Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Επιστροφή στην Κόλαση.

1. Είναι ωραία εδώ στο Μάαστριτ. Ξυρίζει λίγο το κρύο αλλά έχει ήλιο, ναι, απ’ αυτό που έχουμε μπόλικο στην Ελλάδα, και είναι όνειρο. Περνάω πολύ ωραία και μόνη έχω να σας πω. Κάνω ό,τι είναι απαραίτητο και τη βρίσκω με τη disco. Προχτές το βράδυ για παράδειγμα, άκουγα μουσική τέρμα, μαγείρευα αρακά, χόρευα, σκούπισα όλο το σπίτι, ξάπλωνα στον καναπέ, βαρούσα παλαμάκια και γελούσα μόνη μου. Ο καημένος ο κολλητός μοχθούσε στη ακαδημία κι εγώ... Dolce Vita. Αίσχος.

2. Μια ωραία μέρα περπατούσαμε με τον κολλητό στα στενά του Μάαστριχτ. Εγώ έχω μείνει πίσω. Ως συνήθως. Εγώ είμαι ο γιαπωνέζος, κάθε μισό μέτρο σταματάω και βγάζω φωτογραφίες και ο άλλος προχωράει κάνα χιλιόμετρο και μετά εγώ τρέχω. Στάνταρ. Και το χειρότερο του όταν τρέχω είναι το ότι φοράω ένα μπουφάν πάπλωμα, μακρύ, το οποίο το κλείνω μέχρι κάτω με αποτέλεσμα να μην ανοίγουν τα πόδια τόσο όσο να τρέξεις σωστά, με αποτέλεσμα να τρέχω σαν γκέισα. Είμαι λοιπόν στη φάση του έχω μείνει πίσω και φωτογραφίζω Αλλά εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που θέλω να σας αφηγηθώ, έχω τελειώσει τη φωτογράφηση και την έχω δει θεριακλού και καπνίζω. Τελειώνω το κάπνισμα, ο κολλητός έχει προηγηθεί καμιά 50ριά μέτρα, καλή απόσταση, τον έχω, δε χρειάζεται να κάνω τη γιαπωνέζα, και πετάω με χάρη το τσιγάρο μέσα σε μία σχάρα, κολλητά σε ένα τοίχο για να κάνω την καθαρή και καλά μη λερώσω το δρόμο (ακούστε τι λέω, να μη λερώσω το δρόμο, θα το λέγαμε στην Αθήνα αυτό;) και τότε συνειδητοποιώ ότι το τσιγάρο μου καίει ακόμα, είναι μέσα στη σχάρα, πάνω σε ξερά φύλλα δέντρων ενώ φυσάει. Ο συνειρμός ήτο ταχύτατος. Τσιγάρο- ξερά φύλλα- άνεμος- φωτιά- κτήριο πιάνει φωτιά- τα άλλα κτήρια είναι κολλητά- καίω το Μάαστριχτ- καταζητούμαι. Θρίλερ. Σταματάω μπροστά στη σχάρα και την κοιτάω. Αν είχα λοστό, σας το ορκίζομαι, θα την είχα ξηλώσει. Ο κολλητός προπορεύεται κι άλλο. Κίνδυνος! Κίνδυνος! Μόνη αντιμέτωπη με ένα ολοκαύτωμα. Κοιτάω τον κολλητό που προπορεύεται, κοιτάω τη σχάρα και το τσιγάρο να καίει. Τα φύλλα αρχίζουν να μαυρίζουν. Ο κολλητός απομακρύνεται κι άλλο ενώ το τσιγάρο καίει. Όλεθρος. Τι χρειάζεται η κατάσταση; Νερό. Που να το βρω το νερό τώρα; Ανάθεμα, δεν έπρεπε να έχω πάντα ένα μπουκαλάκι μαζί μου; Αφού τα ’χουμε πει, ορίστε τώρα. Ο κολλητός απομακρύνεται κι άλλο. Η φωτιά καίει. Και μου έρχεται η επιφοίτηση. Πάω κοντά στον τοίχο, πάνω από τη σχάρα, στέκομαι προσοχή, σκύβω το κεφάλι και φτύνω. Μη φανταστείτε. Σαλάκι. Τι είμαι να φτύνω χλέπες; Κοιτάω γύρω μου να δω με βλέπουν, τσιμπούκι λέω θα έχω γίνει, αλλά μπροστά στο πυρηνικό ολοκαύτωμα τι είναι λίγη ρόμπα; Αυτοί εδώ έτσι κι αλλιώς όλο φτύνουν. Τι ροχάλα έχω δει ν’ αμολάνε μπροστά μου δε λέγεται. Στο Άμστερνταμ πιο πολύ, αλλά και δω είδα σήμερα έναν που έφτυνε, οπότε χέσε με. Δεν το πετυχαίνω το γαμημένο. Ήμουν σχετικά πίσω. Για λίγα εκατοστά ρε πούστη μου. Πάω πιο κοντά. Μαζεύω σάλιο. Κοντοκάθομαι. Κολλάω σχεδόν το κεφάλι μου στον τοίχο. Ξαναφτύνω επικεντρωμένα, ζυγισμένα και συγκεντρωμένα πάνω στο τσιγάρο. Πάλι έπεσε στο ίδιο σημείο, λίγα εκατοστά μακριά από το τσιγάρο. Κι αυτό να καίει. Κι ο κολλητός να απομακρύνεται. Δε γίνεται. Σος! Βοήθεια! Φωνάζω το όνομά του. Δηλαδή γκαρίζω. Γυρίζει. «Έρχεσαι λίγο σε παρακαλώ;» του λέω. Έρχεται. Με κοιτάει. «Πέταξα το τσιγάρο ο μαλάκας στη σχάρα, δεν έχει σβήσει, έχει ξερά φύλλα και φυσάει. Μπορείς να φτύσεις;» Με κοιτάει. Πάει κοντά στη σχάρα, στήνεται προσοχή, σκύβει το κεφάλι και φτύνει. Τζίφος. Πάνω στα δικά μου πήγαν και τα δικά του. Τρόμος. «Ξαναφτύσε σε παρακαλώ!» του λέω. «Έλα ρε μαλάκα, δεν τρέχει τίποτα, αυτές οι ιστορίες που ακούς ότι άρπαξε το δάσος από καμένο τσιγάρο δεν παίζουν, εμπρησμοί είναι, χρειάζεται κάτι περισσότερο για ν’ αρπάξει φωτιά» μου λέει, αρχίζει ν’ απομακρύνεται και συνεχίζει «το πολύ-πολύ να κάψεις το πανεπιστήμιο, θα καταζητείσαι και γω θα σε δώσω να πάρω τα λεφτά χαχαχαχαχαχα» και φεύγει. Θρίλερ. Δεν το έβαλα κάτω. Έφτυσα ακόμα δύο φορές. Τίποτα. Έφυγα. Και για αρκετή ώρα το σκεφτόμουν. Μετά το ξέχασα. Και δεν πήρε τίποτα φωτιά. Δόξα Να ’Χει Ο Θεός.

3. Συνεχίζουν να μου μιλάνε Ολλανδικά εδώ. Τύπου είμαστε 2 ή 3 φίλοι, μαζί, και περιμένουμε ταμείο. Περνάω εγώ, Ολλανδικά. Περνάνε οι άλλοι, αγγλικά. Γαμάτο; Με θεωρούν δική τους. Φαίνεται ο πολιτισμός πάνω μου, μην το ψάχνετε. Μέχρι και στο δρόμο με έχουν ρωτήσει πόσες φορές άνθρωποι οδούς, πληροφορίες, γάμησέ τα. Η φίλη μου πάντως που κατσικώθηκα σπίτι τους και με φρόντιζαν σαν παιδί τους και κάτι παραπάνω που να ’χουν την ευχή μου Παναγιά μου, που όσα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ και να πω λίγα θα είναι, μου είπε ότι μοιάζω με Ολλανδέζα και πιο πολύ από ένα χωριό που λέγεται Χάουντα και ξέρετε πως γράφεται; Gouda χαχαχαχαχαχαχαχαχαχα είμαι ένα ολλανδικό τυρί χαχαχαχαχαχα τόσα χρόνια με λένε τυρί, έφτασε και επιβεβαιώθηκε χαχαχαχαχαχαχαχαχα. Γουστάρω, αν και είμαι μακράν μικροκαμωμένη για να έχω οποιαδήποτε σχέση μ’ αυτές τις βυζάρες και τα 42 νούμερο παπούτσια. ...Ανέφερα τις βυζάρες γιατί άμα δείτε στις βιτρίνες, μέχρι και οι κούκλες που φοράνε εσώρουχα, έχουν βυζάρες δύο στρέμματα. Άσε που κοίταζα κάτι εσώρουχα (μέσα σ’ όλα) και το μίντιουμ παιδιά σας χωρούσε όλους μαζί μέσα. Θα αναρωτιόντουσαν γιατί αυτή (εγώ), κρατάει ένα βρακί μπροστά στα μάτια της και χαμογελάει. Και μετά θα αναρωτιόντουσαν γιατί αυτή (εγώ), κρατάει ένα στρινγκ έξτρα λάρτζ μπροστά στα μάτια της κι έχει ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα μάτια με δέος, μα δεν έχει ξαναδεί; Όχι, δεν έχω ξαναδεί στρινγκ σε μέγεθος τέντας, συγνώμη. Παρόλα αυτά, με περνάνε για Ολλανδέζα και γουστάρω. Άσε που έχω βρει το άλλο κόλπο για να μη χαλάμε τις καρδιές μας ρε παιδί μου. Άμα πάω στο ταμείο π.χ. να πληρώσω κάτι, ότι μου λένε το επαναλαμβάνω κι έτσι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Όχι βρε μαλάκες, δεν επαναλαμβάνω το ποσό, το πριν επαναλαμβάνω και το μετά, τους χαιρετισμούς και τα ευχαριστώ. Μα το ωραίο εδώ είναι ότι επειδή η γλώσσα τους δεν παλεύεται, είναι πολύ δύσκολη, δεν πολυκαταλαβαίνω τι μου λένε κι έτσι τα λέω μέσα απ’ τα δόντια μου και πετυχαίνει!! Άουστφιρχον μου λένε, Άιστφριχχ.. εγώ με χαμόγελο, κομπλέ χαχαχαχαχαχαχαχα!!

Υ.Γ. Μία Ολλανδέζα που είδα σ’ ένα περιοδικό από τη Χάουντα, ψιλογριά τώρα, πορνοστάρ και μεγάλη πουτάνα από τις λίγες, είναι διάσημη και τη βάζουν να ηχογραφεί τις εντολές στα Ολλανδικά GPS. Ν’ ανησυχήσω;

4. Όταν γυρίσω Ελλάδα με το καλό, δε θα βάλω πλυντήριο. Θα βάλω κλίβανο. Ειδικά το κασκόλ και το μπουφάν μου θα τα ψεκάσω με dettol και μετά θα τα βάλω στον κλίβανο. Όταν βγουν, θα τα ψεκάσω με dettol και θα τα βάλω στο πλυντήριο. Όταν βγουν, θα τα ψεκάσω με dettol και θα τα βάλω στο πλυντήριο. Όταν βγουν, θα τα ψεκάσω με dettol και θα τα βάλω στο πλυντήριο. Μετά θα είναι εντάξει. Μάλλον. Αναρωτιέστε γιατί ειδικά το μπουφάν και το κασκόλ; Σας παρακαλώ. Τι να θυμηθώ; Που με το που έφτασα, στο αεροδρόμιο, με το που πάτησα το πόδι στην ξένη χώρα, κατουριόμουν, πήγα να κατουρήσω και που ν’ αφήσω τα πράγματά μου; Ευτυχώς δεν είχα πάρει τη βαλίτσα ακόμα γιατί αν την έβαζα κι αυτή μέσα στην τουαλέτα θα ήμουν για το βιβλίο γκίνες, «κοιτάξτε τι χώρεσε και που» θα ήταν ο τίτλος. Μπαίνω που λέτε και είχε ένα κρεμασταράκι δίπλα στη πόρτα, πάνω από τον κουβά που πετούσαν τα κωλόχαρτα (γιατί στο αεροδρόμιο είχαν τον κουβά στον τοίχο, εννοείται ότι τον άνοιγες με το χέρι) και τι να κάνω, να κατουρήσω φορώντας το πάπλωμα; Τι είμαι; Βγάζω την τσάντα, την κρεμάω, βγάζω το μπουφάν το κρεμάω κι αυτό να γλύφει όλες τις επιφάνειες, τον τοίχο, την πόρτα, τον κουβά και κρεμόταν κι ένα χιλιοστό πριν τη λεκάνη. «Ωραία» σκέφτηκα αλλά έκανα ότι δε με νοιάζει, τι να κάνω, εδώ με περίμεναν 3 ολόκληρες εβδομάδες σε ξένη χώρα με το ίδιο μπουφάν. Να το πετάξω ακόμα δεν έφτασα; Δε γίνεται.

Ξέρετε οι τουαλέτες στην Ολλανδία είναι ΠΟΛΥ στενές.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το μπουφάν και το κασκόλ έχουν χαϊδέψει όλη την Ολλανδία. Και γάμησέ το, το μπουφάν. Μπουφάν είναι πες, αυτός είναι ο ρόλος του. Αλλά το κασκόλ που το τρίβεις στο λαιμουδάκι σου; Το αποκορύφωμα με το κασκόλ ήταν όταν πήγα σε μια τουαλέτα και δεν το έβγαλα γιατί δεν είχε που να το βάλω και ήδη έκανα ακροβατικά, κι έτσι όπως έσκυψα, γλίστρησε από το λαιμό μου η μία του άκρη και έγλυψε την άκρη της λεκάνης. Με τρόμο το τράβηξα, το έριξα στη θέση του και μετά διαπίστωσα ότι η λεκάνη είχε ούρα. Όχι δικά μου. Έκτοτε, το έχω στολιστεί και έχω τυλιχτεί μ’ αυτό όλες τις μέρες. Γιατί φυσικά δεν έφερα άλλο μαζί μου κι ούτε διανοήθηκα να αγοράσω άλλο γιατί έχω τόσα πολλά που και το συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα ν’ ανοίξεις, κασκόλ πετάγονται.

Ειδοποιήστε το λοιμωδών να έρθει στο αεροδρόμιο, ακούστε που σας λέω.

5. Και κάτι πουτο βρήκα τόσο αστείο όταν μου το είπαν τα παιδιά που έμενα σπίτι τους στα προάστια που γελούσα τόσο πολύ που κρατιόμουν από τον πάγκο της κουζίνας και σκούπιζα τα μάτια μου από τα δάκρυα. Η φύση εκτός κέντρου Ολλανδίας είναι τόσο ζωηρή που δε λέγεται. Τι εννοώ. Εκτός τα πουλιά, πάπιες, κύκνους, ελάφια, άλογα και διάφορα άλλα που μπορείς να δεις σε λίμνες και κήπους, έχει και μαμούνια, όπως π.χ. αράχνες. Οι αράχνες λοιπόν μου λέγανε, είναι τόσο δραστήριες την Άνοιξη, που δεν τους φτάνουν οι κήποι να κάνουν τους ιστούς τους αλλά επεκτείνονται και μέσα στα σπίτια. «Τι εννοείτε;» τους ρωτάω «Εννοούμε πως φεύγουμε το πρωί για τις δουλειές μας, ερχόμαστε το απόγευμα, ανοίγουμε την πόρτα και πέφτουμε πάνω σε ιστούς!» ΑΑΑΑχαχαχαχαχαχα ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!!!!

6. Ο χρόνος στο Μάαστριχτ είναι περίεργος, δεν περνάει πάνα με τον ίδιο τρόπο. Τα πρωινά περνάει πιο γρήγορα, ενώ τα βράδια δεν περνάει καθόλου. Αλλά και μερικά μεσημέρια δεν περνάει. Να, πριν 4 ώρες ήταν 2 και τώρα είναι 3:30, καταλάβατε; Χτες το βράδυ ήταν 8, φάγαμε, είδαμε 4 επεισόδια από ένα γαμάτο σήριαλ και ήταν 10, πώς γίνεται; Άλλες φορές κάνουμε πόσα πράγματα και έχουν περάσει 5 λεπτά. Κάτι περίεργο παίζει φίλοι μου με τον χρόνο εδώ στο Μάαστριχτ...

