Ή αλλιώς Μια σκληρή ημέρα και Ωδή στον Κολλητό.
Τον κολλητό μου τον αγαπάω πολύ. Πολύ πολύ. Γιατί εκτός του ότι είναι κολλητός μου 250 χρόνια, ταλεντάρα και κούκλος, αν δεν ήταν στη συναυλία της Μαντόνα να με σηκώνει, δε θα έβλεπα τον πούτσο μου. Γιατί είμαι κοντή, πινέζα, τσίχλα πατημένη στο πάτωμα γαμώ τους ψηλούς όλους. Βέβαια, η φιλενάδα μου η γλυκιά που ήταν μαζί μου και είναι 2 μέτρα θεά, την είχα αφήσει πίσω μου για να παλεύω εγώ με τις άλλες κοντές να δούμε τη Μαντόνα. Αλλά να ’ναι καλά ο αγαπημένος μου κολλητός, με σήκωνε στα καλύτερα σημεία κι έτσι μπορώ να πω ότι την είδα! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Φτάσαμε κει από νωρίς τύπου 4μιση. Περιμέναμε κει καμιά ώρα μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες. Ακούγαμε διάφορες μαλακίες και λέγαμε ακόμα περισσότερες τύπου ότι πρέπει να κατουρήσουμε οπωσδήποτε μόλις μπούμε για να είμαστε καβατζωμένοι το υπόλοιπο της βραδιάς και τι θα κάνουμε για να κερδίσουμε λίγο χώρο να χορεύουμε και ωραία θα ήταν να κλάναμε να βρώμαγε να κάνανε πέρα οι άλλοι και λέγαμε ότι φαντάσου να μας έπιανε τσίρλα κει μέσα και άμα αισθανθούμε δυσφορία ή μας πιάσει κάτι, θα κάνουμε ότι λιποθυμάμε και θα μας βγάλουν σε dt έξω, σχολιάζαμε κάτι φόλες με τακούνια, που πας μωρή με το τακούνι, να βλέπω μωρή κοντή θα μου έλεγε η φόλα με το τακούνι σε μια τέτοια ερώτηση κλπ.
Οι πόρτες άνοιξαν και τους έβαζαν κατά μπουλούκια. Καλά έκαναν έτσι όπως τα είχανε κάνει οι άχρηστοι γιατί αν τους αμολούσαν όλους μαζί, θα είχαμε μια νέα Θύρα 7. Στο σημείο αυτό έχω να πω ότι είναι παντελώς βλαχαδερά και άσχετοι γιατί είχαν για το Pitch A, Pitch B την ίδια είσοδο και άφηναν σε μπούκες τον κόσμο για να μην ποδοπατηθεί. Έχω να προτείνω στους διοργανωτές, να πάνε κανένα ταξίδι στο εξωτερικό, φτηνά είναι πια, να παρακολουθήσουν καμιά μεγάλη διοργάνωση, φτηνά είναι πια, για να δουν πως γίνεται. Βάζεις διαφορετικές εισόδους και αν δεν μπορείς, βάζεις κάγκελα σε ζιγκ ζαγκ μορφή όπου ο κόσμος περνάει από μέσα. Πώς είναι ρε παιδί μου οι ουρές στο αεροδρόμιο ή σε μερικές τράπεζες που κάνεις ένα σωρό ζιγκ ζαγκ μέχρι να φτάσεις στο γκισέ; Έτσι. Αυτή η οφιοειδής μορφή του κάγκελου, αναγκάζει τον κόσμο να περνάει ένας-ένας ή δύο-δύο το πολύ και να κάνει πολλούς ελιγμούς μέχρι να φτάσει στην αρένα ή που είναι να φτάσει, έχει το προνόμιο να καθυστερεί από μόνη της τον κόσμο και τον εμποδίζει να τραυματιστεί. Ταυτόχρονα, κυλάει η ουρά συνέχεια και δεν περιμένεις σχεδόν καθόλου. Και μιλάμε για φεστιβάλ με πολλές χιλιάδες κόσμο, σε ευρωπαϊκές πόλεις. Άντε λοιπόν, ας τραβήξουν σε κανένα ταξιδάκι να δουν πως γίνεται που μας είχαν και περιμέναμε τόση ώρα όρθιοι κι είχαμε αρχίσει να παθαίνουμε κρίση.
