Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας. Είχα δουλειά και κωλοβαρούσα αυτές τις μέρες ταυτόχρονα και με πάθος και είχα τύψεις που δεν είχα μπει καθόλου στο ίντερνετ, καθόλου όμως, καθόλου, καθόλου, καθόλου, ούτε τηλεόραση είχα δει, με το ζόρι μιλούσα και στο κινητό, χτυπούσε και συγχυζόμουν, δεν την ήθελα την τεχνολογία, ου αντικράιστ, αλλά πριν λίγο σηκώθηκα να κατουρήσω, μα κοιτάξτε, 7 η ώρα το πρωί είναι ακόμα, α, όχι, έχει πάει 7:30 μέχρι να αποφασίσω να σηκωθώ, είναι η τελευταία μέρα του χρόνου, αυτό δε λέει τίποτα σε ένα ζώο, σε εμάς λέει ότι είναι η τελευταία μέρα του 2008 και κάποιοι από μας χέστηκαν, άλλοι τη βλέπουν να κάνουν ευχές, νέα ξεκινήματα κλπ. Εγώ την είδα να σηκωθώ από το κρεβάτι γιατί είχε σηκωθεί ο καλός μου και κρύωνα σα σκύλος στην άκρη του δρόμου, λες και ήμουν νεκρή και το κρεβάτι ήταν παγωμένο ρε πούστη, τι πράμα είναι αυτό ρε γαμώτη μου με σας τους άντρες, είστε για φάπες αλλά άμα κοιμάστε βράζετε. Μπορούμε να σας χρησιμοποιούμε και σα θερμοφόρες και να βγάζετε λεφτά, μην είστε μαλάκες, σκεφτείτε το. Λοιπόν, σηκώθηκα γιατί ήθελα να γράψω μία ανασκόπηση του 2008. Ναι καλά, μην χαίρεστε, δεν μπορώ να θυμηθώ την τύφλα μου τη μαύρη, σιγά μη θυμηθώ τίποτα γεγονότα τύπου ο Παναθλιακός με το Βουτηριακό έπαιξαν και ο πρώτος πήρε το πρωτάθλημα και τέτοια. Όχι, θα γράψω να εκτονωθεί το χέρι μου, να χαιρετήσω και γω επίσημα την τελευταία μέρα του χρόνου όπως την καταλαβαίνουν οι άνθρωποι και να σας προσφέρω ένα μικρό διήγημα σε όσους κρυώνουν και θέλουν να διαβάσουν κάτι να γελάσουν να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους. (Ας είναι Παναγία μου αστείο το κείμενο!)
Έτσι που λέτε αγαπητοί φίλοι. Ανασκόπηση 2008, Αναδρομή, πείτε το όπως γουστάρετε, εγώ έτσι κι αλλιώς, δεν ξέρω πως το λένε και γιατί. Φυσικά θα μιλήσω για τον εαυτό μου και για ότι μου κατεβαίνει στο κεφάλι 7:30 η ώρα το πρωί της τελευταίας μέρας του χρόνου. Θα μιλήσω για όσα θυμάμαι ότι συνέβηκαν το 2008, σίγουρα θα ξεχάσω καν και καν αλλά δεν έχει σημασία, προφανώς αυτά που θυμάμαι θα είναι και τα σημαντικά, θα μιλήσω για όσα θέλω και για όσα πρέπει αν το θυμηθώ.
Που λέτε. Το 2008 πέθανε η θεία μου. Ναι, είδατε, δεν ξεκινάω με κάτι ευχάριστο αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι ότι η θεία μου ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου και δεν έπρεπε να πεθάνει. Έτσι όπως ήταν χάλια δηλαδή έπρεπε, ησύχασε, αλλά βασικά δεν έπρεπε. Έπρεπε να είναι καλά, έπρεπε να είναι γαμάτα, έπρεπε να είχε γράψει στα τέτοια της το σύμπαν και να είναι καλά. Αλλά δεν ήταν και έφυγε. Την έχω δει στον ύπνο μου καλά οπότε ξέρω ότι έτσι είναι και δεν ανησυχώ. Απλά της λέω ότι την αγαπώ και της ζητάω εκ μέρους όλων όσων την πλήγωσαν, συγνώμη.
