Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα. Καφές 3.

-Τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα;
-Τι έπαθες και πετάγεσαι έτσι ρε μαλάκα και μου κόβεις το αίμα; Μια τρίχα απ’ τα μαλλιά μου έβγαλα!
-Ποια μαλλιά ρε μαλάκα καράφλα; Δυο τρίχες έχεις, τις μαδάς κι από πάνω;
-Δεν κοιτάς τα χάλια σου ρε γλίτσα;
-Άντε γαμήσου ρε μαλάκα!
-Άντε γαμήσου συ ρε παπάρα που θα μου πεις και για τα μαλλιά μου!
-Ναι ρε μαλάκα, σου θίξαμε τις μπούκλες!
-Ναι ρε αρχίδι μου τις έθιξες!
-Ωραία. Έβγαλες τρίχα;
-Ναι ρε μαλάκα.
-Γιατί;
-Για να σου πλέξω ένα πουλόβερ ρε μαλάκα κρυόκωλε!
-Με μανίκια ή χωρίς;
-Άντε χτενίσου ρε καραγκιόζη!
-Πιάσε βούρτσα κι έρχομαι.
-Πω πω ήθελα να ήξερα τόσους μαλάκες γνώρισα στη ζωή μου. Εσένα γιατί σε διάλεξα απ’ όλους να σε κάνω παρέα;
-Σιγά μη μου έκανες και τη χάρη ρε παλιομαλάκα.
-Γιατί ρε μαλάκα; Έχεις άλλους φίλους;
-Το χοντραίνεις μαλάκα και θα σκοτωθούμε.
-Να σκοτωθούμε ρε μαλάκα άμα γουστάρεις.
-Δε γουστάρω ρε ηλίθιε! Εσένα σε τρώει ο κώλος σου συνέχεια για καυγά!
-Εμένα ρε μαλάκα με τρώει που δεν τολμάει άνθρωπος να κουνηθεί κι αμέσως να σχολιάσεις!
-Είδες ρε μαλάκα τι αητό φίλο έχεις;
-Σκατά στα μούτρα σου ηλίθιε.
-Άντε γαμήσου ρε ανέραστε!
-Χαχαχα!! Τι ανέραστος ρε μαλάκα; Εγώ ανέραστος; Ξέρεις τι σημαίνει η λέξη ρε παπάρα ή την άκουσες στην τηλεόραση και τη λες;; Άκου ανέραστος..
-Ξέρω ρε μαλάκα τι σημαίνει που θα μου πεις εμένα αν ξέρω. Αγράμματε, μπάζο.
-Ρε μαλάκα, θες να σε πλακώσω στις γρήγορες να χαλαρώσεις; Κάτι έχεις πάθει σήμερα και μου φαίνεται μόνο άμα φας καμιά κλωτσιά θα στρώσεις.
-Κάτσε μαλάκα δεν κατάλαβα. Εσύ θα με πλακώσεις;
-Ναι ρε μαλάκα, γιατί; Σου πέφτω λίγος; Δε σου γεμίζω το μάτι;
-Όχι ρε μαλάκα δε μου το γεμίζεις!
-Ξέχασες φαίνεται τότε που πλάκωσα εκείνους τους δύο στην παραλιακή και ακόμα ψάχνονται.
-Πω ρε μαλάκα θυμάσαι; Έκλασαν μαλλί ρε μαλάκα οι μαλάκες! Πω πω ήσουν θεός ρε μαλάκα!
-Ε, καλό;
-Ναι ρε μαλάκα! Θυμάσαι που σε φωνάζαμε για πόσο καιρό Αριστούχο;
-Ναι ρε μαλάκα χαχαχαχαχα!-Χαχαχαχαχα μα τι μαλάκας κόσμος υπάρχει ρε πούστη μου..
-Γάμα τα μαλάκα.. γάμα τα.. Καλά που έχουμε ο ένας τον άλλο ρε φίλε..
-Ναι ρε μαλάκα.. έλα να πιούμε ρε ένα σφηνάκι..
-Μεσημεριάτικο ρε μαλάκα;
-Ναι ρε μαλάκα, μασάμε;
-Όχι ρε φίλε! Πάμε! Γκαρσόν!
-Λεκιάστηκες;
-Σκάσε! Δύο τεκίλες στο τέσσερα!

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα. Κάμπινγκ.

-Ρε μαλάκα, θα με βοηθήσεις να στήσουμε ή θα κάτσεις και θα απλώνεις αντηλιακό σαν το μαλάκα;

-Κάτσε ρε μαλάκα, μισό λεπτό να βάλω αντηλιακό, αφού είμαι λευκός!

-Κι εγώ τι είμαι ρε μαλάκα; Πράσινος; Βάλε τη μπλούζα σου ρε μαλάκα και τελείωνε!

-Άσε μας ρε μαλάκα που θα βάλω τη μπλούζα μου! Ζεσταίνομαι!

-Κι εγώ ζεσταίνομαι ρε μαλάκα! Γι’ αυτό έχω κάτσει σαν το μαλάκα να στήνω για να πάω να πέσω στη θάλασσα!

-Ωραία η θάλασσα μαλάκα ε;

-Ναι ρε μαλάκα, τελείωνε!

-Πω πω, μου τα’ πριξες! Άντε!

_____________________________

-ΣΚΑΣΤΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ!!!

_____________________________

-Ορίστε ρε μαλάκα που φωνάζεις! Θα βγουν και θα μας γαμήσουν!

-Ε, άντε ρε μαλάκα, έλα να στήσουμε να τελειώνουμε!

_____________________________

-ΘΑ ΣΚΑΣΕΤΕ;;;;;;;

_____________________________

-ΝΑ! Μαλάκα!

-Σκάσε έρχομαι..

-.. όχι έτσι ρε μαλάκα.. από κει.. ναι..

-..κάτσε ρε μαλάκα θα μου μπει στο μάτι το σίδερο!

-.. εκεί.. εκεί ρε μαλάκα! Έπεσε! Τι μαλάκας είσαι ρε πούστη!

-..σκάσε τη σήκωσα.. έλα βάλ’ το εδώ..

-…ΟΚ. Γαμώ! Καλές διακοπές ρε μαλάκα!

______________________________

-ΜΕ ΣΑΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΔΕΝ ΤΟ ΒΛΕΠΩ!!!!

______________________________

-ΑΣΕ ΜΑΣ ΡΕ ΦΙΛΕ ΚΑΙ ΣΥ!!

______________________________

-ΤΙ ΕΙΠΕΣ;;;;;

______________________________

-ΕΙΠΑ ΑΣΕ ΜΑΣ ΡΕ ΦΙΛΕ!!!

______________________________

-ΒΓΑΙΝΩ ΕΞΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΕΓΩ!!!

______________________________

-ΓΙΑ ΕΛΑ!!

-Ρε μαλάκα, τι τσαμπουκαλεύεσαι;;; Σκάσε!

-Ε ΜΑ ΤΟ ΜΑΛΑΚΑ! ΑΜΑ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ Ο ΜΑΛΑΚΑΣ!!!

______________________________

-ΤΙ ΕΙΠΕΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;;

______________________________

-Μίμη!!!!!

______________________________

-Παιδιά!!!!

______________________________

-Ρε Μίμη, χρόνια και ζαμάνια!!! Δεν έχεις αλλάξει καθόλου!!

-Ναι ρε μαλάκα Μίμη! Τι κάνεις και είσαι φρέσκος-φρέσκος;; Κούκλος ο Μίμης ε;;

______________________________

-Χαχα! Τι να κάνω ρε μαλάκες; Καλά είμαι. Παντρεύτηκα, έχω δυο παιδιά, δική μου επιχείρηση, τώρα διακοπούλες, μια χαρά είμαι, Δόξα Το Θεό. Εσείς;

______________________________

-Και μεις καλά.. Εγώ δουλεύω σε μία εταιρεία με υπολογιστές, τεχνικός είμαι.. δεν παντρεύτηκα… ξέρεις ο γνωστός γυναικάς που ήξερες.. ποια να με αντέξει εμένα;;

-Εγώ τα έχω με μια κοπέλα τη Μαρία.. Τώρα είναι σε ταξίδι με τη δουλειά της.. δουλεύω κι εγώ σε μια εταιρεία.. ναυτιλιακή είναι..

______________________________

-Βρε τα παιδιά.. μια χαρά σας βλέπω.. μπράβο.. μπράβο..

______________________________

-Ρε Μίμη, συγνώμη κιόλας… αλλά στο σχολείο, νομίζαμε ότι είσαι γκέι..

-Τι λες ρε μαλάκα του ανθρώπου; Δε ντρέπεσαι;;

______________________________

-Άσ’ τον ρε, δεν πειράζει.. Όχι ρε συ, δεν ήμουν ποτέ γκέι.. Ευαίσθητος άνθρωπος ήμουν και είμαι. Τι; Τα ροζ πουκάμισα σας μπέρδεψαν; Η μάνα μου μού τα φόραγε ρε… Γιατί μη μου πείτε πως περπατούσα ή μιλούσα κάπως..

______________________________

-Όχι ρε μαλάκα, δεν περπατούσες κάπως, απλώς θυμάμαι τότε που έκλασες και έβαλες τα κλάματα.. εντάξει, δεν ήταν και πολύ αντρικό αυτό..

-Ε, ναι, αλήθεια λέει..

______________________________

-Δεν έκλαιγα ρε μαλάκες επειδή έκλασα, έκλαιγα γιατί ο καθηγητής μου είπε ότι θα το έλεγε στον πατέρα μου και ο πατέρας μου ήταν μεγάλος μαλάκας και με βάραγε..

-Τι λες τώρα ρε φίλε! Και σε χτύπησε;

______________________________

-Με σάπισε. Κι έφυγα απ’ το σπίτι για 5 μέρες.

______________________________

-Γι’ αυτό έλειπες ρε μαλάκα τόσες μέρες; Τι μαλάκες είμαστε.. Και μεις νομίζαμε ότι έκλαιγες γιατί σου χάλασε το ίματζ και μετά ντρεπόσουν να ξαναπατήσεις..

-Πω πω μαλάκα μου.. φρίκη..

______________________________

-Εντάξει μωρέ, πάνε, πέρασαν αυτά. Όλα καλά τώρα. Όλα καλά! Άντε σας αφήνω, πάω γιατί με περιμένουν. Τα λέμε αργότερα..

______________________________

-ΟΚ. Γεια! Χάρηκα πολύ που σε ξαναείδα!

-Κι εγώ ρε Μίμη!

______________________________
-Ρε το Μίμη.. γυναίκα, παιδιά, εταιρεία, κοίτα ο Μίμης.. και κορμάρα ε;; Μπράβο ο Μίμης..

-Είδες ρε μαλάκα; Εμείς να τα βλέπουμε. Που κατηγορούμε τον κόσμο και κάνουμε τους έξυπνους.. Ώρες-ώρες, πραγματικά σου λέω, νομίζω πως είμαστε πολύ μεγάλοι μαλάκες…

-Ναι ρε μαλάκα, νομίζω πως πρέπει να αναθεωρήσουμε τις απόψεις που έχουμε για τη ζωή και τους ανθρώπους..

-Ναι ρε μαλάκα… κι εγώ προβληματίστηκα..

______________________________

-Έλα ρε Μίμη! Που είσαι μια ώρα και περιμένω; Ξέρεις ότι δε μ’ αρέσει να περιμένω..

-Συγνώμη που άργησα ρε μωράκι.. βρήκα κάτι μαλάκες απ’ το σχολείο..

-Συμμαθητές σου;

-Ναι μωρέ.. μαλάκες..

-Να μη ζηλέψω δηλαδή..

-Όχι άντρα της ζωής μου, να μη ζηλέψεις! Φίλησέ με!

-Ξέρεις να με φτιάχνεις αλήτη.. Σμουαουατς!

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα. Τηλέφωνο.

-Ναι;
-Έλα. Ποιος είναι;
-Ποιον πήρες ρε μαλάκα;
-Εσένα ρε μαλάκα.
-Τότε τι ρωτάς ποιος είναι;
-Για να δω πόσο μαλάκας είσαι.
-Ωχ ρε μαλάκα, με πήρες τηλέφωνο, με έβγαλες απ’ το μπάνιο για να μου πρίξεις τ’ αρχίδια;
-Μπα; Έκανες μπάνιο; Έρχεται το Πάσχα, γι’ αυτό ε;
-Όχι ρε μαλάκα, δεν έκανα μπάνιο. Έχεζα.
-Και βγήκες ρε βρωμιάρη απ’ το χέσιμο να σηκώσεις το τηλέφωνο;
-Όχι ρε μαλάκα, το έχω δίπλα στη λεκάνη.
-Γι’ αυτό μύρισε χεσίλα.
-Άντε ρε καταστρεμένε που μυρίζεις κιόλας.
-Γιατί; Έχεις αμφιβολία για την όσφρησή μου;
-Ναι ρε μαλάκα. Δε θυμάσαι τότε στο σχολείο που έκλασε ο Μίμης και όλοι γελούσαν και συ καθόσουν σα μαλάκας και δεν είχες πάρει χαμπάρι τίποτα;
-Ήμουν αφοσιωμένος με το μάθημα ρε μαλάκα καραγκιόζη, γι’ αυτό.
-Ποιο μάθημα ρε μαλάκα; Με το μίνι της Λίνας ήσουν αφοσιωμένος!
-Και με τι ήθελες να είμαι αφοσιωμένος ρε μαλάκα; Με τον κώλο του Μίμη;
-Πω πω, τώρα που το λες, μεγάλη πουστάρα ο Μίμης.
-Ναι ρε μαλάκα, τι ήταν αυτός;
-Γάμα τα. Με τα κολλητά παντελόνια και τα ροζ πουκάμισα.. Θυμάσαι όταν έκλασε που πήγε μετά κι έκλαιγε στην τουαλέτα; Του χάλασε το ίματζ ρε μαλάκα!
-Δε με χέζεις ρε μαλάκα;
-Ναι, τώρα που το λες, μου’ ρθε και μένα χέσιμο. Άντε γεια. Τα λέμε μετά.
-Γεια.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα. Καφές 2.

-Βαρέθηκα ρε μαλάκα.
-Σώωπα! Και πότε δε βαριέσαι συ ρε μαλάκα; Όπου και να σε βάλουν βαριέσαι.
-Άντε ρε μαλάκα τελευταίε. Είμαστε εδώ 4 ώρες ρε μαλάκα. Πώς να μη βαρεθώ;
-Ε και; Έχεις να κάνεις καμιά δουλειά ή δε γουστάρεις την παρέα μου και βαρέθηκες;
-Τη φάτσα σου βαρέθηκα που μου θυμίζει τη θεια μου.
-Τόσο θεόμουνο ήταν η θεια σου ρε μαλάκα; Είχε και μούσι;
-Μην πιάνεις τη θεία μου στο στόμα σου ρε μαλάκα για θα σε γαμήσω!
-Στ’ αρχίδια μου γράφω και τη θεια σου και σένα ρε μαλάκα! Εσύ άρχισες!
-Και τι θα πάθεις ρε μαλάκα άμα δε συνεχίσεις;
-Δε μπορώ ρε μαλάκα. Αφού με ξέρεις.
-Ναι ξέρω ότι είσαι μαλάκας.
-…Ωχ! Μαλάκα κοίτα. Ήρθε η κωλόγρια που μας την είχε πει την προηγούμενη φορά.! Γουστάρεις;;;
-Γουστάρω!
-ΠΟΥ ΛΕΣ, ΜΕΓΑΛΕΣ ΚΑΡΙΟΛΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. ΕΙΔΙΚΑ ΑΜΑ ΓΕΡΝΑΝΕ. ΑΓΑΜΗΤΕΣ, ΞΥΝΟΜΟΥΝΕΣ, ΜΥΡΙΖΟΥΝ ΞΥΔΙ ΟΙ ΚΑΡΙΟΛΕΣ..
-ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΤΙΣ ΒΛΕΠΩ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΤΕΥΟΜΑΙ. ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΓΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΚΟΤΕΣ, ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΜΕΝΗ ΑΗΔΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΣΑ..

-…. Έλα κοριτσάκι μου… ναι.. ναι… σε περιμένω..

-ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΟΤΑΝ ΑΠΟΚΑΛΕΙ Η ΜΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ «ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ» ΜΟΥ’ ΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΞΕΡΑΣΩ. ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΟΙ ΚΩΛΟΓΡΙΕΣ ΜΕ ΤΟ’ ΝΑ ΠΟΔΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ…
-ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ…
-ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ…
-ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ…
-ΧΑΧΑ… ρε μαλάκα, κοίτα τι έρχεται..
-ΧΑΧΑΧΑ… τι… ω ρε μαλάκα τι μουνί είναι αυτό;;;;; Πω ρε πούστη σκλάβος της γινόμουν να με πατάει με τα τακούνια της.. Πω ρε μαλάκα θεά!
-Κοίτα ρε μαλάκα.. έρχεται προς το μέρος μας. Θα με είδε και θα έπαθε πλάκα!
-Ναι ρε μαλάκα, εσένα είδε, καραγκιόζη γελοίε, αξύριστε με τη φόρμα, εσένα είδε.. Εμένα είδε ρε μαλάκα!