Επίσης, τη σκηνή τη βάζουμε πιο ψηλά. Δεν είμαστε όλοι 2.10. Ήμαρτον δηλαδή. Γιατί τη βάζουν στο 1.50 μέτρο; Με ποια λογική; Μη γλιστρήσει ο καλλιτέχνης και πέσει από κει; Πάνω στον κόσμο θα πέσει έτσι κι αλλιώς. Ή μήπως είναι ορκισμένοι να χρησιμοποιούν συγκεκριμένο αριθμό από σκαλωσιές; Ήμαρτον ρε πούστη! Βάζετε τη σκηνή πιο ψηλά! Στο 1.70 ρε μαλάκες να βλέπουν και οι τάπες!!
Όταν άνοιξαν οι πόρτες, έγινε το μαδομούνι φίλοι μου. Αρχίσαμε να τρέχουμε και ταυτόχρονα να γελάμε. Και όχι μόνο εμείς! Γελούσαν σχεδόν όλοι! Τρέχαμε και γελούσαμε, με νευρικό γέλιο και μας κοβόταν η ανάσα και δεν μπορούσαμε να τρέξουμε αλλά εμείς εκεί τρέχαμε. Βασικά γελούσαμε γιατί ακριβώς δεν είχε νόημα που τρέχαμε, συν ότι μας έλεγαν οι σεκιουριτάδες να μην τρέχουμε, συν ότι πέφταμε πάνω στους αστυνομικούς που γελούσαν κι αυτοί και συν ότι τρέχαμε να φτάσουμε γρήγορα να πάμε μπροστά. Αλλά μόλις φτάσαμε στην αρένα, μας κόπηκε το γέλιο γιατί μπροστά ήταν πίτα. Ντάξει. Κάτσαμε πιο δίπλα, πάλι στα 10 μέτρα ήμασταν. Μια χαρά.
Άσχετο αλλά καλό: Η φιλενάδα μου που ήρθε και μας βρήκε λίγο αργότερα, μου είπε ότι έξω ήταν η Λουκά και κουνούσε εικόνες και σταυρούς! Κοίτα όρεξη ρε μαλάκα αυτή η γυναίκα κάθε φορά! Και γιατί; Επειδή η Μαντόνα γουστάρει Καμπάλα; Ναι κυρά μου, μπορεί να γουστάρει Καμπάλα και να χορεύει σεξουλιάρικα αλλά τουλάχιστον δε γίνεται ρόμπα σαν κι εσένα. Ήμαρτον, κάτσε σπίτι σου μια φορά. Σκέψου το παιδί σου!
Συνεχίζουμε: Άνοιξε τη συναυλία η Ρόμπιν. Ρωτούσαμε κει οι άσχετοι ποια Ρόμπιν είναι αυτή, η Ρόμπιν κι ο Μπάτμαν, η Ρόμπιν Ράιτ η γυναίκα του Σον Πεν, η Ρόμπι(ν) Γουίλιαμς και κα κα κα τα γέλια. Ντάξει, καρέκλες έπαιζε, καλή ήταν, άντε να τελειώνει όμως να βγει η γριά να γουστάρουμε. Όσο έπαιζε η Ρόμπιν κάτι ψιλοέβλεπα. Όταν άρχισε όμως η συναυλία της Μαντόνα και συνειδητοποίησα ότι βλέπω την ψαλίδα της μπροστινής και την αρχή της καράφλας του δίπλα απογοητεύτηκα. Πέταξα 100 ευρώ σκέφτηκα και κείνη τη στιγμή, ο θεός, ο ήλιος ο καλοκαιρινός, ο υπεραγαπημένος μου κολλητός, με σήκωσε ψηλά και την είδα! «Χαλάλι τα 100 ευρώ!» αναφώνησα με δέος!
