Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

Έχε γεια καημένε κόσμε...

Ακολουθεί μεταφυσικό, μαύρο, emo ποστ. Όποιος δε γουστάρει τέτοια, να πάρει τον πούλο τώρα παρακαλώ, ευχαριστώ.

Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή.

Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

Το τραγουδώ αυτό γιατί νομίζω πως θα πεθάνω. Το σκέφτομαι αρκετές μέρες τώρα και όσο το σκέφτομαι, τόσο συμβαίνουν πράγματα που με κάνουν να το πιστεύω. Εντάξει, μπορεί και να μην είναι έτσι, αλλά εγώ έχω ανατσουτσουρώσει ολάκερη.


Λένε πως λίγα δευτερόλεπτα πριν πεθάνεις, βλέπεις τη ζωή να περνάει μπροστά από τα μάτια σου. Ε, εγώ τη βλέπω με τη γνωστή χρονοκαθυστέρηση. Λίγη-λίγη και σταδιακά. Λίγη με όπισθεν ρε παιδί μου πως να το πω να το καταλάβετε;


Όλα άρχισαν πριν λίγες μέρες. Είναι πρωί και ξεκινάω να πάω επίσκεψη στη μαμά μου. Ξεκινάω που λέτε και κει που πήγαινα στο δρόμο, τσακ, βλέπω ένα παλιό συνάδελφο από την προηγούμενη δουλειά. Όχι δεν του μίλησα, δεν ήμασταν κοντά. Άλλωστε, το σκηνικό έγινε για να τον δω, όχι για να του μιλήσω, θα καταλάβετε. Ντάξει, δε σκέφτηκα τίποτα, συναντάει άλλωστε συχνά κανείς γνωστούς στο δρόμο. Περιμένω το μετρό, μπαίνω, και σε ένα σταθμό, εκεί που έχω χαμηλωμένο το κεφάλι μου και παίζω ηλεκτρονικό, το σηκώνω χωρίς λόγο και τσακ, βλέπω στην απέναντι αποβάθρα ένα συνάδελφο από την προηγούμενη της προηγούμενης δουλειάς. Εκεί σκέφτηκα το θάνατο. Δηλαδή, ήδη μου είχε κάτσει χωρίς ιδιαίτερο λόγο από πριν πως θα πεθάνω. Οπότε, όταν άρχισα να βλέπω κόσμο με αντίστροφη χρονική σειρά, (τον πρώτο συνάδελφο που είδα τον γνώρισα το 2006 και τον δεύτερο το 2005), άρχισα να σκιάζομαι. Παρόλα αυτά, είπα τον εαυτό μου πως είμαι μαλάκας και καραγκιόζης και να μην σκέφτομαι μαλακίες. Βγαίνω από το μετρό, παίρνω τρόλεϊ και τσακ, μπαίνει στην επόμενη στάση μια συμμαθήτριά μου από το Λύκειο. Αυτό ήταν. Πεθαίνω, σκέφτηκα. Κατέβηκα από το τρόλεϊ, συνέχισα το δρόμο μου με σκυμμένο κεφάλι κι άρχισα να φιλοσοφώ. Τι είναι η ζωή, μια κουράδα, πόσο καλό είναι να κάνεις ό,τι θες γρήγορα χωρίς να το αναβάλλεις συνέχεια, πόσο καμία σημασία δεν έχει τίποτα και τέτοια. Πάω στη μαμά, ξεχνιέμαι, καλά μέχρι εδώ. Φεύγοντας, παίρνω τρόλεϊ, έχω ξεχάσει το θέμα, δεν βλέπω και κάποιον άλλο, κανένα θείο ας πούμε που είχα να τον δω από τότε που γεννήθηκα. Οπότε, σκεφτόμουν άσχετα. Φτάνω στο μετρό, λαός να περιμένει. Δίπλα μου άσχετοι, διάφοροι. Μπαίνω μέσα, είχε 3-4 θέσεις άδειες. Κάθομαι σε μία κι ενώ μπαίνει λαός, δεν κάθεται κανείς δίπλα μου μέχρι που... κάθεται ένας παπάς. Ιδρώνω, χλομιάζω, παραλύω. Ξαναθυμάμαι το θάνατο. Ρε μπας και σκέφτομαι μαλακίες, λέω, αλλά δεν είναι δυνατόν, γιατί συμβαίνουν αυτά; Εκείνη την ώρα, με αποσπάει η ξινίλα του παπά (Θε μου σχώρα με) και κάπως ξεφεύγει το μυαλό μου αλλά τελικά, χωρίς να το θέλω, ξαναξεκινάνε οι σκέψεις, πιο δυνατές, πιο μακάβριες από ποτέ. Μου ’ρχεται ένα δάκρυ, μην κλάψεις μωρή ξεφτίλα λέω, πιάσε το ηλεκτρονικό καλύτερα, και αυτό κάνω. Πιάνω το κινητό να παίξω να ξεχαστώ. Η ξινίλα είναι δυνατή αλλά εγώ παίζω, παίζω, παίζω. Φτάνω, παίρνω το αυτοκίνητο, γυρίζω σπίτι. Λέω στον καλό μου πως μπορεί να πεθάνω, με κοιτάει και πάει μέσα. Κανείς δε μου δίνει σημασία κι άμα πεθάνω θα δείτε, σκέφτομαι και πάω κι εγώ μέσα. Να μοιραστώ μερικές ακόμα στιγμές μαζί του.


Έρχεται η επόμενη μέρα. Κατεβαίνω πάλι για ένα ραντεβού, πάω να πάρω το μετρό. Κόσμος στην αποβάθρα, έρχεται το μετρό, μπαίνω, μερικές άδειες θέσεις, δεν κάθεται κανείς δίπλα μου, σε λίγα δεύτερα κάθεται δίπλα μου ένας παπάς. Εντάξει, λέω, αυτό ήταν, τελείωσε, ό,τι και να μου πείτε, δε με πείθετε. Το καντηλάκι μου τελειώνει. Νέα ξινίλα, καινούριο παιχνίδι στο κινητό. Κάνω την αδιάφορη κι σκέφτομαι πως πρέπει να αρχίσω να προσέχω διπλά τα κενά στις αποβάθρες, να μη με σπρώξει κανείς την ώρα που έρχεται το τραίνο, να μην μπλέξει κανένα κορδόνι ή μέρος ρούχου μου στις κυλιόμενες σκάλες, να ανεβαίνω και να κατεβαίνω τις κανονικές ένα-ένα σκαλοπάτι κρατώντας σφιχτά τα χερούλια, να προσέχω τα φανάρια, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου κάνει ένας βιδωμένος με μαχαίρι, τόσα γίνονται, να προσέχω τα άπειρα μισογκρεμισμένα οικήματα στο δρόμο που ανά πάσα στιγμή μπορούν να κατεδαφιστούν στο κεφάλι σου, να προσέχω τα κουκούτσια από το καρπούζι, το καλώδιο του τηλεφώνου, τα κάγκελα του μπαλκονιού... Αποτέλεσμα; Φρίκαρα και μέχρι να βγω από το μετρό και να φτάσω στο ραντεβού έκανα 35 λεπτά εκεί που θα έκανα 10. Σ' όλο το δρόμο, άρχισα να φιλοσοφώ και πάλι. Τα ίδια θέματα, με διαφορετικό τρόπο. Σκέφτηκα όμως και κάτι παραπάνω. Πώς δε γίνεται να κάνω τίποτα και πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει όσο και να χτυπιέμαι. Δε μπορώ να ζω με τη φοβία του θανάτου. Άσε που δε με νοιάζει καθόλου να πεθάνω εδώ που τα λέμε. Μόνο λίγο με στενοχωρεί γιατί αισθάνομαι πως έχω ακόμα να κάνω πράγματα. Αλλά γιατί; Τόσα παιδάκια που πεθαίνουν δεν είχαν να κάνουν; Οπότε, το μόνο που μπορώ να κάνω μέχρι να ψοφήσω, αν μη τι άλλο, είναι να αγαπώ, να σκέφτομαι, να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για μένα και τους άλλους. Οπότε, χαμογελάω και λίγο πριν φτάσω στο σημείο του ραντεβού αρχίζω τα γνωστά ζικ ζακ, να περνάω με κόκκινο για τους πεζούς, να μιλάω μόνη μου, να μουντζώνω και γενικά αυτά που κάνω εγώ.


Εντάξει το ραντεβού, γυρίζω πίσω, έρχεται η νύχτα, ο ύπνος. Εδώ σε θέλω κάβουρα να πηδάς τα κάρβουνα! Ξυπνάω την επόμενη το πρωί με τα μαλλιά και την πέτσα όρθια! Είδα ένα όνειρο. Τι; Να σας πω. Είδα τους νεκρούς παππού, γιαγιά και αγαπημένη θεία που ήρθαν λέει σπίτι μας να μας πουν πως περνάνε «εκεί». Πώς σας φαίνεται; Θέλετε και κάτι άλλο; Μου είπαν μάλιστα ότι «εκεί» είναι ωραία! Ναι, ναι, ως νεκροί ήρθαν!! Κάναμε και χιούμορ μάλιστα με τη θεία μου, αμέ! Α ρε θεία Θεά!!! Χτύπησε λέει το τηλέφωνό της (στον ύπνο μου τώρα) και τρόμαξε. Λέει λοιπόν: «Μα καλά, ποιος με παίρνει; Αφού είμαι νεκρή!» και πάει να δει από περιέργεια. Εγώ γελάω και της λέω: «Μην τρομάζεις θεία! Να δεις όταν πεθάνατε, που βάραγαν τα τηλέφωνα και είχαμε κλάσει μαλλί με τη μαμά!» Θέλετε κι άλλο; Γιατί εγώ δε θέλω, είμαι πλήρης. Αλλά έχει κι άλλο. Το όνειρο λοιπόν, ήταν συναρπαστικό και πολύ καθησυχαστικό. Ούτε φοβήθηκα, ούτε τίποτα. Γούσταρα πάρα πολύ. Όταν ξύπνησα, μπορώ να πω πως ήμουν χαρούμενη για τα ατομάκια μας. Πήρα τη μαμά μου, της το είπα και έβαλε τα κλάματα. Της λείπει πολύ η αδερφή της. Ήταν όχι κώλος και βρακί, κώλος και κωλοτρυπίδα ήταν. Τι να της πω σε εκείνη τη φάση; Ξέρεις θα πεθάνω κι εγώ; Δε λέει. Της είπα να μην κλαίει και πως θέλω να πάμε στο νεκροταφείο να τους πω ένα γεια, γουστάρω. Εντάξει λέει και κανονίζουμε να πάμε την επομένη.


