Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Το τραγουδώ αυτό γιατί νομίζω πως θα πεθάνω. Το σκέφτομαι αρκετές μέρες τώρα και όσο το σκέφτομαι, τόσο συμβαίνουν πράγματα που με κάνουν να το πιστεύω. Εντάξει, μπορεί και να μην είναι έτσι, αλλά εγώ έχω ανατσουτσουρώσει ολάκερη.
Λένε πως λίγα δευτερόλεπτα πριν πεθάνεις, βλέπεις τη ζωή να περνάει μπροστά από τα μάτια σου. Ε, εγώ τη βλέπω με τη γνωστή χρονοκαθυστέρηση. Λίγη-λίγη και σταδιακά. Λίγη με όπισθεν ρε παιδί μου πως να το πω να το καταλάβετε;
Όλα άρχισαν πριν λίγες μέρες. Είναι πρωί και ξεκινάω να πάω επίσκεψη στη μαμά μου. Ξεκινάω που λέτε και κει που πήγαινα στο δρόμο, τσακ, βλέπω ένα παλιό συνάδελφο από την προηγούμενη δουλειά. Όχι δεν του μίλησα, δεν ήμασταν κοντά. Άλλωστε, το σκηνικό έγινε για να τον δω, όχι για να του μιλήσω, θα καταλάβετε. Ντάξει, δε σκέφτηκα τίποτα, συναντάει άλλωστε συχνά κανείς γνωστούς στο δρόμο. Περιμένω το μετρό, μπαίνω, και σε ένα σταθμό, εκεί που έχω χαμηλωμένο το κεφάλι μου και παίζω ηλεκτρονικό, το σηκώνω χωρίς λόγο και τσακ, βλέπω στην απέναντι αποβάθρα ένα συνάδελφο από την προηγούμενη της προηγούμενης δουλειάς. Εκεί σκέφτηκα το θάνατο. Δηλαδή, ήδη μου είχε κάτσει χωρίς ιδιαίτερο λόγο από πριν πως θα πεθάνω. Οπότε, όταν άρχισα να βλέπω κόσμο με αντίστροφη χρονική σειρά, (τον πρώτο συνάδελφο που είδα τον γνώρισα το 2006 και τον δεύτερο το 2005), άρχισα να σκιάζομαι. Παρόλα αυτά, είπα τον εαυτό μου πως είμαι μαλάκας και καραγκιόζης και να μην σκέφτομαι μαλακίες. Βγαίνω από το μετρό, παίρνω τρόλεϊ και τσακ, μπαίνει στην επόμενη στάση μια συμμαθήτριά μου από το Λύκειο. Αυτό ήταν. Πεθαίνω, σκέφτηκα. Κατέβηκα από το τρόλεϊ, συνέχισα το δρόμο μου με σκυμμένο κεφάλι κι άρχισα να φιλοσοφώ. Τι είναι η ζωή, μια κουράδα, πόσο καλό είναι να κάνεις ό,τι θες γρήγορα χωρίς να το αναβάλλεις συνέχεια, πόσο καμία σημασία δεν έχει τίποτα και τέτοια. Πάω στη μαμά, ξεχνιέμαι, καλά μέχρι εδώ. Φεύγοντας, παίρνω τρόλεϊ, έχω ξεχάσει το θέμα, δεν βλέπω και κάποιον άλλο, κανένα θείο ας πούμε που είχα να τον δω από τότε που γεννήθηκα. Οπότε, σκεφτόμουν άσχετα. Φτάνω στο μετρό, λαός να περιμένει. Δίπλα μου άσχετοι, διάφοροι. Μπαίνω μέσα, είχε 3-4 θέσεις άδειες. Κάθομαι σε μία κι ενώ μπαίνει λαός, δεν κάθεται κανείς δίπλα μου μέχρι που... κάθεται ένας παπάς. Ιδρώνω, χλομιάζω, παραλύω. Ξαναθυμάμαι το θάνατο. Ρε μπας και σκέφτομαι μαλακίες, λέω, αλλά δεν είναι δυνατόν, γιατί συμβαίνουν αυτά; Εκείνη την ώρα, με αποσπάει η ξινίλα του παπά (Θε μου σχώρα με) και κάπως