Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Mado(nna)mouni.

Ή αλλιώς Μια σκληρή ημέρα και Ωδή στον Κολλητό.


Τον κολλητό μου τον αγαπάω πολύ. Πολύ πολύ. Γιατί εκτός του ότι είναι κολλητός μου 250 χρόνια, ταλεντάρα και κούκλος, αν δεν ήταν στη συναυλία της Μαντόνα να με σηκώνει, δε θα έβλεπα τον πούτσο μου. Γιατί είμαι κοντή, πινέζα, τσίχλα πατημένη στο πάτωμα γαμώ τους ψηλούς όλους. Βέβαια, η φιλενάδα μου η γλυκιά που ήταν μαζί μου και είναι 2 μέτρα θεά, την είχα αφήσει πίσω μου για να παλεύω εγώ με τις άλλες κοντές να δούμε τη Μαντόνα. Αλλά να ’ναι καλά ο αγαπημένος μου κολλητός, με σήκωνε στα καλύτερα σημεία κι έτσι μπορώ να πω ότι την είδα! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


Φτάσαμε κει από νωρίς τύπου 4μιση. Περιμέναμε κει καμιά ώρα μέχρι να ανοίξουν οι πόρτες. Ακούγαμε διάφορες μαλακίες και λέγαμε ακόμα περισσότερες τύπου ότι πρέπει να κατουρήσουμε οπωσδήποτε μόλις μπούμε για να είμαστε καβατζωμένοι το υπόλοιπο της βραδιάς και τι θα κάνουμε για να κερδίσουμε λίγο χώρο να χορεύουμε και ωραία θα ήταν να κλάναμε να βρώμαγε να κάνανε πέρα οι άλλοι και λέγαμε ότι φαντάσου να μας έπιανε τσίρλα κει μέσα και άμα αισθανθούμε δυσφορία ή μας πιάσει κάτι, θα κάνουμε ότι λιποθυμάμε και θα μας βγάλουν σε dt έξω, σχολιάζαμε κάτι φόλες με τακούνια, που πας μωρή με το τακούνι, να βλέπω μωρή κοντή θα μου έλεγε η φόλα με το τακούνι σε μια τέτοια ερώτηση κλπ.


Οι πόρτες άνοιξαν και τους έβαζαν κατά μπουλούκια. Καλά έκαναν έτσι όπως τα είχανε κάνει οι άχρηστοι γιατί αν τους αμολούσαν όλους μαζί, θα είχαμε μια νέα Θύρα 7. Στο σημείο αυτό έχω να πω ότι είναι παντελώς βλαχαδερά και άσχετοι γιατί είχαν για το Pitch A, Pitch B την ίδια είσοδο και άφηναν σε μπούκες τον κόσμο για να μην ποδοπατηθεί. Έχω να προτείνω στους διοργανωτές, να πάνε κανένα ταξίδι στο εξωτερικό, φτηνά είναι πια, να παρακολουθήσουν καμιά μεγάλη διοργάνωση, φτηνά είναι πια, για να δουν πως γίνεται. Βάζεις διαφορετικές εισόδους και αν δεν μπορείς, βάζεις κάγκελα σε ζιγκ ζαγκ μορφή όπου ο κόσμος περνάει από μέσα. Πώς είναι ρε παιδί μου οι ουρές στο αεροδρόμιο ή σε μερικές τράπεζες που κάνεις ένα σωρό ζιγκ ζαγκ μέχρι να φτάσεις στο γκισέ; Έτσι. Αυτή η οφιοειδής μορφή του κάγκελου, αναγκάζει τον κόσμο να περνάει ένας-ένας ή δύο-δύο το πολύ και να κάνει πολλούς ελιγμούς μέχρι να φτάσει στην αρένα ή που είναι να φτάσει, έχει το προνόμιο να καθυστερεί από μόνη της τον κόσμο και τον εμποδίζει να τραυματιστεί. Ταυτόχρονα, κυλάει η ουρά συνέχεια και δεν περιμένεις σχεδόν καθόλου. Και μιλάμε για φεστιβάλ με πολλές χιλιάδες κόσμο, σε ευρωπαϊκές πόλεις. Άντε λοιπόν, ας τραβήξουν σε κανένα ταξιδάκι να δουν πως γίνεται που μας είχαν και περιμέναμε τόση ώρα όρθιοι κι είχαμε αρχίσει να παθαίνουμε κρίση.


Επίσης, τη σκηνή τη βάζουμε πιο ψηλά. Δεν είμαστε όλοι 2.10. Ήμαρτον δηλαδή. Γιατί τη βάζουν στο 1.50 μέτρο; Με ποια λογική; Μη γλιστρήσει ο καλλιτέχνης και πέσει από κει; Πάνω στον κόσμο θα πέσει έτσι κι αλλιώς. Ή μήπως είναι ορκισμένοι να χρησιμοποιούν συγκεκριμένο αριθμό από σκαλωσιές; Ήμαρτον ρε πούστη! Βάζετε τη σκηνή πιο ψηλά! Στο 1.70 ρε μαλάκες να βλέπουν και οι τάπες!!


Όταν άνοιξαν οι πόρτες, έγινε το μαδομούνι φίλοι μου. Αρχίσαμε να τρέχουμε και ταυτόχρονα να γελάμε. Και όχι μόνο εμείς! Γελούσαν σχεδόν όλοι! Τρέχαμε και γελούσαμε, με νευρικό γέλιο και μας κοβόταν η ανάσα και δεν μπορούσαμε να τρέξουμε αλλά εμείς εκεί τρέχαμε. Βασικά γελούσαμε γιατί ακριβώς δεν είχε νόημα που τρέχαμε, συν ότι μας έλεγαν οι σεκιουριτάδες να μην τρέχουμε, συν ότι πέφταμε πάνω στους αστυνομικούς που γελούσαν κι αυτοί και συν ότι τρέχαμε να φτάσουμε γρήγορα να πάμε μπροστά. Αλλά μόλις φτάσαμε στην αρένα, μας κόπηκε το γέλιο γιατί μπροστά ήταν πίτα. Ντάξει. Κάτσαμε πιο δίπλα, πάλι στα 10 μέτρα ήμασταν. Μια χαρά.


Άσχετο αλλά καλό: Η φιλενάδα μου που ήρθε και μας βρήκε λίγο αργότερα, μου είπε ότι έξω ήταν η Λουκά και κουνούσε εικόνες και σταυρούς! Κοίτα όρεξη ρε μαλάκα αυτή η γυναίκα κάθε φορά! Και γιατί; Επειδή η Μαντόνα γουστάρει Καμπάλα; Ναι κυρά μου, μπορεί να γουστάρει Καμπάλα και να χορεύει σεξουλιάρικα αλλά τουλάχιστον δε γίνεται ρόμπα σαν κι εσένα. Ήμαρτον, κάτσε σπίτι σου μια φορά. Σκέψου το παιδί σου!


Συνεχίζουμε: Άνοιξε τη συναυλία η Ρόμπιν. Ρωτούσαμε κει οι άσχετοι ποια Ρόμπιν είναι αυτή, η Ρόμπιν κι ο Μπάτμαν, η Ρόμπιν Ράιτ η γυναίκα του Σον Πεν, η Ρόμπι(ν) Γουίλιαμς και κα κα κα τα γέλια. Ντάξει, καρέκλες έπαιζε, καλή ήταν, άντε να τελειώνει όμως να βγει η γριά να γουστάρουμε. Όσο έπαιζε η Ρόμπιν κάτι ψιλοέβλεπα. Όταν άρχισε όμως η συναυλία της Μαντόνα και συνειδητοποίησα ότι βλέπω την ψαλίδα της μπροστινής και την αρχή της καράφλας του δίπλα απογοητεύτηκα. Πέταξα 100 ευρώ σκέφτηκα και κείνη τη στιγμή, ο θεός, ο ήλιος ο καλοκαιρινός, ο υπεραγαπημένος μου κολλητός, με σήκωσε ψηλά και την είδα! «Χαλάλι τα 100 ευρώ!» αναφώνησα με δέος!


Τώρα θα με περνάτε για κανά μαλακισμένο που λέω τέτοια για τη Μαντόνα. Κοιτάξτε να δείτε. Ουσιαστικά χεσμένη την είχα. Αφού σκεφτόμουν να πουλήσω το εισιτήριο να τσιμπήσω κανά χρήμα. Ούτε δίσκους της έχω, εκτός από μια συλλογή, ούτε ακούω ποτέ, ούτε ασχολούμαι. Αλλά έκατσε, θα πήγαινε ο κολλητός με άλλα party animals, γουστάρανε μπροστά, μου βρήκαν εισιτήριο, εντάξει, είπαμε. Γιατί να μην πάω; Άλλωστε όποτε πάω με τον κολλητό συναυλία περνάμε γαμάτα. Οπότε γιατί όχι; Όποιος κι αν έπαιζε. Αλλά για τη συγκεκριμένη κυρία έχω να πω πως ήταν γαμάτη ρε πούστη μου. Είναι 50 χρονών, κάνει τρελό σόου, αλλάζει ρούχα χωρίς να καταλάβεις τίποτα απολύτως, χορεύει τρελά και είναι όμορφη ρε μαλάκες, όμορφη! Βρε άφωνη να πεις εντάξει, βρε γριά να πεις εντάξει, βρε ότι και να πεις εντάξει, αλλά μη μου πείτε ότι δεν είναι σούπερ σταρ, σόρι κιόλας. Ποιος δεν ακούει ένα παλιό της κομμάτι και δε χορεύει; Κι ας κοροϊδεύει ταυτόχρονα. Ναι, γιατί τα ξέρουμε αυτά, σνομπάρουμε, σνομπάρουμε κι άμα ακούμε κανά τραγούδι ΑΒΒΑ κανά Μαντόνα, ξεκατινιαζόμαστε. Άσε τώρα, σε τα μας; Βέβαια, ήταν και κάτι φίλοι που είπαν ότι δεν τους άρεσε καθόλου κι ότι σκέφτηκαν μέχρι και να φύγουν και δω, δεν έχω να πω τίποτα. Δεν καταλαβαίνω πως μπορεί να γίνει αυτό. Εγώ όλο το βράδυ την έβλεπα στον ύπνο μου. Τόσο εντυπωσιακό ήταν όλο. Βέβαια, αν είσαι άκρη Θεού αρχές Αλλάχ και τη βλέπεις σαν ψείρα κι ακούς σε κάτι φάσεις κάτι ισπανικές μαλακίες που έλεγε ένα γέρος (ίδιος ο ένας Κατσάμπας), συν ότι τα καινούρια της τραγούδια είναι ψιλομούφα, συν ότι τα παλιά της τα είχε διασκευάσει τόσο που τα είχε κάνει αγνώριστα, τότε ναι, μπορεί να συγχυστείς, το καταλαβαίνω. Αλλά μπροστά ήταν γαμάτα κι ας μην έβλεπα η γόπα. Τσιγάρου. Πατημένου. Α ρε κολλητέ άρχοντα.


Φοβερή συζήτηση: Η μουσική ήταν τέρμα, τίγκα, φουλ εννοείται. Και για να ακούσει ο ένας τον άλλο, έπρεπε να σκύψεις, προσέξεις, κολλήσεις αυτί κλπ. Ε, μου λέει ένας φίλος σε μια φάση πριν αρχίσει ενώ έπαιζε η Ρόμπιν:


Αυτός: Θα βγει σε ένα θρόνο!

Εγώ: Τι;

Αυτός: Θα βγει σε ένα θρόνο!

Εγώ: Τι θα βγει;

Αυτός: Θα βγει σε ένα θρόνο!!

Εγώ: Τι;

Αυτός: ΘΑ ΒΓΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΘΡΟΝΟ!!

Εγώ: Τι; Θα βγει σε ένα χρόνο;

Αυτός: Ναι, στη σύνταξη, της λείπουν κάτι ένσημα, στο ΤΕΒΕ ήταν.


Και πεθάναμε. Κλαίγαμε πόση ώρα από τα γέλια. Συν ότι το γαμήσαμε το αστείο μετά γιατί το έχουμε έθιμο. Όποτε πέφτει μια μαλακία μετά το ξεχειλώνουμε μέχρι να μην είναι πια αστείο. Πες πες μαλακίες που λέτε, πέρασε η ώρα και βγήκε η γριά στο θρόνο που λέγαμε και με σήκωσε ο κολλητός και ησύχασα.