-.. Γιαγιά; Τι κάνεις γιαγιάκα μου;
-Εδώ κούκλα μου, ακούω κάτι μαλάκες να συζητάνε.

-!
-!

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα. Γραφείο.

-Po po malaka skylovariemai.. Mou’ xei valei kai to mouni o diefthintis ena protzekt, mia malakia kai mou’ xei spasei ton poutso o malakas ki aftos.. kai na skefteis oti einai pantremenos me ena mouni.. allo prama sou leo re malaka! Erxetai do ti vlepoume kai trelainomaste.. tin alli fora entometaxi pou irthe me glykokoitouse.. les? (send)
-Ρε μαλάκα, δε σου’ χω πει να μη γράφεις greeklish γιατί με κουράζει ρε αρχίδι; Στ’ αρχίδια σου εσένα. Εκεί το βιολάκι σου! ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΣΟΥ! (send)
-Ante kai gamisou esy re malaka! Grafo greeklish giati o ypologistis mou de diavazei oles tis grammatoseires kai mou’rxontai allabournezika paliomalaka! (send)
-Τι σχέση έχει ρε μαλάκα τι σου’ ρχεται με το τι στέλνεις; Ήθελα να ήξερα αυτός εκεί ο διευθυντής που σ’ έχει και σε πληρώνει, ξέρει τι μαλάκας είσαι;
Υ.Γ. Κι άμα ο υπολογιστής σου είναι για τα μπάζα, γάμησε τη γυναίκα του να τον ψήσει να σου πάρει άλλο! Χαχαχαχαχαχαχαχα (send)
- Xaxaxaxaxaxaxaxaxaxaxa ti malakas eisai re file!! Tha vgoume to vrady? (send)
-Που να πάμε ρε μαλάκα; (send)
-Pame theatro? (send)
-Δεν είσαι με τα καλά σου με τέτοια κούραση θα πάω και θέατρο! Μαλάκας είσαι; (send)
-Ego eimai malakas re malaka apolitiste kafre? Pame re malaka! (send)
-Τι απολίτιστος κάφρος ρε ζώο; Εγώ είμαι απολίτιστος ρε μαλάκα και κάφρος που την άλλη φορά είχες κοιμηθεί κα ροχάλιζες;;;;;;;;;;; (send)
-Afou imoun ptoma re malaka! To ithela nomizeis?? (send)
-Τότε ρε γελοίε τι το θες το θέατρο; Αφού νυστάζεις και βαριέσαι, η κουλτούρα σου λείπε ρε τελευταίε! (send)
-Ante re gamisou. Tha pao me ti Maria na mou xaidevei kai ta arxidia oso vlepoume. (send)
-Άμα θες ρε μαλάκα να σου χαϊδεύουν τα αρχίδια, εμένα γιατί μου τα ζαλίζεις; Πως την έχεις δει; Με περνάς για πούστη; (send)
-Ante gamisou re malaka! O kollitos mou eisai! Afou de thelei o kollitos mou, tha paro ti Maria kai einai den einai kalo to ergo tha mou xaidevei ta arxidia. Esy tha mou ta’ prizes! (send)
-Τι να σου πω ρε μαλάκα. Δεν παίζεσαι. Άντε γαμήσου τώρα. Έχω δουλειά. (send)
-Ego omos variemai na doulepso… mila mou re malaka! (send)
-……
-Re malaka sou milao gamo to spiti sou! (send)
-…..
-Ti anthropos eisai re malaka! O filos sou zitaei voitheia kai sy tipota! (send)
-…..
-Ti na sou po re malaka! Eisai megalos karagkiozis! (send)
-Τι θες ρε μαλάκα; Τουαλέτα ήμουνα! Άντε γαμήσου κάτσε να δουλέψεις να τελειώνουμε να φύγουμε να πάμε θέατρο! (send)
-FILE MOU! THA PAME MAZI??? (send)
-Ναι ρε μαλάκα, πεθύμησα τα αρχίδια σου (send)
-Xaxaxaxaxaxaxaxa malaka! (send)
-Είσαι (send)

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα. Καφές.

Αγαπητοί φίλοι, στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σας πω να μη δίνετε καμία σημασία στον Μάνο που σας έστειλε εδώ. Καμία όμως. Σας παρακαλώ. Σας ικετεύω. Μη διαβάσετε. Αφήστε το. Φύγετε. Δεν έχει νόημα. Σας παρακαλώ. Όχι τίποτα άλλο, γιατί θα δείτε τις πίπες που γράφω και μετά θα ζητάτε τα ρέστα. Κι εγώ λεφτά δεν έχω. Μια καμαρούλα μια σταλιά δύο επί δύο, δύο επί τρία, δε θυμάμαι τώρα.. Σας παρακαλώ, μη βλέπετε. Κι άμα δείτε μη με βρίσετε σας παρακαλώ, είμαι φιλάσθενη, δεν θα το αντέξω.. Κι η φωτογραφία δεν είναι δική μου. Είναι μιας υπέρτατης γκόμενας που ήταν τότε σ’ εκείνο το καφέ. Εγώ είμαι πίσω, αλλά δε φαίνομαι γιατί είμαι κοντή.

Αυτά είχα να πω. Καλή ανάγνωση, γεια σας. Μάνο, τη γάμησες.

________________

-Τι καφέ θα πιεις;

-Αυτόν που πίνω πάντα.

-Και τι ’μαι γω ρε μαλάκα να θυμάμαι τι καφέ πίνεις; Η γκόμενά σου;

-Άμα ήσουν η γκόμενά μου ρε μαλάκα θα σε έβαζα να μου παίρνεις πίπες!

-Θα στον έκοβα ρε μαλάκα τόσο μαλάκας που είσαι.

-Άντε ρε γαμήσου.

-Άντε γαμήσου συ ρε μαλάκα!

-Κόφ’ το για θα σε γαμήσω.

-Θα μου κλάσεις τα αρχίδια.

-Είσαι μαλάκας και θα σε γαμήσω.

-Έχεις νεύρα;

-Ναι ρε μαλάκα.

-Γιατί;

-Με τη μαλάκω τη Μαρία.

-Τι σου έκανε πάλι;

-Τι να μου κάνει μωρέ;

-Τι ρε μαλάκα; Λέγε!

-Άντε γαμήσου ρε μαλάκα, σου λέω έχω τον πόνο μου και μου φωνάζεις!

-Τι σου φωνάζω ρε μαλάκα καραγκιόζη; Μου σπας τα αρχίδια και δε μιλάς.

-Τι να πω ρε μαλάκα!

-Τι σου έκανε η μαλακισμένη!

-Μην τη βρίζεις ρε μαλάκα!

-Στη σπάει ρε μαλάκα και την υπερασπίζεσαι! Καλός μαλάκας είσαι.

-Άντε γαμήσου.

-Άντε γαμήσου συ!

-Με τη μαλάκω που έχω μπλέξει, πώς να γαμηθώ.

-Τι; Δε σου κάθεται;

-Μου κάθεται άμα δεν έχει πονοκέφαλο.

-Τι; Έχει πονοκέφαλο;

-Ναι ρε μαλάκα, έχει πονοκέφαλο.

-Ε, δε τη γαμάς καλά. Γι’ αυτό.

-Έ άντε και γαμήσου που κάθομαι και σου μιλάω.

-Καλά, άμα είναι ο άνθρωπος μαλάκας..

-Άντε γαμήσου.

-Παρ’ τη και κοιμήσου.

-Ποια;

-Τα αρχίδια μου.

_____________

-Συγνώμη κύριοι, μπορείτε να μη φωνάζετε και να βρίζετε τόσο; Ήρθαμε εδώ να πιούμε τον καφέ μας, όχι να σας ακούμε.

_____________

-Άντε γαμήσου και συ μωρή κωλόγρια.

-Ναι μωρή, καλά σου λέει. Σκάσε και ρούφα τον καφέ σου κι άμα δε γουστάρεις παρ’ τον πούλο.

_____________

-……....

_____________

-Την καριόλα.. με τσάντισε..

-Πουτάνες γυναίκες ρε μαλάκα.

-Γάμα τα..

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2007

Φίλοι για πάντα.

- Γεια σου!
-Της γιαγιάς σου.
-Τι κάνεις;
-Την βγάζω και την πιάνεις.
-Τι κάνεις;
-Εντύπωση.
-Τι κάνεις ρε μαλάκα;
-Σε γαμώ και κλάνεις.
-Γιατί;
-Γιατί το πάτησε η γκαμήλα κι έγινε πλατύ.
-Ε, άντε γαμήσου.
-Άντε γαμήσου συ ρε μαλάκα. Τι με ρωτάς τι κάνω και τι φτιάνω; Αφού βλέπεις ότι δεν έχω όρεξη.
-Και που να το ξέρω ρε μαλάκα;
-Από τα μάτια μου ρε αρχίδι όρθιο! Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής.
-Και τα αρχίδια μου κουνιούνται!
-Μπα, αρχίσαμε τα αστειάκια;
-Αφού είσαι μαλάκας!
-Μαλάκας είσαι και φαίνεσαι!
-Κι απ’ τον κώλο σου κρέμεσαι!
-Πόσο χρονώς είσαι ρε μαλάκα και απαντάς έτσι; 5;
-Ενώ εσύ ρε παλιομαλάκα που μου λες «σε γαμώ και κλάνεις» πόσο είσαι; 7;
-Άντε γαμήσου ρε. Εγώ φταίω που σου μιλάω.
-Άντε γαμήσου εσύ. Εγώ φταίω που δε σε γαμάω.
-Τι να γαμήσεις ρε κακομοίρη.. Από πότε έχεις να γαμήσεις;
-Από τότε που σε γάμησα τελευταία φορά.
-Ρε μαλάκα, δεν έχεις γαμήσει ποτέ; Δε σε πιστεύω!
-Έχω δει κάτι καλά μουνιά. Δε πάμε να γαμήσουμε αυτά πριν γαμήσω γω εσένα για πρώτη φορά;
-Δε μπορώ. Έχω τη Μαρία.
-Ά ρε θύμα..

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2007

Μην πετάτε μπάλες…

…γιατί θα διαβάζετε τις παρακάτω μαλακίες. Οι αγαπητοί Fusmoker, Sigmund, Σπιτόγατος και Zouri, μου πέταξαν μια μπάλα του μπάσκετ και με έβαλαν να παίξω ένα παιχνίδι που δεν ξέρω! Να πω σε 5 τελείες πράγματα για μένα. Εγώ δε φταίω. Αυτοί φταίνε για αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω.

1. Είμαι πάρα πολύ όμορφη. Και ειδικά όταν κλαίω. Μιλάμε για γαμώ τα μάτια που έχω. Το χρώμα τους είναι καστανοπράσινο. Κι όταν κλαίω, γίνεται έξτρα πράσινο. Γαμάτο λέμε. Άμα στενοχωρηθώ και κλάψω, μετά από λίγο, πάω στο καθρέφτη και κοιτάω τα μάτια μου και καμαρώνω. Και ξεχνιέμαι κιόλας απ’ το εκάστοτε δράμα. Όταν δεν κλαίω, που δε θέλω να κλαίω γενικά, και θέλω να φανούν οι θεϊκές ματάρες, κάθομαι αντίκρυ στον ήλιο και το’ χω αμέσως. Εντωμεταξύ, απ’ το πολύ φως, δακρύζουν κιόλας λιγάκι και έτσι το’ χω 100%. Μεγάλη επιτυχία.
2. Είμαι πάρα πολύ έξυπνη. Μιλάμε για γάτα. Αλεπού. Σαΐνι. Σπίρτο. Τσακμάκι. Σφαίρα. Σπίθα. Μιλάμε δε μου ξεφεύγει τίποτα. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, μερικές φορές, χαζεύω. Ε με τόση εξυπνάδα, δε δικαιούμαι κι εγώ να χαζεύω καμιά φορά; Ε, εκείνες τις στιγμές, μιλάμε για την υπέρτατη ψαρούκλα. Παράδειγμα: είμαι παλιά με φίλο με σκηνή σε νησί. Είναι βράδυ, καθόμαστε μέσα στη σκηνή με τον κλασικό φακό αναμμένο να κρέμεται απ’ την οροφή της σκηνής και λέμε διάφορα. Κάποια στιγμή, μου κάνει, με χαμηλή φωνή συνομωσίας: «ρε μαλάκα, κάποιος είναι έξω, στο μηχανάκι». Γουρλώνω τα υπέροχα καταπράσινα μάτια μου και κοιτάω τον τοίχο της σκηνής χωρίς να κουνηθώ. «Κοίτα, κάτι κάνει στο μηχανάκι» μου λέει με την ίδια χαμηλή φωνή και γω βγάζοντας μία τρίχα από τα πανέμορφα μαλλιά μου να μη βγάλω τα πανέμορφα μάτια μου και ανοιγοκλείνοντας γρήγορα τα βλέφαρα με τις υπέροχες πάνμακρες βλεφαρίδες μου, αναρωτιέμαι ποιος είναι και τι θέλει. «Τι κάνει;» τον ρωτάω σιγά. «Καταλαβαίνεις τι κάνει;» συνεχίζω. «Δεν ξέρω», μου λέει, «λες να θέλει να το κλέψει;». Εγώ να κοιτάω και να μην κουνιέμαι. Για να μην σας τα πολυλογώ, η φάση συνεχίστηκε για κανά 10λεπτο. Κάποια φάση, μου λέει φωναχτά εκεί μέσα στην ησυχία: «Ου ρε ψάρακα!» κι αρχίζει να γελάει. Τον κοιτάω εγώ και δεν καταλαβαίνω. «Τι γελάς ρε μαλάκα;» του λέω «δεν κατάλαβα». «Ε αφού είσαι ψάρακας ρεεεεε..!!!» μου λέει. «Δεν είναι κανένας έξω» συμπληρώνει. «Κι αυτός που βλέπαμε ποιος ήταν ρε;» του λέω με ύφος και τα χέρια στη μέση. «Τα χέρια μου ρε βούρλο, τόση ώρα παίζω θέατρο σκιών πίσω από την πλάτη σου!». Τι να πω. Καταλαβαίνετε πως υπάρχουν και ανήθικοι άνθρωποι που πιάνουν έναν πανέξυπνο άνθρωπο πάνω στην σιέστα του και κάνουν τον μάγκα. Εγώ όμως τον πίστεψα, γιατί είμαι πάρα πολύ καλός άνθρωπος, προσόν που έρχεται αμέσως παρακάτω.
3. Είμαι πάρα πολύ καλή. Το καταλάβατε ήδη. Μιλάμε για μάλαμα. Μέλι. Γλύκα. Άγγελος. Τι καλές πράξεις κάνω, τι ευγενική είμαι, τι χαμογελαστή, τι εξυπηρετική, τι να πω. Δεν έχω λόγια. Μιλάμε για εξαιρετικό δείγμα ψυχής. Άμα μπορούσα να με φιλήσω θα με φιλούσα. Φιλάω τον καθρέφτη μου καμιά φορά, αλλά είναι κρύος και φοβάμαι μη σκάσουν τα υπέροχα κατακόκκινα χειλάκια μου που μοιάζουν με καρδούλα.
4. Θυμώνω όταν πρέπει γιατί έχω πάντα δίκιο. Όταν λοιπόν κάποιος έχει διαφορετική άποψη από μένα και δεν μου τι δικαιολογήσει, θυμώνω και του γαμώ το πρέκι. Από το υπέροχο γεμάτο μέλι στόμα μου, βγαίνουν ατάκες του τύπου «είναι δικαιολογία ρε μαλάκα το ‘γιατί έτσι’; Άντε ρε καραγκιόζη» και τελειώνει η υπόθεση. Επίσης θυμώνω όταν πρέπει, σημαίνει πως θυμώνω για τα σκουπίδια που πετάνε, για τον τρόπο που φέρονται κάτι μαλάκες, σας τα έχω πει, τα ξέρετε, μη σας τα ζαλίζω. Όταν θυμώνω με αγνώστους, δεν κάνω τίποτα, εκτός αν μπορώ. Όπως π.χ. αν μου τη σπάσει ταρίφας, του σκίζω το κάθισμα με σουγιά βήχοντας να μην ακουστεί, ή αν μου τη σπάσει κανένας μπροστά μου σε σινεμά του κολλάω τσίχλα και άλλα παρόμοια ώριμα πράγματα.
5. Δε θυμάμαι τίποτα. Έχω μαζέψει τόσες μούτζες όσες φάπες ο καραφλός γέρος του Μπένι Χιλ. Επίσης, οι ατάκες «Καλά ρε μαλάκα, δε θυμάσαι που..», «Κωλόγρια», «Βλάχα», «Μαλάκινση έχεις;», «Έχεις αλτσχάιμερ ρε μαλάκα», «Χαβούζα» και Μπάζο» είναι αυτές που μου θυμίζουν καθημερινά την αμνησία μου. Για να θυμηθώ κάτι, έχω πάντα υπενθύμιση στο κινητό μου. Βέβαια, αυτή μου η κίνηση (του να βάζω συνέχεια υπενθύμιση) δε βοηθάει τη μνήμη μου αλλά με αφήνει χαλαρή και ωραία. Έτσι, όλοι νομίζουν ότι είμαι θεά, καταπληκτική, υπέροχη κλπ. που θυμήθηκα το ένα και το άλλο, αλλά εγώ δε θυμάμαι τίποτα. Το κινητό μου να’ ναι καλά.


