Κυριακή 29 Απριλίου 2007

Το θέλω, το'χω ανάγκη πολύ.

Σήμερα είδα κάτι μαλάκες, κάτι ηλίθιους, κάτι άρρωστους, κάτι παιδάκια, ωραία ήταν αυτά δεν μπορώ να πω, κάτι γριές, πολλούς αξιωματικούς του πολεμικού ναυτικού (δεν ξέρω του ποιανού ήτανε αλλά φορούσαν στολές) και γενικά, δεν ξέρω τι να σας πω γι'αυτό αφήνω το πληκτρολόγιο στην ησυχία του, παίζει και deal στην τηλεόραση και καταλαβαίνετε πως είναι πολύ σημαντικό. Έχει μία που τραγουδάει Ιστορία μου Αμαρτία μου και καίγομαι να δω τη φάτσα της. Αύριο το πρωί, δηλαδή τη Δευτέρα, εγώ δε θα δουλεύω. Την Πρωτομαγιά, θα κάνω καμιά μαλακία, κάτι θα δω, κάτι θα μου πουν, δεν υπάρχει περίπτωση, κάτι θα βρω και θα σας πω από Τετάρτη. Μέχρι τότε, αμολάω πέντε δέκα πορδίτσες να φτιάξω ατμόσφαιρα:)

Υ.Γ. Ο τίτλος είναι άσχετος αλλά τον έβαλα μετά. Πω ρε, δεν ξέρω τι γράφω, πάω να δω ποια είναι αυτή που τραγουδάει. Ελπίζω να μην είναι καμιά γνωστή σας και τέτοια και με κυνηγάτε. Αλλά δεν είπα και τίποτα. Εξαιρετική κυρία είναι, την ακούω εγώ.

Παρασκευή 27 Απριλίου 2007

Διάλειμμα για διαφημίσεις.

Μπορεί κάποιος να μου πει σας παρακαλώ, τι νόημα έχουν οι διαφημίσεις από τις 12 τη νύχτα μέχρι τις 6 το πρωί; Εκείνες τις ώρες, αν δεν κάνεις κάτι πιο χρήσιμο, το πιθανότερο είναι να λιώνεις στο κρεβάτι σου μεταξύ βαρεμάρας, πονοκέφαλου και αϋπνίας και να προσπαθείς να δεις κάτι στην τηλεόραση μπας και ρημαδονυστάξεις. Φυσικά, είναι σπάνιες οι φορές που όταν ξενυχτάς, πετυχαίνεις και κάτι καλό. Εκτός αν ξενυχτάς συνέχεια με βαρεμάρα, πονοκέφαλο και αϋπνία, οπότε καλύτερα να το κοιτάξεις. Τώρα λοιπόν, αν κάθεσαι έτσι απλά και προκειμένου να νυστάξεις, προτίθεσαι να δεις τα πάντα, τα πάντα, τα πάντα, είναι πραγματικά εγωιστικό εκ μέρους της τηλεόρασης, να σου βάζει ΚΑΙ διαφημίσεις. Μα είναι δυνατόν να βλέπω 3 η ώρα τη νύχτα τα τραγούδια του je t’aime και να μου τα κόβει να δω το καινούριο τάδε αυτοκίνητο, γιαούρτια με 0%, παπούτσια με ανατομική σόλα, συν πόσα cd καλλιτεχνών-μη χέσω οι περισσότεροι; Μα είναι δυνατόν; Δε φτάνει που θα ανεχτώ τα πάντα εκείνη την ώρα, μου πουλάς και αμάξι; Θες να σηκωθώ και να σε γαμήσω; Αλλά το ξέρεις, δε μπορώ να σηκωθώ. Με έχεις πιάσει στην πιο άθλια φάση και μου ρίχνεις γερά. Θα μου πεις, το κάθε κανάλι έχει την ποιότητά του. Στις 3;, θα σου απαντήσω. Όλα ίδια είναι. Σε κρατικό κανάλι παίζει π.χ. μία αμερικάνικη μαλακία που πάνε κανονικοί άνθρωποι, ασχημούληδες και τους κάνουν όμορφους, δηλαδή με δόντια το καθένα όσο είναι το μεγάλο νύχι του ποδιού και κάτασπρα, τους βάζουν εξτένσιονς και τους ρουφούν τις πατσές με αποτέλεσμα όλοι να μοιάζουν μακρινά ξαδέρφια με τον Ιππότη της Ασφάλτου-Ντέιβιντ Χέισελχοφ. Οι γκόμενες; Από ψιλοασχημούλες τις κάνουν «πως έγινε αυτή έτσι ρε μαλάκα» και όπως θέτε, πάρ’τε το. Και το φοβερό είναι ότι δε σε φτάνει η αϋπνία σου, βλέπεις να πετσοκόβουν με πριόνια τις πατσές των ανθρώπων και σε βάζουν να δεις και διαφημίσεις. Όχι ρε συ, όχι. Άσε με στο σπλάτερ μου βραδιάτικο. Άσε με να το δω σαν κάτι μονότονο και να κοιμηθώ. Γιατί μου το κόβεις για 10-15 λεπτά και μετά βάζω το μυαλό μου να σκεφτεί τι σκατά έβλεπα και να πρέπει να θυμηθώ όλη τη σπλατεριά από την αρχή; Άμα με άφηνες να το δω όλο, κάθε σκηνή που περνούσε θα την ξέχναγα. Τώρα, τις θυμάμαι όλες απ’ έξω. Κι όλα αυτά για να μου πουλήσεις το μασάζ μπρίκι καβουρντιστήρι μόνο με 680 ευρώ συν ΦΠΑ συν μεταφορικά. Όχι ρε, λυπηθείτε μας.
Τραγική κατάσταση. Δε θα βρεθεί λύση. Πάντως αν είναι να παίζει όλη νύχτα διαφημίσεις, πάλι μέσα είμαι. Κάποια φάση παλιά, έπαιζε ώρες ατελείωτες τελεμάρκετινγκ. Ένας μικρός παράδεισος η τηλεόρασή μας. Τι ΦΙΤ ΕΝΤ ΦΟΛΝΤ ΣΤΡΑΙΝΤΕΡ για σύσφιξη, τόνωση και γράμμωση, τι ΑΙΡ Ο ΣΠΕΙΣ ΣΟΦΑ ΜΠΕΝΤ ο καναπές κρεβάτι, τι ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟ ΚΑΜΠΑΝΑΚΙ ΤΥΡΟΛΟ ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ για γούρι αλλά και διακοσμητικό, τι ΤΖΕΤ ΜΠΛΑΣΤΕΡ το ξεβουλωτήρι, τι ΚΥΑΛΙΑ ΒΙΖΟΥΜΑΤΙΚ ΚΙΤΡΙΝΑ αδιάβροχα και τσέπης, τι ΦΙΣ ΦΑΙΝΤΕΡ που εντοπίζει τα ψάρια… τα σκέφτομαι και μου’ ρχεται να κλαίω. Τι ωραίες νύχτες. Ααααχχχ.. συγκίνηση.

Αυτά…
Σας φιλώ, σας χαιρετώ, από σήμερα και στο εξής, ίσως τα λέμε πιο αραιά, ίσως όχι, θα δείξει. Φεύγω από το γραφείο, δηλαδή από τη δουλειά, και βγαίνω έξω, δηλαδή στον κόσμο.
Τα λέμε…

Πέμπτη 26 Απριλίου 2007

Dettol.