Ρισπέκτ ή Σεβασμός: Στο ΣΤΑΡ. Ελπίζω όλοι σας να είδατε την Κυριακή ειδήσεις στο ΣΤΑΡ. Έκλαιγα. Πέθανα. Κατουρήθηκα. Έδειχνε από κοντά τη γάζα στο μπούτι της που ήταν λαβωμένη λέει, άσχετο, ποια γάζα ρε μαλάκες, που την είδατε, μα τι κοιτάζατε, ήμαρτον, νόμιζα λέει ότι ήταν σχέδιο του καλσόν, έλεγε ο άλλος, ααααχαχαχαχαχαχαχα, αν είναι δυνατόν, μετά λέει, της είπαν ότι φαινόταν η γάζα και γι’ αυτό φορούσε από κει και πέρα μαύρο καλσόν, αααααχαχαχαχαχα θα πεθάνω, μήπως κοίταζες καμιά άλλη ρε φίλε χαχαχαχαχαχαχα, άλλαζε ρούχα, λέει, γιατί ζεσταινόταν λέει η άλλη, ααααχαχαχαχαχα χαχαχαχαχαχα θα πεθάνω, σταματήστε, χαχαχαχαχαχα, ναι, συμπληρώνει κι ο άλλος, έκανε και λίγο ζέστη, χαχαχαχαχαχα, πάψτε, όχι άλλο, η κοιλιά μου, χαχαχαχαχαχα, να δεις και το βίντεο ΓΟΛ, ποιο;;; ΑΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑ το βίντεο ΓΟΛ; Χαχαχαχαχαχα γαμάτε φίλοι μου γαμάτε, να πηγαίνετε συχνά σε συναυλίες να μας λέτε τι έγινε! Θεοίοιοιοιοι!!!!


Κι αφού γελάσαμε, θέλω να σας πω κάτι τελευταίο πριν σας περιγράψω όλη την ημέρα του Σαββάτου γιατί θέλω να την έχω. Σαν κι αυτή τη μέρα, δεν περνάω πολλές στη ζωή μου εκτός κι αν είμαι ταξίδι που κάνω πολύ χειρότερα απ’ αυτό.


Όλος ο κόσμος, όταν τελείωσε η συναυλία έφυγε με το τρένο. Εμείς είχαμε αυτοκίνητο πιο μακριά. Στη διαδρομή διαπιστώσαμε όμως, πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο, πως 70.000 κόσμος που ήταν στη συναυλία, πήγαιναν να πάρουν το τρένο και κανείς, μαζί και μεις που ναι μεν δεν πηγαίναμε να πάρουμε το τρένο αλλά να περπατήσουμε πόση ώρα για να πάρουμε το αυτοκίνητο, μα κανείς δεν ήξερε για τα λεωφορεία που ήταν στην αντίπερα του σταδίου που πήγαιναν Σύνταγμα κι έφευγαν άδεια. Δηλαδή πόσο μαλάκες είμαστε εμείς που δεν ψάξαμε αλλά και τα ΜΜΜ που λένε μόνο για τρένο και δε λένε τίποτα για λεωφορεία. Το πόσα λεωφορεία ήταν, που μάλλον έπαιζαν μέχρι αργά, διαθέσιμα δίπλα στο λαό κι έφευγαν άδεια, δε θέλετε να ξέρετε. Μπράβο σε όλους μας. Όλοι έχουμε τη λογική του ηλίθιου μπουλουκιού. Κοινώς, είμαστε ζώα.


Και τώρα, Πως Πέρασα το Σάββατο 27/9/08.


Καταρχάς πρωί-πρωί αδιαθέτησα. Φυσικά. Εννοείται. Πότε θα γινόταν; Μια μέρα πριν; Μια μέρα μετά; Όχι βέβαια, εδώ μιλάμε για τον Μέρφυ, μη μου λέτε μαλακίες. Σηκώνομαι λοιπόν σα να με έχουν βαρέσει 80 άτομα, συν ότι έχω κοιμηθεί αργά γιατί έχω και τη δουλειά που πρέπει να τελειώσω και έκανα όση περισσότερη μπορούσα την Παρασκευή. Το πρωί είχαμε βάφτιση, που θα γινόταν ένας από τους νονούς ο καλός μου. Σηκώνομαι, μιλάμε με τους γονείς παιδιού-κουμπάρους, οι οποίοι μένουν κοντά μας και θα πηγαίναμε όλοι μαζί. «Σε λίγο φεύγουμε μου λένε». «Που πάτε;!» Η απορία μου δεν ήταν κυριολεκτική απλώς ήμουν για τα μπάζα κι έπρεπε και να βιαστώ να ετοιμαστώ. Σηκώνομαι, χαπακώνομαι, να κρυώνω εντωμεταξύ, γάμα τα. Βάζω ένα κουστούμι γαμάτο που πήρα, τις Martens μου κι έξω από την πόρτα. Ήμουν γαμάτη, έμοιαζα λίγο με την πρόεδρο λεσβιών Ελλάδος λόγω του κουστουμιού και της μπότας από κάτω αλλά στα παπάρια μου καθότι γουστάρω και τις λεσβίες και τους γκέι, οπότε όλα μια χαρά. Πάμε στην άκρη θεού που ήταν η βάφτιση και το τραπέζι και κατά τις 2, θα έπαιρνα τον κολλητό να μου πει τι ώρα θα βρεθούμε.


Να πονάω στην εκκλησία εντωμεταξύ, να βρέχει, σ’ όλη την πόλη ήλιος εκεί να βρέχει, Μέρφυ είπαμε, είμαστε και στην κορυφή του βουνού, τι περιμένεις, να κρυώνω και να σκέφτομαι πως θα πάω στη συναυλία, μα πως, χαπακωνόμουν, έτρωγα φαΐ μπόλικο στο τραπέζι να πάρω δύναμη κι έρχεται 2 η ώρα. Μιλάω με τον κολλητό και μου λέει ραντεβού στο κέντρο 3:30. Τι ώρα παρακαλώ; Κι αρχίζει η φόρμουλα 1. Με ειδική διαδρομή που με την ταχύτητα κουνάνε τα μάγουλα, πάω σπίτι με το αυτοκίνητο, αλλάζω, φοράω μια σερβιέτα από το σαγόνι μέχρι το σβέρκο, πάω, παρκάρω, πάω κέντρο, τρέχω, τρέχω, τρέχω, φτάνω με 10 λεπτά καθυστέρηση. Δε γίνονται αυτά που σας λέω, αλλά εγώ τα κάνω γιατί είμαι τρισμέγιστη και τεράστια. Φεύγουμε, πάμε συναυλία, σας τα είπα τα περί συναυλίας, τελειώνει η συναυλία, δε φεύγω με την κολλητή φιλενάδα να πάρω τρένο γιατί έχουμε το αυτοκίνητο και με βόλευε γιατί θα με αμολούσαν κάπου κεντρικά να πάρω μετρό ή μπορεί να με αμολούσαν και κει που είχα το αυτοκίνητο. Έλα όμως που τα παιδιά πεινούσαν, όλοι όμως, κι εγώ πεινούσα, δε λέω, αλλά ήθελα να γυρίσω, ήμουν ακατούρητη και ταλαιπωρημένη. Δε γινόταν άλλο. Θα πήγαιναν κάπου να φάνε που ήταν καμιά 6-8 χιλιόμετρα από κει που είχα αφήσει το αυτοκίνητο. Λέω αφήστε με κει που πάτε, θα πάρω ένα ταξί, θα βρω την άκρη. Με αφήνουν και πως τη βλέπω, δεν είχε και ταξί και περπάτησα όλη αυτή τη διαδρομή, 40 λεπτά μέσα στη νύχτα, από τις 12:40 μέχρι τη 1:20 μέχρι το αυτοκίνητο η γριά!! Μιλάμε για δύναμη, για σπίντα, για νέφτι, όχι μαλακίες!


Όταν με άφησαν τα παιδιά, άρχισα να περπατάω, να περπατάω, να περπατάω, έριχνα και καμιά ματιά για ταξί, δεν περνούσαν ή ήταν τιγκαρισμένα, ρώτησα κι ένα δύο, πήγαιναν αλλού, χαίρετε λέω, πάω με τα πόδια. Σκέφτηκα κάποια στιγμή ότι μπορεί να έχω αλλιώς στο μυαλό μου τη διαδρομή και στα μισά να πεθάνω, αλλά το έβγαζα από το μυαλό μου και περπατούσα. Δε φοβόμουν γιατί είχε πολύ λαό στους δρόμους και πήγαινα καρακεντρικά. Στη διαδρομή εντωμεταξύ να κατουριέμαι, να κατουριέμαι του θανατά και να κοιτάω τους κήπους των πολυκατοικιών και να θέλω απεγνωσμένα να χωθώ μέσα στα φυτά να αδειάσω τη φούσκα μου αλλά σκεφτόμουν ένας να είναι στο μπαλκόνι θα γίνω ρόμπα στο παγκόσμιο και μ’ αυτή τη σκέψη έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Όταν έφτανα κοντά στο αυτοκίνητο, άρχισε να ψιχαλίζει. Ευχαριστώ Θεέ μου. Σε ευχαριστώ ειλικρινά. Έπρεπε να με δείτε. Όταν έφτανα, εκεί που περπατούσα μόνη μου, σήκωνα τα χέρια ψηλά και έλεγα «ΟΥ! Γαμάω! Γαμάω!». Όποιος με είδε θα απόρησε. Φτάνοντας δε στο αυτοκίνητο, μόνο που δε το φίλησα, δεν το συζητώ.


Σπίτι, μπάνιο, ύπνος, ξύπνημα την Κυριακή με ένα πούστη γαμιόλη ξεκωλιάρη αρχίδι εργάτη που κούρευε το γκαζόν της απέναντι πολυκατοικίας. Παιδιά, Κυριακάτικο από τις 9:20 μέχρι τη 1 το μεσημέρι κούρευε που να του κουρέψουν τα αρχίδια και να τον βγάλουν γυμνό στο Σύνταγμα να τον κοροϊδεύει ο κόσμος. Κι αυτοί οι ανώμαλοι, οι αναίσθητοι, οι ανάπηροι στον εγκέφαλο που μένουν από πάνω; Τι σκατά; Τι διακανονισμό έχουν κάνει να έρχεται ο σκατόπουστας 9 η ώρα Κυριακάτικο να μας γαμάει; Τι σκατά; Άλλη μέρα δε μπορεί; Άλλη ώρα; Όχι το μουνόπανο, έχει 400 πολυκατοικίες να δουλέψει. Α σιχτίρ. Έτσι μου ’ρχεται να τους κολλήσω ένα χαρτί στην πόρτα που να λέει πως άμα δεν αλλάξουν ώρες και μέρα στο μαλάκα, θα τους κάψω τον κήπο να μην έχουν τι να κουρεύουν. Παπάρες! Και μετά, όλη την Κυριακή από το πρωί μέχρι το βράδυ δουλειά. Τι να πεις; Θεά η Μαντόνα.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Παλιά ξινά σταφύλια.

Καλώς ήρθατε φίλοι μου στα μπαγιάτικα νέα μας. Σήμερα θα σας πούμε τι μας συνέβη πριν μια δυο τρεις βδομάδες, ήμουν νια και γέρασα. Αλλά δεν πειράζει. Τοποθετώντας ένα απλό «σήμερα» όλα μπορούν να συμβούν σήμερα. Αλλά επειδή είναι πολλά και αν συνέβαιναν όλα αυτά σε μια μέρα, θα ήθελα ψυχιατρείο, θα σας πω την αλήθεια που θα ονομαστεί «Τις προάλλες» όπως κάνω δηλαδή σχεδόν πάντα. Κι αφού διαβάσατε αυτόν τον ανιαρό, παράλογο και άσχετο πρόλογο, μπορείτε να περάσετε στο σαλόνι. Έχουμε και φοντί.


Όλα όσα συμβαίνουν θέλουν να μας διδάξουν κάτι. Ότι όλα μάλλον είναι μια ανώφελη μαλακία κι ότι είμαστε παντελώς μαλάκες που καθόμαστε και σκεφτόμαστε τι και πως γιατί δεν πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα να πάρουμε απάντηση. Ειδικά αυτά που συμβαίνουν σε μένα, δεν υπάρχουν, δε θα υπάρξουν και δε θα γίνουν ποτέ ξανά σε άλλον. Ο άλλος να βρει δικά του μη υπάρχοντα να ασχοληθεί γιατί έτσι πρέπει, μην είμαστε και μαλάκες, σας παρακαλώ τώρα, δεν είναι ώρα για καυγάδες.


Πληροφορία που έχει σημασία για τα παρακάτω: Θυμάστε που έπαθε νταράκουλο το λάπτοπ μου και ξεσυντονιζόταν το μόντεμ μόλις προσπαθούσα να μπω στο ίντερνετ; Α γεια σας. Ε, αυτή η παπάρα μου κόστισε 200φεύγα ευρώ, από τα πολλά που έχω, μου άλλαξαν και καλά κάρτα δικτύου. Καλά ως εδώ. Πάμε παρακάτω.


Που λέτε φίλοι μου. Περπατάω στο δρόμο τις προάλλες (ξέρετε σεις τι σημαίνει προάλλες, τα είπαμε και μου λέει ο καλός μου «δεν πάμε κει να πάρω αυτό;» «Το θες; Το ’χεις ανάγκη πολύ;» του λέω. «Δεν κρατιέμαι» μου λέει και πάμε να πάρει μια φλατ οθόνη για τον υπολογιστή του ο άνθρωπος. Πάμε που λέτε και βλέπω τον έρωτα, την αγάπη, την ομορφιά σε μίνι μέγεθος, σε έξτρα σμολ, ένα κόσμημα να κάθεται στο ράφι και να με κοιτάει. Πόσο κάνεις μάνα μου; σκέφτομαι, πάω κοντά στην ταμπέλα και λέει 329 ευρώ. Είσαι φτηνό αγάπη μου, του λέω, αλλά δεν έχω λεφτά, τι να κάνω, μόνο την κάρτα μου μπορώ να χρεώσω, πάρε με, πάρε με, να μου λέει αυτό, αχ, βαχ εγώ, μέχρι να ψωνίσει την γαμοοθόνη ο καλός μου, εγώ να ερωτοτροπώ με το ομορφότερο μικρούλι λάπτοπ που έχω δει έβερ. Και φυσικά επικράτησε η λογική και δεν το πήρα γιατί είμαι φτωχή.