Το 2008, σκέφτηκα αρκετές φορές το θάνατο όπως και πολλές άλλες χρονιές. Δε φοβάμαι το θάνατο και χέστηκα αν πεθάνω. Αυτό που με φρικάρει είναι να σκέφτομαι ότι πεθαίνουν οι δικοί μου. Κι αυτό το σκέφτομαι όταν δεν είμαι καλά. Τους πιάνω έναν-έναν, σκέφτομαι ότι πεθαίνουν και κλαίω σαν τρελή. Δεν το κάνω για να κλάψω βέβαια. Το αποτέλεσμα είναι το κλάμα. Δεν ξέρω τι είδους ανωμαλία είναι αυτή ή αν το λες φυσιολογικό αυτό το πράμα, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι δεν είμαστε αιώνιοι και ανά φάσεις προσπαθώ να το χωνέψω. Εννοείται πως πάντα ξεκινάω με το δικό μου θάνατο μπας και σταματήσω να στενοχωριέμαι και να σπάζομαι με τα εφήμερα και τις μαλακίες και να μη μαζεύω σκουπίδια και γκρινιάζω και να προσπαθώ να περνάω καλύτερα αλλά στο τέλος καταλήγει να σκέφτομαι το θάνατο των δικών μου ανθρώπων και να κλαίω. Κι όταν λέω δικών μου, δεν εννοώ μόνο τους συγγενείς, εννοώ και τους φίλους. Σκέφτομαι ποιοι θα πεθάνουμε πρώτοι, ποιοι τελευταίοι, αν θα πάθει κανείς μας μαλάκυνση, αν θα φοράμε μασέλες, τι παιδιά θα κάνουμε ή όσοι έχουν πως θα γίνουν και άλλα πολλά. Και τι να κάνεις όμως, έτσι είναι οι σκέψεις. Βγάζουν διάφορα συμπεράσματα, καταλήγουν κάπου κλπ.
Ο θάνατος λοιπόν ήταν ένα θέμα του 2008 (όπως και κάθε άλλης χρονιάς). Το γαμήσι ήταν ένα άλλο θέμα. Γιατί θέλησα να γαμήσω πολύ κόσμο. Όχι κυριολεκτικά, ήμαρτον. Για νοητικό γαμήσι λέω. Για τις πράξεις που κάνουν κάποιοι και σου καίνε τον εγκέφαλο επειδή δεν καταλαβαίνεις γιατί γαμώ την πουτάνα τη ζωή τους κάνουν τέτοιες μαλακίες και συ από την τσαντίλα σου θες να τους ανοίξεις το κεφάλι με ένα σφυρί, να πάρεις στουπί και οινόπνευμα και αν τους ανάψεις φωτιά στον εγκέφαλο. Να δώσω ένα παράδειγμα, όχι τίποτα, αλλά είναι μια πληροφορία που σε κάποια φάση είχα πει ότι θα σας πω αλλά το ξέχασα ως γνωστόν. Και δε θέλω να πάει χαμένη. Όχι, όχι, αυτό πρέπει να μαθευτεί. Γιατί 3 μεγάλοι πούστηδες που τους εύχομαι τα χειρότερα για το 2009 και να πάθουν ακριβώς τα ίδια σε μεγέθυνση, μου γάμησαν μερικές μέρες, και μήνες μη σου πω, από τη ζωή μου και δεν πρόκειται να τους ξεχάσω ποτέ. Πρώτος, ένας πουστάρας γέρος που δεν πλήρωσε εμένα κι αρκετούς άλλους για μια δουλειά. Δεύτερος, ένας άλλος πουστάρας που δεν πλήρωνε λεφτά που μου ανήκαν με αποτέλεσμα να μετράω τα ψιλά μου στις διακοπές και τώρα, με τέτοια οικονομική καταστροφή, να ψάχνομαι και να έχω πάρει τα αρχίδια μου οικονομικά, εξαιτίας του. Και τρίτο και καλύτερο, οι γαμημένοι υπάλληλοι του ΟΤΕ και της Hewlett Packard της αντιπροσωπείας στο Σταυρό μετά την Αγία Παρασκευή (μη βιαστείτε να σκεφτείτε ότι μένω εκεί, δε μένω εκεί, εκεί βρήκα αντιπροσωπεία το καλοκαίρι που μου είπε ότι θα είναι ανοιχτή και σκέφτηκα να συνδυάσω τις διακοπές μου με την επισκευή του υπολογιστή μου). Η συγκεκριμένη αντιπροσωπεία μαζί με τους υπαλλήλους της, είναι κλέφτες και παρακαλώ να μην πάει κανένας. Πήγα τον