Αυτά. Ορίστε Fusmoker, Sigmund, Σπιτόγατε και Zouri. Τι καταλάβατε τώρα;

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2007

Φυγή.

Γεια. Είμαι ένας ασημένιος κρίκος. Τώρα πια όμως με φωνάζουν σκουλαρίκι. Παλιά, όταν οι άνθρωποι ήταν μικροί σε μέγεθος, ήμουν ένα λαμπερό ασημένιο χούλα χουπ. Με τα χρόνια, μεγάλωναν οι άνθρωποι, έχανα την αξία μου εγώ. Σε λίγο, έφτιαξαν ασημένια σκουλαρίκια αλλά αυτά ήταν εξαρχής σκουλαρίκια. Δεν ήταν ποτέ ασημένιοι κρίκοι. Και κατάντησα σαν κι αυτά.. Πάντα ήθελα να είμαι ελεύθερο. Πάντα προσπαθούσα να μην ανήκω πουθενά και σε κανέναν. Δεν ήθελα να με βάζει στ’ αυτιά του ο καθένας και να με βγάζει και να με πετάει και μένα ανάμεσα σε άλλα «σκουλαρίκια». Δεν ήμουν ένα απ’ αυτά! Κι έτσι, ακόμα κι όταν στεκόμουν ανάμεσα στα χιλιάδες σκουλαρίκια στο δρόμο, στον πάγκο του χίπη, έβαζα όλη μου την ενέργεια να φαίνομαι άσχημο, να μη με πάρει κανείς. Κανείς! Καλύτερα να έμενα για πάντα κρεμασμένο στην καρφίτσα πάνω στο βελούδινο πορτάκι της βαλίτσας, παρά να είμαι πεταμένο δεξιά αριστερά και κάποτε να σπάσω και να πεθάνω. Εγώ, ο ασημένιος κρίκος του παρελθόντος.

Μια μέρα όμως, έγινε. Ήρθε αυτή. Έψαχνε μία ώρα μέσα στα σκουλαρίκια. Την έβλεπα και όσο δεν διάλεγε, τόσο ανησυχούσα. Άντε ρε γαμώτο, έλεγα, τέλειωνε. Στα μάτια σου όλα ίδια είναι! Κι όμως, έκανε πέρα πάνω από 50 σκουλαρίκια και με έπιασε στο χέρι της. «Αυτό θέλω» είπε, πλήρωσε μια εξευτελιστική τιμή και με πήρε. Δεν ήξερα τι να κάνω. Και το χειρότερο είναι ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

Μέσα στο πλαστικό σακουλάκι που με είχε βάλει ο χίπης κόντεψα να σκάσω. Δεν έβλεπα φως, ήμουν μέσα στην τσάντα της. Πήγαινα δεξιά αριστερά μέσα στο σακουλάκι και το σακουλάκι δεξιά αριστερά μέσα στην τσάντα. Αν είχα στομάχι, σίγουρα θα είχα κάνει εμετό. Κάποια στιγμή, το τράνταγμα σταμάτησε. Φως. Ένα χέρι έπιασε το σακουλάκι που ήμουν μέσα. Ήταν αυτή. Τρομοκρατήθηκα. Όλη μου η ζωή πέρασε από μπροστά μου. Τότε που η μαμά μου με κρατούσε αγκαλιά. Τότε που έπαιζα με το μικρό μου αδερφάκι και ήμασταν μπερδεμένα το ένα με το άλλο και γυρνούσαμε γύρω-γύρω και γελούσαμε. Τότε που ταξίδεψα. Τότε που βράχηκα για πρώτη φορά και νόμισα πως θα σκουριάσω. Τότε που βρέθηκα στον πάγκο του χίπη. Μ’ έπιασε στο χέρι της. Με κοίταξε.. Θεέ των κρίκων, μου μίλησε! Μου μίλησε! Με χαιρέτησε! Γιατί μου μίλησε;; Ήξερε πως καταλαβαίνω;; Τρόμαξα! Πώς να της μιλούσα; Δεν μιλάω τη γλώσσα των ανθρώπων! Πώς να της έλεγα να με αφήσει ήσυχο;; Πως;; Πως;; Με κράτησε στην παλάμη της. Ένιωσα τη ζέστη του χεριού της.

Με πήγε στο μπάνιο και με έπλυνε με οινόπνευμα. Μου άρεσε πολύ. Και χαλάρωσα. Το οινόπνευμα με έκανε να αισθανθώ καθαρός. Ήμουν πάλι ο παλιός καλός ασημένιος κρίκος. Και τότε με έπιασε με τα δυο της δάχτυλα κι άρχισε να με τραβάει να ανοίξω. Όχι, όχι, όχι! Δε θα το δεχόμουν ποτέ αυτό! Αντιστεκόμουν! Αντιστεκόμουν! Με άνοιξε! Με άνοιξε! Και… με πέρασε στο αυτί της… Δυστυχία.. Εγώ, ο παλιός καλός ασημένιος κρίκος, περασμένος σε ένα αυτί. Και ούτε καν μόνος μου. Στο αυτί που με κρέμασε, ήταν 2 ασημένια σκουλαρίκια. Ήθελα να το σκάσω!! Αλλά πώς να το σκάσω;; Πώς να το σκάσω;; Έπρεπε να βρω τρόπο.

Mε φόραγε συνέχεια. Κι αυτό με ανησυχούσε περισσότερο. Είχα βολευτεί και ήξερα ότι κάποια στιγμή, θα με ξεβολέψει, θα με βγάλει και θα με πετάξει σε ένα κουτάκι και πάει το φως, πάνε οι εικόνες, πάνε οι εμπειρίες. Θα σκουριάσω, θα στριμωχτώ με άλλα ανεγκέφαλα κοσμήματα και θα πεθάνω. Προτιμώ να αυτοκτονήσω. Αυτή όμως, δε με έβγαζε ποτέ. Ούτε τα άλλα. Μας φορούσε συνέχεια, μας χάιδευε αρκετά συχνά, έβαζε το χέρι της στο αυτί της και μας γυρνούσε γύρω-γύρω. Γελούσαμε πολύ… θυμόμουν τον αδερφό μου… Άρχισε να μ’ αρέσει. Τα σκουλαρίκια τελικά δεν ήταν και τόσο κακά. Εντάξει, μπορεί να μην είχαν την σπουδαία καταγωγή μου, αλλά δεν μπορώ να τα κατηγορήσω γι’ αυτό. Και η ζωή της. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Μαζί της πήγαινα σε πολλά μέρη, γνώριζα πολύ κόσμο, έκαναν ωραίες συζητήσεις, τρελές πλάκες και γενικά άρχισε να μ’ αρέσει. Άρχισα να ζω μαζί της. Ήμουν εκεί στα γέλια της, στα κλάματά της, στις χαρές, στις λύπες.. Κι άρχισα να γερνάω. Ευτυχισμένος είναι η αλήθεια. Την αγαπούσα, όπως κι αυτή εμάς. Μια μέρα όμως συνέβη.

Ένα πρωί, ντυνόταν να πάει κάπου. Με μία βίαιη κίνηση των χεριών προσπαθώντας να βάλει ένα στενό πουλόβερ, άνοιξα και πετάχτηκα στον αέρα. Είχα χαλαρώσει πια και η δύναμη να κρατιέμαι κλειστό, ήταν περιορισμένη. Έσκασα πάνω στα σεντόνια. Τρομοκρατήθηκα. Δε με είδε. Έφτιαξε όπως-όπως το πάπλωμα πάνω απ’ το κρεβάτι και με κάλυψε. Αν είχα δάκρυα, θα έκλαιγα πολύ. Τώρα; Έφυγε.

Πέρασαν πολλές ώρες. Ήμουν στα σκοτεινά και δεν ήξερα τι να κάνω. Θα με έβρισκε; Σκεφτόμουν συνέχεια. Μήπως αυτό ήταν ένα σημάδι που είχε σκοπό να μου θυμίσει ότι κάποτε ήθελα να φύγω; Αλλά πως θα έφευγα από κει; Μόνο αν δε με έβρισκε και άλλαζε τα σεντόνια και έτσι σιγά-σιγά χανόμουν μπορεί να βρισκόμουν έξω στον κόσμο να κυλήσω ελεύθερο… Αλλά δεν ήξερα αν θέλω να γίνει αυτό… Δεν ήξερα τι θα γίνει. Μόνο σκεφτόμουν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Και περίμενα.

Ήρθε! Άκουγα γύρω απ’ το κρεβάτι θορύβους. Με έψαχνε! Σίγουρα εμένα έψαχνε! Έλεγε «που είσαι ρε γαμώτο» και «το’ χασα ρε γαμώτο, το’ χασα!» Σίγουρα εμένα έψαχνε! Χωρίς φωνή, τι να πω; Έβαλα όλη μου την ενέργεια να την κάνω να σηκώσει το πάπλωμα και να ψάξει εκεί. Σκέψου, της έλεγα, σκέψου! Που μπορεί να είμαι; Έφυγε. Και ήρθε πάλι το βράδυ. Φως! Φως! Τράβηξε το πάπλωμα! Εδώ! Εδώ! Σου φωνάζω! Ξάπλωσε! Μυρίζω τα μαλλιά της! Πάλι σε μπαρ ήταν! Τι έχασα άραγε πάλι;;; Που να ήταν;; Εδώ είμαι, δες με!! Με είδε!!! «Εδώ είσαι μωρέ;» είπε με αγάπη… Σηκώθηκε, πήγε μπροστά στον καθρέφτη, με κοίταξε και μετά κοιτάζοντας τα είδωλά μας, με φόρεσε. Και με έσφιξε πολύ. Για να μην ξαναφύγω. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα υπέροχα.

Μετά από έξι μήνες περίπου, έγινε πάλι το ίδιο. Πάλι μία βίαιη κίνηση, πάλι έπεσα. Αυτή τη φορά μπλέχτηκα στα μαλλιά της. Ευχόμουν να με δει πριν βγει έξω και χαθώ για πάντα. Ή μήπως αυτό ήταν καλό; Νέες περιπέτειες για τον παλιό, καλό, γνωστό ασημένιο κρίκο! Έπιασε μηχανικά το αυτί της και κατάλαβε ότι λείπω. Πήγε στο κρεβάτι, σήκωσε το πάπλωμα και το εξέτασε εξονυχιστικά με τα ακροδάχτυλά της μήπως διαφύγω από τα μάτια της, ανακάτωσε τα μαξιλάρια, τίποτα. Έπεσε στο πάτωμα κι άρχισε να ψάχνει. Τίποτα. Εκείνη τη στιγμή, μία αχτίδα ήλιου μπήκε απ’ την μπαλκονόπορτα, έπεσε πάνω μου κι έλαμψα. Και χωρίς να κουνηθεί, έστριψε μόνο τα μάτια μας προς τις μπούκλες της και με είδε. «Τι θα γίνει με σένα;» μου είπε χαμογελαστή και με φόρεσε.

Πλέον, οι αντοχές μου ήταν μειωμένες. Ήδη δύο φορές είχα βγει βίαια. Ήξερα πως αν γίνει και τρίτη, οι ελπίδες ήταν ελάχιστες. Άλλωστε, ήμουν τόσο μικρό.. Κι αν την επόμενη φορά, έπεφτα κάπου έξω, θα χανόμουν σίγουρα.

Ξανάγινε. Κι ήταν εκτός σπιτιού αυτή τη φορά. Το ήξερα. Έπεσα στον ώμο της. Πάλι έπιασε ασυναίσθητα το αυτί της. Πάλι με βρήκε στον ώμο της. Έτσι απλά. Τελικά εγώ με αυτό το κορίτσι, ήμουν συνδεμένος με έναν περίεργο τρόπο. Είχα πέσει τόσες φορές και με έβρισκε. Μια φορά μάλιστα που έπεσα μέσα στο σπίτι, με βρήκε το υπέροχο σκυλάκι της, με έβαλε στο στόμα του και με πήγε σ’ αυτή. Είχαμε ξεπεράσει κάθε νόμο πιθανοτήτων. Την αγαπούσα.

Από την τέταρτη φορά που έπεσα και μετά, με έπιανε πιο συχνά να βεβαιωθεί ότι είμαι εκεί. Στόλιζα το αυτί της. Ήμουν ο πρώτος μετά τα άλλα δύο σκουλαρίκια. Ακουμπούσα ελαφρά το λαιμό της και μύριζα κάθε άρωμα που φορούσε. Μου άρεσε που δεν ήμουν κοντά στα μαλλιά της. Την είχα δει πολλές φορές εκνευρισμένη με το τελευταίο σκουλαρίκι που μπλεκόταν στα μαλλιά της και την πονούσε. Εγώ δεν ήθελα να την πονέσω. Ήμουν στο τέλειο σημείο.

Πριν τρεις μέρες, σηκώθηκε πολύ αγχωμένη. Ντύθηκε σε δύο λεπτά, μάζευε σακούλες, πράγματα, έβαλε το κασκόλ της και έπεσα! Έπεσα! Δεν με είδε. Το ξέρω ότι με ψάχνει. Τη νιώθω να με ψάχνει. Και γω δεν ξέρω που είμαι. Θέλω να της φωνάξω αλλά δεν έχω φωνή. Μόνο περιμένω. Θέλω να με βρει. Θέλω.


Υ.Γ. Που είσαι καλό μου; Σ’ έχω χάσει εδώ και τρεις μέρες. Ξέρω ότι θα σε βρω όπως σε βρήκα τόσες φορές. Και τόσες όσες σε έχασα, τόσες δεν πήγα να πάρω άλλο στη θέση σου. Θα σε βρω. Είσαι κάπου στο χαλί. Κάπου στα ρούχα. Κάπου στα κασκόλ στην ντουλάπα. Κάπου έχεις γαντζωθεί και δε σε βλέπω. Θα σε βρω όμως γιατί είσαι δικό μου. Ακόμα όμως κι αν χάθηκες, να ξέρεις πως σε αγαπώ. Να μη στενοχωριέσαι. Όπου κι αν είσαι, θα είσαι καλά. Το ξέρω. Πιάνω το αυτί μου και λείπεις. Πιάνω τους φίλους σου. Εσύ λείπεις. Δεν πειράζει. Κάπου είσαι και είσαι καλά. Θέλω όμως να σε βρω. Αν όχι, σου εύχομαι να είσαι καλά… Καλή Τύχη ασημένιε κρίκε μου..

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2007

Ντολμάδες ώρα μηδέν.

