Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Αθήνα.

Να βάλω τώρα γυαλιά μυωπίας, να ισιώσω το μαλλί, να βάλω κι ένα ταγάρι και να βγω στο μπαλκόνι να κάνω τη Νάνα Μούσχουρη με τον τίτλο που έβαλα. Αθήνα χαρά της γης και της αυγής κι αρχίδια μάντολες τώρα που θα γυρίσουν κι οι υπόλοιποι και δε θα χωράμε πάλι. Κι όχι τίποτα, δε θέλει και κανείς να είναι Αθήνα και δε θα φτάνει που θα είμαστε ο ένας πάνω στον άλλο, θα έχουμε και νεύρα επειδή γυρίσαμε. Γάματα. Μαλακίες.

Τώρα παίζει στην τηλεόραση τους Άγγελους του Τσάρλυ Νο 2 για πεντακοσιοστή φορά. Μιλάμε το 'χω μάθει απ' έξω δε μπορώ άλλο. Κι αυτοί πόσο καθυστερημένοι είναι; Δεν βλέπουν ότι το κάθε κανάλι το βάζει κάθε χρόνο τουλάχιστον 4 φορές; Το ακούω και ξέρω ποια σκηνή δείχνει. Αλλά δεν το αλλάζω. Μ' αρέσει.

Πρώτη φορά κάνω να γράψω τόσες πολλές μέρες. Είκοσι. Πολλές μέρες. Αλλά δεν είχα όρεξη. Και όταν μου'ρχοταν ήταν όταν ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου μπρούμυτα, με τη μύτη να έχει στραβώσει πιέζοντας το μαξιλάρι και τα μαλλιά μου να μου τη γαργαλάνε και σίγουρα δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να σηκωθώ, ν' ανοίξω τον υπολογιστή και ν' αρχίσω να γράφω. Άλλες φορές μου'ρχοταν έμπνευση σαν καταιγίδα όταν ήμουν στη θάλασσα, ή στο δρόμο ή, τέλος πάντων, σε άσχετο σημείο που δεν είχα υπολογιστή. Κάτι πρέπει να κάνω γι' αυτό. Παλιά το κράταγα. Τώρα το αφήνω. Βαρέθηκα να κρατάω. Πόνεσαν τα χέρια μου. Και το μυαλό μου. 

Ωραία ρούχα φοράνε οι Άγγελοι. Παίζει και ο Τζόι από τα Φιλαράκια. Τον είχα ξεχάσει αυτόν. Άρα είπα ψέμματα ότι θυμάμαι τα πάντα. Άρα αυτοί το ξέρουν και γι' αυτό την παίζουν την ταινία 800 φορές κάθε χρόνο. Σωστοί.

Κάτσε να πιω νερό. Δίψασα. Έρχομαι.

Άμα μ' αφήσω τώρα μπορώ να γράφω μαλακίες μέχρι αργά αλλά λέω να πω τίποτα για τις διακοπές και γενικώς. Γενικά διανύω μια μπλε περίοδο με μπόλικη απάθεια και διαστήματα τρελού γέλιου. Λίγο σκληρά τα πράγματα. Θα δείξει. 

Λοιπόν, διακοπές. Μάλιστα. Δύο πράγματα μισώ. Όχι στις διακοπές. Γενικά. Δηλαδή απεχθάνομαι αρκετά πράγματα αλλά αυτά τα δύο είναι πολύ χάι λάιτ ρε παιδί μου κι έχουν σχέση με την κουβέντα. Τις ερωτήσεις και τον αέρα. Δεν τα μπορώ. Να, για παράδειγμα, αν θέλει κανείς να με σκοτώσει ή να με δει να βάζω τα κλάματα από απόγνωση, μπορεί κάλιστα να μου κάνει ερωτήσεις ενώ φυσάει. Το κακό στην υπόθεση είναι ότι είχα αρκετά και από τα δύο στις διακοπές μου φέτος συν κάτι άλλα που μου την έσπασαν ολίγον τι και δε με άφησαν στην ησυχία μου. 

Μετά το Νησί Ένα και το τρελό κλανίδι, πήγα στο Νησί Μου. Εκεί ήταν ο κολλητός με πόσα άτομα παρέα που τον είδα μόνο δύο φορές συν μία κολλητή μου με την παρέα της που δεν βγήκα ποτέ μαζί τους το βράδυ. Γιατί; Μα; Πώς; Τι έγινε; Ωω! Αμέ. 

Έζησα μαγευτικές στιγμές φασαρίας και μοναξιάς και παρόλα αυτά δεν γκρίνιαξα καθόλου. Ενδεχομένως κάποιος μου έχει κάνει λοβοτομή μιας και δεν εξηγείται αλλιώς. Βέβαια, μετά στην Αθήνα έπεσαν καντήλια άλλο να σας λέω κι άλλο να τ' ακούτε. Άσχετο αλλά όσο έλειπα νομίζω ότι κάτι έπαθε η λεβάντα μου. Και σηκώθηκα σα μαλάκας προχτές το πρωί που φυσούσε γιατί εγώ εκείνη την ώρα την είδα ήρωας κηπουρός κι έκανα αποψίλωση και γέμισε η βεράντα φυλλαράκια και είχα πέσει στα τέσσερα και τα κυνηγούσα, τελείως χαζή. Μιλάμε δε θα πιάσει σκόρο το μισό γκέτο, να με πληρώσουν πρέπει. Γέμισε λεβάντα το σύμπαν. Καλά, το τι έχουν δει αυτοί οι γείτονες δε λέγεται. Πάντως το συνηθέστερο είναι να κάνω πλονζόν. Μία επειδή είμαι ξεβράκωτη και κουνιέται η κουρτίνα, μία γιατί κυνηγάω φύλλα, μία γιατί βουτάω στον καναπέ επειδή έτσι γουστάρω, θα νομίζουν ότι είμαι τερματοφύλακας ή ότι έχω σύνδρομο Τουρέτ, ξέρω γω, τι να πω.

Διακοπές. Με φιλοξένησαν. Όχι στο γιαπί που δεν είχε ρεύμα. (Καλά, μου το έδειξαν το γιαπί. Έτσι και με είχαν βάλει εκεί, ή που θα είχα κρεμαστεί από κανά καλώδιο ή που θα είχα σκοτώσει ή που θα την έπεφτα σε κανένα παγκάκι στεγνά και χαλαρά χωρίς κανένα πρόβλημα). Με έβαλαν σε γαμάτο δικό μου διαμερισματάκι με όλα τα κομφόρ, φουλ κομπλέ τρε μπον λε νουί φανταστίκ. Μόνο που είχε ένα μικρό προβληματάκι. Αυτοί που με φιλοξενούσαν έμεναν στο ίδιο κτήριο. Χρυσοί άνθρωποι. Αλήθεια. Μόνο που έχτιζαν. Το κτήριο που μέναμε. Της πουτάνας το κάγκελο γινόταν. Τρυπάνια, φωνές, νταλίκες με τσιμέντο, φωνές, πιτσιρίκια, φωνές, σφυριά με χτυπήματα, φωνές και όταν σταματούσαν, έπαιζαν ρακέτες φωνάζοντας. "Ε και τι;" θα μου πείτε. "Κατάκοιτη ήσουν, όλη μέρα σπίτι;" Όχι ρε παιδί μου, έβγαινα, εννοείται, αλλά πόσο να βγεις; Τι είμαι; Και είναι άγχος να σκέφτεσαι ότι την άλλη μέρα 8:30 το πρωί θα ξυπνήσεις με σφυροκοπήματα, τρυπάνια και το κλασικό πιτσιρίκι να φωνάζει ΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑ ("Μαμά" μέχρι να αναστηθούν όσες μαμάδες έχουν πεθάνει ανά τον κόσμο από τότε που έγινε το μεγάλο ΜΠΙΝΓΚ ΜΠΑΝΓΚ).

Θυμάστε τα δύο πράγματα που σιχαίνομαι; Τον αέρα και τις ερωτήσεις; Ε να τα. Μόλις έβγαινα από το σπίτι έπεφταν πάνω μου και τα δύο. Πρώτον. Φυσούσε δαιμονισμένα και δεν μπορούσα να πάω στο κάμπινγκ να μείνω, να είμαι και κοντά στους φίλους μου. Άρα, αυτοί έβγαιναν έξω το βράδυ, λυσσούσαν μέχρι πρωίας, εγώ δεν είχα αυτοκίνητο, δεν μπορούσα να είμαι εκεί που ήταν, ούτε να έχω την απαίτηση να οδηγούν στους σκατόδρομους τύφλα και κουρούμπελα συν ότι θα με ξυπνούσαν από τις 8:30 με τρυπάνια οπότε πόσο ν' άντεχα, οπότε σα γερόντι καθόμανε μόνη και πορευόμουν. Ντάξει δε με βολόδερνε κι η μαύρη μοίρα με ουγγρικό βιολί από πίσω και τέτοια, στα παπάρια μου, μια χαρά ήμουν, απλώς ήταν μαλακία να είναι οι φίλοι μου εκεί και να μην μπορώ να καφρίζω μαζί τους. 