ξεφεύγει το μυαλό μου αλλά τελικά, χωρίς να το θέλω, ξαναξεκινάνε οι σκέψεις, πιο δυνατές, πιο μακάβριες από ποτέ. Μου ’ρχεται ένα δάκρυ, μην κλάψεις μωρή ξεφτίλα λέω, πιάσε το ηλεκτρονικό καλύτερα, και αυτό κάνω. Πιάνω το κινητό να παίξω να ξεχαστώ. Η ξινίλα είναι δυνατή αλλά εγώ παίζω, παίζω, παίζω. Φτάνω, παίρνω το αυτοκίνητο, γυρίζω σπίτι. Λέω στον καλό μου πως μπορεί να πεθάνω, με κοιτάει και πάει μέσα. Κανείς δε μου δίνει σημασία κι άμα πεθάνω θα δείτε, σκέφτομαι και πάω κι εγώ μέσα. Να μοιραστώ μερικές ακόμα στιγμές μαζί του.
Έρχεται η επόμενη μέρα. Κατεβαίνω πάλι για ένα ραντεβού, πάω να πάρω το μετρό. Κόσμος στην αποβάθρα, έρχεται το μετρό, μπαίνω, μερικές άδειες θέσεις, δεν κάθεται κανείς δίπλα μου, σε λίγα δεύτερα κάθεται δίπλα μου ένας παπάς. Εντάξει, λέω, αυτό ήταν, τελείωσε, ό,τι και να μου πείτε, δε με πείθετε. Το καντηλάκι μου τελειώνει. Νέα ξινίλα, καινούριο παιχνίδι στο κινητό. Κάνω την αδιάφορη κι σκέφτομαι πως πρέπει να αρχίσω να προσέχω διπλά τα κενά στις αποβάθρες, να μη με σπρώξει κανείς την ώρα που έρχεται το τραίνο, να μην μπλέξει κανένα κορδόνι ή μέρος ρούχου μου στις κυλιόμενες σκάλες, να ανεβαίνω και να κατεβαίνω τις κανονικές ένα-ένα σκαλοπάτι κρατώντας σφιχτά τα χερούλια, να προσέχω τα φανάρια, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου κάνει ένας βιδωμένος με μαχαίρι, τόσα γίνονται, να προσέχω τα άπειρα μισογκρεμισμένα οικήματα στο δρόμο που ανά πάσα στιγμή μπορούν να κατεδαφιστούν στο κεφάλι σου, να προσέχω τα κουκούτσια από το καρπούζι, το καλώδιο του τηλεφώνου, τα κάγκελα του μπαλκονιού... Αποτέλεσμα; Φρίκαρα και μέχρι να βγω από το μετρό και να φτάσω στο ραντεβού έκανα 35 λεπτά εκεί που θα έκανα 10. Σ' όλο το δρόμο, άρχισα να φιλοσοφώ και πάλι. Τα ίδια θέματα, με διαφορετικό τρόπο. Σκέφτηκα όμως και κάτι παραπάνω. Πώς δε γίνεται να κάνω τίποτα και πως ό,τι είναι να γίνει θα γίνει όσο και να χτυπιέμαι. Δε μπορώ να ζω με τη φοβία του θανάτου. Άσε που δε με νοιάζει καθόλου να πεθάνω εδώ που τα λέμε. Μόνο λίγο με στενοχωρεί γιατί αισθάνομαι πως έχω ακόμα να κάνω πράγματα. Αλλά γιατί; Τόσα παιδάκια που πεθαίνουν δεν είχαν να κάνουν; Οπότε, το μόνο που μπορώ να κάνω μέχρι να ψοφήσω, αν μη τι άλλο, είναι να αγαπώ, να σκέφτομαι, να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για μένα και τους άλλους. Οπότε, χαμογελάω και λίγο πριν φτάσω στο σημείο του ραντεβού αρχίζω τα γνωστά ζικ ζακ, να περνάω με κόκκινο για τους πεζούς, να μιλάω μόνη μου, να μουντζώνω και γενικά αυτά που κάνω εγώ.