Λόγω της χτεσινής σκατολαγνείας θυμήθηκα το dettol. Το ξέρετε; Πολυαγαπημένο αντιμικροβιακό λέμε. Μου το έμαθε ο κολλητός. Όταν ήταν ήτανε στας Αγγλίας, μου’ λεγε «αχ dettolάκι» και γέμιζε το στόμα του. Ύμνος είχε γίνει. Ψέκαζε τον καμπινέ όταν ήταν αμφιβόλου καθαρότητος, άπλωνε την κωλάρα του και έχεζε μεγαλοπρεπώς. (Δεν έχει κωλάρα. Είναι κούκλος). Εγώ, το πέρναγα λίγο ντούκου το dettol γιατί όπου πήγαινα να χέσω ή να κατουρήσω, ανέβαινα πάνω στη λεκάνη σα μαϊμού και ξεμπέρδευα. Ή αν πήγαινα σε ξενοδοχείο, έτριβα τη λεκάνη με οινόπνευμα, έκανα το σταυρό μου μην κολλήσω πρωτόζωα νέας μορφής και καθόμανε. Δεν το είχα στο μυαλό μου ρε παιδί μου. Ήμουν και νέα.. Άλλο τώρα όταν είσαι νέος. Κατουράς όπου βρεις και τέτοια. Όσο μεγαλώνεις και σε πλησιάζει ο θάνατος, σκιάζεσαι και προσέχεις όλο και περισσότερο. Κάθε μέρα που περνάει, προστίθεται και μία σταγόνα dettol.
Με τα χρόνια, ήρθε και ο κολλητός Ελλάδα και ξέχασε το dettol. Το ανακάλυψα όμως εγώ. Είχα γεράσει πια βλέπετε. Και το dettol, έγινε ο θησαυρός μου. Ειδικά όταν ανακάλυψα πως το μακρόστενο μπουκάλι με άρωμα του ΚΟΡΡΕ άνοιγε από πάνω, ενθουσιάστηκα! Άσχετο; Όχι! Τέλειωσε το άρωμα και γέμισα το μπουκαλάκι με dettol. Υπέροχα! Η μόνη μαλακία που πήγε να γίνει, ήταν όταν ήρθε η ξαδέρφη Αθήνα και έμεινε σπίτι μου, πήγε στο μπάνιο και παραλίγο να δοκιμάσει το «άρωμα» πάνω της. Στο τσακ την πρόλαβα. Μετά θα μύριζε σαν ψεκασμένη κατσαρίδα και θα έλεγε ότι τα αρώματα του ΚΟΡΡΕ είναι σκάρτα. Μέγα λάθος. Ευτυχώς όμως, πρόλαβα.
Το αγαπημένο dettol λοιπόν, χώρεσε στο αγαπημένο σεμνό, μακρόστενο μπουκάλι και μπήκε στο ντουλάπι του μπάνιου. Κουράδα πάνω στο βουρτσάκι; Κανένα πρόβλημα! Dettol και τέζα τα κοπρομάμουνα. Θες να καθαρίσεις λίγο καλύτερα την κουζίνα ή το μπάνιο; Κανένα πρόβλημα! Dettolάκι αγαπημένο και σε σπρέι παρακαλώ χάριν του υπέροχου μπουκαλιού και τέζα τα μικροβιομάμουνα. Από το ντουλάπι του μπάνιου, μεταφέρθηκε στο σάκο ταξιδίου. Ξενοδοχείο αμφιβόλου ηθικής; Κανένα πρόβλημα! Dettolάκι παντού και τέζα και η καθαρίστρια. Γιατί το γαμήδι, άμα υπερβάλλεις, βρωμάει. Κι εγώ υπερβάλω. Είναι γνωστό αυτό. Ώρες-ώρες, υπερβάλλω. Λες και με είχαν σε τίποτα υπονόμους κλεισμένη για 5-10 χρόνια και τώρα μ’ έχει πιάσει κρίση καθαριότητας. Αναρωτιέμαι πως έχεζα, πως ζούσα χωρίς dettol τόσα χρόνια. Δεν ξέρω να σας πω.
Ταξίδι λοιπόν στην Πράγα, πριν 2-3 χρόνια. Πρωτοχρονιά. Τρεις αγαπημένες φίλες και το dettol. Αυτές δεν ήξεραν για το dettol. Εγώ όμως, ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Με το που φτάσαμε, άπλωσα το χέρι σε κίνηση «ΣΤΟΠ» και είπα: Θα μπω πρώτη στο μπάνιο να ψεκάσω». Δε μου έδωσαν και μεγάλη σημασία γιατί λέω συχνά μαλακίες. Μπήκα λοιπόν στο μπάνιο μαζί με το dettol κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Μάζεψα τις πετσέτες σε μια άκρη μην τις ψεκάσω κι αυτές, κι άρχισα. Ψέκασα τη χέστρα μέσα, έξω, γύρω-γύρω, το καζανάκι, το νιπτήρα, τον τοίχο της ντουζιέρας, το τζάμι της ντουζιέρας και το πάτωμα της ντουζιέρας. Μου’ ρθε μια λιποθυμία από τη βρώμα αλλά είπα μέσα από τα δόντια μου: Δε θα πεθάνω εγώ. Εσείς θα πεθάνετε γαμημένοι μύκητες! «Τι;» με ρώτησαν απ’ έξω τα κορίτσια, «τίποτα» τους είπα, «τελείωνε ρε μαλάκα, θέλω να κατουρήσω» μου είπε η μία, «τώρα ρε μαλάκα» είπα και συνέχισα. Βασικά περίμενα λίγο να δράσει το dettolάκι, να μη μείνει τίποτα όρθιο από τα γαμημένα τα κωλομικρόβια, ώστε μετά να ξεπλύνω και να είναι όλα έτοιμα! Έβρεξα μία πετσετούλα που από κείνη τη στιγμή θεωρείτο άχρηστη εννοείται και προειδοποίησα αργότερα μην την βάλει καμία στη μούρη της και γίνει σαν σουρωμένος κώλος κότας από το αντιμικροβιακό, και άρχισα να καθαρίζω τη λεκάνη και το καπάκι. Με νερό ξέπλυνα το νιπτήρα και τη ντουζιέρα και αυτό ήταν! Σαν διαφήμιση! Όλα έλαμπαν! Μμμ.. όχι ακριβώς. Γιατί στη διαφήμιση, δε μυρίζεις την απόλυτη αντιμικροβιακή μπόχα του dettol. Είχα γίνει πράσινη μάλλον. Και είχα αρχίσει να ζαλίζομαι. Τότε σκέφτομαι: «δεν ανοίγω κανένα παράθυρο;» Κάνω έτσι, το παράθυρο στο ταβάνι (μέναμε σε σοφίτα). Λοξό παράθυρο λοιπόν, είχε κει κάτι βίδες να κλείνει, σουρεάλ, ποιος θα μπει από τη λοξή στέγη, τέλος πάντων, το ανοίγω, χιόνιζε. Μμμμ…. λέω, μαλακία, θα μπει το χιόνι στο μπάνιο κι όχι τίποτα άλλο, ήταν πάνω από τη λεκάνη. Θα κατουρούσες και θα χιόνιζε στα πόδια σου. Άρχισα να ιδρώνω. Έβλεπα τη μαλακία σιγά-σιγά να έρχεται. Τα γαμοσταυρίδια από τις φίλες ήταν στο κατώφλι της πόρτας. Και ναι! Ακούω απ’ έξω τη φίλη που κατουριόταν: «Ρε μαλάκα, τι κάνεις εκεί μέσα; Τι βρωμάει έτσι;» «Τώρα! Τώρα!» φώναξα τρομοκρατημένη και πισωπάτησα. Ακούμπησα τον τοίχο του μπάνιου ζαλισμένη και σκέφτηκα «πφφ είναι καθαρός; Δεν τον ψέκασα με dettol αυτόν» και καπάκι γύρισα το κεφάλι σαν να μου έχω ρίξει χαστούκι για τις ανοησίες που σκεφτόμουν και έκανα τη σωστή σκέψη «ξεκόλλα ρε μαλάκα! βρωμάει πολύ και δεν μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο γιατί χιονίζει! ΤΩΡΑ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;» Αδιέξοδη η σωστή σκέψη. Ο χρόνος μου τελείωνε, απ’ έξω οι άλλες ωρύονταν κι εγώ μέσα στο μπάνιο με το dettol. Άρχισα να ζαλίζομαι περισσότερο. Η μπόχα αφόρητη. Άρχισαν να γυρίζουν γύρω μου η λεκάνη, ο νιπτήρας και η ντουζιέρα σε ένα ξέφρενο χορό. Το παράθυρο να με κοιτάει και οι νιφάδες να πέφτουν από πάνω και να αρχίζουν να το καλύπτουν. «Όχι ρε πούστη!» είπα. «Καλύτερα χιόνι, παρά μπόχα!» Κούνησα το κεφάλι μου δεξιά-αριστερά να συνέλθω, έκλεισα το καπάκι της τουαλέτας, ανέβηκα στη λεκάνη και άνοιξα το παράθυρο! Έφαγα κάτι ψιλές στη μούρη (νιφάδες εννοώ) και ρούφηξα κάτι τζούρες καθαρού αέρα, άλλο πράμα. Κατέβηκα από τη λεκάνη, και ουπς! Πρόβλημα. Είχα πατήσει με τα παπούτσια πάνω στο καθαρό καπάκι της λεκάνης. Σφίγγω τα χείλη μου και τις γροθιές μου, πιάνω το dettol και ψεκάζω το καπάκι. Το καθαρίζω με κωλόχαρτο, και το πετάω. Έτοιμη πια να βγω στον κόσμο του δωματίου, στάθηκα άλλο μισό λεπτό προσπαθώντας να αναπνεύσω, όρθωσα το ανάστημά μου και άνοιξα την πόρτα του μπάνιου. Βγήκα κυρία και μαζί μου η πιο σκοτεινή βρώμα υπερβολικού απολυμαντικού. Τα κορίτσια τακτοποιούσαν τα ρούχα τους και ξαφνικά έμειναν ακίνητες. Έτσι σκυφτές όπως ήταν πάνω από τις βαλίτσες τους, έμειναν ακίνητες και γύρισαν μόνο το κεφάλι προς το μέρος μου. Είπαν με μια φωνή: «ΤΙ ΜΥΡΙΖΕΙ ΕΤΣΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ;» Εγώ, εσωτερικά θρύψαλα και μαστουρωμένη, εξωτερικά κυρία, κλείνω την πόρτα του μπάνιου πίσω μου και λέω με ύφος κουταβιού: «Τίποτα μωρέ, ψέκασα λίγο dettol να καθόμαστε άνετα στη λεκάνη…» «ΤΙ ΛΙΓΟ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ! ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ!!!!» «Εεε.. κλειστή είναι…» «ΠΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΔΕΝ ΠΑΣ ΚΑΛΑ! ΠΩΣ ΘΑ ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΤΩΡΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;;;;» «Έλα ρε μαλάκα, θα φύγει η μυρωδιά…» λέω και προχωράω προς το κρεβάτι να κάτσω να ξεμαστουρώσω λίγο. Σηκώνεται η μία κολλητή που κατουριόταν τόση ώρα και πάει προς το μπάνιο. Δε μάσησε. Ανοίγει την πόρτα και σαν να της έσκασε στη μούρη αμπούλα με δηλητήριο, γυρνάει με αποστροφή το πρόσωπο και λέει: «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;» Η αλήθεια είναι ότι είχα κάνει ένα μικρό, χημικό πόλεμο. Βέβαια, δε θα έμενε μικρόβιο για μικρόβιο, αλλά είχα αρχίσει να φοβάμαι πως σε λίγο δε θα μέναμε ούτε μεις. Τις σκέψεις μου διέκοψε πάλι η κολλητή που όρθια ακόμα μπροστά στην πόρτα του μπάνιου, είπε: «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΧΙΟΝΙΖΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΛΕΚΑΝΗ! ΠΩΣ ΘΑ ΚΑΤΟΥΡΗΣΩ;;;;» «Εεε.. άνοιξα για να φύγει η μυρωδιά..» «ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΣΟΥ! ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΩΜΑ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΥΟ;; ΤΙ ΜΑΛΑΚΑΣ ΕΙΣΑΙ!!! ΔΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΙ ΚΑΘΑΡΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ!!! ΔΕΝ ΠΑΣ ΚΑΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ!!!» Και πριν προλάβω να απαντήσω, με έσωσε η άλλη κολλητή που είπε στην κολλητή που διαμαρτυρόταν: «ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ! ΒΡΩΜΑΕΙ ΚΑΙ ΜΠΑΙΝΕΙ ΚΡΥΟ!!!!» Καταλαβαίνετε, πως προκάλεσα ένα χάος. Μέσα σε 15 λεπτά, είχα βρωμίσει όλη τη σοφίτα, είχα ανοίξει παράθυρο με -6 βαθμούς Κελσίου και ήμασταν πια έρμαια της βρώμας και του ψοφόκρυου. Αχ dettol τι μου’κανες… Σε υπερεκτίμησα…
Περιττό να σας πω, πως σε αυτές τις διακοπές, όταν χέζαμε, κατουράγαμε, κάναμε μπάνιο κλπ., η πόρτα του μπάνιου ήταν ανοιχτή -για να αναπνέουμε λίγο καθαρό αέρα απ’ το δωμάτιο- και όλες τις άλλες ώρες, κλειστή. Η βρώμα, δεν έφυγε ποτέ. Αααααλλά! Κάναμε την ανάγκη μας και την καθαριότητά μας σε ένα απόλυτα αποστειρωμένο περιβάλλον. Εννοείται φυσικά πως τα λόγια που άκουγες όποτε άνοιγε η πόρτα να μπει κάποιος στο μπάνιο ήταν: ΤΙ ΜΑΛΑΚΑΣ! ΘΑ ΨΟΦΗΣΟΥΜΕ! Ναι, στο τέλος τα έλεγα κι εγώ για μένα. Έτσι για ξεκάρφωμα. Γιατί η αλήθεια είναι πως το dettol μας προστάτεψε. Πόσες φορές έχετε δει πουτσότριχα ή κομμένα νύχια σε νιπτήρα ξενοδοχείου; Εγώ πολλές. Και 800 αστέρων έτσι; Αλλά αυτό φίλοι μου είναι μια άλλη ιστορία.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2007

Σας έλειψαν;

Δεν έχω λόγια. Είμαι στο γραφείο, με διάθεση σκατά. Μυαλό κώλος. Κουράδες. Σκατά. Ευκοίλια. (όχι, τεστ κάνω. Στη γραμματική στο word, δεν έχει τις λέξεις κουράδες και σκατά αλλά έχει τη λέξη ευκοίλια. Δηλαδή κάποιος πιο εύκολα θα γράψω ευκοίλια όπως π.χ. αγαπητέ κύριε διευθυντά χτες έκανα ευκοίλια αντί να πει σκατά όπως, ρε μαλάκα σκατά τα έκανες, πώς πας; Σκατά! κλπ. Δεν μπορώ να καταλάβω με τι κριτήρια βάζουν λέξεις. Να π.χ. ούτε τη λέξη ήρωας έχει. Τι ανάβεις μωρή μαλακία! Ούτε τη μαλακία την έχει! Άσ’ το, αλλού το πήγαινα, δε θα βγάλουμε άκρη). Και κει που κάθομαι που λέτε με τα χέρια στα μάγουλα και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα, ξαφνικά σηκώνομαι και βολτάρω. Κάτι μου έδωσε ώθηση, με τσίμπησε στον κώλο, με ανασήκωσε ανάλαφρα, με σκούντησε στον ώμο. Πάω δίπλα στους φίλους που λέτε -δυο παιδιά που κάθονται παραδίπλα στο γραφείο και υπερσυμπαθώ- και λέω στην κοπέλα «τι κάνεις εκεί μωρή καριόλα;» γελάει αυτή και εν συνεχεία, πάω και στον απόλυτο θεό, ήλιο καλοκαιρινό τον Ηλία. «Τι κάνεις;» του λέω. «Αναλύω τύπους σκατών» μου απαντάει. «Τι κάνεις;;;» ξαναρωτάω. «Αναλύω τα σκατά» μου ξαναλέει και μου διαβάζει κάτι. Πέφτω κάτω, σηκώνομαι, γυρίζω στο γραφείο μου και ξανακουμπάω σοβαρή τα χέρια στα μάγουλα. Ιδέες Μηδέν. Τίποτα. Νάδα. Νάθινγκ. Ντε ριαν. Τίποτις. Νέκρα. Ησυχία. Ξαφνικά, μετά από 10-15 λεπτά, μου έρχεται ένα μέηλ. Κοιτάω, η ανάλυση του Ηλία. Μ’ έχει πάρει γραμμή ο άνθρωπος και μου το’ στειλε. Όχι κυρίες και κύριοι, δεν ήξερε τίποτα για το blog. Το διάβασα. Προσκύνησα. Του ζήτησα να το εκθέσω. Μου είπε ναι. Ιδού το νέο ποστ από τον άγγελο Ηλία.


Τα σκατά είναι οκ.

Βγαίνουν από το ΚΩΛΟ μας γιατί δεν τα χρειαζόμαστε, πέφτουν στον καμπινέ/οικοδομή/μέτωπο μιας αρκούδας και ξεχνιούνται!

Ναι;

Όχι! Τα σκατά αν και τα πιο άχρηστα αντικείμενα στον κόσμο έχουν την ταυτότητά τους.
Υπάρχουν διάφοροι τύποι σκατών και αρκετοί επιστημονικοί πίνακες υφής, σκληρότητας και αρώματος που δε θα τους αναφέρω όλους εδώ γιατί είναι στη γλώσσα της Μόρντορ και επίσης θα ήθελα να φάω κάτι το βράδυ.

Ας γνωρίσουμε λοιπόν μερικούς από τους πιο εντυπωσιακούς εκπροσώπους του κώλου!