Έρχεται η επομένη, ξεκινάμε με τη μαμά για νεκροταφείο. Φτάνουμε, βρίσκω θέση να παρκάρω. Σε εκείνο το σημείο την πιάνει κρίση τη μάνα: «ΟΧΙ ΕΔΩ, ΟΧΙ ΕΔΩ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΔΕ ΒΓΑΙΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΜΑΞΙ, ΔΕ ΒΓΑΙΝΩ, ΔΕ ΒΓΑΙΝΩ!» Την κοιτάω απορημένη και της λέω ήρεμα «γιατί;» Αυτή μέσα στην υστερία: «Γιατί θα πάρεις κλήση, περνάνε λεωφορεία, εγώ δεν πληρώνω 100 ευρώ κλήση να το ξέρεις, για να γλιτώσεις 2 ευρώ στο πάρκινγκ το κάνεις, δε βγαίνω, δε βγαίνω, εδώ θα κάτσω» και κάνει έτσι και βγαίνει. Την κοιτάω να απομακρύνεται και απορώ. Ένα δις ερωτηματικά γυρίζουν γύρω από το κεφάλι μου. Κοιτάω δεξιά αριστερά, παντού παρκαρισμένα, τα λεωφορεία στη δικιά τους θέση, δεν ήμουν παράνομη, μα δεν παρκάρω παράνομα ποτέ εγώ άλλωστε, δεν υπάρχει σήμα που να απαγορεύει το πάρκινγκ στο σημείο που ήμουν αλλά σκέφτομαι, έχω παρκάρει πάνω σε στροφή, ναι μεν δεν ενοχλώ, αλλά μία στο εκατομμύριο να πάρω κλήση, θα μου φάει το κεφάλι. Άρα, βάζω μπροστά και ξεκινάω να πάω προς το πάρκινγκ που ήταν 200 μέτρα μπροστά. Πάω αργά και μέχρι να φτάσω, κοιτάω και σε άλλα σημεία που έχει κανονικές θέσεις για πάρκινγκ αλλά δεν υπάρχει τίποτα. (Η μάνα εντωμεταξύ έχει πάει στο ανθοπωλείο, γι’ αυτό βγήκε. Αλλά έχει αφήσει τα πράγματά της μέσα να έρθει να τα πάρει. Οπότε, αν δεν είχα φύγει, θα άρχιζε νέο κύκλο επεισοδίων). Μπαίνω στο πάρκινγκ, η ώρα είναι 1 το μεσημέρι. Πάω να παρκάρω, έρχεται ο υπεύθυνος και μου λέει: «2 η ώρα κλείνουμε, θα προλάβετε;» «Ε άντε γαμηθείτε όλοι» λέω από μέσα μου, του λέω «Όχι, φεύγω, ευχαριστώ» και κάνω 200 μέτρα όπισθεν και ξαναπαρκάρω εκεί που ήμουν. Εκείνη την ώρα βγαίνει η μαμά μου από το ανθοπωλείο ή οποία δεν έχει δει τον αγώνα μου, με βλέπει και αρχίζει δυναμικά το δεύτερο κύκλο επεισοδίων που λέγαμε. «Βρε καλή μου», να της λέω εγώ, «πήγα και μου είπαν ότι κλείνουν», να μη με πιστεύει. Αν δεν ήταν μάνα μου, θα τη μαλλιοτραβούσα. «Μα ψέμματα θα σου πω;» να της λέω, τίποτα αυτή, να μου λέει, «ναι καλά», με ύφος και να με φτιάχνει. «Τόσες θέσεις έχει εκεί, γιατί δεν πάρκαρες;» μου λέει, κοιτάω εκεί που δείχνει και βλέπω να έχουν αδειάσει 5-6 κανονικές θέσεις. «Ε ρε πούστη, γαμώ την κοινωνία μου», σκέφτομαι, άντε να της πεις ότι δεν είχε, σκύβω το κεφάλι μουρμουρίζοντας, ξαναμπαίνω μέσα, ξαναβάζω μπροστά και πάω προς τις θέσεις. Η δικιά σου παράλληλα να με κουλαντρίζει και να μου λέει που να παρκάρω. «Όχι εδώ... όχι εδώ.... Εδώ!» μου λέει σε κάποια φάση. Ξέρετε τι ήταν δίπλα στη θέση που μου έδειξε; Μια παρκαρισμένη νεκροφόρα! Ω ναι, θα πεθάνω! Κι άλλο σημάδι! Ρε πούστη μου, το ξέρω πως ήμουν στο νεκροταφείο και πως είναι λογικό να υπάρχουν νεκροφόρες αλλά έξω, στα παρκαρισμένα, δεν υπήρχε ούτε μία παρά μόνο αυτή εκεί που παρκάραμε δίπλα. Μόλις πάρκαρα, ήθελα να της πω «Θα με πεθάνεις!» έτσι ώστε όταν πεθάνω να το έχει κρίμα στο λαιμό της αλλά αντ’ αυτού, επειδή τη λυπήθηκα και επειδή κατά βάθος είμαι πολύ καλός άνθρωπος, έστησα καυγά μέχρι τους τάφους. Εκεί ηρεμήσαμε. Σχολιάζαμε τους νεκρούς, καθαρίζαμε, εγώ χαιρετούσα τον παππού τη γιαγιά και τη θεία μου και όλα καλά.


Σήμερα το πρωί, πήγα στο κολυμβητήριο. Εκεί που κολυμπούσα, στο διαχωριστικό του δικού μου διάδρομου με τον διπλανό, πετούσε μια σφίγγα. Κόβω ταχύτητα, την κοιτάω και αυτή κάθεται πάνω στο διαχωριστικό κι αρχίζει να βυζαίνει. Εκείνη τη στιγμή με την παλάμη μου, της πετάω λίγο νερό και την πνίγω. Έπεσε στο διπλανό διάδρομο. Κι εκεί το κατάλαβα. Το είδα όλο. Μα γιατί τη σκότωσα; Αφού ήταν απασχολημένη. Δεν με ενοχλούσε κι εγώ περνούσα, δεν στεκόμουν εκεί. Σκέφτηκα πως όσο ανώδυνο είναι για μένα να κάνω ένα «έτσι» και να σκοτώσω ένα άκακο πλάσμα, με τον ίδιο τρόπο χιλιάδες τομάρια που θέλουν να λέγονται άνθρωποι, κάνουν ένα «έτσι» και σκοτώνουν άλλους ανθρώπους, ζώα και φυτά. «Είσαι κακός άνθρωπος και γι’ αυτό θα πεθάνεις» σκέφτηκα και κολύμπησα με μαύρη καρδιά μέχρι το τέλος του διαδρόμου.


Αγαπητοί μου φίλοι, θα πεθάνω, είναι σχεδόν σίγουρο. Γι’ αυτό σκέφτηκα να γράψω τη διαθήκη μου. Δεν πρόκειται να γράψω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, όχι τίποτα, μη δείτε πόσο πλούσια είμαι και έρθει κανείς και με σκοτώσει ενώ τελικά δεν ήταν να πεθάνω, αλλά έτσι, μερικά πράγματα να τα ξέρουν οι δικοί μου. Και είναι πολύ χρήσιμο να είναι γραμμένη στο μπλογκ γιατί κανείς δεν μπορεί να την πειράξει, αλλάξει, εξαφανίσει κλπ. Το λοιπόν, παραθέτω τη διαθήκη μου κι αν δεν εμφανιστώ μέσα στις επόμενες 10 μέρες, ανάψτε μου κανένα κεράκι.



Διαθήκη Κωλόγριας 29/6/2008.


Καταρχάς, εύχομαι όλοι να είστε καλά και να μην κλαίτε γιατί εδώ είναι γαμηστερά! Κατά δεύτερον, επειδή ξέρω πως η διαθήκη ανοίγει αρκετό καιρό μετά την κηδεία, κάνατε μαλακία γιατί εγώ δε θέλω να θαφτώ, θέλω να καώ, οπότε ξεθάψτε με τώρα! Άει σιχτίρ με τους τράγους που θα τους πληρώνουμε πόσα χρόνια και πήγαινε έλα στα νεκροταφεία. Μαλακίες. Λοιπόν, ξεθάψτε με, κάψτε με κει σ’ ένα χωράφι στο χωριό, γιατί που να δίνεις 10.000 ευρώ να με πηγαίνετε στη Βουλγαρία να με κάψουν, θα έχετε πληρώσει και πόσα για να με θάψετε, βάλτε με σε ένα βάζο και θάψτε τη σκόνη σε καμιά γλάστρα, γιατί που να την πετάς, όλα μολυσμένα είναι, δε θέλω στη θάλασσα, ούτε στα χωράφια, θα ξεχάσω στο Νεπάλ που καίγανε τον άνθρωπο και φυσούσε και τον μισό τον ήπια εγώ; Άσε, δεν είναι να πίνει ο καθένας τη σκόνη σου, μαλακία. Βάλτε με κει σε καμιά γλάστρα με μια φυτεμένη γαρδένια, πολύ γουστάρω!


Λοιπόν, τα υπάρχοντά μου. Επειδή δεν έχω παιδιά αφήνω την περιουσία μου στα παιδιά της κουμπάρας μου, τρία τον αριθμό. (Περισσότερες λεπτομέρειες στη διαθήκη που θα βρείτε στον υπολογιστή μου. Όποιος την αλλάξει, πειράξει κλπ. θα είναι καταραμένος δια παντός. Έχω κονέ εγώ εδώ πέρα. Άσε που έχω δώσει κι αντίτυπο σε συμβολαιογράφο, οπότε μην κάνετε τον κόπο). Ε παιδιά, που είστε, εννοείται πως την περιουσία θα την πάρετε μετά θάνατον των γονιών μου, μη χεστούμε. Καλή η νονά αλλά μην το γαμήσουμε κιόλας.


Λοιπόν, λοιπά υπάρχοντα:

Να κρατήσει ο καλός μου ό,τι θέλει αλλά σίγουρα το λάπτοπ και το μίνι πικ-απ που τόσο γουστάρει. Στο λάπτοπ μπορεί να διαβάσει τα πάντα και του δίνω την άδεια να προσέχει και να σκουπίζει το μπλογκ μου. Α, να κλείσει τα σχόλια επίσης γιατί δε λέει να μαζεύω μαλακίες. Τώρα, ότι άλλο θέλει, ας το διαλέξει κι ας το κρατήσει.


Τα παπούτσια μου, να τα πάρει η κουμπάρα μου (κουφάλα κωλόφαρδη, ίδιο πόδι είχαμε πάντα). Όποια απ’ αυτά δε θέλει, να τα δώσει σε φτωχούς. Τα ρούχα μου να δοθούν σε φτωχούς. Τα παλιά τα καλά της μάνας μου, να τα κρατήσει η μάνα μου και να τα κάνει ό,τι θέλει.


Τα βιβλία μου να δοθούν σε παιδιά και μόνο. Στα χωριά SOS ή όπου σκεφτείτε και υπάρχουν παιδιά που πιστεύετε πως θέλουν να διαβάσουν. Προτιμώ όμως τα ορφανά.


Τις ψιλοκοκό μαλακίες που έχω μαζέψει, να τις κάνετε ό,τι θέλετε πριν όμως, να πάρει κάτι ο κολλητός και οι κολλητές μου να με θυμούνται. Ό,τι, μα ό,τι τους αρέσει.


Αυτά, δεν έχω και τίποτα άλλο. Τώρα, αν κάνω παιδιά, την περιουσία την παίρνουν τα παιδιά μου με τη μία, κατευθείαν στο όνομά τους. Κι αν πεθάνω πολύ γριά, κωλόγρια, ραμολιμέντο, σας γράφω στα αρχίδια μου όλους γιατί δε θα πεθάνω ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη! (Μην μπερδεύεστε, η σειρά είναι: παιδιά μου, παιδιά κουμπάρας, ορφανά).


Σας φιλώ, μετά τιμής, Κωλόγρια.


Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή.

Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτε ανθός στην αμμουδιά.

Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.

Κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά.

Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.


Υ.Γ. Ρε σεις, μπας και αρχίζει ένας νέος κύκλος ζωής; Βρε λες;; (Μακάρι γιατί ζε σέλω να πεσάνω ρε γαμώτη!)



Υ.Γ. Ρε σεις, μπας και είμαι ηλίθια;

(Μακάρι γιατί ζε σέλω να πεσάνω ρε γαμώτη!)


Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Ήρθα.

Χεστήκατε. Εγώ πάλι όχι. Βαρέθηκα τη ζωή μου εκεί. Αλήθεια. Τι νόημα έχει να είσαι μόνη σε ένα υπέροχο νησί; Οι άλλοι δούλευαν, η ανηψιά με έδερνε (η μόνη καλή στιγμή έχω να πω) και άρχισε να φυσάει κι από πάνω. Βέβαια, η χαλασμένη διάθεση ξεκίνησε από μια αρνητική απάντηση για δουλειά. Μετά πήρα τον κατήφορο. Αφού δεν έσκισα τα ρούχα μου ν' αρχίσω να τρέχω κλαίγοντας τις κατηφόρες σαν τη Λάσκαρη, πάλι καλά να λέτε. Στο καράβι της επιστροφής τι κλάμα έριξα δε λέγεται. Είμαι ευαίσθητη, μη με βλέπετε έτσι. Μου τη βάρεσε τελείως, κρατιόμουν, κρατιόμουν και στο τέλος ξέσπασα. Το πιο αστείο δε στην υπόθεση είναι ότι στο καράβι έκλαιγα παίζοντας ηλεκτρονικό στο κινητό. Να με είδε και κανείς, ρόμπα θα έγινα. Αλλά δεν κοιτούσα δεξιά αριστερά. Είχε ένα σωρό μαλάκες. Άσε που είχα βρει μια γαμάτη θέση δίπλα στο παράθυρο και σε κάποια φάση που πήγα για κατούρημα και γύρισα, μου είχαν μετακομίσει την τσάντα σε άλλη θέση δίπλα στον γαμότοιχο. Γιατί; Γιατί λέει ήταν αριθμημένες και είχαν κάτσει εκεί που έπρεπε. Δεν είπα τίποτα, εγώ τόσα χρόνια ήξερα πως αυτές οι θέσεις είναι για όλους, τώρα μπορεί να άλλαξε αυτό. Έτσι, δεν είπα τίποτα, πήρα την τσάντα μου, πήγα, έκατσα αλλού κι άρχισα να κλαίω. Μη μουντζώνετε, όλοι έχουμε τις παραξενιές μας. Μη λέτε "κοίτα τη μαλάκω, δε φτάνει που μπορεί να πάει διακοπές χωρίς να την εμποδίσει μια κάποια δουλειά, κλαίει κι από πάνω, μωρέ ουστ!" γιατί δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Τέλος πάντων, σιγά μην κάτσω να αναλύσω και πως είναι. Πιστεύετε ότι θέλετε, χέστηκα.
Δε φτάνει που λέτε η πίκρα μου, έχανα και στο παιχνίδι, κουνούσε και το γαμοκάραβο και μου 'ρχόταν να ξεράσω. Ωραία, λέω. Στο καπάκι, άρχισα να πεινάω. Ακόμα πιο ωραία. Σηκώνομαι να πάω να πάρω κάτι, πήγαινα σαν μεθυσμένη. Επειδή κουνούσε το μπουρδέλο, δεν είχα πιει, ήμαρτον. Σε εκείνη τη φάση, ομολογώ πως χαμογέλασα. Γιατί όλοι όσοι ήταν όρθιοι, πηγαίναμε τρικλίζοντας, πιανόμαστε από καρέκλες, ώμους, τοίχους κλπ. Το είδα σαν να ήμασταν όλοι λιώμα με καθαρά μάτια. Καλή φάση. Γύρισα πίσω και κάτι μαλακιστήρια μπροστά μου, που πριν φύγω κοιμόντουσαν, είχαν ξυπνήσει και τσίριζαν λέγοντας ένα σωρό μαλακίες, μη σεβόμενοι τους γύρω μαλάκες που προσπαθούσαν να γαμοκοιμηθούν. Ήταν πιτσιρικάδες, τύπου 18-20 χρονών και ήταν πάνω στην καύλα τους. Σε κάποια φάση είπα να τους πω "Μας πρίξατε τ' αρχίδια, σκάστε" αλλά θυμήθηκα μια φίλη μου τις προάλλες που συζητούσαμε και μου έλεγε πόσο καφράκια ήμασταν μικρά. Πώς έβριζα στο δρόμο εγώ, ρευόμουν κι έκλανα και μετά γελούσα και πόσο μας τη σπάνε τώρα τα μαλακιστήρια που κάνουν τα ίδια και τα κοιτάμε και κάνουμε τσ τσ τσ σαν τις γριές (σαν;). Οπότε, έκανα το μόκο, συνέχισα να ακούω την όποια μαλακία λέγανε, συνέχισα να παίζω, έφαγα τη μαλακία που χρυσοπλήρωσα και συνέχισα να κλαίω. Όταν είχα πια βρέξει πολύ την μπλούζα μου, είπα να βγω λίγο έξω να πάρω λίγο αέρα. Βγήκα τρικλίζοντας, αλλά άρχισα να ζαλίζομαι, σκέφτηκα πως ήταν κακή ιδέα, ξαναμπήκα και ξανάρχισα να κλαίω παίζοντας ηλεκτρονικό. Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να κάνω άλλωστε εγκλωβισμένη μέσα στο γαμοκάραβο. Ξέρετε, τα μόνα ταξίδια που αγαπώ να κάνω, είναι με αεροπλάνο. Όλα τα άλλα, τα μισώ. Πρώτα απ'όλα, μισώ τους δρόμους (ταξίδια με αυτοκίνητο και λεωφορείο), μετά τα τρένα (βλέπε περιπέτεια με τον ΟΣΕ) και τέλος τα πλοία. Τα πλοία τα μισώ λιγότερο από τα άλλα γι' αυτό θα με δεις πιο εύκολα να μπαίνω σ'αυτά. Αλλά αν είμαι μόνη μου, τρώω σίδερα. Σαν πακοτίνια τα μασάω. Που να μην έχω περάσει και καλά. Άσε.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να πω μια φανταστική ατάκα που μου είπε η ανηψιά μου και πέθανα στο γέλιο. Καλά, τα παιδιά είναι φανταστικά, δεν το συζητάω. Πετάνε κάτι θεϊκές ατάκες και μετά περιμένουν να τους απαντήσεις κιόλας. Ακούστε, ή μάλλον, διαβάστε:
Καθόμαστε στον καναπέ και βλέπουμε στο dvd τη μικρή γοργόνα. Έχω πει ένα κάρο μαλακίες που την έχουν βγάλει έξω από τα ρούχα της, τύπου: "πώς είναι έτσι αυτή; Γιατί μιλάει; Δεν ήταν μουγκή στο παραμύθι; Χάλια ο πρίγκηπας, θα παντρευτεί την άλλη, να το ξέρεις" και άλλα τέτοια, με αποτέλεσμα το μικρό να τα έχει πάρει στο κρανίο και να φωνάζει τη μαμά της. Η μαμά της όμως δεν ήταν εκεί και γω της είπα, "μην τη φωνάζεις, είμαστε μόνες σας κι άμα θέλω βγαίνω και σε πουλάω και δε σε βρίσκει και κανείς". Σε εκείνο το σημείο, μην έχοντας κάτι άλλο να κάνει, με είπε σκατούλα και μου τράβηξε μια ξεγυρισμένη στο γυμνό μου μπούτι. Εγώ φυσικά έκανα ότι δεν πόνεσα, άσχετο αν δάκρυσαν τα μάτια μου. Τις μαλακίες πάντως, τις συνέχισα. Αυτή βαρέθηκε, με αγνόησε, συνέχισε να κοιτάει την ταινία και σε κάποια φάση, στο άσχετο, μου λέει: "Εγώ δε θα παντρευτώ με πολιτικό γάμο". Γυρίζω και την κοιτάω με απορία. Δε λέω τίποτα. Συνεχίζει. "Θα παντρευτώ στην εκκλησία". Κι εδώ πετάει το θεϊκό: "Θα ζεις μέχρι τότε;" Πέθανα. Αυτό σας λέω όμως. Πέθανα στο γέλιο. Κάλυψα και την ταινία, και τα πουλάκια έξω, και τα μηχανάκια, και όλα. Κόντεψα να κατουρηθώ. Καταρχάς γέλασα με το πόσο εύστοχη ήταν η ερώτησή της. Πολύ λογικό να ρωτάει κάτι τέτοιο το παιδί. Επειδή γελούσα πολύ εκείνη την ώρα, δε σκέφτηκα να της απαντήσω πως "σκέψου, είμαι μικρότερη από τη μαμά σου". Κάφρικη απάντηση το ξέρω, αλλά έπαιρνε γιατί είναι πολύ έξυπνη και κάτι θεϊκό θα πετούσε μετά ή απλά θα μου έριχνε καμιά ανάποδη. Αλλά δε γινόταν, είχα πεθάνει στο γέλιο. Το παιδί τρόμαξε έτσι όπως άρχισα να κακαρίζω φρενιασμένα και με κοιτούσε. "Τι γελάς;" μου λέει. Τίποτα εγώ, να έχω πέσει κάτω και να μην μπορώ να σταματήσω. "Μη γελάς με αυτό το γέλιο μάγισσας, έχω ανατριχιάσει!" μου λέει, αυτό ήταν. Κόντεψα να πάθω ανακοπή. Ξεκωλόθηκα, πέθανα. Μετά από κάμποση ώρα που το παιδί σχεδόν ούρλιαζε "Σταμάτα! Σταμάτα! Σταμάτα! Σταμάτα να γελάς! Σταμάτα!" και με χτυπούσε με ό,τι έβρισκε (μια τσάντα, μία παντόφλα, μία κούκλα και το τηλεκοντρόλ), έκανα μεγάλη προσπάθεια, κατάπια μερικά γέλια και της είπα: "Δεν ξέρω αγάπη μου, μπορεί να μη ζω, αλλά μάλλον ναι. Εσύ πότε λες να παντρευτείς;" "20 χρονών" μου λέει. "Εντάξει ρε, θα ζω" της λέω και ξεκινάω νέο μαραθώνιο γέλιου. Σε εκείνο το σημείο μου πέταξε ένα βαρύ κουτί με μαρκαδόρους στη μούρη κι έπεσε πάνω μου τραβώντας τα μαλλιά μου λέγοντάς μου "ΣΤΑΜΑΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑ ΝΑ ΓΕΛΑΑΑΑΑΑΑΣ ΕΤΣΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!!" και σταμάτησα για να αρχίσω να την βασανίζω.
Τώρα που το σκέφτομαι, με τόσο γέλιο που έριξα, ήταν λογικό να κλαίω επί σχεδόν 3 ώρες στο καράβι, (τις υπόλοιπες κοιμόμουν). Πρέπει να ισοφαρίζονται τα πράγματα, δεν το συζητώ.
Αυτά που λέτε. Σήμερα όλη μέρα είμαι σα ζόμπι, σαν να έβγαλαν από την κατάψυξη μετά από 1000 χρόνια. Κοιτάω γύρω μου και δεν καταλαβαίνω και πολλά, ζεσταίνομαι αφόρητα, νυστάζω συνέχεια, είμαι εκνευρισμένη. Τι σκατά, τώρα με έπιασε το φεγγάρι; Μονίμως λειτουργώ με χρονοκαθυστέρηση ρε πούστη μου, δεν είναι δυνατόν πια. Τέλος πάντων, αυτά και άλλα πολλά, εδώ, εκεί και παραπέρα.

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

Η επιστροφή.