Αυτός ήταν ο αέρας. Εμπόδιο για την είσοδό μου στο κάμπινγκ.

Οι ερωτήσεις; Το γνωστό φωτοκύτταρο που έχουν οι συγγενείς. Που μόλις εμφανιστείς αρχίζουν να ρωτάνε χωρίς απαραίτητα να περιμένουν απάντηση (το χειρότερό μου) συν το βλέμμα που σε παίρνει σβάρνα από πάνω μέχρι κάτω και τούμπαλιν ενόσω ακούς απανωτές ερωτήσεις. Βάλτε τώρα αυτό, τα τρυπάνια, να φυσάει και να μην μπορώ να πάω στο κάμπινγκ ενώ οι φίλοι μου είναι εκεί δίπλα. 

Φυσικά δεν υπήρχαν λεφτά. Μην αρχίσετε να αναρωτιέστε μαλακίες, γιατί δεν πήγα δω και κει. Δεν είμαι μαζόχα, μα καθόλου όμως. Μόνο να πηγαίνω στον οδοντίατρο μ' αρέσει. Εκείνο το σουβλί στο δόντι με φτιάχνει. Είναι η μόνη μαζοχιστική ανωμαλία που έχω, κι αυτή με όριο, και τέρμα.
Κι όταν δεν υπάρχουν λεφτά ζυγίζεις και λες: Λεφτά- κάμπινγκ- φασαρία- χώμα- άμμος παντού- κώλο- στόμα- μάτια- θάλασσα χάλια- δεν μπορείς να σταθείς- μακριά από την πόλη όλη μέρα ή, σπίτι- τρυπάνια- ουρλιαχτά- καλοί άνθρωποι- κρεβάτι- τσάμπα- βόλτες στην πόλη- ξαδέρφη- ανηψιά. Και διαλέγεις. Και γω διάλεξα. Κι έκανα υπομονή. Και δε νευρίαζα. Κι έφευγα τρέχοντας από το σπίτι πηδώντας τα τσιμέντα και τα σφυριά και τα πιτσιρίκια φωνάζοντας καλημέρα ευχαριστώ δε θέλω γεια σας ναι ναι γεια σας ευχαριστώ, απαντώντας στο περίπου στις ερωτήσεις που με βομβάρδιζαν από πίσω. Και μπήκα στο ίντερνετ και είδα πότε πέφτει ο αέρας. Κομπλέ. Στα μισά των διακοπών μου. ΟΚ. Μια χαρά. Και πάω κάμπινγκ. Και βρίσκω και τάφο. Φανταστικά. Ένα παράπηγμα που έχουν φτιάξει με πόρτα που κλειδώνει και διπλό, που λέει ο λόγος, κρεβατάκι, πολύ κομπλέ. Και γουστάρω τρελά λέμε. Και τακτοποιούμαι και ψήνομαι και λέω "τι ωραία!" και αμέσως μετά, αρρώστησα. 

Φανταστικά. Και δεν αρρώστησα τόσο όσο να πεθαίνω, όχι βέβαια, ούτε θα ήθελα κάτι τέτοιο ασφαλώς όχι. Απλώς θα ήθελα να μην έχω αρρωστήσει. Γιατί τρώω φρούτα, λαχανικά, προσέχω, δεν καπνίζω, δεν πίνω δεν μπορώ να το πω αλλά δεν είμαι και καμία τελειωμένη (τώρα θυμήθηκα που μου έδειξαν οι φίλοι μου φωτογραφία με μένα με μισόκλειστο το ένα μάτι, λυγισμένα γόνατα και να γελάω με ένα πλατύ χαμόγελο που έπιανε όλη τη φωτογραφία, να κρατάω τα τέσσερα ποτήρια στα χέρια μου στο Νησί Ένα, ας το προσπεράσω αυτό), έκανα τα μπάνια μου στη θάλασσα, δεν υπήρχε λόγος να αρρωστήσω. Αλλά αρρώστησα. Και φυσικά, δεν μπορούσα να βγαίνω τα βράδια γιατί δεν άντεχα και δεν μπορούσα. Γαμάτα;

Το φοβερό; Φέτος το κάμπινγκ ενω ήταν τίγκα δεν ακουγόταν κιχ. Κιχ σας λέω, λες και ζούσα σε κάρτα που διαφημίζει το κάμπινγκ και βλέπεις τις σκηνές και δεν ακούς τίποτα αφού είναι φωτογραφία ρε ούφο. Έτσι. Εκτός φυσικά από την αθάνατη ελληνική οικογένεια που έμενε ακριβώς δίπλα μου. Και ούρλιαζε το πρωί όταν ξυπνούσε, το απόγευμα και το βράδυ. Σε συγκεκριμένες ώρες, δε λέω, αλλά ούρλιαζε. Έπρεπε να τους άκουγαν μέχρι την άλλη άκρη. Απόρησα που δεν έσκασε κανένα χιπούρι να τους αρχίσει το ξύλο με τα ράστα του. Και μια φορά που παραπονέθηκα βάρεσαν το σκυλί που είχαν μαζί τους. Ούτε που σκέφτηκαν ότι αυτοί με ενοχλούσαν κι όχι το σκυλί.

Απογοήτευση. Γύρισα πίσω στην πόλη ηττημένη λέμε. Με κατεβασμένους τους ώμους. Γύριζα πίσω κι άκουγα τα τρυπάνια και μου 'ρχόταν ν' αρχίσω να ουρλιάζω. Αλλά δεν ούρλιαξα. Γιατί είμαι κουλ κι έτσι. Σκέφτηκα ότι άλλοι δεν έχουν βρακί να βάλουν στον κώλο τους και γω είμαι διακοπές και θα μιλήσω; Και δε μίλησα. Αλλά είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι είναι η αλήθεια. Λίγο τόσο μόνο.

Έδωσα τα πράγματά μου σε μεταφορική να μου τα φέρει γιατί αν κουβαλούσα το σάκο του στρατιώτη στην πλάτη, τη σκηνή, το στρώμα και τ' αρχίδια καπαμά, άρρωστη, πραγματικά σας το λέω, θα ανέβαινα στο πλοίο και μόλις θα ήμασταν ανοιχτά, θα έκανα μία έτσι και θα τα έστελνα όλα κάτω. Και τα έστειλα με μεταφορική που και καλά θα μου τα έφερνε μια μέρα μετά. Και μου τα έφερε πέντε μέρες μετά. Και μου ζήτησαν λεφτά όταν πήγα να τα πάρω. Ένα θα πω. Δεν πλήρωσα τίποτα απολύτως. Αφού δεν τους τα έβαλα στον κώλο ένα προς ένα να είναι κι ευχαριστημένοι.

Αθήνα. Άρρωστη. Εγώ. Αυτή, άδεια. Άρα κούκλα. Τις πρώτες δυο μέρες είχα νεύρα από τις φανταστικές διακοπές που πέρασα. Και έβριζα όλη μέρα φτύνοντας, βήχοντας και φυσώντας μύξες. Μέσα στην τσαντίλα σκεφτόμουν πως είμαι τελείως μαλάκας που κάθομαι τρώω υγιεινά, δεν καπνίζω και παρόλα αυτά αρρωσταίνω και βήχω. Τότε γιατί να μην πάρω τρεις τριόροφες τούρτες και οχτώ πακέτα τσιγάρα να τα γαμήσω όλα; Κι έβριζα. Αλλά κακό δε μου έκανα. Και ηρέμησα. Και τώρα είμαι καλά. Πήγα και Ανάβυσσο στον κολλητό και πέρασα φανταστικά, ωραία θάλασσα, ωραία βόλτα, Μανούλα γεια σας!, είδα φίλους αν και λίγοι εναπομείναντες στην Αθήνα, ηρεμία. Τα λουλουδάκια μου, χαλαρά, μου πέρασε και η αρρώστια η μαλακία και ντάξει. 

Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος για όλους αλλά καλά θα κάνουμε να είμαστε ήρεμοι. Γιατί και να τσιρίζουμε τι θα καταλάβουμε; Θα κάνει και κρύο (Που το ξέρεις; Ξέρω γω;) και θα είμαστε όλοι αγκαλίτσα να ζεσταινόμαστε (Α γι' αυτό το είπες, Ε ναι ρε), οπότε ντάξει.

Μου τη δίνει που έξω φυσάει και μέσα όχι. Θέλω να φυσάει μέσα κι έξω όχι.

Διάλογοι με μάνα - δεν τα παραλείπουμε αυτά-:

Έπιασε φωτιά μια εκκλησία εδώ κοντά. Εγώ με τη μάνα ήμουν λαϊκή (sic). Εμένα μου μύριζε καμμένο. Κοιτούσαμε φρούτα λαχανικά κλπ και κουνούσα τα ρουθούνια μου.
Εγώ- Τι μυρίζει ρε πούστη μου; Καμμένο.
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι!
Εγώ- Ποια σουβλάκια ρε μαμά; Αφού μυρίζει καμμένο!
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι!!
Παρατάω τη συζήτηση μιας και το λέει τόσο πειστικά συν ότι δεν βλέπω καπνό ούτε ακούω κάτι. Προχωράμε παρακάτω και μου ξανάρχεται έντονη η μυρωδιά. Στεκόμαστε μπροστά σε ένα πάγκο και λέω στο μανάβη:
Εγώ- Μα τι μυρίζει καμμένο;
Μανάβης- Δεν ξέρω, μυρίζει ώρα τώρα.
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι!!
Εγώ + Μανάβης- Δεν είναι τα σουβλάκια!
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι! Να τα!! (Μας δείχνει την καντίνα με τα σουβλάκια στα τρία μέτρα).
Εγώ και μανάβης παραιτούμαστε. Τελειώνουμε τα ψώνια, πάω σπίτι μου, μαμά παίρνει αυτοκίνητο να πάει σπίτι της. Σε δύο λεπτά με παίρνει τηλέφωνο.
Μαμά- ΠΑΙΔΙ ΜΟΥΟΥΟΥ!!
Εγώ- Τι έγινε;
Μαμά- Πήρε φωτιά η εκκλησία παιδί μου!
Εγώ-Μπα, τα σουβλάκια είναι.
Μαμά- Κακός οιωνός!
Εγώ- Αρχίδια. Θα ψήσει άλλα.

Άλλος διάλογος. Μέσω τηλεφώνου.

Μαμά- Πήγα ψαραγορά και πήρα κάτι ψαράκια μούρλια! Να δεις κάτι γοπάκια όνειρο!
Εγώ- Ναι; Μπράβο.
Μαμά- Και ξέρεις τι είχαν μέσα;
Εγώ- Τι είχαν;
Μαμά- Ένα μωρό τονάκι! 
Εγώ- ...Μμ.. Μαμά.. Το ξέρεις ότι ο τόνος είναι τεράστιος; Πώς γίνεται να είναι μέσα στα γοπάκια το μωρό τόνος;
Μαμά- Ε άμα το δεις..
Εγώ- Ε ναι βέβαια, εσύ ο ειδήμων ιχθυολόγος το αναγνωρίζεις το τονάκι. Δόντια έχει; Πτερύγια; Χρώμα; Καλό ή χλωμό;
Μαμά- Ε άμα δε με πιστεύεις τι να κάνω. Θα στο κρατήσω να το δεις!
Εγώ- Ε βέβαια, γιατί το αναγνωρίζω πάνω απ'όλα. Κι αν δεν μπορείς, να τον πιάσεις από την ουρά και να πεις στον μπαμπά να σε βγάλει φωτογραφία. Κάτσε μπροστά στην μπανιέρα για το στοιχείο του νερού, που να τρέχεις στη θάλασσα.
Μαμά- Όλο μαλακίες λέει το παιδί μου. 

Αυτά. Και εις άλλα με υγεία φίλοι μου.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Νησί Ένα – Ποστ Δύο.


Προχτές:

Ντάξει παιδιά, δεν υπάρχει αυτό το πράμα που γίνεται εδώ. Τόσο χρονώ γυναίκα να κάνω τέτοια πράματα, ντροπή και αίσχος. Αλλά αυτά τα κωλόπαιδα φταίνε που με παρασέρνουν. Να πάω στο Νησί Μου να κάθομαι μονάχη να ησυχάσω, να μη με ενοχλεί κανείς, να τρώω την άμμο μου κει γιατί θα φυσάει και θα κάνω αμμοβολή άντε γιατί δε γίνεται. Ένα θα σας πω. Κατέβασα χτες σορτσάκι και κατούρησα μπροστά σε λαό. Μην ανοίγετε το στόμα και παίρνετε εκφράσεις αηδίας και σχολιάζετε και λέτε «α πα πα αίσχος» και «κρίμα και την είχα συμπαθήσει αλλά απ’ ότι φαίνεται είναι μεγάλη πατσαβούρα», μην τα πείτε αυτά γιατί και σεις στη θέση μου τα ίδια θα κάνατε μη σας πω και χειρότερα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με μία σειρά.


Πήγαμε σε ντίσκο. Ναι. Έχω μπει σε άλλη διάσταση, αυτό είναι σαφές. Μία ο χοντρός με το εκστα-σι εκστα-νο, μία η ντίσκο, άσε με σου λέω. Εγώ γενικά είμαι στο χαλαρό, να ξαπλώνω, να κοιτάω αστέρια, να σκέφτομαι και τέτοια. Αλλά, ως γνωστόν, οι άλλοι φταίνε και με βάζουν στην πρίζα! ...Συγνώμη, κάτι άσχετο. Κάθομαι τώρα στο αγαπημένο μου καφέ και βρέχει μυρμήγκια. Πώς γίνεται αυτό μου λέτε; Θέλουν τώρα να μου τη σπάσουν; Φτερά δεν έχουν και εμφανίζονται ξαφνικά πάνω στο τραπέζι μου. Το τι μυρμήγκι έχω εκσφενδονίσει δε λέγεται. Θα πέφτουν τα μαλακισμένα από την κληματαριά. Και τι θέλουν τώρα στην κληματαριά; Τι να πω; Μαλακισμένα. Αρκεί μην πέσουν στα μαλλιά μου, κατέβουν στην πλάτη μου και φτάσουν στον κώλο μου γιατί από την Ινδία έχω να το πάθω αυτό και δε θα το αντέξω. Πάμε παρακάτω, γάμησέ τα τα μυρμήγκια. Που λέτε.


Καλά, τώρα έκανα κίνηση να πιάσω το καλαμάκι του χυμού μου και δεν έχει καλαμάκι. Κόκαλο είμαι από χτες ρε πούστη μου. Κατάντια. Τα κωλόπαιδα. Αλλά γιατί κωλόπαιδα; Αυτά καλά κάνουν. Μικρά είναι, πάνω στα ντουζένια τους, τις καύλες τους, τις ορέξεις τους... εγώ τι δουλειά έχω μ’ αυτά, μπορείτε να μου πείτε; Την είδα τζόβενο κι έτσι; Τι να πω πια, αυτά κάνω και μετά φτάνω σε σημεία να κατεβάζω το βρακί μου φόρα παρτίδα μέσα στον κόσμο. ...Ξέρετε τι δεν ξέρουν τα πιτσιρίκια; Ότι εμείς οι γέροι καθόμαστε γενικά στ’ αυγά μας γιατί άπαξ και πάρουμε φόρα, δουλεύουμε κομπρεσέρ όλη νύχτα. Δεν το ξέρουν αυτό και μετά άμα σε δουν να κάνεις μαλακίες χαζεύουν. Εμ, αυτό σου λέω. Θα πάω στα αυγά μου, στο Νησί Μου. Αστέρια και Σκέψη. Λίγο ακόμα να κάτσω εδώ θα κρεμαστώ από τη ντισκόμπαλα, τη βλέπω τη δουλειά. Αλήθεια λέω. Για να καταλάβετε, χτες καθόμασταν 5 άτομα, την κοιτάζαμε και σκεφτόμασταν πόσοι ο ένας πάνω στον άλλο χρειάζονται για να τη φτάσουν. Συγνώμη, είναι αυτοί συζήτηση σοβαρών ανθρώπων; Να σου πω εγώ. Δεν είναι γιατί δεν είμαστε σοβαροί. Τελικά αποφασίσαμε ότι χρειάζονται δυόμιση εγώ γιατί το μετρήσαμε στο περίπου, πήγα στο κέντρο της πίστας και έκατσα ακίνητη να με κοιτάνε να υπολογίσουν. Εγώ έλεγα ότι χρειάζονται τέσσερα άτομα γιατί μου φαινόταν πολύ ψηλά αλλά τελικά έκανα λάθος. Ό,τι να ’ναι έβλεπα. Εδώ θα μου πεις κατούρησα όπου να ’ναι, προφανώς η οπτική μου εκείνες τις ώρες είχε πρόβλημα με τις μπύρες που είχα πιει. Για να μην απορείτε, η πίστα ήταν άδεια όταν πήγαμε στη ντίσκο (λέω «ντίσκο» και νιώθω νέα μιλάμε) μιας και πήγαμε νωρίς για να προλάβουμε τις ουρές στην πόρτα αργότερα. Τόσο τελευταίοι είμαστε. Ή έξυπνοι. Πάρτε το όπως θέλετε.