Το ΣΚΑΤΟ ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ

Το σκατό αυτό, έχει μια παράξενη ιδιότητα. Το χέζεις σαν κύριος, σκουπίζεσαι, σηκώνεσαι (η σηκώνεσαι, σκουπίζεσαι) τραβάς καζανάκι και πλένεις τα χέρια σου. Μετά κοιτάς μέσα στον καμπινέ και το σκατό είναι εκεί και σε κοιτάει στα μάτια.

Τραβάς άλλη μια το καζανάκι και εξαφανίζεται. Ανασαίνεις και ετοιμάζεσαι να βγεις από την πόρτα όταν ΤΣΑΚ σκάει μύτη πάλι. Μα τι θέλει αυτό το σκατό και γυρνάει πάλι πίσω; Το σκατό νυχτοφύλακας αυτό κάνει. Περιπολεί. Το στέλνεις και ξαναγυρίζει. Γνωστό και ως Σκατό Μπούμερανγκ ή Σκατό Golden Retriever.


Το ΣΚΑΤΟ ΓΡΥΛΟΣ

Το σκατό γρύλος είναι ένα θαυμάσιο δημιούργημα. Είναι αρκετά σπάνιο και μονίμως σε φέρνει στη δύσκολη θέση να θες να το παινευτείς και να μην μπορείς να βρεις κοινό που να ενδιαφέρεται.
Γιατί όμως ονομάζεται έτσι;
Γιατί το σκατό αυτό είναι μακρύ και αρκετά σκληρό. Για την ακρίβεια είναι το άγαλμα που θα έβγαζε το άντερο σου αν ήταν καλούπι. Το σκατό αυτό βυθίζεται στον πάτο του καμπινέ αργά και χορταστικά προκαλώντας ανατριχίλες στον χέστη. Καμιά φορά ο χέστης κλαίει λίγο την ώρα που το αφοδεύει γιατί είναι συγκινητικό. Δεν τελειώνει ποτέ. Βγαίνει σαν αμαξοστοιχία! Βγαίνει σαν κορμός δέντρου από κλαδευτικό. Καθαρό, ίσιο, γενναίο μακρύ σκατό, πως φωτίζεις τις νύχτες μας!
Όταν το σκατό πατώσει και δεν έχει αδειάσει ακόμα ο κώλος.. τότε έχουμε το ακατανίκητο φαινόμενο του γρύλου.

Αναγκάζεσαι να σηκωθείς κάπως από τον καμπινέ για να αδειάσει ο ρημάδης ο κώλος σου. Όταν βρεθείς να στέκεσαι σχεδόν δέκα εκατοστά πάνω από τον καμπινέ ενώ το σκατό έχει πιάσει βυθό, μπορείς να κλείσεις παιχνιδιάρικα το μάτι στον εαυτό σου και να πεις "ΜΟΛΙΣ ΕΚΑΝΑ ΕΝΑ ΓΡΥΛΟ!"


Το ΣΚΑΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ.

Τι να πω γι’ αυτό. Ανήκει στη συνομοταξία των ΤΣΙΡΛΙΠΙΠΙ αλλά είναι λίγο πιο κουραστικό από το ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ ΣΚΑΤΟ. Το Σκατό νηπιαγωγείο είναι μια ευκοίλια η οποία σε κάνει να αναλογίζεσαι αν πρέπει να ξαναχέσεις ποτέ στη ζωή σου.
Γιατί το χαρακτηριστικό του είναι ότι σε γαμεί απ’ όλες τις πλευρές. Πρώτον κάνει φριχτούς ήχους. Μικρά τριξίματα, πλαταγίσματα, βορβορισμούς και μυθμηκισμούς. Χορχαλεύει και σαλιαρίζει. Μετά έχεις το άλλο θέμα. Δεν έχει σταθερή ροή ή πυκνότητα. Άλλοτε ξεπετάει μικρά σκατοσφαιρίδια και άλλες φορές χύνεται σαν καυτερή λάβα από τα βάρδουλά σας. Άλλες φορές κολλάει σα μελάσα και άλλες φορές εξαντλείται σε σκατοατμίδες. Το σκατό αυτό είναι ταλαιπωρία από πολλές απόψεις.
Πρώτον δεν είσαι ποτέ σίγουρος αν τελείωσε... Γιατί σηκώνεσαι και βαράει κουδούνι και βγαίνουν τα παιδάκια πάλι έξω ουρλιάζοντας. Πρόλαβες να κάτσεις;
Δεύτερον λερώνει πολύ. Θέλει πολύ σκούπισμα ή μπιντέ. Είναι γεγονός πως με ένα πακέτο χαρτομάντιλα ζεβασόφτ ΔΕΝ μπορείς να καθαρίσεις το χάος ενός νηπιαγωγείου. Δε φτάνει. Θέλεις ή άπλετο κωλόχαρτο η ρολό κουζίνας.
Τρίτον βρωμάει σα θάνατος. Ξινίλα, σκατίλα, μεθάνιο, προπάνιο... όλα τα αρχίδια μαζί.

Η συνήθης έκφραση ενός ανθρώπου που έχεσε ένα νηπιαγωγείο θυμίζει μια θλιμμένη Ρωσίδα κυρά που έχει παγιδευτεί στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου από τους Γερμανούς σπιτιού της, έχοντας χάσει όλα τα παιδιά της εκτός από το στερνοπούλι της που ήταν και καθυστερημένο.


Το ΣΚΑΤΟ ΤΑΡΖΑΝ.

Αυτό είναι ένα απλό σκατό. Αλλά κολλάει. Αν έχεις τρίχες στον κώλο, κολλάει στις τρίχες και κρέμεται.
Μετά, κουνάς τον κώλο σε σχήμα 8 και πέφτει. Όταν πέφτει πρέπει να φωνάξεις ΑΟΥΥΑΑΑΑΑΑΑΑ και μετά να φανταστείς ότι το τρώει ένας κροκόδειλος.


Το ΣΚΑΤΟ Dream Theater

Βαρετό και πολύπλοκο. Δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό καν. Θυμίζει λίγο το σκατό Muse αλλά είναι λιγότερο δραματικό.


Το ΣΚΑΤΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ

Το σκατό αυτό δεν είναι δικό σου. Το συναντάς στις οικοδομές. Είναι ένα κοινό σκατό αλλά γύρω του έχει τρία σκατωμένα χαρτομάντιλα. Επίσης σερβίρεται με χοντρές αλογόμυγες τίγκα στο σκατοχυμό.


Το ΣΚΑΤΟ ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑ

Σκληρό, σε σχήμα ωοειδές και αποτελείται από μικρά στρογγυλά κοπρανίδια κολλημένα όμορφα μεταξύ τους. Ακίνδυνο, λιπαρό και δε λερώνει πολύ.


Το ΣΚΑΤΟ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ.

Καλύτερα να μην κοιτάς τα σκατά του μπαμπά σου. Θα βγάλεις τρίχες στα χέρια και θα στραβωθείς.


Το ΣΚΑΤΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ.

-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΕΤΟΙΟ ΠΡΑΓΜΑ-
Οι γυναίκες δε χέζουν γιατί δεν έχουν κανονικές κωλοτρυπίδες. www.wikepedia.com για να το διαπιστώσετε και μόνοι σας.


Το ΛΕΒΕΝΤΟΣΚΑΤΟ

Έχετε χέσει ποτέ με τόση αμεσότητα και ειλικρίνεια που όταν τραβήξατε το καζανάκι νιώσατε σαν να χάσατε ένα φίλο;
Τότε μόλις χέσατε ένα λεβεντόσκατο. Συγχαρητήρια!


Το ΣΚΑΤΟ ΦΕΛΛΟΣ.

Προσοχή. Το σκατό φελλός αποτελεί μια απαίσια φάρσα. Πας να χέσεις, έτσι; Μια στα γρήγορα. Σφίγγεσαι μέχρι να πάθεις πίεση στα μάτια και βλέπεις αστεράκια. Ακούγεται ένα γρήγορο ΠΕΤΖ-ΦΛΟΠ και πας να σκουπιστείς. Όμως κύριε, ο φελλός είναι μόνο η αρχή της σκατοπλημμύρας. Μετά ο κώλος σου αδειάζει σαν την κόλαση.
Πολλοί έχουν πεθάνει από τέτοιο σκατό.


Το ΣΚΑΤΟ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΙ

Απλά πράγματα. Μεγάλο και γδέρνει τον κώλο. Να μη συγχέεται με το αμυγδαλωτό σκατό. Είναι ίδια οικογένεια αλλά το αμυγδαλωτό είναι μικρότερο και βρωμάει περισσότερο.


Το ΣΚΑΤΟ ΠΑΞΙΜΑΔΙ

Ρωτήστε κάποιον πικραμένο συγγενή να σας πει. Η ατάκα "έκανα το σκατό μου παξιμάδι" προέρχεται από τα βάθη της Ασίας ή κάτι τέτοιο.


Το ΣΚΑΤΟ ΤΟΥ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟΥ

Τι θέλει αυτό το σκατό εδώ; Α ναι είχε έρθει ο υδραυλικός.


Το ΣΚΑΤΟ ΤΟΥ ΚΟΛΟΜΒΟΥ

Είναι το σκατό που ανακάλυψε την Αμερική.


Το ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΣΚΑΤΟ.

Δυσκοίλιο σκατό. Βγαίνει αργά και θέλει αυτοσυγκέντρωση. Το αποτέλεσμα είναι πάντα αμφίβολο... σαν τη ζωή. Όταν δείτε κάποιον να βγαίνει από τον καμπινέ συνοφρυωμένος και λίγο αφηρημένος είναι επειδή έκανε ένα φιλοσοφικό σκατό.
Ο διάλογος μπορεί να είναι ο εξής.

- Φίλιππα έχεσες ρε;
-...
- ρε μαλάκα...
- ε; ναι... ναι..
- τι έγινε;
- ... λίγο.. τι; τι είπες;
- Ρε μαλάκα τι έγινε εκεί μέσα;
- κάτι σκέφτηκα...
- ρε Φίλιππα; κλαις ρε μαλάκα;

Το φιλοσοφικό σκατό παίρνει τόση ώρα που καμιά φορά σε κάνει να σκέφτεσαι δυσάρεστα πράγματα.


Το ΣΚΑΤΟ MACH3

Mόνο ο φίλος μου ο Στέλιος μπορεί να κάνει τέτοια σκατά.
Το σκατό αυτό είναι ταχύτατο.
Κάθεσαι ΠΡΑΦ ΣΗΚΩΝΕΣΑΙ!
Τέρμα.

Τι σκατά; Την άλλη φορά μπήκε να χέσει και άκουσα το καζανάκι πριν καν κλείσει η πόρτα. Καμιά φορά έχω την υποψία ότι δε χέζει ποτέ και ότι τρώει οξυγόνο ή κάτι τέτοιο.


Τέλος.



Ηλία σ’ αγαπώ. Έρχομαι να σε φιλήσω.

Παρακαλώ, επιλέξτε το σκατό που σας ταιριάζει.

Εμένα, με εκφράζουν όλα καθώς τα γνωρίζω προσωπικά. Μάλιστα χτες έκανα ένα νηπιαγωγείο και προχτές ένα κουκουνάρι. Αλλά, ιδιαίτερη αδυναμία έχω στο ΣΚΑΤΟ ΤΑΡΖΑΝ και στο ΣΚΑΤΟ ΓΡΥΛΟ. Μιλήστε μου. Πείτε μου ποιο σκατό σας έχει βασανίσει. Ποιο σκατό σας έχει θυμώσει. Ποιο σκατό σας έχει κάνει να κλάψετε. Ποιο σκατό έχετε να δείτε πιο πολύ καιρό. Μη φοβάστε. Μιλήστε. Θα σας καταλάβω.

Καλό χέσιμο.

Τρίτη 24 Απριλίου 2007

Μάνα, Θεία, Γιαγιά.

Την ιστορία με τον ψεύτη βοσκό την ξέρετε; Αυτή που βαριόταν ο βοσκός και φώναζε ψέματα «Λύκος! Λύκος» και τρέχανε σα μαλάκες να τον βοηθήσουν, γελούσε αυτός και σε κάποια φάση που ήρθαν οι λύκοι και τσίριζε πήρε ένα αρχίδι; (Πω πω έτσι να πω στα παιδιά μου το παραμύθι να πάνε να αυτοκτονήσουν. Μ’ αρέσει που θέλω και να αναλύσω τις μανάδες και τις θείες. Πάρε και κατάλαβε!)