1α. Και σήμερα και κάθε μέρα μέχρι να έρθω, λέω να κάνω αυτά που έκανα προχτές. Χωρίς τον αρακά. Το μενού αλλάζει, τα υπόλοιπα μένουν ίδια. Αφού ο κολλητός δουλεύει, τι να κάνω; Να πάρω τις ζώνες του, να της δέσω στα χέρια μου και ρυθμικά να βαράω την πλάτη μου; Έλα τώρα!

Υ.Γ. Τα λέμε πια από Αθήνα, εκτός αν έχω κάτι άλλο να σας πω. ...Καλώς να με δεχτείτε βρε!

Υ.Γ. Σήμερα ανακάλυψα πως εδώ και 20 μέρες πλενόμουν με σαμπουάν αντί για αφροντούς το βούρλο. ΤΟ ΛΟΙΜΩΔΩΝ!

Υ.Γ. Μόλις πριν λίγα λεπτά φίλη μου έστειλε ενημέρωση ότι τα σπάνε, τα καίνε και τα γαμούνε όλα στο Σύνταγμα.

Τιμωρία 10 φορές:

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.

ΠΟΥ ΠΑΩ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΦΕΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;;

(έχω ακόμα μερικές τελευταίες μέρες. Πάω να ξαπλώσω στο γρασίδι να κλάψω παρέα με τους κύκνους)

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Υ.Γ. Ναι, εγώ είμαι στη φωτογραφία στην πανέμορφη πλατεία κοντά στο σπίτι. Δεν ξέρω γιατί τα μαλλιά μου φαίνονται τόσο κόκκινα, άσχετο. Αλλά δε με πειράζει. Πάω στους κύκνους.

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Μια ζωή ταλαιπωρία.

ΧΤΕΣ.

Πάλι είμαι στο τρένο και σας γράφω. Αυτή τη φορά φεύγω από το Άμστερνταμ και επιστρέφω στο Μάαστριχτ. Ο καιρός είναι για τον πούτσο τα πανηγύρια και για να γελάς, κοινώς κάνει ένα ψωλόκρυο από τα λίγα. Ο ήλιος κάνει πολύ μεγάλες προσπάθειες να βγει από τα πυκνά σύννεφα μα δεν τα καταφέρνει, αυτός, ο πιο δυνατός απ’ όλους, παρά το μόνο που κάνει είναι να φωτίζει έτσι ελαφρά με ένα ξασπρισμένο χρώμα τα μουντά σύννεφα. ....Να τώρα μου τη λέει. Βγήκε από τα σύννεφα και καρφώθηκε κατευθείαν στα μάτια μου. Καλά ντε, δεν είπαμε και τίποτα. Επειδή σ’ αγαπάμε το λέμε.

Εγώ δεν υπάρχω. Νομίζω ότι είμαι τόσο ελεεινή και βρώμικη που ενδέχεται ο ίδιος μου ο εαυτός να με παρατήσει και να φύγει. Νιώθω τόση βρώμα πάνω μου που δε θέλω να το συζητήσω για να καταλάβετε. Άσε τον πόνο της πλάτης μου. Άσ’ το. Αυτή τη στιγμή γράφω κι αυτή με καίει, ουρλιάζει ΠΟΝΑΩ ΠΟΝΑΩ ΠΟΝΑΩ ΜΩΡΗ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΑΦΗΝΕΙΣ ΝΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥΜΑΙ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΗ ΠΟΝΑΩΩΩΩΩ, αυτά μου λέει κι εγώ την αγνοώ, τι μπορώ να κάνω, να πάω στην κοπέλα που κάθεται παραδίπλα και να της ζητήσω να με τρίψει εκεί, ναι εκεί, αχ, αχ, την ευχή μου να έχεις κορίτσι μου, δε γίνεται, το καταλαβαίνετε. Αφήστε που άμα πλησιάσω μπορεί να της βρωμάω και να ξεράσει πάνω μου.

Αυτό το ‘να της βρωμάω και να ξεράσει πάνω μου’ δεν περίμενα ποτέ ότι θα το πω για μένα. Πληγώνομαι βαθύτατα.

Δεν ξέρω αν θέλω να τα πάρω ανάποδα ή από την αρχή Θα τα πάρω τουρλού τουρλού και ότι καταλάβετε. Άλλωστε τι καλύτερο θα μπορούσατε να περιμένετε από μια λεχρίτισα;

Μείναμε με τον κολλητό Άμστερνταμ δύο μέρες. Τι ήταν αυτό Παναγία μου. Μετά το Μάαστιχτ που είναι σαν κόσμημα, σαν μπιζού σε λαιμό κύκνου (η αναφορά κύκνου δεν είναι τυχαία, δώστε βάση), σαν βίλα το δάσος, σαν περσικό χαλί σε σαλονάρα, πήγα στο Άμστερνταμ. Ω Θεοί. Βέβαια, ευτυχώς που προηγήθηκαν οι υπέροχοι, καταπληκτικοί υπέροχοι, απίθανοι, εξαιρετικοί φίλοι μου που με πήγανε σε πολύ όμορφα μέρη (που να ’χουν την ευχή μου, φανταστικοί άνθρωποι και δε σας συζητώ τι γέλιο ρίξαμε... Σας ευχαριστώ αγαπημένοι μου, σας ευχαριστώ πάρα πολύ:)

Ερώτηση: Γιατί όποτε βγάζω τη μηχανή, το τοπίο χάνει κάθε ενδιαφέρον ή περνάει τρένο, νταλίκα, εμφανίζεται κτήριο ή τελειώνει η μπαταρία; Ο Μέρφυ πάλι ε; Πολύ μαλάκας.

Τα πολύ όμορφα αυτά μέρη, Ρότερνταμ, Χάγη, ενδιάμεσες βόλτες σε χωριά πολύ μου άρεσαν. Το Ρόντερνταμ βέβαια δε μου άρεσε, πολύ βιομηχανικό για τα γούστα μου, εκτός από κάποια σημεία που είχαν απίστευτα κτήρια, απίστευτα, σπίτια κύβοι που στέκονταν πάνω σε κολόνες, μόνο αν τα έχετε δει, μπορείτε να καταλάβετε τι εννοώ, και γενικά οι Ολλανδοί αρχιτεκτονικά τα σπάνε, πειραματίζονται, παίζουν, είναι απίστευτοι. Η Χάγη όμορφη και αρκετά μεγάλη, ωραία πλατεία με αλητήριους να τον ξύνουν, μαζί κι εμείς, μια χαρά. Τα χωριά εντάξει, είναι ένα ποίημα με την ηρεμία και την ομορφιά τους, να δείτε σπίτι χλιδή πάνω σε κανάλι που οι γονείς έχουν φτιάξει καστράκι για τα παιδιά όπου έχει γεφυράκι να περνάνε το καναλάκι κι αυτά να παίζουν... ναι, χάλια περνάνε τα παιδιά εδώ, πολύ χάλια, τα λυπάμαι τα καημένα.

Είναι μία πίσω, μου έχει σπάσει τ’ αρχίδια. Της μιλάει μια άλλη και όλο «γιαα», «γιαααα», γιααα» λέει. Σκάσε μωρή, σε τσόντα παίζεις, για και για και γιαααα. Καλά, μπορεί να βαριέται οδυνηρά και την άλλη και γι’ αυτό να της λέει «γιααα». Δε γαμιέται. Μόλις ρώτησα αν αυτό το τρένο πάει Μάαστριχτ γιατί έκανε στάση και δεν ήθελα να φτάσω αλλού. Γιατί, είσαι ηλίθια και δεν ξέρεις που μπήκες; θα με ρωτήσετε. Όχι, εσείς είστε αστοιχείωτοι και μπουρντζόβλαχοι με ταγάρια όλοι σας. Φυσικά και ξέρω που μπήκα, αλλά! Είμαι ταμένη ρε παιδί μου, πώς να σας το εξηγήσω; Σας το έχω ξαναπεί κιόλας νομίζω. Όταν γεννήθηκα, με έταξαν να είμαι σε αιώνια εγρήγορση. Κι έτσι έγινε. Σε τρία τρένα έχω μπει σ’ αυτή τη χώρα από τότε που ήρθα, και τις τρεις φορές βολεύτηκα και ξεβολεύτηκα. Την πρώτη φορά, εκεί που είχα απλωθεί σαν τους τσιγγάνους, είχα βάλει τα χαλιά μου στο πάτωμα, τα σεμεδάκια μου στις καρέκλες κι ήμουν έτοιμη να καρφώσω τα κάδρα, έρχεται ο ελεγκτής και μου λέει ότι κάθομαι στην πρώτη θέση. Άντε δώσε, μάζευε, κουβάλα, περπάτα. Την άλλη φορά, έβαφε η άλλη τα νύχια της, μετακόμισα, μετά κατέβηκα λάθος, γάμησέ με, τα ξέρετε. Σήμερα, αφού περπάτησα δυόμισι μέρες μέχρι να φτάσω στο σταθμό και να βρω την αποβάθρα που ήταν άκρη Θεού αρχές Αλλάχ και να πηδήξω στο τρένο που μόλις πέρασε η άκρη της μπότας μου από την πόρτα έκανε γκλιν γκλιν και ξεκίνησε, και έπεσα νεκρή από την κούραση σε μια καρέκλα, ζέχνοντας ολόκληρη όντας έτοιμη να με ξεράσω και μόλις είχα αρχίσει να γδύνομαι και να σιχαίνομαι τον εαυτό μου, ήρθε ο ελεγκτής και μου μίλησε φυσικά στα Ολλανδικά γιατί πώς αλλιώς να μιλήσεις σε μια συμπατριώτισσά σου. Τον κοίταξα με απορία, του είπα εγκώ ξένο βλαχάκι μίλα μου αγγλικά και μου λέει: εσείς που πάτε Μάαστριχτ, πρέπει να πάτε στο μπροστινό μέρος του τρένου γιατί αυτό το τρένο διαχωρίζεται και το μισό πάει Μάαστριχτ ενώ το υπόλοιπο πάει στο Τάδε. Κοπήκατε βλάχοι; Το ξέρατε αυτό; Σας έχει τύχει; Εγώ το ξέρω, μου έχει ξανατύχει αρχές της δεκαετίας του ’90 που είχα πάει interail κι εκεί να δεις, που το είχαμε μάθει την τελευταία στιγμή και τρέχαμε μ’ εκείνα τα 75λιτρα στην πλάτη, αυτά που βλέπετε να φοράνε οι τουρίστες που κρέμονται κατσαρόλες, καρέκλες, μωρά, παπούτσια, καταλάβατε, έτσι κι εμείς. Πώς δεν χάσαμε κανένα πόδι τότε, θαύμα έγινε.

Και φυσικά τελειώνει η μπαταρία του υπολογιστή και πρέπει να συνεχίσω στο Μάαστριχτ γαμώ τον ειρμό μου μέσα. Καλά, ήρθε μια κοπέλα παραδίπλα που μυρίζει σαπούνι, υπέροχα, έτσι μου έρχεται να πάω να τριφτώ πάνω της μπας και αρπάξω λίγο από καθαριότητα.

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 6 ΩΡΕΣ.

Είμαι καθαρή. Για την ακρίβεια λάμπω. Είμαι τόσο καθαρή που είμαι σνομπ. Μισό λεπτό να σκεφτώ αν θέλω να σας μιλήσω. ..... Θέλω. Ήρθα στο σπίτι, πέθανα από την κούραση κουβάλα ξεκουβάλα ανέβα κατέβα σκάλες, αλλά έκανα μπάνιο, έπλυνα τα σιχαμένα ρούχα μου στο χέρι άρα σκατά πλύσιμο τους έκανα αλλά δεν πειράζει, από το χορό που έριχναν τα μικρόβια πάνω τους και πάνω μου, τώρα τους τη χάλασα ελαφρώς, θα έχουν μείνει τύπου 200 από τα 25000 που ήταν, κάτι είναι κι αυτό. Έχω κρεμάσει τα ρούχα σε όλα τα καλοριφέρ του σπιτιού μετατρέποντάς το σε τσαντίρι αλλά δεν πειράζει, τόσο που καίνε τα καλοριφέρ με ένα μπλινκ του ματιού θα έχουν φύγει από κει, έχω κοιμηθεί, έχω ξυπνήσει, έχω ακούσει την καμπάνα να βαράει 7489290273892 φορές γιατί έτσι είναι η κανονικότητα και όλα είναι κομπλέ. Α, δεν έχουμε ίντερνετ. Βέβαια, σιγά μην ήταν όλα κομπλέ. Ήρθα κι εγώ σπιτάκι και μόλις τακτοποιήθηκα είπα να μπω να δω τι γίνεται βρε αδερφέ, όλα καλά, τον πούλο. Έτσι, κάθομαι και σας γράφω στην ξεραΐλα, χωρίς να γνωρίζω αν η όμορφη χώρα μας βομβαρδίστηκε από ροχάλες πολιτών σήμερα το μεσημέρι στις 16:15. Δεν το ξέρω. Δεν το ξέρω και με πειράζει να είμαι σε μια πολιτισμένη χώρα και το ίντερνετ να τον παίρνει έτσι. Γιατί, έχω να σας πω, αν νομίζετε ότι εδώ το ίντερνετ τρέχει πιο γρήγορα από τη σκιά του και μπαίνεις στο γκουγκλ κι αυτό πάει πριν του ζητήσετε στις σελίδες που θέλετε, έχω να σας πω ότι κάνετε μεγάλο λάθος και ότι συχνότατα το ίντερνετ εδώ σέρνεται σαν βόας που έχει καταπιεί μόλις ένα μοσχάρι. Και το είδα και στο σπίτι εδώ, και στο σπίτι των παιδιών στην επαρχία και στην ακαδημία του κολλητού. Και δεν είναι ότι εγώ έχω υπολογιστή για τα πανηγύρια, είναι για τα πανηγύρια αλλά και οι άλλοι που έχουν κάτι μακ, κάτι λακ και κάτι φακ, γαμοσταυρίζουν συχνότατα για χάρη της σύνδεσής τους. Συν ότι στο Μάαστριχτ δεν έχω δει ένα ίντερνετ καφέ, ούτε καν ένα καφέ με wifi που στην Ελλάδα όπου σταθείς έχεις ίντερνετ, έλα να μην τα κατηγορούμε όλα. Είναι τόσο χλιδή εδώ και προφανώς δε θέλουν και να κατσικώνεσαι 16 τέταρτα στο μαγαζί τους, που wifi δεν έχουν. Ρώτησα ένα μαγαζί σήμερα και μου λένε είναι κλειδωμένο, ρώτησα άλλο, όχι, άλλο, όχι, άλλο, όχι, μα την αλήθεια, αύριο θα πάω να ρωτήσω στις πληροφορίες να δω αν υπάρχει έστω κι ένα. Κι αν είναι κόφισοπ, θα είναι η πραγματική ειρωνεία. Να πας σε κόφισοπ να δουλέψεις στο ίντερνετ. Φανταστικό.