Έρχομαι αύριο. Για το καλό σας να είναι το καράβι άδειο, μην κάτσουν τίποτα αρχίδια βρωμιαραίοι κοντά, τίποτα μαλακιστήρια που τσιρίζουν και οι γονείς τους αντί να τους βάλουν στο στόμα μια βρώμικη κάλτσα, τα καμαρώνουν, γιατί την πουλέψατε!

Λοιπόν, το Sex and the City το είδα. Άει σιχτίρι! Καλά, πόσο μαλάκες είναι; Πόσο ξεφτίλες; Πόσο τον παίρνουν; Πόσο μας δουλεύουν; Πόσο γαμήσι θέλουν; Πόσο πίπα κώλο εμπλοκή πρέπει να τους πάει κάποιος; Αλλά βλέπεις είναι κάτι στραβάδια σαν κι εμένα που πάνε, βάλε και τους καβλωμένους με τη σειρά ανά την υφήλιο, να τα εκατομμύρια, τρέχουν στα μπατζάκια των μεγαλομαλάκηδων του Χόλιγουντ. Εγώ τουλάχιστον, αισθάνομαι καλά που τα έσκασα στο θερινό του νησιού και όχι σε κανένα άλλο κεντρικό στην Αθήνα (που δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να πάω εδώ που τα λέμε να δω αυτήν την ταινία, εδώ δεν έχω πάει να δω άλλες κι άλλες). Έχω μια απορία. Τόσοι γκαβοί που την είδαν, ή μάλλον, τόσες ηλίθιες, μα καμία δεν έκανε το σχόλιο για την αρπαχτή; Μα καμία δεν έβλεπε το μικρόφωνο στη μισή ταινία να κρέμεται εναλλάξ πάνω από τη μύτη της Κάρι ή του κάθε ηθοποιού; Τόσα εκατομμύρια χαλάσανε, τόσα ρούχα, τόσα πλούτη, τόση χλιδή, ο σκηνοθέτης και ο μοντέρ που στα τσακίδια ήταν; Μαλακία τραβούσαν; Ψώνιζαν; Μα είναι δυνατόν ρε πούστη μου να φαίνεται το μπουμ στη μισή ταινία; Εντάξει ρε μαλάκα, το ξέρω ότι βλέπω ταινία, πρέπει να μου το θυμίζεις κάθε 2 δευτερόλεπτα; ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ! Απλά απαράδεκτο! Η κολλητή όταν της το είπα, μου είπε πως πολλές φορές το παίρνουν, το μπουμ ντε, το μικρόφωνο, πως το λένε, και ανάλογα τον κινηματογράφο, φαίνεται ή όχι. Έχει να κάνει δηλαδή με το φορμάτ της κόπιας. Συγνώμη, αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ. Είστε με τα καλά σας; Εδώ έχουμε δει ανεξάρτητες παραγωγές, ελληνικές, ξένες, ό,τι να'ναι και τέτοια μαλακία στη μισή ταινία, για να μην πω σχεδόν σε όλη, δεν είδα! Άντε να τους ξεφύγει μια φορά κι αυτό είναι! Ξέρεις τι είναι να έχεις πάει να δεις μια ρομαντική πίπα και να θες να συγκινηθείς και να σκάει το καβλί μέσ' τη μούρη του ηθοποιού; Αίσχος! Εκεί που πήγαινα να δακρύσω να γουστάρω, τσακ το καβλί! Νεύρα, πίσω τα δάκρυα. Έφευγε το καβλί για λίγο, πήγαινε πάλι να βγει το δάκρυ, να σου πάλι το καβλί. Απορώ που τα δάκρυά μου δέχτηκαν κάτι τέτοιο. Να μπαίνουν, να βγαίνουν... αίσχος. Καλά, δεν ντράπηκαν; (Όχι τα δάκρυα, οι μαλακοσυντελεστές) Μα καθόλου; Αυτό δείχνει φίλες και φίλοι, πόσο σίγουροι είναι για τη μαλακία που δέρνει τον κόσμο, πόσο σίγουροι είναι ότι θα πάμε και θα το δούμε, ότι κανείς, παρά ελάχιστοι δε θα σχολιάσουν τίποτα παρά θα λένε:

-"Μαρίτσα είδες το Βίβιεν Γουέστγουντ νυφικό; Τρελάθηκα!"
-"Γιατί μωρή, εκείνη την τσάντα την παρδαλή τη Λουί Βιτόν; Καλέ το 'ξερες ότι στην Αμερική μπορούν να δανείζονται ακριβές τσάντες με τη βδομάδα;"
-"Γι' αυτό σου λέω μωρή να πάμε, να δανειστούμε ρούχα, τσάντες και παπούτσια να μοιάζουμε παμπλούτου να βρούμε κανένα παιδαρά σαν το γείτονα της Σαμάνθας!"
-"Κι αν δεν τον παντρευτούμε, τουλάχιστον θα πηδηχτούμε!"
-"Κα κα κα κα κα κα κα κα"
-"Κα κα κα κα κα κα"

Γελάνε οι κότες. Αυτά που λέτε με την ταινία. Άμα γουστάρετε να λοβοτομηθείτε για 2.5 ώρες και να δακρύσετε με τα πακέτα που τραβάνε οι πρωταγωνίστριες, να πάτε. Αλλά να ξέρετε πως σχεδόν σε όλη την ταινία, ένα μαύρο τριχωτό καβλί, κρέμεται πάνω από τις μύτες τους.

Τα υπόλοιπα νέα τώρα. Για μπάνιο δεν πήγα δυο μέρες τώρα, δηλαδή δεν μπήκα στη θάλασσα γιατί είχε γαμοαέρα που την ανακάτευε και όταν έμπαινες, κολλούσαν όλα τα φύκια πάνω σου με αποτέλεσμα όταν έβγαινες από τη θάλασσα να τρομάζουν όλα τα πιτσιρίκια με την εμφάνισή σου και οι γονείς να σε αγριοκοιτούν. Ενδεχομένως γιατί εκτός από την εμφάνιση της τριχωτής φώκιας που περπατάει, μπορεί να είχες χάσει και το μαγιό σου. Οπότε, άσε καλύτερα, καφέ στην ξαπλώστρα με το μαγιό και πολύ σου είναι. Α, ο καφές. Αίσχος ο καφές. Φρέντο του κώλου. Θες και φρέντο βλάχα, θα μου πείτε και δίκιο θα 'χετε. Δε λέω τίποτα, ας έπινα ένα τσίπουρο που είναι κι ελληνικό.

Τι άλλο; Α, η ανηψιά μου. Ετών 6 και, με έχει σαπίσει στο ξύλο. Όχι, δεν είναι χοντρή, ούτε δυνατή, αλλά με έχει λιώσει. Βέβαια, κι εγώ δεν πάω πίσω. Το τι της έχω κάνει δε λέγεται. Αλλά και πάλι αυτή έχει τα πρωτεία. Για να καταλάβετε τι σας λέω, προχτές πότε ήταν, έφερε σκοινί σε ανύποπτη στιγμή, μου έδεσε τα πόδια εκεί που ήμουν στον καναπέ, μετά μου σήκωσε τη φούστα και άρχισε να μου βγάζει φωτογραφίες φωνάζοντας "τσουτσούνι τσουτσούνι τσουτσούνι!" Λύθηκα, σηκώθηκα και μακελευτήκαμε. Απώλειες; Μόνο δικές μου γιατί επειδή είναι μικρό το λυπάμαι να του ρίξω μπουνιά. Άσε που το αγαπάω πολύ το γαμίδι. Έχασα μερικές τούφες μαλλιά, απέκτησα 3 γρατζουνιές στην πλάτη και μια μελανιά στο καλάμι. Αλλά κι αυτά λίγα είναι. Ευτυχώς που έχω καλά αντανακλαστικά. Το τι θα είχα φάει καπέλο, δε λέγεται. Χτες το βράδυ που κοιμόταν σκέφτηκα να πάω από πάνω του και να αρχίσω να ουρλιάζω αλλά σκέφτηκα τους άλλους που κοιμόντουσαν, οπότε μόνο το σατανικό χαμόγελο που προκάλεσε η σκέψη μου έμεινε.

Τι άλλο να σας πω; Α, προχτές, χτύπησα το κεφάλι μου στο παράθυρο του μπάνιου όπως έσκυβα να πιάσω το σαμπουάν. Το χειρότερο; Δεν μπορούσα να βρίσω γιατί είμαι και σε ξένο σπίτι. Οπότε μουρμούριζα μπινελίκι κρατώντας το πονεμένο κεφάλι μου. Τότε, άκουσε η θεια μου το μουρμουρητό (παράδοξο γιατί γενικά δεν ακούει τίποτα) και φώναζε από την κουζίνα: "Τι είπες παιδί μου; Πεινάς; Θες φαί; Έχω φτιάξει καταπληκτικό ιμάμ, έχω και ντόπια φρούτα, έλα, έλα! Τη μαμά σου την πήρες τηλέφωνο; Θες να κοιμηθείς; Να φύγω άμα είναι, να πάω μέσα! Τι; Δεν σ'ακούω! Θα φύγεις; Που είσαι; Μου μίλησες; Έλα να φας!" Κι εγώ με δάκρυα στα μάτια, σκυμένη από τον πόνο, κάνοντας τρομακτική προσπάθεια να μην αρχίσω να κατεβάζω ό,τι έχει υποθεί στις χειρότερες στιγμές του πιο βρωμόστομου ανθρώπου στη γη, σηκώνομαι να μιλήσω και, ω ναι, τραβάω άλλη μία στο ίδιο σημείο. Καλό; Σκεφτείτε τώρα. Να είσαι συ με ένα δεύτερο κεφάλι στο κεφάλι σου, και να πρέπει να απαντήσεις γλυκά. Και, ω ναι, τα κατάφερα. Κοίταξα με μίσος το παράθυρο, γύρισα προς την κλειστή πόρτα και ούρλιαξα γλυκά "ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ!" για να λάβω την απάντηση: "Τι είπες παιδί μου; Θες να φας; Έλα, έλα!" Τα δάκρυα κατέβαιναν στα μάγουλά μου από τον πόνο και η θέλησή μου να αρπάξω το παράθυρο και να το ξυλώσω πετώντας το στο μαλάκα που μένει δίπλα, ήταν τεράστια. Αλλά δεν έκανα τίποτα. Το μούγκωσα, πλύθηκα, (έπρεπε και να λουστώ, πώς να ακουμπήσεις το τεραστίων διαστάσεων καρούμπαλο; Πώς; Εγώ ξέρω τι τράβηξα), ντύθηκα και πήγα να με δείρει η ανηψιά μου.

Αυτά, τα λέμε απο την Αθήνα πια. Εκτός αν βουλιάξει το πλοίο και με φάει κανένα σκυλόψαρο.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

Στο νησί.