Πέρασαν 2-3 μέρες και να μην μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Να κάθομαι να σκέφτομαι αν μου χρωστάει κανείς, αν περιμένω από πουθενά λεφτά, α ναι, περιμένω από κει αλλά άμα μου τα δώσουν να με χέσεις πατόκορφα, τίποτα, άκρη δεν έβγαινε και το κωλομάγαζο δεν είχε άτοκες. Σου γαμιέται. Το υπέροχο μωρό να αιωρείται πάνω από το κεφάλι μου αλλά είπαμε. Ντούκου να τα δώσω με τίποτα. Έδωσα 200 να φτιάξω το κανονικό μου λάπτοπ. Που το αγαπώ πολύ παρεμπιπτόντως (σ’ αυτό γράφω τώρα μην τα βλέπει αυτά και ζηλεύει, καταλαβαίνετε).


Μια ωραία επόμενη μέρα, πάμε με τον καλό μου βόλτα στο κέντρο. «Δεν μπαίνουμε σ’ αυτό το ωραίο μεγάλο καινούριο μαγαζί;» «Όχι» μου λέει και μπαίνουμε. Εκεί, ξαναείδα το μπιζού. Και μόλις πήγαινα να το ξεχάσω. Και ναι, είχε άτοκες. Ίδρωσα. «Πάμε να φύγουμε από δω» του λέω, «εντάξει» μου λέει και φεύγουμε. Το σκεφτόμουν συνέχεια. Ο μισός εαυτός μου να μου λέει, «πάρ’το ρε μαλάκα, έτσι κι αλλιώς τα οικονομικά σου για τον πούτσο είναι, εκεί κόλλησες;» «Εκεί κόλλησα ρε μαλάκα» να του λέει ο άλλος μισός εαυτός μου, «μαλάκας είσαι; Δε φτάνει που είμαι για τα πανηγύρια, να χρωστάω κι από πάνω;» «Σιγά ρε μαλάκα», να του λέει ο άλλος με θράσος «άτοκες δόσεις 80 ευρώ κει το μήνα τι είναι, είναι τίποτα; Τόσα λεφτά πετάς για μαλακίες! Προχτές χάλασες τόσα λεφτά στο σούπερ μάρκετ να πάρεις υλικά για να φτιάξεις γλυκά τα έκανες σκατά και τα πέταξες, αυτά δεν τα σκέφτεσαι;» Ωπ. Κώλωσε ο άλλος εαυτός που υπερασπιζόταν την ευημερία μου. Και την επόμενη μέρα ενώ όλη αυτή η συζήτηση γυρίζει γύρω από το κεφάλι μου, εκεί που γυρνούσα από μια δουλειά, και ήταν να πάω σπίτι, κάνω μία επιτόπου στροφή, μπαίνω στο μετρό για να πάω στο κέντρο να ψωνίσω το όμορφο αυτό μωρό. Έχω λογική αλλά δεν κρατάει και πολύ. Κατεβαίνω και κει που κατεβαίνω συναντάω μια γνωστή. Που δε πολυγουστάρω. «Αχ γεια, ναι, ναι, καλά, ναι, ναι, γεια», φεύγω, κατευθύνομαι μαγνητισμένη προς το μαγαζί. Αλλά πρώτα πάω να δω κάτι παπούτσια σε ένα άλλο μαγαζί. Δε θα τα αγοράσω, το ξέρω, αλλά θέλω να τα δω από κοντά να τους πω ένα γεια. Βασικά άλλος είναι ο λόγος που μπήκα στο μαγαζί με τα παπούτσια. Με καθυστερούσα μπας και άλλαζα γνώμη. Μπαίνω στο μαγαζί με τα παπούτσια, πάω

να κατέβω τις σκάλες και τρώω σαβούρδα. Έκανα κει κάτι κωμικά τύπου χοντρός-λιγνός, κρατήθηκα από τη σκάλα τελευταία στιγμή πριν καταλήξω ανάμεσα σε τίποτα σόλες και τακούνια, ευτυχώς δε με είδε κανείς και σκέφτηκα καπάκι «την πουτάνα» (στη γνωστή που είδα πήγαινε αυτό). Τα βλέπω τα παπούτσια, το μυαλό μου στο λάπτοπ. Και φεύγω. Και πάω. Και το παίρνω. Με άτοκες. Και φεύγω. Και στη διαδρομή μαντέψτε. Την ξανασυναντάω τη γνωστή. Και γυρίζω σπίτι. Και μαντέψτε. Με το που πήγα να μπω στο ίντερνετ, ΓΑΜΗΘΗΚΕ ΤΟ ΜΟΝΤΕΜ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ!!!! Έγινε ό,τι είχε γίνει με το κανονικό μου λάπτοπ!!!! Ε όχι, σκέφτομαι, δε γίνεται αυτό, δε γίνεται. Να μπαίνουν όλοι οι υπολογιστές και το φτιαγμένο λάπτοπ και να μην μπαίνει το καινούριο.Τα παίρνω στο κρανίο. Έρχεται η επόμενη μέρα, το βάζω στο κουτί του και πάω πίσω. «Θέλω να το αλλάξω με άλλο» τους λέω. «Γιατί;» μου λένε. «Γι’ αυτό» τους λέω, «να πάτε να το κοιτάξει ο τεχνικός κάτω κι αν όντως έχει πρόβλημα, σας δίνουμε άλλο». Πάω κάτω, το κοιτάει ο τεχνικός και μαντέψτε. ΔΟΥΛΕΥΕ ΚΑΝΟΝΙΚΑ! Σύφιλη εγώ. Μου ’χει γυρίσει το μάτι. Έχω πετάξει ένα σωρό λεφτά που δεν έχω και δε δουλεύει σπίτι μου. Δεν το θέλω, δεν το θέλω, δεν το θέλω. «Δεν το θέλω» τους λέω. «Ναι, αλλά δουλεύει» μου λένε. «Δεν το θέλω, θέλω άλλο» τους λέω. «Και πως μπορείτε να είστε σίγουροι ότι το άλλο θα δουλεύει;» «Δεν είμαι, ο Μέρφυ κύριέ μου μόνο ξέρει» του λέω, γελάει και μου δίνει άλλο. Μαντέψτε. Στην επιστροφή ξανασυναντάω την ίδια γνωστή. Πάω σπίτι, δε δούλευε ούτε αυτό!!!! Εντάξει. Όχι πείτε μου εμένα τώρα. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ; ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΟΥ ΜΑΘΟΥΝ; ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΟΥΣΑ ΗΤΑΝ ΓΚΑΝΤΕΜΩ; ΤΙ ΠΑΙΖΕΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ; Όπως καταλαβαίνετε τα νεύρα μου ήταν στο Θεό. Είχα χάσει πόσο χρόνο πήγαινε έλα, πόσα λεφτά και ΔΕΝ ΤΟ ΗΘΕΛΑ ΠΙΑ, ΤΟ ΑΝΤΙΠΑΘΟΥΣΑ αυτό το όμορφο μικρό λάπτοπ. Και πάω στο μαγαζί την επόμενη μέρα. «Γεια σας, θέλω να το αλλάξω να πάρω κάτι άλλο» τους λέω, με κοιτάνε, δε λένε τίποτα, αλλάζω, παίρνω ένα αντιγραφικό dvd να το χώσω στην τηλεόραση να γράφω τα σήριαλ σαν τις γριές, παίρνω κι ένα εξωτερικό σκληρό δίσκο να τον βάλω στον κώλο μου και γυρίζω πίσω. Ευτυχώς δε συνάντησα τη γνωστή και όλα δουλεύουν κανονικά.


Την επόμενη, πάω στην τράπεζα να δω στο μηχάνημα τι μαλακίες έχω κάνει, τι χρωστάω, κλπ. Είναι μπροστά μου ένας βρωμιάρης, κάνει κει 800 ώρες, βρίζω από μέσα μου και σε κάποια φάση, ρίχνει ένα φτάρνισμα ο ελεεινός, ο μαλάκας, ο λεχρίτης ο κοπρίτης, ο βρωμιάρης, χωρίς να βάλει το κουλό του και φεύγει. Πάω στο μηχάνημα και είναι γεμάτο σταγόνες. Όμορφα; Εμένα τώρα μου έτυχε αυτό που σιχαίνομαι τα δικά μου σάλια. Ο γαμημένος είχε φτύσει όλο, μα όλο το μηχάνημα. Τα κουμπιά, την οθόνη, όλα, όλα. Όχι πείτε μου γιατί; Γιατί; Γιατί γαμώ το σπίτι του; Τι να κάνω, πατάω τα κουμπιά, κάνω τη δουλειά μου, πάω σπίτι, ακόμα πλένομαι με ντετόλ από τότε. Άσε το τι σκέφτηκα για ηπατίτιδες, χολέρες, σύφιλεςκλπ. Το αρχίδι το βρωμερό. Πάω σπίτι και λέω «επιτέλους να κάτσω να δουλέψω». Αμ πριτς!


Με παίρνει η μαμά μου κλαίγοντας και μου λέει ότι τράκαρε το αυτοκίνητο και το διέλυσε. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα, προσπαθώ να την καλμάρω, της λέω «να πα να γαμηθεί το αυτοκίνητο, θα σου φέρω το δικό μου, δεν το θέλω» και άντε πάλι, κινάω, πάω στη μαμά μου, της αφήνω το αυτοκίνητο, γυρίζω. Πτώμα. Δούλεψε εσύ έτσι άμα μπορείς.


Και δε φτάνουν όλα αυτά. Τρία Σάββατα στη σειρά είχα τρεις βαφτίσεις. Γαμήθηκαν. Δε φτάνουν οι τόσες μαλακίες, αλλά ντάξει. Κι οι 3 βαφτίσεις αφορούν ανθρώπους που αγαπώ οπότε, άντε, ντάξει.


Κι ούτε αυτό φτάνει γιατί από την υπερπροσπάθεια μ’ αυτή την κωλοδουλειά που έχω μπλέξει αυτό το διάστημα, η πλάτη μου με πεθαίνει. Με γαμάει, με σκοτώνει, με μαχαιρώνει πισώπλατα κάθε μέρα η πουτάνα.


Κι ούτε αυτά έφταναν και χτες έγινε το καλύτερο: Είμαι στο ίντερνετ με το λάπτοπ μου που έδωσα 200φεύγα ευρώ να αλλάξω την κάρτα δικτύου, κάνει το μπουρδέλο κάτι ενημερώσεις, μου ζητάει επανεκκίνηση ο υπολογιστής, την κάνω, ξανανοίγω, πάω να μπω στο ίντερνετ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΛΑΛΑΕΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΜ!!! ΕΠΑΘΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΠΑΘΕΙ ΠΡΙΝ ΤΟ ΦΤΙΑΞΩ!!! ΑΥΤΟ ΠΩΣ ΣΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ;;;


Βαριέμαι να τσαντιστώ. Βαριέμαι σας λέω. Απλά, θα αλλάξω και το μόντεμ του σπιτιού και θα πάω πάλι το λάπτοπ στο σέρβις αφού μου είχαν πει ότι έχω εγγύηση για το ίδιο πρόβλημα 1 χρόνο. Τι χρόνο ρε πουσταράδες, ούτε μήνα δεν κράτησε η υπόθεση.


Δεν τσαντίζομαι. Όχι. Και για να σας αποδείξω ότι λέω αλήθεια, γράφτηκα στη γιόγκα. Θα τα πολεμήσω όλα. Όλα θα τα πολεμήσω.


Αλλά μέχρι να πάω στη γιόγκα, έχω χρόνο να βασανιστώ ακόμα και:


Αύριο Σάββατο 27/9/2008, έχω στις 12 το μεσημέρι βάφτιση που πρέπει και θέλω να πάω, ναι είναι μία από τις 3, ένας από τους νονούς είναι ο καλός μου και το βράδυ έχω να πάω στη Μαντόνα. Κοινώς, όλα τα είχε η Μαριορή ο φερετζές της έλειπε. Το αστείο δε της υπόθεσης είναι ότι τη Μαντόνα την έχω χεσμένη και γι’ αυτό φυσικά μου βρήκαν εισιτήριο στο PITCH A να τη βλέπω στα 10 μέτρα κι επειδή θα πάω στη συναυλία μαζί με βικτίμια της Μαντόνα, θα πάω μάλλον από τις 4, ο Χριστός και η Παναγία να φυλάει το ανθρώπινο γένος. Το ξέρω, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, τα θέλει ο κώλος μου, δε σκέφτομαι τη μέση μου, την πλάτη μου, που θα πεινάω, θα με πιάσει κατούρημα, που περιμένω να αδιαθετήσω, που θα πρέπει να φύγω από τη βάφτιση, το φαί της βάφτισης μάλλον και να τρέχω σπίτι να αλλάζω, να πάω να τους βρω για να πάμε στην κωλόγρια να τη δούμε να χορεύει και να τραγουδάει σαν παρθένα. Γάμησέ τα σου λέω.