Τι λέγαμε πριν; Έχω φάει πόση ώρα από τη ζωή σας λέγοντας άλλα αντί άλλων. Γιατί, θα μου πεις, είχαμε αναπτύξει κανένα θέμα και ξέφυγα; Σωστά, ό,τι θέλω λέω έτσι κι αλλιώς. Σας έλεγα πάντως για τα μέρη που πήγα και σας είχα αφήσει στο Άμστερνταμ. Καλά. Καλά, λέω. Πήγε ο κολλητός κι έκλεισε το άτομο ένα ξενοδοχείο μισή ώρα από το κέντρο με τα πόδια, άλλο να σας λέω κι άλλο να το βλέπετε. Μπουρδέλο. Αυτό βρήκε όμως φτηνό, αυτό έκλεισε ο άνθρωπος. Αλλά. Γινόταν της καριόλας εκεί μέσα. Ευτυχώς ήταν καθαρό βέβαια, πράγμα πολύ σημαντικό, αλλά η μόνωση ήταν ανύπαρκτη. Και πιτσιρικάδες τα βράδια έδιναν ρέστα. Ουρλιαχτά, φωνές, να κοπανάνε πόρτες, εγώ δε κυρία. Ήθελα να γυρίσω να ρίξω μια κατακέφαλη στον κολλητό εκεί που κοιμόταν αλλά τελικά έβαζα ωτασπίδες και ησύχαζα. Που λέει ο λόγος ησύχαζα. Γιατί το στρώμα ήταν για τον πούτσο και το πρωί ήμουν λες και με έδερναν καμιά 20ριά με ρόπαλα. (Ο φρικτός πόνος πλάτης που λέγαμε..). Μετά ο αγαπημένος κολλητός με τις μπαταρίες ντούρασελ, ήθελε να περπατήσουμε όοοοολο το Άμστερνταμ. Αφού μου ήρθε να του ρίξω κάτι στο ποτό του, πραγματικά. Κι εγώ φυσικά που ήμουν ντυμένη ό,τι να ’ναι, πήρα όλο το κρύο να μην κρυώσει κανείς άλλος και σε μερικές μέρες περιμένω τα αποτελέσματα. Λογικά θα αρχίσουν να εμφανίζονται στο ταξίδι επιστροφής, μόλις επιστρέψω, κάτι τέτοιο. Ας μην προτρέχω όμως, ντούρασελ αυτός, ρόμποκοπ εγώ, δεν ξέρεις.

Το Άμστερνταμ παίδες. Αίσχος. Κι όταν λέμε αίσχος, το εννοούμε. Άπαξ και δεις άλλες πόλεις της Ολλανδίας, την ηρεμία τους, τη γλυκύτητά τους, τα έτσι και τα αλλιώς τους και μετά πας Άμστερνταμ, καίγεται το μυαλό σου κανονικότατα. Προσοχή. Μιλάω για το κέντρο του Άμστερνταμ γιατί πιο έξω, επίσης είναι κουκλί. Αλλά το κέντρο του δεν υπάρχει, είναι απερίγραπτο. Ειδικά, μετά το θέαμα που θα σας περιγράψω παρακάτω, νομίζω ότι δε θα επανέλθω ποτέ πια. Ήμασταν red district και περπατούσαμε μαζί με όλη τη λαοθάλασσα Παρασκευή βράδυ λες και θα γαμήσουμε, τέλος πάντων, περπατάμε εκεί. Από τη μία κορίτσια, από την άλλη κανάλια. Από τη μία λιώματα να φτύνουν κάτω, να ακούς τη ροχάλα και να τη βλέπεις να σου περνάει ξυστά, από την άλλη να παραπατάνε και να λες τώρα θα φύγει θα πέσει πάνω μου, θα πέσω πάνω στο ποδήλατο, θα πέσει πάνω στη βάρκα, θα πέσουμε πάνω στον κύκνο. Ναι, εκεί το πήγαινα. Στα κανάλια έχει κύκνους. Και πάπιες. Πολλούς και πολλές όμως. Δηλαδή, δεν ξέρω αν με εννοείτε, πάρα πολλούς κύκνους και πάρα πολλές πάπιες. Βασικά, γεμίζουν τα κανάλια, τίγκα, δεν έχω άλλο τρόπο να σας το εξηγήσω. Και είμαστε εμείς εκεί με τους τύπους που παραπατάνε, φτύνουν ροχάλες και τρίβουν τα αρχίδια τους ενώ τα κορίτσια χαϊδεύουν τα βυζιά τους και τον κώλο τους, οι νταβατζήδες με τις χαρακωμένες φάτσες να κοιτάνε περίεργα, οι πρεζέμπορες να σου λένε περνώντας ξυστά αν θες τίποτα, τα μαγαζιά με ζωντανό σεξ σόου να αναβοσβήνουν σαν χριστουγεννιάτικο τσίρκο και δίπλα απ’ όλα αυτά, οι κύκνοι. Μάλιστα. Πώς να μην το κάψεις το μυαλό σου, όχι πείτε μου. Και εκείνη την ώρα που τους κοιτούσα, τραβούσα βίντεο, φωτογραφίες κλπ, έρχεται υπάλληλος του δήμου (υποθέτω), με δύο σακιά τροφή κι αρχίζει να ταΐζει τα πουλιά. Καλά. Εννοείται πως όλοι (όχι οι πολλοί τελειωμένοι, η αμέσως επόμενη κατάταξη και πάνω) γύρισαν να δουν τα πουλιά. Τι να φωνάζουν, να κάνουν κύκλους γύρω από τον εαυτό τους, να τρέχουν, να ανοίγουν τα φτερά τους, να έρχονται και να έρχονται και να έρχονται από παντού, γέμισε το κανάλι μπροστά στα μπουρδέλα με κύκνους και πάπιες να τρώνε ευτυχισμένα και να φωνάζουν. Αυτό ήταν. Μετά το ολικό κάψιμο, ζήτησα χωρίς δεύτερη κουβέντα στον κολλητό να πάμε για ένα καφέ να συνέλθουμε ρε παιδί μου. Έτσι, πήγαμε σε ένα μαγαζί που έβλεπαν x factor και σχολίαζαν και οι θαμώνες του μαγαζιού αυτού γίνονταν προφανώς τόσο λιώμα, να το πω ευγενικά, που έκαναν την τουαλέτα χάλια, οπότε ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να την κλειδώσει και να του ζητάνε το κλειδί άμα θέλουν τσίσα. Έλα όμως που οι θαμώνες ήταν τόσο πίτα που έπαιρναν το κλειδί μαζί τους κι έφευγαν. Τι να κάνω, τι να κάνω, σκέφτηκε ο ιδιοκτήτης και να που το βρήκε. Κρέμασε πάνω στο κλειδί μια ρακέτα. Αμέ, πώς να βάλεις τη ρακέτα στην τσέπη ή στην τσάντα σου, εύκολο το ’χεις; Εντωμεταξύ δεν είχα καταλάβει εγώ την όλη φάση μέχρι που βλέπω μία με μια ρακέτα να μπαίνει στην τουαλέτα. Γυρίζω στον κολλητό και του λέω «ρε συ, η χοντρή μπήκε με τη ρακέτα της στην τουαλέτα» κι αφού γελούσαμε γύρω στα 20 λεπτά, μετά είδαμε κι άλλον να μπαίνει με ρακέτα, κι άλλον και τελικά καταλάβαμε αυτή την όμορφη ιστορία.

Και χτες πήγαμε και είδαμε το Tron Legacy 3D. Ό,τι να ’ναι. Έχω καεί. Μάλλον έχουν μείνει κάτι τελευταία κύτταρα που λειτουργούν και σας γράφουν.

Αυτά που λέτε. Δε μου έρχεται τώρα κάτι άλλο, την επόμενη φορά. Σας φιλώ.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Suburbia.

Καλά. Σας είχα αφήσει εκεί που ήμουν μέσα στο τρένο κι έγραφα, σωστά; Ε, μετά από λίγο γλάρωσα. Και είχα μισή ώρα για να φτάσω. Δε γαμιέται λέω, κάτσε να γύρω να κλείσω τα ματάκια μου για λίγο. Γέρνω λοιπόν, κλείνω και τα ματάκια μου και σε κάποια φάση ακούω στάση, ανοίγω τα ματάκια μου και βλέπω αυτούς τους δυο τρεις που ήταν στο βαγόνι μαζί μου να σηκώνονται και να φεύγουν σούμπιτοι. Κάνω έτσι με το ένα μάτι μισόκλειστο και το άλλο μισανοιγμένο, κοιτάω έξω να δω που είμαστε και διαβάζω Amsterdam. Ω να σου γαμήσω φτάσαμε, στέλνει σήμα ο εγκέφαλος, πετάγομαι, μαζεύω τα προικιά μου σε dt και έχω πεταχτεί από το τρένο. Το κεφάλι μου είναι βαρύ όμως λόγω του υποτιθέμενου ύπνου και αργώ γενικά να συνειδητοποιήσω πράγματα. Αφού κατεβαίνω λοιπόν, αναστενάζω, κοιτάω γύρω μου και μαζί με το γύρω μου, παίρνει το μάτι μου και την ταμπέλα του σταθμού. Διαβάζω και λέει Amsterdam Amstel. Θρίλερ. Ξέρετε, έπρεπε να λέει Amsterdam Central, όχι Amsterdam Amstel. Περνάει ακόμα ένα δευτερόλεπτο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι κατέβηκα νωρίτερα ο μαλάκας, συμπληρώνω με ένα ‘όχι ρε πούστη’ και γυρίζω προς το τρένο όπου κλείνουν οι πόρτες, εγώ πατάω μανιασμένα το κουμπάκι για να ανοίξουν κι αυτό φεύγει.

Στο σημείο αυτό, άρχισα να γελάω.

Αφού κατάφερα κι έδιωξα το τρένο με μεγάλη επιτυχία, έκατσα να δω τι θα κάνω. Το κεφάλι ακόμα βαρύ. Βλέπεις την προηγούμενη μέρα είχα κοιμηθεί ψιλοαργά, την ίδια αυτή μέρα βαρούσε η καμπάνα και με ξύπνησε, ε δεν είχα κοιμηθεί καλά. Κι αυτό το μισάωρο ύπνου στο τρένο με αποτελείωσε. Σκέφτομαι λοιπόν τι να κάνω. Στέκομαι εκεί σαν το αγγούρι στην αποβάθρα και σκέφτομαι. Και στη διπλανή πλατφόρμα έρχεται τρένο στο καπάκι. Ανοίγουν οι πόρτες μπροστά μου, μπαίνει, βγαίνει κόσμος, τους κοιτάω αποχαυνωμένη, φεύγει το τρένο και τότε γυρίζω το βλέμμα μου 2 εκατοστά πιο ψηλά γιατί τόσο χρειαζόταν, και βλέπω την ηλεκτρονική ταμπέλα να γράφει Amsterdam Central για το τρένο που μόλις έφυγε.

Στο σημείο αυτό, άρχισα να γελάω.

Αυτό που έφυγε, ήταν το μετρό. Μάλιστα. Είσαι ηλίθια κοπέλα μου, σκέφτομαι και ξανακοιτάω την ταμπέλα. Επόμενο σε 5 λεπτά. ΟΚ κομπλέ. Έρχεται. Μπαίνω μέσα. Κάθομαι κυρία και ικανοποιημένη ότι βρήκα άκρη και μάλιστα έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, δε χρειάζεται να κατέβω στον κεντρικό σταθμό, αλλά μπορώ να κατέβω σε άλλη στάση που είναι μια γαμάτη πλατεία που ξέρω να κάνω τις βόλτες μου να περνάω από γνώριμα μέρη να γουστάρω. Χαμογελάω ικανοποιημένη. Και τότε μου έρχεται. Ναι, αλλά εγώ δεν έχω εισιτήριο του μετρό, έχω του τρένου. Πώς θα βγω από το μετρό αν οι πόρτες της εξόδου είναι όπως του Λονδίνου που πρέπει να περάσεις το εισιτήριό σου από μέσα για να ανοίξουν;

Στο σημείο αυτό άρχισα να γελάω.

Θα δούμε, σκέφτομαι, άμα δεν μπορώ να περάσω και είναι ελεγκτής, σταθμάρχης, κάτι, θα πάω να του πω τι έγινε, θα πληρώσω κι ένα εισιτήριο άμα χρειαστεί και τέλος. Και φτάνω. Κατεβαίνω, ανεβαίνω και οι πόρτες εξόδου είναι χειρότερες από του Λονδίνου. Ψηλές και με τζάμι, δεν περνάς με τίποτα. Κοιτάω για ελεγκτή και αρχίζω να παίρνω το ύφος του αθώου κουταβιού. Κανείς. Και τότε, ένα μόνο πράγμα μπορούσα να κάνω. Να γίνω εφαψίας.

Κόλλησα πάνω σε μια κοπέλα που ήταν μπροστά μου και βγήκα. Ευτυχώς εγώ αέρινη σαν ξωτικό κι αυτή μοσχάρα σαν Ολλανδέζα (τι τρόπος!), δεν με αντιλήφθηκε και βγήκα έξω κομπλέ.

Μια περιπέτεια η ζωή μου ρε παιδί μου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά έφτασα στο Άμστερνταμ και ήμουν έξω να βολτάρω μέχρι να έρθει η ώρα να συναντήσω τους φίλους μου να πάμε στα χωριά ή όπου. Κι άρχισα να βολτάρω. Τι ήταν αυτό το πράμα ρε παιδιά; Σοκ. Μετά από τη χλιδή και το κυριλίκι του Μάαστριχτ με τις κυρίες με τα σκυλάκια, έπεσα πάνω σε όλους τους τελειωμένους πιωμένους καυλωμένους τελευταίους αισχρούς πρεζοτουρίστες που μπορείτε να φανταστείτε. Λες και ήμουν στην Κηφισιά (λέμε τώρα) και με αμόλησαν ξαφνικά στην Ομόνοια. Σοκ. Τέλος πάντων όμως. Προσπάθησα να ξεπεράσω αυτό που έβλεπα μπροστά μου, κόσμο να παραπατάει, φάτσες μέσα σε coffeeshops που όταν τις βλέπεις η πρώτη (τουλάχιστον επιεικής) σκέψη που κάνεις είναι «άμα σε χαλάει ρε μεγάλε τι το πίνεις;», ανώμαλα βλέμματα γεμάτα πόθο να με κοιτάνε (εκεί είχα μια ευκαιρία να δοθώ μπας και βγάλω κανένα φράγκο να πάρω κανένα παπούτσι αλλά άμα τους βλέπατε θα καταλαβαίνατε γιατί αμέσως μετά την πρώτη σκέψη του δοσίματος σκέφτηκα ολική αφαίρεση γεννητικών και ράψιμο με ψιλό γαζί σε επαγγελματική μηχανή με πετονιά που δε σπάει με τίποτα). Εκτός αυτών, πολύ βρώμα στους δρόμους, αστυνομία να βολτάρει, να τσεκάρει, τη σήμανση να ελέγχει μια πόρτα, μάλλον διάρρηξη είχε παίξει, αλλά όλα αυτά μπόρεσα και τα ξεπέρασα.

Ένα ήταν όμως αυτό που δε θα ξεπεράσω για πολύ καιρό. Το δονητή κομπρεσέρ.

Εκεί που περπατούσα, έριχνα ματιές και στα μαγαζιά. Εκεί που ήμουν, κοντά στη Red District, τα περισσότερα μαγαζιά ήταν sex shops. Δονητές, εσώρουχα από καραμέλες, έλαια για μασάζ που τρώγονται, εντάξει, ΟΚ. Μέχρι που πέρασα μπροστά από κείνο το μαγαζί. Εκεί σταμάτησα. Στάθηκα. Έκατσα. Φρενάρισα. Δε γινόταν αλλιώς. Σοκ και δέος. Μπροστά μου στη βιτρίνα ήταν ξαπλωμένος ένας δονητής κομπρεσέρ. Όπως σας το λέω, χωρίς καμία υπερβολή. Ένα υπερόπλο του σεξ, μακρύ ένα μέτρο τουλάχιστον, ένα κομπρεσέρ με λαβή να το πιάνεις, μεγάλο, τύπου Black & Decker, ήταν μάλιστα πορτοκαλί με μαύρο, το οποίο κατέληγε σε ένα σωλήνα στον οποίο σωλήνα ήταν βιδωμένο ένα ροζ μεγάλο πέος τίγκα στη φλέβα. Ω ρε πούστη. Και δεν έφτανε αυτό. Δίπλα στο τρομακτικό αυτό τέρας, άλλη κατασκευή, ένα μεταλλικό κουτάκι με γρανάζια, ακουμπισμένο κάτω, που είχε στο πάνω μέρος ένα σωλήνα μισό μέτρο κι αυτός στον οποίο σωλήνα, ήταν ένα πέος βιδωμένο το οποίο ανεβοκατέβαινε με τη βοήθεια των γραναζιών. Αφού στάθηκα εκεί για λίγα δευτερόλεπτα με το στόμα μισάνοιχτο, αποφάσισα να φύγω, δίνοντας για μία ακόμη φορά συγχαρητήρια στη βιομηχανία του σεξ, που κατάφερε και πάλι να με σοκάρει για μία ακόμη φορά σ’ αυτή τη χώρα. Η προηγούμενη φορά που είχα σοκαριστεί πάλι τόσο, ήταν πάλι στο Άμστερνταμ, πάλι μπροστά σε βιτρίνα σεξ σοπ όπου είχα δει δονητές αντρικά χέρια, τεράστια, μεγάλα χέρια που κατέληγε σε γροθιά το ένα και το άλλο είχε τα δάχτυλα τεντωμένα.