Δεν έχω έμπνευση. Στέρεψα. Βάζω τον κουβά στο μυαλό και χτυπάει τοίχο. Λέμε δε μου’ ρχεται τίποτα. Τρώω ντολμαδάκια και τέλος. Στέρεψε. Καλά, λογικό είναι. Με τόσο κάψιμο που έχω τραβήξει, άμα είχα και έμπνευση, θα απαιτούσα Όσκαρ, Νόμπελ και να γραφτώ στο Βιβλίο Γκίνες καπάκι. Ε μη χέσω. Αυτά… Τι να πω; Για το κοριτσάκι στο λεωφορείο που ρώτησε τη γιαγιά του τι είναι η ψυχεδελεία; Ναι, με τόνο στο «εί». Ντάξει του είπε «δεν ξέρω». Να κάτσω τώρα να αναλύσω τι ρωτάνε τα παιδιά και πως απαντάς; Γάμα τα είναι η υπόθεση, τι να τους απαντήσεις; Απλώς εύχεσαι να μη ρωτήσουν καμιά μαλακία –καλή ώρα. Τι να πω; Να πω για τους βρωμιαρέους που με ακουμπάνε στο λεωφορείο και μετά θέλω να κάνω μπάνιο με dettol; Βαριέμαι. Βασικά, είμαι κουρασμένη και βαριέμαι. Θα ήθελα να μην κάνω τίποτα και να ξύνω τις αρχιδάρες που δεν έχω με τσουγκράνες, ξύστρες και πιρούνια. Κάτσε να φάω άλλο ένα ντολμαδάκι. Ναι που λέτε βαριέμαι και σας τρώω και την ώρα γιατί νομίζετε ότι σε λίγο θα με πιάσει κρίση και θ’ αρχίσω τις μαλακίες. Καλά, δεν ξέρω, μπορεί κιόλας. Δύο, μη σου πω και τρεις μέρες τώρα, βαριέμαι, λιώνω, διαλύομαι. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω στο παζάρι βιβλίου στην Κλαυθμώνος και να κάτσω κανά τετράωρο. Αλλά ευχόμουν να μη με σπρώχνουν τίποτα καριόλες και μαλάκες γιατί βαριέμαι τόσο που άμα συγχιστώ θα ρίξω καμιά ξανάστροφη και άντε μετά να ηρεμήσεις. Παπάρες. Τι θέτε μωρέ βλάχες και καραγκιόζηδες και πάτε σε παζάρια βιβλίων; Για να σπρώχνετε; Δεν είσαι μόνη σου μωρήηηηη… Κάνε πέρα βλάχοοοο, ου κιτς κιτς κιτς τα πρόβατα, είναι κι άλλοι πίσω σου…Και πήγα και με έσπρωχναν τα ζώα. Και έπαιζε και σκυλάδικα. Μα ρε μαλάκες, είναι δυνατόν να διαλέγω Νίτσε και Κάφκα και να ακούω Σφακιανάκη; Έβλεπα κάποιους –όπως εγώ- που υπέφεραν και τους έλεγα «απαίσιο ε;» μου έγνεφαν καταφατικά και γελούσα. Έβλεπα κι άλλους να κρατάνε ένα βιβλίο αρχαιοελληνικών και να τραγουδάνε τους στίχους απ’την «κομματάρα» του Πλούταρχου.. Άσε με γιατί φουντώνω. Ακόμα διαβάζετε; Μπράβο κουράγιο! Μπορείτε να το πάρετε μέχρι το τέλος, αλλά δεν σας υπόσχομαι τίποτα. Δεν το βλέπω να κρατάει και πολύ εδώ που τα λέμε. Τι να γράφω; Ότι δεν ξέρω τι να γράψω; Βλέπετε τι γίνεται. Παπαρόλοτζι ολκής. Γιατί; θα μου πεις. Είναι απαραίτητο να πεις κάτι; Μπα, όχι, δεν είπα αυτό. Σε ημερολόγιο γράφω και γράφω ό,τι γουστάρω. Δεν κατάλαβα που είναι το πρόβλημα.
Και τώρα θα τραγουδήσω.
Τράβα μπρος κι όσα έρθουν κι όσα πάνε, τράβα μπρος και του κεφαλιού σου κάνε, τράβα μπρος και μη σε μέλει… σκόπια σκόπια μη σκο σκόπια σκόπια μη σκο σκατό, λίμπε λίμπε λίμπε λάι, το σκατό δεν ξεκολλάει, α α α α αφα λαμόρε κομιτσε του α α α α αφα λαμορε κομιτσετου… βαρέθηκα. Ακόμα δεν έχετε φύγει; Κακώς. Τι διαβάζετε; Καλοί αργόσχολοι είστε και του λόγου σας. Ήθελα να ήξερα ποιος δουλεύει σ’ αυτήν την χώρα. Γιατί εγώ λέω, κανένας. Οπότε, αφού δε δουλεύουμε που δε δουλεύουμε κι έχουμε τόσο ήλιο και βαριόμαστε, γιατί να μη δουλεύαμε 2, άντε 3 το πολύ, μέρες την εβδομάδα για 6 μήνες το χρόνο; Έτσι κι αλλιώς τα ζώα μου αργά είμαστε. Και όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι, μια χαρά. Αλλά τίποτα. Η μαλακία δίνει και παίρνει. Οι εργασιομανείς θα μου πείτε τι θα έκαναν; Δε θα ήξεραν ότι είναι εργασιομανείς, ένα το κρατούμενο. Δύο, αν το ήξεραν, θα χτυπούσαν τα κεφάλια τους στον τοίχο και τρία, θα έκαναν ωραιότατα τις δουλειές του σπιτιού. Να σου πω εγώ μετά αν είχαν άλλη όρεξη για δουλειά. Πω πω σκυλοβαριέμαι. Πονάει και η πλάτη μου ρε πούστη. Κάτσε να φάω ένα ντολμά. ….. Τελικά έφαγα έξι και πιτσίλισα και την οθόνη με το ζουμάκι που μου’ φυγε απ’ το στόμα. Τι μπουκώνεσαι ρε πεινάλα, θα μου πείτε. Γιατί, τη μούρη σας έφτυσα; Δε με χέζετε; Άντε κάντε καμιά δουλειά και αφήστε τα σχόλια. Ώχουουου…
Τώρα θα γράψω ένα ποίημα.
Ανεβαίνω γρήγορα στη σκάλα
και μπαίνει το βρακί στου κώλου τη διχάλα.
ώι ώι ώι ό λέω και κάθομαι και κλαίω.
Ο κώλος μου στα δύο εχωρίσθη
και τώρα το σκατό στο ύφασμα εχύθη.
Ώι ώι ώι ό τώρα που να βρω χαρτί να το σκουπίσω
Και με σκατό τα σκουπίδια να γεμίσω;
Πουθενά δεν έχει χαρτί γριούλα
με το σκατό θα μείνεις μέχρι την αυγούλα.
Ωραίο ε; Βαρέθηκα, κλείνω. Τα ντολμαδάκια τα’ φαγα πάντως όλα.

Υ.Γ. Βαριέμαι και μ’ έχει πιάσει τσίρλα απ’ τους ντολμάδες.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2007

Πετραδάκι πετραδάκι για τα σένα το’ χτισα.

Έτσι, έτσι, έτσι… Ναι, ναι, ναι, καλά τα λέει, της αγάπης το τσαρδάκι κι όμως δε σ’ απόχτησα… όμορφη πόλη! Καλημέρα…. Τι γίνεται; Όλα καλά; Σας γαμώ την Αθήνα. Σας τη γαμώ γιατί έτσι μ’ αρέσει. Κι εκτός του ότι μ’ αρέσει, υπάρχει κι άλλος λόγος. Γιατί είναι κρυφή πουτάνα και κρύβει τις ομορφιές της. Για να δεις κάτι ωραίο μέσα στην πλέμπα, πρέπει ή να πέσεις πάνω ή να είναι καινούριο και να σου έχουν βάλει 10 ταμπέλες γύρω-γύρω. Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση, να είναι ένας τεράστιος όγκος αυτό το κάτι και να σου τραβήξει την προσοχή θες δε θες. Και δε θα το έλεγες και ομορφιά εδώ που τα λέμε… Όπως για παράδειγμα μία τεράστια μύτη με ελιές και τρίχες πάνω σε έναν άνθρωπο. Προεξέχει, θα τη δεις. Δε γίνεται.

Για τι πράγμα μιλάω; Για τα κτίρια αυτής της πόλης, για το τσιμέντο, το γυαλί, το σίδερο και ότι άλλο, στις διάφορες μορφές του, που πλαισιώνει αυτό το τσαρδί που λέγαμε παραπάνω. Την Αθήνα.


Μ' άσπρα πουλιά και σύννεφα
τον ουρανό θα ντύσω
και τ' όνομά σου αθάνατο
στην πέτρα θα κεντήσω.

Στο περιβόλι τ' ουρανού
θα μπω για να διαλέξω
κι απ' τη μυρτιά κι αμάραντο
στεφάνι να σου πλέξω.

ΡΕΦΡΕΝ:
Αθήνα
Αθήνα
Χαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.

Κάποια βραδιά στην αμμουδιά
κοχύλι σου θα μείνω.

Χαρά της γης και της αυγής
μικρό γαλάζιο κρίνο.

Κάτσε να γελάσω. Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα χαχαχαχαχα ναι, ναι, πλέξε στεφάνι και θα το πετάξουν οι βρωμιάρηδες στα μπάζα, ναι, ναι, χαρά της γης και της αυγής με μπινελίκια και καυσαέριο, κοχύλι δεν ξέρω, αποτσίγαρο όμως σίγουρα, μικρή γαλάζια μεταλλαγμένη κουράδα!!!!

Λοιπόν κάποτε, κάποιοι άνθρωποι, απ’ ότι φαίνεται αγαπούσαν αυτή την πόλη, συγνώμη, αυτό το τσαρδί. Κάποτε ήταν όμορφη. Και μετά, δεν ξέρω τι έγινε. Τους καβάλησε ο εξαποδώ και με μοχλούς τους κυρίευσε, κάτι τέτοιο πρέπει να έγινε γιατί αυτή η όμορφη πόλη έγινε σαν χωματερή. Απαίσια, με μπόλικο τσιμέντο, στενούς δρόμους, αδιέξοδα, ανύπαρκτα πεζοδρόμια, μηδενικά πάρκα και πολυκατοικίες. Η ως άνω εικόνα εξελίχθηκε και έγιναν ακόμη περισσότερες πολυκατοικίες, έφυγαν τα δέντρα και μπήκαν κάτι καχεκτικά φυτά που ανά εποχές μυρίζουν κάπως, για την ακρίβεια, κάποιοι φίλοι μου τα λένε «χυσολούλουδα», θα μου πεις σε μπουρδέλο ζεις, να μη στο θυμίζουν;, μπήκαν τσίγκινες ταμπέλες, μπόλικες διαφημίσεις, μπόλικα συνθήματα, κουρελιασμένες αφίσες να κρέμονται σαν άντερα, λαμπάκια που σου εύχονται Καλό Πάσχα τα Χριστούγεννα και χιλιάδες αυτοκίνητα. Την εικόνα συμπλήρωσε το νέφος, η απαράδεκτη γαϊδουριά των κατοίκων αλλά με ένα ΕΞΩ ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ σύνθημα ξεμπέρδεψαν γιατί οι βλάχοι έφταιγαν τότε, μετά ένα ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΣΤΙΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΤΟΥΣ ξεμπέρδεψαν επίσης γιατί οι ξένοι φταίνε κι έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε σε ένα τσαρδί το σωτήριον έτος 2007. Αμήν.

Τα κτίρια είναι αυτά που πλαισιώνουν μια πόλη. Είναι αυτά που επιλέχθηκαν να μπουν στη θέση των δέντρων, των φυτών και των ποταμών. Σε όλο τον κόσμο, πριν αιώνες, όταν άρχιζαν να φτιάχνουν τα πρώτα, φρόντιζαν να δείχνουν για ποιους φτιάχτηκαν και γιατί. Είτε ήταν ανάκτορα, είτε τουαλέτες, είχε το κάθε κτίριο την εμφάνιση που άρμοζε στην εποχή, σε αυτούς που θα έμπαιναν ή θα έμεναν μέσα και στα ρεύματα (Αναγέννηση, Μπαρόκ, Ροκοκό, Κλασικισμός και πάει λέγοντας). Υπήρχε γενικά αισθητική. Έγιναν, γίνονται και θα γίνονται πόλεμοι, σεισμοί, νεροποντές, καταστροφές, κακοτεχνίες και διάφορα άλλα που γκρέμισαν, γκρεμίζουν και θα γκρεμίζουν κάποια κτίρια και φυσικά χτίστηκαν, χτίζονται και θα χτίζονται κάποια άλλα στη θέση τους. Η επανατοποθέτηση όμως ενός νέου κτιρίου, σε μία πόλη, σε ένα σημείο, δε θέλει έρευνα; Δεν πρέπει, όχι να είσαι μορφωμένος, ο πιο αμόρφωτος τσομπάνης στα γκράβαρα που δεν έχει ρεύμα να είσαι, θα κοιτάξεις γύρω σου. Να δεις. Η κουράδα, ταιριάζει στην κουζίνα; Όχι. Απλά. Δεν είναι κάτι περισσότερο. Όπου έχω πάει, έχω δει το σεβασμό. Έχω δει ένα μέρος της εκάστοτε πόλης, το κέντρο συνήθως, με τα παλιά εκείνα κτίρια από όταν κάποιοι έφτιαξαν κι έχω δει πιο μακριά, σε άλλη περιοχή, τις εργατικές κατοικίες, τα σκατένια κτίρια, τα μοντέρνα. Δεν έχω δει πουθενά, όπως στην αριστουργηματική πόλη που ζω, μία ασυναρτησία, ένα μπέρδεμα, ένα μπλέξιμο που δε βοηθάει πουθενά, δε στηρίζει καμία αισθητική, γαμάει ό,τι υπήρξε και δίνει κάθε τι καινούριο, στη χειρότερη μορφή του. Εντάξει, όχι πάντα, έχουν φτιάξει και πάρα πολύ όμορφα πράγματα αλλά αν δεις μαζί με αυτά, όλο το σύνολο, κοιτάξεις γύρω-γύρω, σε κυριεύει η λύπη. Είναι σαν μία κακάσχημη, σπυριάρα ελεινή χοντρή, με σάπια δόντια, σκατόγρια, καραφλή, βρωμιάρα, να βάλει μια υπέροχη διαμαντένια καρφίτσα στο πέτο της.

Έχω δει μοντέρνα κτίρια, όχι εδώ φυσικά, χτισμένα δίπλα σε παλαιό κτίριο και έχω μείνει άφωνη. Ήταν ένα τζαμένιο κτίριο κολλητά σε ένα υπέροχο κτίριο του 17ου αιώνα σε ένα χωριό της Ολλανδίας. Το τζαμένιο ήταν σαν να μην υπήρχε. Γιατί; Γιατί στα τζάμια του, αντικατοπτριζόταν το παλαιό κτίριο, το ποτάμι που βρισκόταν απέναντι και τα δέντρα. Αυτό για μένα είναι ο απόλυτος σεβασμός. Ή να θυμηθώ το απόλυτο πεντάμορφο κτίριο με το όνομα Τζίντζερ & Φρεντ στην Πράγα; (Εκ του Φρεντ Αστέρ και Τζίντζερ Ρότζερς επειδή το κτίριο μοιάζει να χορεύει). Μη χέσω.

Στην Αθήνα, κατά τη δική μου γνώμη, δε γίνεται τίποτα πλέον και μόνο αν γκρεμιστεί ολόκληρη, έχουμε ίσως κάποια ελπίδα να δούμε την πόλη που θα θέλαμε, υπήρξε και γαμήσαμε. Το χειρότερο όμως σε όλα αυτά, είναι πως δε φτάνει που βλέπουμε την απόλυτη σκατίλα, έχουμε και τα μαλακισμένα να ψεκάζουν ΠΑΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΘΗΡΑ 13. Όλοι μιλάνε για κάμερες, παρακολουθήσεις και αρχίδια καλαβρέζικα. Πόσο θα ήθελα, λοιπόν, αυτά ακριβώς τα αρχίδια που γαμάνε ότι βρουν, να τα πιάσουν και να χαράξουν πάνω στην πλάτη τους με καυτό σίδερο ΘΡΥΛΟΣ ΘΕΟΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ. Αυτό το πολυτεχνείο πια, το βλέπω κάθε μέρα και καίγεται η ψυχή μου. Είναι μνημείο ρε γαμημένα αρχίδια. Μνημείο ρε παλιομαλάκες. Μνημείο γαμώ τα πινέλα που βάφετε και γαμώ τους μπάτσους που σας κοιτάνε και μιλάνε στο κινητό με την γκόμενα. Μόνο άσχετους ξέρουν να βαράνε. Είναι δυνατόν ρε πούστη, μέσα στην Πατησίων να βάφουν 6-8 μέτρα τοίχο και να μην τους βλέπει κανείς;;;; Μα είναι δυνατόν; Εγώ κακάδι από τη μύτη μου βγάζω και με βλέπουν. Αυτούς κανείς; Άντε κανείς. Αθήνα Ανοχύρωτη Πόλη. Αυτά τα αρχίδια που βρωμίζουν, δε μασάνε τίποτα; Κωλάρχιδα! Έχετε βγει ρε ξεκωλιάρες κωλοπουτάνες με τα πινέλα στο χέρι, ποτέ έξω απ’ αυτή την πόλη την πουτάνα, να πάτε στη Ρώμη για παράδειγμα, στη Βαρκελώνη, στο Παρίσι; Έχετε δει καταλήψεις εκεί; Έχετε δει αναρχικούς;;; Έχετε δει τον τρόπο που αντιδράνε;;; Ε γαμώ το άδειο κρανίο σας;;; Όχι ρε πουτάνες, δε θα έχετε δει. Γιατί τότε θα ξέρατε πως είναι. Άντε γαμηθείτε λέχρες. Που και δίκιο να’ χετε, το χάνετε μαλάκες. Το χάνετε. Χώστε τα πινέλα στον κώλο σας τώρα.