Καταρχάς, ξεκινώντας, θέλω να πω πως λατρεύω όλες τις μανάδες, θείες και γιαγιάδες της οικογενείας μου. Θέλω να πω μερικές μίνι ιστορίες ώστε να τις έχω καταγραμμένες όταν πάθω Αλτσχάιμερ, να τα βλέπω να χαίρομαι. Οι γυναίκες της οικογενείας είναι επικές μορφές, άπαιχτες και απόλυτα γαμώ τα άτομα. Αρκεί όμως να μην δίνεις ιδιαίτερη βαρύτητα όταν μιλάνε για τον εαυτό τους και πιο συγκεκριμένα όταν μιλάνε για την υγεία τους. Μα γιατί; Γιατί όλη την ώρα πεθαίνουν! Εδώ νομίζω πως αρχίζω να πλησιάζω όοοοολες τις μανάδες, γιαγιάδες και θείες της ελληνικής επικράτειας.
Η γιαγιά μου, για παράδειγμα, Θεός Σχωρέστην, μέχρι να πεθάνει, «πέθαινε» καθημερινά γύρω στις 2 με 3 φορές. Το έλεγε από τα 40 μέχρι τα 85 που πέθανε. Εγώ, σαν πιο μικρή, είχα πιάσει το υπονοούμενο του πόνου –θέλω προσοχή και μόνο αν υποφέρω θα με προσέξεις. Όοοοχι. Δε φτάνει όσο με προσέχεις. Σέλω κι άλλο- και άμα ξεκινούσε να αναλύει όλα τα είδη χαπιών που έπαιρνε, όλους τους πόνους στα πόδια, όλα τα προβλήματα που έπαιζαν, στα 10 λεπτά έκανα μπραφ. Έπαιρνε γραμμή ότι χάνει έδαφος και το γύριζε. Αυτό ήταν! Μόλις έβλεπε ότι έχεις κενό βλέμμα όσο λέει για πόνους και θανάτους, άλλαζε κουβέντα και περνούσε στα ωραία: ιστορίες από τον πόλεμο, ιστορίες με νεράιδες και ξωτικά στο χωριό, φαντάσματα, οι κακές αδελφές που τη βασάνιζαν, τότε που έχασε ένα πρόβατο και ο πατέρας της πήγε να τη σκοτώσει, τότε που κλέφτηκε με τον παππού… αυτά ήταν! Τώρα, «θα πεθάνω» και πίπες, εγώ τ’ άκουγα βερεσέ. Ε θα πεθάνεις, δε θα πεθάνεις; Τι θα κάνεις;


Άλλα λαμπρά παραδείγματα:

Γιαγιά –Θεός Σχωρέστην είπαμε-. Δυσκίνητη από τα 40. Κυκλοφορούσε στο σπίτι με πι. Καυγάς μια μέρα με τις κόρες της. Πάω σπίτι της μετά από μισή ώρα, πουθενά η γιαγιά. Ρε που είναι η γιαγιά; Κάνουμε έτσι, είχε κατέβει η δικιά σου τη σκάλα με το πι (!!!!) και είχε πάρει την κατηφόρα να φύγει λέει που δεν τη θέλουν τα παιδιά της. (Ε άμα θέλει ο άνθρωπος, βρίσκει δύναμη!)

Η θεία μου στο νησί. 75 χρονών. Όποτε την πάρω τηλέφωνο τα ίδια σε παραλλαγή:

Εγώ:«Έλα θεία μου κουκλάρα τι κάνεις;»,
Θεία: «Τι κουκλάρα παιδί μου.. Χάλια είμαι, χάλια! Οι πνεύμονές μου, το συκώτι μου, τα νεφρά μου, τα πόδια μου με πεθαίνουν, η μέση μου, τα βράδια κλαίω δεν μπορώ να κοιμηθώ, έχω και τα μάτια μου τον τελευταίο καιρό, άσε με τους ώμους μου. Δε μπορώ να κουνήσω! Δε μπορώ να μαγειρέψω… τίποτα δε μπορώ να κάνω…»
Εγώ: «Θεία.. σκέφτομαι να έρθω αύριο…»
Θεία: «ΑΑΑΑΑ!!!! Αλήθεια κούκλα μου;;;!!!! Θα φτιάξω κεφτεδάκια, χταποδάκι που το’ πιασε ο θείος (85 χρονών ο θείος βουτάει και πιάνει χταπόδια), πατατούλες, θα έχουμε και στιφάδο, το τρως;;, να φτιάξω και λίγα γεμιστά, αχ τι ώρα θα έρθεις; Θα προλάβουμε να πάμε και για μπάνιο; Καλά, άμα είναι πάμε το απόγευμα! Ο θείος θα είναι στο χωράφι (85 χρονών είπα) και ασπρίζω και το σπίτι (75 χρονών είπα!) αλλά μέχρι αύριο θα το έχω τελειώσει. Μεσημέρι φτάνεις;;

Λοιπόν, δε με γαμάτε σας παρακαλώ;; Αν εγώ φτάσω 75 χρονών και ασπρίζω σπίτια, πάω για μπάνια από το Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο και μαγειρεύω 12 φαγητά στην καθισιά μου και ο καλός μου 85 χρονών, βουτάει και πιάνει χταπόδια και τσαπίζει από τις 5 το πρωί γιατί έτσι γουστάρει μέχρι τη 1 το μεσημέρι μέσα στον ήλιο και γκρινιάζω στα παιδιά μας, σας παρακαλώ, ας με φτύσει κάποιος με ροχάλα.

Είναι στα γονίδια φίλοι μου και το φοβάμαι πολύ αυτό.

Μαμά μου:

Εγώ: «Τι κάνεις;»
Μαμά: «Χάλια είμαι. Υποφέρω. Πονάει το κεφάλι μου, η μέση μου και τα πόδια μου παιδί μου».
Εγώ: «Ωραία. Άραξε να ξεκουραστείς!»
Μαμά: «Τι ν’αράξω! (νευρίασε κι από πάνω) Έχω δουλειές!
Εγώ: «Τι δουλειές;»
Μαμά: «Να φτιάξω 4 ταψιά γεμιστά, να πάω να πάρω φάρμακα στη γειτόνισσα, να πάω τη γειτόνισσα σπίτι του παιδιού της, να πάω λαϊκή, να μαγειρέψω..»
Εγώ: «Γιατί κουλή είναι η γειτόνισσα; Ταξί δεν έχει; Και τα γεμιστά για ποιον είναι;»
Μαμά: «Έχω υποχρέωση γιατί μου έδωσε μισό κιλό τυρί από το χωριό της! (Εμείς έτσι ξεπληρώνουμε μισό κιλό τυρί. Με αίμα!) Και τα γεμιστά είναι για τον τάδε, τον δείνα, τον τάδε1 και τον δείνα2.»
Εγώ: «Κουλοί είναι να μαγειρέψουν; Με εκνευρίζεις!»
Μαμά: «Άσε με παιδί μου και είμαι άρρωστη!»
……. (τι να της πεις τώρα;)

Ντάξει! Βλαχοπούλου, Αρώνη και λοιπές θεές που έπαιξαν τις καρδιακές, προβληματικές και άλλες κλασικές, Ελληνίδες μητέρες, είναι νομίζω ψίχουλα μπροστά στις αληθινές, παραδοσιακές μαμάδες.
Γι’ αυτό κι εγώ, έχω βρει και της λέω το καλύτερο όταν αρχίζει τα χοντρά. Τη φωνάζω Παξινού και ξεκινάω το κομμάτι μου: Πιάνω μία χαρτοπετσέτα, την ξεδιπλώνω, αγκαλιάζω το δείκτη με μία άκρη της ώστε το υπόλοιπο να κρέμεται, βάζω το δάχτυλο κάτω από το δεξί μάτι, αρχίζω να ρουφάω τη μύτη μου λέω με ύφος: «συνέχισε, σφουγγίζω τα δάκρυά μου». Τότε, ή γελάει και λέει «με κοροϊδεύει το παιδί μου» ή με μαλώνει. Εγώ συνεχίζω και τότε μου λέει: «να σου τηγαμίσω πατάτες;» Ναι, έτσι ακριβώς. Τηγαμίσω.

Είναι το γονίδιο. Σκιάζομαι.

Άλλη θεία. Καρδιακή. Παθαίνει νταράκουλο με παίρνει στο κινητό με τη λέξη «πεθαίνωωωωωωωωωωω», γίνομαι Σουμάχερ, κάνω Γλυφάδα-Κέντρο 20 λεπτά σε ώρα αιχμής, την πάω νοσοκομείο, της βάζουν οξυγόνα, φάρμακα κλπ. και της λένε να ηρεμίσει. Εγώ, φρικαρισμένη (ήταν η εποχή που έδινα μεγάλη βαρύτητα ακόμα). Με το οξυγόνο στη μάπα, αρχίζει: «κοίτα αυτή την κωλόγρια, εκείνος εκεί τι έχει και ήρθε, εδώ δε μπορώ, κάτσε να σηκωθώ, αχ ούτε εδώ, που είναι ο γιατρός, θες να πιεις κάτι;»
ΓΟΥΑΤ ΔΕ ΦΑΚ!!!! ΚΟΠΕΛΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΕΙ ΓΙΑ ΚΑΦΕ ΝΑ ΜΕ ΚΕΡΑΣΕΙΣ!
Έρχεται η γιατρός, κάθεται η δικιά σου να πει στη γιατρό τι έχει για να τη βοηθήσει. Αρχίζει το κατεβατό των προβλημάτων και της λέει αρχικά η γιατρός: «πρέπει να αδυνατήσετε καταρχάς, το ξέρετε;» Με το οξυγόνο η άλλη, σαν να μιλάει από πηγάδι λέει -γελώντας παρακαλώ-: «Το ξέρω χι χι χι, αλλά άμα δε φάω μια σοκολάτα την ημέρα, τόση με το συμπάθιο, χι χι χι, δε μπορώ!» Με κοιτάει η γιατρός. Την κοιτάω κι εγώ. Και μετά κοίταξα τη θεία. Το βλέμμα που της έριξα, πρέπει να έσπαγε τζάμι. Το δικό της βλέμμα δε, θύμιζε κουτάβι που έχει κατουρήσει το πιάτο σου και έχει πάρει γραμμή ότι θα το γαμήσεις και κάνει χαρές μπας και τη γλυτώσει.

Θέτε κι άλλο; Σε όλη την επιστροφή (νοσοκομείο-σπίτι) τη μάλωνα. Η απάντησή της όταν τελείωνα και φτάναμε στο σπίτι; «Δε σταματάς στην πλατεία να πάρουμε κανένα σουβλάκι;» Λέμε, είναι η ώρα που οι συνάνθρωποι βλέπουν ένα κορίτσι να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου, να βγαίνει έξω, να σκίζει τα ρούχα της και να πέφτει στο δρόμο ουρλιάζοντας να μαζέψει όλες τις γόπες από το δρόμο με το κορμί της!

Τι άλλο να πω; Γονίδια. Απόλυτα spooky.

Άλλη θεία. Την έχουν χτυπήσει κλέφτες στο πρόσωπο. Είμαστε μαζεμένα όλα τα ξαδέρφια για ηθική υποστήριξη. Λέει:

«Αγάπες μου… Αν ήξερα ότι έπρεπε να μου σπάσουν τη μούρη για να σας δω, θα χτυπούσα μόνη μου το κεφάλι στο πεζοδρόμιο.»

Εντάξει. Επικίνδυνο γονίδιο. Σκιάζομαι twice.


Το φοβερό είναι, πως κάθε φορά, βρίσκουν καινούριους τρόπους παραπλάνησης. Και η μαλακία είναι ότι έκανα 30 χρόνια να μην τις πιστεύω. Κι αυτές εξελίσσονται ρε πούστη και βρίσκουν κι άλλα. Το καινούριο είναι να το παίζουν με τη φωνή τους:

Εγώ: «Τι κάνεις;»
Μαμά, θεία, όλες: «….Καααλά….»
Εγώ: «Έγινε κάτι;»
Μαμά, θεία, όλες: «….Όχι παιδί μου…. ααααχχχ… φφφφφφ…. χχχχχχ…»
Εγώ: «Λέγε γαμώ το στανιό μου!»
Μαμά, θεία, όλες: «Ε να μωρέ… Ανέβηκα στον πάγκο της κουζίνας και έπεσα και έχει μελανιάσει όλη η αριστερή μου πλευρά… τρόμαξε και το σκυλάκι (γατάκι, πουλάκι, ό,τι)… έλειπε και ο μπαμπάς (θείος, όλοι)…
Εγώ: «ΕΙΣΑΙ ΤΡΕΛΗ; ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕΣ; ΔΕ ΣΟΥ ΕΧΩ ΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙΣ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ ΜΠΛΑ..!!!!!»
Μαμά, θεία, όλες: «Τι να σου πω παιδί μου…. αφού δε θες να σου λέω…»
Εγώ: «ΤΙ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΣ;; ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΣ! ΕΙΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ;;;;;»
Μαμά, θεία, όλες: «Ε.. δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω αγάπη μου….»

Δεν παλεύονται λέμε. Με τίποτα όμως! Μιλάμε για σεσημασμένες προσωπικότητες με διατριβή στην απόσπαση ενδιαφέροντος!