υπολογιστή μου εκεί γιατί έκανε conflict με το μόντεμ, άνοιγα τον υπολογιστή και τρελαινόταν το μόντεμ, τέτοια βλάβη δεν είχε ακούσει ποτέ κανείς τεχνικός, να χαρώ εγώ τεχνικούς, πήρα πρώτα τον ΟΤΕ, σκέφτηκα μήπως έφταιγε το μόντεμ, με 10 άτομα μιλήσαμε, κανείς δεν ήξερε, στράφηκα στη Hewlett Packard. Και μου είπαν ότι φταίει η κάρτα δικτύου, με ρώτησαν να τη φτιάξουν, ε αφού φταίει φτιάξτε τη είπα, την έφτιαξαν, λέμε τώρα, και πλήρωσα 200φεύγα ευρώ. Το καλύτερο; Ο υπολογιστής μου είχε κι άλλο πρόβλημα που ήξερα κι επέλεξα να μην το φτιάξω γιατί προτίμησα την κάρτα δικτύου. Το παίρνω σπίτι μετά από ένα μήνα ενώ μου είχαν πει ότι θα κάνουν 5 μέρες και γι’ αυτό είχα επιλέξει αυτή τη γαμημένη αντιπροσωπεία και τους έπαιρνα κάθε τρεις και λίγο και η γαμιόλα, η ξεκωλιάρα, η πουτάνα που να της γαμηθεί ο κώλος και να μην μπορεί να χέσει για 6 μήνες, να της κρεμάσει το κωλάντερο να το κάνει ζώνη η πουτάνα η γαμιόλα που σήκωνε το τηλέφωνο, ήταν τόσο αγενής, μα τόσο αγενής που ένα καλό μπουνίδι θα ήταν το μόνο που έπρεπε να λάβει που μου μιλούσε λες και μιλούσε στη δούλα της τη μαύρη η ρατσίστρια η ξεκωλιάρα. Είχαν το μηχάνημά σου τρισήμιση βδομάδες παραπάνω από την ημερομηνία που είπαν, θα πλήρωνες ποσό ίσα με τις τρίχες της κεφαλής σου κι αυτή ήταν αγενής. Σημείωση: εννοείται όποτε έβαζα τον καλό μου να πάρει, έσταζε το μουνί της γλύκα την πουτάνα που να της πέσουν τα βυζιά και να τα πατήσει η καριόλα και να σπάσει τη μούρη της. Παίρνω λοιπόν τον υπολογιστή σπίτι. Και μετά από μία εβδομάδα ακριβώς, παθαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και μου γυρίζει ο εγκέφαλος. Χάνω τον κόσμο. Τι έγινε τώρα; Αρχίζω με τον πουστοΟΤΕ. Δεν ήθελα να ξεκινήσω με τους πουσταράδες και την πουτάνα. Κι ένας, ο πρώτος που σήκωσε το τηλέφωνο στον ΟΤΕ, ήξερε το πρόβλημα, «βέβαια, υπάρχει αυτό, έχετε Windows XP έτσι; Ανοίξτε εκεί... μάλιστα, Service Pack 3 έχετε έτσι; Ξέρετε, το Service Pack 3 των Windows XP με το μόντεμ που έχετε, Bauteck δεν έχετε (δεν είμαι σίγουρη για την ορθογραφία, Μπάουτεκ το φώναζαν οι γαμημένοι), κάνει conflict. Είναι αναγνωρισμένο πρόβλημα και η λύση του υπάρχει στην ιστοσελίδα του ΟΤΕ. Μπείτε και φτιάξτε το μόνη σας». Και μου έχουν πέσει τα αρχίδια κάτω. Πρώτον, το πρόβλημα, που δεν ήξερε κανείς κατά τα άλλα, υπήρχε και ήταν γραμμένο στην ιστοσελίδα του ΟΤΕ αλλά κανείς από τους υπαλλήλους που μίλησα, δεν ήξερε ότι το γράφει η ιστοσελίδα τους. Δεύτερον, η κάρτα δικτύου μου δεν είχε τίποτα και είχα τον υπολογιστή μου σε μια αντιπροσωπεία από πουσταράδες που μου είπαν ψέματα ότι είχε πρόβλημα, μου είπαν ότι το έφτιαξαν και μου έκλεψαν 200φεύγα ευρώ. Τι κάνεις; Ποιον γαμείς; Πας στο συνήγορο του πολίτη; Να σας πω αυτό με το συνήγορο πριν λίγο το σκέφτηκα γιατί είμαι ηλίθια. Για μήνες ήμουν τόσο τσαντισμένη που δεν ήξερα πως να τους γαμήσω που δεν το σκέφτηκα. Και ποιον να γαμήσεις; Και τους δύο; Ήρθαν