Τώρα θα με περνάτε για κανά μαλακισμένο που λέω τέτοια για τη Μαντόνα. Κοιτάξτε να δείτε. Ουσιαστικά χεσμένη την είχα. Αφού σκεφτόμουν να πουλήσω το εισιτήριο να τσιμπήσω κανά χρήμα. Ούτε δίσκους της έχω, εκτός από μια συλλογή, ούτε ακούω ποτέ, ούτε ασχολούμαι. Αλλά έκατσε, θα πήγαινε ο κολλητός με άλλα party animals, γουστάρανε μπροστά, μου βρήκαν εισιτήριο, εντάξει, είπαμε. Γιατί να μην πάω; Άλλωστε όποτε πάω με τον κολλητό συναυλία περνάμε γαμάτα. Οπότε γιατί όχι; Όποιος κι αν έπαιζε. Αλλά για τη συγκεκριμένη κυρία έχω να πω πως ήταν γαμάτη ρε πούστη μου. Είναι 50 χρονών, κάνει τρελό σόου, αλλάζει ρούχα χωρίς να καταλάβεις τίποτα απολύτως, χορεύει τρελά και είναι όμορφη ρε μαλάκες, όμορφη! Βρε άφωνη να πεις εντάξει, βρε γριά να πεις εντάξει, βρε ότι και να πεις εντάξει, αλλά μη μου πείτε ότι δεν είναι σούπερ σταρ, σόρι κιόλας. Ποιος δεν ακούει ένα παλιό της κομμάτι και δε χορεύει; Κι ας κοροϊδεύει ταυτόχρονα. Ναι, γιατί τα ξέρουμε αυτά, σνομπάρουμε, σνομπάρουμε κι άμα ακούμε κανά τραγούδι ΑΒΒΑ κανά Μαντόνα, ξεκατινιαζόμαστε. Άσε τώρα, σε τα μας; Βέβαια, ήταν και κάτι φίλοι που είπαν ότι δεν τους άρεσε καθόλου κι ότι σκέφτηκαν μέχρι και να φύγουν και δω, δεν έχω να πω τίποτα. Δεν καταλαβαίνω πως μπορεί να γίνει αυτό. Εγώ όλο το βράδυ την έβλεπα στον ύπνο μου. Τόσο εντυπωσιακό ήταν όλο. Βέβαια, αν είσαι άκρη Θεού αρχές Αλλάχ και τη βλέπεις σαν ψείρα κι ακούς σε κάτι φάσεις κάτι ισπανικές μαλακίες που έλεγε ένα γέρος (ίδιος ο ένας Κατσάμπας), συν ότι τα καινούρια της τραγούδια είναι ψιλομούφα, συν ότι τα παλιά της τα είχε διασκευάσει τόσο που τα είχε κάνει αγνώριστα, τότε ναι, μπορεί να συγχυστείς, το καταλαβαίνω. Αλλά μπροστά ήταν γαμάτα κι ας μην έβλεπα η γόπα. Τσιγάρου. Πατημένου. Α ρε κολλητέ άρχοντα.
Φοβερή συζήτηση: Η μουσική ήταν τέρμα, τίγκα, φουλ εννοείται. Και για να ακούσει ο ένας τον άλλο, έπρεπε να σκύψεις, προσέξεις, κολλήσεις αυτί κλπ. Ε, μου λέει ένας φίλος σε μια φάση πριν αρχίσει ενώ έπαιζε η Ρόμπιν:
Αυτός: Θα βγει σε ένα θρόνο!
Εγώ: Τι;
Αυτός: Θα βγει σε ένα θρόνο!
Εγώ: Τι θα βγει;
Αυτός: Θα βγει σε ένα θρόνο!!
Εγώ: Τι;
Αυτός: ΘΑ ΒΓΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΘΡΟΝΟ!!
