Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2006

Διπλή Ταρίφα

Η Μόνικα είχε βαρεθεί στο πάρτι και είχε εκνευριστεί. Μα που ήταν όλοι οι ωραίοι κι ευγενικοί άντρες; Μια γυναίκα σαν κι αυτή δε μπορούσε να ασχολείται με τον οποιοδήποτε. Ήταν ωραία, νέα, με θεϊκό κορμί και συγνώμη, αλλά δε γίνεται να έρχεται ο άλλος ένα και εξήντα και να θέλει γνωριμία!
Εκείνο το βράδυ φορούσε ένα λαμέ, εφαρμοστό φόρεμα που άφηνε γυμνούς τους υπέροχους ώμους της και γόβες στιλέτο. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα ψηλά, σε ένα εντυπωσιακό κότσο και είχε βάψει ελαφρά τα καταπράσινα μάτια της. Αυτά όμως δεν είχαν σημασία γιατί ήταν αποφασισμένη να γυρίσει στην ηρεμία του σπιτιού της. Αυτός ο ηλίθιος επίμονος κοντοστούπης στο πάρτι, της είχε σπάσει τα νεύρα! Αύριο θα της τα’ λεγε έξω από τα δόντια της Φούλας που την έστησε και την άφησε να πάει μόνη της στο πάρτι!
Βγήκε στο δρόμο και σήκωσε το χέρι της για ταξί. Σε λίγο σταμάτησε ένα μπροστά της. Η Μόνικα μπήκε στη θέση του συνοδηγού και είπε στον οδηγό τον προορισμό της.
«Είστε φοιτήτρια δεσποινίς;» ρώτησε ο ταξιτζής την κοπέλα μετά από λίγο. «Όχι κύριε», απάντησε αυτή εκνευρισμένη καθώς δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. «Μπορώ να ανάψω ένα τσιγάρο;» τον ρώτησε. «Ναι μωρό μου» της είπε. Μόλις άκουσε η Μόνικα πως την αποκάλεσε άναψε! Αυτό ήταν! Τα νεύρα της χτύπησαν κόκκινο! Γύρισε προς το μέρος του και του είπε: «Σου αρέσω;» «Πολύ μωρό μου! Με τρελαίνεις.» της είπε. «Ωραία» του είπε. Και έκανε κάτι που δεν περίμενε κανείς. Έπιασε το σεξ του πάνω από το παντελόνι και του είπε: «Έχεις ανάψει άξεστε». Αυτός άφωνος, κοίταζε το δρόμο, Σάββατο βράδυ, γεμάτο αυτοκίνητα και την ωραιότερη γκόμενα που’ χε δει ποτέ να του πιάνει τ’ απόκρυφα. Ήταν ευτυχία αυτό ή δυστυχία εκεί που βρισκόταν; Δεν ήξερε ακόμα.
Η Μόνικα βλέποντάς τον έτσι σαστισμένο, ευχαριστήθηκε. Του το’ σφιξε πιο δυνατά κι άρχισε να το τρίβει πάνω από το παντελόνι με δύναμη. «Σταμάτα, σταμάτα!» της φώναζε αυτός. Αυτή αντιθέτως, άνοιξε το φερμουάρ και το έβγαλε έξω. Έσκυψε το κεφάλι της κι άρχισε να πηγαίνει η γλώσσα της ροδάνι. Ο ταξιτζής έσφιξε τα χέρια του στο τιμόνι και κοιτούσε μπροστά με τα μάτια γουρλωμένα. Η Μόνικα συνέχισε αυτό που έκανε με απόλυτη επιτυχία. Ο ταξιτζής είχε πάθει την πλάκα του. Περνούσε τα φανάρια με ιλιγγιώδη ταχύτητα και είχε ξεχάσει και το όνομά του.
Η στάση της Μόνικας δεν ήταν άνετη αλλά δε θα σταματούσε αυτό που άρχισε. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος.
Έπιασε με το χέρι της τα μπαλάκια του ταξιτζή και τα μπεγλέρισε. Ο ταξιτζής δεν άντεχε άλλο το μαρτύριο. Άρχισε να ουρλιάζει: «Σταμάτα! Σταμάτα! Θα σκοτωθούμε!». Όταν τ’ άκουσε αυτό η Μόνικα, ευχαριστήθηκε ακόμα περισσότερο. «Θα σου δείξω εγώ παλιάνθρωπε!» σκέφτηκε και συνέχισε με περισσότερη μανία αυτό που έκανε θέλοντας να γελάσει δυνατά από την ευχαρίστηση! Αλλά δε μπορούσε. Ήταν μπουκωμένη. Κι αυτό την εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. Ο ταξιτζής έκανε να τραβηχτεί, αλλά δεν είχε περιθώρια. Που να πήγαινε; Η Μόνικα τον κρατούσε αιχμάλωτο.
Κάποια στιγμή της έσπρωξε το κεφάλι και χτύπησε στο τιμόνι. Αυτό ήταν. Η λάθος κίνηση. Ο ταξιτζής δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτήν την ταρίφα. Η Μόνικα θα τον έκανε να μετανιώσει την ώρα και την στιγμή που άνοιγε το στόμα του. Γαντζώθηκε με τα νύχια της από τα γόνατα του ταξιτζή και τον δάγκωσε. Ο ταξιτζής άρχισε να κλαίει.
Είχε αποφασίσει να τον βασανίσει μέχρι να ζητήσει έλεος. Τα χείλη της είχαν μελανιάσει και ο ταξιτζής ούρλιαζε. Συνειδητοποίησε πως είχε αρχίσει να ερεθίζεται με όλα αυτά που συνέβαιναν. Της την έδωσε χειρότερα. Έσφιξε με δύναμη τα μπαλάκια του κι έκανε σαν λυσσασμένη γάτα που ψάχνει ταίρι την Άνοιξη. Κόντεψε να ματώσουν τα χείλη της από τη μανία. Τότε συνέβη το μοιραίο..
Ο ταξιτζής ακούμπησε την έκσταση και ταυτόχρονα έριξε το αυτοκίνητο πάνω σε μια κολόνα. Αυτός χτύπησε το κεφάλι του στο παρμπρίζ και η Μόνικα τρόμαξε. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα. Ήταν προστατευμένη στην άβολη αυτή στάση!
Σάστισε για μια στιγμή, κοίταξε τον ταξιτζή που βογκούσε και με γρήγορες κινήσεις άνοιξε την πόρτα κι άρχισε να τρέχει. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά, στάθηκε με την πλάτη σε ένα τοίχο λαχανιασμένη και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια! Αισθανόταν τόσο όμορφα!
Χαμογελώντας, βγήκε ξανά στο δρόμο να πάρει ταξί να γυρίσει επιτέλους σπίτι. Πόσα θα είχε να διηγηθεί αύριο στη Φούλα. Αφού τη μάλωνε όμως πρώτα! Σταμάτησε ένα ταξί, μπήκε μέσα, είπε τον προορισμό της και μετά από λίγο ο ταξιτζής της είπε: «Είσαι μοντέλο;» Και η Μόνικα απάντησε: «Σου αρέσω;»

Περιπέτειες Γυναικών 3

03
Μετά την συγκλονιστική εκδρομή μας στα Γκράβαρα, κάναμε να τηλεφωνηθούμε πολύ καιρό. Θέλεις η ντροπή, θέλεις ο σεξουαλικός κορεσμός, θέλεις οι πολλές δουλειές, η επικοινωνία μας πάντως ήταν χαλαρή. Μια μέρα λοιπόν, κατεβαίνοντας στο Εξάρχεια, σε συνάντησα. Μόλις ειδωθήκαμε, πέσαμε η μία στην αγκαλιά της άλλης κι αρχίσαμε τα παράπονα ταυτόχρονα. "Που είσαι; Που χάθηκες;" Γελάσαμε και αγκαλιά περπατήσαμε λίγο στην πλατεία ανάμεσα στα πρεζάκια. Αποφασίσαμε να μην ξανακάνουμε τόσο καιρό να βρεθούμε και να οργανώσουμε άλλη μία εκδρομή πολύ σύντομα τώρα που μπήκε για τα καλά η άνοιξη.

Μετά από μερικές εβδομάδες, μου τηλεφώνησες. Δε θα ξεχάσω αυτό το τηλεφώνημα. Ήσουν αναστατωμένη και μπέρδευες τα λόγια σου. Προσπάθησα να σε ηρεμήσω αλλά εσύ τα έλεγες όλα μαζί. Κάτι έλεγες για ένα παίδαρο, κάτι για ένα παραλιακό σπίτι στις Μπαχάμες... δε σε καταλάβαινα. Έκλεισα το τηλέφωνο όσο εσύ μιλούσες, πήρα το αυτοκίνητο και ήρθα κατευθείαν σπίτι σου. Όταν άνοιξες την πόρτα, κρατούσες ακόμα το ακουστικό. "Συγνώμη, δεν είσαι στο τηλέφωνο;" μου λες. Γέλασα κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. "Φτιάξε καφεδάκια και πες τα μου όλα με τη σειρά!" σου λέω και αράζω στον καναπέ.

Μου είπες λοιπόν ότι ένας φοβερός γκόμενος που είχες γνωρίσει πριν 11 χρόνια, επανεμφανίστηκε και σου ζητούσε να πάτε μαζί στις Μπαχάμες, στο σπίτι του. Αυτός ο τύπος, ήταν συγγραφέας. Από τότε που τον είχες αφήσει, είχε γράψει 24 βιβλία και ήταν πλέον διάσημος. Πολλά λεφτά, σπίτια σε πολλά μέρη του κόσμου, γυναίκες, φωτογραφίσεις κλπ. Όταν σε πήρε λοιπόν τηλέφωνο, σάστισες και ήταν φυσικό. Σου είπε πως έγραφε το νέο του βιβλίο και πως χρειαζόταν κάποιον έμπιστο άνθρωπο κοντά του να του κρατάει σημειώσεις. Η γραμματέας που είχε, τα είχε φτιάξει με τον μπάτλερ του και είχε φύγει από τη δούλεψή του. Και τότε σε θυμήθηκε. Θυμήθηκε το λαμπρό σου πνεύμα, την κοφτερή σου σκέψη, τα υγρά σου μάτια. Η τέλεια βοηθός. Έτσι, σε πήρε τηλέφωνο και κατόπιν αδράς αμοιβής, σου ζήτησε να τον ακολουθήσεις για 2 μήνες στις Μπαχάμες. Εσύ, του είπες ότι θα το σκεφτείς και με πήρες αμέσως τηλέφωνο.

Μετά από 2ωρη συζήτηση και χαλαρωτικό καφέ, αποφασίσαμε να πάμε μαζί στις Μπαχάμες. Εσύ για δουλειά κι εγώ για διακοπές. Αυτό θα λέγαμε. Απώτερος στόχος μας ήταν όμως, να δούμε τι πραγματικά ήθελε αυτός ο άνθρωπος από σένα και κυρίως να έχεις ένα δικό σου άνθρωπο κοντά. Αν πάθαινες κάτι, τι θα γινόταν; Έτσι, μέσα σε 10 ημέρες, τα είχαμε κανονίσει όλα. Εσύ, δεν του είπες ότι θα είμαι μαζί κι εγώ είχα ήδη κλείσει ένα καταπληκτικό ξενοδοχείο πολύ κοντά στο σπίτι του στο νησί Τσίκα Τίκα Πίδα όπου έμενε.