Έπεσαν φανταστικές ατάκες. Όχι μόνο στη ντίσκο, γενικά, έχουν πέσει φανταστικές ατάκες. Το τι γέλιο έχω ρίξει δεν λέγεται. Χτες σείστηκε το δωμάτιο. Ειδικά ο φίλος τα έχει σπάσει όλα, κλαίω μιλάμε. Πολύ θα λυπηθώ που θα φύγει, θα πάει κι αυτός ο μαλάκας να βρει τους κάφρους τους φίλους του να καφρίσει λες και γω δεν κλάνω αρκετά. Τέλος πάντων, άσε με τώρα γιατί συγχύζομαι. Χτες, καλά, χτες. Στο δωμάτιο. Ώρα γύρω στις 11 το βράδυ. «Νυστάζω» μου λέει ο φίλος. «Κοιμήσου» του λέω εγώ. Την πέφτει. Μόλις κλείνει τα μάτια του, του λέω «πως ανοίγει αυτό να παίξω angry birds»; (του έδειχνα ένα pad που έχει). Μου δείχνει. Ξαναπέφτει. Παίζω λίγο, περνάνε ίσα ίσα μερικά λεπτά να γλαρώσει ο άλλος και κολλάει το μηχάνημα. «Κόλλησε» του λέω. Έρχεται, το κοιτάει, αρχίζω να γελάω γιατί του έχω σπάσει τ’ αρχίδια, είναι σαφές αυτό και το ξέρω. Μου λέει να πα να γαμηθώ και να πάρω το άη φον να παίξω και να κλείσω τον ήχο γιατί θα μου το βάλει στον κώλο. Γελάω εγώ. Ξαπλώνω στο διπλανό κρεβάτι, παίρνω το άη φον, αρχίζω να παίζω, κολλάει. Αρχίζω να γελάω. Τον σκουντάω. «Κόλλησε». Γυρίζει, το κοιτάει, πάει να το φτιάξει. Δε φτιάχνει. Σηκώνομαι να πιω νερό και βλέπω το pad να είναι ακόμα κολλημένο. Μου φαίνεται τρομακτικά αστείο, αρχίζω να γελάω πάρα πολύ και με ρωτάει αν ήπια χώμα. Πέφτω κάτω γιατί χώμα λέει ένα φυτικό καφέ τύπου που πίνω και του φαίνεται σαν οβομαλτίνη με χώμα. Γελάω, γελάω και γελάω, και του λέω πως εκείνη την ώρα είναι προφανές πως ό,τι ηλεκτρονικό πιάσω το χαλάω. Αυτό ήταν. Κατάφερα αυτό που ήθελα. Τον κούρδισα. Άρχισε τις μαλακίες και πεθάναμε. Τσίριζε και μου έλεγε πως θα τα κάψω όλα, θα χαλάσω και το air condition και μετά θα πρέπει να ανοίξουμε το ψυγείο για να δροσιζόμαστε και να σύρουμε τα κρεβάτια κοντά κι αυτό μου φάνηκε τόσο αστείο που λύγισαν τα γόνατά μου από το γέλιο, έπεφταν δάκρυα. Μετά μου έφυγε μια κλανιά πολύ βρωμερή και νομίζω ότι εκεί κάπου, πεθάναμε. Αφού ο φίλος είχε πεταχτεί από το κρεβάτι και άνοιξε και τον ανεμιστήρα οροφής ενώ εγώ πλέον είχα πέσει στο κρεβάτι ανάσκελα και άρχισα να γελάω τρανταχτά με το στόμα ανοιχτό. Όταν χαλάρωσα, του είπα πως με τον ανεμιστήρα θα κρυώσω χειρότερα και θα κλάνω περισσότερο.


Οι κλανιές παιδιά. Τι πράμα είναι αυτό. Μιλάμε τον έχω τσακίσει τον άνθρωπο. Τέτοια βρώμα δεν υπάρχει. Αλλά με έχει πιάσει τρέλα και μένα. Χτες εκεί που ήμασταν ξαπλωμένοι και διαβάζαμε ο καθένας το βιβλίο του, ξαφνικά κάνω μία έτσι, πετάω τον κώλο μου κοντά στο χώρισμα των δύο κρεβατιών και αμολάω κλανιά. Καλά, μακελειό. Βρώμα της αρκούδας. Πάλι όρθιος, πάλι ανεμιστήρας, πάλι ανάσκελα, πάλι γέλια χοντρά. Σήμερα το πρωί τα ίδια. Τελικά μου είπε ουρλιάζοντας ότι έχω φυτέψει κλανοπάρτερο εκεί (παρτέρι με κλανιές). Θα το ποτίζω λέει και θα μεγαλώνουν. Πέθανα παιδιά, με άκουσαν μέχρι την Αθήνα μιλάμε. Μα κλανοπάρτερο; Θεός.


Φανταστική ατάκα χτες στην ντίσκο. Δεν υπάρχει. Φτύσαμε τις μπύρες ο ένας πάνω στον άλλο και μετά εγώ κι ο φίλος λυσσάξαμε στη μαλακία. Είμαστε 5 άτομα είπαμε. Στην αρχή, δεν είχε κόσμο, ήταν άνετα τα πράγματα, πήγαινες μπαρ και wc χαλαρά, όσο μαζευόταν ο κόσμος όμως, όπως συνηθίζεται άλλωστε, αυξάνονταν και οι ουρές. Έχει κόσμο λοιπόν σε μια φάση και η μία φίλη από την παρέα κάπου ήταν, γυρίζει με κόσμο και λέει στη φίλη της: «έλα ρε, ο Γιώργος, ο Μιχάλης, ο Ρούλης» κλπ. «Από που είναι; Από την Αθήνα;» ρωτάει η φίλη της. «Όχι, από την τουαλέτα». Φανταστικό; Πεθάναμε, κλαίγαμε για ώρες, το καταλαβαίνετε. Φυσικά, όπως είπαμε, μετά με το φίλο κατουρηθήκαμε με τις μαλακίες που λέγαμε. Να, για παράδειγμα, κάποια φάση την έχουμε χάσει και ρωτάω το φίλο «που είναι ρε η ...;» «Θα την κερνάει σφηνάκια χάρπικ ο τουαλετάς». Έκλαιγα φίλοι μου, έπεσα κάτω, κρατήθηκα από τον ώμο του και η υπόλοιπη ήμουν κάτω λέμε. Άκου χάρπικ σφηνάκι από τον τουαλετά. Θεός.


Άλλο σκηνικό. Είμαι με μια φίλη από την παρέα και μιλάμε. Οι άλλοι κάπου είναι. Άλλος χορεύει, άλλος περιμένει στην ουρά για κατούρημα, άλλος πίνει χάρπικ, τέλος πάντων υπάρχει κίνηση.


(Φανταστικό σκηνικό που μόλις συνέβη: Όσο γράφω, διάσημος αθλητής με την παρέα του είναι στο απέναντι τραπέζι μπροστά μου, ο σερβιτόρος έρχεται με φωτογραφική, του ζητάει να βγουν παρέα, στήνονται μπροστά μου και με βγάζουν και μένα μέσα στο πλάνο μπροστά στον υπολογιστή μου. Γαμάτο; Εννοείται κοιτούσα χαμηλά και έκρυβα με το χέρι το στόμα μου που γελούσε. Που να ξέρει ο σερβιτόρος ότι έχει δύο σταρ σε μία φωτογραφία χαχαχαχαχαχα).