Εντάξει το ραντεβού, γυρίζω πίσω, έρχεται η νύχτα, ο ύπνος. Εδώ σε θέλω κάβουρα να πηδάς τα κάρβουνα! Ξυπνάω την επόμενη το πρωί με τα μαλλιά και την πέτσα όρθια! Είδα ένα όνειρο. Τι; Να σας πω. Είδα τους νεκρούς παππού, γιαγιά και αγαπημένη θεία που ήρθαν λέει σπίτι μας να μας πουν πως περνάνε «εκεί». Πώς σας φαίνεται; Θέλετε και κάτι άλλο; Μου είπαν μάλιστα ότι «εκεί» είναι ωραία! Ναι, ναι, ως νεκροί ήρθαν!! Κάναμε και χιούμορ μάλιστα με τη θεία μου, αμέ! Α ρε θεία Θεά!!! Χτύπησε λέει το τηλέφωνό της (στον ύπνο μου τώρα) και τρόμαξε. Λέει λοιπόν: «Μα καλά, ποιος με παίρνει; Αφού είμαι νεκρή!» και πάει να δει από περιέργεια. Εγώ γελάω και της λέω: «Μην τρομάζεις θεία! Να δεις όταν πεθάνατε, που βάραγαν τα τηλέφωνα και είχαμε κλάσει μαλλί με τη μαμά!» Θέλετε κι άλλο; Γιατί εγώ δε θέλω, είμαι πλήρης. Αλλά έχει κι άλλο. Το όνειρο λοιπόν, ήταν συναρπαστικό και πολύ καθησυχαστικό. Ούτε φοβήθηκα, ούτε τίποτα. Γούσταρα πάρα πολύ. Όταν ξύπνησα, μπορώ να πω πως ήμουν χαρούμενη για τα ατομάκια μας. Πήρα τη μαμά μου, της το είπα και έβαλε τα κλάματα. Της λείπει πολύ η αδερφή της. Ήταν όχι κώλος και βρακί, κώλος και κωλοτρυπίδα ήταν. Τι να της πω σε εκείνη τη φάση; Ξέρεις θα πεθάνω κι εγώ; Δε λέει. Της είπα να μην κλαίει και πως θέλω να πάμε στο νεκροταφείο να τους πω ένα γεια, γουστάρω. Εντάξει λέει και κανονίζουμε να πάμε την επομένη.