Εγώ: Τι; Θα βγει σε ένα χρόνο;
Αυτός: Ναι, στη σύνταξη, της λείπουν κάτι ένσημα, στο ΤΕΒΕ ήταν.
Και πεθάναμε. Κλαίγαμε πόση ώρα από τα γέλια. Συν ότι το γαμήσαμε το αστείο μετά γιατί το έχουμε έθιμο. Όποτε πέφτει μια μαλακία μετά το ξεχειλώνουμε μέχρι να μην είναι πια αστείο. Πες πες μαλακίες που λέτε, πέρασε η ώρα και βγήκε η γριά στο θρόνο που λέγαμε και με σήκωσε ο κολλητός και ησύχασα.
Ρισπέκτ ή Σεβασμός: Στο ΣΤΑΡ. Ελπίζω όλοι σας να είδατε την Κυριακή ειδήσεις στο ΣΤΑΡ. Έκλαιγα. Πέθανα. Κατουρήθηκα. Έδειχνε από κοντά τη γάζα στο μπούτι της που ήταν λαβωμένη λέει, άσχετο, ποια γάζα ρε μαλάκες, που την είδατε, μα τι κοιτάζατε, ήμαρτον, νόμιζα λέει ότι ήταν σχέδιο του καλσόν, έλεγε ο άλλος, ααααχαχαχαχαχαχαχα, αν είναι δυνατόν, μετά λέει, της είπαν ότι φαινόταν η γάζα και γι’ αυτό φορούσε από κει και πέρα μαύρο καλσόν, αααααχαχαχαχαχα θα πεθάνω, μήπως κοίταζες καμιά άλλη ρε φίλε χαχαχαχαχαχαχα, άλλαζε ρούχα, λέει, γιατί ζεσταινόταν λέει η άλλη, ααααχαχαχαχαχα χαχαχαχαχαχα θα πεθάνω, σταματήστε, χαχαχαχαχαχα, ναι, συμπληρώνει κι ο άλλος, έκανε και λίγο ζέστη, χαχαχαχαχαχα, πάψτε, όχι άλλο, η κοιλιά μου, χαχαχαχαχαχα, να δεις και το βίντεο ΓΟΛ, ποιο;;; ΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑ το βίντεο ΓΟΛ; Χαχαχαχαχαχα γαμάτε φίλοι μου γαμάτε, να πηγαίνετε συχνά σε συναυλίες να μας λέτε τι έγινε! Θεοίοιοιοιοι!!!!
Κι αφού γελάσαμε, θέλω να σας πω κάτι τελευταίο πριν σας περιγράψω όλη την ημέρα του Σαββάτου γιατί θέλω να την έχω. Σαν κι αυτή τη μέρα, δεν περνάω πολλές στη ζωή μου εκτός κι αν είμαι ταξίδι που κάνω πολύ χειρότερα απ’ αυτό.
Όλος ο κόσμος, όταν τελείωσε η συναυλία έφυγε με το τρένο. Εμείς είχαμε αυτοκίνητο πιο μακριά. Στη διαδρομή διαπιστώσαμε όμως, πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, πως 70.000 κόσμος που ήταν στη συναυλία, πήγαιναν να πάρουν το τρένο και κανείς, μαζί και μεις που ναι μεν δεν πηγαίναμε να πάρουμε το τρένο αλλά να περπατήσουμε πόση ώρα για να πάρουμε το αυτοκίνητο, μα κανείς δεν ήξερε για τα λεωφορεία που ήταν στην αντίπερα του σταδίου που πήγαιναν Σύνταγμα κι έφευγαν άδεια. Δηλαδή πόσο μαλάκες είμαστε εμείς που δεν ψάξαμε αλλά και τα ΜΜΜ που λένε μόνο για τρένο και δε λένε τίποτα για λεωφορεία. Το πόσα λεωφορεία ήταν, που μάλλον έπαιζαν μέχρι αργά, διαθέσιμα δίπλα στο λαό κι έφευγαν άδεια, δε θέλετε να ξέρετε. Μπράβο σε όλους μας. Όλοι έχουμε τη λογική του ηλίθιου μπουλουκιού. Κοινώς, είμαστε ζώα.
