1. Είναι ωραία εδώ στο Μάαστριτ. Ξυρίζει λίγο το κρύο αλλά έχει ήλιο, ναι, απ’ αυτό που έχουμε μπόλικο στην Ελλάδα, και είναι όνειρο. Περνάω πολύ ωραία και μόνη έχω να σας πω. Κάνω ό,τι είναι απαραίτητο και τη βρίσκω με τη disco. Προχτές το βράδυ για παράδειγμα, άκουγα μουσική τέρμα, μαγείρευα αρακά, χόρευα, σκούπισα όλο το σπίτι, ξάπλωνα στον καναπέ, βαρούσα παλαμάκια και γελούσα μόνη μου. Ο καημένος ο κολλητός μοχθούσε στη ακαδημία κι εγώ... Dolce Vita. Αίσχος.
2. Μια ωραία μέρα περπατούσαμε με τον κολλητό στα στενά του Μάαστριχτ. Εγώ έχω μείνει πίσω. Ως συνήθως. Εγώ είμαι ο γιαπωνέζος, κάθε μισό μέτρο σταματάω και βγάζω φωτογραφίες και ο άλλος προχωράει κάνα χιλιόμετρο και μετά εγώ τρέχω. Στάνταρ. Και το χειρότερο του όταν τρέχω είναι το ότι φοράω ένα μπουφάν πάπλωμα, μακρύ, το οποίο το κλείνω μέχρι κάτω με αποτέλεσμα να μην ανοίγουν τα πόδια τόσο όσο να τρέξεις σωστά, με αποτέλεσμα να τρέχω σαν γκέισα. Είμαι λοιπόν στη φάση του έχω μείνει πίσω και φωτογραφίζω Αλλά εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που θέλω να σας αφηγηθώ, έχω τελειώσει τη φωτογράφηση και την έχω δει θεριακλού και καπνίζω. Τελειώνω το κάπνισμα, ο κολλητός έχει προηγηθεί καμιά 50ριά μέτρα, καλή απόσταση, τον έχω, δε χρειάζεται να κάνω τη γιαπωνέζα, και πετάω με χάρη το τσιγάρο μέσα σε μία σχάρα, κολλητά σε ένα τοίχο για να κάνω την καθαρή και καλά μη λερώσω το δρόμο (ακούστε τι λέω, να μη λερώσω το δρόμο, θα το λέγαμε στην Αθήνα αυτό;) και τότε συνειδητοποιώ ότι το τσιγάρο μου καίει ακόμα, είναι μέσα στη σχάρα, πάνω σε ξερά φύλλα δέντρων ενώ φυσάει. Ο συνειρμός ήτο ταχύτατος. Τσιγάρο- ξερά φύλλα- άνεμος- φωτιά- κτήριο πιάνει φωτιά- τα άλλα κτήρια είναι κολλητά- καίω το Μάαστριχτ- καταζητούμαι. Θρίλερ. Σταματάω μπροστά στη σχάρα και την κοιτάω. Αν είχα λοστό, σας το ορκίζομαι, θα την είχα ξηλώσει. Ο κολλητός προπορεύεται κι άλλο. Κίνδυνος! Κίνδυνος! Μόνη αντιμέτωπη με ένα ολοκαύτωμα. Κοιτάω τον κολλητό που προπορεύεται, κοιτάω τη σχάρα και το τσιγάρο να καίει. Τα φύλλα αρχίζουν να μαυρίζουν. Ο κολλητός απομακρύνεται κι άλλο ενώ το τσιγάρο καίει. Όλεθρος. Τι χρειάζεται η κατάσταση; Νερό. Που να το βρω το νερό τώρα; Ανάθεμα, δεν έπρεπε να έχω πάντα ένα μπουκαλάκι μαζί μου; Αφού τα ’χουμε πει, ορίστε τώρα. Ο κολλητός απομακρύνεται κι άλλο. Η φωτιά καίει. Και μου έρχεται η επιφοίτηση. Πάω κοντά στον τοίχο, πάνω από τη σχάρα, στέκομαι προσοχή, σκύβω το κεφάλι και φτύνω. Μη φανταστείτε. Σαλάκι. Τι είμαι να φτύνω χλέπες; Κοιτάω γύρω μου να δω με βλέπουν, τσιμπούκι λέω θα έχω γίνει, αλλά μπροστά στο πυρηνικό ολοκαύτωμα τι είναι λίγη ρόμπα; Αυτοί εδώ έτσι κι αλλιώς όλο φτύνουν. Τι ροχάλα έχω δει ν’ αμολάνε μπροστά μου δε λέγεται. Στο Άμστερνταμ πιο πολύ, αλλά και δω είδα σήμερα έναν που έφτυνε, οπότε χέσε με. Δεν το πετυχαίνω το γαμημένο. Ήμουν σχετικά πίσω. Για λίγα εκατοστά ρε πούστη μου. Πάω πιο κοντά. Μαζεύω σάλιο. Κοντοκάθομαι. Κολλάω σχεδόν το κεφάλι μου στον τοίχο. Ξαναφτύνω επικεντρωμένα, ζυγισμένα και συγκεντρωμένα πάνω στο τσιγάρο. Πάλι έπεσε στο ίδιο σημείο, λίγα εκατοστά μακριά από το τσιγάρο. Κι