Έρχεται η επομένη, ξεκινάμε με τη μαμά για νεκροταφείο. Φτάνουμε, βρίσκω θέση να παρκάρω. Σε εκείνο το σημείο την πιάνει κρίση τη μάνα: «ΟΧΙ ΕΔΩ, ΟΧΙ ΕΔΩ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΔΕ ΒΓΑΙΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΜΑΞΙ, ΔΕ ΒΓΑΙΝΩ, ΔΕ ΒΓΑΙΝΩ!» Την κοιτάω απορημένη και της λέω ήρεμα «γιατί;» Αυτή μέσα στην υστερία: «Γιατί θα πάρεις κλήση, περνάνε λεωφορεία, εγώ δεν πληρώνω 100 ευρώ κλήση να το ξέρεις, για να γλιτώσεις 2 ευρώ στο πάρκινγκ το κάνεις, δε βγαίνω, δε βγαίνω, εδώ θα κάτσω» και κάνει έτσι και βγαίνει. Την κοιτάω να απομακρύνεται και απορώ. Ένα δις ερωτηματικά γυρίζουν γύρω από το κεφάλι μου. Κοιτάω δεξιά αριστερά, παντού παρκαρισμένα, τα λεωφορεία στη δικιά τους θέση, δεν ήμουν παράνομη, μα δεν παρκάρω παράνομα ποτέ εγώ άλλωστε, δεν υπάρχει σήμα που να απαγορεύει το πάρκινγκ στο σημείο που ήμουν αλλά σκέφτομαι, έχω παρκάρει πάνω σε στροφή, ναι μεν δεν ενοχλώ, αλλά μία στο εκατομμύριο να πάρω κλήση, θα μου φάει το κεφάλι. Άρα, βάζω μπροστά και ξεκινάω να πάω προς το πάρκινγκ που ήταν 200 μέτρα μπροστά. Πάω αργά και μέχρι να φτάσω, κοιτάω και σε άλλα σημεία που έχει κανονικές θέσεις για πάρκινγκ αλλά δεν υπάρχει τίποτα. (Η μάνα εντωμεταξύ έχει πάει στο ανθοπωλείο, γι’ αυτό βγήκε. Αλλά έχει αφήσει τα πράγματά της μέσα να έρθει να τα πάρει. Οπότε, αν δεν είχα φύγει, θα άρχιζε νέο κύκλο επεισοδίων). Μπαίνω στο πάρκινγκ, η ώρα είναι 1 το μεσημέρι. Πάω να παρκάρω, έρχεται ο υπεύθυνος και μου λέει: «2 η ώρα κλείνουμε, θα προλάβετε;» «Ε άντε γαμηθείτε όλοι» λέω από μέσα μου, του λέω «Όχι, φεύγω, ευχαριστώ» και κάνω 200 μέτρα όπισθεν και ξαναπαρκάρω εκεί που ήμουν. Εκείνη την ώρα βγαίνει η μαμά μου από το ανθοπωλείο ή οποία δεν έχει δει τον αγώνα μου, με βλέπει και αρχίζει δυναμικά το δεύτερο κύκλο επεισοδίων που λέγαμε. «Βρε καλή μου», να της λέω εγώ, «πήγα και μου είπαν ότι κλείνουν», να μη με πιστεύει. Αν δεν ήταν μάνα μου, θα τη μαλλιοτραβούσα. «Μα ψέμματα θα σου πω;» να της λέω, τίποτα αυτή, να μου λέει, «ναι καλά», με ύφος και να με φτιάχνει. «Τόσες θέσεις έχει εκεί, γιατί δεν πάρκαρες;» μου λέει, κοιτάω εκεί που δείχνει και βλέπω να έχουν αδειάσει 5-6 κανονικές θέσεις. «Ε ρε πούστη, γαμώ την κοινωνία μου», σκέφτομαι, άντε να της πεις ότι δεν είχε, σκύβω το κεφάλι μουρμουρίζοντας, ξαναμπαίνω μέσα, ξαναβάζω μπροστά και πάω προς τις θέσεις. Η δικιά σου παράλληλα να με κουλαντρίζει και να μου λέει που να παρκάρω. «Όχι εδώ... όχι εδώ.... Εδώ!» μου λέει σε κάποια φάση. Ξέρετε τι ήταν δίπλα στη θέση που μου έδειξε; Μια παρκαρισμένη νεκροφόρα! Ω ναι, θα πεθάνω! Κι άλλο σημάδι! Ρε πούστη μου, το ξέρω πως ήμουν στο νεκροταφείο και πως είναι λογικό να υπάρχουν νεκροφόρες αλλά έξω, στα παρκαρισμένα, δεν υπήρχε ούτε μία παρά μόνο αυτή εκεί που παρκάραμε δίπλα. Μόλις πάρκαρα, ήθελα να της πω «Θα με πεθάνεις!» έτσι ώστε όταν πεθάνω να το έχει κρίμα στο λαιμό της αλλά αντ’ αυτού, επειδή τη λυπήθηκα και επειδή κατά βάθος είμαι πολύ καλός άνθρωπος, έστησα καυγά μέχρι τους τάφους. Εκεί ηρεμήσαμε. Σχολιάζαμε τους νεκρούς, καθαρίζαμε, εγώ χαιρετούσα τον παππού τη γιαγιά και τη θεία μου και όλα καλά.
