσει γιατί άνθρωπος είμαι και χρειάζομαι μια κάποια επιβεβαίωση κι ένα μπράβο, αλλά όπως κι αν είχε εγώ θα έγραφα άρεσε δεν άρεσε. Γιατί απλά δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Και είπαμε, όποιος δε θέλει, δε διαβάζει. Αντίστοιχα, όποιος δεν αρέσκεται στο να κοιτάει τρανς, μην τις κοιτάει. Θυμάμαι όταν είχα πάει στη Μαδρίτη, πόσες τρανς έβλεπα στο δρόμο, καλοντυμένες, όμορφες, να πηγαίνουν στη δουλειά τους, την κανονική τους δουλειά, το μαγαζί τους, το πόστο τους, το ότι. Γιατί; Γιατί η ισπανική κοινωνία τις έχει δεχτεί. Και τέλος. Νιώθουν ίσες και όμοιες και δεν έχουν ανάγκη να είναι εκκεντρικές, αν δε θέλουν, ή να δημιουργήσουν εντύπωση, αν δε θέλουν. (Γιατί το να είσαι εκκεντρικός ή να θες να κάνεις εντύπωση, ισχύει για τον οποιοδήποτε, για τους δικούς του λόγους ο καθένας). Σε μια κοινωνία που δεν δέχεται το διαφορετικό, σε μια κοινωνία που δε δέχεται καμία ιδιαιτερότητα, πως θέλεις αυτοί οι άνθρωποι να νιώθουν; Σκέψου πως θα ένιωθες αν ήσουν συνέχεια διωγμένος, δακτυλοδεικτούμενος, σε κοιτούσαν με λύπη, οίκτο ή μίσος; Πώς θα ένιωθες; Αν ήσουν τρανς, πρόσφυγας, ανάπηρος, πάρα πολύ άσχημος, κοντός, ψηλός, με φουσκωτά μαλλιά, κοντά δάχτυλα, άσχημα βυζιά, αν ντύνεσαι απλά πιο εκκεντρικά από τους άλλους, πώς νιώθεις όταν σε κοιτάνε; (Στο σημείο αυτό ωδή στην Αγγλία που μπορείς να βάλεις βελούδινο σακάκι κι από κάτω παντελόνι πυτζάμας και να είναι όλοι στ’ αρχίδια τους - ...καλά, θα μου πεις εκεί νεκρό βλέπουν και είναι στ' αρχίδια τους).

Τέλος πάντων. Όποιος δε γουστάρει τον οποιοδήποτε, μπορεί να μην τον βάλει σπίτι του και να μην τον κάνει παρέα. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν έχει δικαίωμα να βρίσει, να χτυπήσει ή να κακοποιήσει. Όπως δεν έχει κανείς δικαίωμα να κάνει όλα αυτά σε αυτόν τον ίδιο κάποιος άλλος. Υπάρχουν υποτίθεται οι νόμοι, μη γελάτε, που όταν εφαρμόζονται, ρε μη γελάτε, κάνουν αυτό που πρέπει, γελάτε και δε με αφήνετε να ολοκληρώσω.

Εμείς επιτρέπουμε να συμβαίνουν αυτά. Γιατί είπαμε, οι περισσότεροι νοιαζόμαστε για το φαίνεσθαι κι όχι για το είναι. Αν λοιπόν θέλουμε να δούμε τα πράγματα να αλλάζουν κι άλλο, γιατί κάτι αρχίζει να γίνεται, δε φτάνει, ας πούμε, να μπαίνουμε στη σελίδα του μπαρ που έβρισε, χτύπησε, κακοποίησε ψυχικά και σωματικά αυτόν τον άνθρωπο και την παρέα του, και να βρίζουμε. Καλό είναι, όπως επίσης και το να λες ενθαρρυντικά λόγια στον άνθρωπο που κακοποιήθηκε. Αλλά δε φτάνουν μόνο αυτά. Χρειάζεται και πρακτική βοήθεια. Αν ήμουν δικηγόρος για παράδειγμα, και μπορούσα, είχα το χρόνο και την όρεξη, θα αναλάμβανα την υπόθεση δωρεάν. Και μπορεί ήδη να έχει γίνει. Τόσος κόσμος υπάρχει, όλο και κάποιος μπορεί να κάνει κάτι, όλο και περισσότεροι ενώνονται. Δεν πρέπει πια να αφήνουμε τέτοια πράγματα να περνάνε έτσι. Και δεν το κάνουμε. Ναι, πλέον, έχει καταλάβει αυτή η χώρα ότι πρέπει να αφήσει την ομορφιά της, μιας που πήρε χαμπάρι ότι γερνάει, κι έχει αρχίσει να δέχεται τα τρωτά της σημεία, τα σημεία που έχουν αδυναμίες, έχει αρχίσει να τα δείχνει, να είναι περήφανη γι’ αυτά και να τα προστατεύει. Έχει μια ελιά ας πούμε και την κρύβει. Μην την κρύβεις, να είσαι περήφανη για την ελιά σου, σήκωσε τα μανίκια σου και δείξε τη. Σε κάποιους θα αρέσει σε κάποιους όχι. Τι να κάνουμε. Δε θα σκάσεις εσύ από τη ζέστη γι’ αυτούς που έχουν πρόβλημα. Μια ελιά είναι! Ας στρέψουν αλλού την προσοχή τους όσοι έχουν πρόβλημα με τις ελιές. Ναι, πρέπει, είναι ζωτική ανάγκη, αυτή η χώρα, να κατεβάσει το καπάκι της λεκάνης και να τραβήξει το καζανάκι. Δυο φορές. 

Εδώ, το άρθρο που διάβασα σχετικά με την ντροπιαστική επίθεση.