Και μετά τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα δημοσιότητας συνεχίζουμε από κει που ήμασταν. Υπήρχε κίνηση λοιπόν γενικώς στη ντίσκο και γω μιλούσα με μία φίλη μου. Ξαφνικά, έρχεται φουριόζος ο φίλος και μου λέει μέσα στην τσαντίλα: «Ξέρεις τι έγινε ρε μαλάκα;!» «Τι έγινε ρε;» του λέω. «Ήρθε ένα λιώμα, ένα μπάζο μαλακισμένο που παραπατούσε και για να μην πέσει άρπαξε τη βερμούδα μαζί με το βρακί μου να στηριχτεί και μου τα ’βαλε και τα δύο στον κώλο». Πέθανα, το καταλαβαίνετε φυσικά, έτσι; «Από κει στηρίχτηκε ρε συ;» «Ναι ρε το μαλακισμένο!» «Και σου μπήκαν στον κώλο και τα δύο;» «Ναι ρε μαλάκα με το μαλακισμένο, μου φτάσαν τ’ αρχίδια στην πλάτη μιλάμε!» Πέθανα. Πέθανα. Και φυσικά το πρωί που ξυπνήσαμε σήμερα, σετάκι με τις βρωμερές κλανιές μου, κάναμε και μία επανάληψη στα σκηνικά και ξανακλαίγαμε ουρλιάζοντας, ανάσκελα, στόματα ανοιχτά κλπ.


Δεν τελείωσε, έχει κι άλλο. Μετά θα τελειώσει. Χτες ήπιαμε μπύρες. Όχι πολλές. Ξέρω γω 4 μικρές, 5, κάτι τέτοιο. Αλλά γίναμε τύφλα. Θα ήταν μπόμπα κι αυτές φαίνεται, τι να πω, δεν ξέρω. Λέγοντας μπόμπα. Πολύ μπόμπα παίζει. Πανάκριβα και μπόμπες, θα πεθάνουμε λέμε, είπαμε. Δεν συζητάω φυσικά στην ντίσκο τι είχε. Αφού μία από τις φίλες που δεν είχε ξανάρθει στο νησί και άρα δεν είχε ξαναπάει στη ντίσκο και άρα δεν ήξερε ότι όλα είναι μπόμπα μέχρι θανάτου, είπε τη φανταστική ατάκα μόλις μπήκε μέσα: «λέω να πάρω καμιά βότκα». Πείστηκε και δεν πήρε γιατί μόλις το είπε γελάσαμε τόσο πολύ κοιτώντας τη που μάλλον κατάλαβε. Που λέτε. Μπήκαμε στο τελευταίο πλάνο της σημερινής ταινίας όπου η Κωλόγρια βγάζει τον κώλο της μες τα μάτια τους. Πίναμε μπύρες είπαμε. Και οι μπύρες τι φέρνουν; Κατούρημα. Πριν πάμε στη ντίσκο, ήπιαμε κανά δυο. Κατούρημα. Παίρνω άλλη μία από το σουβλατζίδικο για το δρόμο. Την πίνουμε με το φίλο στη διαδρομή. Δεν έχει περάσει ένα τέταρτο από το προηγούμενο κατούρημα, στην κυριολεξία τώρα, και θέλω να ξανακατουρήσω. Βρίσκουμε ένα γιαπί στην ερημιά και κάτω απ’ τα αστέρια, στη μία γωνία της εισόδου ο φίλος, στην άλλη εγώ, αδειάζουμε τις φούσκες μας και γελάμε. Οι άλλες προπορεύονται. Κανείς δεν μας βλέπει, είναι ερημιά, όλα ΟΚ. Τρέχουμε προς τα κορίτσια ψιλοακουσμένοι με το φακό κλειστό και λέμε πως αν πέσουμε με τη μούρη κάτω θα γίνουμε κώλος αλλά συνεχίζουμε να κάνουμε μαλακίες. Φτάνουμε στη μαγαζάρα. Κατούρημα. Αλήθεια λέω. Μετά από λίγο, πάλι κατούρημα. Αλήθεια λέω. Αρχίζει η ουρά. Έρχεται κόσμος. Την τρίτη φορά που πάω έχει ουρά και περιμένω ώρα κάτι τελειωμένα που καίνε κάρβουνο και θέλουν εντατικά ηλεκτροσόκ μέχρι να αντιληφθούν ότι άνοιξε η πόρτα και έφυγε ο προηγούμενος. Να του δώσεις μία να πέσει με τη μούρη στη λεκάνη. Έρχεται η σειρά μου. Βρωμάει ελεεινά. Δεν έχει νερό. Βγαίνω έξω, πλένω χέρια, υγρό σαπούνι είχε, σκουπίζω χέρια πάνω μου, γυρίζω πίσω, γίνονται τα διάφορα που είπαμε και θέλω πάλι κατούρημα. Αλλά τώρα θέλει και η μία φίλη και ο φίλος. Κοιταζόμαστε και δεν ξέρω πως γίνεται, πάμε έξω από την ντίσκο σούμπιτοι, να κατουρήσουμε στα χωράφια. Καλά. Έξω τι γινόταν. Πρώτα απ’ όλα ξημέρωνε. 6 παρά νομίζω ήταν. Ζόμπι να γέρνουν μία δεξιά, μία αριστερά, άλλα να μπαλαμουτιάζονται, άλλα να κατουράνε τοίχους, κάτι σκιές σε κάτι παραπήγματα δεν ξέρω τι έκαναν κι εμείς να ψάχνουμε να κατουρήσουμε. Θέλαμε και άπλα εντωμεταξύ γιατί ήμασταν και τρεις. Όσο πηγαίναμε και βλέπαμε ότι όλες οι καβάτζες ήταν πιασμένες, τόσο γελούσαμε και άρα κατουριόμασταν περισσότερο. Πάμε από την άλλη. Χωράφια. Κόσμος σκόρπιος από δω κι από κει. Μπαίνουμε στο χωράφι αποφασιστικά. Δέντρο. Πάμε από πίσω. Αρχίδια πίσω. Σε βλέπουν μέχρι το λιμάνι. Φίλος τη βγάζει κατουράει δεν κοιτάμε. Εμείς τουλάχιστον. Οι άλλοι δεν ξέρω τι έκαναν, ήταν ψιλοσκοτάδι ακόμα, λιώμα άπαντες. Το σκέφτομαι με όσο μυαλό μου είχε απομείνει μετά από τις ληγμένες μπύρες και την κούραση 6 το πρωί, αποφασίζω επιτόπου, κατεβάζω σορτσάκι βρακί κατουράω και γελάω. Φίλος έχει πεθάνει γιατί, όπως μου είπε μετά, φέγγιζε ο κώλος μου άσπρος άσπρος στο ημίφως. Δεν ξέρω, εγώ πάντως κατούρησα. Ποιος με είδε τι έγινε δεν ξέρω. Και τι έγινε; Χέστηκα. Όλοι σκατά ήταν, όλοι τα ίδια έκαναν, οι τουαλέτες άθλιες, άσε με. Δεν έχεσα και στην πόρτα του μαγαζιού. Η φίλη πάντως δεν κατούρησε, δεν μπόρεσε. Κυρία. Όχι σαν και μένα τη ρόμπα.


Μετά, στο γυρισμό, πρώτα απ’ όλα μου φάνηκε ότι περπατούσαμε τρεις μέρες. Κάναμε πολύ φασαρία και σκεφτόμουν τους καημένους τους παππούδες τι τραβάνε με τα λιώματα αλλά μετά σκέφτηκα ότι κάνουν υπομονή γιατί έχουν βρει το μήνα που τρέφει τους έντεκα με τα ενοικιαζόμενα και τα πανάκριβα όλα εδώ οπότε τσαντίστηκα κι έκανα περισσότερη φασαρία, μετά ξάπλωνα σε κάτι μηχανάκια και σε κάτι καπό αυτοκινήτων, η φίλη με έβγαζε φωτογραφίες και άμα θέλει τώρα, ανά πάσα στιγμή μπορεί να με εκβιάσει και να με κάνει τσιμπούκι σε facebook, twitter, blog, σινεμά και τηλεόραση και τελικά φτάσαμε στα δωμάτια αφού είχαμε έρθει με ζιγκα ζαγκ χτυπώντας όλες τις μάντρες του νησιού με τα χέρια, τους ώμους και τα πλευρά μας.


Πω πω τι ρόμπα. Και σήμερα τελευταίο βράδυ. Αύριο Νησί Μου. Ηρεμία, Χαλαρότητα, Γιαπί κλπ. Τα λέμε.


Σήμερα:

Στο Νησί μου. Κοιμάμαι όλη μέρα. Μόλις ξυπνήσω θα σας γράψω.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Το Νησί Ένα- Ποστ Ένα.