Στο αεροπλάνο, περάσαμε τέλεια. Ήπιαμε σαμπάνια, φάγαμε σολομό και κατά το απόγευμα φτάσαμε στο αμμουδερό Τσίκα Τίκα Πίδα. Πήγες στο σπίτι του κι εγώ στο ξενοδοχείο. Μπαίνοντας στο lobby, ένας κούκλος μελαμψός ρεσεψιονίστ με βοήθησε στο τσεκ-ιν και ο ίδιος με πήγε ως το δωμάτιό μου. Παρήγγειλα σαμπάνια με φράουλες για το καλώς ήρθα και του έδωσα 20 ευρώ πουρμπουάρ. Γδύθηκα και ολόγυμνη άνοιξα τις κουρτίνες. Ένα εκπληκτικό ηλιοβασίλεμα χάιδεψε κάθε ίνα του κορμιού μου. Ανατρίχιασα. Τότε χτύπησε η πόρτα. Ξεχνώντας ότι είμαι γυμνή, πήγα να ανοίξω. Ένα βήμα πριν το χερούλι, το συνειδητοποίησα. "Who is it?' ρώτησα. "Your champagne Madame....", "One minute please!" είπα, άρπαξα το μπουρνούζι από την ντουλάπα, το έδεσα πρόχειρα πάνω μου και άνοιξα. Τι ήταν αυτό που αντίκριζαν τα μεγάλα πράσινα μάτια μου;; Ένας δίμετρος μελαμψός κούκλος με κατάμαυρα μάτια, κατάμαυρα μακριά μαλλιά, κατακόκκινα χείλη και μια υπέροχη οδοντοστοιχία, μου χαμογελούσε κρατώντας ένα δίσκο με μία σαμπάνια, 2 ποτήρια και ένα μπολ φράουλες γεμάτες ζάχαρη. Μου γυάλισε το μάτι." Come in please..." του είπα κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Ώσπου ο μελαμψός κούκλος να αφήσει το δίσκο, είχα πετάξει το μπουρνούζι από πάνω μου και είχα κάτσει με ένα μικρό πήδο πάνω στην κομότα. Γυρνάει λέγοντας "ready mad…" και δεν προλαβαίνει να αποτελειώσει την κουβέντα του. Με βλέπει γυμνή να τον κοιτάω και να του κάνω νόημα να έρθει κοντά μου. Χωρίς να χάσει ευκαιρία, πετάει από πάνω του το πουκάμισο που φορούσε και μ' αγκαλιάζει φιλώντας με στο λαιμό, στα χείλη, στα μαλλιά, στο πρόσωπο, παντού.. Είχε ένα θεϊκό κορμί που μύριζε θάλασσα…

Βογκούσα από τα χάδια του ώσπου ξάφνου σταματάει, με κοιτάει και μου λέει: "You are beautiful..." "Shut up and fuck me like an animal!" του λέω και πιάνει δουλειά. Με πετάει στο κρεβάτι, βγάζει το παντελόνι του και μπροστά μου ορθώθηκε η σημαία των νήσων Μπαχάμες... Νομίζω πως κι εσύ πρέπει να άκουσες τις φωνές μας... αν, κι απ' ότι έμαθα αργότερα, δεν πέρασες κι άσχημα...

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2006

Δίποδα

Ζώα, στέκεστε δεξιά στις κυλιόμενες του Μετρό. Δε βιάζεστε, δε δουλεύετε, δε σας περιμένει κανείς, δε σας νοιάζει αν χάσετε το επόμενο τρένο και περιμένετε 10 λεπτά. Κάντε στην άκρη, ζώα. Α, και αν μπορείτε, μη φυσάτε τη μύτη σας στην αποβάθρα δίπλα στον τοίχο με τα δύο δάχτυλα του κουλού σας πρωί-πρωί, στάση Κατεχάκη. Μπορεί να ξεράσει κανείς. Για σένα το λέω, ελεεινέ σκατιάρη, που σε είδα και ήσουν κωλόφαρδος που δεν ήμουν έξω αλλά μέσα στο συρμό (sic).

Ζώα, όταν βλέπετε στο δρόμο άνθρωπο να κρατάει σακούλες και να υποφέρει απ’ το βάρος, να ιδρώνει και να τρικλίζει, κάντε άκρη να περάσει. Μην πέφτετε πάνω του. Η αξιοπρέπειά σας δε θα θιχτεί. Ούτε θα χάσετε πόντους απ’ το πρεστίζ σας αν αλλάξετε 20 μοίρες πορεία. Το μυαλό σας πάει μόνο ευθεία;

Ζώα, μη μιλάτε στο κινητό και οδηγείτε. Γαμημένα ελεεινά ζώα που μέχρι πριν 10 χρόνια, ούτε σταθερό δεν είχατε. Σε σένα μιλάω, κυρ κωλόγερε, που σε είδα τις προάλλες να οδηγείς, να έχεις το κινητό στο αυτί και να σημειώνεις με στυλό και σημειωματάριο πάνω στο τιμόνι. Θα πρέπει να είσαι καλός εκπαιδευτής πούτσου. Γιατί μάλλον αυτός οδηγούσε.

Ζώα, μην πετάτε τα σκουπίδια από τα μπαλκόνια και αν τυχόν και τα κατεβάσετε, μη φοβάστε μη χαλάσουν τα νύχια σας ή λερώσουν τα ολοκάθαρα κουλά σας. Ανοίξτε τον κάδο και πετάξτε μέσα τις σακούλες σας. Αν είστε τόσο καθαροί, υπάρχουν εξαιρετικά απολυμαντικά μαντηλάκια για την τσάντα. Αλλά αν ήσασταν τόσο καθαροί, θα το ξέρατε, ε παστρικοθοδώρες;

Ζώα, όταν θέλετε να το παίξετε ευσυνείδητοι και ανακυκλώνετε, βάζετε τις σακούλες με τα χαρτιά μέσα στον κάδο, κι όχι δίπλα στον κάδο. Σε σας το λέω, μορφωμένοι και πλούσιοι κάτοικοι Παλαιού Ψυχικού, που με τις βροχές έλιωσαν τα χαρτιά και απλώθηκαν στις πλατείες σας. Εύγε. Ωραίο ντιζάιν.

Ζώα, όταν πάτε εκδρομές στο βουνό ή τη θάλασσα, μην πετάτε τα σκουπίδια σας όπου να’ ναι. Κι αν το έχετε καταλάβει και τα μαζεύετε, θέλω να σας πω ένα καινούριο νέο. Και τα αποτσίγαρα, σκουπίδια είναι.

Ζώα, που πάτε και σεις εκδρομές σαν τους άλλους από πάνω και τους κατηγορείτε που πέταξαν σκουπίδια και κάθεστε και τα θαυμάζετε, μαζέψτε τα εσείς. Μπορεί να σας δουν τα παιδιά σας και να καταλάβουν πως μπορούν να διορθώσουν ένα λάθος που έκανε κάποιος άλλος.

Ζώα, πλένεστε. Το σαπούνι είναι φτηνό. Πολύ φτηνό. Πάρα πολύ φτηνό. Κι όταν βρωμάει το στόμα σας, φάτε μία τσίχλα. Που είναι φτηνές. Πάρα πολύ φτηνές. Ή ζητείστε από κάποιον. Θα σας δώσει, πιστέψτε με. Σε σένα το λέω, ελεεινή λεχρίτω γύρω στα 35 που φορούσες γούνα, είχες ξοδέψει πόσα λεφτά στο κομμωτήριο, στις μπογιές για τη μούρη σου και στα ρούχα σου αλλά το στόμα σου βρωμούσε σα σκουπιδιάρικο. Και το πιο ωραίο είναι, πως ενώ ήμασταν θέατρο, δεν το βούλωσες ούτε λεπτό με αποτέλεσμα να μας χαρίζεις απλόχερα τη φασαρία και τη βρώμα σου.

Πολιτικά Ζώα: Απαγορέψτε την κατοχή όπλου σ’ αυτήν την χώρα. Σας παρακαλώ δηλαδή. Εδώ σκεφτόμαστε συνέχεια πως θα ξεπαστρέψουμε ο ένας τον άλλο. Και το κάνουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σας παρακαλώ.

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2006

-Μαρία; -Τι θες Κυρία;

Το σπίτι μου είναι σε μια πολυκατοικία του ’80. Μια χαρά, δόξα το Θεό, αν εξαιρέσεις το πουστόσκυλο της ριόλας από πάνω. Μόνο που δε μπορώ να καταλάβω κάτι. Γιατί έχει κουδουνάκι για υπηρετικό προσωπικό. Υπηρέτρια; Που είχε ο Βουτσάς με την Καραγιάννη στις ελληνικές; Ε, τα παλιά σπίτια είχαν τέτοιο κουδουνάκι να’ ρχεται στα sic να μην τσιρίζεις. Στις ελληνικές τσιρίζανε για να γελάσουμε, να’ ρθει και η υπηρέτρια, να πει καμιά μαλακία να γελάσουμε περισσότερο κλπ. Δε μιλάω όμως για το κουδουνάκι που υπάρχει ενίοτε και στο μπάνιο, άμα σαβουρωθείς, να τραβάς το κορδόνι μπας κι έρθει κάποιος να σε σώσει. Το κουδουνάκι αυτό, είναι άλλη περίπτωση. Βέβαια, άμα φας χύμα –χτύπα ξύλο γριά γυναίκα- κι έχεις κλειδώσει μη δουν τον κώλο σου ή μένεις μόνος σου, χαιρετισμούς στον Άγιο Πέτρο, τα φιλιά μου. Είναι που λέτε, αυτό το κουδουνάκι στο μπάνιο. Άντε και το καταλαβαίνουμε. Το κουδουνάκι στην κρεβατοκάμαρα τι κάνει;; Είπαμε να καλεί το υπηρετικό προσωπικό. Εντάξει. Πες λοιπόν ότι εγώ είμαι μπρούκλης, στάζω χρήμα, τα’ χω ρε παιδί μου. Και γουστάρω να’ χω υπηρέτρια (με την έννοια των 60’s πάντα. Μη μου αρχίσει κανείς «δεν τις λένε έτσι, ντροπή» και άλλες τέτοιες μαλακίες, κανονίστε). Και την έχω. Που την κοιμίζω;;;;;; Στη βεράντα;;; Γιατί δωμάτιο υπηρετικού προσωπικού δεν υπάρχει στο σπίτι. Ούτε καν αποθήκη. Ούτε καν εκείνο το τρίγωνο δωμάτιο στη θεϊκή ταινία «Γάμος αλά Ελληνικά» με τον Κωσταντίνου, τον Χάρι Κλιν και την Καλογεροπούλου. Και μη μου πείτε πως κοιμάται σε δικό της σπίτι κι έρχεται να μου κάνει δουλειές. Όχι, τότε δε θα ήταν υπηρέτρια. Θα ήταν κάτι άλλο. Είναι υπηρέτρια, στα σίγουρα, γιατί το κουδουνάκι υπάρχει στην κρεβατοκάμαρα. Που σημαίνει πως όταν εγώ ξυπνάω, βαράω να μου φέρει πρωινό, εφημερίδα κλπ. Άρα που κοιμάται;;;;;;;;;;;; Θα μου μείνει αιώνια απορία. Και μάλιστα, το συγκεκριμένο κουδουνάκι το είχε και μια φίλη μου στο σπίτι της το οποίο είχε 2 δωμάτια!!! Γαμάτο;;;;;; Εκεί που τη βάζεις;; Κοιμάστε μαζί;;;; Δε μπορώ να το καταλάβω. Είναι σαν τα φιλοσοφικά ερωτήματα της ζωής. Δε θα απαντηθεί ποτέ. Εκτός αν… τα σπίτια του 60, 70, 80 και όσα τέλος πάντων έχουν κουδουνάκι, είναι προορισμένα μόνο για κωλόγριες/ κωλόγερους που όλη μέρα είναι στο κρεβάτι, η κοπέλα που βοηθάει δε μένει εκεί, ή μένει μιας και το σπίτι είναι άδειο αφού ο/ η κωλόγερος/ κωλόγρια είναι ξερός/ ή στο κρεβάτι όλη μέρα κι έτσι αν θέλει να ουρήσει, φάει, ανοίξει τηλεόραση, θέλει κάτι τέλος πάντων, βαράει το κουδούνι να έρθει το υπηρετικόν. Μάλλον αυτό θα είναι. Και άρα, βγάζω συμπέρασμα, σε σωστό σπίτι μένω αλλά επειδή δεν τα έχω τα πολλά φράγκα και να τα είχα δηλαδή, δε θα έπαιρνα ποτέ άνθρωπο να τον χώνω, θα βαράω το κουδούνι μόνη μου, θα φωνάζω «Μαρίααααααααααααααα» και θα γελάω! Και γαμώ! Κάθε βράδυ, το βαράω και ρίχνω ένα δίλεπτο γέλιο. Χτες μάλιστα, βάραγα με πάθος και το κουδουνάκι του μπάνιου και αναρωτιόμουν: αν έχει τον ίδιο ήχο με το κουδούνι της πόρτας, και υπάρχει κανείς στο σπίτι και συ σαβουρωθείς στο μπάνιο και βαρέσεις το κουδούνι, αυτός πάει και ανοίγει την εξώπορτα;