Σήμερα το πρωί, πήγα στο κολυμβητήριο. Εκεί που κολυμπούσα, στο διαχωριστικό του δικού μου διάδρομου με τον διπλανό, πετούσε μια σφίγγα. Κόβω ταχύτητα, την κοιτάω και αυτή κάθεται πάνω στο διαχωριστικό κι αρχίζει να βυζαίνει. Εκείνη τη στιγμή με την παλάμη μου, της πετάω λίγο νερό και την πνίγω. Έπεσε στο διπλανό διάδρομο. Κι εκεί το κατάλαβα. Το είδα όλο. Μα γιατί τη σκότωσα; Αφού ήταν απασχολημένη. Δεν με ενοχλούσε κι εγώ περνούσα, δεν στεκόμουν εκεί. Σκέφτηκα πως όσο ανώδυνο είναι για μένα να κάνω ένα «έτσι» και να σκοτώσω ένα άκακο πλάσμα, με τον ίδιο τρόπο χιλιάδες τομάρια που θέλουν να λέγονται άνθρωποι, κάνουν ένα «έτσι» και σκοτώνουν άλλους ανθρώπους, ζώα και φυτά. «Είσαι κακός άνθρωπος και γι’ αυτό θα πεθάνεις» σκέφτηκα και κολύμπησα με μαύρη καρδιά μέχρι το τέλος του διαδρόμου.
Αγαπητοί μου φίλοι, θα πεθάνω, είναι σχεδόν σίγουρο. Γι’ αυτό σκέφτηκα να γράψω τη διαθήκη μου. Δεν πρόκειται να γράψω ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, όχι τίποτα, μη δείτε πόσο πλούσια είμαι και έρθει κανείς και με σκοτώσει ενώ τελικά δεν ήταν να πεθάνω, αλλά έτσι, μερικά πράγματα να τα ξέρουν οι δικοί μου. Και είναι πολύ χρήσιμο να είναι γραμμένη στο μπλογκ γιατί κανείς δεν μπορεί να την πειράξει, αλλάξει, εξαφανίσει κλπ. Το λοιπόν, παραθέτω τη διαθήκη μου κι αν δεν εμφανιστώ μέσα στις επόμενες 10 μέρες, ανάψτε μου κανένα κεράκι.
Διαθήκη Κωλόγριας 29/6/2008.
Καταρχάς, εύχομαι όλοι να είστε καλά και να μην κλαίτε γιατί εδώ είναι γαμηστερά! Κατά δεύτερον, επειδή ξέρω πως η διαθήκη ανοίγει αρκετό καιρό μετά την κηδεία, κάνατε μαλακία γιατί εγώ δε θέλω να θαφτώ, θέλω να καώ, οπότε ξεθάψτε με τώρα! Άει σιχτίρ με τους τράγους που θα τους πληρώνουμε πόσα χρόνια και πήγαινε έλα στα νεκροταφεία. Μαλακίες. Λοιπόν, ξεθάψτε με, κάψτε με κει σ’ ένα χωράφι στο χωριό, γιατί που να δίνεις 10.000 ευρώ να με πηγαίνετε στη Βουλγαρία να με κάψουν, θα έχετε πληρώσει και πόσα για να με θάψετε, βάλτε με σε ένα βάζο και θάψτε τη σκόνη σε καμιά γλάστρα, γιατί που να την πετάς, όλα μολυσμένα είναι, δε θέλω στη θάλασσα, ούτε στα χωράφια, θα ξεχάσω στο Νεπάλ που καίγανε τον άνθρωπο και φυσούσε και τον μισό τον ήπια εγώ; Άσε, δεν είναι να πίνει ο καθένας τη σκόνη σου, μαλακία. Βάλτε με κει σε καμιά γλάστρα με μια φυτεμένη γαρδένια, πολύ γουστάρω!