Σ’ αυτή τη χώρα έχει καταστραφεί όλη η παιδική μου ηλικία. Αυτό έχω να πω μόνο. Πάνε χαμένα τόσα χρόνια Στρουμφάκια, Πίπη Φακιδομύτη, Νιλς Χόλγκερσον, Κάντυ Κάντυ, πάνε όλα. Φτάνει μια βόλτα στα σεξ σοπς στη Red District. Τι να πω.

Και μετά από την καυτή αυτή σεξοβόλτα κι αφού τη γλίτωσα και δε μου τον εφόρεσε κανένας ανώμαλος εκεί μέσα, συνάντησα τα παιδιά και φύγαμε για άλλες πολιτείες, προάστια κι έτσι. Τι ωραία!

Καταρχήν με πήγανε στη θάλασσα. Το σουρεαλιστικό εδώ παιδιά, ξέρετε ποιο είναι; Αλλά μιλάμε για τις Κάτω Χώρες. Δεν τις λένε τυχαία έτσι. Όταν πας στη θάλασσα, ακολουθείς ανοδική πορεία. Ανεβαίνεις αμμόλοφους και καταλήγεις κάποια στιγμή στη θάλασσα. Ψωλόκρυο παίδες άλλο να σας λέω κι άλλο να το νιώθετε. «Τι είναι εδώ απέναντι στο χάρτη;» ρώτησα τα παιδιά. «Ο Βόρειος Πόλος» ήταν η απάντηση. Μάλιστα. Η παραλία αμμουδερή, απέραντη, κάνεις την Ολλανδία γύρω-γύρω άμα γουστάρεις να το κόψεις ποδαράτο, σκυλιά να τρέχουν, παππούδες να περπατάνε, άνθρωποι να σκουπίζουν με πετσέτες και να χτενίζουν τα σκυλιά που είχαν μπει στη θάλασσα κι αυτά τα χαμένα να κάθονται και το καλύτερο; Μια καντίνα, τύπου βρώμικο στην Πλατεία Μαβίλη, αλλά αντί κρεατικά, να έχει κάθε είδος ψαρικού τηγανισμένο φα-ντα-στι-κά όλα. Φάγαμε εκεί στο όρθιο αγναντεύοντας τη βόρεια θάλασσα, μαζεύοντας ψωλόκρυο (δε θα πω τι έγινε το βράδυ το δωμάτιο - θάλαμος αερίων) και παρατηρώντας τα σπιτάκια που ήταν τόσο μα τόσο όμορφα και παραδοσιακά. Ξέρετε οι Ολλανδοί τα σπίτια τους τα ονοματίζουν και γράφουν με διάφορους τρόπους το όνομα του σπιτιού απ’ έξω. Με ταμπέλες νέον, με ψηφιδωτό, με ξύλο, πλαστικό, με ό,τι να ’ναι, σκαλιστά γράμματα, απλά, μικρά, μεγάλα, τι γλυκούλι. Άλλες φορές, μου είπαν τα παιδιά εδώ, δεν το είδα λάιβ, ότι γράφουν τα ονόματα όλης της οικογένειας μαζί και του σκύλου και τέτοια. Μη φαντάζεστε τσίρκο, είναι όμορφα σαν παιχνίδια.

Τι άλλο κάνουν ρε σεις; Πολιτισμός. Βγάζουν φαΐ στα πουλιά που κυκλοφορούν, υπάρχει ειδικό φαΐ και μάλιστα τους είχε κάνει ανακοίνωση κ ο Δήμαρχος τύπου, όπως παρακαλείστε να ταΐζετε τα πουλιά τώρα το χειμώνα και τέτοια. Το άλλο; Που έρχονται από το δήμο λέει εδώ η φίλη την άλλη φορά, της χτυπάει το κουδούνι και τις λένε ‘γεια σας, ξέρετε τα στηρίγματα που έχετε στα δεντράκια σας έξω, δε χρειάζονται πια, να τα βγάλετε’, ‘μάλιστα’ λέει η δικιά μου αλλά ως γνήσια ελληνική οικογένεια το ξέχασαν. Μετά από μία εβδομάδα, ξαναχτυπάει η πόρτα, ‘ναι, ξέρετε, τα στηρίγματα που λέγαμε, δεν τα βγάλατε’, ‘να σου γαμήσω’ είπε από μέσα της η δικιά μου και τα έβγαλε. Κατά τα άλλα, άμα σας χαλάσει κάτι εδώ και θελήσετε να το φτιάξετε, πηγαίνετε στην τράπεζα, σηκώστε ένα κάρο λεφτά, πηγαίνετε σπίτι σας, κάντε το σταυρό σας να μην είναι μεγάλη η ζημιά και αμέσως μετά, πάρτε τον τεχνικό τηλέφωνο. Εδώ στα παιδιά, είχε χαλάσει το καλοριφέρ σε μια φάση που ήταν το κρύο τσουχτερό και δεν έπαιζε να μην έχεις καλοριφέρ. Δε σκέφτηκαν να πάρουν τον ιδιοκτήτη και πήραν αμέσως την εταιρία που το τηλέφωνό της ήταν γραμμένο πάνω στο μπόιλερ. Έρχεται ο υπάλληλος, κάθεται γύρω στις 6 ώρες και μετά από λίγες μέρες ήρθε η χρέωση. 500 ευρώ. Κοπήκατε; Καλύτερα να πεθαίνατε μπλε από το κρύο; Κι εγώ. Και τα παιδιά, αυτό σκέφτηκαν. 50 ευρώ την ώρα ο υπάλληλος, ήρθε Σάββατο, ήταν απόγευμα, του κάηκε η τοστιέρα, δεν ξέρω, πάντως ό,τι πρόβλημα υπήρχε στη ζωή του το πλήρωσαν οι φίλοι μου. Δεν έχει εδώ αυτά τα ελληνικά με τη συζήτηση, κάτσε να σου βάλω μια μπύρα ρε φίλε να σου πω τι μου έκανε η γυναίκα μου, μπα, δεν έχει τέτοια. Πολιτισμός σκέτος. (Αρχίζω να συμπαθώ την Ελλάδα σε φάσεις).

Ξέχασα να σας πω ότι στη διαδρομή μεταξύ θάλασσας (Haarlem) και χωριού παιδιών (Voorhout) περάσαμε από την Εκάλη του Haarlem. Εντάξει μαλάκες. Εντάξει μαλάκες, λέω. Τα βυζιά μου αυτή τη στιγμή που μιλάμε, είναι πεταμένα σε ένα χαντάκι κάπου κει κοντά γιατί μ’ αυτά που είδα, τα ξήλωσα και τα πέταξα από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Τι σπίτια ήταν αυτά;;; Όχι, αυτά δεν ήταν σπίτια! Ήταν τα κάστρα τη Σταχτοπούτας και της Χιονάτης σε συνδυασμό με τα σπίτια του χωριού του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, (στρογγυλές στέγες από άχυρο) απλά σε τετραπλάσιο μέγεθος. Φανταστείτε σκηνικό, τύπο να μπαίνει σπίτι του, στον κήπο δηλαδή, με το άλογο. Τύπου δέντρα τεράστια δεξιά αριστερά, ξύλινη πόρτα μισάνοιχτη, κώλος αλόγου και ουρά να κουνιέται και στο βάθος οι μύτες από τους πυργίσκους του κάστρου του. Ναι το είδα αυτό. Εκεί απ’ έξω πέταξα τα βυζιά μου. Αλληγορία της Σταχτοπούτας κι έτσι, μια άλλη εκδοχή. Βρίσκει τα βυζιά μου ο πανέμορφος πάμπλουτος ξανθός παιδαράς Ολλανδός, μαγεύεται και ψάχνει όλες τις άβυζες να δει σε ποια ταιριάζουν, με βρίσκει, με παντρεύεται και μετά σας γράφω για όλη μου τη ζωή κείμενα που δε θα λένε τίποτα άλλο από «Ω ρε πούστη Ω ρε πούστη Ω ρε πούστη Ω ρε πούστη!!» από το σοκ που δε ξεπεράσω ποτέ να ζω σε ένα τέτοιο σπίτι.

Και κάτι τελευταίο, άσχετο, αλλά τέλειο. Με τον κολλητό τις προάλλες που βολτάραμε στο Μάαστριχτ, είδαμε κάτι αποκριάτικες στολές σε ένα μαγαζί. Τι είδαμε δηλαδή σε ένα μαγαζί που όλα τα μαγαζιά αποκριάτικα έχουν, αλλά σ’ εκείνο το μαγαζί, κλάψαμε επαρκώς με τη στολή που είδαμε. Η στολή ήταν μπύρα. Ναι. Ντυνόσουν ποτήρι μπύρα. Ένα κίτρινο τετράγωνο πράγμα (το ποτήρι), με αφρό (άσπρο κυματάκι στο πάνω μέρος) και χερούλι στο ένα πλάι. Μαλάκες φανταστικό. Μπορεί να το πάρω. Μα να έχεις ντυθεί μπύρα; Ανύπαρκτο! Και μια άλλη στολή ήταν τέλεια που είδα αλλά αυτή δε μπορώ να την πάρω γιατί θα γεμίσει η βαλίτσα και τα υπόλοιπα θα τα εφαρμόσω στον πάτο μου. Η άλλη στολή ήταν να ντυθείς χοντρή. Μια φόρμα από διάφανο μπεζ τούλι με τιράντες, ολόσωμη φόρμα σορτσάκι φάση, που ήταν παραγεμισμένη με αφρολέξ (προφανώς) και είχε βυζάρες, κοιλάρα και κωλάρα με στρινκ τεράστιο, να πεθαίνεις. Άμα σε δουν από μακριά μ’ αυτό, βλέπουν μια χοντρή γυμνή και τα σοκ έρχονται αναμφισβήτητα απανωτά. Όταν είχα δει τη στολή αυτή, ο κολλητός ήταν σε άλλο διάδρομο και χάζευε και γω χωρίς να χάσω ευκαιρία, βγάζω παλτό, κασκόλ κλπ, τη φοράω, πηγαίνω στους διαδρόμους, πάω δίπλα του κρατώντας ένα γιλέκο και τον ρωτάω σα να μη συμβαίνει τίποτα «αυτό σου αρέσει;» Γυρίζει ο άλλος να δει και λύγισαν τα γόνατά του από το γέλιο. Γενικά τα κάνουμε αυτά σε μαγαζιά. Βρίσκουμε μαλακίες, τις φοράμε, πάμε δίπλα στον άλλο εκεί που είναι αφηρημένος, τον ρωτάμε κάτι άσχετο, αυτός γυρίζει κι αντί να δει εσένα, βλέπει π.χ. έναν ρασταφάριαν με μαλλί μέχρι τον κώλο και γυαλιά με κωλοδάχτυλα στο πάνω μέρος να τον ρωτάει αν πείνασε και θέλει να πάνε για φαΐ. Η επόμενη κίνηση είναι ή φωτογραφία ή στήριξη σε κάποιο ράφι για να μην πέσει κάτω από τα γέλια.

Υ.Γ. Έχω να καταγγείλω ότι οι λεκάνες σε αυτή τη χώρα είναι επιδεικτικά εκνευριστικές! Όταν δεν είναι σαν πιάτα να βλέπεις τα σκατά σου, είναι τόσο ψηλές που θες σκαμπό για να ανέβεις! Ήμαρτον. Στο σπίτι των παιδιών που έχω έρθει τώρα, χωρίς πλάκα, κάνω αλματάκι για να κάτσω και όχι, δεν είμαι νάνος, 1.60 είμαι, κοντονορμάλ υποθέτω λέγεται αυτό. Όσο για τα πόδια μου όταν είμαι στη λεκάνη τα κουνάω και ακόμα κι αν τα τεντώσω δεν φτάνουν κάτω, χτες μάλιστα μου έπεσε και η παντόφλα κάτω και την κοίταζα. Τι σκατά!

Υ.Γ. Επίσης, συνεχίζοντας τις καταγγελίες και γιατί τώρα το θυμήθηκα, δε φτάνει που τα πιάνουν όλα με τα χέρια όταν σου σερβίρουν να γαμοφάς κάτι (σήμερα ο μπάρμαν χούφτωσε το κέικ καρότο μου, το έβαλε στο πιάτο και μου το έδωσε), ξέρετε το άλλο; Στην τουαλέτα, ο κάδος απορριμμάτων ή αλλιώς ο σκουπιδοτενεκές κωλόχαρτων ανοίγει ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ και ΟΧΙ με το πόδι. Πώς σας φαίνεται; Έχεις πιάσει τ’ αρχίδια σου, τον κώλο σου, το δεν ξέρω τι σου, και ΠΙΑΝΕΙΣ ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ ΚΥΡΙΕΣ και ΚΥΡΙΟΙ για να το ανοίξεις. Και να σας πω το άλλο; Το ίδιο κάνει Ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ που αφού κατουροχέσει και χουφτώσει τον τενεκέ, χουφτώνει μετά το κέικ μου. Γύρευε με πόσες αρρώστιες θα γυρίσω. Γκουχ γκουχ.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Οδηγώ και σε σκέφτομαι.

Τώρα που σας γράφω, είμαι στο τρένο, έχω θέα πρασινάδα, ουρανό, ακόμα υπάρχουν κάτι εργοστάσια γιατί τώρα βγαίνουμε από την πόλη του Μάαστριχτ, να κι ένα τέλειο σπίτι, μουσείο, τι είναι, μόλις πέρασε κι ένα τρένο, γκράφικς σε τοίχους, αυτοκίνητα στον αυτοκινητόδρομο δεξιά μου, αριστερά μου σπίτια και γω πάω στο Άμστερνταμ. Εκεί, θα συναντήσω καλούς φίλους που μένουν εδώ με την οικογένειά τους, θα με μαζέψουν και θα με πάνε πολλές-πολλές βόλτες.

Εγώ βέβαια, έχω άλλα σχέδια. Πρώτα απ’ όλα να πουλήσω το κορμί μου στη red district να βγάλω κανένα φράγκο γιατί μου τελειώνουν τα λεφτά κι έχω ακόμα 2 βδομάδες εδώ. Πώς θα ζήσω; (Η θεά είναι τέλεια. Τρίγωνες κουκλίστικες στέγες σπιτιών παντού παντού παντού και δέντρα δέντρα δέντρα). Γι’ αυτό, αν και είχαμε ραντεβού με τα παιδιά αργότερα, εγώ ξεκίνησα νωρίτερα μόνο και μόνο για να πάω να ξεπουληθώ. Δε γίνεται φίλοι μου, να με συγχωρείτε, αλλά εγώ ήρθα υποτίθεται σε μια μικρή πόλη κι αυτό έχει βγει Μιλάνο τουλάχιστον. Τόσα μαγαζιά, τόσο φτηνά πράγματα, έχω, έχω, αλλά δε γίνεται, θέλω κι άλλα. Μέχρι βάση να βάζεις το βιβλίο σου έχει να μην το σηκώνεις να κουράζεσαι. Πρέπει να τα αγοράζεις αυτά τα πράγματα, δεν είναι να τ’ αφήνεις. Αλλά με τι λεφτά; Γι’ αυτό σας λέω, red district στην ψύχρα.