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2006

Μαούνα με όλα τα κομφόρ

Αυτές οι μαλακίες που μας πουλάνε μαζί με τα κωλάμαξα, έχει σκεφτεί κανείς αν του χρειάζονται; Π.χ. το navigator. Αυτή η μαλακία που σου δείχνει που να πας. Όταν είσαι κολλημένος στην κίνηση μέσα στην Αθήνα, μεταξύ ενός σκουπιδιάρικου, ενός αδιέξοδου και μιας γριάς που οδηγεί πίσω σου που δε λέει να καταλάβει να κάνει όπισθεν την κατάλληλη στιγμή πριν έρθουν κι άλλοι και μείνετε για πάντα.. ουπς! ήρθαν. Κάτσε κει τώρα. Έχεις λοιπόν το navigator. Μπράβο. Είσαι μάγκας. Κι άμα είσαι γυναίκα, είσαι και πολύ μούρη. Ερώτηση-Απορία: Εκεί που είσαι κολλημένος, δεν είναι καλύτερα αντί το navigator (που προφανώς έχεις πληρώσει τα κωλάντερά σου μαζί με τη μαούνα που αγόρασες, γιατί μαούνες έχουν αυτές τις μαλακίες εδώ στην Ελλάδα, κυρίως) να έχεις το γνωστό χάρτη δρόμων, να ξεφυλλίζεις με την ησυχία σου και να δεις που είναι το κοντινότερο ψυχιατρείο (για καμιά ηρεμιστική), να μάθεις καινούριες οδούς (όπως με το λεξικό μαθαίνεις καινούριες λέξεις); Είμαι συντηρητική κωλόγρια; Θες να έχεις το navigator τη μαλακία να παραμείνεις φυτό να μη σκέφτεσαι, να τα έχεις όλα στο πιάτο; Με navigator ή χωρίς, κολλημένος με τους άλλους μαλάκες θα είσαι. Εκτός αν το αγόρασες για να οδηγείς μόνο στην Ιταλία. Τότε πάσο και συγνώμη.
Επόμενο: οι αισθητήρες παρκαρίσματος. Τι τους θες ρε καραγκιόζη άμα δε μπορείς να παρκάρεις έτσι κι αλλιώς σ’ αυτήν την πόλη; Ή σε έχουν πείσει οι μαλακοδιαφημίσεις που δείχνουν τις μαούνες να παρκάρουν σε χώρο 3 αυτοκινήτων η μία; Εντάξει τότε. Άμα βρεις εδώ στην Αθήνα, εκτός από περιοχές που έχουν ακόμα κατσικόδρομους (υπάρχουν) και λύκους (υπάρχουν;) ή αλάνες (κάτι υπάρχει), πάρκινγκ τόσο όσο να πηγαίνεις 2-3 μέτρα μπρος πίσω, εντάξει. Πάρε μαούνα με αισθητήρες παρκαρίσματος να σε ειδοποιήσει όταν φτάσεις κοντά μην τρακάρεις. Θα μου πεις τώρα, για στενούς χώρους χρειάζονται οι αισθητήρες και γι’ αυτούς που δεν ξέρουν να παρκάρουν. Μισό λεπτό. Αγοράζεις το κωλάμαξο. Καταρχάς γιατί;;;;; Δεν ξέρεις να παρκάρεις κι είσαι απ’ αυτούς (ναι από αυτούς, δεν είναι μόνο οι γυναίκες άχρηστες παλιοφαλοκρατικά γουρούνια που έχετε ο καθένας 10 κιλά αρχίδια και παρκάρετε με τρία δάχτυλα, τσιγάρο και κινητό και κοιτάτε αν σας βλέπουν τόσο άντρες είστε μυρίζει αντρίλα όταν περνάτε) που κάνει 96 ώρες να παρκάρει. Αφού λοιπόν είσαι άχρηστος/η και δεν μπορείς να παρκάρεις, νομίζεις ότι αυτή η μαλακία (αισθητήρες) θα σε βοηθήσει αν τσιρίζει συνέχεια;; Λάθος μεγάλο. Συν ότι αφού όλες οι θέσεις είναι μικρές, θα τσιρίζει εξ αρχής. Θα μου πεις, το κλείνεις όποτε θες. Τότε γιατί το πήρες; Το είχε το πακέτο; Καλά. Και, έτσι για να μαθαίνεις, αφού δεν ξέρεις να παρκάρεις, όταν παρκάρουμε, πηγαίνουμε πάρα πολύ σιγά ακριβώς για να μη βαράμε τα αυτοκίνητα μπρος και πίσω. Ναι; Όχι, εσείς έχετε αισθητήρες. Εγώ εξασκώ την όραση, την ακοή (και τα νεύρα μου φυσικά).
Κι ένα τελευταίο σχετικά με όλους αυτούς τους παλιομαλάκες, τα αρχίδια τα όρθια που αγοράζουν μεγάλα αυτοκίνητα και κυκλοφορούν –ναι κυρίες και κύριοι! Τολμούν να κυκλοφορούν κι όχι να πηγαίνουν μόνο εκδρομές με το τέρας- στους δρόμους της Αθήνας γεμίζοντας όγκο τους δρόμους και κυρίως τα ανύπαρκτα πάρκινγκ! Βλέπεις τη μαούνα-τέρας-ογκόλιθο και λες, καλά, βρίσκει να παρκάρει; Αμέ! Μέσα στη μέση! Πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί που θα περνούσε ο ανάπηρος (συγνώμη ξέχασα. Εδώ στην Ελλάδα, δεν έχουμε ανάπηρους) ή 20 εκατοστά από την εξώπορτα της πολυκατοικίας σου. Πως θα βγεις εσύ από κει;; Στ’ αρχίδια του άντρακλα. Του παιδαρά. Της τεστοστερόνης στο πικ της καύλας. Πω πω πολλές φορές σκέφτομαι πόσο μεγάλη ντροπή θα ένιωθα να έμπαινα στο αυτοκίνητο ενός τέτοιου τύπου και να παρκάρει έτσι και να είμαι μέσα. Ευτυχώς δεν έχει τύχει και ούτε θέλω. Δε μπορώ να πιστέψω με τίποτα πως ξέρω, ή θέλω να ξέρω, έστω κι έναν από αυτούς τους παλιομαλάκες. Ντροπ ντεντ μάδερφάκερς.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2006