τελικά και μας άλλαξαν μόντεμ γιατί δεν μπορούσα να το λύσω μόνη μου και δούλεψαν όλα κανονικά. Και το χειρότερο; Ένα σωρό άνθρωποι μου είπαν μετά ότι είχαν ένα γαμημένο μόντεμ να μου δανείσουν να δω τι γίνεται. Και το άλλο; Που εκείνη την περίοδο, από την παραλαβή του υπολογιστή μου μέχρι να το ξαναπάθει, αγόρασα ένα μικρό υπολογιστάκι, αυτό του ενός κιλού, το έφερα σπίτι και είχε κι αυτό Service Pack 3 (που δεν το ήξερα) και έκανε πανικό με το μόντεμ και αφού μου είχαν πει από Hewlett ότι έφταιγε η κάρτα δικτύου μου, το πήγα πίσω, έκανα ολόκληρη φασαρία να μου το αλλάξουν, στο μαγαζί να δουλεύει, φασαρία εγώ, μου δίνουν άλλο γιατί ολόκληρη παράσταση έκανα και μου άξιζε, φέρνω το δεύτερο, τα ίδια, το πάω πίσω, παίρνω αντιγραφικό dvd (που σημειωτέον ακόμα πληρώνω), γυρίζω πίσω και σε δυο μέρες, παθαίνει ο υπολογιστής μου το ίδιο, παίρνω τηλέφωνο τον ΟΤΕ και μου λέει ο ένας και μοναδικός υπάλληλος για το Service Pack 3 και το μόντεμ μάρκας Μπάουτεκ. Να σκίζεις τις σάρκες σου η κατάσταση. Έχεις όρεξη να ξεκινήσεις μηνύσεις να σου πάρει ο ΟΤΕ και η Hewlett Packard από ένα σπίτι και τρεις νοσοκόμες να σου κάνουν μασάζ για να μάθουν άλλοι φορά; Και πως θα αποδείξεις πως όντως στη Hewlett δεν σου άλλαξαν την κάρτα; Γιατί μπορεί και να την άλλαξαν. Μπορεί και όχι όμως. Πώς θα αποδείξεις ότι στον ΟΤΕ όντως κανείς δεν ήξερε τίποτα; Υπάρχει στη σελίδα το πρόβλημα θα σου πουν, ας έψαχνες. Μιλάμε για θάνατο η κατάσταση. Βλέπω SOPRANOS των τελευταίο καιρό και συμφωνώ σε πάρα πολλά μαζί τους. Είναι κάποιες καταστάσεις που δεν μπορείς να πεις τίποτα, απλά σηκώνεις το γκάνι και ησυχάζεις Θε μου συχώρα με. Φυσικά και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό και άρα κάθεσαι και σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σιχτιρίζεις και μια ωραία μέρα, βγαίνεις στους δρόμους να φωνάξεις και τελικά σκοτώνουν εσένα μπάτσοι ή κανένας άλλος ηλίθιος. Άρα, ποιο είναι το συμπέρασμα; Προφανώς ότι το 2008 είχε πολύ γαμήσι. Κι έτσι, αφού δεν έκανα τίποτα και στους 3 παραπάνω υπόλογους και φταίχτες και λωποδύτες και μεγάλα λαμόγια κι αυτοί θα συνεχίσουν να κλέβουν, να λένε ψέματα και να είναι άσχετοι, τους ενημερώνω ότι γαμούν το κάρμα τους και τους εύχομαι ότι χειρότερο. Και τους λέω επίσης, πως κάποιος θα βιδωθεί καμιά ώρα και θα τους γαμήσει κανένα μουνί, κανένα κώλο, δεν ξέρω, έτσι νομίζω. Αν δεν καίγονται αιώνια στα καζάνια της κόλασης.
Και μετά το θάνατο και το γαμήσι για το 2008, έχουμε το φαί. Τι άλλο; Έχω πάρει κάτι κιλάκια εδώ και 70 χρόνια και δεν μπορώ να τα χάσω. Μα γιατί; Όχι ότι κάνω δίαιτα αλλά λέμε τώρα. Τι πακέτο κι αυτό. Και πεινάω τώρα. 8:30 έχει πάει η ώρα, ήμαρτον, πεινάω, γουρουνόπουλο μπορώ να φάω και γω θα τη βγάλω με γάλα, μαρμελάδα και μαλακίες. Φέρε κει μια μπριζόλα να γουστάρω, να στανιάρω πρωινιάτικο! Αλλά όχι, ντάξει, θα φάω κυριλέ πρωινό, κανονικό, τι να κάνω, θα φερθώ κόσμια.