αυτό να καίει. Κι ο κολλητός να απομακρύνεται. Δε γίνεται. Σος! Βοήθεια! Φωνάζω το όνομά του. Δηλαδή γκαρίζω. Γυρίζει. «Έρχεσαι λίγο σε παρακαλώ;» του λέω. Έρχεται. Με κοιτάει. «Πέταξα το τσιγάρο ο μαλάκας στη σχάρα, δεν έχει σβήσει, έχει ξερά φύλλα και φυσάει. Μπορείς να φτύσεις;» Με κοιτάει. Πάει κοντά στη σχάρα, στήνεται προσοχή, σκύβει το κεφάλι και φτύνει. Τζίφος. Πάνω στα δικά μου πήγαν και τα δικά του. Τρόμος. «Ξαναφτύσε σε παρακαλώ!» του λέω. «Έλα ρε μαλάκα, δεν τρέχει τίποτα, αυτές οι ιστορίες που ακούς ότι άρπαξε το δάσος από καμένο τσιγάρο δεν παίζουν, εμπρησμοί είναι, χρειάζεται κάτι περισσότερο για ν’ αρπάξει φωτιά» μου λέει, αρχίζει ν’ απομακρύνεται και συνεχίζει «το πολύ-πολύ να κάψεις το πανεπιστήμιο, θα καταζητείσαι και γω θα σε δώσω να πάρω τα λεφτά χαχαχαχαχαχα» και φεύγει. Θρίλερ. Δεν το έβαλα κάτω. Έφτυσα ακόμα δύο φορές. Τίποτα. Έφυγα. Και για αρκετή ώρα το σκεφτόμουν. Μετά το ξέχασα. Και δεν πήρε τίποτα φωτιά. Δόξα Να ’Χει Ο Θεός.
3. Συνεχίζουν να μου μιλάνε Ολλανδικά εδώ. Τύπου είμαστε 2 ή 3 φίλοι, μαζί, και περιμένουμε ταμείο. Περνάω εγώ, Ολλανδικά. Περνάνε οι άλλοι, αγγλικά. Γαμάτο; Με θεωρούν δική τους. Φαίνεται ο πολιτισμός πάνω μου, μην το ψάχνετε. Μέχρι και στο δρόμο με έχουν ρωτήσει πόσες φορές άνθρωποι οδούς, πληροφορίες, γάμησέ τα. Η φίλη μου πάντως που κατσικώθηκα σπίτι τους και με φρόντιζαν σαν παιδί τους και κάτι παραπάνω που να ’χουν την ευχή μου Παναγιά μου, που όσα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ και να πω λίγα θα είναι, μου είπε ότι μοιάζω με Ολλανδέζα και πιο πολύ από ένα χωριό που λέγεται Χάουντα και ξέρετε πως γράφεται; Gouda χαχαχαχαχαχαχαχαχαχα είμαι ένα ολλανδικό τυρί χαχαχαχαχαχα τόσα χρόνια με λένε τυρί, έφτασε και επιβεβαιώθηκε χαχαχαχαχαχαχαχαχα. Γουστάρω, αν και είμαι μακράν μικροκαμωμένη για να έχω οποιαδήποτε σχέση μ’ αυτές τις βυζάρες και τα 42 νούμερο παπούτσια. ...Ανέφερα τις βυζάρες γιατί άμα δείτε στις βιτρίνες, μέχρι και οι κούκλες που φοράνε εσώρουχα, έχουν βυζάρες δύο στρέμματα. Άσε που κοίταζα κάτι εσώρουχα (μέσα σ’ όλα) και το μίντιουμ παιδιά σας χωρούσε όλους μαζί μέσα. Θα αναρωτιόντουσαν γιατί αυτή (εγώ), κρατάει ένα βρακί μπροστά στα μάτια της και χαμογελάει. Και μετά θα αναρωτιόντουσαν γιατί αυτή (εγώ), κρατάει ένα στρινγκ έξτρα λάρτζ μπροστά στα μάτια της κι έχει ανοιχτό το στόμα και γουρλωμένα μάτια με δέος, μα δεν έχει ξαναδεί; Όχι, δεν έχω ξαναδεί στρινγκ σε μέγεθος τέντας, συγνώμη. Παρόλα αυτά, με περνάνε για Ολλανδέζα και γουστάρω. Άσε που έχω βρει το άλλο κόλπο για να μη χαλάμε τις καρδιές μας ρε παιδί μου. Άμα πάω στο ταμείο π.χ. να πληρώσω κάτι, ότι μου λένε το επαναλαμβάνω κι έτσι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Όχι βρε μαλάκες, δεν επαναλαμβάνω το ποσό, το πριν επαναλαμβάνω και το μετά, τους χαιρετισμούς και τα ευχαριστώ. Μα το ωραίο εδώ είναι ότι επειδή η γλώσσα τους δεν παλεύεται, είναι πολύ δύσκολη, δεν πολυκαταλαβαίνω τι μου λένε κι έτσι τα λέω μέσα απ’ τα δόντια μου και πετυχαίνει!! Άουστφιρχον μου λένε, Άιστφριχχ.. εγώ με χαμόγελο, κομπλέ χαχαχαχαχαχαχαχα!!