Περιπέτειες Γυναικών 2

02
Προχωρώντας στ' ατέλειωτα λιβάδια και γελώντας από τα σεξουαλικά όργια που προηγήθηκαν, βλέπουμε μία αγελάδα να βόσκει. Βγάζω τη μηχανή να τη φωτογραφήσω και ψάχνοντας το μενού, βλέπω ότι ο Υάκινθος και ο Νάρκισσος (οι γεμάτοι σεξουαλική ένταση τσοπάνηδες) είχαν βγάλει φωτογραφίες τα όργανά τους όσο κοιμόμασταν! Στις δείχνω, γελάμε και ξαφνικά συνειδητοποιούμε πως δεν έχουμε χορτάσει έρωτα και θέλουμε κι άλλο. Καμιά μας δεν τολμάει να το πει αλλά η ξαφνική σοβαρότητά μας το δείχνει ξεκάθαρα. Δε λέμε τίποτα και συνεχίζουμε να περπατάμε προς την αγελάδα. Μόλις φτάνουμε κοντά της, βλέπουμε ξαπλωμένο από κάτω της ένα υπέροχο ξανθό αγόρι με μακριά μαλλιά να αράζει γυμνό από τη μέση και πάνω και να απολαμβάνει τη σκιά των βυζιών της αγελάδας. Κοντοστεκόμαστε δίπλα του και γω αναλαμβάνω εργασία. Ξεκουμπώνω μαλακά το παντελόνι του, βγάζω έξω το τεράστιο κοντάρι του και συ αρχίζεις να τον φιλάς γλυκά στο στόμα. Σε λίγο όλα τα μέλη μας μπερδεύτηκαν. Οι απανωτοί οργασμοί διέλυσαν την ηρεμία της αγελάδας και όλου του κάμπου. Χαιρετάμε με πεταχτά φιλιά τον ξανθό καβαλάρη και φεύγουμε με έντονες πόνους σ' όλο μας το σώμα. Από σεξουαλική κούραση βεβαίως-βεβαίως.
Στη συνέχεια, φτάνουμε στο σταθμό του τρένου. Σιωπή. Κανένας εκεί κοντά. Απορούμε, αλλά μπαίνουμε στο τρένο. Τα εισιτήρια τα είχαμε ήδη βγάλει από την άφιξή μας στο ήρεμο βουνίσιο χωριό. Πετάμε τις τσάντες μας στα καθίσματα και το τρένο ξεκινάει. Εκεί αρχίζει λίγο να μας πιάνει κατάθλιψη λόγω της επιστροφής μας στην πόλη και χαζεύουμε το όμορφο τοπίο για τελευταία φορά. Μετά από 2,3 ώρες το τρένο κάνει στάση σε ένα χωριό. Βλέπουμε έξω και μένουμε με το στόμα ανοιχτό! Το πρακτορείο μοντέλων "Tekna Se Stisi" έκανε εκδρομή και όλοι περίμεναν να επιστρέψουν. Όλο άντρες μελαχρινοί, ξανθοί, καστανοί, με μπλε, πράσινα, γκρι μάτια, κορμάρες, στενά μπλουζάκια και τεράστια φουσκώματα στα παντελόνια τους. Είχε και κανά δυο αδερφές, αλλά οι περισσότεροι ήταν άντρες με τα όλα τους. Θα αποδεικνυόταν αυτό σε λίγο...
Εμείς, αμέσως βγάζουμε τα νεσεσέρ από τις τσάντες μας και αρχίζουμε το φρεσκάρισμα. Σε λίγα λεπτά τα βαγόνια έχουν γεμίσει αντρίλα. Στο δικό μας μπαίνουν τέσσερις. Ο Λάκης, ο Σούλης, ο Μίλτος και ο Μπέτος. Απίστευτη ομορφιά. Θεότεκνα. Σκύβεις ευγενικά στ' αυτί μου και μου λες "βράχηκα". "Σκάσε" σου λέω, "δε χόρτασες;" προσπαθώντας να καλύψω τη δική μου αναστάτωση. Μετά από λίγο, πιάνουμε την κουβέντα με τα τεκνά και δεν αργούμε να το γυρίσουμε στα σεξουαλικά. Δε γινόταν αλλιώς. Η σεξουαλική ένταση ήταν τεράστια! Τότε, μην αντέχοντας άλλο τους λέω: "Παιδιά, πάντα μαζί μου, κουβαλάω σκοινί για παν ενδεχόμενο. Δεν βρίσκετε καλή ιδέα να δέσω την πόρτα; Πέφτουν και τα καθίσματα.." Τα τεκνά κοιτάζονται, σκάνε στα γέλια και προς στιγμήν σκέφτομαι ότι έκανα χοντράδα κι ότι δεν τους αρέσουμε και ότι γελάνε εις βάρος μας. Αμέσως όμως λένε: "Και μεις σκεφτόμαστε πως να σας το φέρουμε! Είστε προχωρημένα μωρά.. Δηλαδή εσύ, γιατί η φίλη σου δεν μας είπε τίποτα.. αν της αρέσουμε.. αν θέλει να διασκεδάσει μαζί μας.." Και τότε, χωρίς να μιλήσεις, σηκώνεσαι, βάζεις τα χέρια κάτω από τη φούστα και κοιτώντας τους στα μάτια μία τον ένα και μία τον άλλο, κατεβάζεις το μεταξωτό βρακί σου. Αρχίζουν να αλαλάζουν τα τεκνά και στριμωγμένοι εκεί μέσα, αρχίζουμε να γδυνόμαστε. Ναι, έγινε χαμός. Δεν ξέραμε από που μας έρχεται. Αλλά μας άρεσε. Μας άρεσε πολύ. Και το ταξίδι αυτό, μας έμεινε αξέχαστο. Όταν φτάσαμε επιτέλους Αθήνα, χαιρετηθήκαμε, πήγαμε σπίτια μας με μία και μόνη υπόσχεση: να το ξανακάνουμε...

Άλλα λέει η θειά μου, άλλα ακούν τ'αυτιά μου

Είναι ψέμα όταν δείχνεις ότι είσαι καλά ενώ δεν είσαι ή απλώς δε θέλεις να χαλάσεις τους άλλους; Μήπως κρύβεσαι; Όχι ακριβώς. Δε θέλω να με ξέρουν. Υπάρχω και με βλέπουν. Με παρατηρούν. Ασχολούνται μαζί μου όπως όλοι με όλους. Βαριέμαι να γράψω. Δε θέλω να βλέπει κανείς αυτά που αισθάνομαι. Απορώ τι κάνω εγώ εδώ μέσα. Τι κάνω εκεί έξω το ξέρω καλά. Είσαι σίγουρη;

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2006

Περιπέτειες Γυναικών

Καταρχάς, πριν αρχίσω, βεβαιώνω πως δεν είμαι λεσβία (όχι ότι έχω πρόβλημα μαζί τους. Κανένα. Τις αγαπώ. Και τους γκέι τους αγαπώ. Όλους τους αγαπώ). Επίσης, βαριέμαι να πω γιατί μιλάω στο δεύτερο πρόσωπο. Έχει καμία σημασία; Καλή ανάγνωση.

Η Λόνα και η Λέτα, δύο πολύ καλές φίλες και αχόρταγα τέρατα του σεξ, ταξιδεύουν σε μέρη και ανακαλύπτουν κόσμους που δεν είχαν ποτέ φανταστεί. Ευρώπη, Ασία, Αμερική, Αυστραλία, ανατροπές, όπλα, θέαμα, σεξ. Κρατάτε στα χέρια σας το βιβλίο που θα σας ανεβάσει την αδρεναλίνη στα ύψη.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.


(Υ.Γ. Αίσχος οπισθόφυλλο. Ούτε ο περιπτεράς δε θα το αγοράσει. Καλύτερα να βάλω αυτό:

Καθώς ρούφαγε ξανά και ξανά το μακρύ του κοντάρι κι αυτός ούρλιαζε από ηδονή, ακούστηκε μια τρομακτική έκρηξη. Γυαλιά πετάχτηκαν παντού. Η Λόνα σχεδόν κατάπιε το όργανό του Τέρι κι έκατσε ακίνητη. Μόλις σταμάτησε η φασαρία, η Λόνα σήκωσε το κεφάλι και το μακρύ όργανο έπεσε ξερό στο μπούτι του Τέρι. Τον κοίταξε κι άρχισε να ουρλιάζει. Ένα γυαλί είχε καρφωθεί στο κεφάλι του και τον είχε σκοτώσει. Σηκώθηκε ημίγυμνη κι άρχισε να τρέχει. Δεν ήξερε όμως τι την περίμενε έξω από την πόρτα της αποθήκης..

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου




01
Για τη Λόνα.

Εγώ είμαι η Λέτα. Σε γνώρισα στο τρόλεϊ μια μέρα σε ώρα αιχμής. Έκανε πολλή ζέστη και είχε πάρα πολύ κόσμο. Προσπαθούσα να κρατηθώ όρθια, αλλά ο κόσμος, η ζέστη και ο τρολετζής δε βοηθούσε. Σπρωξίματα, φρεναρίσματα, χάλια μαύρα η διαδρομή. Εκείνη τη στιγμή ορκίστηκα πως δε θα ξανααρνηθώ να με μεταφέρει ένας κούκλος με 4x4. Είμαι χαζή, το ξέρω. Με βλέπει ένας κούκλος να περιμένω στη στάση, σταματάει με ρωτάει που πάω, του λέω, θέλει να με πάει και γω μπαίνω στο τρόλεϊ! Τι να πει κανείς;
Μέσα στη ζέστη και κάπου ανάμεσα Πολυτεχνείου και ΟΤΕ φρενάρει ο οδηγός τόσο απότομα που τουλάχιστον 10 άνθρωποι τσουβαλιάστηκαν μπροστά. Εγώ κρατιόμουν καλά αλλά πόσο καλά μπορείς να κρατηθείς όταν κάποιος χρησιμοποιεί το σφιχτό σου στήθος για χερούλι; Γύρισα να δω ποιος με χρησιμοποιούσε για να κρατηθεί και τι να δω; Εσένα Λόνα. Μια πολύ όμορφη αναψοκοκκινισμένη κοπέλα να με κοιτάει και να λέει: «συγνώμη… συγνώμη… συγνώμη…» Χαμογέλασα και σου πρότεινα το χέρι μου να κρατηθείς. Έτσι σε γνώρισα. Θυμάσαι; Εκείνη την ημέρα που γυρνούσα σπίτι, έτυχε να πηγαίνεις σε μία οδοντίατρο δίπλα ακριβώς από την πολυκατοικία μου. Έτσι, κατεβήκαμε στην ίδια στάση και προχωρήσαμε παρέα έως τις διπλανές εξώπορτες. Υποσχεθήκαμε να ξαναβρεθούμε. Κι έτσι έγινε. Βγήκαμε πολλές φορές, γνωρίσαμε γκόμενους, κάναμε παρτούζες… μέχρι που βρεθήκαμε σε μια πολύ δύσκολη θέση στην άκρη του κόσμου, εξουθενωμένες, και μη γνωρίζοντας πώς να σωθούμε. Η ιστορία ξεκίνησε με εκείνη την εκδρομή στα Γκράβαρα…


Το ταξίδι ήταν πολύ κουραστικό. Αλλά ωραίο. Τα Γκράβαρα ήταν μια πολύ ωραία περιοχή με ποτάμι, λουλούδια, άγρια δέντρα και όλα τα καλά της φύσης. Πήγαμε μόνο για μια μέρα να ξεσκάσουμε και να επιστρέψουμε στις δουλειές μας. Δεν ξέραμε όμως πόσο συναρπαστική μπορεί να γίνει μια εκδρομή στα Γκράβαρα…
Το ποτάμι ήταν καταπληκτικό. Περπατούσαμε στις όχθες του και χαζογελούσαμε. Μ’ αρέσει πολύ η παρέα σου Λόνα. Γελάμε πολύ και έχουμε να πούμε πολλά πράγματα. Και αγαπάμε και οι δύο το σεξ με ένα ιδιαίτερο, γλυκό, όμορφο, αγαπησιάρικο, σεξουαλικό τρόπο. Ή μάλλον με όλους τους τρόπους…
Εκεί που προχωρούσαμε λοιπόν στις όχθες του ποταμιού «Έμπα» και χαζογελούσαμε, ακούσαμε ήχο φλογέρας. Σταθήκαμε και προσπαθήσαμε να αφουγκραστούμε από που ερχόταν. Προχωρήσαμε λίγο ακόμα και να σου! δύο τσοπάνιδες να κάθονται σε ένα βράχο και να λάμπουν τα μαλλιά τους στον ήλιο. Γελούσαν, έπαιζαν φλογέρα και έγραφαν. Μας βλέπουν, μας χαιρετάνε και μας καλούν να κάτσουμε κοντά τους. Εμείς πάμε, καθόμαστε και γνωριζόμαστε. Μας συστήνονται ως Νάρκισσος και Υάκινθος. Ενθουσιαστήκαμε με τα ονόματά τους και αφού συστηθήκαμε και μεις, τους ρωτήσαμε τι γράφουν. Αυτοί κοιτάχτηκαν και ο Νάρκισσος άρχισε να διαβάζει:

«Ο Φίφης χάρηκε που ήταν η σειρά του,
το μπούτσο του να χώσει ανάμεσα στα μεριά του,
να μάθει ο λεβιές πως δεν είν’ αστείο
τη γκόμενα άλλου να πηδάς
πρέπει το μουνί να το σέβεσαι και να το μετράς.»