Τέλος πάντων, τι άλλο για το 2008; Δε θυμάμαι κάτι συναρπαστικό εκτός από τις διαδρομές που έκανα στα κάμπινγκ πήγαινε έλα το καλοκαίρι και στο Λονδίνο πήγαινε έλα με τα μπαγκάζια και τις δύο φορές, τη μία φορά στους 100 βαθμούς Κελσίου και την άλλη στους -100 βαθμούς Κελσίου. Πριν λίγες μέρες έκανα τη συνδυαστική αυτή σκέψη και για μία ακόμα φορά κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω σα θεία και είπα «αμάν ρε πούστη, όλα πρέπει να κάνουν τον κύκλο τους;» Ω ναι, έτσι φαίνεται. Άσε με το Μέρφυ. Δε θα μιλήσω για τον πούστη. Χρόνια Πολλά του εύχομαι, να είναι καλά να πορεύεται όπως μόνο αυτός ξέρει.
Αυτά που λέτε, δε θυμάμαι άλλα και προχωράω γιατί μόλις βρήκα ένα κείμενο που το έγραψα πριν μερικές μέρες και το προόριζα για ποστ και αποφάσισα να σας το δώσω δωράκι, δύο ποστ σε ένα την τελευταία μέρα του χρόνου. Να μην αφήνω και γω υπόλοιπα. Να ξεκινήσω με νέες μαλακίες κανονικά το καινούριο έτος γιατί άμα το βάλω μετά από 5 μέρες ενώ το έχω γράψει πριν 10, καταρχάς δε θα αισθάνομαι πια έτσι, ήδη είμαι λίγο μακριά και λίγο καλύτερα, πολύ λίγο, γι’ αυτό απολαύστε. Όποιος βαριέται, ας πάει κατευθείαν στην τελευταία παράγραφο που έχει τις ευχές.
Εδώ ξεκινάει το μπαγιάτικο ποστ. Είναι ωραίο, εμένα που άρεσε. (Είμαι ψώνιο).
Δε μπορώ να βρίσω γαμώ το στανιό μου. Δεν μπορώ να χώσω γαμώ το σπίτι, τη ζωή και τον κώλο τους γαμώ. Έχω κατάθλιψη γιατί γαμιούνται πατόκορφα οι κωλάθρωποι και έχω χάσει τη φόρα μου γαμώ την πουτάνα τη ζωή τους μέσα. Δεν μπορώ να πάω γιόγκα εδώ και μερικές μέρες γιατί θέλω να χτυπήσω τη δασκάλα μου. Δεν μπορώ να πάρω το μετρό γιατί θέλω να γαμήσω τους καθυστερημένους που τους δίνεις το εισιτήριο που δε θα χρειαστείς άλλο και που έχει περιθώριο μίας ώρας και ενός τετάρτου ακόμα κι αυτοί αντιδρούν λες και τους δίνεις ένα χαρτί που λέει «ΕΧΩ AIDS. ΜΗ ΜΕ ΠΙΑΣΕΙΣ, ΘΑ ΚΟΛΛΗΣΕΙΣ». Δεν μπορώ να κάτσω σπίτι μου γιατί κολλάει η σύνδεση, κολλάει το dvd, γαμιέται το μουνί που τον πέταγε του γείτονα και κάνει θόρυβο, στην πλατεία απέναντι η καριόλα η καθαρίστρια του δήμου παίζει με το κινητό της ενώ σακούλες με σκατά πετάνε στον αέρα και καταλήγουν στα μούτρα μικρών παιδιών, δεν μπορώ να πάω για καφέ γιατί είναι πανάκριβος και ταυτόχρονα κινδυνεύω να φάω στη μούρη καμιά μολότοφ, κανένα δακρυγόνο, ή στην καλύτερη να φάω στη μούρη τον όποιον μαλάκα τελευταίο την είδε να μας σπάσει τον πούτσο σήμερα κάνοντας την όποια μαλακία.
Και τι θα κάνεις μωρή δυστυχισμένη;
Θα βρίζω.
Αφού λες ότι δεν μπορείς.