Καλά. Όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να πάθει καμιά τους κάτι, πόσο φρικάρω Θεέ μου!! Και τελικά, πάντα με ψιλοανησυχούν. Γιατί γερνάνε. Και πονάνε. Είναι αλήθεια ότι πονάνε. Μα δεν προσέχουν. Ρουφάνε τη ζωή θα μου πεις. Καλά κάνουν. Ίσως είναι έξτρα παραπονιάρες. Η Ελλάδα είναι γεμάτη κλασικές παραπονιάρες μαμάδες, θείες και γιαγιάδες. Που τις αγαπάμε. Και ευτυχώς, έχει αποδειχτεί! Αν κρατηθείς ψύχραιμος/η, η στιγμή σου δείχνει αν είναι κρίσιμη ή όχι. Υπάρχει κάτι ρε παιδί μου, μεταξύ γονέων και παιδιών, που σε φέρνει κοντά όταν πρέπει! Αχ μαμάδες, θείες, γιαγιάδες… Σας αγαπώ παλιοΠαξινούδες, Λαμπέτες και Κυβέλες!

Δευτέρα 23 Απριλίου 2007

Κυριακή πρωί.

Σήμερα είδα ένα παιδάκι. Ήταν γύρω στα 11-12 και ήταν παχουλό. Με σωσίβια και μπούτες. Αυτό το παιδάκι, το συνάντησα στο περίπτερο. Είχα πάει να πάρω τις πρωινές εφημερίδες και κει που σκεφτόμουν αν θα πάρω μία ή δύο και τι λεφτά έχω μαζί μου, εμφανίστηκε. Ένιωσα την παρουσία του και γύρισα να κοιτάξω ποιος είναι. Αυτό δηλαδή που συμβαίνει ασυναίσθητα. Γύρισα λοιπόν και είδα αυτό το χοντρό παιδάκι. Τα μαλλάκια του ήταν ένα οβάλ στρογγυλό, καρέ δε μπορώ να το πω εκτός αν απομονώσεις το ύψος. Στο ύψος, το καρέ δηλώνει το μήκος μέχρι τα μάγουλα ή το σαγόνι. Μια συμμετρική τελοσπάντων κατάσταση γύρω απ’ το κεφάλι. Είχε λοιπόν τα μαλλάκια του σε οβάλ καρέ καταλάβατε. Έμοιαζε με το αξιολάτρευτο παιδάκι που έπαιζε με τον Χιου Γκραντ στο About a Boy. Εξαιρετική ταινία, χέστε με. Και από σπουδαίο συγγραφέα γραμμένη η ιστορία του και δε θυμάμαι το όνομά του αλλά θα το ψάξω τώρα και θα σας το πω γιατί είναι ντροπή και αίσχος. Μισό λεπτό ........... Είναι ο Νικ Χόρνμπυ! (Έχει γράψει μεταξύ άλλων, και το High Fidelity που επίσης έγινε μια υπέροχη ταινία, το Πώς να είσαι καλός –εξαιρετικό- και πρόσφατα το Η κάθοδος των τεσσάρων που το έχω –φυσικά- αλλά δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Αυτό το παιδάκι λοιπόν, της σημερινής μέρας μπροστά απ’ το περίπτερο, όταν γύρισα και το κοίταξα, μου χαμογέλασε. Και του χαμογέλασα κι εγώ. Δεν ξέρω γιατί μου χαμογέλασε. Εγώ ξέρω γιατί του χαμογέλασα. Επειδή μου χαμογέλασε. Και γιατί ήταν γλύκας. Είχε μια περίεργη ντροπαλή θλιμμένη έκφραση, βάλε και το οβάλ καρέ που λέγαμε, πρόσθεσε το πάχος του, συνδύασε και το χαμόγελο κι έχεις ένα συμπαθέστατο άγνωστο παιδάκι. Όταν χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο, ξαναγύρισα στις εφημερίδες και με μεγαλύτερη βιασύνη κοίταζα ποια θέλω κι αν τις θέλω και τις δύο, γιατί σκέφτηκα ότι το παιδάκι θέλει να πάρει και αυτό εφημερίδες (του μπαμπά του;) και είναι τόσο ευγενικό που δε θέλει να στριμωχτεί με μία άγνωστη και την περιμένει να τελειώσει και με τη σειρά του, θα πάρει ό,τι θέλει.
Ξέχασα το παιδάκι, πήρα και τις δύο, πλήρωσα, τις αγκάλιασα να μην αδειάσουν όλα τα διαφημιστικά έντυπα στο δρόμο και κίνησα να περάσω την πλατεία να πάω στο σπίτι. Αμυδρά μέσα στο χάος των μυρωδάτων σκέψεων από τα ανθισμένα δέντρα και τον ήλιο να με τυφλώνει, σκέφτηκα το παιδάκι. Ε, λέω, θα διαλέγει εφημερίδες. Και το ξαναξεχνάω συνεχίζοντας να κάνω μη σκέψεις και να περπατάω.
Σε λίγα δευτερόλεπτα, είδα αυτό το παιδάκι να προπορεύεται, ελαφρώς αριστερά, και να κατευθύνεται στην αριστερή «έξοδο» ας πούμε, της μικρής πλατείας. Έτσι όπως ήμασταν, είχα την ευχέρεια, να τον κοιτάζω από πίσω. Περπατούσε αργά, είχε τα χέρια στις τσέπες του φλις μπουφάν του σφιγμένα κοντά στο στομαχάκι του και, ατυχώς, διαγράφονταν τα παχουλά σωσίβια των πλευρών του. Τον κοιτούσα και ξαφνικά σκέφτηκα πως δεν κρατούσε καμία εφημερίδα στα χέρια του. (Ξέρετε, οι σκέψεις τρέχουν πιο γρήγορα από τον πραγματικό χρόνο του βαδίσματος. Έτσι, μέχρι να τον χάσω από τα μάτια μου, έκανα πολλές σκέψεις. Περπατούσαμε και αργά...) άρα, σκέφτηκα, τι ήθελε στο περίπτερο αν δεν ήθελε να αγοράσει κάτι; Μμμμ... Μόλις σκέφτηκα πως θα μπορούσε να έχει αγοράσει καπνό για τον πατέρα του και να τον είχε στην τσέπη. Ναι... αλλά πώς προπορευόταν ενώ εγώ ήμουν πριν από αυτόν στο περίπτερο; Άρα, σκέφτηκα, δεν είχε τι να κάνει και απλώς περπατούσε. Με κυρίευσε μια γλυκιά θλίψη και μια ανάγκη να τον προστατεύσω. Είμαι πολύ ευαίσθητη; Μπααα.. Μπορεί να είχα χαζέψει απ’ τον ήλιο. Τον κοίταζα τελοσπάντων και με τη σκέψη ότι απλώς κωλοβαρούσε χωρίς να είναι με κάποιον φίλο και να έχει φτάσει στο περίπτερο για να επικοινωνήσει λίγο, έστω και με αγνώστους όπως εμένα που μου χαμογέλασε, λυπήθηκα. Λυπήθηκα ένα παιδάκι πιο ώριμο από τα άλλα, που ίσως το κοροϊδεύουν για το πάχος του, αυτά τα καινούριας κοπής μυώδη όμορφα αγοράκια, και για κακή του τύχη, δε βρήκε κανένα άλλο αγοράκι στα κυβικά του -μυαλό και σώμα- να περνάει τις ανιαρές Κυριακές. Κι αν βρήκε, εκείνη τη μέρα δεν μπορούσε. Τον είχαν μαλώσει και είχε μείνει στο δωμάτιό του. Αδέρφια; Δεν ξέρω. Προφανώς αν υπάρχει/ουν το/τα αδέρφι/α του, έκανε/ναν κάτι άλλο τη δεδομένη στιγμή. Μόνος λοιπόν, γλυκύτατος, προφανώς παχύς, προχωρούσε αργά και κοιτούσε τον κόσμο γύρω του. Κόσμο λέγοντας, εννοώ τη φύση, τους όποιους ανθρώπους ήταν εκεί γύρω τη στιγμή που περνούσε κι αυτός, τα κτίρια-πολυκατοικίες, τους σκουπιδοντενεκέδες, τα γατό-σκυλα. Ήθελα να του μιλήσω. Ήθελα σαν φωνούλα να του πω, χωρίς να ντραπεί που μία άγνωστη τόλμησε να του δώσει συμβουλή, να κάνει δίαιτα. Είμαι ρηχή; Ξέρω γω, παίζει κι αυτό, αλλά σκέφτηκα τη δίαιτα, γιατί η καλύτερη όψη του σώματός του, θα βοηθούσε και τον ίδιο να αισθανθεί καλύτερα. Είναι η αλήθεια νομίζω, πως για όλους είναι σημαντική μια καλή όψη. Έως εκεί που μπορείς να φτάσεις ασφαλώς. Υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις, που είναι τόσο δυνατές προσωπικότες με τόσο ισχυρή αυτοπεποίθηση, που και σα σκατοσακούλες να είναι, γουστάρουν και πιστεύουν ότι είναι υπέροχοι, και το καλύτερο; Πείθουν και τους υπόλοιπους. Τους θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους. Το θέμα λοιπόν, είναι η αυτοπεποίθηση. Πόση από δαύτη έχει ο καθένας μας. Έχω δει κουκλιά ζωγραφιστά να πιστεύουν ότι δεν είναι τίποτα σπουδαίο και, ω τι παράξενο!, περνάν το μήνυμα και είναι όντως... τίποτα το σπουδαίο.
Έτσι λοιπόν, κάνοντας αυτές τις σκέψεις... (όχι, δεν του μίλησα, ούτε έγινε τίποτα ιδιαίτερο, έτσι απλά τελειώνει αυτή η ιστορία) ...ήθελα να του πω να κάνει δίαιτα. Να βλέπει τον εαυτό του να αδυνατίζει, να κοιτάζεται στον καθρέφτη, να σφίγγει τις γροθιές και να κοιτάει τα μπράτσα του να δυναμώνουν, να κάνει τον παλαιστή και να γελάει. Στο καπάκι, με τόσο γλυκιά φάτσα που έχει, τα κορίτσια θα άρχιζαν να τον κοιτάνε. Είναι σίγουρο. Γλυκύτατη φάτσα, καλό σωματάκι, έξυπνος, ποιητής μπορεί, χμ.. τον φαντάζομαι να διαβάζει ποιήματα καθισμένος σε γρασίδι και γύρω του τρία τέσσερα κορίτσια ν’ ακούν προσεκτικά... Πολύ αγγλική ύπαιθρος την είδα; Γιατί; Δεν κατάλαβα. Παντού μπορούν να συμβούν αυτά. Στο κάτω-κάτω, εδώ στην περιοχή, έχει πολλά πάρκα. Δεν είναι κέντρο. Ποιητής θα μου πεις, με κορίτσια γύρω-γύρω, σκεφτόμαστε ένα τύπο πιο στο μπήχτης, παρά στο σοβαρός ποιητής. Γιατί όχι; Δεν πειράζει. 11-12 ετών είπαμε ότι είναι το παιδί. Αν περνάει μια φάση-περίοδο χαμηλής αυτοπεποίθησης, του αξίζει και μια περίοδος ψωνάρας. Για να ισορροπήσει, όχι τίποτα άλλο. Και που το ξέρεις, θα μου πεις, άμα δεν του μείνει και από γλυκός, σοβαρός μπουλούκος, γίνει και παραμείνει ψωνάρα; Ε και; θα σου πω. Όλα παίζουν. Αλλά δε νομίζω. Το παιδί αυτό, μου κάνει για καλό, ήρεμο, σκεπτόμενο άτομο. Όπα ρε ψυχολόγα, τι λες τώρα, θα μου πεις. Από το χαμόγελο στο περίπτερο τα είδες όλα αυτά; Αγόρασε και μια γυάλινη μπάλα να λες το μέλλον του κοσμάκη να τσιμπήσεις και κανά φράγκο. Ας χαλαρώσουμε φίλοι μου. Μου αρέσει να πλάθω ιστορίες για τους ανθρώπους που βλέπω γύρω μου και ναι, με ενέπνευσε το χαμόγελό του και όλη η παρουσία του. Όταν πλάθω ιστορίες με βοηθάει να χαλαρώνω. Άλλες φορές, πλάθω πολύ αστείες ιστορίες, δεν τους ρίχνω όλους στα τάρταρα. Και ποια τάρταρα; Αυτό το παιδί μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Σχεδόν το αγάπησα. Όξω μωρή παιδέρα. Τι έγινε; Να την κάνουμε σιγά-σιγά οι μαλάκες; Παιδέρα. Χα! Καμία σχέση. Μητέρα ναι. Παιδέρα όχι. Φτιάχνοντας λοιπόν προσωπικότητες, δημιουργώ κόσμους. Και υπάρχουν όλοι οι κόσμοι. Αν πέφτω έξω ή όχι στην ταύτιση του κόσμου του παιδιού και του κόσμου που φτιάχνω εγώ, δεν με ενδιαφέρει. Δεν κρίνω το παιδί αυτό. Άλλους, τους κρίνω. Π.χ. «πώς είναι έτσι αυτή καριόλα; Διευθύντρια θα είναι και το παίζει αρχηγός μην της χώσω καμία μπάτσα». Αυτή, την έκρινα. Κι άμα φτιάξω ιστορία για πάρτη της, θα είναι μια πολύ σκατένια ιστορία. Όταν όμως φτιάχνω καλές (καλοσύνης εννοώ) ή αστείες ιστορίες, είναι γιατί αυτούς τους ανθρώπους, πραγματικά τους συμπάθησα. Εννοείται πως αν τους γνώριζα τελικά, μπορεί να ήθελα να τους σφάξω στο γόνατο ή να τους λάτρευα. Ούτε ξέρω, ούτε με νοιάζει. Όποιους είναι να τους γνωρίσεις, τους γνωρίζεις. Αχά. Πιάσαμε τώρα τη βαριά φιλοσοφία. Μάλιστα. Όχι, όχι, δε την πιάσαμε. Κι αν την πιάσαμε, έτσι με το φτερό, την αφήνουμε. Ποια βαριά φιλοσοφία ρε μαλάκα;
Αυτά λοιπόν. Ένα αγοράκι, μερικές εφημερίδες, μια Κυριακή Πρωί σε προάστειο. Ή, ένας ποιητής, μια σκεπτόμενη, μερικές φυλλάδες και μια πλατεία. Κυριακή πρωί.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2007

Πας Μη Έλλην Βάρβαρος.