Υ.Γ. Μία Ολλανδέζα που είδα σ’ ένα περιοδικό από τη Χάουντα, ψιλογριά τώρα, πορνοστάρ και μεγάλη πουτάνα από τις λίγες, είναι διάσημη και τη βάζουν να ηχογραφεί τις εντολές στα Ολλανδικά GPS. Ν’ ανησυχήσω;
4. Όταν γυρίσω Ελλάδα με το καλό, δε θα βάλω πλυντήριο. Θα βάλω κλίβανο. Ειδικά το κασκόλ και το μπουφάν μου θα τα ψεκάσω με dettol και μετά θα τα βάλω στον κλίβανο. Όταν βγουν, θα τα ψεκάσω με dettol και θα τα βάλω στο πλυντήριο. Όταν βγουν, θα τα ψεκάσω με dettol και θα τα βάλω στο πλυντήριο. Όταν βγουν, θα τα ψεκάσω με dettol και θα τα βάλω στο πλυντήριο. Μετά θα είναι εντάξει. Μάλλον. Αναρωτιέστε γιατί ειδικά το μπουφάν και το κασκόλ; Σας παρακαλώ. Τι να θυμηθώ; Που με το που έφτασα, στο αεροδρόμιο, με το που πάτησα το πόδι στην ξένη χώρα, κατουριόμουν, πήγα να κατουρήσω και που ν’ αφήσω τα πράγματά μου; Ευτυχώς δεν είχα πάρει τη βαλίτσα ακόμα γιατί αν την έβαζα κι αυτή μέσα στην τουαλέτα θα ήμουν για το βιβλίο γκίνες, «κοιτάξτε τι χώρεσε και που» θα ήταν ο τίτλος. Μπαίνω που λέτε και είχε ένα κρεμασταράκι δίπλα στη πόρτα, πάνω από τον κουβά που πετούσαν τα κωλόχαρτα (γιατί στο αεροδρόμιο είχαν τον κουβά στον τοίχο, εννοείται ότι τον άνοιγες με το χέρι) και τι να κάνω, να κατουρήσω φορώντας το πάπλωμα; Τι είμαι; Βγάζω την τσάντα, την κρεμάω, βγάζω το μπουφάν το κρεμάω κι αυτό να γλύφει όλες τις επιφάνειες, τον τοίχο, την πόρτα, τον κουβά και κρεμόταν κι ένα χιλιοστό πριν τη λεκάνη. «Ωραία» σκέφτηκα αλλά έκανα ότι δε με νοιάζει, τι να κάνω, εδώ με περίμεναν 3 ολόκληρες εβδομάδες σε ξένη χώρα με το ίδιο μπουφάν. Να το πετάξω ακόμα δεν έφτασα; Δε γίνεται.