Δε χρειάστηκε να διαβάσουν άλλο. Εσύ είχες ήδη κοκκινίσει και γελούσες έχοντας κρύψει το στόμα σου με το χέρι. Εγώ είχα ξαπλώσει κάτω και γελούσα με το στόμα ορθάνοιχτο. Γέλασαν κι αυτοί μαζί μας και μετά ξαφνικά σοβάρεψαν. Εμείς αντιληφθήκαμε τη σιωπή μετά τα χοντρά γέλια και γυρίσαμε και τους κοιτάξαμε. Και τότε είπαν: Όπως καταλαβαίνετε κορίτσια, πρέπει και μας να μας κάνετε να γελάσουμε. Και μεις γελάμε συνήθως με το σεξ. Ειδικά με τις παρτούζες. Οπότε αν θέλετε, ήρθε η ώρα για την παρτούζα της ζωής σας. Εσύ, βγάζεις το χέρι από το στόμα και πας να πεις κάτι ψιλοθυμωμένη, ψιλοσαστισμένη "τι εννοείτε" και τέτοια. Άκουσες όμως ένα "ντιιιν" δίπλα σου, γυρίζεις κοιτάς και βλέπεις εμένα να γδύνομαι και να' χω ρίξει τη ζώνη μου κάτω (εξού και το ντιιιιν). Μου λες "τι κάνεις;;" και σου λέω: "Είσαι τρελή;; Δεν μας ξέρουν, δεν τους ξέρουμε, δε θα τους ξαναδούμε… έλα τώρα!!" Και τότε εκεί που περιμένω να με βρίσεις, σηκώνεσαι και με μία κίνηση μένεις ολόγυμνη σαν ολόγιομο φεγγάρι που λάμπει!!! Σε βλέπει ο Νάρκισσος, τρελαίνεται! "Μάνα μου!!!" σου λέει και πέφτει πάνω σου. Εγώ σοκάρομαι προς στιγμήν και με γρήγορες κινήσεις προσπαθώ να γδυθώ. Ο Υάκινθος μου λέει" γρήγορα κούκλα μου, θα αδειάσει η κάνουλα" και έρχεται προς το μέρος μου βγάζοντας ένα παλαμάρι 25 πόντους με το συμπάθιο. Εσείς έχετε αρχίσει να φωνάζετε και μεις ξεκινάμε...

Ο ήλιος έδυσε ξεροψήνοντας τα γυμνά μας κωλαράκια.. Όταν ξυπνήσαμε, οι τσοπάνιδες είχαν φύγει έχοντας αφήσει δίπλα στην καθεμιά μας ένα μπουκέτο αγριολούλουδα και ένα απόσπασμα από το υπέροχο ποίημα τους. Επίσης, μια καρδάρα γάλα σκεπασμένη με τουλουπάνι. "Τα γλυκά μου αγόρια" λες εσύ.. Εγώ ανασηκώνομαι κάνοντας ένα "άουτς!" γιατί δεν μπορούσα να κάτσω μ' αυτά και μ' αυτά και πιάνω την καρδάρα. Γεύομαι λίγο από το αρωματικό κατσικίσιο γάλα και σε ρωτάω "το μετάνιωσες;" Και μου λες "Τι λες τώρα; Είσαι καλά; Να' σαι καλά!" Γελώντας, ντυθήκαμε και συνεχίσαμε τη βόλτα μας. Σε λίγο θα πηγαίναμε να πάρουμε το τραίνο στην πιο ωραία βόλτα που είχαμε κάνει ποτέ..

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2006

Βαριέμαι

Βαριέμαι θανατηφόρα. Έχω δουλειά, διάβασμα και δουλειές για το σπίτι και βαριέμαι απίστευτα. Νυστάζω συνέχεια. Έτσι είμαι εγώ. Όταν έχω δουλειές, νυστάζω όλο και περισότερο. Με κοιμίζουν ρε παιδί μου. Δηλαδή, μάλλον άρνηση είναι. Για να μην τρελαθώ μάλλον, λειτουργεί αντίθετα, χαλαρώνω τόσο που πέφτω για ύπνο. Για παράδειγμα, πιάνω να διαβάσω (όχι λογοτεχνία, μάθημα για το πανεπιστήμιο εννοείται). Ε, με το που το πιάσω, κλείνουν τα μάτια μου. Το αφήνω, ανοίγουν. Στη δουλειά: χτες: πάμε σε συνάντηση. Με το που άρχισαν να μιλάνε, έκλειναν τα μάτια μου λέμε! Τα μισά που έλεγαν τα έχασα αλλά ευτυχώς έχω συνδυαστική σκέψη και στο τέλος έπιασα περί τίνος πρόκειται. Βαριέμαι. Θέλω να μιλάω για μαλακίες, για τον οδηγό του λεωφορείου που είδα προχτές και έμοιαζε με τον Σον Πεν σε ρόλο λαϊκού και κόντεψα να κατουρηθώ από τα γέλια (που κρατούσα γιατί καθόμουν και δίπλα του), θέλω να πω για εκείνα τα ίσια γαμοπάπουτσα που είναι της μόδας τώρα (μπαλαρίνες) και τις φοράνε όλες και περπατάνε σαν πάπιες, καλά στραβές είναι;, θέλω να πω για τα όνειρα που βλέπω, θέλω να πω για τα ταξίδια που έκανα και θέλω να κάνω, θέλω να πω για τους αγαπημένους μου φίλους, θέλω να πω για την τρελή μου οικογένεια... μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: ΒΑΡΙΕΜΑΙ!

Υ.Γ. Μάλλον θα ξεβαρεθώ. Αφού άνοιξα το μπλογκ για να γράφω όλες αυτές τις μαλακίες που δεν ενδιαφέρουν κανένα αλλά με κάνουν να αισθάνομαι καλύτερα όταν τις βγάζω, θα ξεβαρεθώ. Αρκεί να μειωθούν λίγο όλες αυτές τις δουλειές.
Υ.Γ.2. Έχω και κάτι τσόντες να ποστάρω και βαριέμαι. Αλλά νομίζω πως είναι γαμάτες. Τις βλέπω και καταλαβαίνω πως μάλλον είμαι πολύ άρρωστο άτομο. Αλλά δεν πειράζει. Οι δικοί μου το ξέρουν, τους άλλους δεν τους ενοχλώ, οπότε όλοι είμαστε ευτυχισμένοι. Και εις άλλα με υγεία. Καλό Πάσχα.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2006

Έμπνευση του κώλου

Τον τελευταίο καιρό έχω λυσσάξει να πάω θέατρο και δεν τα έχω καταφέρει το σπίτι τους μέσα. Δουλειές, δουλειές, δουλειές. Σαν την κωλόγρια, γκρίνια και δουλειές. Οπότε κι εγώ, μπας και μου φύγει ο καημός, εμπνεύστηκα (ούτε ξέρω από που, τέτοιο μυαλό ότι θέλει κάνει) και δημιούργησα το παρακάτω εκπληκτικό αριστούργημα. Ξέρω πως θα έπρεπε να βάζω λίγες λίγες τις σκηνές για να σας κρατάω σε αγωνία αλλά δεν είμαι έτσι εγώ. Λέω πολλά και τα λέω όλα μαζί. Είμαι large κωλόγρια. Θαυμάστε.


Σκηνή 1η

Νούλα: Τι θες εδώ;
Πιτίνα: Ήρθα να σε δω.
Νούλα: Γιατί; Στο ζήτησα;
Πιτίνα: Αν περίμενα να μου το ζητήσεις, δε θα ερχόμουν ποτέ!
Νούλα: ……
Πιτίνα: Τι νέα λοιπόν; Ακόμα παλεύεις με τα σίδερα;
Νούλα: Να μη σε νοιάζει.
Πιτίνα: Δεν πάμε πουθενά έτσι. Κάθε φορά που με βλέπεις είσαι θυμωμένη. Αλήθεια, φταίω εγώ;
Νούλα: Για σκέψου το.
Πιτίνα: Αν ήθελα να σκεφτώ την ερώτησή μου, θα το έκανα. Προτιμώ να σκεφτώ την απάντησή σου.
Νούλα: Μου σπας τα νεύρα.
Πιτίνα: Το γιατί ρωτάω.
Νούλα: Δε φεύγεις λέω γω καλύτερα; Έχω να κάνω μανικιούρ.
Πιτίνα: Και όταν κάνεις μανικιούρ, απασχολείται η γλώσσα σου;
Νούλα: Ναι, μασάω τσίχλα και φοβάμαι μην την δαγκώσω.
Πιτίνα: …….
Νούλα: Άντε δίνε του!
Πιτίνα: Θα τα ξαναπούμε…


Σκηνή 2η

Πιτίνα: Χτυπάω μια ώρα. Γιατί δεν ανοίγεις;
Νούλα: Έχεις καταλάβει ότι είσαι ευπρόσδεκτη;
Πιτίνα: Όχι, αλλά θέλω!
Νούλα: Δεν πας καλά…
Πιτίνα: Βάζεις στοίχημα ότι σε λίγο καιρό από τώρα θα με θέλεις απεγνωσμένα;
Νούλα: Ούτε να γελάσω δε μπορώ μαζί σου…
Πιτίνα: Εδώ μέσα εκτός από μένα, μπαίνει κανένας άλλος;
Νούλα: Πήγαινε στο ντουλάπι της κουζίνας.
Πιτίνα:……
Νούλα: Άνοιξέ το.
Πιτίνα: Και;
Νούλα: Τι βλέπεις;
Πιτίνα: Ποτήρια.
Νούλα: Τι βλέπεις;
Πιτίνα: Ποτήρια σου είπα.
Νούλα: Ρια. Όχι ρι. Άρα, για να έχω ποτήρια, σημαίνει πως μπαίνουν κι άλλοι εδώ. Αλλιώς θα είχα ένα.
Πιτίνα: Σώπα καλέ. Μπορεί να έχεις πολλά γιατί βαριέσαι να τα πλύνεις.
Νούλα: Αν ήμουν βρωμιάρα, θα έπινα στο ένα το χρησιμοποιημένο.
Πιτίνα: …….
Νούλα: Μπορείς σε παρακαλώ να μην έρχεσαι;
Πιτίνα: Δεν καταλαβαίνεις γιατί έρχομαι ενώ με διώχνεις συνέχεια;
Νούλα: Δεν έχεις τσίπα;
Πιτίνα: Έχω και μάλιστα πολύ τρυφερή. Θες να πιάσεις λίγο; Χρησιμοποιώ μια καταπληκτική κρέμα από φύκια και χαμομήλι…
Νούλα: Σκάσε!
Πιτίνα: Το χοντραίνεις!
Νούλα: Και θα το χοντρύνω κι άλλο αν δε φύγεις!
Πιτίνα: Κοίτα με… Όχι μόνο δε φεύγω, αλλά στρογγυλοκάθομαι και στην πολυθρόνα σου. Αααααα…. Τι ωραία! Αλήθεια, αυτή δεν είναι η αγαπημένη σου πολυθρόνα;
Νούλα: Ε, εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα!
(Παίζουν ξύλο)