Καλέ τα μάθατε; Παλιά είναι, θα τα ξέρετε, αλλά μπορεί και όχι. Πάμε απ’ την αρχή: Πριν αρκετό καιρό, ξεκίνησαν να έρχονται μέηλ που μας παρακινούσαν να μπούμε στο www.n7w.com και να ψηφίσουμε τα επτά νέα θαύματα του κόσμου. Στις 7 Ιουλίου θα ανακοινωθούν στη Λισσαβόνα οι νικητές. Έπρεπε και πρέπει λέει να ψηφίσουμε την Ακρόπολη και πωπω και τι θα γίνει άμα δε βγει και λοιπά. Ψάρωσα εγώ που λέτε, τι λες τώρα! είπα. Να μη βγει η Ακρόπολη και να βγει ο Πύργος του Άιφελ τα παλιοσίδερα; Βρε ούστ!!!! Ξύπνησε ο Έλληνας μέσα μου λοιπόν, ανδρώθηκα και μπήκα ίσαμε με 80 φορές από 80 διαφορετικούς υπολογιστές με 80 διαφορετικά μέηλ να ψηφίσω την Ακρόπολη. Τώρα, κάποιες εβδομάδες πριν βγουν οι κερδισμένοι που θα βραβευθούν με ένα μάλλινο ποδήλατο ή μια πλαστική κουδούνα, η Ακρόπολη μένει εκτός της πρώτης επτάδας, είναι δηλαδή στην 8η θέση. Ε ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ! ΤΑ ΠΑΛΙΟΣΙΔΕΡΑ ΘΑ ΜΑΣ ΦΑΝΕ ΤΗ ΔΟΞΑ; ΜΗ ΓΑΜΗΣΩ! Οι βρωμιάρηδες οι Ευρωπαίοι, που όταν εμείς φιλοσοφούσαμε, αυτοί έσπαγαν πέτρες, το ξέρουν ότι η Ακρόπολη στις 26 Μαρτίου 2007 βγήκε πρώτη στον κατάλογο των μνημείων της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς; Ναααααα ρε μουνιά!! Νααααααα!!!!!!

Ναι, κυρίες και κύριοι, ναι. Ναι. Ναι, ναι, ναι, ναι. Η Ακρόπολη βγήκε πρώτη στον κατάλογο των μνημείων της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Καύλα!!!! Η φάτσα μου πιο σνομπ δε γίνεται!!!! Τα φρύδια μου έχουν φτάσει στις παρυφές των μαλλιών μου!!!! Το πάνω χείλος έχει μία ελαφρά κλίση προς τα πάνω ως ένδειξη απαξίωσης προς όλους τους άλλους που με κοιτάνε, μιλάνε, υπάρχουν, πέραν αυτής της λαμπρής χώρας!!!!! Ναι γαμώ τον πλανήτη! Οι πρόγονοί ΜΟΥ, οι δικοί ΜΟΥ πρόγονοι, ο παππούς μου ο Ικτίνος με τον κολλητό του τον Καλλικράτη σχεδίασαν σε μια φάση τον Παρθενώνα. Εκεί μωρέ μεταξύ φραπέ και φραπελιάς, πήραν την απόφαση να ξεκινήσουν. Μετά, ο μπατζανάκης του παππού μου, ο Φειδίας, κάθησε να φτιάξει κανένα άγαλμα και να δείτε πόσες φορές μάτωσε τα χέρια του ο άνθρωπος!! Τα ξέρω σας λέω!! Τι; Ο Περικλής; Έλα ρε μαλάκες! Θείος μου από την πλευρά της γιαγιάς μου. Πού νομίζετε ότι γνωρίστηκαν με τον Ικτίνο; Είχε κάνει τραπέζι η γιαγιά και ήταν ο Περικλής, ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης, ο Φειδίας και κει που είχαν πιει 8 κατρούτσα λένε ξαφνικά: Ρε μαλάκες, δεν κάνουμε ένα ναό; Γι’ αυτό είμαι περήφανη ρε πούστη. Και τώρα η Ακρόπολη στην 8η θέση; Κάντε πίσω για θα βρείτε ρε!

Διαβάστε παρακαλώ παρακάτω και σχολιάζουμε:

Η Ακρόπολη πρώτη στον κατάλογο των μνημείων της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς


Πρώτο μνημείο στον κατάλογο της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποτελεί επίσημα από τη Δευτέρα 26/3/07 η Ακρόπολη, μετά την πανηγυρική τελετή που έγινε το μεσημέρι στον Ιερό Βράχο, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Καρόλου Παπούλια και του δημάρχου Αθηναίων Νικήτα Κακλαμάνη.
Οι υπουργοί Πολιτισμού της Ελλάδας και της Γαλλίας, Γιώργος Βουλγαράκης και Ρενό Ντονεντιέ ντε Βαμπρ, αποκάλυψαν την ειδική πλακέτα του πρώτου μνημείου-συμβόλου του καταλόγου της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης και μίλησαν με ιδιαίτερα συγκινητικά λόγια για τη συμβολική αυτή τελετή που στέλνει μήνυμα σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
«Μέρα διπλής γιορτής» τόνισε ο Έλληνας υπουργός Πολιτισμού «καθώς έτσι γιορτάζουμε την Ευρώπη και τον πολιτισμό. Η αναγόρευση της Ακρόπολης δεν επισφραγίζει την υπεροχή ενός πολιτισμού έναντι άλλων. Κανείς πολιτισμός δεν είναι ανώτερος άλλων. Η Ακρόπολη, ως πρώτο μνημείο στον κατάλογο της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ενσαρκώνει τον πολιτισμό που μοιραζόμαστε όλοι οι άνθρωποι, ένα κατεξοχήν ευρωπαϊκό μνημείο που διατηρεί άσβεστη τη συλλογική μνήμη του παρελθόντος. Ο Παρθενώνας δεν είναι τυχαίο αποτέλεσμα της ελληνικής τέχνης, είναι απόρροια της ελληνικής μαθηματικής σκέψης, της Πυθαγόρειας θεωρίας των αριθμών και της αρμονίας, όπως εκφράστηκε κατά την αθηναϊκή δημοκρατία στα χρόνια του Περικλή».
Αναφερόμενος στο θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, ο κ. Βουλγαράκης τόνισε ότι «είναι στο χέρι της βρετανικής κυβέρνησης να διορθώσει ένα ιστορικό σφάλμα που συνέβη σε σκοτεινούς καιρούς για την Ελλάδα, να αποκαταστήσει την ενότητα ενός από τα πιο λαμπρά μνημεία της ανθρωπότητας και να απευθύνει προς την παγκόσμια κοινότητα ένα ιστορικό και θαρραλέο μήνυμα αντάξιο της λαμπρής της παράδοσης και ιστορίας».
Με συγκίνηση μίλησε για την αναγόρευση και ο Γάλλος υπουργός Πολιτισμού, εκ των εμπνευστών της πρωτοβουλίας, καθώς η συμβολή του υπήρξε καθοριστική, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε: «Υπάρχει μόνο ένας τόπος που γέννησε την τελειότητα. Είναι αυτός εδώ και δεν υπάρχει άλλος. Αυτός ο τόπος γέννησε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αλλά δεν είναι μόνο ο Ιερός Βράχος, είναι και οι αρχαιολογικοί χώροι που τον περιβάλλουν».
Νωρίτερα, στο κτίριο Βάιλερ οι υπουργοί Πολιτισμού Ελλάδας και Γαλλίας υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ των μουσείων των δύο χωρών για την παρεμπόδιση της κλοπής, των λαθραίων ανασκαφών και της παράνομης εισαγωγής και εξαγωγής των πολιτιστικών θησαυρών.

Και μετά απ’ όλα αυτά, έρχονται να μου πουν ότι η Ακρόπολη είναι στην 8η θέση; Τι λες τώρα ρε μαλάκα; Η ΑΚΡΟΠΟΛΗ στην 8η θέση; Θα σπρώξω ρε όλους τους συναδέλφους από τις καρέκλες τους να κάτσω εγώ στον υπολογιστή τους να ψηφίσω ρε! Αυτό να κάνετε και σείς ρε!