Ξέρετε οι τουαλέτες στην Ολλανδία είναι ΠΟΛΥ στενές.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το μπουφάν και το κασκόλ έχουν χαϊδέψει όλη την Ολλανδία. Και γάμησέ το, το μπουφάν. Μπουφάν είναι πες, αυτός είναι ο ρόλος του. Αλλά το κασκόλ που το τρίβεις στο λαιμουδάκι σου; Το αποκορύφωμα με το κασκόλ ήταν όταν πήγα σε μια τουαλέτα και δεν το έβγαλα γιατί δεν είχε που να το βάλω και ήδη έκανα ακροβατικά, κι έτσι όπως έσκυψα, γλίστρησε από το λαιμό μου η μία του άκρη και έγλυψε την άκρη της λεκάνης. Με τρόμο το τράβηξα, το έριξα στη θέση του και μετά διαπίστωσα ότι η λεκάνη είχε ούρα. Όχι δικά μου. Έκτοτε, το έχω στολιστεί και έχω τυλιχτεί μ’ αυτό όλες τις μέρες. Γιατί φυσικά δεν έφερα άλλο μαζί μου κι ούτε διανοήθηκα να αγοράσω άλλο γιατί έχω τόσα πολλά που και το συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα ν’ ανοίξεις, κασκόλ πετάγονται.
Ειδοποιήστε το λοιμωδών να έρθει στο αεροδρόμιο, ακούστε που σας λέω.
5. Και κάτι πουτο βρήκα τόσο αστείο όταν μου το είπαν τα παιδιά που έμενα σπίτι τους στα προάστια που γελούσα τόσο πολύ που κρατιόμουν από τον πάγκο της κουζίνας και σκούπιζα τα μάτια μου από τα δάκρυα. Η φύση εκτός κέντρου Ολλανδίας είναι τόσο ζωηρή που δε λέγεται. Τι εννοώ. Εκτός τα πουλιά, πάπιες, κύκνους, ελάφια, άλογα και διάφορα άλλα που μπορείς να δεις σε λίμνες και κήπους, έχει και μαμούνια, όπως π.χ. αράχνες. Οι αράχνες λοιπόν μου λέγανε, είναι τόσο δραστήριες την Άνοιξη, που δεν τους φτάνουν οι κήποι να κάνουν τους ιστούς τους αλλά επεκτείνονται και μέσα στα σπίτια. «Τι εννοείτε;» τους ρωτάω «Εννοούμε πως φεύγουμε το πρωί για τις δουλειές μας, ερχόμαστε το απόγευμα, ανοίγουμε την πόρτα και πέφτουμε πάνω σε ιστούς!» ΑΑΑΑχαχαχαχαχαχα ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!!!!
6. Ο χρόνος στο Μάαστριχτ είναι περίεργος, δεν περνάει πάνα με τον ίδιο τρόπο. Τα πρωινά περνάει πιο γρήγορα, ενώ τα βράδια δεν περνάει καθόλου. Αλλά και μερικά μεσημέρια δεν περνάει. Να, πριν 4 ώρες ήταν 2 και τώρα είναι 3:30, καταλάβατε; Χτες το βράδυ ήταν 8, φάγαμε, είδαμε 4 επεισόδια από ένα γαμάτο σήριαλ και ήταν 10, πώς γίνεται; Άλλες φορές κάνουμε πόσα πράγματα και έχουν περάσει 5 λεπτά. Κάτι περίεργο παίζει φίλοι μου με τον χρόνο εδώ στο Μάαστριχτ...
1α. Και σήμερα και κάθε μέρα μέχρι να έρθω, λέω να κάνω αυτά που έκανα προχτές. Χωρίς τον αρακά. Το μενού αλλάζει, τα υπόλοιπα μένουν ίδια. Αφού ο κολλητός δουλεύει, τι να κάνω; Να πάρω τις ζώνες του, να της δέσω στα χέρια μου και ρυθμικά να βαράω την πλάτη μου; Έλα τώρα!
Υ.Γ. Τα λέμε πια από Αθήνα, εκτός αν έχω κάτι άλλο να σας πω. ...Καλώς να με δεχτείτε βρε!
Υ.Γ. Σήμερα ανακάλυψα πως εδώ και 20 μέρες πλενόμουν με σαμπουάν αντί για αφροντούς το βούρλο. ΤΟ ΛΟΙΜΩΔΩΝ!
Υ.Γ. Μόλις πριν λίγα λεπτά φίλη μου έστειλε ενημέρωση ότι τα σπάνε, τα καίνε και τα γαμούνε όλα στο Σύνταγμα.
Τιμωρία 10 φορές:
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
Γυρίζω στην Αθήνα για να δω τι θα πει βερίκοκο.
ΠΟΥ ΠΑΩ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΦΕΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;;
(έχω ακόμα μερικές τελευταίες μέρες. Πάω να ξαπλώσω στο γρασίδι να κλάψω παρέα με τους κύκνους)
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ
Υ.Γ. Ναι, εγώ είμαι στη φωτογραφία στην πανέμορφη πλατεία κοντά στο σπίτι. Δεν ξέρω γιατί τα μαλλιά μου φαίνονται τόσο κόκκινα, άσχετο. Αλλά δε με πειράζει. Πάω στους κύκνους.
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