Να βάλω τώρα γυαλιά μυωπίας, να ισιώσω το μαλλί, να βάλω κι ένα ταγάρι και να βγω στο μπαλκόνι να κάνω τη Νάνα Μούσχουρη με τον τίτλο που έβαλα. Αθήνα χαρά της γης και της αυγής κι αρχίδια μάντολες τώρα που θα γυρίσουν κι οι υπόλοιποι και δε θα χωράμε πάλι. Κι όχι τίποτα, δε θέλει και κανείς να είναι Αθήνα και δε θα φτάνει που θα είμαστε ο ένας πάνω στον άλλο, θα έχουμε και νεύρα επειδή γυρίσαμε. Γάματα. Μαλακίες.
Τώρα παίζει στην τηλεόραση τους Άγγελους του Τσάρλυ Νο 2 για πεντακοσιοστή φορά. Μιλάμε το 'χω μάθει απ' έξω δε μπορώ άλλο. Κι αυτοί πόσο καθυστερημένοι είναι; Δεν βλέπουν ότι το κάθε κανάλι το βάζει κάθε χρόνο τουλάχιστον 4 φορές; Το ακούω και ξέρω ποια σκηνή δείχνει. Αλλά δεν το αλλάζω. Μ' αρέσει.
Πρώτη φορά κάνω να γράψω τόσες πολλές μέρες. Είκοσι. Πολλές μέρες. Αλλά δεν είχα όρεξη. Και όταν μου'ρχοταν ήταν όταν ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου μπρούμυτα, με τη μύτη να έχει στραβώσει πιέζοντας το μαξιλάρι και τα μαλλιά μου να μου τη γαργαλάνε και σίγουρα δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να σηκωθώ, ν' ανοίξω τον υπολογιστή και ν' αρχίσω να γράφω. Άλλες φορές μου'ρχοταν έμπνευση σαν καταιγίδα όταν ήμουν στη θάλασσα, ή στο δρόμο ή, τέλος πάντων, σε άσχετο σημείο που δεν είχα υπολογιστή. Κάτι πρέπει να κάνω γι' αυτό. Παλιά το κράταγα. Τώρα το αφήνω. Βαρέθηκα να κρατάω. Πόνεσαν τα χέρια μου. Και το μυαλό μου.
Ωραία ρούχα φοράνε οι Άγγελοι. Παίζει και ο Τζόι από τα Φιλαράκια. Τον είχα ξεχάσει αυτόν. Άρα είπα ψέμματα ότι θυμάμαι τα πάντα. Άρα αυτοί το ξέρουν και γι' αυτό την παίζουν την ταινία 800 φορές κάθε χρόνο. Σωστοί.
Κάτσε να πιω νερό. Δίψασα. Έρχομαι.
Άμα μ' αφήσω τώρα μπορώ να γράφω μαλακίες μέχρι αργά αλλά λέω να πω τίποτα για τις διακοπές και γενικώς. Γενικά διανύω μια μπλε περίοδο με μπόλικη απάθεια και διαστήματα τρελού γέλιου. Λίγο σκληρά τα πράγματα. Θα δείξει.
Λοιπόν, διακοπές. Μάλιστα. Δύο πράγματα μισώ. Όχι στις διακοπές. Γενικά. Δηλαδή απεχθάνομαι αρκετά πράγματα αλλά αυτά τα δύο είναι πολύ χάι λάιτ ρε παιδί μου κι έχουν σχέση με την κουβέντα. Τις ερωτήσεις και τον αέρα. Δεν τα μπορώ. Να, για παράδειγμα, αν θέλει κανείς να με σκοτώσει ή να με δει να βάζω τα κλάματα από απόγνωση, μπορεί κάλιστα να μου κάνει ερωτήσεις ενώ φυσάει. Το κακό στην υπόθεση είναι ότι είχα αρκετά και από τα δύο στις διακοπές μου φέτος συν κάτι άλλα που μου την έσπασαν ολίγον τι και δε με άφησαν στην ησυχία μου.
Μετά το Νησί Ένα και το τρελό κλανίδι, πήγα στο Νησί Μου. Εκεί ήταν ο κολλητός με πόσα άτομα παρέα που τον είδα μόνο δύο φορές συν μία κολλητή μου με την παρέα της που δεν βγήκα ποτέ μαζί τους το βράδυ. Γιατί; Μα; Πώς; Τι έγινε; Ωω! Αμέ.