Επόμενο ποστ:

Πώς πέρασα στη Μαντόνα μαζί με άλλους 99.999 κόσμο. Για τα μπάζα σας μόνο.


Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Κρανίο.

Τα' χω πάρει στον εγκέφαλο. Δε μπορώ άλλο. Θέλω και να γράψω κι ένα ποστ 6 χιλιόμετρα και δεν προλαβαίνω. Τι ποστ, ούτε να κλάσω δεν προλαβαίνω κι έχω και μια κωλοσφιξούρα αυτές τις μέρες και δεν μπορώ να κάνω κακάκια. Το αέριο το βάζουν, το βάζουν, το βάζουν, που να τους μπει όλο στον κώλο και να φουσκώσουν και να αρχίσουν να πετάνε στον αέρα σαν μπαλόνια με ήλιον, ο κωλόκαιρος είναι μια μαλακία και μισή, γαμιέται, είναι μαλακία, γιατί ζούμε σε μπουρδέλο, σε κωλοχανείο, σε παρατημένο στάβλο, σε βρώμικη στάνη και σε όλα αυτά δεν είναι ωραία να βρέχει κι από πάνω. Ενώ αν ζούσαμε στη Μαδρίτη, στο Λονδίνο, στη Ρώμη, στο Άμστερνταμ, στη Βιέννη, στην Πράγα, δεν πα να' βρεχε; Θα βγαίναμε, θα περπατούσαμε σαν άνθρωποι σε πεζοδρόμια και όχι σε λακούβες με σκατά, θα πέρναμε το λεωφορείο μας και όχι τα αρχίδια μας και θα πηγαίναμε σε ωραία καφέ να πιούμε το ρόφημά μας με 2 € και όχι σε πουτσομαλακία να πληρώσουμε 5 € μια μαλακία. Άντε γαμίδια, σιχτίρ, ουστ, έχω κατάθλιψη.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Κομμωτήριο.

Πριν κάποιες μέρες, έχω να πω τα νέα μου και 800 μήνες, είπα να πάω κομμωτήριο να κόψω τις άκρες γιατί κόντευα να γίνω σα ρασταφάριαν. Πάω, για να βρω να παρκάρω έκανα κανά δίμηνο, να πως βγαίνουν 800 μήνες μ’ αυτά και μ’ αυτά, έτυχε να είμαι με το αυτοκίνητο, έριξα κι ένα κάρο μούντζες, και στρώνομαι. Στο περίμενε διαβάζοντας περιοδικά στρώθηκα γιατί η μία, η βασική κομμώτρια, ή αλλιώς κομμώτρια Α κούρευε κει έφτιαχνε το μαλλί μιας θείας και η άλλη η κομμώτρια Βου, έφτιαχνε το δικό της μαλλί ή μάλλον της το ’φτιαχνε η κυρία που σκούπιζε. Εγώ τώρα εκτός από τη βασική που την είδα απασχολημένη, τα άλλα δεν τα πρόσεξα. Μου ’παν να περιμένω, περίμενα. Σε κάποια φάση μου κάνει η κοπέλα, η κομμώτρια Βου, «Έλα!». Πετάγομαι σαν ελατήριο και πάω να με λούσει. «Άντε, με διέκοψες κι από το χτένισμά μου» μου κάνει, ενώ με καθίζει στην καρέκλα. «Ωωωω!!» της λέω με έμφαση θέλοντας να δηλώσω μετάνοια, λοξοκοιτάζω και βλέπω τα μπικουτί στα μαλλιά της. Μάλιστα, σκέφτομαι και στρογγυλοκάθομαι να απολαύσω το λούσιμο. Μου βάζει μια πετσέτα γύρω από τους ώμους, ακουμπάω το κεφάλι στο λουτήρα και μου λέει «πώς θα γίνω τώρα θεά», «είσαι» της λέω και μου λέει «χαχα, τώρα θα σε λούσω καλύτερα». Χαμογελάω μην ξέροντας τι να πω και με ξαναρωτάει «Από δουλειά;» Έχω κλείσει τα μάτια για να απολαύσω λίγο χάδι, τα ανοίγω και θέλω να της πω, Γνωριζόμαστε από κάπου; αλλά τελικά της λέω «από κει έρχομαι». Παπάρια από κει ερχόμουν αλλά σε εργαζόμενους που ετοιμάζονται να πιάσουν το κεφάλι σου, δε λες τέτοια. «Διακοπές πήγες;» με ρωτάει. Πολλά ρωτάς, λούζε, θέλω να της πω αλλά της λέω «λίγες». Τι να της πω, ότι ξεκωλώθηκα; Σε ανθρώπους που ετοιμάζονται να πιάσουν το κεφάλι σου δε λες τέτοια. Και σκέψου να έλεγα δηλαδή γιατί με το που άρχισε να με λούζει, μόνο που δε με ξεμάλλιασε. Σε μίξερ να είχα βάλει το κεφάλι μου, πιο απαλά θα ήταν. Πάει η χαλάρωση, πάνε όλα. Γαμώτο. Γιατί όλα τα λεφτά στα κομμωτήρια, είναι το λούσιμο. Σε χαϊδεύουν, σου κάνουν μασάζ, είναι γαμώ. Εκτός από σήμερα. Είχα φάει και κάτι μαλακίες, μου ‘ρθαν τα πάνω κάτω. Γκάπα-γκούπα να με τρίβει λες και ήμουν φλοκάτη. Χράτσα-χρούτσα να τραβάει λες και ήμουν βελέτζα. Ντάπα-ντούπα να χτυπάει λες και ήταν πλυντήριο. Κάτσε χρυσή μου θα ξεράσω, ήθελα να της πω, αλλά τολμούσα; Δεν ήθελα να ακούσει και η κομμώτρια Α, το λυπόμουν το κοριτσάκι. Εντωμεταξύ να μην προσέχει ιδιαίτερα τα νερά και να κυλάνε στην μπλούζα μου, να μπαίνουν τα σαπούνια στ’ αυτιά μου, δώσ’ του κωλοχτύπι στο κεφάλι μου, ο εμετός ήταν προ των θυρών. Λίγο πριν πετάξω τη ρουκέτα στην αφίσα με την καλοχτενισμένη μοντέλα απέναντι, το μαρτύριο τελείωσε. Με σηκώνει, ψιλοπαραπάτησα, με κοίταξε, της χαμογέλασα, σας τα έχω πει, κατά βάθος είμαι καλός άνθρωπος, πάμε στην καρέκλα του ψαλιδοχέρη ή αλλιώς της κομμώτριας Α. Κάθομαι, η κομμώτρια Α είναι ακόμα απασχολημένη αλλά τελειώνει από ότι φαίνεται, και η κομμώτρια Βου, μου βάζει εκείνη την μαλακία την ποδιά γύρω μου, μου βγάζει την πετσέτα από το κεφάλι μου με τέτοια φόρα λες και ήταν το κόκκινο πανί του ταυρομάχου και μου βάζει μια άλλη τραβώντας τα μαλλιά μου για να τα στεγνώσει. Τα έστριβε, τα τράβαγε, δε θα τα στεγνώσεις τα μαλλάκια μου, θα μου τα βγάλεις, ήθελα να της πω αλλά είμαι μια (ηλίθια) κυρία και δεν είπα τίποτα. Ξαναβγάζει το κόκκινο πανί, συγνώμη τη δεύτερη πετσέτα, την τινάζει και την ξαναβάζει στα μαλλιά μου για ένα δεύτερο γύρο στριψίματος και κακοποίησης των τριχών μου. Ήμαρτον, φλαμέγκο χορεύεις με την πετσέτα, σταμάτα, ήθελα να φωνάξω, σώστε το μαλλί μου, βοήθεια κυρία κομμώτρια Α, ήθελα να πω, αλλά δεν είπα τίποτα. Υπέμενα. Την είδα οσιομάρτυρας ή κάτι παρόμοιο. Τελειώνει με την πετσέτα. Και πιάνει την τσατσάρα. Όχι, όχι, όχι, ήθελα να της πω. Τίποτα δεν είπα. Άρχισε να τα ξεμπλέκει. Συγνώμη, να βγάζει όσα είχαν μείνει στη θέση τους. Όταν τελείωσε την θεία η κομμώτρια Α, η κομμώτρια Βου μου είχε αφήσει 6-7 τρίχες στη θέση τους να της βρει η άλλη και να με κουρέψει. Εντωμεταξύ, μ’ αυτά και μ’ αυτά, από την πολλή καταπίεση, είχα αρχίσει να ζεσταίνομαι. Έκανε που έκανε πουτανόζεστη, είχα και το μαλλιοτράβηγμα, οπότε καταλαβαίνετε, ανέβασα στροφές. Άντε, ήρθε η κομμώτρια Α. Της λέω τι θέλω, ξεκινάει. Κουρεύει πολύ καλά αυτή, γι’ αυτό πάω εκεί. Δε με νοιάζει που είναι συνοικιακό, έχω πάει και σε κυριλέ και από μακρυμαλλούσα μονίμως έβγαινα γουλί ή σαν τρέντυ καραγκιόζης. Έκανα πολλά χρόνια να βρω κομμωτήριο που τους λες «κόψε λίγο» και το καταλαβαίνουν. Οπότε, γι’ αυτό έκανα το μόκο και θα το ξανακάνω, ότι και να μου κάνουν εκεί μέσα. Ξεκινάει η δικιά σου ενώ η κομμώτρια Βου είναι ήδη καθισμένη στην διπλανή καρέκλα και η κυρία που καθαρίζει της φτιάχνει το μαλλί. Εμ, βιαζόταν το κορίτσι μην της χαλάσει η μιζανπλί, σκέφτομαι, χαμογελάω με τις μαλακίες που σκέφτομαι και αρχίζει το επόμενο μαρτύριο. Η θεία που κούρευε προηγουμένως η κομμώτρια Α, έχει όρεξη για κουβέντα. Το θέμα όμως είναι ότι εγώ ζεσταίνομαι και η κομμώτρια Α μου έχει βάλει τα μαλλιά μέσα στη μούρη και μου ‘χει πει να σκύψω. Παράλληλα, η κομμώτρια Βου έχει πιστολάκι και τσιρίζει, δηλαδή μιλάει με την κυρία που καθαρίζει, η κυρία που καθαρίζει έχει πιάσει το μαλλί της κομμώτριας Βου και της το ξηλώνει, καίει, καταστρέφει, με μια βούρτσα και ένα τόσο δυνατό πιστολάκι που μάλλον είναι κατάλληλο για να στεγνώνουν το τσιμέντο στους δρόμους παρά για μαλλί, παίζει το ραδιόφωνο ελληνικά τέρμα, είναι ανοιχτή η τηλεόραση, και ξεκινάει η θεία να μιλάει από τον καναπέ. Μωρή εδώ δεν ακουγόμαστε δίπλα-δίπλα, τι μιλάς από κει; Θέλω να της πω, αλλά σιγά μην έλεγα τίποτα. Ειδικά λιωμένη από ζέστη και κάτω από μαλλιά με το στόμα στο στέρνο. Με όλη αυτή τη φασαρία, μου ξανάρθε ο εμετός. Μην ξεράσεις, μην ξεράσεις, να σκέφτομαι, καλά, όλο λέω θα ξεράσω, και ποτέ δεν το κάνω, η ανακατωσούρα μου μένει, γάμα τα. Οπότε, ανακατεύομαι και υποφέρω από φασαρία. Και αρχίζει η θεία από τον καναπέ: «ΠΟΥ ΛΕΣ ???????? ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙ ΕΜΕΝΑ ???? ΣΠΑΣΤΗΚΑ????? ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;» (Όπου ερωτηματικά, δεν ακουγόταν τι έλεγε). Εντωμεταξύ η κομμώτρια Α, χέστηκε να ανοίξει κουβέντα με τη θεία, την έχω κόψει κι από άλλες φορές που έχω πάει, την πάω την κομμώτρια Α, είναι άτομο, αλλά πελάτισσα είναι, κάνει ότι παρακολουθεί την κουβέντα. Μέσα στην ανακατωσούρα μου χαμογελάω. «Έλα ντε» λέει η κομμώτρια Α στη θεία και σκέφτομαι, είσαι γαμάτη, και ξαναχαμογελάω. Παπάρια είχε ακούσει και της απαντούσε άσχετα. Χαμπάρι η θεία, συνεχίζει: «ΑΣΕ ΜΕ ΣΟΥ ΛΕΩ ???????? ΟΛΗ ΜΕΡΑ?????? ΚΑΙ ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ ΑΥΤΟ ??????? ΟΧΙ ΡΕ ΟΧΙ ????? ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;» Και της λέει η κομμώτρια Α «Και συ τι της είπες;» Γαμάτη, γαμάτη, γαμάτη, σκέφτομαι και χαμογελάω με θέα τα βυζιά μου. Η άλλη τότε, η θεία ντε, πωρώθηκε με την καταπληκτική συζήτηση που είχαν και ήρθε κοντά η πουτάνα, στην άλλη καρέκλα. Τρεις το σύνολο. Στη μία η κομμώτρια Βου με την κυρία που καθαρίζει και το πιστολάκι, στην μεσαία εγώ και στην άλλη η θεία να μας λέει το πρόβλημά της. Κι αρχίζει δεύτερος γύρος, που δυστυχώς ακουγόταν καλύτερα αλλά έτσι κι αλλιώς ήταν ασυνάρτητος: «ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ; ΜΟΥ ΛΕΕΙ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΘΕ ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ, ΑΚΟΥΣ ΕΚΕΙ;» «Και κάθε πότε ήθελες;» τι ρωτάει πολύ σωστά η κομμώτρια Α. «ΚΑΘΕ 15 ΜΕΡΕΣ» λέει η θεία και μένω μαλάκας. Δε μπορούσα να γελάσω γιατί ανακατευόμουν και είχε κλείσει και ο λαιμός έτσι όπως έσκυβα τόση ώρα, αλλιώς θα σας έλεγα τι γέλιο θα έριχνα. Αυτό όλο συνεχίστηκε μέχρι να με τελειώσει η κομμώτρια Α και να φύγω. Έκανε και δυο διαλείμματα όσο με κούρευε, το ένα για να πληρώσει μια άλλη θεία και το άλλο για να δει μια κοπέλα που της έδειξε η κομμώτρια Βου στο δρόμο. Μέχρι κι εγώ γύρισα να δω γιατί της την δείχνει και αφού δεν πρόλαβα, γύρισα στην κομμώτρια Βου και μου λέει με νόημα: «Αυτή η κοπέλα, ντύνεται φοβερά!» Ήμαρτον, ξανασκέφτομαι, χαμογελάω και σκύβω το κεφάλι. Τελείωσε ο μαραθώνιος της ψαλίδας, ωραία τα μαλλάκια μου, σε κανά δυο μήνες, νέο επεισόδιο, ελπίζω να με θυμούνται. Όσο καλύτερα σε γνωρίζουν, τόσο καλύτερες μαλακίες ακούς και λες. ΧΑ!