Τι να πω. Δεν έχω λόγια. Αφού δε θέλω να βρίσω. Όχι για να καταλάβετε ότι στο τέλος της ημέρας είμαι καλός άνθρωπος. Φτάσαμε. Και με μεγάλη μου χαρά έχω να σας πω ότι είχα ξεχάσει πόσο ωραία είναι εδώ. Είχα να έρθω πολλά χρόνια και είχα θολή την εικόνα στο μυαλό μου. Δεν θα πω που είμαι, φτάνει που το ξέρω εγώ κι αυτοί που είμαι μαζί …και λυπάμαι για το δεύτερο σκέλος. Που ξέρουν ρε παιδί μου αυτοί που είμαι μαζί τους ότι είμαι η Κωλόγρια. Λυπάμαι γιατί θα τους έκανα ρόμπα κομπλέ με όλο το λουλουδάκι και την τσεπούλα και τη ζώνη την άσχετη από το παλιό μπουρνούζι που περίσσεψε αλλά ας έχουν χάρη που είναι καλά παιδιά. Συγνώμη, άσχετο, αλλά αυτοί της κυβέρνησης είναι σοβαροί; Τι λένε να είμαστε με ονοματεπώνυμο οι μπλόγκερς, πάνε καλά; Κωλόγρια Λούλα Σαχλοκικούδου του Πελοπίδα και της Ματούλας, το γένος Φατσογλύφτη, πάτε καλά ρε; Θα μπορούμε να έχουμε τίγκα γλάστρες με μπάφους στο μπαλκόνι και δε θα μπορούμε να γράφουμε ως ανώνυμοι στο ίντερνετ; Αυτή η χώρα όλο μαλακίες κάνει. Εκεί που σου δίνει μια χαρά, κάνει μία έτσι και σου δίνει και μια λύπη να στη χαλάσει. Τέλος πάντων, άλλο είναι το θέμα μας.

Που λέτε. Είναι πολύ ωραία εδώ. Δυο μέρες είμαι και ούτε αλλά έχω ρίξει τόσο γέλιο που δε λέγεται. Πέρα απ' αυτό όμως, έχει κυριλέψει το μέρος αρκετά και είναι πανάκριβο. Να με συγχωρείτε αλλά δεν είμαι στη Μύκονο. Δεν παίζει να κάνουν τα ποτά 8 κι 9 ευρώ. Αλλά είμαστε μαλάκες οι Έλληνες και τα πληρώνουμε αντί να πάμε στους ιδιοκτήτες και ένας- ένας με τη σειρά να τους εφαρμόσουμε τα μπουκάλια στον κώλο. Γιατί ως γνωστόν, αυτοί έχουν βρει το μήνα που τρέφει τους έντεκα στην κυριολεξία και μεις, εν καιρώ κρίσης και φρίκης, συμφωνούμε, πληρώνουμε και χορεύουμε στην υγειά τους. Εγώ πάντως αν δεν πιω το ποτό μου όλο και ρουφήξω με το καλαμάκι και τα τοιχώματα μέχρι το χείλος, δεν το αφήνω. Άκου 9 ευρώ, πας καλά ρε μαλάκα, μπριζόλα από κροκόδειλο έλιωσες στο ποτήρι μου; Αλλά εμείς φταίμε, αυτοί καλά κάνουν. Έχει κυριλέψει που λέτε. Δεν έχει πολλά χιπούρια που καθάριζαν τις μύτες τους σερί κομπλέ ταμάμ στη μέση του δρόμου, πάνε αυτά. Έχουν ανοίξει πολλά μαγαζιά, κυκλοφορούν γκόμενες με νύχι στρας στο πόδι και τέτοια που πως τα αγαπώ δεν θέλετε να ξέρετε, αλλά γενικά για να μην είμαι σκρόφα και γρουσούζα, είναι ωραία. Και η θάλασσα, μα τι ωραία θάλασσα έχουν οι πουτάνες για Κυκλάδες! Τι ωραία που είναι αυτή η κωλόχωρα βασικά, άσε με, με πιάνει λύπη και δε θέλω εδώ που είμαι, έχουμε να παίζουμε ουγγρικό βιολί όλο το χειμώνα άμα θέλουμε. Καλά, άμα απελευθερωθούν και τα ναρκωτικά έτσι όπως είμαστε, στην πρέζα θα πέσουμε όλοι και θα δεις για μία ακόμη φορά πως οι Έλληνες βρήκαν τον τρόπο να είναι χαρούμενοι ό,τι και να γίνεται. Βασικά γι’ αυτό το σκέφτηκαν να το κάνουν τώρα, μην ψαρώνετε. Για να πέσουμε όλοι μέσα και να έχουμε κουβάδες με χόρτα και άλλα δίπλα στο κρεβάτι, στον καναπέ, στην πολυθρόνα, βασικά όπου παίζει τηλεόραση, ίντερνετ, ραδιόφωνο κλπ ώστε όταν μας λένε τα νέα εμείς να κατουριόμαστε στο γέλιο γιατί μ’ αυτά που θα έχουμε πιει θα μας φαίνονται όλα γελοία. Π.χ. θα λένε: «Θα κόψουμε στους γέρους τις συντάξεις. Έτσι κι αλλιώς θα ψοφήσουν όπου να ’ναι. Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα». (Έτσι θα μιλάνε, δε θα σέβονται τίποτα, έτσι κι αλλιώς θα ξέρουν ότι όλοι θα είμαστε κόκαλο). Η αντίδρασή μας: «Χαχαχαχαχαχαχα χαχαχαχαχα άκου τι είπε ο μαλάκας ααααααααχαχαχαχαχαχαχα θα κόψουν λέει στους γέρους τη σύνταξη ααααχαχαχαχα θα πεθάνω ρε μαλάκα κλαίω χαχαχαχαχα ωχ ωχ πέφτω από τον καναπέ ρε μαλάκα χαχαχαχαχαχαχα άκου θα κόψουν τις συντάξεις χαχαχαχα στ’ αρχίδια μας ρε μαλάκα, ας τους κόψουν και τον κώλο χαχαχαχα τους κωλόγερους χαχαχαχαχαχα». Καταλάβατε; Έτσι θα πάει, οπότε ας τ’ αφήσουμε προς το παρόν κι ας μιλήσω για το Νησί Ένα. Το Νησί Δύο είναι σε λίγες μέρες, είναι το Νησί Μου, αλλά αυτά σιγά-σιγά, με τον καιρό. Καλά, η πλάκα ξέρετε ποια είναι: ότι προοδευτικά η κατάστασή μου θα χειροτερεύει και όσο το σκέφτομαι, τόσο γελάω. Τι εννοώ. Τώρα μένω σε μια δωματιάρα γαμάτη (θα σας πω), μετά θα στριμωχτώ με άλλες δύο σε ένα κλουβί, μετά θα μείνω στο γιαπί- ιδέα της μάνας μου, που λέγαμε στο προηγούμενο ποστ, και θα καταλήξω στο κάμπινγκ ν’ ακούω τις σαγιονάρες των γύφτων, πρώτα μένοντας σε σκηνή και μετά σε ένα φέρετρο με ύψος. Και παράλληλα θα λιγοστεύουν και τα λεφτά εννοείται έτσι; Θα σπάσω πολύ πλάκα. Ουου, αμέ.