Εδώ θέλω την προσοχή σας. Σαφώς και δε μιλάω για τα γκράφιτι που ομορφαίνουν πλέμπες όπως τα εργοστάσια στην Πειραιώς ή τα γκρεμισμένα στου Ψυρρή, ή όπου αλλού μπαίνουν. Γιατί εκεί που μπαίνουν, έχει πέσει σκέψη πρώτα. Δεν πάνε σε ένα νεοκλασικό φρεσκοβαμμένο να πατάνε ταγκιές. Ως επί το πλείστον τουλάχιστον. Δεν παίρνω και όρκο. Τους γκραφιτάδες, πάντως, έπρεπε να τους πληρώνουν αδρά να ζωγραφίσουν όλη την πόλη. Όλη. Όλη. Όλη. Είναι η μόνη γαμημένη λύση. Να γεμίσει χρώμα. Να βάψουν τα κτίρια, άλλο μπλε, άλλο κόκκινο, άλλο ριγέ, άλλο πουά. Κλείστε τα μάτια, μπείτε στην Πατησίων, στην Αχαρνών, στην όποια οδό θέλετε και δείτε πολύχρωμα κτίρια. Δε χαμογελάτε; Εγώ ναι. Τα νεοκλασικά ή όποιου ρυθμού κτίρια υπάρχουν, να αναπαλαιωθούν και να στέκονται αυταρχικά με εκείνο το όμορφο μπεζ-κίτρινο-λευκό ανάμεσα από τα πολύχρωμα κτίρια. Δείτε την ομορφιά. Χαμογελάστε. Αλλά αναστενάζω. Βλέπεις μόνο τα αρχαία είναι να τα κοιτάς. Μετά την αρχαιότητα τίποτα. Αμέσως μετά, η πλέμπα. Που και τα αρχαία δηλαδή, για τον πούτσο τα’ χουν. Αλλά όσο μένουν μόνα τους εκεί, μια χαρά είναι. Ε, βέβαια. Σκέφτομαι, μέχρι και ο δήμαρχος της Αλβανίας έχει βάψει κτίρια με πολλά χρώματα. Αλλά Αλβανοί είναι, ας ψοφήσουν. Εμείς έχουμε τον πολιτισμό. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, πηγαίνετε σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, πάρτε όλα τα βιβλία που οι αρχαίοι έγραψαν και βάλτε τα ένα-ένα, στον κώλο σας. Πηγαίνετε στην Ακρόπολη, και βάλτε τα πετραδάκια που έχει κάτω, και αυτά στον κώλο σας. Μετά, βάλτε και τα υποστυλώματα που έχετε εκεί 150 χρόνια και βάλτε τα κι αυτά. Στη συνέχεια, πηγαίνετε στις παραλίες που πετάτε όλα τα σκουπίδια του κόσμου και βάλτε τις μπλε σημαίες στον κώλο σας. Καπάκι, πηγαίνετε εκεί που πουλάνε πλαστικές καρέκλες και τσίγκους και βάλτε και αυτά στον κώλο σας. Μετά, απλώστε ένα μουσαμά, χέστε όσα βάλατε στον κώλο σας, ανακατέψτε τα και φτιάξτε την πόλη που ζούμε. Θα μου πεις, τη δουλειά σας θα σας δείξουμε; Συγνώμη, μια παρατήρηση έκανα.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2007

Ο Πελεκάνος

Θα ήθελα να πω διάφορα πράγματα σήμερα, αλλά δε μπορώ. Είμαι μαγεμένη από χτες. Είδα μία από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει ποτέ και δεν μπορώ να αναλύσω κανέναν κώλο, βυζιά, σκατά, κουράδες και μαλάκες. Είδα πολλά απ’ αυτά το πρωί ερχόμενη στη δουλειά το πρωί και σκέφτηκα άλλα τόσα, αλλά το θεωρώ τουλάχιστον ύβρη να αρχίσω να μιλάω γι’ αυτά μετά απ’ το έργο που είδα. Είναι κάτι σαν το ενός λεπτού σιγή μετά από κάτι μεγαλειώδες που συμβαίνει. Φόρος τιμής λοιπόν στον Πελεκάνο, στο θέατρο Αμόρε και στους συντελεστές του. Αν δεν ξέρετε τίποτα από θέατρο, είναι μια καλή ευκαιρία να δείτε τί σημαίνει απίστευτο κείμενο και τί υποκριτική. Προσκυνώ. Το έργο το έγραψε ο Στρίνμπεργκ. Νομίζετε ότι είναι κουλτούρα; Είναι και καλά κάνει. Κάθε μέρα βλέπετε σκατά, ροχάλες και καραγκιόζηδες. Νομίζετε πως δύο ώρες κουλτούρα θα σας χαλάσει το ίματζ; Όχι, πιστέψτε με. Βέβαια, επειδή δεν υπάρχουν πλέον θέσεις και έβαλαν 4 επιπλέον παραστάσεις, καλό θα είναι να βιαστείτε. Αν θέλετε. Και μην ακούσω κανέναν να πάει και να μου πει μετά, «δε μου άρεσε». Στ’ αρχίδια μου. Ρίσκο είναι όπως όλα. Μπορεί να πάτε και να σκέφτεστε την Πίπη τη Φακιδομύτη. ΟΚ. Νο πρόμπλεμ. Εγώ είμαι μαγεμένη. Έχω δει βέβαια, πάρα πολλά έργα και ασχολούμαι με το θέμα θέατρο-σινεμά πολλά χρόνια αλλά δεν παύει να είναι η προσωπική μου άποψη. Αυτό που μπορώ να σας πω, εγώ τουλάχιστον, είναι να πάτε, να αγοράσετε το πρόγραμμα, να διαβάσετε το βιογραφικό του Στρίνμπεργκ και όλο το πρόγραμμα αν είναι δυνατόν πριν την παράσταση, είναι μικρό τεμπέληδες, μη φοβάστε, να καταλάβετε ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, να σχηματίσετε τη δική σας, προσωπική γνώμη και να ανέβετε στον εξώστη. Και να μαγευτείτε. Αν δε μαγευτείτε, δε θα ήθελα να μου το πείτε. Είναι σαν να αγαπάω κάποιον άνθρωπο και να μου τον πείτε μαλάκα. Δε γουστάρω.
Καλή παράσταση.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2007

Βρώμικες Υποθέσεις. Κατάλληλο από 17 και άνω.

Όποιος σιχαίνεται τα σκατά, τα τσίσα και τους εμετούς, να μη διαβάσει παρακάτω.

Πάντα με διασκέδαζαν τα σκατά. Όχι στην κανονική τους μορφή. Αλλά η λέξη πάντα με έκανε να γελάω. Όπως και οι λέξεις –κώλος- -χέσιμο- και ειδικά –κλάσιμο-. Όταν κλάσει κανένας φίλος, πεθαίνω να γελάω. Αν βρωμίσει, αρχίζουν τα μπινελίκια. Παλιά με μία φίλη μου, είχαμε καταφέρει πια, τόσο παρέα που κάναμε, να κλάνουμε ταυτόχρονα. Χωρίς να το επιδιώκουμε. Δεν ξέρω πως γινόταν. Μια φορά δε, καταφέραμε να ρευτούμε και να κλάσουμε και οι δύο συγχρόνως. Άραγε να είμαι καθυστερημένο; Τι δείχνει το γεγονός ότι ψοφάω στο γέλιο άμα κλάσει ή ρευτεί κανείς; Είναι γιατί κωλώνουν όλοι οι υπόλοιποι; Βέβαια, άμα κλάσει ή ρευτεί άγνωστος στο δρόμο ή σε τραπέζι, θέλω να τον σκοτώσω. Η απόλυτη αγένεια. Είπαμε γελάμε, δεν είμαστε χίπουρες. Θυμάμαι μια φορά που ήμουν στην Ικαρία και τρώγαμε σε ένα ταβερνάκι, ήταν ένα λέχρας με σανδάλια και τζίβες, μπατάρει εκεί που καθόταν και αμόλυσε μια κλανιά γιγαντιαίων διαστάσεων. Πως δεν του’ ριξα ροχάλα στη μούρη, εγώ ξέρω. Ή ωραία θα ήταν, να μπορούσα να σηκωθώ, να πάω μπροστά του, να γυρίσω τον κώλο μου και να του κλάσω τη μάπα να γελάσουμε όλοι μαζί.
Επειδή γελάω πολύ μ’ αυτά, κόσμος έχει κλάσει για πάρτη μου. Σε κάμπινγκ. Σε κάμπινγκ μ’ αρέσει να ακούσω ρεψίματα και κλανιές μέσα απ’ τις σκηνές. Πεθαίνω να γελάω. Πεθαίνω. Περπατάς αμέριμνος και ξαφνικά, μέσα απ’ το πάνινο σπιτάκι, ακούς Πρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ!!! Αριστούργημα! Πότε έκλασαν για πάρτη μου; Μια φορά σε κάμπινγκ, δε θυμάμαι που, νομίζω στην Ίο, ήταν κάτι ξένοι, παρεάκι, μπροστά στη σκηνή τους. Ρεύτηκε δυνατά ένας απ’ αυτούς και ένας δεύτερος, του’ ριξε μια φάπα. Το είδα το σκηνικό και αυθόρμητα άρχισα να γελάω. Με κοίταξαν και σαν συνεννοημένοι άρχισαν να ρεύονται και να με κοιτάνε. Εγώ άρχισα να γελάω όλο και πιο δυνατά. Σε κάποια φάση, φτάσαμε αυτοί να δίνουν συναυλία και γω να κλαίω απ’ τα γέλια. Μα φαντάζεστε από μακριά το σκηνικό; Ένα κοριτσάκι (εγώ είμαι αυτό) μπροστά στη σκηνή του, και 4-5 μαντράχαλοι απέναντι, μπροστά στη δική τους σκηνή. Οι μεν να κοιτάνε το κοριτσάκι και να ρεύονται και το κοριτσάκι να έχει σκύψει ακουμπώντας τα χέρια της στα γόνατά της και να κλαίει απ’ τα γέλια. Επικές στιγμές.
Αααα!!! Τι θυμήθηκα τώρα!!!! Είμαι 17 χρονών. Σε σινεμά. Με 2 φίλες μου. Βλέπουμε το Cry Baby με τον Τζόνι Ντεπ. Το σινεμά άθλιο. Μέσα είναι 20-30 άτομα το πολύ. Η ταινία έχει κοπεί σε άσχετα σημεία 2 φορές. Στο δεύτερο cut, περιμένουμε να αρχίσει και γω, έχω αγκαλιάσει την μπροστινή θέση και χαζεύω με το στόμα ανοιχτό. Ε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μου φεύγει ένα ρέψιμο, μα ένα ρέψιμο, περίπου 4 δευτερολέπτων. Κλείνω το στόμα μου μόλις το αντιλαμβάνομαι, γυρίζω με γουρλωμένα μάτια προς τις φίλες μου, τις κοιτάω με το βλέμμα –ουπς!- και τότε ξεκινάει! Τι; Να ρεύονται όλα τα πιτσιρίκια που ήταν στο σινεμά. Μιλάμε έγινε της πουτάνας. Της πουτάνας. Και αρχίζω να γελάω. Να γελάω πολύ. Μα πάρα πολύ. Και κατουρήθηκα. Εκεί. Στο σινεμά. Πάνω στη θέση μου. Κατουρήθηκα πάρα πολύ. Πραγματικά κατούρησα το σύμπαν. Ευτυχώς φορούσα μαύρο παντελόνι. Και να φύγουμε; Ούτε λόγος! Δεν ήθελαν οι άλλες οι σκύλες! Κι άλλαξα θέση, με δάκρια στα μάτια απ’ τα γέλια με κατουρημένο παντελόνι μέχρι τα μπατζάκια. Στην επιστροφή, πήγαινα σαν χεσμένη λένε, αλλά κατουρημένη ήμουν εγώ, και είχε παγώσει κιόλας, είχε κοκαλώσει, μη σιχαίνεστε ρε μαλάκες! Και στο δρόμο συναντήσαμε γνωστούς. Κι άρχισαν να μιλάνε οι σκύλες με τους γνωστούς. Εγώ να είμαι μία ώρα κατουρημένη και αυτές μιλούσαν. Έφτασα σπίτι, ησύχασα. Ρε τι έχω τραβήξει. Την ιστορία που μ’ έπιασε τσίρλα σε νησί και αντιλαμβάνομαι πως δεν έχει χαρτί, στη συνέχεια πως δεν έχει νερό, και στη συνέχεια πως δεν είχε τζάμι το παράθυρο της πόρτας της τουαλέτας και με έβλεπαν, δε θα την πω. Ντρέπομαι. Αυτή θα γραφτεί μόνο στη βιογραφία μου. Μπορεί να την πω και λάιβ όταν θα παίρνω το Μπούκερ. Δεν ξέρω. Πάντως, αυτή η ιστορία με την τσίρλα ανήκει σε μια τριλογία.
1η ιστορία: Γίνεται της πουτάνας με την τσίρλα εκείνο το βράδυ.
2η ιστορία: Το επόμενο, μου’ ρχεται εμετός. Πάω, κάνω, και αντιλαμβάνομαι, για μία ακόμη φορά, πως πάλι δεν έχει χαρτί. Ήμουν στις τουαλέτες του κάμπινγκ. Πετάω τη ρουκέτα μου λοιπόν και έτσι όπως ήμουν και δεν ήθελα να με δουν όλες οι γκόμενες που ετοιμάζονταν να βγουν εκείνη την ώρα, πηδάω στην απέναντι πόρτα που ήταν η ντουζιέρα να ρίξω λίγο νερό πάνω μου. Ε, έριξα. Άνοιξα το βούρλο το ντους και μ’ έκανε μούσκεμα από πάνω μέχρι κάτω. Καλύτερα οι γκόμενες να με έβλεπαν λίγο χλωμή και να φτύνω λίγο στο νιπτήρα, παρά αυτό που είδαν.
3η ιστορία: Την επόμενη μέρα, και κλείνει τη τριλογία, κάποια φάση, βράδυ, πάλι την ώρα που βάφονταν οι γκόμενες να βγουν, με πιάνει κατούρημα. Πάω, αρχίζω να κάνω τσίσα και πιτσιλούσε. Τι έγινε ρε πούστη σκέφτομαι; Κοιτάω, και απλά δεν είχα ανοίξει το καπάκι. ΟΚ. Να τα λες και να μη σε πιστεύουν.
Αυτάαααα…. Απ’ ότι βλέπετε, έχω μία ροπή στις γκάφες με κατουροχέσιμο. Με πάει ρε παιδί μου και το διασκεδάζω εδώ που τα λέμε. Άντε γεια τώρα. Πα να κατουρήσω.

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2007

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!!

Λοιπόν, αυτά τα κωλομηχανήματα που έχουμε όλοι μες τη μούρη μας, σας το λέω είναι του εξαποδώ και γαμιούνται. Έχουν άποψη, ιδέες και σπάνε αρχίδια. Ότι ώρα γουστάρουν παίρνουν εντολές, ανοίγουν κλείνουν, άντε ρε ουστ! Κωλομηχανήματα, μαλακισμένα! Και οι τηλεοράσεις και τα βίντεο, τα ίδια κάνουν! Μια φορά, καθόμουν με μια φίλη μου και ξαφνικά άναψε το βίντεο. Πως, που, τι, πότε, γιατί, κανείς δεν έμαθε. Μια άλλη φορά, ένας φίλος, τρελός κομπιουτεράς, έβαζε ένα μόντεμ στον υπολογιστή του, δεν έπαιζε. Το έβαλε σε άλλον, δεν έπαιζε. Το έβαλε σε άλλον, δεν έπαιζε. Το χάρισε σε άλλον, έπαιζε. Ε άντε και γαμηθείτε ρε μουνιά. Από το πρωί, η θεά, η ανεπανάληπτη, η υπέροχη, η μία και μοναδική Μισιρλού, θα μου’ χει στείλει και 30 μέηλ να προσπαθεί να με βοηθήσει τη βλάχα να βάλω αυτό το γαμημένο το τραγούδι που τόσος ντόρος που έγινε, θα πείτε στο τέλος ότι είναι και μαλακία. Αλλά έτσι είναι. Πρέπει να είσαι χαλαρός. Γιατί εγώ σήμερα, είμαι λες και μου έχουν βάλει νέφτι στον κώλο και μ’ έχουν ταΐσει καυτερές πιπεριές. Ο καφές φταίει που έφτιαξε αυτή η πουτάνα που φτιάχνει εδώ καφέδες η καριόλα. Θέλει να μας εξολοθρεύσει η αντιπαθητικιά και σε ανύποπτο χρόνο, βάζει έξτρα δοσολογία και αρχίζουμε και πιλαλάμε εδώ μέσα. Την καριόλα κι αυτή! Έτσι που λέτε. Ανοίγεις τον υπολογιστή και αν θέλεις να κάνεις κάτι πολύ, μη του το δείξεις. Κάνε ότι δε σε νοιάζει. Κάνε ότι και καλά, έτσι, ανοίγεις καινούρια παραθυράκια. Μη δει ότι αγχώνεσαι και δε θες να αποτύχεις, τη γάμησες. Τα ίδια μου έκανε και όταν άνοιγα το μπλογκ. Έκανα μία τόση δα μαλακίτσα και από κει που είχα βάλει ένα μικρό όνομα να μπαίνω να γράφω τις πίπες μου, δεν το δεχόταν και αναγκάστηκα να βάλω ένα με 680 γράμματα και κάθε φορά για να μπω, στέλνω γράμμα στον εαυτό μου. Χαλαροί πρέπει να ήσαστε όταν θέλετε να γράψετε κάτι στο βίντεο ή στο dvd, μη σας δει και κολλήσει. Να το ξέρετε. Θα σφυρίζετε σα να μη συμβαίνει τίποτα και θα το προγραμματίζετε. Χαλαρά, με ποτάκι και τέτοια.
Γαμημένο κωλομηχάνημα. Καλά όχι, βρε αγάπη μου, δε βρίζω εσένα, εσένα βρε, που με τόση αγάπη μου δίνεις εικόνες κάθε μέρα, δεν μου έχεις κλείσει ποτέ, ε, ζουζούνι μου; Όχι βρε! Εσένα; (τι να κάνω; Τα βλέπετε!)