(Μια παρένθεση εδώ γιατί δεν είναι και πολύ ωραίο να αστειευόμαστε μ’ αυτή τη δουλειά καθώς, ειδικά εμένα, με φρικάρει ανελέητα. Πριν μερικά χρόνια που ήμουν Άμστερνταμ, μέναμε κοντά στην red district αλλά δεν το είχα αντιληφθεί. Μέχρι που μια μέρα που βγήκα από το ξενοδοχείο, πήρα ένα μικρό στενάκι να βγω κάπου, μιλάμε 1 x 1 το στενάκι, και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι κίνηση αριστερά μου. Γυρίζω και τι να δω; Μια κοπέλα με εσώρουχα να τρίβεται στο τζάμι στα 50 εκατοστά από μένα. Κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. Όχι από το σοκ της γύμνιας της, ούτε επειδή είμαι θεούσα. Επειδή ήταν δεν ήταν 17 χρονών. Και, για σκεφτείτε, ειδικά οι άντρες, πώς είναι να σε γαμάνε κάθε μέρα πόσοι, ωραίοι, άσχημοι, κοντοί, χοντροί, που τους τρέχουν σάλια, που είναι άπλυτοι, που θέλουν να σε χαστουκίσουν γιατί έτσι τη βρίσκουν και τα λοιπά. Και μη μου πείτε «το θέλουν, τους αρέσει» και τα σχετικά γιατί κι εγώ θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Πόσο μπορείς να θες και να σου αρέσει κάτι συνέχεια; Ας πούμε ότι σας αρέσουν τα μακαρόνια. Και κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, εκτός τις μέρες που έχετε μια αδιαθεσία, κάθε μέρα λοιπόν, τρώτε μακαρόνια, πολλά πιάτα την ημέρα. Ας πούμε 20. Τρώτε λοιπόν κάθε μέρα 20 πιάτα μακαρόνια. Κι ας πούμε, γιατί έτσι είναι, ότι το ένα πιάτο είναι ωραίο μία στις τόσες γιατί στην τελική αν το πιάτο είναι ωραίο δε θα κάτσει να πληρώσει να το φάτε εσείς, θα πάει να το φάνε αλλού τζάμπα και με μια πιο ρομαντική διάθεση, αν με καταλαβαίνετε τι εννοώ. Τρώτε λοιπόν κάθε μέρα 20 πιάτα μακαρόνια τα οποία: άλλα είναι φτυμένα, άλλα λασπωμένα, άλλα δεν έχουν σάλτσα, άλλα έχουν πολύ σάλτσα, άλλα μυρίζουν άσχημα, άλλα είναι λίγα, άλλα είναι πάρα πολλά, άλλα είναι σε βρώμικα πιάτα, άλλα είναι με σκατά από πάνω, άλλα σας έρχονται στα μούτρα πριν τα φάτε... για σκεφτείτε, σας αρέσει; Εκτός φυσικά αν την ώρα που το κάνετε αυτό, σκέφτεστε πόσα πολλά λεφτά βγάζετε. Αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Δυσκολάκι το θέμα της πορνείας, μεγάλη κουβέντα, δεν το αντέχω ιδιαίτερα, η θέα παραμένει ωραία, μόνο που για κάποιο λόγο, σε μερικά σημεία κουνάει και με βλέπω να ξερνάω πάνω στο λάπτοπ γιατί γριά γυναίκα είμαι, δεν είμαι για πολλά πολλά.

Και τώρα είπα για πορνεία, είπα για κούνημα, πώς θα ξεπουληθώ; Αποκλείεται. Καλύτερα να κλέψω.

Που λέτε. Τι να σας πρωτοπώ; Από κάπου ν’ αρχίσω. Α. Το καρναβάλι θα το χάσω, κατά τις 5-6 Μαρτίου είναι λέει φέτος ενώ πέρσι ήταν 14-16 Φεβρουαρίου. ...Πω πω ρε σεις, μυρίζει μανό! Αν είναι δυνατόν! Και σηκώθηκα αλλά δε βλέπω να βάφει καμία τα νύχια της. Τι σκατά! Συνεχίζουμε. Το καρναβάλι τον πούλο λοιπόν, δεν πειράζει. Εδώ οι άνθρωποι είναι πολύ ήρεμοι που λέτε. Και δε σκοτώνονται στη δουλειά σαν κι εμάς τους μαλάκες. Ούτε άγχος έχουν, ούτε τίποτα. Να το δείτε λάιβ να τρελαθείτε. Αφού με εκνευρίζουν. Στο σέρβις τους είναι πολύ κουλ, χαλαροί, δε βιάζονται, κι ας περιμένουν 10 στην ουρά. Χτες, πήγα σε ένα θεϊκό μέρος, ένα παλιό καθολικό ναό με σκαλιστά θολωτά ταβάνια με ζωγραφισμένους αγγέλους, ο οποίος έχει γίνει βιβλιοπωλείο, ω ναι. Φανταστείτε τον Ελευθερουδάκη έτσι. Ντάξει, δεν έχω λόγια. Εκεί λοιπόν, έχει και καφέ και ωραία γλυκά κλπ. Είναι σελφ σέρβις η φάση, οπότε είμαι ταμείο και παραγγέλνω ένα γλυκό κι ένα τσάι.

.....Κάτσε γιατί είχαμε διακοπή. Ήρθε ο ελεγκτής, ΟΚ, αλλά καθόμουν πρώτη θέση. Κυρία η δικιά σου. Και σηκώθηκα όπως καταλαβαίνετε, γιατί παραμένω κυρία, και ήρθα στη δεύτερη. Κι όπως σηκώθηκα, είδα την καριόλα μπροστά μου, αυτή έβαφε τα νύχια της. Μα πάνε καλά; Το είδαμε πάλι με τον κολλητό που πήγαμε σε ένα άλλο μέρος, θα σας πω μετά γι’ αυτό, μια έβαφε τα νύχια της στο τρένο. Κι αυτό το πράμα μυρίζει έντονα, για σας παρακαλώ μη γαμήσω. Συνεχίζουμε. Πάω που λέτε να πάρω το γλυκό μου και το τσάι μου. Πάει η δικιά σου, βάζει το γλυκό, αφήνει το πιατάκι, δε μου το δίνει να πληρώσω, μαζί με το γαμοβραστό νερό να βάλω το φακελάκι μέσα να τελειώνουμε, όχι, αφήνει το πιατάκι με το γλυκό στον πάγκο κι αρχίζει να αλλάζει τις πιατέλες των γλυκών στο ψυγείο! Σκέφτηκε, θα περιμένει, γιατί πότε θα το κάνω; Αφού έχει συνέχεια κόσμο. Θεοί; Στα παπάρια τους! Άμα το έκανε αυτό κανείς στην Αθήνα, το τι «τς τς τς τς» και «δεν πάει καλά» θα είχε ακούσει, δε λέγεται. Αφού άλλαξε τα πιάτα, μου έδωσε το γλυκό, πλήρωσα, παλουκώθηκα, κομπλέ. Έτσι είναι δω οι άνθρωποι, χαλαροί. Τα μαγαζιά ανοίγουν στις 10 και στις 6 σφραγίζουν. 6 η ώρα είναι σαν ακατοίκητη η πόλη. Δουλεύουν 8 ώρες και τέλος. Όχι σαν τους μαλάκες τους Έλληνες που τον πίνουν όλη μέρα και πληρώνονται τ’ αρχίδια τους. Εδώ οι άνθρωποι είναι χαμογελαστοί, ήρεμοι, ψύχραιμοι. Στην τράπεζα, δεν έχει γκισέ, όλα τα κάνεις μέσω μηχανημάτων, οι υπάλληλοι φέρνουν βόλτες. Γενικά οι άνθρωποι είναι χα-λα-ροί, δεν ξέρω πως να σας το πω αλλιώς. Και μη μου πείτε για ναρκωτικά και μαλακίες, μιλάμε σοβαρά τώρα. Μάλιστα επειδή ακριβώς η ανθρωπότητα είναι εντελώς καθυστερημένη, χαλαρή ή όχι, εδώ που είναι ελεύθερα τα ναρκωτικά, αυτοί πίνουν αλκοόλ.

(Συγνώμη, δείτε εδώ, για να ξέρετε πόσο αλήθεια λέω για το πόσο δουλεύουν ποιοι και που).

Και δω περνάμε στο επόμενο θέμα. Το τι γέλιο έχω ρίξει με τις περιγραφές του κολλητού πάνω στο θέμα «λιώμα από ξύδια στο Μάαστριχτ» δε λέγεται. Και κάτι έχω δει κι εγώ. Οι Ολλανδοί όταν γίνονται λιώμα γκαρίζουν. Αυτό είναι το πρώτο θέμα. Είναι σα να βλέπεις φιλάθλους του Ολυμπιακού μετά από αγώνα. Οι Έλληνες έχουμε αγκαλιές, κλάματα, αγάπες, ντέρτια, οι Άγγλοι μαχαιρώνονται, οι Ιταλοί παίζουν ξύλο και οι Ολλανδοί γκαρίζουν, είναι απλό, μην το ψάχνετε. Πήγε λέει ο κολλητός σε ένα μαγαζί να φάνε με κάτι φίλους, και ήρθαν δίπλα κάτι λιώματα και ούρλιαζαν τόσο πολύ (αυτοί υποτίθεται ότι μιλάνε, μην παρεξηγιόμαστε, δεν τσακώνονται, γκαρίζουν, κωφεύουν από το πιοτό, τι να σας πω, δεν ξέρω) που δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν κι έφυγαν. Άσε λέει το βράδυ που πάνε στα μπαρ, γίνονται κώλος και μετά τις 3 αρχίζουν να ανεβαίνουν στα τραπέζια να χορεύουν Λαμπάντα, Μάικλ Τζάκσον και τέκνο (γιατί τέτοια ακούνε) και μετά να βγαίνουν έξω γκόμενες με μίνι στους -3, να κλαίνε ενώ ξερνάνε παράλληλα. Δεν υπάρχει.

Κι αλλάζουμε θέμα να υπάρχει ποικιλία.

Σας έγραψα γι’ αυτό; Όχι. Πήγαμε σε ένα χωριό, μια μικρή πόλη, το Roermond, μισή ώρα με το τρένο από το Μάαστριχτ (σα να λέμε αποστάσεις Ελλάδας με το τρένο σα να πηγαίνεις Αθήνα Κομοτηνή αστειεύομαι) στο οποίο έχουν φτιάξει ένα χωριό μόνο με μαγαζιά outlet. Ανοιχτό όλη την εβδομάδα, και Κυριακή, και μεις φυσικά πήγαμε Κυριακή. Εκεί σκέφτηκα σε πρώτη φάση ότι πρέπει να ξεπουλήσω το κορμί μου. Τα μαγαζιά ήταν από Prada μέχρι Black & Decker, Nike, Puma, Adidas, Miss Sixty, Armani, Gucci, είχε πολύ πράμα για όλα τα πορτοφόλια και όλα, προσέξτε με, outlet. Κάτι σαν το Factory Outlet το δικό μας σε μέγεθος και στυλ Ολλανδικού χωριού. Καλό; Ήμουν κυρία, σας πληροφορώ αγόρασα μόνο ένα πραγματάκι με 15 ευρώ.

Η θέα παραμένει ωραία αν κι έχω κάτσει σε ένα παράθυρο που έχει χυμένη μπογιά αλλά βαριέμαι να σηκώνομαι, τα βλέπω αρτιστίκ όλα, δε με νοιάζει. Άχου προβατάκια στρουμπουλά και άλογα με φορεσιά να μην κρυώνουν μάλλον κι ένας ωραίος ουρανός, όχι σαν το δικό μας, ποτέ, αλλά γλυκούλης. Μου έχει κάνει ένα καιρό παιδιά, δεν το συζητώ, τέλειο! Κάνει κρύο αλλά εντάξει, δεν το λες και κρύο αυτό.

Ξέρετε εδώ οι άνθρωποι, στο Μάαστριχτ συγκεκριμένα, έχουν σκύλους. Πολλούς σκύλους. Μα πάρα πολλούς σκύλους. Για την ακρίβεια, δεν έχω ξαναδεί ποτέ σε ένα μέρος τόσους σκύλους μαζεμένους. Κι ένα θα σας πω. Λατρεύω τους σκύλους. Θα σας πω κι άλλο ένα. Λατρεύω όλους τους σκύλους αλλά τους μικρούς θέλω να τους χώσω ολόκληρους στο στόμα μου και να τους καταπιώ από την πώρωση. Κι εδώ έχουν κυρίως μικρούς σκύλους γιατί, λογικό είναι, ζουν σε μικρά σπίτια, που να βάλουν τα μαντρόσκυλα. Έχω ματώσει τα χείλια μου λέμε να τα δαγκώνω συνέχεια από τα υπέροχα σκυλιά που βλέπω και δεν μπορώ να πέσω κάτω να τα λιώσω, να τα συνθλίψω, να τους γαμήσω τον αδόξαστο. Και τα σκυλιά εδώ είναι ή τουλάχιστον φαίνονται, εκπαιδευμένα. Δεν ακούς γαβγίσματα ποτέ, ούτε τραβάνε δεξιά αριστερά και τέτοια. Επίσης, μπαίνουν μαζί με τα αφεντικά τους σε όλα τα μαγαζιά. Ρούχων, καφέ, παντού. Τα αγαπούν, τα αποδέχονται όλοι πλήρως και τέλος. Πολιτισμός κι έτσι, μη σοκάρεστε. Μέχρι ρε σεις, ξέρετε τι είδα; Σε pet shop είχε αποκριάτικες στολές για σκύλους. Νυχτερίδα, σκελετός, μπάτσος! Να αφήσετε τα κόκαλά σας, σας λέω. Μόνο γι’ αυτό θα ήθελα να είμαι στο καρναβάλι, να δω τσιουάουα μπάτσο να προσπερνάει κανίς άγγελο και μετά να πεθάνω.

Κάτι ακόμα που παρατήρησα για τα μαγαζιά με είδη πρώτης ύλης. Δεν υπάρχουν. Βίδες, πρόκες, σφουγγαρίστρα, κουρτίνες, πόμολα, δεν υπάρχουν ρε παιδί μου. Πρέπει να ψάξεις να τα βρεις και θα πας με αυτοκίνητο μακριά για να τα συναντήσεις. Ενώ στην Αθήνα, όλα είναι στο κέντρο. Κι όχι μόνο είναι στο κέντρο, έχουμε και ολόκληρους δρόμους αφιερωμένους σε βρύσες, σε κουμπιά, σε φερμουάρ, σε υφάσματα, σε ό,τι μπορείς να φανταστείς. Θα τους φαίνεται πολύ παράξενο των τουριστών αυτό που έχουμε εμείς. Βέβαια, γι’ αυτό έχουμε και τόση κίνηση στο κέντρο. Θες ψάρια; Στο κέντρο. Θες πόμολα; Στο κέντρο; Θες νυφικό; Στο κέντρο. Θες τι θες στο κέντρο, γι’ αυτό γίνεται και της πουτάνας. Ενώ εδώ αυτοί είναι μάγκες. Έχουν περιορίσει το κέντρο μόνο για βόλτες, χωρίς αυτοκίνητα και τέλος. Καφέ, καταστήματα, μουσεία, γεια σας. Δε λέω ότι το προτιμώ, λατρεύω που κατεβαίνω στην Αθήνα να πάρω βίδες και φερμουάρ απλώς θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε περισσότερο τα ΜΜΜ και τα πόδια μας. Και ποδήλατα! Ποδήλατα ρε παιδιά! Τι ωραίο πράγμα! Γιαγιάδες με ποδήλατα, δίχρονα με ποδήλατα, μαμάδες με δύο μωρά στα ποδήλατα, τι ωραία!!