Με μουσική υπόκρουση το Big in Japan, σας γράφω από το ίντερνετ καφέ και σας λέω καταρχάς να μην ζηλεύετε γιατί δεν κάνω τίποτα. Κωλοβαράω, χαζεύω, κοιμάμαι, ξυπνάω και άντε να πάω και για κανά μπάνιο. (Λέω ψέμματα, περνάω γαμηστερά, έχω γνωρίσει μια φανταστική παρέα με σκάφος, έχουμε πάει σε όλες τις Κυκλάδες, έχω βρει μία βαλίτσα με 1.000.000 ευρώ, μαύρισα, έσφιξα με 1 μπάνιο και αδυνατίζω ενώ τρώω 6 παγωτά την ημέρα).
Το βράδυ θα πάω να δω το Sex and the City και σας γράφω στα αρχίδια μου όλους. Όλοι μου το παίζετε κουλτούρα και μαλακίες, και δε βλέπω γω τέτοια και άντε γαμηθείτε. Θα πάω μόνη μου ρε, αμάσητη, χέστηκα, θα πάρω και το ice tea μου, καμιά μαλακία να τρώω και θα περάσω γαμάτα με τα κορίτσια! Μόνο να μην είναι τίποτα μαλακισμένα πιτσιρίκια και σχολιάζουν γιατί δε θα τα πάμε καλά. Επίσης... να το παίζει σήμερα γιατί είδα την αφίσα χτες το απόγευμα.. έχει γούστο κάθε μέρα να παίζει άλλο... έτσι και παίζει άλλο, εσείς θα την πληρώσετε. Θα μπω εδώ μέσα και θα γράψω 20 σελίδες βρισιές. Άντε μαλάκες όλοι, μια ταινία θέλω να δω κι εγώ που δεν πρόκειται να τη δει κανείς μαζί μου, να πάω στην Αθήνα μόνη μου αποκλείεται, αλλά στο νησί θέλω. Σάμπως κάνω και τίποτα; Χτες έβαλα να δω τον αγώνα λίγο και η ξαδέρφη μου με τραβούσε από τα πόδια να βγούμε έξω. Αν είναι δυνατόν ρε πούστη, άσε με ήσυχη. Γι' αυτό σας λέω, σήμερα που γουστάρω σινεμά, κανονίστε την πορεία σας όλοι.
Στο καράβι ήταν ωραία. (Άσχετο, αλλά παίρνω την ιστορία από την αρχή, αμάν, πάρτε μπρος!) Αν εξαιρέσεις το γεγονός πως διάλεξα την μέρα που κάνει βόλτα όλες τις Κυκλάδες με αποτέλεσμα να φτάσω στο νησί 90 ώρες μετά, ήταν ωραία. Γιατί ήταν άδειο. Βέβαια, εννοείται πως στην αρχή, εκεί που έκατσα, ενώ, ξαναλέω, όλο το καράβι ήταν άδειο, ήρθαν 400 παιδάκια, 200 γριές, 120 ξένοι και 5 βρωμίλοι. Έκατσαν, στρώθηκαν και τι έκανα; Σηκώθηκα και πήγα δίπλα που δεν ήταν άνθρωπος! Πάρ'τα Μέρφι πούστη! Βέβαια, σαν μικρή ανταπόδοση, ήρθε ένας πολύ βρώμικος κύριος που περπατούσε ξυπόλυτος, μιλούσε μόνος του και βρωμούσε σαν χωματερή. Αλλά δεν είπα τίποτα ούτε γκρίνιαξα γιατί ξέρω τι σημαίνει Μέρφι. Αυτά. Τι άλλο; Έκανα μπάνιο, ήπια καφέ που έγινε σα νεροκατούρι από τη ζέστη και το βράδυ (αφού μου'πριξε τα αρχίδια να βγω από το σπίτι η ξαδέρφη), έκανα μια βόλτα στην παραλία. Ευτυχώς φυσούσε και δροσίστηκα. Μετά, είδα μια αηδία εκπομπή στην τηλεόραση που ρουφούσαν λίπος από χοντρούλες και χοντρούληδες και μου ήρθε εμετός. Μετά έβαλα άλλο κανάλι κι ησύχασα. Αυτά. Και κάτι άλλο ήθελα να πω, αλλά δε θυμάμαι. Φεύγω, πάω σπίτι, έμεινα πολύ ώρα έξω και δε μπορώ. (Μπάνιο θα πάω το απόγευμα. Χτες η ανηψιά μου με έδειρε πολύ άσχημα, μου πέταγε νερό, μπαλάκια, μου τραβούσε το πόδι, μετά μου έλεγε ιστορίες με κατσαρίδες... μπορεί να τη χώσω στην άμμο σήμερα, θα δω).

Υ.Γ. Λοιπόν, εδώ δίπλα, είναι κάτι μαλακιστήρια που παίζουν κάποιο παιχνίδι στον υπολογιστή. Γκαρίζουν και γελάνε και στην αρχή μου την έσπασαν. Τώρα όμως που γύρισα να τους κοιτάξω για να κάνω καλύτερη (χειρότερη) περιγραφή, αυτός που μιλάει πιο πολύ απ' όλους, μάλλον θα μπορούσε να είναι φίλος μου. Φαίνεται τόσο μαλάκας όσο κι εγώ όταν φωνάζω. Κάτι έχω πάθει εδώ. Το παίζει λέτε το Σεξ εντ δε Σίτι; Σας γάμησα άμα δεν το παίζει.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Τελευταία Ενημέρωση.

Τα πήρα στο κρανίο και φεύγω για μια εβδομάδα να πάω στο νησί η μάνα μου εγώ κι εσύ. Να ευχηθείτε να μη μου κάτσουν τα καλά του ΟΣΕ γιατί για να ηρεμήσω πάω. Να μου πεις δεν έχει ο ΟΣΕ βαπόρια ακόμα. Φτου φτου φτου, μακριά από μας. Μπορεί να τα πούμε κι από κει. Πα να δω πως κουνιούνται οι βάρκες. Δεν έχω πάρει και πολλά ζεστά, ελπίζω να μην είμαι η μόνη με τιράντες και όλοι οι υπόλοιποι με ζακέτες. Βλέπετε, ο μόνος που βρήκα να ρωτήσω τι καιρό κάνει, ήταν η ανιψούλα μου ετών 7. Μου είπε ότι κάνει ψύχρα το βράδυ, αλλά αυτή το βράδυ κοιμάται, οπότε, τώρα που το σκέφτομαι, δεν ξέρω τι εννοούσε λέγοντας "βράδυ". Μάζεψα πολύ γρήγορα κι ούτε ξέρω τι έχω πάρει είναι η αλήθεια. Τώρα γιατί η τσάντα μου ζυγίζει 800 κιλά, δεν ξέρω. Άντε, πάω κι ο Θεός βοηθός. Καλά να περάσω, καλά μου μπάνια, ηρεμία, χαρά. Το ίδιο επιθυμώ και δια εσάς. Θα τα πούμε από το ίντερνετ καφέ. Εάν όχι, ή πέθανα, ή βαριέμαι ή βαριέμαι.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

Βρώμικες Παραλίες 2008.

Θαλασσούλα μια σταλιά 2 επί 3... Α, καμαρούλα λέει το άσμα, μπερδεύτηκα, συγνώμη. Θάλασσες σκέφτομαι και τέτοια με τόση ζέστη. Όχι, δεν έφυγα, ούτε SYNC πήγα, ούτε κάτι απαντήσεις που περιμένω ήρθαν, έπρεπε να ήμουν σαν κι αυτές τις πουτάνες με τα βυζιά έξω για να με πάρουν, έτσι μου είπε η μαμά μου, εγώ όχι της είπα, δεν θα έπρεπε να ήμουν έτσι για να με πάρουν τηλέφωνο αλλά όσο καθυστερούν να με πάρουν, τόσο το σκέφτομαι. Βέβαια τώρα στα γεράματα, να το ρίξω στην πουτανιά αποκλείεται, οπότε ελπίζω να με πάρουν μην τους πάρει και τους σηκώσει πολυάσχολοι όλοι τους! Δεν πήγα κολυμβητήριο, δεν οδήγησα πολύ, δεν το ένα, δεν το άλλο, άει σιχτίρ. Βαριέμαι θανάσιμα. Δεν ξέρω τι να πρωτοκάνω, γάμα τα. Έδινα και κάτι εξετάσεις την Παρασκευή κι έπεσε η αντιγραφή της πουτάνας. Εννοείται πως είχα πάει αδιάβαστη. Μου την είχε βαρέσει τόσο που αρνιόμουν να διαβάσω. Μέχρι που σκέφτηκα να μην πάω καν να δώσω, να αποφύγω και την ξεφτίλα του κενού γραπτού. Αλλά πήγα και μάλλον καλά έκανα γιατί έπεσε τέτοια αντιγραφή που το φχαριστήθηκα. Βέβαια, ένας να έχει γράψει μαλακία, θα γίνουμε ρόμπα όλοι αλλά χέστηκα. Εκτός από το πανεπιστήμιο, όλα τα άλλα, με αντιγραφές τα κατάφερνα. Πιο πολύ ώρα σπαταλούσα να φτιάχνω σκονάκια παρά να καθόμουν να διαβάσω. Άσε το άλλο. Με το που έπιανα το βιβλίο, χασμουριόμουν. Τι πράμα κι αυτό. Να έχω αϋπνία τρελή, να μην μπορώ να κοιμηθώ, να μην κλείνει το μάτι με τίποτα και με το που έπιανα το βιβλίο, δάκρυα; Χασμουρητά; Κόλαση. Κοιμόμουν σε 5 λεπτά. Έτσι λοιπόν, μετά τα 6 χρόνια που έφαγα στο πανεπιστήμιο να διαβάζω και να γράφω εξετάσεις χωρίς σκονάκια, τώρα δεν μπορούσα άλλο. Δεν ήθελα. Δεν γινόταν. Ούτε σκονάκι ήθελα να κάνω. Ντροπή πια γριά γυναίκα. Άσε που νύσταζα με τη σκέψη ότι θα άνοιγα το βιβλίο. Κι έτσι πήγα αδιάβαστη. (Όχι, δεν πέθανα, κυριολεκτική είναι η πρόταση). Αλλά για θάλασσα ξεκίνησα, αλλού το πήγα. Τι πρωτότυπο θα μου πείτε. Τέλος πάντων.

Έχω ξενερώσει φριχτά από τις κωλοθάλασσες που είναι μέσα στη βρώμα και στο σκατό και μου την έχει βαρέσει τελείως. Κάτσε να το πάρω λίγο από την αρχή για να συνεννοηθούμε.