Τέλος πάντων. Ήρθε η ώρα να σας βάλω το τραγούδι. Το βρήκα απόλυτα πετυχημένο. Το αγαπώ. Θέλω να βγω έξω και να το τραγουδώ σε ανθρώπους δείχνοντας τη μούρη τους. Ωραία ιδέα επίσης, είναι να κάθεσαι στο γραφείο σου, να παίζει αυτό και συ να κοιτάς χαμογελαστός τον καριόλη που δε συμπαθείς και τόσο. Και αν σε πάρει χαμπάρι του λες: «καλό ε;»

ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ!

ΕΙΜΑΙ ΒΛΑΧΑ.

Καλημέρα σε όλους! Σήμερα θέλω να σας αφιερώσω ένα τραγούδι που ταιριάζει απόλυτα σε όλους. ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΟΜΩΣ ΝΑ ΠΟΣΤΑΡΩ ΜΡ3 ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΒΛΑΧΑ ΚΑΙ ΕΧΩ ΣΤΑΝΗ!!!!!
ΣΟΣ! ΣΟΣ! ΣΟΣ! ΟΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙ ΜΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΙ ΚΑΝΩ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! Αν μπορείτε, πείτε μου και πως ποστάρεις και βιντεάκια. Δεν καίγομαι για τα βιντεάκια αλλά για ΜΡ3 καίγεται ο κώλος μου και φλόγες βγάζει λες κι είναι πετρογκάζι!!! ΣΟΣ ΤΩΡΑ!!!!

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2007

Ασκήσεις εξουσίας.

Πως τη βλέπει κάποιος «ανώτερος» δεν ξέρω. Σε τι ακριβώς είναι ανώτερος; Από τη στιγμή μάλιστα που ασκεί εξουσία, του γαμιέται ο κώλος τουλάχιστον. Άσκηση εξουσίας συχνότατα, ασκούν οι γονείς στα παιδιά τους. Τους μισώ αυτούς τους γονείς. Θέλω να τους ρίξω ένα κούτουλο, να τους ανοίξει η μύτη να ξεχάσουν πόσο εξουσιαστές είναι. Είναι οι γονείς, που φωνάζουν το παιδί τους την ώρα που παίζει ή είναι απασχολημένο με κάτι άλλο. Να δείξουν ότι τα έχουν απίκο. Σκλαβάκια. Ανά πάσα στιγμή. Πόσο χαίρομαι όταν είμαι μπροστά που το παιδί τους γράφει στο μουνί του. Βέβαια, αυτό ξέρει τι θα τραβήξει μετά. Είναι αυτοί που ουρλιάζουν στο παιδάκι μέσα στη μέση του δρόμου μην τυχόν και δε ακούσουν όλοι, λες κι αν του έλεγαν ότι ήθελαν σιγότερα, δε θα το καταλάβαινε. Τώρα είναι που δε θα το καταλάβει, γαμημένο αρχίδι. Το θέμα είναι ότι τους αρέσει να δοκιμάζουν τις αντοχές του παιδιού. Το βλέπουν μικρότερο σε μέγεθος και λένε κάτσε να δοκιμάσω. Αντέχει; Πονάει; Έτσι γίνονται αντιδραστικοί οι άνθρωποι μαλάκες, τρόμπες, ξεφτίλες. Έτσι. Έχετε βρει τον τρόπο. Δεν ψάξατε και πολύ. Δεν κουραστήκατε. Ήταν απλό. Γαμημένοι.

Την ίδια άσκηση εξουσίας, χρησιμοποιούν κάποιοι ακόμα και στο σκύλο τους. Τους φωνάζουν να κάνουν τούμπα ή να κάτσουν και να σηκωθούν όταν τα ζώα τρώνε, παίζουν ή κάνουν κάτι άλλο. Κι όταν τα καημένα παρακαλάνε για λίγο χάδι, στο κλάσιμο. Ποιος είναι ο αρχηγός; Ποιος είναι ο αρχηγός; Μπράβο καθυστερημένοι. Εκεί φαίνεται πόσο μυαλό με μούχλα έχει μέσα το κλούβιο κεφάλι σας. Δείτε κάποιον πως φέρεται στο σκυλί του και θα καταλάβετε αμέσως πως θα μεγαλώσει το παιδί του. Βουτηρομπεμπέ όλη μέρα στο κρεβάτι ξάπλα να το ταΐζεις στο στόμα, όλη μέρα έξω σε χιόνι και σε κρύο κι ένα ξεροκόμματο, όλη μέρα κλωτσές και βία να είναι έτοιμο για μάχη ή όλη μέρα προσπάθεια να του μάθεις τρόπους για να έχετε μια ήρεμη και ευτυχισμένη συμβίωση;

Λυπητεροί μαλάκες, που έγλυψαν κώλους για να πάρουν 100 ευρώ παραπάνω, ανέβηκαν θέση, τι ανέβηκαν θέση, κατέβηκαν επίπεδο να πω καλύτερα, αφού για 100 ευρώ παραπάνω, δεν έχουν πια χρόνο να κάνουν ούτε μπάνιο, φέρονται σε σένα που απλά κάνεις τη δουλειά σου, σα μαλάκες που είναι. Βγάζουν όλη την κόμπλα τους και τη μαλακία τους. Ένας τέτοιος μου έλεγε κάποτε σε μια δουλειά: στέλνεις μέηλ; Δε δουλεύεις; Θα στο κόψω το ίντερνετ. Θα μου κόψεις τα αρχίδια και θα τα βάλεις στον κώλο σου και μετά στο στόμα σου ήθελα να του πω αλλά δεν είπα τίποτα. Απλά κάποια στιγμή έφυγα και προχώρησα. Αυτός έμεινε κει να γλύφει κώλους από υπολείμματα σκατών για άλλα 100 ευρώ.

Στρατόκαυλοι. Που βάζουν (ή έβαζαν, γιατί μαθαίνω πως ο στρατός έχει χαλαρώσει απ’ αυτό που ξέραμε) παιδάκια να κάνουν ηλίθιες αγγαρείες χωρίς λόγο και τα βρίζουν κι από πάνω. Μαλάκες κομπλεξικοί που πάτε σπίτι σας και σας πετάνε παντόφλες οι γυναίκες σας και φαγητό τα παιδιά σας στη μούρη και κάνετε το μόκο.
Ακούτε Καλλιόπες;

Μπάτσοι. Εσάς απλώς σας λυπάμαι γιατί ξέρω πολλούς καλούς, όχι καλούς, διαμάντια μπάτσους. Εσείς όμως, οι άλλοι, αυτοί που πιστεύετε ότι έχετε εξουσία, απλά σας ρίχνω ένα φάσκελο. Δε σας φοβάμαι γιατί σας ξέρω εκ των έσω. Ρε μαλάκες, με τόσο καταρίδι που τρώτε, τα κόκαλά σας θα τρίζουν αιώνια. Αλλά θα το καταλάβετε, μόνο αν σας βαρέσει χοντρά ένας μπάτσος την ώρα που θα φοράτε πολιτικά.

Καθηγητές. Γαμιέστε αγράμματοι αναλφάβητοι ανειδίκευτοι άπλυτοι ανεγκέφαλοι άνθρωποι που σας έχουν βάλει να μάθετε γράμματα στα καημένα τα παιδιά μας. Πόσο τελευταίοι είστε. Πόσα μπουνίδια θέλετε. Έχετε την ωραιότερη δουλειά του κόσμου και δεν ξέρετε να απαντήσετε στις ερωτήσεις που σας κάνουν πανέξυπνα παιδιά. Αν βρείτε και τα σκούρα, λέτε κι ένα «βγες αμέσως έξω» γιατί μέχρι εκεί φτάνει το ανύπαρκτο μυαλό σας.

Ταρίφες. Που σας λέμε να μας πάτε κάπου και δε μας πάτε γιατί έχει ανηφόρα, κατηφόρα, στροφή ή λακούβα. Άντε και γαμηθείτε. Όλοι οι ταρίφες πια μένουν σε βίλες στο ίσωμα; Ε γαμημένοι; Είστε ο κίτρινος πυρετός της Αθήνας. Όταν έχετε απεργία είναι όλοι ευτυχισμένοι. Αυτό σας λέει κάτι;

Γραμματείς, Φαρισαίοι και Ζώα πίσω από τηλέφωνα. Που σηκώνετε το τηλέφωνο και θεωρείτε πως είναι στο χέρι σας να μη μας δώσετε πληροφορίες, να μας πείτε ψέματα ή να κρύψετε κάποιον. Πρέπει να σπουδάσετε θέατρο και να έχετε και ταλέντο. Αλλιώς είστε απλά καρνάβαλοι.

Είναι και πολλοί άλλοι που δε μου έρχονται. Βασικά όλοι την ψάχνουν να ασκήσουν εξουσία σε όποιο πόστο και να βρίσκονται. Δεν αφήνουν ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Φυσικά δεν είναι όλοι και παντού. Αυτό έλειπε. Απλώς είναι λυπηρό να συναντάμε κάποιον που απλά κάνει τη δουλειά του και μας, μας έρχεται να δακρύσουμε από συγκίνηση. Έχει φοβηθεί το μάτι μου. Εξουσία όλοι. Διευθυντές. Αρχηγοί. Τσε, Βελουχιώτες και δε συμμαζεύεται. Πάρτε από ένα κουβά με σκατά και ρουφήξτε τον σας παρακαλώ με λεπτό καλαμάκι. Για να ρουφάτε ώρες.

Η δικαιολογία όλων άμα ρωτήσεις προς τι η άσκηση εξουσίας; Έχω ευθύνη, σου απαντάνε. Τι εννοείς δηλαδή ρε φίλε; Ότι μου κάνεις τα αρχίδια τούμπανα, δε μου εξηγείς γιατί ζητάς αυτό που ζητάς, με καθυστερείς, με υποβιβάζεις, γιατί έχεις ευθύνη στο μαλάκα από πάνω σου που πρέπει να του αποδείξεις ότι και συ μπορείς να γίνεις μαλάκας; Μπράβο μαλάκα.

Θέλω να τους φτύσω. Θέλω να χτυπήσω καριόλες στο δρόμο, που έχουν προσληφθεί να πηγαίνουν τον παππούλη βόλτα και του μιλάνε τόσο απαράδεκτα και τόσο δυνατά. Φάε σκατά χαμούρα. Φάε ξύλο. Φάε χύμα και σπάσε όλα σου τα δόντια και δάγκωσε και τη γλώσσα σου να μην ξαναμιλήσεις έτσι.
Τις προάλλες, ήμουν στο αυτοκίνητο. Στο Ψυχικό. Μπροστά μου ένα 4Χ4 πανάκριβο, γυαλισμένο. Σταματάει μπροστά μου, βάζει αλάρμ και περιμένει. Περιμένω κι εγώ. Και σε λίγα δευτερόλεπτα, ακούω να βγαίνουν τα εξής από τη χαβούζα που είχε για στόμα ο οδηγός: «άντε μωρή κωλόγρια που θα σε περιμένω δυο ώρες. Κουνήσου ξεφτιλισμένη που έχεις και το θράσος να μιλάς!» Η γιαγιάκα δεν είχε βγάλει άχνα. Δεν είχε κανένα θράσος. Αυτό που είχε, ήταν ένα μεγάλο μουνόπανο γιο, εγγονό, γνωστό. Στο Ψυχικό, με πανάκριβο 4Χ4 το μουνόπανο. Και τρόπους ε; Πραγματικά σοκαρίστηκα. Σου φταίει ρε ξεκωλιάρη η γριά; Μη σώσεις ποτέ να πας να την εξυπηρετήσεις. Ξέγραψέ τη. Άλλαξε όνομα, τηλέφωνο, ήπειρο, πλανήτη να μη σε βρίσκει. Πάρ’ της δούλα να μην ασχολείσαι. Άσ’ τη μόνη της. Απ’ το να τη βρίζεις, καλύτερα. Γιατί το να το μπουκώσεις και να μη τη βρίσεις αφού θα πεθάνει που θα πεθάνει σε λίγο, δεν το σκέφτηκες. Μόνο το γυαλιστικό του αυτοκινήτου σου αγαπάς. Ξεφτίλα.