Σκηνή 3η

Νούλα: Τι κάνεις εδώ;;;;!!!!
Πιτίνα: Κοιμάμαι στο κατώφλι σου. Αφού δε θες να έρχομαι σπίτι σου, θα σε περιμένω απ’ έξω.
Νούλα: Είσαι τελείως τρελλή;;;;!!!! Μπες μέσα να μη σε βλέπουν οι γείτονες!!!!
Πιτίνα: Κι από πότε σε νοιάζει τι λένε οι γείτονες;
Νούλα: Ε, α στο διάολο!
Πιτίνα: Καλά, καλά, μπαίνω!
Νούλα: Ωραία. Λοιπόν τώρα, βούλωσέ το και άκου. Μου σπας τα νεύρα. Μου διαλύεις το νευρικό σύστημα. Σε θέλω νεκρή. Ή καλύτερα να πω νεκρό;
Πιτίνα: Το να με πληγώνεις δε σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ε;
Νούλα: Με κάνει καλύτερο άνθρωπο όταν λέω αυτά που θέλω.
Πιτίνα: ΟΚ, πες τα λοιπόν.
Νούλα: Άμα το βουλώσεις όπως σε παρακάλεσα πριν…
Πιτίνα: Δε με παρακάλεσες…
Νούλα: Μπορείς σε παρακαλώ να βγάλεις το σκασμό; Να το βουλώσεις; Να κλείσεις αυτό το κωλόστομα που έχεις;
Πιτίνα: Καλά, τόσο αισθησιακά χείλη, δεν τα λες κωλόστομα…
Νούλα: !!!!!
Πιτίνα: Έλα, συγνώμη, λέγε…
Νούλα: Λοιπόν, με εκνευρίζεις, γιατί η ζωή σου είναι μια κουράδα κι έρχεσαι συνέχεια εδώ και μου κάνεις φιλοσοφικές ερωτήσεις και παρατηρήσεις του κώλου. Μου ανάβεις τα λαμπάκια γιατί είσαι ένα σκατοτραβεστί και μιλάς λες κι έχεις φάει τη ζωή με το κουτάλι. Κινείσαι λες κι είσαι η ωραιότερη και καλύτερη και εξυπνότερη γυναίκα του κόσμου. Σε βαριέμαι αφάνταστα!
Πιτίνα: Κώλος, κουράδα, σκατο-τραβεστί; Δεν είπες τίποτα για αρχίδια. Μήπως γιατί δεν έχεις ούτε εσύ;; Ίσως θυμάσαι πως κι εσύ είσαι τραβεστί.
Νούλα: Ξέρω πολύ καλά τι είμαι! Η διαφορά μας είναι πως εγώ δε ζαλίζω τα κομμένα ή άκοφτα αρχίδια κανενός!
Πιτίνα: Και οι μπανανόφλουδες που σου πέταξε προχτές ο Σέλιος τι ήταν;
Νούλα: Και που ξέρεις εσύ για το Σέλιο; Με παρακολουθείς;
Πιτίνα: Τα’ χεις χαμένα έτσι; Βάζε λιγότερο μέικ απ. Νομίζω ότι η ποσότητα που βάζεις, φτάνει μέχρι τις αρτηρίες σου και αρχίζεις να χάνεις τις αισθήσεις σου… Δε σε παρακολουθώ. Απλώς είμαι συνέχεια εδώ και ξέρω τι κάνεις.
Νούλα: Θα τρελλαθώ…

Σκηνή 4η
(Η Νούλα θυμάται)

Σέλιος: Άνοιξε μωρή πουστάρα την πόρτα! Άνοιξε ρε καριόλη! Θέλω το ρολόι που μου πήρες! Άνοιξεεεεεεε!!!!!
Πιτίνα: Συγνώμη κύριε… Γιατί βαράτε έτσι την πόρτα;
Σέλιος: Άντε γαμήσου και συ από δω μη φας καμία κλωτσιά!
Πιτίνα: Σας παρακαλώ κύριε, μην ομιλείτε έτσι. Είμαι σπουδαγμένη και κατανοώ πως σας έχει πιάσει τρέλλα η οποία βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα αυτή τη στιγμή!
Σέλιος: Αν δε φύγεις, στα ύψη θα βρεθεί το σαγόνι σου μαλακισμένο ερμαφρόδιτο!
Πιτίνα: Με κολακεύετε… Πριν φύγω, θα ήθελα να σας πω κάτι…
Σέλιος: Λέγε.
Πιτίνα: Στη Νούλα αρέσουν οι μπανανόφλουδες… Καταλαβαίνετε…
Σέλιος: Ναι; Ωραία, και κρατάω ένα τσαμπί. Το’ πιασες πουστάρα ε;; Άντε φύγε τώρα μη σε κλωτσήσω!
(Η Πιτίνα φεύγει, ο Σέλιος συνεχίζει να βαράει σαν τρελλός)
Που’σαι μωρή πουστάρααααα;;;; Ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξεεεε!!!!!
Νούλα: Τι έγινε;; Έκανα μπάνιο! Τι φωνές είναι αυτές;;;;
Σέλιος: Έλα ρε καριόλη!! Άνοιξες;;; Πάρ’ τα!!!
Νούλα: Καλέ γιατί μου πετάς μπανανόφλουδες; Δεν πας καλά!! Μπες μέσα και σκάσε!!
Σέλιος: Μωράκι μου, τι κάνεις;; Άργησες να μου ανοίξεις.
Νούλα: Ρε μαλάκα, πας καλά;;; Τι φωνάζεις;;; Θες να με διώξουν;;
Σέλιος: Αφού είναι δικό σου το σπίτι χαρά μου! Και φώναζα για να γίνει τζερτζελές! Πολύ ήσυχη γειτονιά έχετε! Έλα, δώσε μου ένα φιλάκι…!!
Νούλα: Ε, είσαι τελείως μαλάκας!


Σκηνή 5η

Πιτίνα: Ααααχ!! Νούλαααα!!! Νούλαααα!!! Από δω!! Από δω!!!
Νούλα: Ρε πούστη μου, παντού θα συναντάω το βρωμόπουστα;
Πιτίνα: Έλα καλέ να σε φιλήσω! Πόσο καιρό έχω να σε δω;
Νούλα: Ξέρω γω; Δυο μέρες;
Πιτίνα: Μόνο; Εμένα μου φάνηκε αιώνας!
Νούλα: Πάρε δρόμο, περιμένω γκόμενο.
Πιτίνα: Το Σέλιο;
Νούλα: Ναι ρε κακογαμημένο μαλάκιο. Φύγε τώρα.
Πιτίνα: Ουάαουουου!!! Τι εφευρετική που είσαι!
Νούλα: Α στο διάολο…
Πιτίνα: Δεν μπορώ να πάω χωρίς να πάρω και σένα!! Χαχαχα, είδες;; Δεν πάω πίσω κι εγώ στα λόγια!
Νούλα: Τι να πει κανείς…
Πιτίνα: Για τα βυζιά της αλληνής;; Κι εγώ στο Δόκτορα Σουρουκλεμέ τα έκανα. Όπως κι εσύ.
Νούλα: Μπορείς σε παρακαλώ να έρθεις αύριο σπίτι μου κατά τις 11 το πρωί να πιούμε καφέ και να μιλήσουμε λίγο;
Πιτίνα: Κι απ’ τις 10 έρχομαι άμα θες.
Νούλα: Φφφφφφφ…. 11 είπαμε. Γεια σου.
Πιτίνα: Της γιαγιάς σου! Χαχαχαχα… Φιλάκια! …Σιγά καλέ τον κώλο μου… Πολύ κόσμο έχει εδώ…

Σκηνή 6η

Νούλα: Ήρθες.
Πιτίνα: Νούλα εσύ; Αγνώριστη! Γιατί καλέ είσαι ντυμένη αντρουά;
Νούλα: Γιατί άντρας είμαι.
Πιτίνα: Τι άντρας καλέ; Χωρίς αρχίδια;
Νούλα: Έλα μέσα και λίγα λόγια.
Πιτίνα: Και άντρας και σκληρός! Μακάρι να είχες και τα όπλα σου..!!
Νούλα: Τα έχω.
Πιτίνα: Τι’ ναι αυτό; Με τρομάζεις λίγο τώρα…
Νούλα: Τι έγινε σκατόπουστα; Κλάνεις μαλλί; Λέρωσες τις κάλτσες σου με σκατό; Αλλά τι λέω; Δεν έχεις μία για να πάρεις να φας, όχι για να πάρεις κάλτσες.
Πιτίνα: Αφήνεις σε παρακαλώ το όπλο κάτω; Όταν είπα «τα όπλα σου» εννοούσα…
Νούλα: Ξέρω τι εννοούσες σκατόσκυλο. Και για να σε κάνω να χαρείς λίγο, σου ανακοινώνω ότι και από αυτά τα όπλα έχω.
Πιτίνα: Πωωωω πωωωωω!!! Καλέ τι πούτσος είναι αυτός;;; Κόμποι οι φλέβες!!!
Νούλα: Χάρηκες; Τώρα θα πεθάνεις. (πυροβολεί)


Σκηνή 7η

Σέλιος: Έλα ρε Βίνιο. Ναι, άσε, χάλια. Αυτοκτόνησε ρε! Το περίμενες; Τι να πω! Ξέρω γω; Ολόκληρος αντισυνταγματάρχης του στρατού και αυτοκτόνησε. Τον βρήκε η γυναίκα του ρε μαλάκα, στο σαλόνι, ντυμένο με τη στολή και τις παντόφλες. Ευτυχώς ο γιος έλειπε σε ένα πάρτι. Τι να σου πω. Άβυσσος. Πάντως δεν πήγαινε και πολύ καλά το τελευταίο διάστημα. Από τις απόκριες και μετά άρχισε να τα χάνει. Εμείς φταίμε ρε μαλάκα; Εμείς καλό πήγαμε να κάνουμε. Δε θυμάσαι που δεν έβγαινε από το σπίτι με τίποτα; Εμείς τον πήραμε με το ζόρι στο πάρτι ντυμένο γυναίκα αλλά απ’ ότι θυμάμαι, του καλάρεσε… Ναι μωρέ, του την έπεσε κι εκείνος αλλά ολόκληρος συνταγματάρχης μπορούσε να τον αντιμετωπίσει.. είχε αρχίδια… ναι, ναι, μεγάλα, άσε.. Τα είχα δει μια φορά στις τουαλέτες, μου’ φυγε ο τάκος… Τι λέμε τώρα ρε μαλάκα.. πέθανε ο άνθρωπος…. δεν περίμενα να αυτοκτονήσει… Ποιος ξέρει τι έγινε… Ναι, ναι… τελείωσα τη βάρδια… έρχομαι από κει να τα πούμε από κοντά, έρχομαι…


Σκηνή 8η

Λίλιος: Έλα ρε μαμά… Μην κλαις… Αφού θέλαμε να τον ξεφορτωθούμε τον μαλάκα…
Μαμά: Παιδί μου, νομίζω πως γαμήσαμε το κάρμα μας..
Λίλιος: Μαμά, κόψε την πολύ γιόγκα γιατί λες μαλακίες! Σου έχω πει πως με τα τριπάκια βγαίνει η πραγματική σου ψυχή. Κι αν η πραγματική ψυχή αυτού του καριόλη τον οδήγησε στην αυτοκτονία, καταλαβαίνεις τι σκατόψυχος ήταν!
Μαμά: Μη μιλάς παιδί μου έτσι για τον πεθαμένο! Αν και δεν έχεις άδικο… Άσε που δεν ήταν πατέρας σου…
Λίλιος: Τι λες ρε μάνα!! Τι χαρά μου δίνεις τώρα!!! Να πα να γαμηθεί ο πούστης!! Δε μου το’ λεγες νωρίτερα να του’βαζα παραπάνω χαρτάκι στον καφέ του;;;; Βέβαια, μπορεί με αυτά που θα έβλεπε να μας παίρνανε χαμπάρι… οπότε, τέλος καλό όλα καλά!!