Θα το παλέψω. Θα μπορέσω.
Αρχίδια.
Στον κώλο σου.
Τα κατάφερα. Έβρισα. Κάτι έκανα. Έβρισα λίγο. Μα πρέπει να προσπαθήσω κι άλλο. Τόσο μόνο δε φτάνει. Θέλει κι άλλο. Αυτό το χάλι με βρίσιμο μπορεί να δοκιμαστεί. Γιατί να φαγωθεί δε γίνεται με τίποτα. Ένα μπουρδέλο και μισό η χώρα. Σήμερα ένα δευτερόλεπτο είδα ειδήσεις, πρόλαβαν οι πούστηδες να μου την πετάξουν την πληροφορία. Θα χρεωθούμε λέει τόσα λεφτά από Ευρώπη κλπ που δε θα ξεχρεώνουνε ούτε τα τρισέγγονά μας. Μέχρι να κάνω ανάποδο μπλουζόν και τρία λουπ για να την κλείσω την πουτάνα να μη βλέπω, είχα προλάβει να σκεφτώ πως ήδη χρωστάμε. Φύγε, λέω, κακιά σκέψη, δε μπορώ να βρίσω. Και πιάνω την εφημερίδα. Και πριν προλάβω να την ανοίξω, πέφτει το μάτι μου στην πρώτη σελίδα, γαμώ την πουτάνα μου, πάντα καταφέρνω να την αποφύγω, και βλέπω ότι θα πληρώσουμε τόσους φόρους που θα γαμιόμαστε ολημερίς και ολονυχτίς θα πηγαίνουμε πίπα κώλο εμπλοκή. Γαμώ την κηδεία μου δε μπορώ να βρίσω γαμώ το σπίτι σας γαμώ την ψυχή σας τη μαύρη γαμημένοι άνθρωποι γαμώ γαμιέστε γαμώ τα πάντα σας, τη ζωή σας, τον κώλο σας, τα βυζιά σας, τις σκατόφατσές σας και τα πούστικα τα μάτια σας παλιογαμημένοι γαμιόληδες. Πάω γρήγορα στα γενικά και ησυχάζω για λίγα λεπτά. Και ξαναφρικάρω πριν τελειώσει η βαθιά ανάσα που πήρα. Στα γενικά λέει πως δε γυμναζόμαστε, δεν τρεφόμαστε σωστά, πως έχουν μπαζώσει τα ποτάμια στην Αθήνα και πως δεν αναπνέουμε σωστά, δεν πάει πουθενά το νερό της βροχής, πως το ένα, πως το άλλο, γαμιέστε ρε γαμημένοι, γρήγορα στα βιβλία. Και πήγα στο ένθετο με τα βιβλία και χαλάρωσα. Και μόλις χαλάρωσα έβαλε η ξεκωλιάρα η γειτόνισσα το air condition κι άρχισε ο σεισμός στην πολυκατοικία που να της καεί το γαμημένο για κλιματιστικό και να της πιάσει φωτιά το μουνί να δει χαρά στα σκέλια της η καριόλα κι αυτή. Πετάγομαι στον αέρα γιατί τρόμαξα και βγαίνω στο μπαλκόνι να πάρω λίγο αέρα. Αλλά περνάει το σκουπιδιάρικο απογευματιάτικο γιατί έτσι γουστάρει κι αντί αέρα ρουφάω κουραδιασμένα κωλόχαρτα, σάπιες λεμονόκουπες, ληγμένα γιαούρτια και φαγωμένα κρέατα. Βαστάω την αναπνοή μου, κλείνω τα μάτια μου κι όπως τα ξανανοίγω πέφτουν πάνω στον πούστη απέναντι που πάει δώδεκα φορές την ημέρα πέρα δώθε το αυτοκίνητό του για να πιάνει θέση και για το άλλο αυτοκίνητο της οικογένειας. Κι αν λείπουν και τα δύο αυτοκίνητα, βάζει καβάτζα το μηχανάκι. Μόνο που δεν το διαλύει να το βάζει βίδα-βίδα και τσιμούχα-τσιμούχα απλωμένο για να πιάσει δύο θέσεις αυτοκινήτων, γιατί αυτοί βλέπεις είναι οι γαμιάδες της γειτονιάς και πρέπει να παρκάρουν κάτω από το σπίτι τους. Όλοι οι υπόλοιποι που ψάχνουμε και κάνουμε βόλτες και στο τέλος κάνουμε χέρια σαν το μακρύ του καραγκιόζη από τις σακούλες και τα ψώνια που κουβαλάμε, είμαστε μαλάκες. Και θέλω να του πετάξω τη μεγάλη γλάστρα