Έζησα μαγευτικές στιγμές φασαρίας και μοναξιάς και παρόλα αυτά δεν γκρίνιαξα καθόλου. Ενδεχομένως κάποιος μου έχει κάνει λοβοτομή μιας και δεν εξηγείται αλλιώς. Βέβαια, μετά στην Αθήνα έπεσαν καντήλια άλλο να σας λέω κι άλλο να τ' ακούτε. Άσχετο αλλά όσο έλειπα νομίζω ότι κάτι έπαθε η λεβάντα μου. Και σηκώθηκα σα μαλάκας προχτές το πρωί που φυσούσε γιατί εγώ εκείνη την ώρα την είδα ήρωας κηπουρός κι έκανα αποψίλωση και γέμισε η βεράντα φυλλαράκια και είχα πέσει στα τέσσερα και τα κυνηγούσα, τελείως χαζή. Μιλάμε δε θα πιάσει σκόρο το μισό γκέτο, να με πληρώσουν πρέπει. Γέμισε λεβάντα το σύμπαν. Καλά, το τι έχουν δει αυτοί οι γείτονες δε λέγεται. Πάντως το συνηθέστερο είναι να κάνω πλονζόν. Μία επειδή είμαι ξεβράκωτη και κουνιέται η κουρτίνα, μία γιατί κυνηγάω φύλλα, μία γιατί βουτάω στον καναπέ επειδή έτσι γουστάρω, θα νομίζουν ότι είμαι τερματοφύλακας ή ότι έχω σύνδρομο Τουρέτ, ξέρω γω, τι να πω.
Διακοπές. Με φιλοξένησαν. Όχι στο γιαπί που δεν είχε ρεύμα. (Καλά, μου το έδειξαν το γιαπί. Έτσι και με είχαν βάλει εκεί, ή που θα είχα κρεμαστεί από κανά καλώδιο ή που θα είχα σκοτώσει ή που θα την έπεφτα σε κανένα παγκάκι στεγνά και χαλαρά χωρίς κανένα πρόβλημα). Με έβαλαν σε γαμάτο δικό μου διαμερισματάκι με όλα τα κομφόρ, φουλ κομπλέ τρε μπον λε νουί φανταστίκ. Μόνο που είχε ένα μικρό προβληματάκι. Αυτοί που με φιλοξενούσαν έμεναν στο ίδιο κτήριο. Χρυσοί άνθρωποι. Αλήθεια. Μόνο που έχτιζαν. Το κτήριο που μέναμε. Της πουτάνας το κάγκελο γινόταν. Τρυπάνια, φωνές, νταλίκες με τσιμέντο, φωνές, πιτσιρίκια, φωνές, σφυριά με χτυπήματα, φωνές και όταν σταματούσαν, έπαιζαν ρακέτες φωνάζοντας. "Ε και τι;" θα μου πείτε. "Κατάκοιτη ήσουν, όλη μέρα σπίτι;" Όχι ρε παιδί μου, έβγαινα, εννοείται, αλλά πόσο να βγεις; Τι είμαι; Και είναι άγχος να σκέφτεσαι ότι την άλλη μέρα 8:30 το πρωί θα ξυπνήσεις με σφυροκοπήματα, τρυπάνια και το κλασικό πιτσιρίκι να φωνάζει ΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑΜΑ ("Μαμά" μέχρι να αναστηθούν όσες μαμάδες έχουν πεθάνει ανά τον κόσμο από τότε που έγινε το μεγάλο ΜΠΙΝΓΚ ΜΠΑΝΓΚ).