Πριν 3-4 χρόνια, είχα πάει στη Βούλα να κάνω μπάνιο, σ’ αυτές τις κωλοπαραλίες που πληρώνεις τα άντερά σου για ν’ ανταλλάξεις κωλοβακτηρίδια με άλλους 1200, Γενικά ποτέ δεν πήγαινα έτσι για πλάκα μέσα στην Αττική για μπάνιο γιατί πάντα μα πάντα σκυλοβαριόμουν το πήγαινε-έλα. Σε εκείνη τη φάση, κάτι έγινε, κάπως την είδα και πήγα. Ε, με το που βγήκα από το νερό, τα χέρια μου από πάνω μέχρι κάτω, ήταν γεμάτα κόκκινες βούλες. Ευτυχώς μετά από λίγο έφυγαν. Παρόλα αυτά, ορκίστηκα πως εγώ σε παραλίες κοντά στην Αθήνα, δεν ξαναπάω. Ας λιώσω στην άσφαλτο. Ας πεθάνω προσπαθώντας να κάνω μπάνιο στο νιπτήρα. Πέρασαν τα χρόνια, εγώ συνέχισα να μην πηγαίνω όπως δεν πήγαινα εδώ κοντά για μπάνιο, πήγαινα το καλοκαίρι τα μακρινά μου ταξίδια και η θάλασσα έγινε μακρινή ανάμνηση, άντε να έκανα 5-10 μπάνια όλο το καλοκαίρι. Αποτέλεσμα; Εγώ που δεν αρρώσταινα ποτέ, γαμήθηκα να αρρωσταίνω. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ότι η θάλασσα κάνει καλό και σε βοηθάει να μην αρρωσταίνεις το Χειμώνα, εμένα πάντως μου συνέβη. Μπορεί βέβαια να μην είναι αυτό και να είναι χίλια άλλα, κακή διατροφή, γεράματα, άγχος κλπ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά λοιπόν, ήρθε το φετινό καλοκαίρι και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να κάνω μπάνια, πολλά μπάνια, πάρα πολλά μπάνια. Έτσι, ξεκίνησα το κολυμβητήριο. Μαζί μ’ αυτό, έβαλα στο πρόγραμμα και το που θα πήγαινα για μπάνιο, σε ποια μέρη κλπ. και κει που τα είχα φτιάξει όλα ωραία στο μυαλό μου, ήρθε το παρακάτω μέηλ με όλες σχεδόν τις παραλίες, να είναι γεμάτες σκατό. Το τι σύγχυση τράβηξα δε λέγεται. Εντάξει, και πάλι δε θα πήγαινα στη Βούλα και στη Γλυφάδα να μπανιαριστώ αλλά πιο κει, θα πήγαινα. Ε, φίλες και φίλοι, και πιο κει, σκατά έχει. Δεν ξέρω αν το μέηλ είναι αληθινό ή λέει πίπες, εγώ όμως σας το δίνω όπως μου το ’στειλαν να το δείτε και σεις και από κει και πέρα, κάντε ότι καταλαβαίνετε. Άντε, σας φιλώ και τα λέμε προσεχώς γαμώ τη βρώμα τους μέσα, γαμώ τη θάλασσά μου, γαμώ την χώρα μου την ηλιόλουστη, γαμώ τη θάλασσα γύρω-γύρω που έπρεπε να την προσέχουμε καλύτερα από τα μάτια μας. Αλλά εμείς φίλοι μου, είμαστε γαμιάδες και γουστάρουμε να βγάζουμε τα μάτια μας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ!!!!

Σύμφωνα με έρευνα του Tμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Aθηνών, οι τιμές των βαρέων μετάλλων στα νερά του Aσωπού ξεπερνούν τις οριακές τιμές της Eυρωπαϊκής Eνωσης.

Πού βρέθηκαν υψηλές τιμές κολοβακτηριδίων.

Στα δείγματα νερού και ιζήματος από τις 93 παραλίες, εξετάστηκαν από το επιτελείο του ΠAKOE οι ακόλουθες φυσικές, χημικές και μικροβιολογικές παράμετροι: θολερότητα (TSS), θερμοκρασία, οξύτητα - αλκαλικότητα (pH), βιοχημικά καταναλισκόμενο οξυγόνο (B.O.D.), χημικά καταναλισκόμενο οξυγόνο (C.O.D.), διαλυμένο οξυγόνο (D.O.), φώσφορος και φωσφορικά (P-P04), άζωτο, νιτρώδη και νιτρικά (N-N03), κολοβακτηριοειδή (TOTAL COLIFORMS) και κολοβακτηρίδια (FECAL OLIFORMS).

«Tο ΠAKOE εκπονεί τα τελικά συμπεράσματα για την καταλληλότητα ή την ακαταλληλότητα των παραλίων, βάσει στατιστικής μεθοδολογίας. Δηλαδή εξετάζεται η συνεργιστική δράση όλων των παραμέτρων», εξηγεί ο πρόεδρος του ΠAKOE, χημικός - γεωλόγος Παναγιώτης Xριστοδουλάκης. Υψηλές τιμές κολοβακτηριδίων, που ξεπερνούν τις θεσμοθετημένες οριακές τιμές της EE που είναι 100 κολοβακτηρίδια ανά 100 μιλιλίτρ νερού, βρέθηκαν στα ύδατα των ακτών: Kόρινθος Ποσειδώνιο προς Λουτράκι, Σουσάκι , Άγιοι Θεόδωροι II, Eλευσίνα αρχή, Eλευσίνα 500 μέτρα μετά, Λουτρόπυργος αρχή, Aσπρόπυργος, Aκτή Θεμιστοκλέους αρχή, Aκτή Θεμιστοκλέους Διογένης, Bοτσαλάκια, Aκτή EOT Bούλα, Aστήρ Bουλιαγμένης, Bραυρώνα, Aρτέμιδα, Σχοινιάς και Xαλκούτσι ποτάμι. H ύπαρξη υψηλού ποσοστού κολοβακτηριδίων οφείλεται στην απορροή αποχετεύσεων στη θάλασσα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΑΚΟΕ

20% περισσότερη ρύπανση φέτος σε σχέση με πέρυσι.

«Φέτος προστέθηκαν στη λίστα των απαγορευτικών για κολύμβηση παράκτιων περιοχών ακόμη τέσσερις ακτές: νομαρχίας Kορίνθου, Ποσειδώνιο Kορίνθου προς Λουτράκι, Νέας Περάμου προς το στρατόπεδο και αυτή της Aρτέμιδος» επισημαίνει ο πρόεδρος του ΠAKOE και προσθέτει: «H μόλυνση και η ρύπανση στις 93 παραλίες που πραγματοποιήσαμε μετρήσεις είναι κατά 20% μεγαλύτερη σε σχέση με την περσινή χρονιά».

Δερματολογικά προβλήματα.

«Φέτος η ρύπανση από λάδια και από γράσα είναι δραματική. Oι τιμές των νιτρικών και των φωσφορικών, ρύποι οι οποίοι προέρχονται από λύματα, λιπάσματα και απορρυπαντικά, είναι διπλάσιες από πέρυσι. Eπίσης ιδιαίτερα αυξημένες είναι και οι τιμές των κολοβακτηριδίων κάθε καλοκαίρι σύμφωνα με την Eθνική Στατιστική Yπηρεσία έχουμε αύξηση γυναικολογικών και δερματολογικών προβλημάτων, εξαιτίας της θαλάσσιας μόλυνσης. Tο γεγονός ότι ανάμεσα στις παραλίες αυτές ορισμένες έχουν και γαλάζια σημαία, συμβαίνει γιατί οι ιδιωτικοί φορείς που διενεργούν τις δειγματοληψίες για την απονομή γαλάζιας σημαίας τις πραγματοποιούν τον Απρίλιο. Παίρνουν ένα δείγμα καθημερινά, το οποίο όμως δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτικό της κατάστασης. Διότι για να είναι ένα δείγμα αξιόπιστο θα πρέπει οι δειγματοληψίες να γίνονται διαφορετικές ώρες, να λαμβάνονται δείγματα νερού στην επιφάνεια, στα 5 εκατοστά, στα 30 εκατοστά και στο ίζημα. O Aπρίλιος δεν είναι μήνας αιχμής για τις παραλίες και επιπλέον τα ξενοδοχεία είναι άδεια. Θα πρέπει ακολούθως να εξετάζονται οι βιολογικοί και να διαπιστώνεται εάν λειτουργούν σωστά και αν οι υπερχειλίσεις τους διαρρέουν στη θάλασσα. Eπίσης θεωρώ ότι οι μετρήσεις θα πρέπει να γίνονται από ανεξάρτητους φορείς».

Tο ΠAKOE συνιστά στους πολίτες να προσέχουν σε ποια νερά κολυμπούν. Nα μην κολυμπούν όταν η θάλασσα πρασινίζει, γιατί τότε είναι γεμάτη σάπια φύκια και πλαγκτόν. Aν η επιφάνειά της ιριδίζει, τότε είναι γεμάτη πετρέλαιο, πίσσες, λάδια και απόβλητα βόθρων.

Νεοπλασίες και δερματίτιδες.

Eπομένως να μην μπαίνουν σε νερά που το χρώμα τους είναι βαθύ πράσινο και σε θάλασσα που έχει πετρέλαιο, λάδια και απόβλητα βόθρων. Oι βρωμιές αυτές προκαλούν καρκίνο της μήτρας, νεοπλασίες και χρόνιες δερματίτιδες. Nα μην αναδεύουν τη θάλασσα όταν υπάρχει λάσπη στον βυθό. H ύπαρξη λάσπης υποδηλώνει την ύπαρξη μολύβδου και υδραργύρου, που την ανατάραξη μπορεί να εισέλθουν στον οργανισμό από το στόμα και τους πόρους του δέρματος.

Ποιες είναι οι 48 βρώμικες ακτές

1. Πέραμα
2. Aκτή Θεμιστοκλέους (αρχή)
3. Aκτή Θεμιστοκλέους (Tσακός)
4. Aκτή Θεμιστοκλέους (Διογένης)
5. Bοτσαλάκια
6. Eδεμ
7. Kαλαμάκι
8. EOT Aλίμου (Γαλάζια σημαία)
9. Γλυφάδα
10. Πλαζ Aστήρ Γλυφάδα (A)
11. Πλαζ Aστήρ Γλυφάδα (B)
12. Aκτή EOT Bούλα
13. Aστήρ Bουλιαγμένης
14. Bάρκιζα
15. Aκτή EOT Bάρκιζα
16. Λαγονήσι
17. Παλαιά Φώκαια
18. Λαύριο
19. Δασκαλειό Kερατέας
20. Aυλάκι
21. Bραυρώνα
22. Aρτέμιδα
23. Pαφήνα
24. Nέα Mάκρη
25. Σχοινιάς
26. Σκάλα Ωρωπού
27. Xαλκούτσι (Ποτάμι 1)
28. Xαλκούτσι (Πηγαδάκια 2)
29. Kόρινθος (Nομαρχία)
30. Kόρινθος (500μ. Πατρα)
31. Kόρινθος (Ποσειδώνιο προς Λουτράκι)
32. Iσθμια I
33. Iσθμια II
34. Σουσάκι
35. Motor Oil
36. Aγιοι Θεόδωροι II
37. Aλσος Kέντρο
38. Kινέττα (Camping Costa)
39. Eλευσίνα αρχή
40. Eλευσίνα ( 500 μέτρα μετά)
41. Eλευσίνα (Kαφέ O Φονιάς)
42. Nέα Πέραμος OTE
43. Nέα Πέραμος (μετά το στρατόπεδο)
44. Nέα Πέραμος (στα 400 μέτρα )
45. Λουτρόπυργος (αρχή)
46. Λουτρόπυργος
47. Aσπρόπυργος
48. Aσπρόπυργος

Από έγκυρη πηγή ακούστηκε ότι δυστυχώς ΟΛΕΣ οι παραλίες πλην του Πόρτο Γερμενού στην Αττική έπρεπε να έχουν μαύρη σημαία. Λυπάμαι αλλά Κάλαμος, Κερατέα είναι τίγκα στα κολοβακτηρίδια.

Δείτε περισσότερα στο www.pakoe.gr

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Κι άλλο;

Η Μαρίνα με κάλεσε σε ένα ακόμα παιχνίδι και καλά έκανε γιατί έχω στερέψει τον τελευταίο καιρό και μόνο μαλακίες λέω. (Ενώ πριν; Τι έλεγες; Σκάσε, εγώ μιλάω τώρα!) Τουλάχιστον τα παιχνίδια, είναι ένας «νόμιμος» τρόπος να λες όσες μαλακίες θες γιατί τότε δεν φταις εσύ αλλά αυτός που σε κάλεσε!