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Τηλεγράφημα.

Έχει πέσει δουλειά-ΣΤΟΠ-Δεν προλαβαίνω να κλάσω-ΣΤΟΠ- Όχι κλάνω, δε λέω-ΣΤΟΠ- Δεν προλαβαίνω να κλάσω-ΣΤΟΠ- Ωχ αυτό το είπα-ΣΤΟΠ- Δεν προλαβαίνω να γράψω-ΣΤΟΠ- Να σας διαβάσω-ΣΤΟΠ- Γι' αυτό λυπηθείτε με και μη γράφετε-ΣΤΟΠ-Μετά θα μπαίνω στα μπλογκ σας-ΣΤΟΠ-και θα πρέπει να κάθομαι τρεις ώρες στον καθένα-ΣΤΟΠ-Λυπηθείτε με-ΣΤΟΠ-Μου έχουν συμβεί τέρατα αυτές τις μέρες-ΣΤΟΠ-Θα σας τα πω-ΣΤΟΠ-αναλυτικά-ΣΤΟΠ-Ξέρετε εσείς-ΣΤΟΠ-Μέχρι τότε κρατηθείτε και μην γράφετε-ΣΤΟΠ- Λυπηθείτε με-ΣΤΟΠ-Δεν προλαβαίνω και κουράζομαι-ΣΤΟΠ-Αλήθεια λέω, κουράζομαι πολύ-ΣΤΟΠ-Σαν απόδειξη σας δείχνω τι έφαγα σήμερα-ΣΤΟΠ-το μεσημέρι-ΣΤΟΠ-γιατί το βράδυ έφαγα κι άλλο-ΣΤΟΠ-Δείτε πόσο κουράζομαι-ΣΤΟΠ-Λυπηθείτε με-ΣΤΟΠ-Μη γράφετε-ΣΤΟΠ-Πεινάω-ΣΤΟΠ-Νυστάζω-ΣΤΟΠ-Δουλεύω-ΣΤΟΠ-Η δουλειά είναι δουλεία κι η τεμπελιά μαγεία-ΣΤΟΠ.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Η Κωλόγρια κάνει Κάμπινγκ, Μέρος 4ο και τελευταίο.

Αγαπητοί μου φίλοι γεια σας. Σήμερα θα πούμε για τα ζωύφια. Ωραίο το κάμπινγκ, δε λέω, αν έχεις ειδικά ένα βασιλικό στρώμα να κοιμάσαι ή τουλάχιστον μια ξαπλώστρα από την παραλία γαμώ τα λουκέτα τους, είναι μπερκέτι. Αλλά τα ζωύφια... αχ τα ζωύφια. Δεν έχω πρόβλημα με τα ζωύφια, ή μάλλον, δεν είχα πρόβλημα με τα ζωύφια μέχρι που απέκτησα. Και συγκεκριμένα με τα μυρμήγκια. Τα συγκεκριμένα μυρμήγκια του 2ου κάμπινγκ του νησιού, τα διακατείχε μια ιδιαίτερη επιμονή. Τολμώ να πω πως ήταν μανιασμένα με τη σκηνή μου. Φυσικά δεν ρώτησα τι γινόταν στις άλλες, αδιαφορώ ακόμα κι αν έφαγαν κάποιον άνθρωπο, αλλά με τη δική μου σκηνή γινόταν πόλεμος. Πάνω στις πόρτες -που λέει ο λόγος πόρτες- της σκηνής, περπατούσαν μιλιούνια μυρμήγκια. Γύρω στις 764 φορές την ημέρα, αν και εφόσον ήμουν τόσες φορές στο κάμπινγκ, γιατί ήρθε και ημέρα που πήγα να σαπίσω την ανιψιά στη χώρα αλλά πάλι ήταν απασχολημένη και δεν την πέτυχα τη σκατούλα, έβγαζα τα μυρμήγκια από την πόρτα της σκηνής. Όσο αυτά επέμεναν, αναρωτιόμουν, και αναρωτιέμαι ακόμα είναι η αλήθεια, αν κάποιος είχε αραιώσει ζάχαρη με νερό και είχε λούσει τη σκηνή μου. Γιατί το μέλι θα φαινόταν και είναι και ακριβό. Έκανα ό,τι μπορούσα να τα βγάλω από την πόρτα για να μην μπουν μέσα. Και μην αναρωτηθεί κανείς παρακαλώ αν υπήρχε κάτι φαγώσιμο μέσα στη σκηνή. Ω φίλοι μου, δεν είμαι ηλίθια, δεν είμαι γκράβαρο. Μόνο ένα μπουκάλι νερό υπήρχε να μην πεθάνω τη νύχτα βγάζοντας κόρυζα. Τα μυρμήγκια όμως, όντα πολύ επίμονα, νιώθοντας ίσως πως έρχεται το τέλος του καλοκαιριού και άρα η ανάγκη τους για εύρεση τροφής μεγάλωνε, έμπαιναν με κάποιο τρόπο και στη σκηνή. Ήταν πάρα πολύ μικρά, μα πάρα πολύ μικρά, και δεν ξέρω, χωρούσαν από τη σήτα, είχε κάποια τρύπα ο πάτος της σκηνής που δεν είχα δει, δεν ξέρω, πάντως αυτά έμπαιναν κατά συρροή. Στην αρχή ξεκίνησα να τα πιάνω όσο πιο μαλακά μπορούσα και να τα βγάζω έξω. Κατά το τέλος των διακοπών μου, είχαμε ανοίξει πόλεμο. Πλέον τα μισούσα. Ένιωθα να απειλούμαι. Μα δεν γινόταν αυτό. Μα γιατί να επιμένουν, σκεφτόμουν και τότε το κατάλαβα. Εκείνη την ημέρα που σηκώθηκα να πάω να κατουρήσω και βρήκα ένα μυρμήγκι μέσα στο βρακί μου, το κατάλαβα. Με θέλουν. Με ποθούν. Με γουστάρουν. They want sex baby. Βλέποντας το μυρμήγκι στο βρακί την ώρα που ήμουν μέσα στην τουαλέτα του κάμπινγκ που οι βρωμομούνες δεν λένε να καταλάβουν να πετάνε τα χαρτιά μέσα στο καλάθι και να χέζουν μέσα στη λεκάνη, έπαθα πλάκα. Αυτό δεν υπάρχει, σκέφτηκα με μίσος, πως τολμήσατε μικρά αόρατα τίποτα να κάνετε κάτι τέτοιο, θα σας αλλάξω τον αδόξαστο. Θα σας διαλύσω μικρά μιάσματα. Γύρισα πίσω, πήρα το οινόπνευμα και το έριξα καταρχάς πάνω στην πόρτα της σκηνής, δεύτερον στο πάτωμα της σκηνής, από μέσα ηλίθιοι, όχι στο χώμα, και την έπεσα χωρίς να με απασχολούν πια τα μυρμήγκια. Όχι, δεν έβαλα φωτιά, όλο μαλακίες σκέφτεστε. Την επόμενη μέρα, όλα ήταν πάλι εκεί. ΟΚ, σκέφτηκα, υπάρχει πρόβλημα. Είμαι τόσο λαχταριστή που με περιεργάζονται για να σκεφτούν πως θα με μεταφέρουν ολόκληρη στη σπηλιά τους για να με φάνε το χειμώνα. Στο σημείο αυτό ανατσουτσούρωσα ολάκερη.


Το υπόλοιπο των ημερών, έζησα μαζί τους. Ή μάλλον πέθαιναν μαζί μου. Φορώντας τσίγκινο σώβρακο, 3 σορτς και 2 παρεό και μέχρι να κοιμηθώ, ο δεξής δείκτης του χεριού μου, σκότωνε. Σκότωνε, σκότωνε, σκότωνε. Πάνω στην κοιλιά μου, πάνω στο χέρι μου, πάνω στο βιβλίο μου, πάνω δω, πάνω κει, ο δείκτης μου δε μάσαγε και μακέλευε. Έτσι εσείς, έτσι εγώ. Μα είστε ηλίθια. Τα ποντίκια στέλνουν έναν αντιπρόσωπο κι άμα δουν ότι υπάρχει πρόβλημα, δεν ξαναπατάνε. Εσείς τίποτα. Έχω σκοτώσει πόσα από σας, εκεί, έρχεστε. Ε, καλώς να ‘ρθείτε. Ο δείκτης μου σας περιμένει.


Αυτά με τα μυρμήγκια. Για τα κουνούπια σας είπα; Όχι ε; Δεν σας είπα την τρισμέγιστη μαλακία που έκανα. Μάλιστα. Έφυγα από την Αθήνα παίρνοντας μαζί μου μια κατασκευή αντικουνουπικού γιατί είμαι μάγκισσα και μόρτισσα και ντερμπεντέρισσα και δε θέλω σχόλια. Έβαλα σε γαλάκτωμα σώματος σταγόνες αιθέριου έλαιου που αντιπαθούν τα κουνούπια αλλά δεν υπολόγισα σωστά και έβαλα λιγότερο με αποτέλεσμα να βάζω την κρέμα, να μοσχοβολάω και να με τρώνε καλύτερα. Με γάμησαν. Με γάμησαν σας λέω, για ανεξήγητους λόγους, γάμησαν όλη τη δεξιά μου πλευρά. Από το μάγουλο μέχρι την πατούσα, όλη η δεξιά μου πλευρά είχε βούλες. Τι σκατά δεν μπορώ να καταλάβω. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, να κοιμόμουν περισσότερο στο αριστερό πλευρό μέσα στη σκηνή. Αλλά μέσα στο σκηνή είχα βάλει και αντικουνουπικά αυτοκόλλητα στα τοιχώματα, συν ότι πρόσεχα πάρα πολύ να μη μπει κάτι. Προφανώς δεν τα κατάφερνα γιατί τώρα θυμήθηκα ένα σκηνικό, που είμαι έξω από τη σκηνή, απόγευμα, έχει φως ακόμα, βλέπω ένα κουνούπι δίπλα μου, το διώχνω –να το σκοτώσω προσπάθησα αλλά έφυγε-, μπαίνω σε dt στη σκηνή και το κουνούπι ήταν στο ταβάνι. Μιλάμε για λαμόγια. Δεν ξέρω που γαντζώνονται ή πως μπαίνουν μαζί σου. Πάντως μπαίνουν. Άλλο αιματοκύλισμα από κει. Άνοιγα όλους τους φακούς που είχα, και σκότωνα ανελέητα. Γιατί που να κρυφτούν πια τα κουνούπια; Άσε που έκανα φοβερές κινήσεις με τα χέρια και ακόμα κι αν ήταν κάπου κρυμμένα, μετακινούνταν, τα έβλεπα και τους άλλαζα θρήσκευμα. Άρα, αν το σκεφτείς καλύτερα, που με τσιμπούσαν; Λοιπόν, ή έμπαιναν μαζί μου όταν πήγαινα ξημερώματα για κατούρημα που μετά δεν έχεις κουράγιο να πλακώνεσαι στο ξύλο με τη σκηνή και τα κουνούπια, ανοίγεις, βγαίνεις, κλείνεις, κατουράς, ανοίγεις, μπαίνεις, δυόμισι χιλιάδες κουνούπια μαζί σου, σε γαζώνουν, end of story. Αλλά αν δεν έμπαιναν εκεί, γιατί με γάζωναν έξω μόνο από τη δεξιά πλευρά; Δε θα μάθω ποτέ.