Θυμάστε τα δύο πράγματα που σιχαίνομαι; Τον αέρα και τις ερωτήσεις; Ε να τα. Μόλις έβγαινα από το σπίτι έπεφταν πάνω μου και τα δύο. Πρώτον. Φυσούσε δαιμονισμένα και δεν μπορούσα να πάω στο κάμπινγκ να μείνω, να είμαι και κοντά στους φίλους μου. Άρα, αυτοί έβγαιναν έξω το βράδυ, λυσσούσαν μέχρι πρωίας, εγώ δεν είχα αυτοκίνητο, δεν μπορούσα να είμαι εκεί που ήταν, ούτε να έχω την απαίτηση να οδηγούν στους σκατόδρομους τύφλα και κουρούμπελα συν ότι θα με ξυπνούσαν από τις 8:30 με τρυπάνια οπότε πόσο ν' άντεχα, οπότε σα γερόντι καθόμανε μόνη και πορευόμουν. Ντάξει δε με βολόδερνε κι η μαύρη μοίρα με ουγγρικό βιολί από πίσω και τέτοια, στα παπάρια μου, μια χαρά ήμουν, απλώς ήταν μαλακία να είναι οι φίλοι μου εκεί και να μην μπορώ να καφρίζω μαζί τους.
Αυτός ήταν ο αέρας. Εμπόδιο για την είσοδό μου στο κάμπινγκ.
Οι ερωτήσεις; Το γνωστό φωτοκύτταρο που έχουν οι συγγενείς. Που μόλις εμφανιστείς αρχίζουν να ρωτάνε χωρίς απαραίτητα να περιμένουν απάντηση (το χειρότερό μου) συν το βλέμμα που σε παίρνει σβάρνα από πάνω μέχρι κάτω και τούμπαλιν ενόσω ακούς απανωτές ερωτήσεις. Βάλτε τώρα αυτό, τα τρυπάνια, να φυσάει και να μην μπορώ να πάω στο κάμπινγκ ενώ οι φίλοι μου είναι εκεί δίπλα.
Φυσικά δεν υπήρχαν λεφτά. Μην αρχίσετε να αναρωτιέστε μαλακίες, γιατί δεν πήγα δω και κει. Δεν είμαι μαζόχα, μα καθόλου όμως. Μόνο να πηγαίνω στον οδοντίατρο μ' αρέσει. Εκείνο το σουβλί στο δόντι με φτιάχνει. Είναι η μόνη μαζοχιστική ανωμαλία που έχω, κι αυτή με όριο, και τέρμα.
Κι όταν δεν υπάρχουν λεφτά ζυγίζεις και λες: Λεφτά- κάμπινγκ- φασαρία- χώμα- άμμος παντού- κώλο- στόμα- μάτια- θάλασσα χάλια- δεν μπορείς να σταθείς- μακριά από την πόλη όλη μέρα ή, σπίτι- τρυπάνια- ουρλιαχτά- καλοί άνθρωποι- κρεβάτι- τσάμπα- βόλτες στην πόλη- ξαδέρφη- ανηψιά. Και διαλέγεις. Και γω διάλεξα. Κι έκανα υπομονή. Και δε νευρίαζα. Κι έφευγα τρέχοντας από το σπίτι πηδώντας τα τσιμέντα και τα σφυριά και τα πιτσιρίκια φωνάζοντας καλημέρα ευχαριστώ δε θέλω γεια σας ναι ναι γεια σας ευχαριστώ, απαντώντας στο περίπου στις ερωτήσεις που με βομβάρδιζαν από πίσω. Και μπήκα στο ίντερνετ και είδα πότε πέφτει ο αέρας. Κομπλέ. Στα μισά των διακοπών μου. ΟΚ. Μια χαρά. Και πάω κάμπινγκ. Και βρίσκω και τάφο. Φανταστικά. Ένα παράπηγμα που έχουν φτιάξει με πόρτα που κλειδώνει και διπλό, που λέει ο λόγος, κρεβατάκι, πολύ κομπλέ. Και γουστάρω τρελά λέμε. Και τακτοποιούμαι και ψήνομαι και λέω "τι ωραία!" και αμέσως μετά, αρρώστησα.