Πόσες μούντζες να ρίξω; Πόσες; Θα είναι άραγε αρκετές να φτάσουν μέχρι τα μούτρα τους; Αναρωτιέμαι. Από πού να ξεκινήσω; Από το ότι είμαι περήφανη; Η αλήθεια είναι πως είμαι γιατί η Ακρόπολη γαμάει και δέρνει και κάθε φορά που τη βλέπω, σκέφτομαι, νιώθω, κλαίω. Αλλά βασικά, είμαι περήφανη, γιατί ανήκω στην άρια φυλή. Φυσικά, γιατί όταν κλάνω με δύναμη πίνοντας φραπέ, φιλοσοφώ ωσάν τον Σωκράτη. Εννοείται, γιατί όταν βλέπω λαϊκούς να φυσάνε τη μύτη τους με τα δάχτυλα μέσα στο μετρό (ναι το έχω δει -στάση Κατεχάκη-, επιβάτης κατέβηκε από το συρμό πήγε στον τοίχο και φύσηξε τη μύτη του), θυμάμαι τους προγόνους ΜΟΥ. Είναι τελικά δυνατόν να βγάλουν την Ακρόπολη ένα από τα 7 θαύματα του κόσμου; Φυσικά και είναι! Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Το θέμα είναι ότι ψηφίζει ο κόσμος. Και αυτοί, εκτός από εμάς, που πρόκειται να την ψηφίσουν, είναι οι μελετητές της ιστορίας μας και οι καλοί μας οι τουρίστες. Οι τουρίστες όμως, είναι οι άνθρωποι που έρχονται να δουν αυτή τη χώρα και: μένουν σε άθλια ξενοδοχεία με χάλια εξυπηρέτηση, τρώνε σκατά, πληρώνουν τα κωλάντερά τους για ένα καφέ και μία πάστα, πληρώνουν 300 ευρώ να πάνε και να’ ρθουν στην Κρήτη και 20 να πάνε στη χώρα τους, τους ξεφορτώνουν σα ζώα στα καράβια και τους στέλνουν στο κατάστρωμα επειδή κουβαλάνε σάκους, τους βρίζουν μέσα στη μούρη τους και γελάνε, τους κλέβουν, τους απαξιώνουν, τους χλευάζουν, βέβαια όλοι θέλουν να τους γαμήσουν που είναι ξανθοί και ωραίοι ή μελαχρινοί και ωραίοι, τους εκμεταλλεύονται και κανείς δεν τους λέει ούτε ένα ευχαριστώ που να το νιώθει. Αυτοί είναι οι Ευρωπαίοι τουρίστες. Οι Αμερικάνοι είναι ηλίθιοι αλλά αφήνουν φράγκα και τους μιμούμαστε στο πάχος, οι Ιάπωνες είναι παράξενοι αλλά φραγκάτοι και κάνουμε το μόκο, οι Αυστραλοί είναι πολύ μακριά και δεν έχουμε άποψη και όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να πεθάνουν. Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι, οι καλοί, οι ελεγμένοι ντε, που έρχονται εδώ και μας χρυσοπληρώνουν ενώ θα μπορούσαν να πάνε σε χίλια άλλα υπέροχα και φθηνά μέρη, πρέπει να μπουν στον κόπο να ψηφίσουν την Ακρόπολη και να βγει πρώτη. Μπράβο. Χάρηκα. Αν η Ακρόπολη εκτός από μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς βγει και θαύμα, θα αισθάνομαι πιο πολιτισμένη από πριν. Δε θα ξαναδώ τον λαϊκό που πάει βόλτα στην Πλάκα και τον βγάζει να κατουρήσει στη γωνία. Ούτε τον κύριο μύξα στην Κατεχάκη. Ούτε θα προσέξω την τεράστια οικολογική καταστροφή από το ναυάγιο της Σαντορίνης τις προάλλες. Ούτε τις ζαρντινιέρες που βαράνε τον κόσμο, ούτε τις πορείες, ούτε τη φτώχεια, ούτε τη γκρίνια, ούτε τους ψωνισμένους, ούτε τίποτα. Γιατί η Ακρόπολη βγήκε πρώτη και θα ξαναβγεί και άρα είμαι πολιτισμένη. Γιατί ο πρόγονος του τύπου που έβγαλε τη μύξα στον τοίχο του μετρό, «γέννησε την τελειότητα».
Τώρα που το σκέφτομαι, ξέρω γιατί χαιρόμαστε. Χαιρόμαστε γιατί εκεί που έχουμε κατεβάσει το κεφάλι και πάμε να δεχτούμε πόσο τελευταίοι, πόσο ξεφτιλισμένοι και πόσο για κλωτσές είμαστε, τσουουουουπ! μια επιβράβευση. Τώρα η Ακρόπολη. Πριν, το EURO, το μπάσκετ και κάθε τρεις και λίγο, συμβαίνει κάτι, να μας δείχνει ότι κάτι καλό έχουμε. Μεγάλη μαλακία. Για να πάρει μπροστά αυτή η χώρα, πρέπει να χάσει τα πάντα. Να τη φτύνουν όλοι. Μα όλοι. Να μην ξαναπατήσει τουρίστας. Να τρώει ο ένας ταβερνιάρης στο νησί τα μπαγιάτικα γεμιστά του άλλου και να κάνει αυτός τσίρλα. Να πάρουν όλοι τα αρχίδια τους. Κι αυτοί που δε φταίνε φυσικά. Τι να κάνουμε; Για να ξεσηκωθούν αυτοί που δε φταίνε κάποτε, πρέπει να τους πάρει η μπάλα. Γιατί, όπως κι εγώ, γκρινιάζω, τρώγομαι με την κιλότα μου, κάνει ένα έτσι, κερδίζουμε ένα πρωτάθλημα, σηκώνω το φρύδι ψηλά. Αισθάνομαι περήφανη που μία κουράδα στο χάρτη κατάφερε κάτι τέτοιο. Αλλά θα μου πεις είσαι ηλίθια. Εδώ η κουράδα στο χάρτη, έχει καταφέρει να είναι η 5η χώρα στον κόσμο που μολύνει τον πλανήτη και τώρα, η χώρα που θα μολύνει όλη τη Μεσόγειο. Τς, σε τα μας; Γαμάμε.

Το πρόγραμμα της αγοράς της Κυψέλης από το φίλτατο Πάνα, αυτή, την ερχόμενη και τη μεθεπόμενη εβδομάδα :)

Πέμπτη 19 Απριλίου 2007

Αμαλία σημαίνει Δύναμη.

Λυπάμαι που από τόσο γέλιο που ρίξαμε χτες, σήμερα θα πέσει ξενέρωμα ολκής, αλλά κι εγώ χτες, μέσα στα γέλια, εκεί που είχε πονέσει το στομάχι μου να γελάω, την ανακάλυψα. Και έκατσα να σκεφτώ. Και θέλω πολύ να σας τη γνωρίσω. Κυρίες και κύριοι, η Αμαλία. Τυχαία τη βρήκα και αισθάνομαι πάρα πολύ τυχερή. Τυχερή που έχω ακόμα την υγεία μου και δεν έχω μπλέξει με τους γιατρούς που εργάζονται σε αυτή τη χώρα. Σαφώς και δεν είναι όλοι άχρηστοι. Ας μην πλατιάζω όμως. Διαβάστε και αν γνωρίζετε κάποιο καλό γιατρό ή είστε ένας καλός γιατρός που θα μπορούσε να τη βοηθήσει ουσιαστικά, επικοινωνήστε μαζί της. Επισημαίνω πως θέλω να τη διαβάσετε, γιατί τη θαυμάζω απεριόριστα. Και που’ στε; Δε θέλω σχόλια, ούτε να πείτε «αυτά συμβαίνουν». Να σκεφτείτε θέλω.
Αμαλία, μπράβο.

Πρόκειται για το post ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΣΟΥ, "ΓΙΑΤΡΕ ΜΟΥ".....

Το blog της Αμαλίας θα το βρείτε και στις «Ατομάρες» δίπλα.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2007

Ο Άγιος Δαβίδ Μετράει (σχόλια).

Τον David Santos νομίζω πως όλοι τον ξέρουμε. Έτσι δεν είναι; Σε πολλούς από εμάς έχει εμφανιστεί και μας ευχαριστεί για την καλή δουλειά και μας εύχεται μια καλή εβδομάδα. Τι καλός! Ή μήπως το κάνει για να μαζεύει σχόλια; Σε κάποιον από εσάς μπήκε και έγραψε κάτι κουλά ελληνικά, δε θυμάμαι η βλάχα σε ποιον και δεν άντεξα και ξαναμπήκα στο μπλογκ του. Παιδιά, στο ποστ L'HOMME: L'ÂME DU DIABLE, είχε μέχρι την ώρα που μπήκα εγώ, 170 σχόλια το άτομο! Σκίστηκα να γελάω. Όχι μόνο για τον αριθμό, αλλά γιατί εκτός από τον Σπιτόγατο που βρήκα να σχολιάζει στα ελληνικά, βρήκα και το παρακάτω σχόλιο:

صراحة اود تهنئتك علي المجهود الرائع الذي تبذله في متابعه الكثير من المدونات العربية وفاجئني صراحة موضوعك السابق وما تضمنه من كلام باللغة العربية تحية كبيرة اليك من مصر وخصوصا مني انا والسلام
وفاجئني صراحة موضوعك السابق وما تضمنه من كلام باللغة العربية
تحية كبيرة اليك من مصر وخصوصا مني انا

والسلام

Όπως καταλαβαίνετε, σκέφτηκα πως τον έχουν πάρει γραμμή και τον δουλεύουν ψιλό γαζί γράφοντας του -όπως ο Σπιτόγατος- ο καθένας στη γλώσσα του και αυτός βλέπει 170 σχόλια και 960 επισκέψεις από την Ελλάδα, 760 από το Ουζμπεκιστάν και φτιάχνεται. Εντωμεταξύ και σε κάποιο άλλο μπλογκ από δω, είδα ότι κάποιος έκανε έρευνα και είδε ότι το άτομο είναι μορφή λέμε και είναι παντού. Αλλά δε θυμάμαι. (Αναρωτιέμαι γιατί ανοίγω κουβέντα αφού δε θυμάμαι ένα αρχίδι. Τέλος πάντων). Στη συνέχεια, κοιτώντας τα σχόλιά του, γιατί δεν το βάζω κάτω εύκολα, είδα το παρακάτω:

Hi Mr Santos,I am here just to thank you for being a guest on so many of our Arabic blogs and I really appreciate what you are doing, you are such a great human being because you are trying to know our culture and language. I do hope that one day i can know how to speak Portuguese and at the same time u can speak Arabic.The poetry you have posted here, i don’t know if you are the writer or not, i think it is because it says " Texto de David Santos" but it is a great art work and its value lies in its meaning. thanks once again and hope to see you more. Hafsa

Ρουφήξτε την πορτοκαλάδα. Ο David Santos μαθαίνει αραβικά και κάνει τα κονέ του παντού. Είδαμε να αφήνει και κουλά ελληνικά στο μπλογκ, που δε θυμάμαι ποιο είναι είπαμε, που σημαίνει τι όλο αυτό: Προσπαθεί να κάνει το μπλογκ του τον Πύργο της Βαβέλ! Τι είπα ρε πούστη! Φαντάζομαι ότι ήδη έχετε μουντζώσει την οθόνη σας αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα. Το πιο ωραίο είναι ότι ο David Santos ίσως ανακαλύψει αυτό το ποστ και δε θα ξέρει τι λέω που σημαίνει πως θα μάθει ακόμα πιο γρήγορα ελληνικά γιατί θα καεί από περιέργεια. Λέτε να κινδυνεύουμε με κάποιου είδους συνωμοσία; Λέτε να τρέχει κάτι; Να σώσουμε το έθνος άμα είναι. Κι άμα η σωτηρία του έθνους οργανωθεί από δω μέσα, καταλαβαίνετε πως θα μείνω στη ιστορία. Συγκινούμαι και που το σκέφτομαι ρε πούστη.
Βεβαίως, αν επιθυμείτε να τον βοηθήσουμε να μιλήσει πιο γρήγορα ελληνικά που σημαίνει να βοηθήσετε να σώσουμε το έθνος που σημαίνει να με βοηθήσετε να μείνω στην ιστορία, μπορούμε να μπαίνουμε στο μπλογκ του και να του μαθαίνουμε λέξεις με τον εξής τρόπο:

Arhidia: good morning
Psoli: taxi
Mοuni: good afternoon
Gamiese paliopousta: I want a glass of water please
Klano les na pethano: thank you very much

και άλλα τέτοια. Φυσικά και ΔΕΝ πρόκειται να το κάνω εγώ αυτό διότι το θεωρώ ανήθικο και ΔΕΝ το συνιστώ ούτε σε σας. Κι αν το κάνει κανείς θα είναι πολύ μαλάκας. Αυτό, για να μην παρεξηγούμαστε. No, mr. Santos. Do not learn these words. They are bad. Not! Έτσι, για να σιγουρευτούμε. Περίπου...
Το λοιπό, περιμένω τις γνώμες σας γιατί ενδιαφέρομαι (να σώσω το έθνος).

Υ.Γ. Δηλώνω πως δεν είμαι υπεύθυνη για καμία συνομωσία. Το μόνο μου ενδιαφέρον είναι η λύτρωση του έθνους μας. Δηλώνω επίσης πως δεν με ενδιαφέρει ούτε η λύτρωση του έθνους αν πρόκειται να βασανιστώ. Φοβάμαι τα αίματα. Άνετα μετακομίζω στην Πορτογαλία να διαπρέψω στο πλευρό του αγαπητού David Santos. Ευχαριστώ.

Τρίτη 17 Απριλίου 2007

Κόρη να’ ναι κι ό,τι να’ ναι.

Έτσι είπε η μάνα και μ’ έταξε. Δεν εξηγείται αλλιώς. Δεν είναι δυνατόν όποτε κάνω μπάνιο και είμαι ωραία και καθαρή να με πιάνει χέσιμο. Όχι ρε γαμώτο, δε γίνεται. Δε πα να’ χω χέσει τρεις φορές; Ε, μόλις κάνω μπάνιο και βγω, ως επί το πλείστον, θα με πιάσει χέσιμο. Τι πράμα είναι αυτό; Τρελή ταλαιπωρία. Και το νεράκι που χρησιμοποιώ είναι ζεστό το γαμημένο. Να πω ότι είναι κρύο και καλά να σφίξουν οι κώλοι, απα πα. Αστεία πράγματα. Δεν καταλαβαίνω τι είδους τάξιμο είναι αυτό. Άλλοι λένε «Παναγία μου να είναι καλά το παιδάκι μου» και τέτοια. Εμένα τι είπε; Να’ ναι κόρη (γιατί λύσσαγε για κόρη, αυτό το ξέρω) και να κάνει όλες τις μαλακίες του κόσμου; Γιατί δεν είναι μόνο το χέσιμο! Όοοοοχι! Είναι κι άλλα! Όπως αυτό με το νυχτερινό κατούρημα! Όταν ξυπνήσω το βράδυ για κατούρημα, έτσι και δε με πάρει ο ύπνος στο καπάκι, αρχίζω και πεινάω. Ε όχι ρε πούστη. Τι να κάνω 4 η ώρα τα ξημερώματα; Να πλακωθώ στα λουκάνικα και τις ομελέτες; Εγώ να κατουρήσω σηκώθηκα. Η πείνα που κολλάει; Μα είναι δυνατόν; Τι σκατά; Κωλόγρια είμαι ή βρέφος; Αμάν ρε μάνα! Αμάν γαμώ την καταδίκη της πείνας και του χεσίματος!

Δευτέρα 16 Απριλίου 2007

100.