Το παιχνίδι είναι να πεις μια έκφραση που λες πιο συχνά. Ωραία. Η έκφραση που λέω πιο συχνά δεν υπάρχει γιατί δεν είναι μία. Είναι πολλές και όλες έχουν να κάνουν με βρισίδια. Π.χ. λέω συχνά «άντε γαμήσου μωρή....» «κοίτα το μαλάκα», «τον γαμάς τώρα αυτόν;» «άντε πλύνε το μουνί σου που βρωμάει ψαρίλα και σ’ έχει ζαλίσει η βρώμα και δεν ξέρεις τι κάνεις... γαμιόλα» και άλλες τέτοιες δημιουργικές. Το θέμα τώρα είναι, πως μπορεί να μην είναι μία η έκφραση αλλά ένας συγκεκριμένος τόπος που τα λέω όλα αυτά. Το αυτοκίνητο.

Ω Θεοί! Ω Θεοί ξανά! Τι πράμα είναι αυτό; Είμαι μια χαρά. Χαμογελάω. Δεν έχω τίποτα. Κανένα πρόβλημα. Ε, με το που θα μπω στο αυτοκίνητο, μεταλλάσσομαι σε τρίβολο. Μεγαλώνουν τα δόντια μου, σηκώνονται τα μαλλιά μου, κοκκινίζουν τα μάτια μου, πετάγονται τα νεύρα στο πρόσωπο και τα χέρια μου και χωρίς να θέλω, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, ανοίγει το στόμα μου.

Εδώ ΠΡΟΣΟΧΗ: Έχω καταλάβει πως το στόμα πρέπει να ανοίγει εφόσον έχω πολύ χώρο μπροστά μου να φύγω. Αν είμαι στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτοκίνητα, κλείνω το παράθυρο και ρίχνω μόνη μου ό,τι θέλω. Μην τριβόμαστε και στη γκλίτσα του τσοπάνη, είπαμε. Τώρα βέβαια, άμα είναι καμιά τσατσά, τα ακούει κανονικά.

Δε μπορώ ρε παιδί μου το αυτοκίνητο, δεν το μπορώ. Με καβαλάει ο εξαποδώ! Δεν μπορώ! Τι το παίρνεις το γαμημένο, θα με ρωτήσετε. Ποιος είπε ό,τι το παίρνω γενικά; Όχι, φίλες και φίλοι! Είπαμε! Πόσο ανώμαλος πια μπορεί να είναι ένας άνθρωπος; Το παίρνω για να πάω να παρκάρω στο μετρό, αν χρειαστεί να διανύσω κάποια απόσταση που δεν υπάρχει άλλος τρόπος να την κάνω ή θα χαλάσω 39 ώρες σε μέσα μαζικής κλπ. Αλλά δεν έχει σημασία. Και 2 λεπτά να μπω μέσα, πάλι το ίδιο είναι. Τρελαίνομαι.

Τώρα θα πω τι με συγχύζει και γιατί βρίζω. Έτσι, για να τα θυμάμαι αν ποτέ ηρεμήσω, αποκτήσω σοφέρ ή φτιάξουν τα ΜΜΜ σε αυτή τη χώρα.

- Να μιλάνε στο τηλέφωνο και να τρώνε όταν οδηγούν. Θέλω να τους πετάξω ένα κουβά με σκατά στη μούρη να αποκτήσει και γεύση αυτό που τρώνε. Δε, όταν μιλάνε, τρώνε και καπνίζουν ταυτόχρονα, εκεί ούτε κι εγώ ξέρω τι θέλω να τους κάνω! Κάτι πολύ βασανιστικό πάντως. Είναι δυνατόν ρε σεις να οδηγείς και να έχεις απασχολημένα τα χέρια σου; Ποιος είσαι ρε μαλάκα; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Ξέρετε τι νομίζουν; Πως όλοι μπορούν να οδηγήσουν. Αμ όχι, δε μπορούν! Ποιος πούστης έχει επιτρέψει στους πάντες να οδηγούν, δεν ξέρω! Οι εξετάσεις έπρεπε να είναι πάρα πολύ αυστηρές, να σε κοιτάει ψυχολόγος, να ελέγχουν την ευστροφία σου, την αντίληψή σου, την ευκινησία σου, όλα! Είναι δυνατόν ο κάθε μαλάκας να οδηγεί; Από που κι ως που κουλαντρίζει ο καθένας δυο και τρεις τόνους σίδερο στο δρόμο; Σας φαίνεται λογικό; Οι αεροπόροι δηλαδή και οι καπετάνιοι γιατί γαμιούνται για να γίνουν αεροπόροι και καπετάνιοι και δε μπορεί ο καθένας να πάρει ένα blue star να πάει στο νησί του; Ο όγκος είναι το πρόβλημα; Σοβαρά; Τι λες; Και ναι ρε, κι εγώ μπορεί να είχα κοπεί από τέτοιου είδους εξετάσεις, αλλά θα το είχα πάρει απόφαση, θα πήγαινα με τα πόδια, θα έπαιρνα ΜΜΜ κλπ.

- Να έχουν κρεμασμένο το αριστερό κουλό τους έξω από το παράθυρο! Τι τσαντίλα!! Ένα ηλεκτρικό πριόνι ρεεεεεε!!!!! Τι το κρεμάς ρε γύφτο απ’ όξω; Τι το κρεμάς; Δε βλέπεις τη σκατομένη πόρτα από τα ποντίκια (περιστέρια); Ούτε τη σκόνη βλέπεις; Σκουπίζεις με το μανίκι σου τη μάκα και μετά κάνεις κεφαλοκλείδωμα στο γκομενάκι και περπατάτε παρέα στα σοκάκια; Ούξω λέχρα! Αλλά πέρα από τη βρώμα που γουστάρει ο άλλος να σκουπίζει, δικιά του πόρτα είναι, δικά του και τα μανίκια, έτσι του αρέσει, τελείωσε. Το πως οδηγεί, θα μου το εξηγήσει κάποιος; Ταχύτητες δεν αλλάζει; Αυτόματα έχουν όλοι όσοι βλέπω με τα κουλά κρεμασμένα; Δε νομίζω. Όχι λοιπόν, δεν αλλάζει ταχύτητα, έχει κει μια τρίτη, μ’ αυτή ξεκινάει, μ’ αυτή προχωράει, μ’ αυτή στρίβει, μ’ αυτή ανεβαίνει την ανηφόρα και πάει λέγοντας. Και συ από πίσω, είσαι ο μαλάκας.

- Τρελαίνομαι όταν δεν βγάζουν φλας ή αλάρμ. Γιατί πρέπει ρε σκατόπουστα να μυρίσω εγώ τα νύχια μου για το αν ψάχνεις κάτι, που θα στρίψεις π.χ.; Γιατί πρέπει να το ξέρω εγώ αυτό; Βάλε τα γαμημένα τα αλάρμ να ξέρω ο μαλάκας ο άνθρωπος ότι κάτι ψάχνεις. Βγάλε φλας γαμημένε να ξέρω ότι θες να στρίψεις ΤΩΡΑ για να μην πατήσω όλα τα φρένα του κόσμου! Να κρατάς απόσταση θα μου πείτε. Να κρατάω. Πόση να κρατάω; Άμα κρατάω πολλή, θα μπουν ενδιάμεσα 20 άλλες κηδείες, αν κρατάω λίγη κινδυνεύω, δεν υπάρχει λύση. Καλύτερα βέβαια να κρατάς απόσταση να τελειώνεις. Αλλά τα νευράκια σου;

- Να σταματάνε μέσα στη μέση όταν υπάρχει χώρος να σταματήσουν. Γιατί ρε αρχίδι με καθυστερείς; Γιατί; Γιατί δεν κάνεις στην άκρη να λύσεις το πρόβλημά σου; Γιατί πρέπει να κάτσω από πίσω σου όταν υπάρχει άπλετος χώρος να σταματήσεις; Γιατί; Γιατί είσαι ασυνείδητος, γι’ αυτό.

- Όταν παρκάρουν και πιάνουν 8 θέσεις πάρκινγκ με ένα κωλάμαξο. Ρε μαλάκα, ρε σκουπίδι της γης, από την Αμερική ήρθες ρε μαλάκα και παρκάρεις έτσι; Δε βλέπεις εδώ τι γίνεται, ο ένας πάνω στον άλλο; Γιατί πρέπει να αφήσεις 1.5 μέτρο μπροστά και 2 πίσω; Γιατί; Γιατί θες πάρα πολύ ξύλο, γι’ αυτό.

- Καλά, δε συζητάμε τι παθαίνω όταν βλέπω παρκαρισμένα σε διαβάσεις πεζών κλπ. Τα έχουμε ξαναπεί. Φωτιά είναι το λιγότερο.

- Οι νεκροφόρες. Όχι οι κανονικές. Τα τεράστια παλιά αυτοκίνητα που οδηγούν οι ετοιμοθάνατοι γέροι λέω. Αυτά είναι οι νεκροφόρες. (Οι κηδείες που ανέφερα παραπάνω είναι οι μαλάκες που πάνε αργά ενώ μπροστά τους δεν είναι ψυχή γιατί χαϊδεύουν το πουλί τους, έχουν συγκαεί, μιλάνε στο τηλέφωνο, η γκόμενα τους παίρνει πίπα, τρώνε σουβλάκι, έχουν μαλάκυνση κλπ). Αυτό με τις νεκροφόρες στο δρόμο, πρέπει να είναι κάποιου είδους δοκιμασία, δεν εξηγείται διαφορετικά. Κάποιος πρέπει να τους αμολάει επίτηδες. Ίσως οι ψυχίατροι, οι νευρολόγοι, οι κάτοχοι συνεργείων.... δεν ξέρω. Γιατί αν πετύχεις τέτοιο πράμα μπροστά σου, η ψυχοφάρμακα θα χρειαστείς ή συνεργείο. Εκτός αν κρατήσεις πολύ μεγάλη απόσταση ή στρίψεις και πας αλλού να γλιτώσεις.

Σίγουρα υπάρχουν κι άλλα που μου τη δίνουν αλλά τώρα έχω συγχυστεί και τα παρατάω εδώ!

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

Συνηθισμένες Μέρες.

Δεν έχω να πω τίποτα. Βαριέμαι. Τα ίδια. Τι να σας πω; Όλο μαλακίες. Οι ίδιες μαλακίες, άλλες μαλακίες, αλλονών μαλακίες, διάφορες μαλακίες, μαλακίες πάντως. Τα νέα μου. Μάλιστα. Να σας πω. Άλλοι πάνε στις πισίνες για καλή υγεία και γω κρύωσα. Κλάνω, με γρατζουνάει ο λαιμός μου και πονάει το πόδι μου. Τι ανωμαλία είναι αυτή, δεν καταλαβαίνω, πραγματικά. Α! Και μου ’καψε ο ήλιος τη μούρη. Βλέπεις εγώ είμαι μαλάκας που δεν βάζω αντηλιακό (απαγορεύεται). Και σου ’ρχεται ο άλλος με μια μούρη ολόλευκη. Να του κάνεις μια πατητή να τον βουλιάξεις να μάθει ο μαλάκας. Αλλά ας έχει χάρη που είχε κινητικό πρόβλημα ο άνθρωπος αλλιώς θα τον έδινα στεγνά. Τέλος πάντων. Χαλάλι του. Άλλη φορά όμως θα βάλω κι εγώ αντηλιακό. Από το σπίτι ρε παιδί μου. Μία ώρα πριν. Να το έχω απορροφήσει καλά και να είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ε δε γίνεται. και στο κάτω-κάτω, δε θα βάλω βαζελίνη να γυαλίζω σα κώλος, γαλάκτωμα θα βάλω, έλεος, αφήστε με ήσυχη! (στις ενοχές μιλάω).