Φανταστικά. Και δεν αρρώστησα τόσο όσο να πεθαίνω, όχι βέβαια, ούτε θα ήθελα κάτι τέτοιο ασφαλώς όχι. Απλώς θα ήθελα να μην έχω αρρωστήσει. Γιατί τρώω φρούτα, λαχανικά, προσέχω, δεν καπνίζω, δεν πίνω δεν μπορώ να το πω αλλά δεν είμαι και καμία τελειωμένη (τώρα θυμήθηκα που μου έδειξαν οι φίλοι μου φωτογραφία με μένα με μισόκλειστο το ένα μάτι, λυγισμένα γόνατα και να γελάω με ένα πλατύ χαμόγελο που έπιανε όλη τη φωτογραφία, να κρατάω τα τέσσερα ποτήρια στα χέρια μου στο Νησί Ένα, ας το προσπεράσω αυτό), έκανα τα μπάνια μου στη θάλασσα, δεν υπήρχε λόγος να αρρωστήσω. Αλλά αρρώστησα. Και φυσικά, δεν μπορούσα να βγαίνω τα βράδια γιατί δεν άντεχα και δεν μπορούσα. Γαμάτα;
Το φοβερό; Φέτος το κάμπινγκ ενω ήταν τίγκα δεν ακουγόταν κιχ. Κιχ σας λέω, λες και ζούσα σε κάρτα που διαφημίζει το κάμπινγκ και βλέπεις τις σκηνές και δεν ακούς τίποτα αφού είναι φωτογραφία ρε ούφο. Έτσι. Εκτός φυσικά από την αθάνατη ελληνική οικογένεια που έμενε ακριβώς δίπλα μου. Και ούρλιαζε το πρωί όταν ξυπνούσε, το απόγευμα και το βράδυ. Σε συγκεκριμένες ώρες, δε λέω, αλλά ούρλιαζε. Έπρεπε να τους άκουγαν μέχρι την άλλη άκρη. Απόρησα που δεν έσκασε κανένα χιπούρι να τους αρχίσει το ξύλο με τα ράστα του. Και μια φορά που παραπονέθηκα βάρεσαν το σκυλί που είχαν μαζί τους. Ούτε που σκέφτηκαν ότι αυτοί με ενοχλούσαν κι όχι το σκυλί.
Απογοήτευση. Γύρισα πίσω στην πόλη ηττημένη λέμε. Με κατεβασμένους τους ώμους. Γύριζα πίσω κι άκουγα τα τρυπάνια και μου 'ρχόταν ν' αρχίσω να ουρλιάζω. Αλλά δεν ούρλιαξα. Γιατί είμαι κουλ κι έτσι. Σκέφτηκα ότι άλλοι δεν έχουν βρακί να βάλουν στον κώλο τους και γω είμαι διακοπές και θα μιλήσω; Και δε μίλησα. Αλλά είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι είναι η αλήθεια. Λίγο τόσο μόνο.
Έδωσα τα πράγματά μου σε μεταφορική να μου τα φέρει γιατί αν κουβαλούσα το σάκο του στρατιώτη στην πλάτη, τη σκηνή, το στρώμα και τ' αρχίδια καπαμά, άρρωστη, πραγματικά σας το λέω, θα ανέβαινα στο πλοίο και μόλις θα ήμασταν ανοιχτά, θα έκανα μία έτσι και θα τα έστελνα όλα κάτω. Και τα έστειλα με μεταφορική που και καλά θα μου τα έφερνε μια μέρα μετά. Και μου τα έφερε πέντε μέρες μετά. Και μου ζήτησαν λεφτά όταν πήγα να τα πάρω. Ένα θα πω. Δεν πλήρωσα τίποτα απολύτως. Αφού δεν τους τα έβαλα στον κώλο ένα προς ένα να είναι κι ευχαριστημένοι.
Αθήνα. Άρρωστη. Εγώ. Αυτή, άδεια. Άρα κούκλα. Τις πρώτες δυο μέρες είχα νεύρα από τις φανταστικές διακοπές που πέρασα. Και έβριζα όλη μέρα φτύνοντας, βήχοντας και φυσώντας μύξες. Μέσα στην τσαντίλα σκεφτόμουν πως είμαι τελείως μαλάκας που κάθομαι τρώω υγιεινά, δεν καπνίζω και παρόλα αυτά αρρωσταίνω και βήχω. Τότε γιατί να μην πάρω τρεις τριόροφες τούρτες και οχτώ πακέτα τσιγάρα να τα γαμήσω όλα; Κι έβριζα. Αλλά κακό δε μου έκανα. Και ηρέμησα. Και τώρα είμαι καλά. Πήγα και Ανάβυσσο στον κολλητό και πέρασα φανταστικά, ωραία θάλασσα, ωραία βόλτα, Μανούλα γεια σας!, είδα φίλους αν και λίγοι εναπομείναντες στην Αθήνα, ηρεμία. Τα λουλουδάκια μου, χαλαρά, μου πέρασε και η αρρώστια η μαλακία και ντάξει.
Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος για όλους αλλά καλά θα κάνουμε να είμαστε ήρεμοι. Γιατί και να τσιρίζουμε τι θα καταλάβουμε; Θα κάνει και κρύο (Που το ξέρεις; Ξέρω γω;) και θα είμαστε όλοι αγκαλίτσα να ζεσταινόμαστε (Α γι' αυτό το είπες, Ε ναι ρε), οπότε ντάξει.
Μου τη δίνει που έξω φυσάει και μέσα όχι. Θέλω να φυσάει μέσα κι έξω όχι.
Διάλογοι με μάνα - δεν τα παραλείπουμε αυτά-:
Έπιασε φωτιά μια εκκλησία εδώ κοντά. Εγώ με τη μάνα ήμουν λαϊκή (sic). Εμένα μου μύριζε καμμένο. Κοιτούσαμε φρούτα λαχανικά κλπ και κουνούσα τα ρουθούνια μου.
Εγώ- Τι μυρίζει ρε πούστη μου; Καμμένο.
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι!
Εγώ- Ποια σουβλάκια ρε μαμά; Αφού μυρίζει καμμένο!
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι!!
Παρατάω τη συζήτηση μιας και το λέει τόσο πειστικά συν ότι δεν βλέπω καπνό ούτε ακούω κάτι. Προχωράμε παρακάτω και μου ξανάρχεται έντονη η μυρωδιά. Στεκόμαστε μπροστά σε ένα πάγκο και λέω στο μανάβη:
Εγώ- Μα τι μυρίζει καμμένο;
Μανάβης- Δεν ξέρω, μυρίζει ώρα τώρα.
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι!!
Εγώ + Μανάβης- Δεν είναι τα σουβλάκια!
Μαμά- Τα σουβλάκια είναι! Να τα!! (Μας δείχνει την καντίνα με τα σουβλάκια στα τρία μέτρα).
Εγώ και μανάβης παραιτούμαστε. Τελειώνουμε τα ψώνια, πάω σπίτι μου, μαμά παίρνει αυτοκίνητο να πάει σπίτι της. Σε δύο λεπτά με παίρνει τηλέφωνο.
Μαμά- ΠΑΙΔΙ ΜΟΥΟΥΟΥ!!
Εγώ- Τι έγινε;
Μαμά- Πήρε φωτιά η εκκλησία παιδί μου!
Εγώ-Μπα, τα σουβλάκια είναι.
Μαμά- Κακός οιωνός!
Εγώ- Αρχίδια. Θα ψήσει άλλα.
Άλλος διάλογος. Μέσω τηλεφώνου.
Μαμά- Πήγα ψαραγορά και πήρα κάτι ψαράκια μούρλια! Να δεις κάτι γοπάκια όνειρο!
Εγώ- Ναι; Μπράβο.
Μαμά- Και ξέρεις τι είχαν μέσα;
Εγώ- Τι είχαν;
Μαμά- Ένα μωρό τονάκι!
Εγώ- ...Μμ.. Μαμά.. Το ξέρεις ότι ο τόνος είναι τεράστιος; Πώς γίνεται να είναι μέσα στα γοπάκια το μωρό τόνος;
Μαμά- Ε άμα το δεις..
Εγώ- Ε ναι βέβαια, εσύ ο ειδήμων ιχθυολόγος το αναγνωρίζεις το τονάκι. Δόντια έχει; Πτερύγια; Χρώμα; Καλό ή χλωμό;
Μαμά- Ε άμα δε με πιστεύεις τι να κάνω. Θα στο κρατήσω να το δεις!
Εγώ- Ε βέβαια, γιατί το αναγνωρίζω πάνω απ'όλα. Κι αν δεν μπορείς, να τον πιάσεις από την ουρά και να πεις στον μπαμπά να σε βγάλει φωτογραφία. Κάτσε μπροστά στην μπανιέρα για το στοιχείο του νερού, που να τρέχεις στη θάλασσα.
Μαμά- Όλο μαλακίες λέει το παιδί μου.