Και τώρα, Πως Πέρασα το Σάββατο 27/9/08.
Καταρχάς πρωί-πρωί αδιαθέτησα. Φυσικά. Εννοείται. Πότε θα γινόταν; Μια μέρα πριν; Μια μέρα μετά; Όχι βέβαια, εδώ μιλάμε για τον Μέρφυ, μη μου λέτε μαλακίες. Σηκώνομαι λοιπόν σα να με έχουν βαρέσει 80 άτομα, συν ότι έχω κοιμηθεί αργά γιατί έχω και τη δουλειά που πρέπει να τελειώσω και έκανα όση περισσότερη μπορούσα την Παρασκευή. Το πρωί είχαμε βάφτιση, που θα γινόταν ένας από τους νονούς ο καλός μου. Σηκώνομαι, μιλάμε με τους γονείς παιδιού-κουμπάρους, οι οποίοι μένουν κοντά μας και θα πηγαίναμε όλοι μαζί. «Σε λίγο φεύγουμε μου λένε». «Που πάτε;!» Η απορία μου δεν ήταν κυριολεκτική απλώς ήμουν για τα μπάζα κι έπρεπε και να βιαστώ να ετοιμαστώ. Σηκώνομαι, χαπακώνομαι, να κρυώνω εντωμεταξύ, γάμα τα. Βάζω ένα κουστούμι γαμάτο που πήρα, τις Martens μου κι έξω από την πόρτα. Ήμουν γαμάτη, έμοιαζα λίγο με την πρόεδρο λεσβιών Ελλάδος λόγω του κουστουμιού και της μπότας από κάτω αλλά στα παπάρια μου καθότι γουστάρω και τις λεσβίες και τους γκέι, οπότε όλα μια χαρά. Πάμε στην άκρη θεού που ήταν η βάφτιση και το τραπέζι και κατά τις 2, θα έπαιρνα τον κολλητό να μου πει τι ώρα θα βρεθούμε.
Να πονάω στην εκκλησία εντωμεταξύ, να βρέχει, σ’ όλη την πόλη ήλιος εκεί να βρέχει, Μέρφυ είπαμε, είμαστε και στην κορυφή του βουνού, τι περιμένεις, να κρυώνω και να σκέφτομαι πως θα πάω στη συναυλία, μα πως, χαπακωνόμουν, έτρωγα φαΐ μπόλικο στο τραπέζι να πάρω δύναμη κι έρχεται 2 η ώρα. Μιλάω με τον κολλητό και μου λέει ραντεβού στο κέντρο 3:30. Τι ώρα παρακαλώ; Κι αρχίζει η φόρμουλα 1. Με ειδική διαδρομή που με την ταχύτητα κουνάνε τα μάγουλα, πάω σπίτι με το αυτοκίνητο, αλλάζω, φοράω μια σερβιέτα από το σαγόνι μέχρι το σβέρκο, πάω, παρκάρω, πάω κέντρο, τρέχω, τρέχω, τρέχω, φτάνω με 10 λεπτά καθυστέρηση. Δε γίνονται αυτά που σας λέω, αλλά εγώ τα κάνω γιατί είμαι τρισμέγιστη και τεράστια. Φεύγουμε, πάμε συναυλία, σας τα είπα τα περί συναυλίας, τελειώνει η συναυλία, δε φεύγω με την κολλητή φιλενάδα να πάρω τρένο γιατί έχουμε το αυτοκίνητο και με βόλευε γιατί θα με αμολούσαν κάπου κεντρικά να πάρω μετρό ή μπορεί να με αμολούσαν και κει που είχα το αυτοκίνητο. Έλα όμως που τα παιδιά πεινούσαν, όλοι όμως, κι εγώ πεινούσα, δε λέω, αλλά ήθελα να γυρίσω, ήμουν ακατούρητη και ταλαιπωρημένη. Δε γινόταν άλλο. Θα πήγαιναν κάπου να φάνε που ήταν καμιά 6-8 χιλιόμετρα από κει που είχα αφήσει το αυτοκίνητο. Λέω αφήστε με κει που πάτε, θα πάρω ένα ταξί, θα βρω την άκρη. Με αφήνουν και πως τη βλέπω, δεν είχε και ταξί και περπάτησα όλη αυτή τη διαδρομή, 40 λεπτά μέσα στη νύχτα, από τις 12:40 μέχρι τη 1:20 μέχρι το αυτοκίνητο η γριά!! Μιλάμε για δύναμη, για σπίντα, για νέφτι, όχι μαλακίες!