Και κάτι αστείο για να κλείσουμε γιατί θα γράψω βιβλίο στο τέλος, έτσι όπως πάω. Χτες το βράδυ ξαπλώνω να ξεραθώ γιατί σα να έχω ψιλοαρρωστήσει και λίγο, είχα και το ταξιδάκι σήμερα, οπότε λέω άντε. Την πέφτω. Κλάνω. Ε, είπαμε, ψιλοκρυωμένη. Κλάνω. Μην τα ξαναλέμε. Έρχεται ο κολλητός, την πέφτει κι αυτός. Κλάνω. Βροντερές τώρα, έτσι; Σιγή. Και σε λίγα δευτερόλεπτα, ακούω μια γυναικεία φωνή να λέει στα ελληνικά «κλανιά». Το τι γέλιο έριξα ρε σεις, δε λέγεται. Μου φύγανε κι άλλες κλανιές λέμε. Είχε ανοίξει το iphone ο τύπος, ήταν στο μεταφραστή του google που σου λέει προφορικά τη μετάφραση της λέξης που θες και έπαιζε. Αμίλητος εντωμεταξύ. Ηρεμώ από το γέλιο, γυρίζω να κοιμηθώ και ακούω «πόρνη» - «τσούλα» - «βρώμικη τσούλα», μαλάκες κόντεψα να κατουρηθώ. Και όταν πια σκούπισα τα μάτια μου από τα καυτά δάκρυα και πήγα να ηρεμήσω, αμολάει μια κλανιά τόσο βροντερή, που ναι, εκεί πήγα να πάθω ανακοπή από το γέλιο.

Τώρα είναι λογικό γέροι άνθρωποι, μέσα στη διανόηση υποτίθεται, να γελάμε με τέτοια πράγματα; Γκετ ε λάιφ, θα μας έλεγε κάποιος. ....Άσε μας ρε φίλε!!

Υ.Γ. Φτάσαμε Eindhoven, τι λες τώρα! Μούφα φαίνεται, ψιλοτρίτο ράιχ, αλλά έτσι νομίζουμε και μετά μπαίνουμε μέσα στις πόλεις και μας πέφτουν τα σαγόνια. Άσε με, είναι τόσο όμορφα!

Υ.Γ. Αν και κουράδες σκύλων στα πεζοδρόμια έχει μπόλικες σας πληροφορώ, όχι για να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη και να είμαστε και δίκαιοι έτσι;

Μη χάσετε στο επόμενο επεισόδιο:

Βόλτα στο Άμστερνταμ και δονητής κομπρεσέρ, βόλτα στη θάλασσα και καντίνα με γαρίδες και καρνάβαλος ντυμένος μπύρα.

Μόνο εδώ!

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Μαίρη Παναγιωταρά.

Αχ, επιτέλους ξεκίνησε η καθημερινότητα στο Μάαστριχτ. Τελειώσαμε με το γαμήσι των επίπλων, δε θέλετε να ξέρετε πόσους τοίχους, πυροσβεστήρες, γωνίες πήραν μαζί τα παιδιά που κουβάλησαν τα έπιπλα. Αλλά εγώ αφού είδα αυτόν τον τεράστιο δερμάτινο τριθέσιο καναπέ να έρχεται εδώ πάνω απ’ αυτές τις σκάλες, πλέον έχω πίστη. Πιστεύω ότι όλα είναι δυνατά. Βεβαίως.

Που λέτε. Ξεκίνησε η καθημερινότητα και γουστάρω τρελά. Ο κολλητός ξεκίνησε να πηγαίνει στην ακαδημία γιατί πρέπει κι αυτός να αρχίσει κάποτε να δουλεύει και γω σπίτι, μαγείρεμα, βόλτες, ξύσιμο.

Εγώ τις προάλλες πήγα σούπερ μάρκετ και μου έφυγε ο κώλος. Όχι μόνο από το κουβάλημα που πήγα και πήρα τα άπαντα του Alber Heijn (το όνομα του ολλανδικού σούπερ μάρκετ είναι αυτό, σα να λέμε Βασιλόπουλος, Βερόπουλος κλπ), αλλά και από το σφίξιμο για να καταλάβω όλα αυτά τα ολλανδικά που διάβαζα στις ετικέτες και προσπαθούσα να καταλάβω. Α, ξέρετε, έχω ένα σπουδαίο χάρισμα (εκτός των άλλων). Άμα συγκεντρωθώ αρχίζω και καταλαβαίνω γλώσσες που δεν ξέρω, αμέ. Προφανώς συμβαίνει γιατί είμαι εκπληκτικά έξυπνη και καταλαβαίνω τι θένε να πούνε οι ποιητές. Καλά, δεν είπα ότι διαβάζω κι εφημερίδα και μετά σχολιάζω τη γραφή του δημοσιογράφου, χαλαρώστε, κει δυο ταμπελάκια καταλαβαίνω. Έτσι, ήμουν στο σούπερ μάρκετ και γύριζα ανάποδα τις συσκευασίες, έψαχνα, είχα μπει και στο ίντερνετ νωρίτερα και είχα ψάξει στο μεταφραστή πως λέγονται μερικά πράγματα όπως πχ το μοσχάρι και το χοιρινό (ακόμα ένα χάρισμα, προνοητική) κι έτσι πορεύτηκα σχετικά κουλ. Το πιο αστείο ήταν που πήγα στη ζυγαριά στα φρούτα να ζυγίσω κάτι μπανάνες και τέτοια αλλά δεν τα κατάφερνα και ρώτησα ένα κύριο αν ξέρει να μου πει πως λειτουργεί αυτό και άρχισε να μου λέει στ’ αγγλικά λέξη προς λέξη, «τα- λαχανικά- και- τα- φρούτα- ζυγίζονται- στο- ταμείο» και κοιτάω και μου έδειχνε μια ταμπέλα που υπήρχε από πίσω με ολλανδικά. Γέλασα, ευχαρίστησα, μάζεψα σακούλες, προχώρησα.

Που λέτε. Τα λαχανικά ακριβά. Α, Ελλαδίτσα και άγιος ο Θεός φίλοι μου. Εδώ 3 πιπεριές αγκαλιά 2.5 ευρώ. 3 ντοματούλες τσουρούτικες τα ίδια. Αμ το κολοκυθάκι; Ναι, ΤΟ κολοκυθάκι, όχι ΤΑ κολοκυθάκια. Το ένα κολοκυθάκι έκανε 1 ευρώ, αμέ. Αλλά ήταν σαν αγγούρι. Γύρευε τι μετάλλαξη είχε φάει. Το ένα λεμόνι050 λεπτά. Που το έβλεπα και σκεφτόμουν τις λεμονιά του κολλητού στην Αθήναπου κάνουμε αποψίλωση και μετά μπάνιο με ζωμό λεμονιού.. α ρε... 7.5 ευρώ η πολυθρόνα, ναι μεν, αλλά τα φασολάκια μισό κιλό σε ένα φακελάκι, 2.5 ευρώ. Που να πάρω να μαγειρέψω να χορτάσουμε που θέλουμε ένα στρέμμα φαΐ, δε γίνεται, γάμα τα. Άσε που φακές τύπου, φασόλια, όσπρια γενικά, δεν υπάρχουν. Τώρα αν έχει κανένα άλλο σούπερ μάρκετ τετραώροφο και βρίσκεις τα πάντα δεν ξέρω, πάντως αυτό που έχουμε δω κοντά, μεγάλο το λες. Είχε ένα σωρό μαλακίες που δεν τις ήξερα και προφανώς τις χρησιμοποιούνε στα ολλανδικά φαγητά αλλά εγώ εκτός του ότι δεν τα ξέρω, δε θέλω να μαγειρέψω και φασόλια με λάχανο και λουκάνικο γιατί από τις κλανιές θα βάλουμε καμιά φωτιά και θα πληρώνουμε σπίτια μετά, δε λέει. Εδώ μια σούπα λαχανικών φτιάχνω και μόνο που σκέφτομαι τι θα γίνει το βράδυ από τις κλανιές λόγω των κρεμμυδιών και του λάχανου που έχω βάλει, ανακατεύω το φαΐ και γελάω μόνη μου.

Χάλασε κι ο καιρός και βρέχει αυτές τις μέρες αλλά καιρός ήταν, δεν είνα νορμάλ να μοιάζει με ολλανδικό Απρίλη αλλά και πάλι δεν το λες πολύ κρύο αυτό που κάνει έξω. Πάντως, δε με νοιάζει ο καιρός, για την ακρίβεια, γουστάρω τρελά. Είμαι σ’ ωραίο σπιτάκι επιπλωμένο, μαγειρεύω, πίνω το gluhwein μου (ένα γλυκό κόκκινο κρασί που πήρα), έχω θέα ωραίες στέγες και λευκά περιστέρια που φιλιούνται (είπα καλή κουβέντα για περιστέρια, προσέξτε το), ίντερνετ, μουσικούλα, μπανάκι να παίρνουν λίγο μάτι και οι γείτονες μην τους έχω στη στέρηση, βολτίτσες, υπεροχότατα.

Υ.Γ. Περιττό να σας πω ότι χτες η εκκλησία είχε dj set, δεν εξηγείται διαφορετικά γιατί βαρούσε ΟΛΗ μέρα. Ή που είχε απαγχονιστεί κανένας παπάς από το κορδόνι της καμπάνας και πάλευαν να τον πιάσουν αλλά είχε κι αεράκι και δεν άφηναν ούτε τα πυροσβεστικά, ούτε την αστυνομία να τον πιάσει γιατί θα ήταν βλάσφημο, οπότε του τραβούσαν προφανώς από τα ράσα μπας και τον πιάσουν να τον κατεβάσουν αλλά είναι κοντοί (οι Ολλανδοί είναι ψηλοί υποτίθεται αλλά όχι, αυτοί είναι κοντοί) και δεν τα κατάφερναν οπότε τράβα-τράβα, κούνα-κούνα, βαρούσε η καμπάνα. Ε δεν εξηγείται διαφορετικά. Παρακαλώ ψηφίστε. Dj Set ο παπάς ης ενορίας ή απαγχονισμός; Τι νομίζετε ότι συνέβη χτες;

Υ.Γ. Τι βλέπω στα νέα για την Αθήνα; Τα σπάνε; Φωνάζει ο κόσμος και κάνει κινητοποιήσεις για τα εισιτήρια συν όλων των άλλων και οι άλλοι λένε κάτι για έγκλημα, κάτι για πλημμέλημα, κάτι για φυλακή;;;; Θα μπαίνουμε φυλακή εμείς οι στυγνοί εγκληματίες που δε θα πληρώνουμε εισιτήριο; Γαμάτο!!! Και οι ελεγκτές ζητάνε ο καθένας να έχει μαζί του ένα αστυνομικό για να μπορεί να παίρνει τα στοιχεία των παραβατών;;; Γουστάρω τρελά. Και πιο πολύ γουστάρω που από την γαλήνη, τους χαμογελαστούς κατοίκους μιας πόλης με 0% εγκληματικότητα και περιστέρια που φιλιούνται, θα έρθω στον πόλεμο; Ντάξει. Σάββατο έρχομαι, την Κυριακή θα μπαινοβγαίνω στα ΜΜΜ χωρίς εισιτήριο για να τσακώνομαι, να βρίζομαι και να παίρνω κλήσεις έτοιμη να μπω φυλακή! Να ρε, αυτό να κάνουμε όλοι!! Να μην πληρώνουμε και να πάμε όλοι φυλακή!! Να μπούμε όλοι εμείς μέσα και να είναι όλοι αυτοί έξω!!!! Και γαμώ τις χώρες!!! Γουστάρω.

Υ.Γ. ...Και πείτε σας παρακαλώ στο κράτος επειδή λείπω και δεν μπορώ να του το πω εγώ τώρα, να πάρει φόρα και να έρθει να μας κλάσει τ’ αρχίδια που θα μας βάλει και φυλακή. Επίσης, ας πει κάποιος στους ελεγκτές ότι δεν είναι τραγουδιστές ούτε εφοπλιστές για να έχουν αστυνομικούς δίπλα τους. Άμα βγάλουν κανένα cd και γίνει πλατινένιο, κάτι μπορεί να γίνει.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Πάρτε μάτι την Κωλόγρια.

-Ρε μαλάκα! (ξαπλωμένος σε καναπέ, ακούνητος)

-Έλα ρε μαλάκα. (επίσης ξαπλωμένος σε καναπέ, ακούνητος)

-Τι είναι αυτό; (συνεχίζει να είναι ξαπλωμένος)

-Ποιο; (επίσης)

-Μια γυμνή γριά! (επίσης)

-Α, καλό. Εγώ βλέπω κάτι κοχύλια. (επίσης)

-Όχι ρε, μια γυμνή γριά πολύ ωραία! (επίσης)

-Τι πίνεις ρε μαλάκα; Άλλο πράμα; (γυρίζει το βλέμμα του προς το φίλο του)

-Όχι ρε μαλάκα, το ίδιο πίνουμε. Κοίτα σου λέω, μια γριά θεογκόμενα γυμνή, τρίβεται! (του κουνάει το χέρι με τσαντίλα)

-Α τρίβεται κιόλας. Αααχ... ρε κωλόφαρδε, σε πιάνει ακόμα μετά από τόσα χρόνια... (γυρίζει το βλέμμα προς το ταβάνι)

-Όχι ρε μαλάκα, κοίτα! Απέναντι! Μα γυμνή γριά σου λέω! (του δείχνει)

-ΑΛΗΘΕΙΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;; ΜΙΛΑ!! ΠΟΥ;;!! (τσακίζεται και πέφτει σχεδόν κάτω από τον καναπέ. Ρίχνει το τασάκι και τα κάνει όλα μπουρδέλο).

-Σιγά ρε μαλάκα, είπαμε μια γυμνή, μην τα γαμήσουμε όλα εδώ μέσα! (σηκώνεται αργά, μαζεύει τ’ αποτσίγαρα και μετά σαλιώνει το δάχτυλο και μαζεύει τις στάχτες από το καμένο χαλί)

-Που ρε μαλάκα; (έχει κολλήσει τη μύτη στο τζάμι)

-Εκεί, κάνει μπάνιο! (πάει κοντά του και του στρίβει το κεφάλι προς τη σωστή κατεύθυνση)

-Που ρε βλάκα;! Δε βλέπω τίποτα!! (μισοκλείνει τα μάτια να εστιάσει)

-Α, θα έσκυψε τώρα, θα πλένει τα πόδια της. (ξαναξαπλώνει στον καναπέ)

-Αχ, έπαθα υπόταση! (πιάνει το κεφάλι του και ξαναγυρίζει στον καναπέ)

-Ε αφού πετάγεσαι σα μαλάκας ποιος σου φταίει; Αργά-αργά τις κινήσεις, τα ξέρουμε αυτά. (χαλαρός στον καναπέ, καπνίζει)

-Τη γυμνή δε βλέπω εγώ (καπνίζει)

-ΝΑ ΤΗ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΓΑΜΩ ΤΑ ΓΚΟΜΕΝΑΚΙΑ Η ΓΡΙΑ! ΕΙΝΑΙ ΦΑΣΗ ΤΟ ΠΑΙΔΙ!! (ανασηκώνεται από τον καναπέ και χαζεύει τη θέα)

-Α ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΑΛΗΘΕΙΑ ΛΕΣ! ΚΟΥΚΛΑ! (Έχει ξαναπιάσει θέση κοντά στο παράθυρο και έχει τραβήξει καρέκλα κοντά να κάτσει χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από τη θέα κι αυτός)

-Καινούρια γειτόνισσα μαλάκα, να πάμε να της ζητήσουμε γάλα να γνωριστούμε, τρελό γκομενάκι (έχει πάει κι αυτός με σκαμπό και κάθεται στο παράθυρο δίπλα στο φίλο του)

-Άσε ρε, είναι με κείνο τον μελαχρινό, τον researcher της ακαδημίας.

-Ποιον;

-Εκείνο τον ψηλό ρε συ.. που κουβάλαγε τους καναπέδες χτες το πρωί με άλλους δύο και πάλευαν να τους βάλουν από κείνη τη στενή πόρτα και πήραν μαζί όλους τους τοίχους...