Χτες ήταν η παγκόσμια ημέρα περιβάλλοντος. Καααααλά. Χτες το βράδυ κατά τις 11:30 που επέστρεφα από τον κολλητό, είδα ένα πουστάμαξο να βγαίνει από ένα γκαράζ, (σταμάτησα για να περάσει μπροστά), έστριψε με 200 τη συνοικιακή γωνία και ο συνοδηγός, μια ξεκωλιάρα βρωμομούνα, πέταξε από το παράθυρο μια σακούλα σκουπίδια πάνω στον κάδο (ο οποίος ήταν κλειστός), η οποία έκανε γκελ και έπεσε κάτω με ένα ωραίο φλαπ! Ευτυχώς δεν άνοιξε γιατί ήταν μικρή. Επίσης, χτες το πρωί, ο πιτσιρικάς γείτονας, ετών 20 το πολύ, που έχει μέλλον, που θα ζήσει περισσότερο από τους γέρους, που θα έπρεπε να ενδιαφέρεται, είχε πετάξει μια σκισμένη σακούλα με ένα μάτσο βιβλία στην εξώπορτα του και τα είχε αφήσει έτσι μέχρι το απόγευμα. Το απόγευμα, όλα αυτά τα βιβλία, μαζί με τη σκισμένη σακούλα (απορώ πως τα κουβάλησε. Γιατί δεν άλλαξε σακούλα; Είναι κουρασμένο από τη ζωή το 20χρονο) ήταν πεταμένα μπροστά στον κάδο των σκουπιδιών. Εννοείται πως γύρω από την πολυκατοικία υπάρχουν τουλάχιστον 4 κάδοι ανακύκλωσης. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, Χαρούμενη Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος εύχομαι σε όλους.

Τι άλλο; Α! Πάρτε να δείτε (μη γελάσετε) το Τζον Ράμπο. Ναι ρε αυτό με το Σταλόνε. (Μη γελάτε ρε μαλάκες, μιλάω σοβαρά!) Δεν θα δείτε τον Ράμπο που πλέον μοιάζει με το Φλωρινιώτη, τη Δημητρίου, τη Χρονοπούλου και λοιπούς που έχουν κάνει πλαστική και μοιάζουν με σαύρες. Όχι. θα δείτε μια ταινία για τη βία στη Βιρμανία. Έπαθα πλάκα. Γιατί είμαι σίγουρη πως αυτά που είδα, συμβαίνουν στην πραγματικότητα κανονικότατα. Και αυτό, το καταλαβαίνει κάθε άνθρωπος που έχει δει/ διαβάσει/ ακούσει ειδήσεις για το τι συμβαίνει σε κάποιες άλλες χώρες, πως οι στρατιώτες, η δικτατορία, ο δεν ξέρω ποιος,. Σκοτώνουν αθώους με φρικτά βασανιστήρια, βιάζουν κατά ορδές γυναίκες, κλέβουν παιδιά κλπ κλπ κλπ. Όσοι λοιπό δείτε το Ράμπο, θα φρικάρετε. Επίσης, μοιάζει δε μοιάζει με σαύρα λόγω της πλαστικής, άμα δε χειροκροτήσετε στο τέλος που τους κάνει φέτες, εμένα να με χέσετε. (Ναι ρε, εντάξει, υπάρχουν πολλές σοβαρές ταινίες και ντοκιμαντέρ που μπορείτε να δείτε τι συμβαίνει, δεν είναι ανάγκη να δείτε αυτό. Απλά έχει τόση βία, όση να σε κάνει να καταλάβεις πως αυτό που βλέπεις, δεν είναι ψέμα, δυστυχώς).

Άει γαμηθείτε ρε. Λέω, αν κανείς με κορόιδεψε που είδα Σταλόνε. Καλά έκανα. Και τη Μήδεια του Παπαϊωάννου ήθελα να δω αλλά τότε που θυμήθηκα να κοιτάξω για εισιτήρια, ήταν όλα πουλημένα. Όλοι οι κουλτουριάρηδες, εδώ μαζευτήκαμε. Τι να σου πω. Τέλος πάντων. P. J. Harvey θα πάω και Bjork. Στην P.J. θα είμαι αυτή που θα σκίζει τα ρούχα της πάνω στη σκηνή και θα την τραβάνε οι σεκιουριτάδες. Αυτή όμως, θα είναι τόσο δυνατή που θα τους σπάσει στο ξύλο και μετά το κοινό θα κοιτάει αυτή αντί την P.J. και η P.J. θα τσαντιστεί και θα αρχίσει να τραγουδάει το Rid of Me, και τότε αυτή (που έδειρε τους σεκιουριτάδες ντε!) θα αρχίσει να κλαίει, θα κατέβει από τη σκηνή και θα χορεύει με τον καλό της και τον κολλητό της οι οποίοι θα την μουντζώνουν επανειλημμένως. Στην Bjork, θα είμαι αυτή που θα την κοιτάει χαμογελαστή μαζί με άλλους πόσους. Αυτά. Αφήστε με τώρα στην ησυχία μου. Με καταπιέζετε πολύ άσχημα σας το λέω! (Ε ρε τρέλλα...)

Στο εξοχικό θα βρείτε τη μία θεά μόνη της και εδώ θα δείτε και τις δύο.



Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Νερά και Πουλιά.

Γαμώ το ίντερνετ, γαμώ τις συνδέσεις μου, γαμώ την εξέλιξη, γαμώ τις επικοινωνίες και γαμώ το σπίτι ολονών! Άει σιχτίρ! Έχω να μπω στο ίντερνετ 800 μέρες όχι γιατί δε θέλω, αλλά γιατί δε μπαίνει. Θα μου πεις, εσύ φταις φτωχομπινέ καρμίρω που μία με τις κάρτες, μία τζάμπα μάγκας με τις συνδέσεις αλλονών, θες να μπαίνεις και με άνεση! Μπα, και γιατί να μη θέλω να μπαίνω με άνεση; Δημοκρατία δεν έχουμε; Όλοι δεν κλέβουμε ο ένας τον άλλον με κάποιον τρόπο; Εγώ γιατί να μην μπαίνω όπου θέλω ό,τι ώρα θέλω; Τι είμαι καμπούρα; Είσαι μαρή, είσαι! Είμαι, αλλά τώρα που πηγαίνω κολυμβητήριο, θα ισιώσω!

Γαμώ το ίντερνέτ μου μέσα γαμώ! Αλλά τώρα, όπου να ’ναι, βάζω σύνδεση ανθρώπινη απ’ αυτές που τρέχουν και θα του πω εγώ! (Ποιανού;)

Έτσι που λέτε. Δεν έχω να σας πω και τίποτα... τρέχω με διάφορες δουλειές, πήγα ξανά κολυμβητήριο, καλή φάση, η ξεβράκωτη με τα μεγάλα βυζιά στα αποδυτήρια που έτριβε τα βυζιά της ήταν στην ίδια θέση και τα έτριβε με τον ίδιο τρόπο, τα ίδια. Α! Έγινε και κάτι που με έκανε να γελάω μέσα στην πισίνα και μου κοβόταν η ανάσα. Μπαίνω που λέτε σε ένα διάδρομο με δύο γριές, πολύ άτομα. Με παλιακά σκουφάκια με πλαστικά λουλούδια, τα ζήλεψα σας λέω, μα δεν έχει λιώσει το πλαστικό από το 1960 που τα έχουν; Γιατί δεν παίζει να είναι καινούρια, μύριζαν παλιοκαιρία. Αν όμως είναι καινούρια, απαιτώ να μάθω από που τα πήραν, να πάρω κι εγώ! Θα ρωτήσω την άλλη φορά. Μπαίνω που λέτε και λέω «Καλημέρα!» στη μία από τις δύο που ήταν κοντά μου. Και τι μου λέει η θεά; «Καλημέρα! Για προπόνηση ήρθες;» Εντυπωσιάζομαι εγώ, σκέφτομαι, τι σκατά. Τόσο κορμάρα είμαι, μα που με είδε εδώ μέσα, με πέρασε για νέα, ήταν και νωρίς το πρωί, σου λέει για να μην είναι στη δουλειά, προπόνηση θα κάνει, σκέφτομαι λοιπόν, διάφορες μαλακίες και της λέω «όχι, έτσι ήρθα». Αλλά αυτή δε με άκουσε και μου απαντάει: «Μπράβο! Κάνε προθέρμανση!» Πέθανα. Γελούσα καθ’ όλη τη διάρκεια του μπάνιου. Το πιο αστείο δε ήταν ότι εγώ η πρωταθλήτρια Ευρώπης που έκανα προθέρμανση, πήγαινα πιο αργά απ’ αυτήν χαχαχαχαχαχα!! Δεν πειράζει όμως, υγεία να έχουμε. Αυτά που λέτε. Έκλασα και δυο φορές μέσα στην πισίνα και το φχαριστήθηκα. Ανέβηκαν οι φουσκάλες μέχρι την πλάτη μου. Σαν να έκανα τζακούζι ήταν. Ωραίο.

Ήρθε και ο υδραυλικός στο σπίτι γιατί αλλάζουμε κάτι βρύσες και διορθώνουμε διάφορα και έγινε το σπίτι μπουρδέλο. Άσε που αφήσαμε ένα κουβά με νερό στο μπαλκόνι από μαλακία και το πρωί από τις 6 είχαν μαζευτεί όλα τα ποντίκια (περιστέρια) πρρρ και πρρρρ στο μπαλκόνι. Ξεδιψούσαν τα γαμημένα που να μη μείνει φτερό! ...Εδώ που τα λέμε, τον τελευταίο καιρό, αυτοκτονούν μερικά. Θα έχουν πιάσει μερικά από τα καταρίδια φαίνεται. Πώς αυτοκτονούν; Κάθονται τα μαλακισμένα πάνω στην κολόνα της ΔΕΗ, στον πυλώνα, τι είναι αυτή η μαλακία, έχει ρεύμα και ψήνονται. 2 αυτοκτόνησαν την περασμένη βδομάδα. Και εις ανώτερα εύχομαι γιατί εγώ να τους κάνω κακό δε μπορώ. Οπότε με βολεύει να αυτοκτονούν από μόνα τους. Είναι ηλίθια πάντως. Τι πας εκεί ρε μαλακισμένο, δε βλέπεις τους φίλους σου που δεν πάνε; Τι να πεις. Επίσης, διαλέγουν να αυτοκτονούν κατά τις 5-6 το πρωί τα γαμίδια. Κι όχι τίποτα, όταν κάτσουν στο σωστό σημείο, κάνει ένα ΜΠΑΜ που σου κόβεται η χολή, πετάγεσαι από το κρεβάτι και ξαναπέφτεις αφού διαπιστώνεις ότι δεν είναι τίποτα μέσα στο σπίτι. Τέλος πάντων, αυτά που λέτε. Βαρετές μαλακίες.

....Μετά τη συγγραφή του ως άνω αριστουργήματος, ξαναμπήκα και διάβασα τα πρώτα σχόλιά σας. Σ' αυτό της Ηλιαχτίδας, που να είναι καλά και να της δίνει ο Θεός χρόνια γεμάτα υγεία, είχε ένα βιντεάκι που μόλις το είδα, έλιωσα! Από τώρα κατατάσσεται στα πιο αγαπημένα βιντεάκια και μου το αφιερώνω! Χαχαχαχαχα εύγε στη γριά! Εύγε, εύγε, εύγε, εύγε! Εύγε Ηλιαχτίδα κι ευχαριστώ!