Λοιπόν. Μια μέρα πριν να έρθω εδώ ή μάλλον τη μέρα που ήρθα εδώ, το πρωί, γιατί πήραμε το απογευματινό καράβι, κορόιδευα τη μία φίλη που ήρθαμε μαζί εδώ και της έλεγα πως είναι ηλίθια που θα πάρει πολλά πράγματα μαζί και χαχαχα εγώ. Τελικά, κατέληξα με ένα διπλό κρεβάτι γεμάτο πράγματα με ύψος μισό μέτρο και μία τσάντα που ίσα ίσα να χωρούσε δυο κιλότες από τις μεγάλες και τρία βιβλία χοντρά. Κοίταζα την τσάντα, κοιτούσα και τα πράγματα με σταυρωμένα τα χέρια και όρθια μπροστά στην πόρτα του δωματίου και κουνούσα το κεφάλι μου σκεπτόμενη πρώτον ότι είμαι αισιόδοξη αφού πιστεύω ότι όλο μου το σπίτι που ήταν απλωμένο πάνω στο κρεβάτι θα χωρούσε εκεί συν ότι δεν πρέπει τελικά να κοροϊδεύουμε τους άλλους αλλά να κοιτάμε την καμπούρα μας στο τέλος τέλος. Κι αυτήν την τσάντα την ήθελα λέμε αχ πως την ήθελα. Γιατί είναι η γαμάτη τσάντα και τέλεια για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Έχει και ροδάκια να τη σέρνεις και ιμάντες για την πλάτη. Την αγαπώ. Έχει ωραίο στρωτό δρόμο; Τη σέρνεις. Έχει χώμα, λάσπη, βούρκο; Την κουβαλάς. Κι εγώ να έχω τέτοιο αριστούργημα όλο δικό μου και να έχω μαζέψει την Άρτα πάνω στο κρεβάτι γαμώ το κάμπνιγκ μου και να μη χωράνε να την πάρω; Φάουλ. Οπότε κατέληξα με το 70λιτρο μπακ πακ χιπουρικό τράβελερ στάιλ σάκο που χάνεις 20 πόντους ύψος όταν το κουβαλάς, ιδρώνει η πλάτη σου, φουσκώνουν οι ώμοι σου και παραλύουν τα χέρια σου και καταλήγεις με γαμοστολίδια όπου φτάσεις και τους φίλους σου να σε λυπούνται και να σε ρωτάνε όλη την ώρα «Θες βοήθεια;» «Όχι, δεν πειράζει» να λες εσύ αλλά να εννοείς «Παρ’τη γαμιόλα από πάνω μου» και να χαμογελάς με λίγο δάκρυ στα μάτια και τα χέρια παράλυτα. Αφήστε το έξτρα βάρος από την τσάντα που πρέπει να πάρεις για καθημερινή χρήση μιας και ο σάκος στην πλάτη δεν ενδείκνυται να τον παίρνεις στην παραλία αφού ξεκινάει πάνω από το κεφάλι σου σε ύψος και καταλήγει κάτω από τον κώλο σου. Την καθημερινή τσάντα τη φοράς χιαστί γιατί είναι λίγο μεγάλη κι έχεις μέσα το λάπτοπ (να δω τι θα το κάνω στο κάμπινγκ- μάλλον θα κάνω τη γνωστή εφαρμογή > θα το βάλω στον κώλο μου), λεφτά, φωτογραφική κλπ και άρα είναι βαριά και λόγω του σάκου εμποδίζεται η ανέμελη κίνησή της και βαράει με κακία πάνω στο μπούτι σου το οποίο σε λίγο θα είναι παράλυτο κι αυτό. Κοινώς, όπως καταλάβατε, όταν δεήσει πια και φτάσεις, τρία από τα τέσσερα μέλη σου θα είναι πια εντελώς παράλυτα και πρησμένα για ώρες, ίσως και για μία δύο μέρες, αναλόγως το πόσο θα τα κουβαλάς αυτά. Ευτυχώς Παναγία μου, φτάσαμε με αυτοκίνητο Πειραιά, μετά καράβι κλπ οπότε ΟΚ, δεν είμαι πρησμένη, ανάπηρη δηλαδή, πάλι καλά. Αλλά θα μπορούσα.

Το ταξίδι μέχρι το νησί: Κουνούσε το γαμημένο. Κουνούσε πολύ. Και λυσσάξαμε. Πήξαμε στη μαλακία. Εγώ χάλασα όλη την μπαταρία του άη φον της φίλης μου γιατί έπαιζα άνγκρι μπερντς φυσικά και όταν φτάσαμε της έκλεισε το τηλέφωνο και παραλίγο να χαθούμε μεταξύ μας γιατί εγώ κατέβηκα σούμπιτη απ’ το καράβι επειδή με πήρε η κατηφόρα μ’ αυτά που κουβαλούσα στην πλάτη μου συν ότι είμαστε παντελώς ηλίθιοι μιας και δεν είχαμε ανταλλάξει τηλέφωνα με τα κορίτσια και τα μόνα τηλέφωνα που συνδέονταν ήταν το δικό μου και το δικό της το οποίο είχα καταφέρει να του ξοδέψω την μπαταρία. Καλό; Τελικά εντάξει, όλα καλά, κανένα πρόβλημα. Φτάσαμε στα δωμάτια. Είμαστε τέσσερα άτομα. 3 κορίτσια, 1 αγόρι. Εγώ μένω με το αγόρι (γιατί τα αγόρια πάντα κάνουν τον καλύτερο χαβαλέ -κλάνουν, ρεύονται, δεν τσιρίζουν κλπ- και γιατί είναι δικός μου φίλος) και τα κορίτσια μόνα τους. Μας φέρνει λοιπόν η κυρία στον προθάλαμο και λέει «το ζευγάρι από δω» (γελάμε εμείς, δεν είμαστε ζευγάρι κυρία μου, μαλακισμένα είμαστε που κάνουμε παρέα, πάμε να της πούμε) και ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ένα γαμάτο πράμα με δύο δωμάτια, τέσσερα κρεβάτια, κουζίνα, μπάνιο, κομπλέ γαμάτο (και μεις κάναμε το μόκο. Ζευγάρι; Φυσικά. Χρόνια ερωτευμένοι, μη σου πω παντρεμένοι με έξι παιδιά, στη γιαγιά τους είναι μωρέ). Οι άλλες μένουν κει σε μια μαλακία και μεις δίπλα τα σπάμε. Καταρχήν έχουμε γεμίσει όλο το μέρος πράγματα, λαπτοπ, ηχεία (γεια σου ρε κολλητέ άρχοντα μάστορα ντερμπεντέρη ασίκη καλό παιδί άξιο παλικάρι που μου τα έδωσες πόσο σ’ αγαπώ), μουσικάρες, ψυγειάκι στα μούτρα μας, γαμάτα σου λέω, γελάμε τρελά, άσε το κλανίδι που ρίχνω, φανταστικά είναι. Που να κλάνω τόσο μπροστά στις άλλες, θα με διώξουν. Ενώ εδώ, και γαμώ. Τέλος πάντων, θα φύγει κι αυτός σε λίγες μέρες και θα μείνω με τις άλλες και να δούμε τότε πως θα κάνω πριτς.

Το βράδυ φυσικά βγήκαμε. Όχι που δε θα βγαίναμε. Άφωνη παίδες. Έμεινα άφωνη. Με τον DJ. Ντάξει. Δε θα σταθώ στη μουσική και το ecstasy ecstano που άκουσα και έμεινα κόκκαλο με το καλαμάκι στο στόμα για είκοσι λεπτά να με σπρώχνουν κάτι τρέντι μεθυσμένα τσόλια της πούτσας, αλλά θα μείνω στο σημείο που γυρίζω να δω ποιος έβαλε την υπέρτατη κομματάρα και βλέπω τον DJ. Ημίγυμνος από τη μέση και πάνω, χοντρός, με τρίχα και κοιλιά μπουφάν στα μπούτια. Εντάξει λέω, εντάξει. Ρισπέκτ, προσκυνώ, δεν υπάρχει ο τύπος. Το μεγάλο κρίμα είναι ότι δεν τον έπιανε ο φωτισμός του κινητού να τον βγάλω και να τον στείλω σε όλους μου τους φίλους να γελάμε όλο το χειμώνα, άσε με, δεν υπήρχε το θέαμα.