-Ααα.. ναι... έλα ρε μαλάκα! Μ’ αυτόν είναι; Μένει μαζί;

-Ξέρω γω ρε μαλάκα; Για να κάνει μπάνιο εκεί, μαζί θα μένουν. Πω πω.. κοίτα τη.. λουκούμι σκέτο..

-Ωχ μαλάκα, αρχίζει και θολώνει το τζάμι από τους ατμούς..

-Ναι ρε πούστη.. όχι ρε πούστη!

-Μαλακία. Μισή παράσταση ίσον με καθόλου παράσταση..(σηκώνεται και ξαναπάει στο καναπέ συνεχίζοντας το κάπνισμα)

-Έλα ντε.. (σηκώνεται και πάει κι αυτός στον άλλο καναπέ επίσης συνεχίζοντας το κάπνισμα)

Ωραίος ο διάλογος; Ε, μεταφράστε τον τώρα στα ολλανδικά και βάλτε τους δύο άντρες ήρωες, τους γείτονές μας και στο ρόλο της γριάς-θεογκόμενας εμένα να κάνω μπάνιο γιατί ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΟΥΡΤΙΝΑ και φαινόμαστε αβέρτα. Δείτε πως έχει το πράγμα. Την πρώτη μέρα εδώ στο σπίτι που μπήκα στο μπάνιο και το κοιτούσαμε με τον κολλητό, έγινε η εξής συζήτηση:

Αυτός: πως μπαίνει η κουρτίνα εδώ;

Εγώ: θα είναι κάτι σαν στόρι με κορδόνι στο κάτω μέρος που όταν κατεβαίνει δένει εδώ (έδειξα ένα πραματάκι σαν κουμπί που ήταν ήδη εκεί και το είχα ξαναδεί σε τέτοια παράθυρα-σοφίτες)

Αυτός: και τα νερά;

Εγώ: ποια νερά;

Αυτός: τα νερά από το μπάνιο.

Εγώ: τι τα νερά από το μπάνιο;

Αυτός: που θα πηγαίνουν ρε μαλάκα!

Εγώ: ...Ααα!! Για κουρτίνα μπάνιου λες! Εγώ λέω για κουρτίνα στο παράθυρο!

Αυτός: τι να την κάνουμε την κουρτίνα στο παράθυρο;

Εγώ: φαινόμαστε ρε συ!

Αυτός: δε φαινόμαστε από τη μέση και κάτω.

Εγώ: φαίνονται τα βυζιά ρε συ.

Αυτός: εγώ δεν έχω βυζιά.

Εγώ: έχω εγώ!

Μετά από αυτή λοιπόν την φανταστική συζήτηση, δεν μπήκε ούτε κουρτίνα παραθύρου, ούτε κουρτίνα μπάνιου. Αυτό έχει τα εξής δύο αποτελέσματα:

1. Κάθε που κάνουμε μπάνιο, γίνεται μέσα της καριόλας από τα νερά κι έχω πάει να σκοτωθώ πόσες φορές ως τώρα βγαίνοντας από το μπάνιο. Δε φταίει κανείς, εγώ φταίω που έχω μαζί μου κάτι παντόφλες με λεία σόλα, ταξιδιάρικες θα τις έλεγε κανείς, που χωράνε ση βαλίτσα, διπλώνουν και χρησιμεύουν ίσα για να μην πατάς στο πάτωμα. Συγνώμη, δεν ήξερα να φέρω μαζί μου ποδοσφαιρικά παπούτσια με καρφιά για να μη γλιστράω. Έτσι λοιπόν, κάθε που βγαίνω από το μπάνιο και πατάω στο ξύλινο πάτωμα, πάω να φάω γλίστρα και κάθε φορά βλέπω τον κολλητό να γέρνει προς το μέρος μου από το σαλόνι που κάθεται και να με κοιτάει, αφού ακούει παράλογα βήματα και εν συνεχεία τα καντήλια που ρίχνω και να μου λέει: «το πας για πολύνεκρο, σε βλέπω».

2. Απέναντι από το μπάνιο με το γυρτό παράθυρο, έχει κτήριο με παράθυρα φόρα παρτίδα. Δεν είχα δει όμως να ανοίγουν παράθυρα, κουρτίνες κλπ ή κάποια άλλη κίνηση γενικότερα. Έτσι, επειδή έχει κι ένα καφέ στο ισόγειο, υπέθεσα ότι δε μένει κανείς πάνω. Παρόλα αυτά, το έχω άγχος κάθε φορά που πάω για μπάνιο γιατί από τη μία πρέπει να προσέχω για το πολύνεκρο κι από την άλλη να μη μοστράρω τη γύμνια μου. Έλα όμως που η μισή μπανιέρα είναι κάτω από τον τοίχο (γιατί είναι λοξός, τύπου σοφίτα), και το καλώδιο του τηλεφώνου του ντους είναι τόσο μακρύ λες και θα ποτίσουμε κανένα κήπο στο ισόγειο ή θα σβήσουμε τη φωτιά απέναντι, οπότε δε μπορείς να κάνεις και πολλά γιατί ή θα πέσεις ή θα στουκάρεις το κεφάλι στον τοίχο. Έτσι, γυρίζω πλάτη προς το παράθυρο, μπουρδέλο νερά παντού, δεν έχω και εικόνα από το καλώδιο και μπερδεύομαι, γυρίζω από την άλλη, έχει παράσταση, ουφ! Τελικά, έγραψα στ’ αρχίδια μου το άγχος για τους απέναντι γιατί αποφάσισα ότι δε μένει κανείς και τέλος. Έλα όμως που σήμερα το απόγευμα είδα κίνηση και φως! ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!! Έτσι, ένα μου μένει. Να χαλάω μισό κανάλι καυτό νερό μέχρι να θολώσουν τα τζάμια για να κάνω τη δουλίτσα μου. Έλα όμως που είμαι και οικολόγα και το έχω τύψεις. Έτσι, η λύση είναι μέχρι να θολώσουν τα τζάμια να κάνω μερικά ακροβατικά υψηλής τέχνης και αισθητικής, λίγη γυμναστική με λίγη φαντασία τύπου κοντόκατσε, σήκω, κοντόκατσε, σήκω, γύρνα την πλάτη, όπα νερό στο κωλόχαρτο, γύρνα, κοντόκατσε, όπα όπα νερό στην πρίζα, κοντόκατσε, όπα κλπ.

Έτσι που λέτε. Περιμένω την ώρα που θα κατεβαίνω από το σπίτι και θα συναντήσω τους γείτονες. Πώς θα τους καταλάβω; Ή θα βαράνε παλαμάκια, ή θα έρθουν να μου κάνουν χειραψία ή θα τους δω να γελάνε και να σπρώχνονται. Τι να πω.

Υ.Γ. Τελικά σήμερα έπεσα έξω από την τουαλέτα σε στάση σπαγκάτ με το ένα πόδι γονατιστό πίσω και το άλλο όρθιο μπροστά. Έτοιμη να κάνω πρόταση γάμου ήμουν.

Υ.Γ. Και μιας που πιάσαμε το θέμα «τουαλέτα», ένα έχω να σας πω. Οι λεκάνες εδώ, κάποιες τουλάχιστον αλλά κι αυτή το σπιτιού εδώ, είναι απ’ αυτές που είναι σαν πιάτο μέσα και η τρύπα είναι πιο μπροστά με αποτέλεσμα όταν χέζεις να σε δείχνει η κουράδα και μετά τραβώντας το καζανάκι να τη χαιρετάς. Υποφέρω.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Σκοτώσου.

Αυτό είναι ένα καινούριο παιχνίδι. Το ξεκίνησε ο κολλητός τις προάλλες που ξεκίναγα α κατέβω αυτή την απότομη σκάλα που νιώθεις λες και είσαι σε φαράγγι με παπούτσια μπαλέτου και μόλις έκανα να κατέβω το πρώτο σκαλί, μου έκλεισε το φως και με έσπρωξε φωνάζοντας: «ΣΚΟΤΩΣΟΥ!» Πέθανα στο γέλιο λέμε. Κι από τότε καταγράφηκε κι έχουμε λυσσάξει. Συναντάμε λούμπα σε γρασίδι, σπρωχνόμαστε φωνάζοντας ΣΚΟΤΩΣΟΥ, ανάβει κόκκινο για πεζούς, κάνουμε το ίδιο κλπ. Ποιο είναι το αστείο θα αναρωτιέστε τώρα. Λυπάμαι, δεν μπορώ να σας βοηθήσω, εμείς πάλι κλαίμε με το παράλογο της υπόθεσης και σαφώς με την έκφραση όπου δε υπάρχει, είναι λάθος κλπ. Που λέτε.

Να σας πω τα νέα.

1. Έχει ήλιο δυο μέρες τώρα. Φοράω γυαλιά ηλίου αν με καταλαβαίνετε τι εννοώ. Κι ο καιρός κούκλος. Δεν συζητάω για τα χρώματα, το πράσινο, τα κουκλίστικα κτήρια, άσε με, το Μάαστριχτ είναι πανέμορφο. Ώρες-ώρες νιώθω ότι είμαι σε καρτποστάλ.

2. Δεν έχω πόδια. Ο κολλητός με έχει ξεκατινιάσει να τρέχουμε όλη μέρα για έπιπλα και πράγματα για το σπίτι. Αλλά αυτό λήγει αύριο που θα έρθουν τα έπιπλα. Και να δω πώς θ’ ανέβουν εκεί πάνω, σ’ αυτές τις σκάλες που ούτε γω με το μπουφάν ανοιχτό δεν χωράω.

3. Είναι γνωστό ότι στις χώρες που δεν παίζει πολύς ήλιος, δεν έχουν πατζούρια έτσι; Τι να τα κάνουν οι αθρώποι αφού για να δουν ήλιο κάνουν τάμα στον άγιο Ποτάπιο; Με τόσο λίγο φως που έχει, αλίμονο να το κλείδωναν και απέξω. Αλλά. Το «δεν έχει ήλιο» από το «ξυπνάς με τρόμο μπροστά στο φωτισμένο παράθυρο» απέχει πολλά - πολλά χιλιόμετρα. Ίσως οι άνθρωποι του βορρά θέλουν το όποιο φως να τους μπαίνει στον εγκέφαλο, να ξυπνάνε και να λένε καλημέρα στη ζωή, καλημέρα στη μαμά, το μπαμπά, τον Τζόνι μπόι, δεν ξέρω. Εγώ δε θέλω. Όχι ότι με νοιάζει να παίζει λίγο φως, αυτό που αφήνεις το παντζούρι ίσα που, για να μπαίνουν μερικές ηλιαχτίδες αλλά όχι να είμαι κάτω απ’ το παράθυρο και να το ζω σα να κάνω σολάριουμ. Αυτό σημαίνει πως το κάλυμμα για τα μάτια είναι ο καλύτερός μου φίλος εδώ. Το γκομενάκι που κοιμάμαι μαζί του, που μοιράζομαι τα όνειρά μου, ο πραγματικός σύντροφος. Βέβαια μου πιέζει λίγο το κεφάλι και όταν σηκώνομαι έχω δύο γραμμές δίπλα στα μάτια από το λάστιχο συν ότι τα μαλλιά μου είναι σα να φορούσα κορδέλα και χόρευα στο fame αλλά τι να κάνω.

4. Τι με ενοχλεί στο σπίτι μου στην Αθήνα; Όταν βαράει τον ύμνο του Ολυμπιακού η εκκλησία κοντά μου σε ανύποπτο χρόνο. Τι έχουμε δω στο καινούριο σπίτι στο Μάαστριχτ; Εκκλησίες. Στον πληθυντικό. Αλλά είναι μία η γαμηστερή η οποία βαράει γενικώς ανά μία ώρα, ανά μισή, ανά όποτε θέλει κι ευτυχώς όχι ύμνο, απλώς νταν νταν νταν ωραίο. Και ποια είναι αυτή; Ας πούμε η Μητρόπολη του Μάαστριχτ. Και που μένει ο κολλητός; Ένα τετράγωνο πιο κει. Και τι έγινε σήμερα το πρωί; Άρχισε το νταν νταν νταν, αργόσυρτο, συμπαθητικό, ένα νταν ανά ένα δευτερόλεπτο. Ωραία. Εγώ είχα ξυπνήσει ήδη, αλλά δε σηκωνόμουν. Και που να πάω; Αφού το σπίτι είναι ακόμα άδειο. Να πάω να κάτσω στη λεκάνη; Οπότε παρέμεινα στο κρεβάτι να χουζουρέψω. Κι αρχίζοντας να χτυπάει η καμπάνα, άρχισα και γω να μετράω, για να νανουριστώ ας πούμε. Κι άρχισα να μετράω τους χτύπους με τη λογική ότι θα είναι 9 μιας και ήταν 9 το πρωί. Κι εδώ θέλω την προσοχή σας και την αμέριστη συμπάθειά σας προς το πρόσωπό μου. Πόσες φορές βάρεσε η καμπάνα αγαπητοί μου; Όχι πείτε. Αφήστε, δε θα το βρείτε. 220 φορές μετρημένες. Ω ναι. Στον 24ο χτύπο άρχισα ν’ ανησυχώ. Στους 100 σκέφτηκα ότι χάλασε. Γύρω στο 130 ξύπνησε ο κολλητός κι αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε σοβαρά αν χάλασε. Γύρω στο 170 σκεφτόμουν (ενώ μετρούσα πάντα) ότι αν είχα νοικιάσει εγώ αυτό το σπίτι και την πρώτη μέρα που έμενα μέσα, ζούσα αυτό, θα αυτοκτονούσα και γύρω στο 180 αρχίσαμε να γελάμε νευρικά. Στο 199 ήμασταν όρθιοι και μόλις είπα, «μαλάκα βάρεσε 220 φορές» σταμάτησε. Και μετά ξεκίνησε η μέρα.

5. Και τώρα θ’ αρχίσω να λέω πράγματα για να σας συγχύσω. Το μέρος εδώ είναι κουκλί. Τι να πω. Για τους κήπους με τα ποταμάκια, τις πάπιες, τα πουλιά, τα φυτά που κρέμονται πάνω από το νερό, τους φοιτητές που είναι σκόρπιοι και μελετάν ή κάνουν παρέα δω κι εκεί, τις γριές με τα ποδήλατα που τις αγαπώ, τι να σας πω; Το αστείο είναι ότι δεν είναι όμορφο, έχει και της πουτάνας τα μαγαζιά για ψώνια. Εγώ περίμενα ένα μικρό μέρος, τύπου χωριό, με ένα μαγαζί κει χάμω να σου βρίσκεται κι αυτό έχει τον πανικό τον ίδιο και γω έχω κομπλάρει ελαφρώς γιατί δεν παίζει μία από λεφτά. Άσε που έχουν κι εκπτώσεις από πάνω. Εγώ όμως κυρία. Έχω κρατήσει χαρακτήρα και δεν έχω πάει καν ακόμα στα μαγαζιά. (Στο σημείο αυτό, όσοι με ξέρουν χρόνια, αποκλείεται να με πιστέψουν και θα ορκίζονται σε θεούς και δαίμονες ότι έχω ξεπουλήσει το κορμί μου προκειμένου να αγοράσω και τις πωλήτριες). Κι όμως. Τίποτα. Εκτός από κάτι ψεύτικες βλεφαρίδες που αγόρασα χτες, παμφθήνου, που είναι τεράστιες στις άκρες των ματιών με πούπουλα. Α δε μπορούσα, τις ερωτεύτηκα. Και μη ρωτήσετε που θα τις βάλω. Στα Εξάρχεια. Πουθενά. Όπου γουστάρω. Είναι θέμα φετίχ. Άσε με.