Και τώρα κάτι σημαντικό φίλες και φίλοι μου. Κάτι πραγματικά σημαντικό. Κάτι που μισούσα ιδιαίτερα και επειδή ο Μέρφυ είναι μεγάλη πουτάνα ως γνωστόν, το έζησα σε όλο του το μεγαλείο στις διακοπές μου. Είναι κάτι που δεν το έχω αναφέρει ξανά. Ω ναι. Υπάρχει κάτι που μισώ θανάσιμα και δεν το ξέρετε, νια νια, νια νια νια! Ας μην πλατειάζουμε, ήδη έχετε βαρεθεί αν και δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ που τα λέμε. Σάμπως πληρώνετε; Ή μήπως σας υποχρέωσε κανείς; Δεν σας αρέσει; Το μπούλο. Εδώ πλατειάζουμε.


Λοιπόν, τι σιχαίνομαι θανάσιμα και το έκαναν σχεδόν όλοι στις διακοπές; Το φλάπα-φλούπα της σαγιονάρας στη φτέρνα. Δεν υπάρχει πιο ξεφτίλα, πιο κατινιά, πιο γυφτιά, πιο αηδία, πιο μαλακία απ’ αυτό το πράγμα. Και αναρωτιέμαι. Γιατί το κάνουν σχεδόν όλοι; Προσπάθησα μια μέρα να το κάνω και πόνεσαν τα μπούτια μου. Δηλαδή το κάνουν όλοι για να γυμνάσουν τα μπούτια τους; Τώρα μιλάμε και για άντρες και για γυναίκες, τραγικό! Μήπως το κάνουν γιατί φοβούνται μην τους φύγει η σαγιονάρα; Γιατί; Με την όπισθεν πάνε; Αν είναι δυνατόν! Έλληνες και ξένοι, άντρες και γυναίκες, περνούσαν πάνω κάτω και να κάνουν φλάπα-φλούπα-φλάπα-φλούπα-φλάπα-φλούπα και να απομακρύνεται το φλάπα-φλούπα μέχρι να ξεκινήσει το επόμενο. Μα καλά. Ερώτηση. Που το έχουν δει αυτό και το έχουν κοπιάρει; Που; Έχει δει ποτέ κανείς κανένα μοντέλο σε επίδειξη μόδας να περπατάει σε χαμηλά παπούτσια με έξω τη φτέρνα και να κάνει φλάπα-φλούπα; Έχει δει κανείς στο Sex and the City την Κάρι να κάνει φλάπα-φλούπα; Έχει δει κανείς καμία από αυτές να κάνει φλάπα-φλούπα; Ήμαρτον σας λέω, σταματήστε να κάνετε φλάπα-φλούπα! Είναι να σα να σκαλίζετε τη μύτη σας δημόσια! Αηδία!!


Και τώρα θα μιλήσουμε για τους γείτονες. Τους μαλάκες που έρχονται πρώτη φορά, προφανώς, για κάμπινγκ και δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η σκηνή δεν είναι από τσιμέντο. Για παράδειγμα, είχα κάτι βλαχοέλληνες που μου ’ρθαν εκεί δίπλα και όσο ήταν έξω από τη σκηνή, μιλούσαν σιγά. Μόλις έμπαιναν μέσα, γκάριζαν. Ε βέβαια. Λογικό. Τους κάλυπταν τα τείχη της πόλης. Τι μαλάκες. Να μιλάει ο παπάρας στο κινητό και να ακούγονται όλα. Όλα τον πούστη, ούτε κόμμα δεν έχανες. Και το χειρότερο; Να μην έχει καλό σήμα: «ΝΑΙ ΠΗΓΑΜΕ ΕΚΕΙ ΚΑΝΑΜΕ ΑΥΤΟ, ΕΛΑ ΔΕ Σ’ ΑΚΟΥΩ, ΝΑΙ, ΝΑΙ, ΕΚΕΙ ΗΜΑΣΤΕ, ΕΚΕΙ, ΕΚΕΙ, ΕΚΕΙ, ΑΚΟΥΣ, ΕΚΕΙ»! ΣΤ' ΑΡΧΙΔΙΑ ΜΑΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑΑΑΑΑ!!!!


Αυτοί εντωμεταξύ που έρχονται πρώτη φορά, πέρα από το ότι δεν συνειδητοποιούν που βρίσκονται, έρχονται και απροετοίμαστοι. Παράδειγμα η ατάκα που άκουσα από την άσχετη του άσχετου δίπλα: «Ρούλη, δε βλέπω να ντυθώ! Πέτα μου έναν αναπτήρα!» Χαχαχαχαχαχαχαχα τέλειο! Ναι Ρούλη, πέτα της έναν αναπτήρα στη σκηνή και, σε παρακαλώ, μπορώ να έρθω με την κάμερα να παίρνω τη φλεγόμενη σκηνή; Χαχαχαχαχα ήμαρτον! Και πως θα ντυθεί δηλαδή αν κρατάει μέσα στη σκηνή έναν αναπτήρα; Τίποτα, μηδέν εις το πηλίκο. Και το «Ρούλης» είναι μεταφορικό. Αυτοί λοιπόν οι διπλανοί, έχουν ιστορία. Ναι, ναι, δεν είναι το θέμα το γκάρισμα και ο αναπτήρας. Είναι κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα. Αυτοί ήταν τύπου 3, 4 άτομα και είχαν 2 σκηνές. Η μία ήταν πιο κοντά μου από την άλλη. Επειδή είχαν φωνάξει μια δυο φορές στο κινητό, εμένα μου την είχαν σπάσει και τους είχα στη μπούκα, το καταλαβαίνετε. Σε κάποια φάση λοιπόν, που είμαι έξω από τη σκηνή και απλώνω στο σκοινί μου πετσέτες, μαγιό κλπ, ακούω ένα ήχο σκύλου μέσα από τη σκηνή τους, αυτή που ήταν πιο κοντά μου. Α, τους μαλάκες σκέφτομαι, έχουν το σκύλο εκεί μέσα, έχει λιώσει το ζώο και δεν το βγάζουν έξω! Τι μαλάκες! Μετά από λίγο παιδιά, βγήκε από μέσα μια χοντρόβλαχα! Μόνη της! ?????????????? Γουάτ δε φακ;;;; Γιατί έκανε σα σκύλος; Ποτέ δε θα μάθω! Όχι, δεν έκανε σεξ, ήταν μόνη της... αν αυνανιζόταν δεν το ξέρω κι ούτε θέλω να το μάθω. Εγώ απλώς άκουσα ήχο σκύλου που ζεσταίνεται. Ακόμα κάτι που θα μπει στο παγκόσμιο βιβλίο απορίας.


Και τώρα η επιστροφή μου. Έχετε ήδη κουραστεί και το καταλαβαίνω. Αλλά δε με νοιάζει. Προκειμένου να τελειώσω στο 4ο μέρος, θα γράφω μέχρι αύριο.


Μάζεψα τη σκηνή, μου έφυγε ο κώλος. Και σα να είχαν ψηλώσει τα πράγματα, δε χωρούσαν πια στην μικροσκοπική μου τσαντούλα. Έσπρωχνα, έσπρωχνα, έσπρωχνα, άρχισε να σκίζεται το φερμουάρ, δε με ένοιαζε, εγώ τα έβαλα. Πάω ρεσεψιόν πληρώνω, μου σκάει φλας και ρωτάω πότε θα φύγει το πουλμανάκι του κάμπινγκ. Το ίδιο πουλμανάκι με είχε ξαναπάρει με άλλους τουρίστες πριν λίγες μέρες που κατέβηκα στην πόλη. Οπότε τώρα ειδικά που είχα τα πράγματα, θα ήταν κούκλα η Μαρίτσα. «Τώρα φεύγει.. ή το μπλε ή το κόκκινο» μου λέει το κοριτσάκι στη ρεσεψιόν και γω την κοιτάω σκεπτόμενη τι εννοείς, να κουβαλάω τα πράγματα μέχρι εκεί και να μπαινοβγαίνω από το ένα στο άλλο μέχρι να έρθει ο οδηγός; Κι αν τελικά δε φύγει; Συν ότι την προηγούμενη φορά που μας είχε πάρει, μας είχε μαζέψει από την πύλη. Οπότε, της λέω ευχαριστώ και πάω στην πύλη. Είτε περάσει λεωφορείο της γραμμής είτε αυτός, η πύλη ήταν η λύση. Περιμένω εκεί και μετά από ελάχιστα λεπτά, ενώ χαζεύω, βλέπω το λεωφοριάκι το κάμπινγκ να έρχεται. Σταματάει μέσα από την πύλη και μιλάει με κάποιον. Κάτσε να πάω να ρωτήσω, σκέφτομαι. Αμολάω τα πράγματα και πάω. Κοντοζυγώνω στο παράθυρο. Εδώ βάζω παρένθεση: επειδή έμοιαζα με ξένη, σχεδόν όλοι μου μιλούσαν αγγλικά. Κλείνει η παρένθεση. Παραθέτω το διάλογο:


ΟΔΗΓΟΣ: ΡΓΜΔΕΜΠΡΝΣΜΕΣΤΤ!

ΕΓΩ: (Τι είπε τώρα ο πούστης!) Ελληνίδα είμαι.

ΟΔΗΓΟΣ: Ελλνκά μλάου!!

ΕΓΩ: «Εεε.. μήπως πάτε στο λιμάνι;

ΟΔΗΓΟΣ: Στ λμν πάου γμτ μ στματάτε τούρ τ θα κάν μ’ όλς αυτς; Τους ωρ είμ μσ! (Μετάφραση γιατί σας λυπάμαι: στο λιμάνι πάω γαμώτο γιατί με σταματάτε τώρα τι θα κάνω εγώ με όλους αυτούς; Τόση ώρα είμαι μέσα!)

ΕΓΩ: (προσπαθώντας να καταλάβω και έχοντας καταλάβει και σκεπτόμενη γιατί χτυπιέται αφού και την άλλη φορά από κει μας είχε πάρει όλους λέω την καταπληκτική ατάκα) Και τώρα;

ΟΔΗΓΟΣ: Άμ εισ μον έλ γργρ έλ έλ! Απγρετ να καθμ εδ! (Μετάφραση: Άμα είσαι μόνη έλα γρήγορα έλα έλα! Απαγορεύεται να κάθομαι εδώ!)

ΕΓΩ: (Τι απαγορεύεται και μαλακίες; Αφού από δω μας είχε πάρει!) Μόνη είμαι! Μισό λεπτό να πάρω τα πράγματα!