ΤΕΛΟΣ

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2006

Η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται

Γιατί δεν την αφήνουν. Πολύ θα ήθελε να κοιμηθεί. Και να ξυπνήσει με την ησυχία της, να ακούσει τα πουλάκια να κελαηδούν, να τεντωθεί, να γυρίσει πλευρό, να χαϊδευτεί με το ταίρι της κι αν δεν έχει, να κυλιέται στο κρεβάτι και να χαίρεται τη μοναξιά της, να σηκωθεί να βάλει καφεδάκι, να βγει στο μπαλκόνι και να χαζέψει την όμορφη μέρα. Αντ’ αυτού, ξυπνάει γιατί έχει σφίξει πάλι τα δόντια της τόσο πολύ που δεν πάει άλλο. Με το που σηκώνεται με κάτι μαύρους κύκλους μέχρι το πάτωμα, αναρωτιέται γιατί πονάει όλο της το κορμί. Κατουράει, ντύνεται, φεύγει.
Εντάξει, μπορεί να μην είναι τόσο δραματικά. Μπορεί να είναι κάποιοι άνθρωποι που το’ χουν γραφτό τους. Να μην κοιμούνται βαθιά, να ξυπνάνε με το παραμικρό και να τους ενοχλούν σχεδόν τα πάντα. Τώρα βέβαια, δεν ξέρω αν είναι και ακριβώς έτσι, γιατί έχει καταντήσει αηδία να χαρακτηρίζουμε γρουσούζη κάποιον που δεν είναι ζώο (κοιμάται σα μοσχάρι, τρώει σα γουρούνι, δουλεύει σαν το σκύλο το μπαμπούρη... κατά τα άλλα είμαστε άνθρωποι). Να το θέσω αλλιώς το ζήτημα με τον ύπνο. Εμείς εδώ στην περιοχή, έχουμε πολλά θέατρα. Πειραματικό όμως δεν είχαμε. Έτσι νόμιζα. Έχουμε τελικά. Την εκκλησία απέναντι. Που πειραματίζεται κάθε πρωί. Νταν, ντουν ντον ντεεεΕΕΕΕεεεεΕΕΕεεεν! Ήθελα να ήξερα γιατί κάθε πρωί μία στις 7 παρά και μία στις 7 και, βαράει αυτός ο άσχετος με τη μουσική και τη μελωδία παπάς. Θα μου πείτε γιατί έτσι πρέπει. Πρέπει να είναι και άσχετος; Τι πράμα είναι αυτό; Έχει τύχει να ακούσετε καμπάνες εκκλησίας στην Ολλανδία για παράδειγμα; Θα πάθετε πλάκα. Μία μελωδία, άλλο πράγμα. Πραγματικά, εκεί που κοιμάσαι και αρχίζουν οι καμπάνες, ξυπνάς με τον πιο γλυκό τρόπο. Σαν να έρχονται άγγελοι γύρω σου και σε ξυπνούν με το θρόισμα των φτερών τους. Τόσο ωραία είναι. Εδώ οι δικοί μας είναι χεβιμεταλάδες. Τι να πω; Γκάπα, γκούπα, ντιν, νταν, ξυπνήστε ρε. Εγώ γιατί στερήθηκα σχεδόν τα πάντα στη ζωή, ξυπνάω κι απ’ τα χαράματα; Εσείς θα κοιμάστε; Άντε ρε από κει! Τι να πω; Δεν εξηγείται διαφορετικά. Και άμα έχει καμιά μεγάλη γιορτή; Α καλά. Ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω. Σ’ εκείνη την περίπτωση αντί ένας παπάς, πρέπει να είναι 5-6 και σπρώχνονται, μπερδεύονται με τα σκοινιά εκεί και τραβάνε και βαράνε οι καμπάνες, Θεέ μου συχώρα με! Που να θελήσει άνθρωπος να πάει εκκλησία; Απορώ με τους γέρους. Εγώ, που πιστεύω στο Θεό και προσεύχομαι και μπαίνω να ανάψω κανένα κεράκι που και που, ε, όταν περνάω από τη συγκεκριμένη εκκλησία, μου’ ρχεται να μπω μέσα και να ζητήσω τον τύπο που βαράει το πρωί να του βάλω χέρι. Αλλά φοβάμαι μη με καταραστούν και μετά γάμα τα. Άντε πάλι. Πάλι βαράει, τώρα που σας μιλάω!! Έλα!! Δώσ’ τα όλα μεγάλε!!! Ναι!! Ναι!!! Ναι!!! ...Πωωωω... Ξέρετε γιατί το κάνουν. Άμα δεν ξυπνήσεις στις 7 παρά, θα ξυπνήσεις στις 7 και κι αν δεν ξυπνήσεις στις 7 και, θα ξυπνήσεις στις 8 παρά που είναι τώρα. Πα πα πα... αλλά είπαμε. Μπορεί να είναι και στον άνθρωπο. Εγώ, έχω θέμα με τον ύπνο. Αλλά μάλλον είναι γραφτό μου. Αν υποθέσουμε ότι εκτός την εκκλησία που στην τελική, εντάξει, δε με τρελαίνει και τελείως, την ακούω, συγχύζομαι, αλλά ξανακοιμάμαι ενίοτε, είναι και ο σκύλος από πάνω. Λοιπόν, βάλτε με το νου σας έναν άνθρωπο που εκτός από γραφτό του, είναι και γρουσούζης. (Δηλ. δεν κοιμάμαι σα ζώο, αλλά τρώω σα γουρούνι -τα χτεσινά σουβλάκια ήταν στούκας και ανυπομονώ να τελειώσω το κείμενο να πιω κανά γάλα- και δουλεύω σαν το σκύλο το μπαμπούρη – κι έχω κι άλλες πολλές πολλές δουλειές να κάνω. Για να μην ξεχνιόμαστε). Είναι που λέτε ο σκύλος από πάνω. Όπου αυτός ο πούστης για σκύλος, που πολύ θα ήθελα να του βάλω στον κώλο κάτι μπας και λεπτύνει η φωνή του, καλπάζει ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου κάθε πρωί στις 7. Δηλ. έχουμε το σκύλο και τις καμπάνες. Βάλε και λίγο από κόρνες, περιστέρια στο μπαλκόνι και άλλους ήχους αλλά εντάξει. Στην πόλη μένω. Οι ρόδες στο τσιμέντο είναι κάτι σαν παρέα όταν είσαι μόνος σου. Επανερχόμαστε. Το φοβερό είναι λοιπόν, πως ο σκύλος, κατοικεί από πάνω μου, σε ένα σπίτι 200 τετραγωνικά με 100 τετραγωνικά βεράντα. Και ξέρετε που κατοικοεδρεύει; Ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρά μου! Ναι, κυρίες και κύριοι! Ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Εκεί έχουν το σπίτι του, το χαλί του, το φαί του, δεν ξέρω, πάντως κάθε πρωί στις 7 παρά, 7 και, εκεί κάπου μαζί με τις καμπάνες, ξεκινάει και ο φίλος μας. Ο οποίος παρεμπιπτόντως, είναι τεράστιος. Μια ράτσα, πιο μεγάλη από λυκόσκυλο και άγριος. Είχε δαγκώσει και μια κυρία που βρήκε στις σκάλες τις προάλλες. Αν τον πετύχω μάλλον θα τον δαγκώσω πρώτη. Θα μακελευτούμε, σας το λέω. Αυτός ο καριόλης λοιπόν, κάτι ακούει, κάθε μέρα στις 7, ή υπάρχει μια αλογόμυγα πάνω του που αυτή η καριόλα ξυπνάει στις 7, τον τσιμπάει και πετάγεται ο πούστης και αρχίζει να τρέχει και να γαβγίζει. Κι όλα αυτά, πάνω απ’ το κεφάλι μου. Και το φοβερό είναι πως δεν πετάγεται, κάνει ένα άλμα και αρχίζει τη φασαρία. Όχι, γιατί τότε, στο τσακ θα απέφευγε το δωμάτιό μου-κεφάλι μου και θα βρισκόταν σε άλλη θέση. Σηκώνεται το βόδι και σπινιάρει στα μάρμαρα. Με τα νύχια λοιπόν, κάνει ότι κάνουν ακριβώς τα καρτούν που τρέχουν επιτοπίως και μετά ξεκινάει. Το κωλόσκυλο. Βασικά αυτή η σκύλα η αφέντρα του φταίει η καριόλα που δεν τον παίρνει στο κρεβάτι της και στο μαξιλάρι της απάνω και το’ χει παρατημένο όλη μέρα και το σκυλί έχει πάθει νταράκουλο.
Τέλος πάντων, είπα τον πόνο μου πάλι. Άντε, τα ξαναλέμε. Καλημέρα.

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2006

Δουλειές «Αρντάν»