που έχουμε στη γωνία. Αλλά είναι δεμένη και θ’ αργήσω να τη λύσω. Και δε μπορώ και να βρίσω. Κυριολεκτικά αυτή τη φορά. Τι να του φωνάξω από το μπαλκόνι; «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΜΩΡΗ ΠΟΥΣΤΑΡΑ ΠΑΛΙΟΞΕΚΩΛΙΑΡΗ ΜΗΝ ΚΑΤΕΒΩ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΣΕ ΓΑΜΗΣΩ ΟΡΘΙΟ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΩΛΑΜΑΞΟΥ ΣΟΥ ΠΑΛΙΟΓΑΜΙΟΛΗ»; Δε μπορώ. Θα με μάθει όλη η γειτονιά και θα χωρίσω και με τον καλό μου. Γι’ αυτό μπαίνω μέσα. Ο σεισμός από το air condition συνεχίζεται. Θα φύγω γαμώ την κηδεία σας ολονών θα φύγω. Και φεύγω. Κι αρχίζει η ίδια λούπα. Οι ηλίθιοι στο δρόμο, οι πορείες, τα αιτήματα, η θλίψη, το τίποτα, όλα πάνω στο τίποτα και γω αρχίζω να παθαίνω αγκύλωση στα δάχτυλα και προσεχώς τενοντίτιδα γιατί τα δάχτυλά μου είναι συνέχεια τεντωμένα σε μούντζες. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να βρίσω. Και δε μπορώ να βρίσω γιατί έχω κατάθλιψη. Πού πάμε; Πού; Πάμε κάπου; Γνωριζόμαστε από κάπου για να πάμε μαζί; Άντε και να πάμε. Θα τα βρούμε; Αυτά σκεφτόμαστε όμως κι έτσι δεν πάμε πουθενά. Βγάλε άκρη. Μπουρδέλο. Και να μην μπορείς να βρίσεις. Δεν αντέχεται γαμώ την ψυχή τους γαμώ το μυαλό τους το σκατομένο το βρωμερό το σιχαμερό και το τρισάθλιο.
Τράβα μωρή σε κανά χωριό να τσαπίζεις κανένα κήπο να ηρεμήσεις. Άιντε από κει. Μαλάκω.
Να πάω. Πώς να πάω; Με ποιες ελπίδες; Και ποιος είπε ότι έχω τα αρχίδια να το κάνω; Και να φύγω και να μην παλέψω για την πόλη μου; Και παλεύω για την πόλη μου κάνοντας τι; Κάνω κάτι τελικά; Και το κάνω όντως; Και είναι αρκετό; Ας είναι και μια σταγόνα στον ωκεανό, κάτι είναι; Α ναι; Αρκεί;
Γάμησέ τα. Υπάρχει ανάγκη για εκτόνωση. Πρέπει να βρίσω και να σπάσω. Σκέφτομαι να αρχίσω να κυκλοφορώ με καδρόνια. Γιατί οι άλλοι και όχι εγώ; Γιατί δηλαδή να πρέπει να κολλήσω ένα όμορφο διακριτικό αυτοκόλλητο που λέει «Πάρκαρα πάνω σε διάβαση πεζών; Χέστηκα!» σε ένα ηλίθιο μαλάκα πούστη γαμημένο ξεκωλιάρη που έχει παρκάρει πάνω σε διάβαση πεζών και αντ’ αυτού να μην του σπάσω το αυτοκίνητο να το φχαριστηθώ κιόλας; Κι άμα ξαναπαρκάρει ο συγκεκριμένος σε διάβαση πεζών να με χέσετε.
Αλλά δεν το κάνουμε. Κωλώνουμε. Και διαλέγουμε και το πιο άχρηστο κράτος κάθε φορά που δε μπορεί να λειτουργήσει γιατί μόνο τρώει, τρώει, τρώει, δείτε τους, όλοι χοντροί είναι, μπουχέσες, σκατοσάκουλα, δυο τρεις είναι λεπτοί, όλοι οι υπόλοιποι σκατοσάκουλα γεμάτα μύγες είναι, και άρα δεν ισχύουν οι νόμοι και ο βούρκος γίνεται όλο και πιο βαθύς και στο τέλος βγαίνουμε έξω νέοι, γέροι, παιδιά, βρέφη, ανάπηροι, χαζοί, έξυπνοι, ηλίθιοι, καλοί και κακοί και φωνάζουμε, σπάμε, εναντιωνόμαστε και μετά γυρίζουμε σπίτι, κάνουμε τις ίδιες μαλακίες ακριβώς, ψηφίζουμε ακριβώς τους ίδιους ηλίθιους και άντε πάλι η ίδια λούπα.