Τρέχω, παίρνω τα πράγματα, ανοίγω πόρτα, πετάω πράγματα, μπουκάρω με βουτιά μέσα, κλείνω πόρτα, σπινιάρει, πετάμε χώμα σε όλους τους άλλους τουρίστες, φεύγουμε. Μόνη μέσα στο βανάκι, ταξίδευα για τη χώρα. Ναι, μπορεί ο Μέρφυ να μου την μπαίνει, αλλά ο Θεός είναι τεράστιος. Ο οδηγός είχε τύψεις που είχε φύγει, μου ’λεγε: «Γμτ άφης τ παιδ κ εκεινη η κουπλ του πρω τν ειχ παρ παλι αλλ απαγρεται ν στ ματ εκ τ ν κν ρ γαμτ» (Μετάφραση: «Γαμώτο άφησα τα παιδιά κι εκείνη η κοπέλα το πρωί την είχα πάρει πάλι θα με είδε αλλά απαγορεύεται να σταματάω εκεί τι να κάνω ρε γαμώτο»). Εγώ πάντως ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τους έριξε κλάσιμο, αφού, ξαναλέω, από το ίδιο σημείο τους είχε ξαναμαζέψει, ίσως εκείνη η φορά ήταν η τελευταία και ορκίστηκε να μην το ξανακάνει, αλλά να που το ξανάκανε, μπορεί να έβαλε μόνο εμένα μέσα αλλά το ξανάκανε, τώρα θα τον τρώνε οι τύψεις και δε θα μπορεί να κοιμηθεί, ωωωωϊμέ στυγνέ δαίμων!!! Στο σημείο αυτό σταμάτησα να τον ακούω γιατί ήδη με είχαν περικυκλώσει οι σκέψεις και οι θύμησες και όντας μόνη μέσα στο βανάκι, αισθάνθηκα μια χλιδή, ας ήμουν μέσα στη βρώμα για ακόμα μία φορά, θυμήθηκα τότε, που ήμουν Ρώμη, πριν καμιά 10ριά χρόνια και ήταν να επιστρέψω Ελλάδα, μόνη ήμουν πάλι, πάω αεροδρόμιο, περιμένω, με την ΤΗΑΙ πετούσα τότε, μεγάλα χλιδάτα αεροπλάνα, περιμένω στην αίθουσα αναμονής, κανένας. Ποιος ξέρει, σκεφτόμουν. Μπορεί να έχει κι άλλη αίθουσα ή μπορεί όλοι να είναι αλλού. Έρχεται η ώρα επιβίβασης, σκάει το λεωφορείο που σε πάει στο αεροπλάνο, κανένας. Μπαίνω μέσα, περιμένει ο οδηγός του λεωφορείου, με κοιτάει από τον καθρέφτη μετά από 2-3 λεπτά, τον κοιτάω, σηκώνει τους ώμους, κατεβάζει την εφημερίδα που διάβαζε, βάζει μπροστά και με πάει στο αεροπλάνο. Εκεί, περιμένουν οι αεροσυνοδοί, με καλοσωρίζουν, ανεβαίνω στο αεροπλάνο και όλο, μα όλο, γύρισε και με κοίταζε. Όλοι αυτοί, είχαν έρθει από Ινδονησία, Ταϊλάνδη, είχαν κάνει στάση μίας ώρας στη Ρώμη να πάρουν κόσμο και τελικά πήραν μόνο εμένα. Καταπληκτικό; Ούτε η Σοφία Λώρεν δεν έχει αισθανθεί έτσι, περιττό να σας το πω. Πώς έτυχε τώρα αυτό, εκείνη την ημέρα να ταξιδέψει με αυτή την πτήση ένας και μοναδικός άνθρωπος, δηλαδή εγώ, δεν ξέρω. Άσε που με γλυκοκοίταζαν κάτι πάμπλουτοι γέροι τότε. Τι χαζή. Λίγο παραμύθι, στη χλιδή θα ζούσα. Σε παλάτια! Τις σκέψεις μου διέκοψε η ταχύτητα του οδηγού στο βαν του νησιού. Ο άνθρωπος χεζόταν, δεν εξηγείται διαφορετικά. Γιατί το καράβι ήθελε καμιά ώρα να έρθει ακόμα και αυτός έτρεχε σα δαιμονισμένος. Κρατιόμουν με χέρια και με πόδια από παντού, κοιτούσα και τα πράγματα μη φύγει καμιά τσάντα και ανοίξει σαν καρπούζι και γίνουν όλα πουτάνα και χτυπιόμουν πέρα δώθε λες και ήμουν στο Ταψί του Λούνα Παρκ. Ήμαρτον δηλαδή, ρε μεγάλε, δε μπορεί κανείς να σκεφτεί με την ησυχία του;! Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε στην πόλη, με αμόλησε κοντά στην ανιψιά γιατί εγώ έφευγα το απόγευμα, πήγα, ντερλίκωσα, έφαγα παγωτά, ξάπλωσα, ξεμαλλιαστήκαμε με το μικρό, πήγα στο καράβι, εκτός από την κολλητή που ήταν μαζί μου, κατά τύχη ταξίδευε κι άλλη κολλητή μου με το ίδιο καράβι για Αθήνα, άκου τώρα, που μάλιστα μένει πολύ κοντά μου, οπότε θα παίρναμε μαζί ταξί, τι καλά, πάρ’ τα Μέρφυ, ευχαριστώ Θεέ μου, είχα θέση VIP όχι γιατί είμαι χλιδάτη, αλλά γιατί δε βρήκα άλλη, αχ, τι ωραία που ήταν εκεί, όλοι πατείς με πατώ σε και γω χλιδή! Πήραμε ταξί με τη νέα κολλητή, κι ο ταρίφας, άλλος δαιμονισμένος από κει. Έκανε μια απόσταση 20 χιλιομέτρων σε 12 λεπτά με κίνηση. Ο χάρος κάλπαζε δίπλα μας με το μαύρο του άλογο αλλά εγώ του έκανα κωλοδάχτυλα και του πετούσα βελάκια γιατί αν δεν το έκανα αυτό, μπορεί να μας έπαιρνε και θα ήταν μαλακία τώρα να έχω πάει σε τόσα μέρη και να πεθάνω στην Αθήνα από μαλάκα ταρίφα.


Έφτασα, είμαι δω και τρέχω σα μαλάκας. Πλας, κάτι μουνιά πήρανε ένα σκύλο που μας έχει πρήξει τα αρχίδια στο γαύγισμα. Άει σιχτίρ κωλάθρωποι. Θέλω λεφτά να ξαναφύγω. Θα ανοίξω ένα λογαριασμό να μου βάλετε ό,τι θέλει ο καθένας. Σας υπόσχομαι, όσοι μου βάλετε, να σας φέρω ένα δωράκι από κει που θα πάω, αν ξαναγυρίσω.


Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

Η Κωλόγρια κάνει κάμπινγκ, Μέρος 3ο.

(Να ρωτήσω κάτι πριν αρχίσω;; Γιατί λυσσάτε να τελειώσει; Γουστάρετε περισσότερο τα ποστ που λένε ότι βαριέμαι και με ενοχλεί ο θόρυβος; Και στο κάτω-κάτω, τι θέλατε να γράψω; «Πήγα στο κάμπινγκ, ωραία ήταν, ταλαιπωρήθηκα λίγο στην αρχή, αλλά μετά εντάξει, καλά πέρασα, δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο και μετά από μια βδομάδα γύρισα». Ορίστε λοιπόν, έτσι πέρασα στις διακοπές μου. Όποιος είναι ικανοποιημένος μ’ αυτό, να μη διαβάσει παρακάτω και να ξανάρθει όταν θα έχω ποστ που λέει ότι βαριέμαι και με ενοχλεί κάποιος θόρυβος. Λαμόγια. Πόρνες όλοι σας. Θα σας γαμήσω στη λεπτομέρεια. Μέχρι και τι χρώμα φερμουάρ είχε η τσέπη στο σορτς του βρωμίλου που σέρβιρε στην ταβέρνα θα περιγράψω. Έτσι, θα χιονίζει και γω θα μιλάω για παραλία. Για να μάθετε).

Εκείνη τη δεύτερη μέρα της ταλαιπωρίας το βράδυ, αποφάσισα ότι θέλω να κάνω κάτι γιατί δεν είχα κάνει και τίποτα όλη μέρα (Γουάτ δε φακ, πας καλά κοριτσάκι μου;) Κουρδίζομαι, σκέφτομαι, πάω ρεσεψιόν, ρωτάω για το πρόγραμμα του σινεμά, μου το δείχνουν, παίζει μια ταινία που δεν έχω δει, ευτυχώς γιατί φέτος το καλοκαίρι έχω δει τα πάντα παντού και κινάω για την πόλη. Αλύγιστη η Κωλόγρια! Πάω κάμπινγκ, κάνω μπάνιο, ντύνομαι, περιμένω λεωφορείο, έρχεται, πάω θερινό, έχω φτάσει νωρίς, κανένα πρόβλημα, πάω σουβλατζίδικο, χτυπάω 2 σούβλακους 4χ4 ο καθένας, πάω σούπερ μάρκετ απέναντι, παίρνω κρύο τσάι, πάω σινεμά, κάθομαι και βλέπω κωμωδία. Κακάριζα σαν κότα, είδα το Get Smart, μία αμερικάνικη κωμωδία απ’ αυτές που κακαρίζω σαν κότα... βέβαια, ήταν μια ξένη πίσω μου που πρέπει να ήταν εντελώς ηλίθια γιατί σε κάτι άθλια αστεία του κώλου που τα είχαν βάλει για να γελάσει κανένα παιδάκι που έχει δει 2-3 ταινίες σε όλη του τη ζωή, αυτή η ηλίθια ξένη, έκανε Όου! και κακάριζε. Και καλά είχε ξαφνιαστεί από τη σαβούρα που έτρωγε ο ήρωας και γελούσε που είχε χτυπήσει τη μύτη του. Τέλος πάντων, τελειώνει η ταινία, περιμένω λεωφορείο, έρχεται, είναι πίτα, κρέμονται από τα παράθυρα. Το βλέπω, φρικάρω. Αλλά τι να κάνω; Είχε έρθει μέσα σε 5 λεπτά, να περίμενα άλλα 20 μπας και βρω το επόμενο άδειο; Δεν υπήρχε. Μπαίνω και για καλή μου τύχη, βλέπω τον ίδιο οδηγό που με είχε μαζέψει το πρωί που έκανα τη μετακόμιση. Με χαιρετάει, «εσύ δεν είσαι που άλλαξες κάμπινγκ;» μου λέει, κοίτα πως τα ξέρουν όλα όλοι, σκέφτομαι, του λέω «ναι», «Κάτσε δω» μου λέει και κάνει έτσι και κατεβάζει τη θέση που είναι δίπλα του, τύπου συνοδηγός. Καύλα. Με μίσησαν καμιά 750αριά πατικωμένοι άνθρωποι αλλά τι να κάνουμε ρε παιδιά; Έχω ταλαιπωρηθεί πολύ σήμερα και με λυπήθηκε ο Θεός. Λέμε καμιά μαλακία στη διαδρομή με τον οδηγό, κουτσομπολεύουμε κάτι γριές, κάτι χοντρές και κάτι ηλίθιους που δεν ήξεραν να οδηγούν και μ’ αυτά και μ’ άλλα, φτάνουμε. Κατεβαίνω, του λέω «σ’ ευχαριστώ πολύ, καλή συνέχεια!» και μπαίνω στο κάμπινγκ. Διαπιστώνω ότι οι δύο φύλακες όντως είναι στην πόρτα και αυτό μ’ ευχαριστεί καθότι σε περίπτωση φασαρίας θα έτρεχα κοντά τους σαν κοριτσόπουλο που του πήραν το γλειφιτζούρι, χαμογελάω και προχωράω προς το κατούρημα, τη σκηνή, το βιβλίο και τον ύπνο.

Πόνος, πόνος, πόνος μέχρι να βολευτώ. Βάλε και την κούραση, καμία σωτηρία. Σκέφτομαι πως πρέπει οπωσδήποτε να πάρω ένα υπόστρωμα, κάτι, γιατί δε θα τη βγάλω καθαρή τόσες μέρες. Και συγχύζομαι. Γιατί τα λεφτά μου είναι ελάχιστα συν ότι κάνω τις ίδιες μαλακίες πάντα. Δεν παίρνω μαζί μου κάτι που χρειάζομαι, το αγοράζω στις διακοπές και μετά το φέρνω μαζί μου σπίτι να κάνει παρέα με τα 85 προηγούμενα ίδια με αυτό. Την έκανες τη μαλακία σου σκέφτομαι, τώρα ή παίρνεις υπόστρωμα ή μένεις ανάπηρη και κάπου κει κοιμήθηκα.

Κάποια φάση τη νύχτα, κάτι με ενόχλησε. Κάτι πολύ ενοχλητικό με ενόχλησε. Κι ο ύπνος ήταν βαρύς και όχι, Θεέ μου, δεν ήθελα να ξυπνήσω, εδώ απορροφούσα τα κάτουρα, δεν ήθελα να ξυπνήσω γιατί με τόσους πόνους, άντε να ξαναβολευτώ. Αλλά κάτι ήταν τόσο ενοχλητικό που μου γαμούσε τον ύπνο, τον ξύπνιο και το μουνί που τους τίναζε, συγνώμη για την έκφραση. Τι ήταν αυτό; Τα πασαλάκια που κάρφωναν κάτι μουνιά που είχαν έρθει μέσα στη νύχτα. Πόσα πασαλάκια κάρφωναν ρε πούστη; Κάρφωναν τόσα πολλά και τόση πολλή ώρα που είχες την εντύπωση ότι βγαίνοντας από τη σκηνή θα έβλεπες τη Βουλή όρθια να στηρίζεται σε πασαλάκια. Που να τους γαμηθεί το σπίτι και τα πασαλάκια να τους μπούνε στον κώλο ένα-ένα γαμώ την ψυχή τους τη μαύρη και την ασέβειά τους νυχτιάτικο. Τι καρφώνεις ρε πούστη τόσα πασαλάκια, σε τυφώνα είσαι ρε μαλάκα ηλίθιε; Νύχτα είναι ρε σκατόπουστα, μωρή αδερφή κραγμένη, ρε σκατομαλάκα ξεκωλιάρη, δε θα μπεις στη μπουρδελοσκηνή να γαμοκοιμηθείς που να σου γαμηθεί ο κώλος, που θα πάει η σκηνή ρε μαλάκα με σένα μέσα; Θα σε σηκώσει ο ανύπαρκτος αέρας των Ιμαλαΐων, του Τσουνάμι και του Τυφώνα Κατρίνα στις Κυκλάδες; Δεν μπορείς να τη στήσεις ρε μαλάκα ξεκωλιάρη γαμημένε, να μπεις μέσα να νεκρωθείς και το πρωί την καρφώνεις μαζί με τα άντερά σου για να έχει ελαστικότητα σε περίπτωση τσουναμιού και τυφώνα; Δε μπορούσε ο πούστης κυρίες και κύριοι και κάρφωνε, κάρφωνε, κάρφωνε όλη νύχτα ο γαμημένος και κει γύρω στις 4 (γιατί άνοιξα το κινητό την ώρα που άρχισε και ήταν 1 τη νύχτα και το ξανάνοιξα κατά τις 3 που συνέχιζε το τάκα-τάκα ο μαλάκας) χαλάρωσε και νεκρώθηκε. Παράλληλα -φυσικά- με το τάκα-τάκα του μαλάκα, -γιατί ποτέ δεν φτάνει ένα γεγονός από μόνο του να σε συγχύσει- ήρθε κι ένα ζουζούνι γύρω στα 2, 2μιση κιλά να εγκλωβιστεί μεταξύ της σκηνής και του καλύμματος της σκηνής και να ζουζουνίζει ανά 5 λεπτά ακριβώς τη στιγμή που σε έπαιρνε ο ύπνος. Θα πεθάνεις ρε πούστικο να τελειώνουμε; σκεφτόμουν, γιατί ούτε λόγος 2 τη νύχτα να ανοίξω φερμουάρ, βγω έξω, παλέψω με σκηνές και τέντες γιατί ήταν σίγουρο ότι θα έμπαινε μέσα στη σκηνή και τότε θα έπρεπε εγώ να κοιμηθώ έξω. Οπότε κοιμήθηκα με τάκα-τάκα και ζζζ-ζζζ. Και τι άλλο να έκανα; Να πήγαινα στους φύλακες και να τους έλεγα ότι κάτι τύποι καρφώνουν τα πασαλάκια της σκηνής τους κι ένα ζουζούνι έχει εγκλωβιστεί στη δική μου σκηνή; Ακόμα κι αν το έκανα, ακόμα κι αν έρχονταν, έτσι, για το Μέρφυ ρε γαμώτο, είμαι σίγουρη πως και τα πασαλάκια θα είχαν σταματήσει να καρφώνουν και το ζουζούνι θα είχε φύγει-πεθάνει. Οπότε είπα, δε γαμιέται; Διακοπές είμαι. Δε θα μου τη χαλάσει κανείς που να τους γαμηθεί το σπίτι. (Παρένθεση: αυτά τα αρχίδια που κάρφωναν, είδα μετά ότι ήταν Ιταλοί. Και λεχρίτες. Όλα τους τα πράγματα τα είχαν έξω από τη σκηνή).