Τι είναι οι δουλειές «Αρντάν»; Ελάτε τώρα! Οι δουλειές που πληρώνεσαι για να τα ξύνεις. Αυτές που δεν κάνεις τίποτα και πληρώνεσαι. Αυτές που κάνεις ένα τίποτα και μισό και πληρώνεσαι. Αυτές που θα ήταν υπέροχο να τις έκανε όποιος έχει και άλλες δουλειές να κάνει, δικές του, άλλα ενδιαφέροντα ρε παιδί μου, πως το λένε, αλλά χρειάζεται και λεφτά για να ζήσει. Δεν τις ξέρω, προφανώς, όλες τις δουλειές Αρντάν, κι εγώ στην έρευνα είμαι ακόμα, αλλά όταν τις βλέπω, πεθαίνω από τη ζήλεια γιατί έχω κι άλλες δουλειές να κάνω και θα ήταν τέλειο να δούλευα κάπου όπου το μυαλό μου είναι ξεκούραστο. Γιατί το σημαντικότερο όλων είναι να έχεις το μυαλό σου ξεκούραστο. Αν τώρα μετά τη δουλειά, γυρίζεις σπίτι και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να δεις κανά τηλεπαιχνίδι και να χέσεις διαβάζοντας εφημερίδα, τότε η δουλειά που κάνεις, ας σου φάει τον εγκέφαλο. Ας τον απορροφήσει για να μη μείνεις και φυτό αφού δεν κάνεις και τίποτα άλλο, έτσι κι αλλιώς.
Το φοβερό είναι, τώρα που το σκέφτομαι, ότι στην πραγματικότητα, δε λειτουργούν έτσι τα πράγματα. Αυτοί (υποθέτω. Που να ξέρω;!) που κάνουν τις πιο βαρετές δουλειές που δε θέλουν σκέψη κλπ (πχ δημόσιο) είναι αυτοί που δεν έχουν κι άλλες δουλειές. Κι αυτοί που θέλουν χρόνο γιατί ασχολούνται με 800 πράγματα, κάνουν κάτι δουλειές που όχι μόνο ρουφάνε τον εγκέφαλο, αλλά δίνουν και μεγάλες ευκαιρίες να επισκεφθείς ψυχολόγο-ψυχίατρο-ωριλά (γιατί ουρλιάζεις όταν γυρνάς σπίτι σου) και άλλους γιατρούς. Τι πράμα είναι αυτό; Ωραία θα ήταν να υπήρχε μια εταιρεία όπου θα πήγαινες και αναλόγως τι ενδιαφέροντα ή τι δουλειές έχεις, να έπιανες και την κατάλληλη δουλειά. Ναι, καλά, το ξέρω, δε θα μπορούσε να γίνει αυτό γιατί όλοι μας σ’ αυτή τη χώρα θέλουμε να τα ξύνουμε. Οπότε ας προχωρήσουμε στις δουλειές Αρντάν.
Μία δουλειά Αρντάν, είναι αυτή του θυρωρού σε εταιρείες. Αυτός ή αυτή που κάθεται στην είσοδο μιας εταιρίας (όσο μικρότερη, τόσο καλύτερα γι’ αυτόν/αυτήν) και σου λέει «καλημέρα», «καλό απόγευμα», αν δε σε ξέρει, σε ρωτάει ποιος είσαι και τι θέλεις και παίρνει τηλέφωνο αυτόν που ζητάς να του πει ότι ήρθες, παίρνει τα γράμματα και τις εφημερίδες, τα δίνει στις γραμματείς μια φορά τη μέρα και τέλος. Από κει και πέρα, μιλάει στο τηλέφωνο, διαβάζει περιοδικά ή βιβλία, κάνει το οχταωράκι του/της και ΓΕΙΑ ΣΑΣ! Υπέροχο ε; Φυσικά υπάρχουν και οι θυρωροί/πορτιέρηδες που τον πίνουν οι άνθρωποι στην ορθοστασία. Όχι, αυτό είναι ψιλομαρτύριο. Τη συγκεκριμένη περίπτωση Αρντάν τη βλέπω κάθε πρωί όταν έρχομαι στο γραφείο. Η κοπέλα πίσω από το γκισέ, να μιλάει στο τηλέφωνο ή να διαβάζει εφημερίδα και να με χαιρετάει με ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο. Ανεβαίνοντας τη σκάλα, ξεφυσάω. Τώρα θα μου πείτε, οι δουλειές Αρντάν, δεν έχουν μέλλον. Ενώ οι άλλες, έχουν ε; Χέστε με! Είπα, είναι κατάλληλες για ανθρώπους που έχουν άλλα ενδιαφέροντα, άλλες δουλειές, σπουδάζουν και θέλουν και λίγα λεφτάκια να βγάζουν το μηνάκι τους.
Άλλη δουλειά Αρντάν, είναι αυτή των ανθρώπων πίσω από τα γκισέ του τρένου και του μετρό. Τι ωραία! Και ειδικά του μετρό γιατί του τρένου είναι και λίγο μίζερα. Σου δίνουν το εισιτηριάκι σου, παίρνουν τα 80 λεπτά τους και γεια σας. Βέβαια εκεί είναι πιο σκληρά ίσως, με την έννοια ότι δε μπορείς να ξύσεις τη μύτη σου ή να διαβάσεις βιβλίο γιατί είσαι θέαμα εκεί που κάθεσαι πίσω από τα τζάμια. Απ’ την άλλη όμως, είναι ωραία φάση. Το μυαλό σου είναι ξεκούραστο!
Άλλη Αρντάν είναι των ιδιωτικών σεκιουριτάδων. Μα τι ξύσιμο είναι αυτό;;;; Μιλάμε θέλω να τους χτυπήσω! Κάθε φορά που περνάω απ’ το Ψυχικό και βλέπω το μπατσικό-μούφα με δύο βλαμμένα έξω από αυτό να μιλάνε και να γελάνε, θέλω να βγω και να τους πω ότι παρακάτω κάποιος κλέφτης σφάζει ένα κύριο και να τρέξουν. Τι κάνουν αυτοί; Πιάνουν τους κακούς; Κινδυνεύουν τα παλικάρια; Σιγά!! Ότι κίνδυνο έχει αυτός (που στο κάτω-κάτω κουβαλάει και όπλο), τον ίδιο έχω κι εγώ που περπατάω αμέριμνη στο δρόμο. Αυτός πληρώνεται κι από πάνω και έχει πάντα και παρέα! Και ασύρματο έχει να ειδοποιήσει, άμα λάχει, τους άλλους βλαμμένους! Και στην τελική, αν τον φάει ο κλέφτης, θα πεθάνει ήρωας, ενώ αν με φάει εμένα κανένας ψυχανώμαλος, θα πεθάνω καημένο.
Στην ίδια συνομοταξία Αρντάν είναι και η σεκιουριτάδες στο μετρό και στο τρένο που πάνε πάνω-κάτω, χαζεύουν τον κόσμο, σου λένε να μην πατάς την κίτρινη γραμμή, λες κι άμα θες να αυτοκτονήσεις θα σε προλάβουν, λένε καμιά μαλακία με τους άλλους συναδέλφους, κάνουν το οχταωράκι τους και ΓΕΙΑ ΣΑΣ. Η δημοτική αστυνομία είναι επίσης στην ίδια παρέα των εν γένει σεκιουριτάδων. Κόβουν καμιά κλήση ενώ οι ίδιοι έχουν παρκάρει φαρδιά πλατιά πάνω στην Αιόλου και κόβουν βόλτες στο κέντρο της Αθήνας! Γαμώ τις δουλειές λέμε! Μιλάμε δεν κάνουν απολύτως τίποτα! Και η επιβεβαίωση πως αυτοί οι άνθρωποι (σεκιουριτάδες γενικώς) δεν κάνουν απολύτως τίποτα κι ούτε θα μπορούσαν, είναι η εμφάνισή τους. Κοντοί, χοντροί, ατσούμπαλοι! Έχω δει, πολλές φορές όμως!, κάτι χαβούζες, 800 κιλά, που ακουμπάνε τα μπούτια τους και στάζει η κοιλιά τους πάνω από τη ζώνη του υπέροχου αυτού μπλε παντελονιού που τόσο τους πάει, να βολτάρουν. Καλά, πλάκα μας κάνουν; Εσείς δηλαδή αν είχατε αυτό το πράμα να σας φυλάει, θα κοιμόσασταν ήσυχοι; Εγώ προσωπικά θα είχα και την έγνοια του συν τοις άλλοις! Είμαι κακιά; Δε νομίζω! Μπορεί αυτός ο άνθρωπος να τρέξει να πιάσει κανέναν; Και μιλάμε για δυο δουλειές έτσι; Και να τρέξει, και να πιάσει! Ε, όχι, δε μπορεί! Επιτρέψτε μου. Εκτός αν είναι παλαιστής σούμο. Τότε υπάρχει μία περίπτωση. Συν ότι κινδυνεύει εξ αρχής και ο ίδιος. Μόλις βλέπεις ένα πλάσμα κοντό, χοντρό, με ηλίθια φάτσα αμέσως σκέφτεσαι πως αυτό το καημένο το κορόιδευαν νυχθημερόν μέχρι που τέλειωσε το σχολείο και ησύχασε. Αν ησύχασε. Φυσικό δεν είναι, τα ρεμάλια που κυκλοφορούν στους δρόμους και το δουν, να θέλουν να το πλακώσουν; Έλεος δηλαδή. Η εταιρία που τους προσλαμβάνει δεν τους λυπάται; Ή μας κοροϊδεύει λέγοντάς μας πως είμαστε ασφαλείς έτσι; Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους χοντρούς, όλη μου η οικογένεια χοντρέλες είναι, αλλά δεν πήγαν να γίνουν σεκιουριτάδες! Γι’ αυτό σας λέω, είναι δουλειά Αρντάν. Υπάρχει για να υπάρχει. Δε χρειάζεται πουθενά. Δεν κάνει τίποτα.
Άλλη καταπληκτική δουλειά Αρντάν είναι αυτή της πωλήτριας (συνήθως είναι γυναίκες) σε πωλητήριο Μουσείου (πωλήτρια σε πωλητήριο δεν ακούγεται ωραίο.. πως το λένε; Εκεί που πουλάνε μέσα στα μουσεία τις κουλτούρες; Ε, ο/η υπάλληλος εκεί). Φανταστική δουλειά! Εκτός αν κάνει και τίποτα άλλο εκτός απ’ το να πουλάει αντικείμενα εξαιρετικής ποιότητας ή μη. Τότε αλλάζει. Απ’ όσο ξέρω λοιπόν, κάθεται, ώρες μουσείων εννοείται, σε ένα πολύ ωραίο περιβάλλον, ήσυχο πάνω απ’ όλα, βλέπει ωραίο κόσμο, συνήθως και γυρίζει σπιτάκι της ήσυχη… Αααααχχχ… Αυτά είναι.
Άλλη δουλειά Αρντάν τώρα, δε μου’ ρχεται. Υπάρχουν όμως, οι δουλειές Υπο-Αρντάν.
Μία από αυτές είναι γραμματέας στο σωστό πόστο. Και λέω «σωστό πόστο» γιατί υπάρχουν γραμματείς που τον πίνουν κανονικότατα. Οι γραμματείς στο σωστό πόστο είναι αυτές που δουλεύουν σε γραφεία γιατρών και κρατάνε τα ραντεβού… πω… πω… κούραση… αλλά είναι και οι άλλες. Αυτές που δουλεύουν σε πολυεθνικές, καπνίζουν όλη μέρα, πίνουν καφέ, διαβάζουν εφημερίδες για να ενημερώσουν το διευθυντή, μιλάνε στο τηλέφωνο και βρίζουν όσους υπαλλήλους πάνε εκεί για να ρωτήσουν κάτι, λέγοντας πως είναι πηγμένες του θανατά. Αυτή τη δουλειά δε θα ήθελα να την κάνω γιατί αυτού του τύπου οι γραμματείς θέλουν μπουνιές και εμένα δε θέλω να με βαρέσουν.
Άλλη Υπο-Αρντάν δουλειά, είναι αυτή του οδηγού λεωφορείου. Τιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι;;;; Μαλακία είπα;;;; Γιατί; Επειδή είναι 8 ώρες την ημέρα μέσα σε μια μαούνα και την οδηγεί μέσα σ’ αυτό το μπουρδέλο που λέγεται Αθήνα; Καλά, δεν είναι Υπο-Αρντάν. Πάντως είναι οι περισσότεροι στ’ αρχίδια τους, δε σέβονται ούτε πεζούς, ούτε αυτοκίνητα, ούτε επιβάτες, πίνουν καφέ και λένε γκομενικά κατουρώντας δημόσια το παρκάκι με τα 2 δέντρα (δηλαδή φαίνονται από παντού) και αργούν να φύγουν στην ώρα τους, αλλά δεν είναι Υπο-Αρντάν γιατί όσο να’ ναι το να κυκλοφορείς στην Αθήνα με μεταφορικό μέσο που οδηγείς, θέλει θράσος.
Δε μου έρχεται άλλη δουλειά... Αυτό το άρθρο παραμένει υπό έρευνα…