Ήπιαμε τον κώλο μας και τα κοκτέιλ εκεί ήταν σίχαμα. Εγώ επειδή είμαι διαισθητικός άνθρωπος και σοβαρή, δεν πίνω κοκτέιλ όπου να ’ναι αλλά μόνο στην Αθήνα στο φίλο μπάρμαν. Κι εκεί πίνω επειδή τα κάνει γαμάτα και μας προσέχει. Γενικά πάντως πίνω ποτά κανονικά ή μπύρες. Κοκτέιλ και αδερφίστικες μαλακίες δεν πίνω. Πρώτον γιατί είναι πανάκριβα και δεύτερον γιατί δεν έχουν νόημα. Είναι ελαφριά, τα πίνεις σε 4 λεπτά, άντε 7, βαριέσαι να πιεις το ίδιο, παραγγέλνεις διαφορετικό κι επειδή είναι ύπουλα και κλέφτες, στο τέλος της νύχτας έχεις ξεπουλήσει και τη μάνα σου για να τα ξεχρεώσεις συν ότι έχεις χάσει το φως σου από το μεθύσι. Άρα τα κοκτέιλ είναι ποτά για κορόιδα, τέλος. Έτσι, πήρα εγώ την ωραία μου την τεκίλα και πήραν οι φλώροι οι φίλοι μου κοκτέιλ. Τι γέλιο έριξα δε λέγεται. Πετρέλαιο με κάτουρο γάτας και λάιμ έπιναν. Μιλάμε, επειδή δοκίμασα απ’ όλα γιατί δεν είμαι σνομπ εγώ, ήταν αηδία σκέτη, ξερατό, αίσχος. Και μ’ αρέσει που έλεγαν ότι εκεί που ήμασταν κάνει λέει τα καλύτερα κοκτέιλ. Της φυλακής; Αναρωτιέμαι. Αίσχος. Γίναμε όμως κώλος. Εγώ με τεκίλες και δοκιμάζοντας τα πετρέλαιά τους, κι αυτοί με τα πετρέλαια και τα γρασόλαδα που έπιναν. Στο τέλος, κατά τις 5 το πρωί, καταλήξαμε να επιστρέφουμε πίσω και γω, δε ξέρω πως, βρέθηκα να κρατάω 4 ποτήρια στα χέρια μου, τα δύο άδεια και τα δύο με λίγο από ποτά διαφορετικά από το δικό μου. Όταν το κατάλαβα, (γιατί άργησα λίγο), άρχισα να φωνάζω και οι άλλοι οι μαλάκες γελούσαν. Μετά, ήπια και τα υπόλοιπα ποτά και τους είπα ότι πρέπει σήμερα να πάρουμε άλλα δύο να κάνω εξάδα από κλέφτες να τα πάρω σπίτι μου. (Κλέφτες λένε τα ποτήρια αυτά γιατί χωράνε ένα αρχίδι από ποσότητα). 

Χτες όπως και σήμερα, πρωινό στο γνωστό γαμάτο αγαπημένο μαγαζί με τον κήπο που έχει και ίντερνετ ωραιότατο, μετά θάλασσα και ξύσιμο. Χτες στη θάλασσα έπηξα στη μαλακία. Καταρχήν έβγαζα φωτογραφίες, δεν άφηνα το φίλο να διαβάσει το βιβλίο του και μόλις τελείωσε η μπαταρία της φωτογραφικής έκανε το σταυρό του γιατί νόμιζε ότι θα ησυχάσω αλλά εγώ δεν ησύχασα και βρήκα ένα πολύ ωραίο παιχνίδι που κάθεσαι ακίνητος στην ξαπλώστρα και πετάς εναλλάξ με τον άλλο πετραδάκια ψιλά πάνω του με στόχο να μείνουν πάνω του, όπου πέσουν. Όχι στο κεφάλι εννοείται, στην κοιλιά κυρίως στοχεύεις. Όταν παραλύσει το χέρι που χρησιμοποιείς ή βαρεθείς να πετάς πέτρες ή έχεις θάψει τον άλλο, λήγει και το παιχνίδι. Νικητής είναι αυτός που έχει καταφέρει να πετάξει τις περισσότερες πέτρες που έχουν μείνει πάνω στον άλλο. Παίζαμε αυτό λοιπόν το έξτρα φανταστικό παιχνίδι και κείνη την ώρα άρχισε να χτυπάει το κινητό μου που ήταν τα κορίτσια και μας έψαχναν. Έκανα κάτι ταρζανικά με το ένα χέρι για να μη μου φύγουν οι πέτρες που είχα πάνω μου μιας και είμαι τίμια και παίζω καθαρά, το σήκωσα, συνεννοήθηκα και μετά, επειδή είχα παραλύσει κι ο άλλος είχε βαρεθεί, μετρήσαμε τις πέτρες και νίκησε με μία πέτρα διαφορά. Και χάρηκε ο μαλάκας. Ήταν που δεν ήθελε να παίξει.

Μετά ήρθαν κάτι μαλάκες κι άρχισαν να παίζουν ρακέτες μπροστά μας. Δεν το συζητώ ότι μου σπάει τ’ αρχίδια το παίξιμο ρακέτας μπροστά μου, αλλά αυτό που μου τη δίνει περισσότερο και θέλω να σηκωθώ και να τους χώσω τη ρακέτα στον κώλο είναι το ότι οι περισσότεροι που παίζουν ρακέτες, σηκώνονται από τη θέση τους και δεν παίζουν εκεί μπροστά, αλλά πάνε μπροστά σε άλλους. Ερώτηση: αυτό γιατί το κάνουν; Προφανώς για να μην ενοχλούν την παρέα τους, έτσι;

Τι θυμήθηκα. Παίζανε κάτι παιδάκια ρακέτες που δεν με πείραζαν καθόλου μα αντιθέτως διασκέδασα πάρα πολύ μαζί τους και γελούσα γιατί έπαιζαν τόσο ό,τι να ’ναι που το μπαλάκι το πέταξαν δύο φορές στο δέντρο από πάνω μου. Πολύ γέλασα. Και μόνο στην ιδέα ότι πέφτει το μπαλάκι (γιατί το είχαν πετάξει ψηλά και δεν το έφταναν) κάποια στιγμή την ώρα που γελάω και μου σπάει τα δόντια και μοιάζω με τον Τομ από το Τομ και Τζέρυ που μονίμως ο Τζέρυ πετάει στον Τομ μπαλάκια και του κάνει τρύπα στα δόντια με πέθαινε.

Αυτά. Ελπίζω όλοι να είστε καλά, τα ξαναλέμε :)
 
Υ.Γ. Φλας. Αισχρή αηδία. Ένα από τα παιδάκια που έπαιζαν ρακέτες στο γάμο του καραγκιόζη, βρήκε ένα πάρα πολύ ωραίο και παράξενο κοχύλι και το σούταρε αντί να το δώσει στην καλή κυρία που γελούσε μαζί τους (εμένα). Εγώ φυσικά σηκώθηκα και το μάζεψα γιατί πολύ με εντυπωσίασε και το κράτησα κοντά μου για ώρα. Μετά συνειδητοποίησα ότι βρωμούσε τόσο ελεεινά που δεν φαντάζεστε. Μιλάμε τόση βρώμα που την κρύβει αυτό το σκληρό πραγματάκι, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω. Μιλάμε για βρώμα, όχι μαλακίες. Σαν να έχεις αφήσει ψάρια σε σακούλα κάτω απ' το κρεβάτι. Όταν μου ήρθε η μπόχα του κοχυλιού, η πρώτη κίνηση που μου ήρθε ήταν να το στείλω στο απέναντι νησί αλλά κρατήθηκα γιατί πολύ μου άρεσε και τέτοια δεν βρίσκεις εύκολα. Έτσι, το άφησα προσωρινά στην ξαπλώστρα και έτρεξα στη θάλασσα να τρίψω τα χέρια μου στην άμμο και να τα πλύνω. Έφυγε η βρώμα. Μετά μου είπε ο φίλος να το αφήσω στον ήλιο να ξεβρωμίσει. Το άφησα, το ξέχασα, το θυμήθηκα μετά από καμιά δυο ώρες, το ξανάπιασα με λαχτάρα γιατί νόμιζα ότι το είχα χάσει, να σου πάλι η σκατόμποχα η ελεεινή. Άντε πάλι φρίκη, άντε πάλι πλύσιμο στη θάλασσα. Μετά, σκεφτόμουν που να το βάλω γιατί το θέλω μαζί μου. Έσκισα μια σελίδα ενός περιοδικού, το τύλιξα 19 φορές και το έβαλα στην τσάντα. Το έφερα αργότερα στο δωμάτιο και το έβαλα σε ένα νεσεσέρ σίγουρη ότι τώρα είναι όλα ΟΚ. Πέρασαν μερικές ώρες, έχω ξεχάσει το θέμα γιατί για μένα είχε κλείσει και στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη να βάλω κρέμα, τα μαλλιά μου έφτιαχνα, δε θυμάμαι. Αυτό που ξέρω είναι ότι μου ήρθε ξαφνικά μια σαπίλα, μια βρώμα, άλλο να σας λέω κι άλλο να τη μυρίζατε. Πω ρε πούστη, σκέφτομαι και καταλαβαίνω τι μυρίζει. Με φρίκη πιάνω την κουβαριασμένη σελίδα του περιοδικού, την φέρνω κοντά στη μύτη μου και πήγα να πέσω πίσω. Το βγάζω στο μπαλκόνι και το παράτησα εκεί. Αν συνεχίσει η μπόχα, θα παραγγείλω κανένα αποστειρωμένο βάζο από το χημείο του κράτους, δεν ξέρω, θα δω εκείνη την ώρα. Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι ότι τώρα μυρίζουν ψαρίλα το ξυραφάκι μου, η κρέμα για τα χέρια, το αντηλιακό μου, ένα σαπούνι...