Λοιπόν, τα υπάρχοντά μου. Επειδή δεν έχω παιδιά αφήνω την περιουσία μου στα παιδιά της κουμπάρας μου, τρία τον αριθμό. (Περισσότερες λεπτομέρειες στη διαθήκη που θα βρείτε στον υπολογιστή μου. Όποιος την αλλάξει, πειράξει κλπ. θα είναι καταραμένος δια παντός. Έχω κονέ εγώ εδώ πέρα. Άσε που έχω δώσει κι αντίτυπο σε συμβολαιογράφο, οπότε μην κάνετε τον κόπο). Ε παιδιά, που είστε, εννοείται πως την περιουσία θα την πάρετε μετά θάνατον των γονιών μου, μη χεστούμε. Καλή η νονά αλλά μην το γαμήσουμε κιόλας.
Λοιπόν, λοιπά υπάρχοντα:
Να κρατήσει ο καλός μου ό,τι θέλει αλλά σίγουρα το λάπτοπ και το μίνι πικ-απ που τόσο γουστάρει. Στο λάπτοπ μπορεί να διαβάσει τα πάντα και του δίνω την άδεια να προσέχει και να σκουπίζει το μπλογκ μου. Α, να κλείσει τα σχόλια επίσης γιατί δε λέει να μαζεύω μαλακίες. Τώρα, ότι άλλο θέλει, ας το διαλέξει κι ας το κρατήσει.
Τα παπούτσια μου, να τα πάρει η κουμπάρα μου (κουφάλα κωλόφαρδη, ίδιο πόδι είχαμε πάντα). Όποια απ’ αυτά δε θέλει, να τα δώσει σε φτωχούς. Τα ρούχα μου να δοθούν σε φτωχούς. Τα παλιά τα καλά της μάνας μου, να τα κρατήσει η μάνα μου και να τα κάνει ό,τι θέλει.
Τα βιβλία μου να δοθούν σε παιδιά και μόνο. Στα χωριά SOS ή όπου σκεφτείτε και υπάρχουν παιδιά που πιστεύετε πως θέλουν να διαβάσουν. Προτιμώ όμως τα ορφανά.
Τις ψιλοκοκό μαλακίες που έχω μαζέψει, να τις κάνετε ό,τι θέλετε πριν όμως, να πάρει κάτι ο κολλητός και οι κολλητές μου να με θυμούνται. Ό,τι, μα ό,τι τους αρέσει.
Αυτά, δεν έχω και τίποτα άλλο. Τώρα, αν κάνω παιδιά, την περιουσία την παίρνουν τα παιδιά μου με τη μία, κατευθείαν στο όνομά τους. Κι αν πεθάνω πολύ γριά, κωλόγρια, ραμολιμέντο, σας γράφω στα αρχίδια μου όλους γιατί δε θα πεθάνω ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη! (Μην μπερδεύεστε, η σειρά είναι: παιδιά μου, παιδιά κουμπάρας, ορφανά).
Σας φιλώ, μετά τιμής, Κωλόγρια.
Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτε ανθός στην αμμουδιά.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Υ.Γ. Ρε σεις, μπας και αρχίζει ένας νέος κύκλος ζωής; Βρε λες;; (Μακάρι γιατί ζε σέλω να πεσάνω ρε γαμώτη!)
Υ.Γ. Ρε σεις, μπας και είμαι ηλίθια;
(Μακάρι γιατί ζε σέλω να πεσάνω ρε γαμώτη!)