Τώρα εγώ τι να κάνω που δε μπορώ να βρίσω και τα δάχτυλά μου έχουν πάθει αγκύλωση από τις μούντζες; Γράφω με τα δάχτυλα των ποδιών. Κι ευτυχώς που έγινε αυτό, γιατί σε λίγο για να πιάνεις δουλειά και να παίρνεις αξιοπρεπή λεφτά, γύρευε τι ακροβατικά θα πρέπει να κάνεις. Ποια πανεπιστήμια και μαλακίες. Δε βλέπετε δω ότι όλοι οι άχρηστοι, οι άσχετοι και οι ηλίθιοι διαπρέπουν; Τι; Είσαι σ’ αυτή τη χώρα έξυπνος, εύστροφος και σωστός; Έλα να σε ξεζουμίσουμε και μετά τον πούλο. Εφόσον σε πάρουμε χαμπάρι. Γιατί το πιθανότερο είναι να μη σε πάρουμε χαμπάρι και απλά να πεθάνεις μόνος και έρημος με τις ωραίες ιδέες σου βαθιά βαλμένες μέσα στον κώλο σου από το φόβο μη σου της κλέψει κανένας πονηρός.
Έχω φρικάρει και δε μπορώ να βρίσω. Κι έχω κατάθλιψη. Και σας αφήνω εδώ. Και Χρόνια Πολλά σε όλους. Να ζήσουμε να την δούμε όλη τη σκατίλα.
Εδώ τελείωσε το μπαγιάτικο ποστ. Δεν ήταν πολύ ωραίο; (Ψωνάρα!)
Το ξαναδιάβασα κι εγώ μαζί σας. Σιγά τη μαλακία. Δε μπορώ να βρίσω! Φυσικά και μπορώ! Άντε και γαμηθείτε όλοι όσοι είστε μαλάκες, ευτυχείτε οι υπόλοιποι! Καλή Νέα Χρονιά Ατομάρες, να είστε Καλά, να σκέφτεστε τους Άλλους και το Περιβάλλον! Οπωσδήποτε αυτά για αρχή και μετά σκεφτείτε πως ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να πέσουμε νεκροί, πως η ζωή είναι όμορφη άμα θέλουμε, πως μπορούμε να την ομορφύνουμε χωρίς να έχουμε ή να κάνουμε σχεδόν τίποτα, οι θετικές σκέψεις είναι αρκετές, όσο μπορούμε, όποτε μπορούμε, σκεφτείτε πως η αγάπη είναι το μέγιστο καλό και σκεφτείτε ότι σας κάνει καλύτερους ανθρώπους να το κάνετε πράξη!
Να είστε Καλά, Καλή Χρονιά, ας ελπίσουμε όλοι μαζί σε ένα Καλύτερο Αύριο στην κωλόχωρα που ζούμε και θα τα πούμε του Χρόνου. Σε λίγες μέρες δηλαδή. Φιλιά σε όλους!
(Άντε να πάω να φάω, μου πρήξατε τα αρχίδια).
(Όχι για να δείτε ότι και Θεός υπάρχει και Μέρφυ, μόλις έκλεισα την πάνω πρόταση, πήγα στην κουζίνα και θέλησα να ανοίξω το μπουκάλι με το γάλα να πιω. Το καπάκι ήταν από κείνα τα παλιά που είναι σαν αλουμινόχαρτο που χώνεις το δάχτυλό σου για να ανοίξει ή βάζεις κάποιο μαχαίρι. Εγώ από την πείνα και τη λύσσα μου, έβαλα το δάχτυλό μου και ξέρετε τι έγινε βέβαια ε; Το γάλα εκτινάχθηκε σε απίστευτα ύψη και στη συνέχεια έσταζε από τα ντουλάπια, από τις άκρες των μαλλιών μου, είχε γεμίσει την κουζίνα και το πάτωμα. Ένας αναστεναγμός αρκεί. Πρέπει να είμαστε καλοί άνθρωποι και να μη λέμε ούτε κακίες γαμώτ#&*&^%$#$%#@!!!)