Με πιάνει λύσσα. Ελεεινοί εξουσιαστές του κώλου. Ούτε την κωλοτρυπίδα σας δε μπορείτε να εξουσιάσετε. Τελευταίοι. Φάτε σκατά. Ένας-ένας ή όλοι μαζί. Μπας και οι υπόλοιποι κάνουμε τη δουλειά μας όσο εσείς θα είστε απασχολημένοι με τους κουβάδες σας. Θα μου πεις, εσύ είσαι τέλεια; Όχι φυσικά, εγώ πρώτη χρειάζομαι σκατά ώρες-ώρες. Αλλά τουλάχιστον προσπαθώ να καταλαβαίνω τα λάθη μου και να μην τα επαναλαμβάνω. Τόσο απλό είναι. Και τόσο δύσκολο. Ναι, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μη θεωρείς ότι είσαι θεός γιατί το είπαν και τα ευαγγέλια «κατ’ εικόνα και ομοίωση». Τα ευαγγέλια εννοούσαν άχρηστοι πως ο σκοπός είναι να γίνουμε τέλειοι όπως είναι ο Θεός. Να προσπαθούμε, γενικότερα, να γίνουμε καλύτεροι. Όχι περισσότερο μαλάκες και μετά να πηγαίνουμε στην εκκλησία και να κάνουμε το σταυρό μας. Και σε σας μιλάω ξεκωλιάρες θεούσες του κώλου. Άντε που πάτε εκκλησία και μόλις βγείτε έξω και δείτε καμιά κοπέλα με μίνι αρχίζετε το μίσος. Το «αγαπάτε αλλήλους» γαμιόλες σας διέφυγε; Επανέρχομαι στους φλώρους. Που είναι μπροστά και γαμάτοι και δεν πάνε εκκλησία. Ναι, ναι, οι τράγοι οι παπάδες. Τι; Βρήκες φλώρε στο κομμωτήριο την Πραγματεία Περί Αθεολογίας; Και τι κατάλαβες; Μη με ρωτάς εμένα. Δεν ξέρω. Δεν την διάβασα. Εσύ τι κάνεις; Ούτε συ τη διάβασες γιατί δεν την είχε το κομμωτήριο; Τι; Αγόρασες και κουστουμάκι να πας στο γάμο του ξαδέρφου στην εκκλησία; Μπράβο. Κι εκεί θα παντρευτείς και συ για να πάρεις δώρα και κει θα πας να βαφτίσεις το παιδί σου πάλι για να πάρεις δώρα. Και θα πας τελευταίε και δε θα αναρωτηθείς ούτε για μία γαμημένη στιγμή τι σκατά διαβάζει αυτός εκεί με τα μαύρα. Έτσι, για να περάσεις την ώρα σου. Καλά τώρα, σιγά. Θα την περάσεις την ώρα κουτσομπολεύοντας ή κοιτάζοντας την κιτσάτη που δε σου πήρε τηγάνι και σου πήρε σίδερο. Άντε και γαμήσου παλιομαλάκα πήγαινε να δεις τι θες απ’ τη ζωή σου, άνοιξε κανά βιβλίο, κοίτα γύρω σου να δεις το μέγεθός σου και το χρόνο που έχεις πάνω στον πλανήτη και θα καταλάβεις τι είσαι. Κουραδόμαγκα ξεκωλιάρη. Άντε και γαμήσου. Και θα πεις και τον παπά εξουσιαστή, μιας που εκμεταλλεύεται αυτή την τόσο «σπουδαία στιγμή» της ζωής σου και σου ζητάει πιο πολλά λεφτά. Αλλά δε φταις εσύ ρε καριόλη εξουσιαστή φλώρε τελευταίε τρέντυ σκυλά. Φταίνε τα θύματα που βρίσκεις και κάθονται και δε σε φτύνουν ρε καριόλη. Αυτοί φταίνε. Γιατί τα θέλει ο κώλος τους. Αντί να κατεβάσουν το βρακί να σε γαμήσουν, το κατεβάζουν για να τους γαμήσεις εσύ. Άρα τι; Καλά κάνεις; Ναι ρε γελοίε, βρήκες ηλίθιους και αισθάνεσαι δυνατός; Άρχοντας; Παιδαρά μου εσύ. Αλλά τα θέλει και το κωλαράκι του κάθε εξουσιαζόμενου. Άμα τύχει και έχει κανέναν υπεύθυνο, διευθυντή, ανώτερο, όπως θες πες το, καλό άνθρωπο, του γαμεί τη μάνα μέχρι να τον κάνει εξουσιαστή. Αρκεί βέβαια και ο άλλος να έχει τα φόντα. Γιατί θέλει φόντα για να γίνεις μαλάκας. Δεν είναι παίξε γέλασε. Και τότε, με δακρυσμένα μάτια να τον λυπηθούμε, θύμα πια, λέει πως «ασκεί εξουσία ο μαλάκας». Έχω παράδειγμα. Άνθρωπος γαμώ τα παιδιά, δημιουργικός, πανέξυπνος, χαβαλές, μιλάει με καλά λόγια σε διευθυντή και προσλαμβάνονται κάποια μαλακισμένα 20χρονα σε μια εταιρεία. Με γαμώ τους μισθούς για την ηλικία τους, την προϋπηρεσία και το ταλέντο τους. Και προσελήφθηκαν να κάνουν τι; Να είναι ελεύθεροι να κάνουν τα πρότζεκτ τους, να δημιουργούν. Αυτό που όλοι ονειρεύονται να κάνουν και δε μπορούν ή δε βρίσκουν την ευκαιρία. Δουλεύουν σε ένα χώρο που έχουν διαμορφώσει μόνοι τους, με τέρμα μουσική, πάνε και φεύγουν ότι ώρα θέλουν και ξέρετε τι κάνουν; ΤΙΠΟΤΑ. Όλη μέρα κατεβάζουν βίντεο και τραγούδια. Αυτό κάνουν. Και όταν ο άγιος αυτός άνθρωπος ζήτησε να κάνουν ένα πρότζεκτ, ξέρετε ποια ήταν η απάντηση; «Ποιος νομίζεις ότι είσαι και μας τα ζαλίζεις;;;;;;» Αυτό του είπαν. Απογοητεύτηκε ο άνθρωπος -γιατί σαφώς δεν είχε κι ούτε έχει τα φόντα να γίνει μαλάκας- και ζήτησε να φύγει από υπεύθυνος. ΟΚ. Άρα τι καταλαβαίνουμε από όλα αυτά; Ότι οι κλωτσές δε φτάνουν για όλους. Είναι τόσο λίγες. Πρέπει να πάμε γυμναστήριο να γυμνάσουμε τα πόδια μας και την αντοχή μας γενικότερα, να ρίχνουμε ακούραστα κλωτσές. Πολλές κλωτσές. Σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους. Κλωτσές. Εφτά γράμματα, όλα στον κώλο σας.

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2007

Βαριέμαι.

Δε βαριέμαι απλώς. Βαριέμαι που βαριέμαι. Έχω τέτοια βαρεμάρα που τη βλέπεις. Κάθεται πάνω μου και ξεχειλίζει η πουτάνα. Βαριέμαι. Βαριέμαι πάρα πολύ. Είμαι τόσο κουρασμένη που βαριέμαι να κατουρήσω, να φάω, να μιλήσω, να γράψω. Μόνο να γελάσω δε βαριέμαι αλλά δεν υπάρχει κανένας μαλάκας να μου πει καμιά μαλακία. Όχι, υπάρχει, αλλά βαριέται κι αυτός και κάθεται στον υπολογιστή του και μαλακίζεται. Πω πω αν είχα photoshop θα γαμούσα ότι φωτογραφία έβρισκα. Αλλά δεν έχω εδώ. Τι να κάνω; Να πάω σπίτι; Ευχαρίστως να πάω σπίτι. Αλλά άμα πάω σπίτι, σιγά μη ζωγραφίσω. Θα ρίξω κάτι ύπνους, θα σκεφτώ 600 δολοφονικά σενάρια για το σκύλο από πάνω και αν φουντώσω πολύ, θα ανέβω. Πρέπει κάποτε να ανέβω να τους πω ότι μου έχουν σπάσει τα ούμπαλα πρωί-μεσημέρι-βράδυ. Σα χαπάκι είναι οι καριόληδες. Δε μπορώ, βαριέμαι. Πάρα πολύ. Τρελά. Ασυναγώνιστα. Βαριέμαι τόσο πολύ να κάνω οτιδήποτε, που το μόνο που θα έκανα τώρα θα ήταν να ετοιμάσω τα πράγματά μου και να πάω ταξίδι. Αυτό είναι το μόνο που δε βαριέμαι να κάνω. Αλλά επειδή δεν έχω ούτε λεφτά, ούτε άδεια το σπίτι τους, βασικά τα λεφτά είναι το πρόβλημα, ας είχα εγώ και θα σου’ λεγα που την βάζω την άδεια, τέλος πάντων, βαριέμαι να κάνω τα πάντα. Βαριέμαι. Η βαρεμάρα τι είναι; Είναι η τεμπελιά ουσιαστικά. Πότε βαριέται κάποιος; Η μία περίπτωση είναι –η δική μου- όταν ένας άνθρωπος κάνει τόσα πράγματα που δε θέλει καθόλου να κάνει, τρέχει να προλάβει τα άλλα που θέλει να κάνει, συμβαίνουν κι ένα κάρο μαλακίες λες και παίζει σε ταινία του Αλμοδοβάρ και στο τέλος, η μίνι κατάθλιψη που τον πιάνει, μεταφράζεται ως βαρεμάρα. Η άλλη περίπτωση είναι να είναι κάποιος τεμπέλης. Κι από το πολύ τίποτα, βαριέται. Καλά, χαίρω πολύ. Αυτός είναι μαλάκας, δεν του μιλάω. Βαριέμαι. Όχι να του μιλήσω, βαριέμαι σκέτο. Βαριέμαι. Α, έβγαλε ήλιο. Μέσα στα ανήλιαγα γραφεία, έσκασε ήλιος. Τι λες τώρα. Και πεινάω πάλι. Άντε πάλι πρέπει να φάω. Βαριέμαι όμως. Αλλά ευτυχώς έχω να φάω, δε χρειάζεται να κουνηθώ και πολύ. Βαριέμαι όμως. Ας πιω νερό που είναι δίπλα και δε χρειάζεται να μετακινηθώ καθόλου. Όχι, τίποτα, μπας και διψάω και δεν πεινάω. Βαριέμαι. Είναι και μία βούρα απέναντι με φουσκωτό κώλο και βυζιά και μου’ ρχεται να της πετάξω το μπουκάλι με το νερό που πίνω. Αλλά μετά, αντί να βαριέμαι με την ησυχία μου, θα γίνει της πουτάνας. Και γιατί το έκανες αυτό, θα με ρωτάνε, η κοπέλα θα φρικάρει, θα με καλούν οι διευθυντές, εγώ θα πρέπει με τη βαρεμάρα που’ χω να λέω ότι το’ κανα και καλά για πλάκα και πω πω βαριέμαι που το σκέφτομαι. Τρελή ταλαιπωρία. Άντε ώρα πουτάνα πέρνα να πάω να λιώσω, να σαπίσω, να μουχλιάσω. Να μπω κάτω απ’ το ντους, να καώ, να τραγουδήσω, να παραμιλήσω λίγο, να’ ρθω στα ημι-ίσια μου. Γιατί στα απολύτως ίσια, νομίζω πως θέλω μερικές μέρες ακόμα για να έρθω. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί και να έρθω νωρίτερα. Στα ίσια μου. Αν μπορεί να πει κανείς ότι εγώ έχω ίσια. Αλλά αυτό είναι δική μου δουλειά. Άντε μπράβο γιατί βαριέμαι.
Θα’ θελα να έχω καμιά φιλοσοφία τώρα και βαριά μάλιστα να γράψω αλλά ούτε απ’ έξω τα θυμάμαι η βλάχα, ούτε έχω. Ναι, αυτό πρέπει να κάνω. Από αύριο, βαριέμαι που βαριέμαι, να κουβαλάω και τόμους μαζί μου. Ναι αμέ, τώρα. Ώχου, βαρέθηκα.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2007

Το Μπλε Δόντι και τα Ελεύθερα Χέρια

Αυτήν την ψωλιά που φοράνε κάτι τύποι στο αυτί τους, το Bluetooth λέω, τη βρίσκω μέγιστη μαλακία, γυφτιά και αηδία. Παρατηρείται σε καθυστερημένους γραβατάκηδες ή μπροστάρηδες της τεχνολογίας που δεν προλαβαίνουν. Να ρωτήσω κάτι; Οι προηγούμενοι αυτών, είχαν μακρύ καλώδιο και κουβαλούσαν μαζί το σταθερό; Δε θυμάμαι ποτέ την Αθήνα να είναι γεμάτη καλώδια τηλεφώνων. Πλάκα-πλάκα, αυτό θα ήταν σοβαρός λόγος για να ανακαλυφθούν τα κινητά. Αλλιώς τι τα θέλουμε τα γαμημένα; Παλιά δε βγαίναμε; Δεν κανονίζαμε; Τι σκατά κάναμε; Ε, βέβαια, ήταν ανάγκη τα κινητά, αφού κάναμε αδύνατη την επικοινωνία μεταξύ μας, τα ανακαλύψαμε για να επικοινωνούμε. Όρσε! γαμώ τον πολιτισμό μας. Εγώ για το μόνο λόγο που σκεφτόμουν πάντως να είχαμε κινητό τότε, ήταν για να πάρω τη μάνα να ρωτήσω τι φαί έχει. Πόσες φορές γυρνούσα σπίτι και είχε μαλακία φαί και συγχυζόμουν; Ενώ αν το’ ξερα, θα είχα πάρει μια σουβλακάρα απ’ έξω και θα την είχα κάνει ταράτσα. Ειλικρινά μιλάω, αυτός ήταν ο μόνος λόγος. Τώρα, μας τα’ χουν κάνει τούμπανα με τα κινητά. Ντριν, ντριν, γκαρίζουν παντού, ΝΑΙΑΑΙΑΙΑΙΑΙ… ΈΛΑΑΑΑΑ…, μας σπάνε τα νεύρα, έχουν κάτι γαμόχτυπους που, εντάξει δε λέω, γελάω τρελά άμα ακούω καμιά μαλακία χτύπο, αλλά κατά τα άλλα, διαλύεται το νευρικό μου σύστημα. Πολλοί μάλιστα, κυρίως γέροι, βαράει το κινητό, το πιάνουν, δε βλέπουν ποιος είναι, βαράει το κινητό, προσπαθούν να δουν, δε βλέπουν, βαράει το κινητό, το πάνε μπρος πίσω μπροστά στα μάτια τους κανά δυο τρεις φορές ακόμα μπας και αποκαλυφθεί δια μαγείας ποιος είναι, βαράει το κινητό, και το σηκώνουν λέγοντας «Ναι;». Άμα είναι να πεις «Ναι;» κι όχι «Έλα μωρό μου» ή «Έλα Γιώργο, Γιάννη, Σούλα» τι κοιτάς γαμώ το σπίτι σου; Καλά, για τα αρχίδια που οδηγούν και μιλάνε, δε λέω τίποτα γιατί δε θα τελειώσουμε.
Αφού λοιπόν, είπαν ότι τα κινητά κάνουν τον εγκέφαλό σου πουρέ, κι αφού όλα τα παιδιά με το που μάθουν να μιλάνε έχουν από ένα, ανακάλυψαν το Bluetooth. Ντάξει προϋπήρχε και το καλώδιο (hands free my ass) αλλά το Bluetooth ξεπερνάει κάθε φαντασία για εμετό. Καταρχάς, όσοι μιλάνε απ’ αυτό μοιάζουν σαν τρελοί, σαν ρομπότ, έχουν μια ανασφάλεια μην τους φύγει και κάθονται με λίγο ακίνητο το κεφάλι σα να είναι πιασμένοι. Εμένα, έχει ανατριχιάσει η πλάτη μου πολλές φορές βλέποντάς τους. Γιατί, δεν βλέπεις κανένα τύπο βρώμικο, τυλιγμένο με κουβέρτα, ξυπόλυτο, άλουστο κλπ. να μιλάει μόνος του. Βλέπεις ένα τύπο με κουστούμι, καμπαρτίνα, ροζ γραβάτα και λαιμό με ακαμψία που έρχεται κατά πάνω σου με μαγνητισμένο βλέμμα και μιλάει δυνατά. Καλά, έχω δει και το επικό, τύπο με αμπέχονο (trendy) και blue tooth στ’ αυτί! ΑΙΣΧΟΣ! ΑΙΣΧΟΣ! ΑΙΣΧΟΣ με το δάχτυλο να κουνιέται ψηλά! ΑΙΣΧΟΣ! Βασικά, καλύτερο το καλώδιο (hands free my ass). Αλλά και πάλι, βλέπω πάρα πολύ κόσμο να μιλάει με το καλώδιο και να κρατάει το κινητό μέσ’ τη μούρη του και αναρωτιέμαι τι το θέλει αφού πάλι πουρέ θα κάνει το μυαλό του. Εγώ ακόμα καρτοκινητό από τότε έχω κι άμα βαράει τσαντίζομαι. Μία δεν το ακούω, μία το ξεχνάω, μία δεν ξέρω να το λειτουργήσω, γάμα τα. Φοβάμαι το μυαλό μου ρε αδερφέ ότι θα γίνει πιο λιώμα απ’ ότι είναι. Αυτούς δε, που μιλάνε 469 ώρες την ημέρα στο κινητό, τους λυπάμαι αφάνταστα. Άσε τις διαφημίσεις που με χαρά σου λένε να κόψεις εντελώς το σταθερό και να μιλάς απ’ το κινητό. Το «They Live» του Κάρπεντερ θυμάμαι κάθε φορά. Αυτοί ρε θέλουν να μας εξολοθρεύσουν. Να κάνουν το μυαλό μας πουρέ, λάσπη, λιώμα, χώμα. Είναι δυνατόν; Κανονικά ούτε με ασύρματα κάνει να μιλάμε, ούτε φούρνους μικροκυμάτων να έχουμε, ούτε τίποτα. Α ρε μαλάκες αστοί, έρχονται οι βλάχοι και μας κοροϊδεύουν. Αν κι αυτοί, δεν πάνε πίσω. Βλέπεις τον τσέλιγκα με το κινητό. Πού μιλάει; Με τα πρόβατα; Με τη γυναίκα του που είναι 2χλμ. απόσταση και οποιονδήποτε και να ρωτήσει στο χωριό (και τα πρόβατα) θα του πουν τι κάνει; Αλλά θα μου πεις η τεχνολογία είναι σικ. Σκατά στη μούρη μας να τα μυρίζουμε ώρες. Αμ τους άλλους; Που τα έχουν ανοιχτά την ώρα που κοιμούνται; Οι μόνοι λόγοι να αφήσεις το κινητό ανοιχτό τη νύχτα είναι δύο: ο ένας είναι να έχεις άρρωστο άνθρωπο κάπου ή εσύ να είσαι άρρωστος και να μην έχει κάποιος από τους δύο σταθερό (π.χ. λείπεις ταξίδι και μένεις στην παραλία όπου δεν ξέρεις το νούμερο του καρτοτηλέφωνου στη γωνία) και ο άλλος λόγος, να έχεις παρκάρει πάνω σε τοίχο και να έχεις αφήσει το κινητό σου πάνω στο παρμπρίζ να σε καλέσουν για να κατέβεις να το πάρεις. Τι το θέλουν το μπουρδέλο ανοιχτό μέσα στη νύχτα δίπλα στο κομοδίνο, ποτέ δεν κατάλαβα. Και σαν ξυπνητήρι να το χρησιμοποιείς, δουλεύει και κλειστό. Και άσ’ το πιο μακριά, να σηκωθείς στα σίγουρα. Και από την άλλη, όταν δεν είχες κινητό, δεν ξύπναγες; Μη χέσω. Και κάτι τελευταίο. Σε τόοοοοσες ταινίες που έχουμε δει, έχετε δει κανένα γαμηστερό ήρωα που τρέχει σα μαλάκας, πλακώνεται στο ξύλο, πηδάει από ταράτσες και βουτάει από σκαλωσιές, να έχει Bluetooth ή Hands Free; Όλοι, δεν το έχουν στην τσέπη και το σηκώνουν κανονικά; Σας παρακαλώ. Σας παρακαλώ!