6. Και τώρα, θα συγχυστείτε πραγματικά. Χτες πήγαμε σε ένα μαγαζί με έπιπλα δεύτερο χέρι. Ένα θα σας πω. Όταν πλησίασα μια πανέμορφη δερμάτινη πολυθρόνα δεκαετίας 70 και είδα τιμή 7.5 € (ναι καλά βλέπετε, εφτάμιση ευρώ γράφω), ένιωσα όπως νιώθει κάποιος όταν βλέπει τον γκόμενό του με άλλο. Πάγωσε το στομάχι μου, άρχισα να ζαλίζομαι, να ανακατεύομαι και τα λοιπά. ΕΦΤΑΜΙΣΗ ΕΥΡΩ; Με δουλεύετε; Και σε τέλεια κατάσταση, μην ακούω μαλακίες. Πιο ψείρα από μένα δεν υπάρχει, έχω σκάνερ στα μάτια λέμε. (Όταν λέμε «τέλεια» εννοούμε όση τελειότητα περιλαμβάνει η έννοια «δεύτερο χέρι». Αν θες την πραγματική τελειότητα ή σιχαίνεσαι ή δεν ξέρω τι, πάντα σε περιμένει κι ο Βαράγκης). Κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό σας λέω. Που πήγαμε στο ΙΚΕΑ στην Ελλάδα όταν μετακόμισα και σκάσαμε 900 ευρώ για 3 πράγματα και χτες ο κολλητός, ακούστε και λιποθυμήστε ελεύθερα αγόρασε χτες: κρεβάτι και στρώμα διπλό, 2 καναπέδες, ένα διθέσιο κι ένα τριθέσιο, τραπέζι φανταστικό, 4 καρέκλες, τραπέζι σαλονιού, γραφείο, καρέκλα γραφείου, 3 φωτιστικά, μία τοστιέρα Braun συλλεκτική (2.5 ευρώ), μία ψηστιέρα, μία φωτογραφική μηχανή (1.5 ευρώ), μία κρεμάστρα για τα ρούχα και ίσως κι άλλα που δε θυμάμαι τώρα και πόσα πλήρωσε; 309 ευρώ. Πέστε κάτω τώρα. Παιδιά οι τιμές δεν έπαιζαν, δεν ήταν αληθινές, δεν το είδα αυτό στ’ αλήθεια. Αυτή δε η πολυθρόνα που χρυσό τον έκανα να την πάρει αλλά δεν του άρεσε, 7.5 ευρώ, θα με στοιχειώνει για πολλά χρόνια. Τι μια άλλη που του έδειξα με 12.5 ευρώ, ούτε αυτή ήθελε. Σας λέω δε θα μπορώ πια ν’ αγοράσω τίποτα. Θα πηγαίνω να πάρω ένα μπλουζάκι από το ΖΑΡΑ, θα βλέπω 12 ευρώ και θα σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να πάρω την πολυθρόνα και να μου μείνουν και ρέστα, άσε με, άσε με σου λέω, τραυματίστηκε η αθώα μου καρδούλα χτες.

7. Από το πολύ περπάτημα, δεν μπορούμε να περπατήσουμε πια, οπότε τρώμε κάτι κρεμμυδόσουπες, μας πιάνει κλανίδι και μετά πάμε με ώθηση. Τις προάλλες, καθόμασταν στο σπίτι (το ενοικιαζόμενο που είχε έπιπλα, τώρα δεν έχουμε) ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί με τον υπολογιστή του ο καθένας. Και μου έρχεται κλανιά. Την αμολάω. Τρελή βρώμα. Δε λέω τίποτα. ‘Άσε’, λέω, ‘να δω τι θα πει’. Δεν είπε τίποτα. Η βρώμα λέμε να είναι στάσιμη, σκατά τρελά. Σηκώνομαι, πάω προς το μέρος του να τον ρωτήσω κάτι και μύριζε ακόμα βόθρο. ‘Τι σκατά’, σκέφτομαι, ‘τόσο δυνατή ήταν που την κουβαλάω μαζί μου;’ Και τότε τον ρωτάω: «Έκλασες;» Και μου λέει «ναι». Μαλάκες, έριξα τόσο γέλιο που τρέχανε τα μάτια μου δάκρυα. Μιλάμε το σπίτι είχε σαπίσει. Έβλεπες εκεί δύο λουλούδια φρέσκα (για μας λέω) και μια ατμόσφαιρα σάπια. Να, και τώρα που το γράφω γελάω.

Αυτά, τα ξαναλέμε σύντομα!!

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Η μικρή Ολλανδέζα. Όπως τη βλέπει τη δουλειά ο καθένας.

Καλά, τι να πω. Ότι είχα κάνει check in το σπίτι ιντερνετικώς και τυχαία μου είχε βγάλει παράθυρο που το λατρεύω και πάντα θέλω να κάθομαι εκεί; Που στο αεροπλάνο είχα 3 θέσεις μόνη μου; Μέχρι που ήρθε κάποιος και έκατσε στην έξω-έξω αλλά ντάξει, δε με ενόχλησε καθόλου; Που φυσούσε τρελά και παρόλα αυτά ο πιλότος έκανε γαμάτη προσγείωση σε σλόου μόσιον; Που έφτασε νωρίτερα το αεροπλάνο και δε χρειάστηκε να περιμένω πάνω από μία ώρα για να φύγω με τα τρένα; Που η βαλίτσα μου βγήκε από τις πρώτες; Που ήμουν και γαμώ οργανωμένη με τα τρένα και παρότι δεν έγραφε τίποτα πάνω το εισιτήριό μου εγώ κυρία τα είχα σημειωμένα όλα και πήγαινα από τη μεριά στην άλλη; Που έφτασα και ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΟΣΟ ΚΡΥΟ κάνει ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ στην Ελλάδα; Που πήγαμε βόλτες και η πόλη του Μάαστριχτ είναι κούκλα με γαμάτα μαγαζιά ενώ εγώ περίμενα χωριό; Που έπεσα πάνω στις απόκριες εδώ που λέει ντύνονται όλοι και βγαίνουν όλοι στους δρόμους και κάνουν τρελά πάρτυ για μέρες; Που σήμερα τα μαγαζιά είναι ανοιχτά; Που το σπίτι του κολλητού είναι καράκεντρο μέσα στα μαγαζιά και στα πάρτυ που λέγαμε; Που είναι φτηνά; Που έχει φοβερά φαγητά; Αυτά τα ψωμιά τους με τρελαίνουν. Γιατί, τα φλα; (με διάφορες γεύσεις πηχτό πράγμα σαν μους σε χάρτινη συσκευασία που το ρίχνεις στο στόμα σου και νομίζεις ότι εξωτικά πουλιά τραγουδούν στον Παράδεισο).

Κομπλάρατε; Η Κωλόγρια δε γκρινιάζει και όλα ήταν τέλεια; Κοιτάξτε να δείτε φίλοι μου. Το θέμα είναι πως τα βλέπεις τα πράγματα. Άμα τα δεις στραβά κι εστιάσεις στην αρνητικούρα, αυτό θα θυμάσαι. Ποιος σας είπε ότι δεν υπήρχαν αρνητικά στην υπόθεσή μου; Να σας πω αμέσως.

Τη μέρα που έφευγα ξύπνησα χαράματα και δεν μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ. Θέλω να ξεκοιλιάσω τη γειτόνισσα. Για την ακρίβεια, θέλω να της χτυπήσω το κουδούνι, να κοιτάξει από το ματάκι, να δει το πιο γλυκό χαμόγελο, να ανοίξει, να τη ρωτήσω αν είναι μόνη, να μου πει ναι, να την πιάσω από τα μαλλιά, να της ρίξω τη μούρη στην πόρτα μια διπλή, μπανγκ μπανγκ, να ανοίξει η μύτη, να ζαλιστεί, να την αρπάξω από το λαιμό, να τη σύρω μέχρι τις σκάλες, να τη σπρώξω και να τελειώνουμε εκεί. Οι τσάντες μου ήταν βαριές γιατί κουβαλούσα από καφετιέρα μέχρι δε θέλετε να ξέρετε τι, μόνο ρούχα δεν έχω πάρει πολλά με τη λογική ότι θα βάζαμε πλυντήριο εδώ αλλά μόλις ενημερώθηκα ότι δεν έχουμε πλυντήριο προς το παρόν αλλά μπορώ να πηγαίνω τ’ άπλυτά μου στο πανεπιστήμιο αλλά εγώ βρακιά σε δημόσιο πλυντήριο δε βάζω, πείτε με υποχόνδρια σας γράφω όλους στ’ αρχίδια μου. Τα υπόλοιπα ρούχα ντάξει, αλλά τα βρακιά και τα εσώρουχα γενικότερα, δεν τα βάζω, που σημαίνει ότι θα πλένω στο χέρι, ήδη ξεκίνησα.

Ήταν βαριές οι τσάντες, εκεί είχαμε μείνει, και όταν κατέβαινα στο δρόμο, εκείνη τη μαύρη ώρα είχαν βρει οι υπάλληλοι του δήμου, σ’ εκείνο το σημείο που περνούσα εγώ, να ρίχνουν το Νιαγάρα στο δρόμο και να τον πλένουν. Οπότε έσυρα τη βαλίτσα μου πάνω από την ηπατίτιδα γιατί ήταν πολύ βαριά για να τη σηκώσω κι αφού είχε πιτσιλιστεί παντού, την έβαλα στο αυτοκίνητό μου να σκουπιστεί. Και μιας που είπα αυτοκίνητο, μη θυμηθώ ότι χτες έπεσα πάνω σε έναν επειδή φρέναρε απότομα. Τίποτα δεν έγινε, όλα καλά, με μηδενικές ταχύτητες πηγαίναμε απλώς θέλω κάποιος να μου πει τι σκατά κάνω λάθος και το αυτοκίνητό μου (καινούριο 1μιση έτους) δεν κοκαλώνει αλλά γλιστράει όταν φρενάρω. Φυσικά το έχω ελέγξει. Κι εγώ όπως καταλαβαίνετε θέλω να κοκαλώνει. Και το αστείο είναι φυσικά ότι όποτε κάνω πρόβες σε άδειο δρόμο, πάντα το κάνει, όποτε όμως τυχαίνει κάτι στ’ αλήθεια, γλιστράει.

Πονούσε η πλάτη μου από τα βάρη και φορούσα πολλά ρούχα γιατί υποτίθεται ότι θα πήγαινα κάπου που θα είχε κρύο και είχα ιδρώσει και άρχισε να μου τη δίνει και μόλις μπήκα στο αεροπλάνο άρχισα να ξεβρακώνομαι και μετά είχα γεμίσει ρούχα παντού που προσπαθούσα να χώσω μέσα στην τσάντα αλλά δε χωρούσε άλλο κάρβουνο εκεί μέσα, μόνο εσείς λείπατε, και όταν φτάσαμε, έπρεπε να τα ξαναφορέσω. Άσε που μέσα στο αεροπλάνο, έκανα το λάθος να χαλαρώσω και ο πιλότος έκανε το λάθος να κάνει μπάντζι τζάμπινγκ σε φάσεις, με αποτέλεσμα εκεί που πήγαινε να με πάρει ο ύπνος και είχα χαλαρώσει, να με πιάσουν τ’ αυτιά μου και να ψοφάω στον πόνο και να μην μπορώ να χασμουρηθώ γιατί από τον πόνο πώς να χασμουρηθώ, για να χασμουρηθείς πρέπει να είσαι χαλαρός και απέκτησα ξανά την ακοή μου στην κανονική της μορφή 2 ώρες αφού έφτασα, χωρίς πλάκα. Για να μην πω πόση ατελείωτη ώρα περπατούσα στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών μέχρι να φτάσω εκεί που ήταν να παραλάβω τη βαλίτσα μου και ξαναέλιωσα στη ζέστη και μετά έπρεπε να ξαναπερπατήσω πίσω τη μισή διαδρομή και να κατέβω σκάλες που δεν ήταν κυλιόμενες για να βρω το τρένο. Κι αν δε είχα σημειώσει τα δρομολόγια, ακόμα εκεί θα ήμουν να ψάχνω που πάω. Κι όταν έφτασα είχε ζέστη, δεν είχε κρύο και περπάτησα πολύ και τώρα πονάει η πλάτη μου και το γόνατό μου από την ταλαιπωρία συν ότι το μικρό μου λάπτοπ, επειδή είναι του κώλου ή επειδή είναι πολύ κυρία και ιντελεκτουέλ και δε γουστάρει προχειρότητες, άμα είναι σε ανώμαλη επιφάνεια, κάτι κουνιέται μέσα του και δεν πατιούνται όλα τα γράμματα με αποτέλεσμα όταν γράφω να πρέπει να γυρίζω συνέχεια πίσω σε κάθε λέξη σχεδόν αλλά δεν μπορώ να κάνω και τίποτα εδώ που βρίσκομαι γιατί δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά η Ολλανδία είναι μια χώρα χτισμένη πάνω στη θάλασσα, δηλαδή μέσα, και τίποτα εδώ δεν είναι ίσιο, προφανώς η λέξη ''αλφάδι'', όπως και το αντικείμενο, θα τους κάνει να γελάνε, είναι σαφές αυτό.

Για να μη σχολιάσω σήμερα που ξύπνησα τ'αξημέρωτα με 5 ώρες ύπνο ενώ χτες κόντεψα να κλείσω 24ωρο ξύπνια λες κι έχω κουτάκι στην πλάτη με υποδοχή για 4 ντούρασελ. Κι όταν λέμε έχει νέκρα εδώ και φανταστικό καιρό για ύπνο, το εννοούμε! Και ο κολλητός κοιμάται. Να πάω να χτυπήσω παλαμάκια πάνω από το κεφάλι του να ξυπνήσει να πάμε μια βόλτα ή είναι καφρίλα; Ή μήπως να βάλω ηλεκτρική σκούπα στο δωμάτιο να πάρω λίγο τις γωνίες; Όχι γιατί χτες βλέπαμε κάτι εκπομπές στο MTV, που ήταν σε ποιο κανάλι δε θυμάμαι, με κάτι κάφρους που κάνουν φάρσες στους φίλους τους, στους γονείς τους κλπ, ειδικά την ώρα που κοιμούνται και ο κολλητός είχε κατουρηθεί να γελάει ενώ εγώ είχα φρικάρει και έλεγα τι απέραντες καφρίλες κάνουν και πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να μείνει από καρδιά. Π.χ. πήγε ένας μαλάκας, φούσκωσε ολόκληρη πισίνα, μικρή σε μέγεθος, την έβαλε στο σαλόνι μπροστά από τον καναπέ που κοιμόταν η γκόμενά του, τη γέμισε παγάκια, πήγε σήκωσε τον καναπέ και την έριξε μέσα ενώ κοιμόταν. Φρίκαρα λέμε. Όχι μπουνιές, κλωτσιές, κλάματα, χωρισμός επιτόπου μόνο, μιλάμε και για τα παγάκια ένα-ένα στον κώλο και τέλος και την πισίνα.

Να, καταλάβατε πώς είναι άμα θες να γκρινιάξεις; Τι προτιμάτε; Πρώτη παράγραφο ή τις επόμενες;

Υ.Γ. Μια καταγγελία: Ρε σεις, δεν παίζει, πιάνουν με τα χέρια τις τυρόπιτες και τα κρουασάν που ζητάς!!! Έβλεπα μία να τα πιάνει με τα χέρια της και με το στόμα μισάνοιχτο σχολιάζαμε με τον κολλητό κι όταν μας ρώτησε αν θέλουμε να τα ζεστάνει, είπα με χαμόγελο στα ελληνικά: «ναι μωρή μπίχλα και βέβαια να μας τα ζεστάνεις να ψοφήσουν τα μικρόβιά σου γιες αφ κορς θενκ γιου!»

Υ.Γ. Ποτέ δε θα πείραζα κάποιον που κοιμάται και ειδικά κάποιον που αγαπάω πολύ. Κλείνω πόρτες, κάνω μόκο κι άμα θέλω να πάω βόλτα, η πόρτα ανοιχτή και τα σκυλιά δεμένα. (Αυτό για όσους τυχόν φοβήθηκαν και δεν κατάλαβαν την υπερβολή της ως άνω υπόθεσης).

Τα λέμε συντόμως. Έχουμε της πουτάνας τις δουλειές. Από ψώνια για το σπίτι μέχρι βόλτες στην πόλη! Τσιρς! Να είστε όλοι καλά!! Χωρίς γκρίνιες. Αμήν.