Όταν με άφησαν τα παιδιά, άρχισα να περπατάω, να περπατάω, να περπατάω, έριχνα και καμιά ματιά για ταξί, δεν περνούσαν ή ήταν τιγκαρισμένα, ρώτησα κι ένα δύο, πήγαιναν αλλού, χαίρετε λέω, πάω με τα πόδια. Σκέφτηκα κάποια στιγμή ότι μπορεί να έχω αλλιώς στο μυαλό μου τη διαδρομή και στα μισά να πεθάνω, αλλά το έβγαζα από το μυαλό μου και περπατούσα. Δε φοβόμουν γιατί είχε πολύ λαό στους δρόμους και πήγαινα καρακεντρικά. Στη διαδρομή εντωμεταξύ να κατουριέμαι, να κατουριέμαι του θανατά και να κοιτάω τους κήπους των πολυκατοικιών και να θέλω απεγνωσμένα να χωθώ μέσα στα φυτά να αδειάσω τη φούσκα μου αλλά σκεφτόμουν ένας να είναι στο μπαλκόνι θα γίνω ρόμπα στο παγκόσμιο και μ’ αυτή τη σκέψη έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Όταν έφτανα κοντά στο αυτοκίνητο, άρχισε να ψιχαλίζει. Ευχαριστώ Θεέ μου. Σε ευχαριστώ ειλικρινά. Έπρεπε να με δείτε. Όταν έφτανα, εκεί που περπατούσα μόνη μου, σήκωνα τα χέρια ψηλά και έλεγα «ΟΥ! Γαμάω! Γαμάω!». Όποιος με είδε θα απόρησε. Φτάνοντας δε στο αυτοκίνητο, μόνο που δε το φίλησα, δεν το συζητώ.
Σπίτι, μπάνιο, ύπνος, ξύπνημα την Κυριακή με ένα πούστη γαμιόλη ξεκωλιάρη αρχίδι εργάτη που κούρευε το γκαζόν της απέναντι πολυκατοικίας. Παιδιά, Κυριακάτικο από τις 9:20 μέχρι τη 1 το μεσημέρι κούρευε που να του κουρέψουν τα αρχίδια και να τον βγάλουν γυμνό στο Σύνταγμα να τον κοροϊδεύει ο κόσμος. Κι αυτοί οι ανώμαλοι, οι αναίσθητοι, οι ανάπηροι στον εγκέφαλο που μένουν από πάνω; Τι σκατά; Τι διακανονισμό έχουν κάνει να έρχεται ο σκατόπουστας 9 η ώρα Κυριακάτικο να μας γαμάει; Τι σκατά; Άλλη μέρα δε μπορεί; Άλλη ώρα; Όχι το μουνόπανο, έχει 400 πολυκατοικίες να δουλέψει. Α σιχτίρ. Έτσι μου ’ρχεται να τους κολλήσω ένα χαρτί στην πόρτα που να λέει πως άμα δεν αλλάξουν ώρες και μέρα στο μαλάκα, θα τους κάψω τον κήπο να μην έχουν τι να κουρεύουν. Παπάρες! Και μετά, όλη την Κυριακή από το πρωί μέχρι το βράδυ δουλειά. Τι να πεις; Θεά η Μαντόνα.