Όλες αυτές τις μέρες, 3 τον αριθμό, μέχρι εκείνη την ώρα με τα πασαλάκια που συζητάμε, δεν είχα χέσει. Τραγική η κατάσταση. Εγώ. Δεν είχα χέσει. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Κι όμως. Κάτι με είχε εμποδίσει. Κάτι με είχε εγκλωβίσει. Κάτι με είχε στουμπώσει. Κάτι με είχε σταματήσει. Κάτι είχε γίνει κι εγώ είχα να χέσω 3 ολόκληρες μέρες. Για άλλους ανθρώπους, αυτό είναι πολύ φυσιολογικό και το ξέρω. Για μένα όμως όχι. Άλλοι για παράδειγμα όταν αλλάζουν μέρος, τόπο, χώρο, ώρα κλπ, τους κόβεται, τους αλλάζει, επηρεάζεται ο οργανισμός τους ρε παιδί μου, πως το λένε. Εγώ απ’ την άλλη, είμαι ο τύπος που όταν πάμε ταξίδι, ακόμα και υπερατλαντικό, είμαι η πρώτη που θα πω, άντε ρε μαλάκες να πάμε στο δωμάτιο, θέλω να χέσω! Με πιάνετε. Το κακό λοιπόν σε αυτή την περίπτωση (που δεν έκανα τα κακά μου για 3 ολόκληρες μέρες) ήταν ότι φοβόμουν πως όταν έρθει η ώρα να κλάσω, θα καούν σπαρτά.

Και δυστυχώς ήρθε αυτή η ώρα. Δεν έχει σημασία τι έγινε τις υπόλοιπες μέρες των διακοπών μου γιατί δε έγινε και τίποτα πέρα από θάλασσες, ήλιους, άμμο, καφέδες, σάντουιτς, μπύρες, διάβασμα. Δηλαδή όλο και κάτι έγινε αλλά το σημαντικότερο ήταν η κλανιά. Ή μάλλον, Η Κλανιά.

Η Κλανιά, φίλες και φίλοι δεν ήταν μια απλή κλανιά, ήταν η Ψυτάλλεια σε μορφή αέρα. Ήταν η χωματερή Άνω Λιοσίων σε μορφή σύννεφου. Ήταν η χολέρα σε αόρατη μορφή. Ήταν η αρρώστια η ίδια. Και το ήξερα. Το ήξερα πως αν δεν κάνω κακά να νιώσω καλά, θα κλάνω τόσο βρωμερά που κι εγώ δεν ξέρω μέχρι που θα φτάσει η βρώμα. Μέχρι την Τήνο; Μέχρι τη Σαμοθράκη; Μέχρι την Αθήνα; Μέχρι την Ιταλία; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι την τρίτη μέρα αχεσίας, ξεκίνησα να κλάνω.

Και ναι, φυσικά, η πρώτη κλανιά ήρθε μέσα στη σκηνή. Την ώρα που οι πόνοι του σώματός μου ήταν τόσο ισχυροί που αδυνατούσα να κουνηθώ. Την ώρα που είχα κλείσει φερμουάρ, είχα σκοτώσει κουνούπια, είχα κλείσει φώτα, είχα βολευτεί στο sleeping bag του πόνου. Ήρθε και δεν ψυλλιάστηκα. Ήμουν χαλαρή βλέπεις. Προσπαθούσα να κοιμηθώ. Είχα ξεχάσει ότι δεν είχα επισκεφτεί την τουαλέτα για μεγάλη κατάθεση. Και την αφήνω. Ω Θεοί. Σπαρταρούσα όπως σπαρταράει το ψάρι στη στεριά. Ανακάτωσα όλα μου τα ρούχα. Τα έφερα με λύσσα στη μύτη μου και τα έσφιγγα με πάθος μα η βρώμα της κλανιάς πράσινη σαν ζήλια, τρύπωνε στη μύτη, στα μάτια, στους πόρους του κορμιού μου θέλοντας να ξαναμπεί στο σώμα μου με όλη της τη δύναμη. Κόντεψα να πεθάνω. Ανάσκελα, να μην μπορώ να κουνηθώ επειδή πονούσα, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, το ένα χέρι να σφίγγει τα ρούχα στη μύτη και το στόμα και το άλλο σφιγμένο γροθιά να βαράει το πάτωμα. Μιλάμε για σκατίλα, όχι μαλακίες. 20 κουράδες σκυλιών και βάλε, μέσα στη σκηνή μου. Με κλειστές τις πόρτες. Ναι, έχει παραθυράκια αλλά τι να σου κλάσουν; Εγώ τα έκλασα και βούλωσαν κι αυτά. Και τι; Να σηκωθώ να πάω που; Να βγω έξω; Έξω περίμεναν όλα τα κουνούπια του κάμπινγκ με το ρολόι στο μικροσκοπικό χέρι τους και τα δάχτυλά τους να χτυπάνε τον τοίχο της σκηνής μου με ανυπομονησία για το πότε επιτέλους θα ανοίξω. Και με τι δυνάμεις να σηκωθώ; Οι πόνοι με έσφαζαν. Όσο για το πράσινο νέφος της βρώμας, τι να πω; Ύπουλο, με μάτια κόκκινα σαν φωτιές και ένα στόμα με ένα μισητό χαμόγελο που έσταζε κολλώδη σάλιο, να με περιμένει να κάνω μία κίνηση. Μία κίνηση ήταν αρκετή για να προλάβει και να με ρουφήξει. Και δεν κουνήθηκα. Περίμενα να φύγει. Ώρες ατελείωτες.

Αυτή ήταν η πρώτη κλανιά. Και μετά απ’ αυτή, όλες όσες μου έρχονταν περνούσαν από εξέταση. Λογικό. Όσο και να ρωτήσεις όμως μια κλανιά, ποτέ δε θα σου πει την αλήθεια. «Είσαι βρωμερή;» τη ρωτάς. «Όχι και πολύ» σου λέει. «Είσαι βροντερή;» τη ρωτάς; «Όχι μωρέ» σου λέει. Κι έτσι, κάθε που μου ερχόταν να κλάσω, ό,τι και να έκανα, σοβάρευα, έστρεφα την προσοχή μου προς τα μένα, κατέβαζα το κεφάλι και συζητούσα μαζί της. Αλλά όσο και να συζητούσα, ό,τι και να μου έλεγε η κλανιά, μετά από εκείνη την πρώτη τη θανατηφόρα, τις πρόσεχα όλες. Εννοείται φυσικά πως από τη πρώτη κλανιά και πέρα, έκλανα πάση θυσία μόνο σε εξωτερικούς χώρους. Αν ήμουν, για παράδειγμα, μέσα στη θάλασσα, άρχιζα να κολυμπάω με λύσσα πάνω κάτω και να χτυπάω τα χέρια μου στο νερό γιατί όταν έκλανα, οι φουσκάλες ήταν τόσο μεγάλες που θα νόμιζαν οι άνθρωποι ότι πατάω κανέναν με το πόδι και τον πνίγω. Όταν ήμουν στην παραλία μόνη και είχα μουσική στα αυτιά, έκλεινα τη μουσική, έβγαζα το ένα τουλάχιστον ακουστικό και άρχιζα να την αμολάω σιγά-σιγά κοιτώντας γύρω-γύρω με τρομερή ταχύτητα να δω αν με κοιτάει κανείς να δυσκολεύομαι. Αν ήμουν με παρέα στην παραλία, έλεγα συγνώμη, σηκωνόμουν και καλά να πετάξω κάτι ή να πάω μια βόλτα κι έκλανα περπατώντας. Σε μπαρ, αν είχε δυνατά μουσική, έκλανα με όλη μου τη δύναμη και πάει λέγοντας.

Οι μέρες περνούσαν και οι κουράδες δεν έλεγαν να φανούν. Αποτέλεσμα; Οι κλανιές γιγαντώνονταν, γίνονταν πιο αυθάδεις, πιο εριστικές, πιο αναρχικές, πιο σιχαμένες. Μέχρι ένα σημείο, είχα καταφέρει να κρύβω τέλεια τις κλανιές μου από καθαρή κωλοφαρδία. Γιατί όσο και να το παλεύεις, είναι και αυτές οι κλανιές οι αρρωστημένες, οι ύπουλες, που πετάγονται σα να σου πίεσε κάποιος την κοιλιά με δύναμη εκεί που κοιμάσαι και μ’ αυτές, δε σώζεσαι, δεν μπορείς να είσαι προετοιμασμένος. Έτσι, έχοντας φανεί πραγματικά τυχερή σε φάσεις που κανονικά δε θα σωζόμουν με τίποτα, την ώρα π.χ. που θα έκλανα κάποιος έβαζε τέντα μουσική, κάποιο μωρό θα ούρλιαζε, κάποιο λεωφορείο θα περνούσε και θα κόρναρε, ήταν όλο το σετ πολύ πετυχημένο. Μια φάση όμως, είμαι με την κολλητή στο μπαράκι. Θα είναι και πέμπτη μέρα αχεσίας μη σας πω. Και μου ’ρχεται. Η συνέχεια σε διάλογο:

(Έχει προηγηθεί κουβέντα για ρούχα και συνεχίζουμε)

ΚΩΛΟΓΡΙΑ: (μου ‘ρχεται κλανιά) ...Εεε... ναι ε; Έλα ρε μαλάκα, και πόσο έκανε; (δεν αντέχω, είναι αρκετά δυνατά η μουσική;)
ΚΟΛΛΗΤΗ: Τσάμπα ρε συ, 40 ευρώ σου λέω, και ήταν γαμάτη!
ΚΩΛ: (θα την αφήσω, δε μπορώ θα σκάσω) 40 ευρώ; Έλα ρε μαλάκα; Από 200; Τι σκατά έκπτωση ήταν αυτή; (την αφήνω, θα σκάσω .....)
ΚΟΛ: Άσε μαλάκα, είχε τρελαθεί ο άνθρωπος, τα έδινε όλα τζάμπα! Εσύ είχες πάει εκεί καθόλου;
ΚΩΛ: ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!!!!
ΚΟΛ:....
ΚΩΛ: (πω πω πουτάνα κλανιά ήσουν τεράστια με κοιτάει το σύμπαν, ας το παίξω άνετη) Χαχαχα! Καλό ε;;;
ΚΟΛ: Ποιο; Πήρες κάτι;
ΚΩΛ: (μαλάκα, δεν την άκουσε! Μα πως γίνεται;;!!) Εεεε... Όχι! Λέω καλό, καλή φάση η φούστα, όχι δεν είχα πάει καθόλου!

Και για να μην σας τα πολυλογώ, μιας και δεν είχε ακούσει τη βροντή, άφησα άλλες διακόσιες. Και ποτέ δεν γύρισα να κοιτάξω τις κυρίες που κάθονταν από πίσω μου γιατί είμαι σίγουρη πως αν δεν τους είχε καταστραφεί το μαλλί, θα έμοιαζαν να τις έχει καπνίσει εξάτμιση τριαξονικής νταλίκας. Την άλλη μέρα κάτι έκανα (σε κακά εννοώ) αλλά οι κλανιές συνεχίστηκαν μέχρι που γύρισα Αθήνα και ησύχασα.

Στο 4ο μέρος, μερικοί γείτονες, μερικά μαμούνια, σχόλια και η επιστροφή.... εεε... όχι, όχι, έχει και 5ο κι 6ο και 85ο. Μέχρι του χρόνου το καλοκαίρι για τις διακοπές μου αυτές θα λέω.