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2007

Η Μελωδία της Ευτυχίας

Λοιπόν, έχω πάθει πλάκα. Με το πώς συνδέονται όλα με ένα περίεργο τρόπο. Το ένα φέρνει τ’ άλλο. Δεν ξέρω πώς να αρχίσω αυτό το ποστ. Να πω για την ιδέα που μου ήρθε χτες και θα γράψω τώρα ή να ξεκινήσω με το πώς ξεκίνησε η ιδέα μου και πως συνέβησαν διάφορα και έφτασε πάλι στην ιδέα μου; Τώρα που το σκέφτομαι, σιγά την ιδέα. Μια μαλακία. Πιάνω μια κουράδα και την κάνω φιλοσοφία (του κώλου φυσικά!)
Το αποφάσισα. Θα ξεκινήσω όπως είχα σκεφτεί να ξεκινήσω και στο τέλος θα πω τα άλλα.

Λοιπόν, σήμερα θα πω την ίδια ιστορία με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ψψψψψψ γαμώ τις ιδέες ρε μεγάλη!! Πωωωωωω ρε πούστη, που το σκέφτηκες αυτό;;; Μααααλάααακααααα άτομο! Είσαι μορφή!! Ναι, καλά, αλλά δεν ξέρετε πως μου ήρθε αυτή η ιδέα. Στο τέλος είπαμε.

Την ιστορία θα την πω μία με ευγενικά λογάκια και μία με τον τρόπο που μιλάω συνήθως στα ποστ.

1.

Χτες η μανούλα μου έφερε δύο ταπεράκια με ένα υπέροχο φαγητό. Ένα ταπεράκι για το σπίτι και ένα για το γραφείο. Το φαγητό ήταν μπάμιες λαδερές με πατατούλες και καροτάκι. Μου αρέσει πολύ αυτό το φαγητό αν κι έχω ακούσει πως σε πολύ κόσμο δεν αρέσει λόγω της κολλώδους υφής της μπάμιας. Τέλος πάντων.
Παίρνω το ταπεράκι μου λοιπόν στο γραφείο και το τρώω. Το φχαριστήθηκα πάρα πολύ! Μετά όμως από καμία ώρα άρχισα να αισθάνομαι περίεργα. Μου πονούσε η κοιλίτσα κι άρχισα να αισθάνομαι ότι σε λίγο θα έχω αέρια. Πω πωω λέω, τώρα τι κάνουν; Έτρεχα που λέτε κάθε τρεις και λίγο τουαλέτα, κλεινόμουν και έκανα τα «πιφ» μου. Όσο περνούσε η ώρα όμως τόσο περισσότερα «πιφ» μου έρχονταν. Δεν ήξερα τι να κάνω! Ευτυχώς ήρθε η ώρα να φύγω. Στο λεωφορείο, ήμουν όρθια. Πολύ πιο δύσκολο να κρατήσει ένας άνθρωπος «πιφ» όταν είναι όρθιος! Κρατιόμουν φυσικά, αλλά δυσανασχετούσα. Παρακαλούσα να μην έχει κίνηση να φτάσω σπίτι μου και να κάνω ότι θέλω! Μπαίνω και στο μετρό, πάλι όρθια, πάλι τα ίδια. Κάποια στιγμή, ακριβώς πριν τη στάση να κατέβω, ένα δευτερόλεπτο πριν ανοίξει η πόρτα, μου ήρθε ένα «πιφ» πάρα πολύ μεγάλο και δεν μπόρεσα να το κρατήσω. Ευτυχώς άνοιξε η πόρτα και εξαφανίστηκα. Στη διαδρομή προς το σπίτι, άφηνα πολλά «πιφ». Το φοβερό είναι ότι στο σπίτι δε μου ήρθε πια κανένα! Αυτό που έχω να πω τελικά, είναι πως πρέπει να προσέχουμε πολύ τι φαγητά τρώμε όταν είμαστε με κόσμο για να μη βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση!

2.

Χτες η μανούλα μου έφερε δύο ταπεράκια με μπάμιες. Γουστάρω πολύ τις μπάμιες κι ας θυμίζουν μύξα. Μάλιστα πολλές φορές όταν είμαι με φίλους που δεν τις θέλουν με τίποτα και παίζουν μπάμιες, τραβάω τις κολλώδεις ουσίες και τις ρουφάω για να φρικάρουν περισσότερο. Τέλος πάντων. Παίρνω το ένα ταπεράκι και πάω στη δουλειά. Το μασαμπουκιάζω, ρεύομαι διακριτικά και συνεχίζω τη δουλειά. Κάποια φάση, μου’ ρχεται κλάσιμο. Όχι ρε πούστη μου, σκέφτομαι. Κοιτάω δεξιά αριστερά, κανείς εκείνη την ώρα στο γραφείο. Μια χαρά σκέφτομαι και την αφήνω. Πω ρε πούστηηηηηηη ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ ΑΥΓΟ!!!! Μια βρώμα άλλο πράγμα! Κουνιόμουν, κούναγα χέρια κι ευχόμουν μην μπει κανείς εκείνη την ώρα. Ευτυχώς η μπόχα έφυγε πριν προλάβω να γίνω ρόμπα. Στις επόμενες, πήγαινα στο μπάνιο. Τέτοια πορδόλυσσα δεν την περίμενα. Λες και είχα ξαπλώσει με γυμνή κοιλιά πάνω σε κρύα μάρμαρα! Άσε λέω, κράτα, παράθυρα δεν έχει, μετά από δυο-τρεις θα αρχίσει να μυρίζει σα βόθρος. Το θέμα όμως είναι, ότι είχα βαρεθεί να πηγαινοέρχομαι για να κλάνω και έλεγα άντε να περάσει η γαμημένη ώρα να πάω σπίτι να κλάσω όσο βροντερά γουστάρω. Άντε και ήρθε η ώρα και έφυγα. Στο λεωφορείο, ήμουν όρθια. Άντε να κρατήσεις κλανιά όρθιος. Σφιγγόμουν, κρατιόμουν. Μαρτύριο. Καλά, εννοείται πως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα να μυρίζεις κλανιές αγνώστων. Οπότε σφιγγόμουν η μαύρη. Κι όσο σφιγγόμουν, τόσο πιο δυνατές να μου έρχονται. Γαμώ τις μπάμιες μου, να σκέφτομαι και να περιμένω να κατέβω. Άντε φτάνει το γαμήδι, μπαίνω στο μετρό. Ένα δευτερόλεπτο πριν φτάσω στη στάση, λίγο πριν ανοίξει η πόρτα, μου έρχεται μία απίστευτη. Απ’ αυτή που άμα την αφήσεις και φοράς φούστα, έχεις την αίσθηση πως θα σηκωθεί (η φούστα) μέχρι την πλάτη σου από την έκρηξη. Όχι, όχι, όχι, όχι, σκέφτομαι, φεύγει η πουτάνα! ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΑΝΟΙΞΕ ΠΟΡΤΑ, ΑΝΟΙΞΕ ΠΟΡΤΑ, ΑΝΟΙΞΕ ΠΟΡΤΑ!!! Ευτυχώς, που το παλτό ήταν στενό και σφικτό πάνω μου και δεν επέτρεψε να βγει τίποτα προς τα έξω. Πάλι καλά. Άρχισα να τη μυρίζω όταν ανέβαινα τις σκάλες για την έξοδο. Πάλι καλά, δεν γάμησα κανέναν άνθρωπο. Τι μαρτύριο γαμώ τις μπάμιες μου! Στη διαδρομή για το σπίτι, έκλανα σαν τις γριές. Περπατούσα και ακουγόταν πρρρρρρρρρρρρρρρρ πρρρρρρρρρρρρρρρρ πρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ και γελούσα. Λέμε γελούσα τρελλά. Όχι, δε με άκουσε κανείς. Και να με άκουγε δηλαδή, χεσμένο θα τον είχα. Ε βέβαια, θα μου πείτε, αφού είχες χεστεί! Τέλος πάντων. Το φοβερό είναι ότι στο σπίτι, δεν μου ήρθε ούτε μία. Πουτάνες, σκέφτηκα, σταματήσατε τώρα ε; Αφήστε σας λέω, τραγική κατάσταση. Γι’ αυτό, άλλη φορά, κλανοφαγητά, ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ!

Αυτόοοοο ήταν…. Τώρα, θα σας πω τα άλλα. Χτες, που μου’ ρχόταν κλάσιμο στο λεωφορείο, έβριζα. Τότε σκέφτηκα ότι βρίζω πολύ και πρέπει να το κόψω. Τότε σκέφτηκα δε γράφω ένα ποστ με δύο εκδοχές, μία ευγενική και μία με βρωμόλογα; Τότε σκέφτηκα τον Ραίημον Καινώ (Raymond Queneau). Τον ξέρετε; Γαμάει. Συγγραφέας, για μένα ένας από τους καλύτερους έβερ. Γιατί τον σκέφτηκα; Γιατί έχει γράψει μία ιστορία σε 99 παραλλαγές. Ούτε μία, ούτε δύο. 99. Το βιβλίο λέγεται «Ασκήσεις Ύφους». Τη στιγμή που το σκέφτηκα, δε θυμόμουν ούτε τι πραγματεύεται η ιστορία του, ούτε πόσες παραλλαγές είναι, καθώς έχω το βιβλίο πόσα χρόνια και ακόμα δεν το έχω διαβάσει. Έχω διαβάσει κάποιες σελίδες του αποσπασματικά, αλλά ποτέ ολόκληρο. Όποτε το θυμάμαι, το πιάνω, διαβάζω λίγο, το φιλάω και το αφήνω. Τον αγαπώ. Δεν το έχω διαβάσει, γιατί λόγω του πανεπιστημίου, αισθάνομαι τύψεις να διαβάσω εξωσχολικά βιβλία το στανιό μου. Ευτυχώς που το πανεπιστήμιο μου προσφέρει άλλα γαμηστερά βιβλία και κάπως ισοφαρίζεται η υπόθεση.. Τέλος πάντων. Από την κλανιά, σκέφτομαι το βρίσιμο, απ’ το βρίσιμο, τις δύο εκδοχές, απ’ τις δύο εκδοχές τον αγαπημένο μου Ραίημον και πάω σπίτι. Πάω στη βιβλιοθήκη, βρίσκω το βιβλίο, βλέπω ότι είναι 99 εκδοχές, το κλείνω, το φιλάω, το ξανανοίγω και βλέπω ότι η ιστορία πραγματεύεται ένα επεισόδιο σε ένα παρισινό λεωφορείο! Το ακούτε; Σε λεωφορείο! Εκεί που σκέφτηκα κι εγώ τις δύο εκδοχές. Θα μου πεις, μωρή ηλίθια, στο υποσυνείδητό σου ήταν, το ήξερες. Καλά, το ξέρω, απλώς λέω, κοίτα πως συνδέονται όλα από ένα τάπερ μπάμιες. Σήμερα, έρχομαι στο γραφείο, ξεκινάω να γράφω αυτό το ποστ, του βάζω τίτλο, «Ασκήσεις Ύφους» και για κάποιο λόγο, σταματάω και μπαίνω στο ίντερνετ (Google) και πατάω «Ασκήσεις Ύφους», έτσι για να δω τι λέει. Και εκτός του ότι βλέπω, ότι οι «Ασκήσεις Ύφους» διδάσκονται και μπαίνουν ως ασκήσεις, βλέπω ότι υπάρχει μπλογκ με αυτόν τον τίτλο!!! Και το παιδί που γράφει, είναι πορωμένο με τον Ραίημον Καινώ και γράφει κι αυτός διάφορες εκδοχές μιας ιστορίας! Τι λες τώρα!!, σκέφτομαι. Ενθουσιάστηκα! Βασικά, αυτό που θέλω να πω τόση ώρα και δε μπορώ, είναι πόσο συνδεδεμένοι είμαστε όλοι με όλους. Έχει συμβεί αρκετές φορές να σκεφτώ κάτι και μετά να το βρω μπροστά μου. Κι αν είναι ειπωμένο ή γραμμένο από κάποιον που θαυμάζω πολύ, ενθουσιάζομαι! Κι ας έρχομαι 63893082η στη σειρά που το σκέφτηκα! Είναι ο συνειρμός. Από πού έρχεται και που φτάνει. Κι όταν φτάνει σε αποτελέσματα που μου αποκαλύπτουν πράγματα, ενθουσιάζομαι. Το ίδιο συνέβη όταν προσπαθούσα να εξηγήσω σε μια φίλη μου τον τρόπο που γράφω και πως είμαι λυπημένη που δε μπορώ να γράψω όπως θα ήθελα. Της είπα ότι είμαι αγράμματη και πως δεν ξέρω όσες λέξεις θα ήθελα και πως μου αρέσει να αφήνω τις σκέψεις μου να φεύγουν απ’ το κεφάλι μου, να κυλάνε στον ώμο μου, στο μπράτσο μου, στον καρπό μου, στα δάχτυλά μου και τελικά, στο στυλό. Το αποτέλεσμα όμως είναι λίγο ακατανόητο γιατί μέχρι να γίνει αυτή η διαδρομή, το μυαλό έχει προχωρήσει 2-3 κεφάλαια και στο χαρτί αρχίζουν να βγαίνουν πιο αργά και σε μορφη ασυναρτησιών και με τσαντίζει. Το είπα, το ξέχασα, τελείωσε. Ήδη στο πανεπιστήμιο, είχα μάθημα «Ευρωπαϊκές τέχνες». Πέρσι αυτό. Μετά από 2-3 μήνες από τότε που είπα αυτά στη φίλη μου, έφτασα στο Σουρεαλισμό. Και έμεινα μαλάκας. Διάβασα για την αυτόματη γραφή. Ότι οι σουρεαλιστές έγραφαν χωρίς να σκέφτονται αυτό θα μπει εδώ, μετά θα πω αυτό, κλπ. απλώς έγραφαν ότι τους ερχόταν. Συγνώμη, αλλά συγκινήθηκα. Και τους λάτρεψα. Για πάντα. Μετά έμαθα ότι ο Ραίημον Καινώ, μάλλον, δεν το έχω διασταυρώσει ακόμα, ήταν σουρεαλιστής. Και τον διάβασα στα 16. Τότε που δεν ήξερα να διαλέγω βιβλία. Και είχα πάρει 3 βιβλία του μέσα σε 4 χρόνια, χωρίς να θυμάμαι ότι έχω κι άλλα δικά του. Βλέπετε, δεν κοιτούσα το όνομα του συγγραφέα τότε. Είναι τέλειο. Τέλειο. Είναι αλήθεια, πως όσο ψάχνεσαι, τόσο αποκαλύπτεις πράγματα για σένα. Και καλά και άσχημα. Η ευκαιρία σου δίνεται για να γίνεις καλύτερος. Για να δεις αν αυτό που κάνεις, τελικά το θες ή όχι; Είναι καταπληκτικό. Ευχαριστώ το σύμπαν που λειτουργεί τόσο γαμηστερά τέλεια.

Υ.Γ.1: Πριν καν φάω τις μπάμιες κι αρχίσω το κλάσιμο, χτες το πρωί, ποστάροντας την ιστορία με τους μαλάκες που πάνε θέατρο, είδα πως δεν έχω γράψει τίποτα για κανένα βιβλίο, ενώ τα λατρεύω, και στην ταμπέλα γράφω «Θέατρα-Βιβλία-Τηλεόραση». Το ξέχασα, μετά ήρθαν οι μπάμιες, οι πορδές, το λεωφορείο, ο Ραίημον, και τα βιβλία του.

Υ.Γ. 2: Το μπλογκ του παιδιού είναι το http://askhseisyfous.blogspot.com/2005/07/blog-post_09.html
Μπορείτε να πατήσετε και «Ασκήσεις Ύφους» στο Google για να βρείτε περισσότερα. Ή στο site της Πρωτοπορίας στο «Σύνθετη Αναζήτηση» τον τίτλο του βιβλίου και να δείτε εκεί τι έχει γράψει ο τέλειος Ραίημον. Κάποια βιβλία του είναι: Η Ζαζί στο Μετρό, Το απόκρυφο ημερολόγιο της Σάλλυ Μάρα (θα κατουρηθείτε στα γέλια άμα το διαβάσετε), Τα γαλάζια άνθη κλπ.

Υ.Γ. 3.: Μελωδία της Ευτυχίας ο τίτλος γιατί: μελωδία= κλανιά, ευτυχία= αυτό που αισθάνομαι όταν ξαλαφρώνω.