Σήμερα γράφω το 100ο ποστ αυτού του μπλογκ. Έχω ανατσουτσουρώσει ολάκερη. Μου έχει σηκωθεί η πέτσα και μοιάζω με κότα. Αν μπορούσατε να με δείτε, θα παθαίνατε πλάκα. Τα ρούχα μου έχουν σηκωθεί τουλάχιστον 5 εκατοστά από την ανατσουτσούρα. Τα μαλλιά μου είναι όρθια και μοιάζω με τη μέδουσα σε ξανθό μελί. 100 ποστ. Δεν τολμώ να κοιτάξω πίσω να δω τι ήταν όλα αυτά. Αλλά τι να κοιτάξω; Θα δω τουλάχιστον 10.000 φορές γραμμένες τις λέξεις «κουράδα», «σκατά», «πατσαβούρα», «μουνί», «αρχίδια» και άλλες τέτοιες βαθυστόχαστες.
Είμαι βαθιά συγκινημένη. Τα δάκρυα έχουν πέσει πάνω στο πληκτρολόγιο και το πλένουν. Μάλιστα, αν κάποιο γράμμα του πληκτρολογίου δεν έχει βραχεί, πάω από πάνω του, σφίγγομαι να πέσει το δάκρυ να πλυθεί και αυτό. Είμαι καλός άνθρωπος. Πολύ καλός. Και έξυπνος. Πολύ έξυπνος. Δε μπορώ να μη σκεφτώ όλα τα γράμματα-πλήκτρα του πληκτρολογίου. Δε γίνεται. Δε μπορεί. Πως είναι δυνατόν να μείνει ένα χωρίς δάκρυ συγκίνησης; (καλός άνθρωπος). Μπορεί να ζηλέψει και να μη θέλει να πατηθεί μετά (έξυπνος άνθρωπος).
Λέω άσχετα και δεν είναι καλός τρόπος να γιορτάσεις τα 100 ποστ. Είναι σαν να έχεις γενέθλια και αντί τούρτα τους δώσεις τίλιο. Άσχετο δεν είναι; Αλλά προχωρημένο τολμώ να πω. Τελικά η Αμάντα, Αμαλία, Αλέκα, Αντωνία, είχε δίκιο σε αυτό που έλεγε για τα μπλογκς. Κοιτάξτε τώρα τι γράφω. Ό,τι να’ναι. Ντροπή κι αίσχος. Που είναι τα σοβαρά πράγματα; Που είναι οι προβληματισμοί; Που είναι οι βαθύτερες σκέψεις; Πουθενά φίλη Αμαλία, Αμάντα, Αλέκα, Αντιγόνη. Γιορτάζω τα 100 ποστ και κάνω ό,τι γουστάρω. Άμα δηλαδή εσείς έχετε γενέθλια κάνετε ό,τι θέλουν οι άλλοι; Ό,τι θέλετε εσείς δεν κάνετε; Θα μου πείτε, κάθε μέρα, ό,τι θες κάνεις, εκτελείς κάποιες εντολές; Και πού το ξέρετε ρε ότι δεν εκτελώ εντολές; Πού το ξέρετε ότι αυτά που γράφω είναι δικά μου; Δεν το ξέρετε. Το επιβεβαιώνω όμως εγώ. Ναι δικά μου είναι. Δε θα ήθελα να φορτώσω αυτό το βάρος σε κανέναν άλλο παρά μόνο στον εαυτό μου.
Και για να δώσουμε λίγη βαρύτητα σε αυτό το εορταστικό ποστ, έχω να πω πως σε 25-50 χρόνια δε θα έχουμε πόσιμο νερό, πολλά πουλιά τρώνε αποτσίγαρα που πετάμε στη θάλασσα ή σε λίμνες ή όπου βρούμε και πεθαίνουν, η μόλυνση από το γαμοκάραβο που βούλιαξε στη Σαντορίνη είναι τρομακτική και δεν βιάζεται κανείς (κρατικός φορέας μαλακίας) να μαζέψει τον αμάζευτο, έλα μωρέ τώρα, γίνεται της πουτάνας το κάγκελο και… μετά χαράς μου βλέπω σιγά-σιγά τον κόσμο να αντιδράει! Επιτέλους! Σήμερα κάτω από το σπίτι μου είχαν κολλήσει χαρτιά να μαζευτούμε λέει να κάνουμε κάτι για τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας που μας γαμάνε τον εγκέφαλο. Τι χαρά έκανα! Έχετε ξαναδεί άνθρωπο να κοιτάει τον τοίχο της πολυκατοικίας του και να έχει ένα χαμόγελο μέχρι τα φρύδια; Ε, έτσι ήμανε. Αν λοιπόν, δεν κάνουμε κάτι τώρα, όλοι μαζί, θα πάρουμε τα αρχίδια μας και οι μαλάκες θα μας λένε εμάς πιο μαλάκες και δίκιο θα’ χουν. Αν δεν κάνουμε επιπλέον αυτό που τραβάει η ψυχούλα μας, θα καταντήσουμε ψυχοπαθείς και νευρωτικοί, αν δεν αγαπήσουμε πολύ, δε θα μάθουμε ποτέ πως είναι και αν τελικά δε γίνουμε και λίγο μαλάκες δε θα καταλάβουμε ποτέ τι σημαίνει μαλακία πράγμα χρήσιμο για να είμαστε σε θέση να την εξαλείψουμε γιατί εγώ προσωπικά τη βαρέθηκα. Το λοιπό, επειδή η ανατριχίλα-ανατσουτσούρωμα αρχίζει να πέφτει (ξεκαύλωσε μ’ αυτά και μ’ αυτά) σας αφήνω λέγοντας πως είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη που εδώ μέσα έρχονται τόσο καλά άτομα, είμαι πολύ ευτυχής που με συμπαθείτε και διαβάζετε την κάθε μαλακία που λέω και είμαι ιδιαίτερα ευχαριστημένη που βρίσκομαι ανάμεσά σας αν και αυτό το τελευταίο είναι μεγάλη μούφα-μαλακία-παπαριά, καθότι πάντα ανάμεσα σας ήμουν αφού κατοικούμε στον ίδιο πλανήτη-ήπειρο-χώρα-πόλη-συνοικία το όνειρο. Σας φιλώ.

Υ.Γ. Τα έκανα λίγο πουτάνα (τα μπέρδεψα στα ελληνικά) αλλά δεν είναι θέμα. Έχετε συνηθίσει. Συν ότι βαριέμαι τόσο γαμημένα πολύ που άρχισε να με πονάει η πλάτη μου.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2007

Φίλοι για πάντα. Πάσχα.

Εισαγωγή.
Η έμπνευση είναι ένα περίεργο πράγμα. Δεν μπορείς να την κουλαντρίσεις την πουτάνα. Αν βάλεις και μια μικρή έως μεγάλη χρονοκαθυστέρηση, έχεις το παρακάτω αποτέλεσμα.

-Ρε μαλάκα που θα πάμε το Πάσχα;
-Γιατί έχεις καμιά ιδέα;
-Ναι αμέ! Να πάμε στον Τύρναβο!
-Τι μαλάκας είσαι ρε μαλάκα! Τι να κάνουμε στον Τύρναβο; Εκεί είναι καλά τις απόκριες που παίρνουν τους ψεύτικους πούτσους και τους πάνε βόλτα.
-Ε, το Πάσχα τι πάνε βόλτα;
-Τον Επιτάφιο ρε μαλάκα!
-Άσε μας μωρέ μαλάκα. Που να πάμε δηλαδή;
-Δεν πάμε στους Αγίους Θεοδώρους;
-Ναι σιγά μην πάω και στη Γλυφάδα.
-Ρε μαλάκα, τι συγκρίνεις;
-Ναι ρε μαλάκα, σωστά, τι συγκρίνω; Άλλο οι Άγιοι Θεόδωροι και άλλο η Γλυφάδα!
-Μα μαλάκας είσαι;
-Εσύ είσαι!
-Πω ρε μαλάκα θα συνεννοηθούμε τώρα; Θες να πάμε κάπου ναι ή ου;
-Εξαρτάται.
-Από τι; Από τη Μαρία;
-Χέσε μας ρε μαλάκα. Η Μαρία θα πάει στη μάνα της στο χωριό.
-Έλα ρε μαλάκα! Και γιατί δεν πάμε και μεις;;
-Πας καλά ρε μαλάκα;; Θες να με αρραβωνιάσουν στα καλά καθούμενα;;;!!
-Γιατί; Σου κακοπέφτει; Τόσο καιρό ταλαιπωρείς το κορίτσι.
-Να! ρε μαλάκα! Έχε χάρη που δε σε πλησιάζει θηλυκό κουνούπι αλλιώς θα σου’ λεγα εγώ!
-Λέγε.
-Τι;
-Τυρί.
-Δεν τρώω ροκφόρ.
-Άντε γαμήσου ρε μαλάκα. Εγώ θα πάω Τήνο κι άμα θες έλα.
-Τήνο; Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα πας καλά ρε μαλάκα;
-Γελάει ο μαλάκας. Γιατί γελάς κύριε μαλάκα;
-Γιατί στην Τήνο θα γίνεται της πουτάνας το κάγκελο! Να πας ρε μαλάκα, να πατήσεις και καμιά γριά που θα σούρνεται, να τρέχεις.
-Δε θα πάω με αμάξι ρε μαλάκα!
-Ε και; Είναι τόσες πολλές που θα πατήσεις κάποια όπως κι αν είσαι.
-Πω πω είσαι μεγάλος καραγκιόζης. Φεύγω.
-Που πας ρε μαλάκα;
-Να κανονίσω το ταξίδι.
-Να σου πω ρε μαλάκα γιατί μου τη δίνεις στα νεύρα. Τι με ρωτάς αν θέλω να πάμε κάπου αφού έχεις ήδη κανονίσει; Άντε γαμήσου.
-Άντε γαμήσου συ ρε μαλάκα! Σε ρώτησα, απαντάς μαλακίες, με έχουν καλέσει, γεια σας.
-Της γιαγιάς σας. Σκατά θα περάσετε!
-Εσύ θα περάσεις σκατά μαλάκα!
-Άντε γαμήσου!
-Καλό Πάσχα μαλάκα!

ΜΕΤΑ ΑΠΟ 6 ΜΕΡΕΣ

-Έλα ρε μαλάκα! Τι έγινε;
-Τι κάνεις ρε μαλάκα;;
-Καλά! Εσύ πως τα πέρασες στην Τήνο;
-Τέλεια φίλε μου. Που να στα λέω!
-Έγινε κάτι;
-Ναι, θα σου πω. Εσύ πως τα πέρασες;
-Καλά, δε θα το πιστέψεις!
-Τι ρε μαλάκα; Βρήκες γκόμενα;;
-Μπράβο ρε γύπα! Βλέπεις μακριά! Ναι! Και ξέρεις που πήγαμε;
-Που ρε μαλάκα;
-Στην Τήνο!
-ΤΙ;; Τι λες ρε μαλάκα; Και γιατί δε με πήρες τηλέφωνο;;;;
-Γιατί δεν προλάβαινα και δεν ήθελα να το μάθει και κανείς.
-Κανείς είμαι γω ρε μαλάκα; Τι να σου πω.. Αλλά ντάξ’ δεν τρέχει, γιατί και να μ’ έπαιρνες, ήμουν απασχολημένος..
-Έλα ρε μαλάκα! Και συ γκόμενα;;
-Ναι ρε κακομοίρη, τι νόμιζες; Λέγε όμως! Πώς βρέθηκες Τήνο; Η Μαρία τι έγινε ρε μαλάκα;;;
- Χέσε τη Μαρία! Είδα ένα φίλο που είναι από το ίδιο χωριό με τη Μαρία και την είδε λέει να μπαλαμουτιάζεται με ένα μαλάκα.
-Τι λες τώρα ρε μαλάκα;!! Το Μαράκι στα φόρεσε;; Χοχοχοχοχο τι λες τώρα!
-Στ’ αρχίδια μου ρε μαλάκα! Εδώ βρήκα γκόμενα αστέρι σου λέω!
-Για λεγ’, για λέγ!
-Όταν με παράτησες κι έφυγες για Τήνο..
-Ναι το καημένο το δύσμοιρο.. το παρατήσαμε μοναχούλι..
-Σκάσε ρε μαλάκα να σου πω!
-Λέγε μωρέ μαλάκα!
-Όταν έφυγες λοιπόν και πήγες Τήνο, εγώ πήρα το Μπάμπη και το Στέλιο και βγήκαμε.
-Πω ρε πούστη κατάντια! Με τους μαλάκες βγήκες ρε κακομοίρη;;
-Μαλάκες μαλάκα, αλλά έχουν κάτι γνωριμίες μπουκιά και συχώριο!!
-Για λεγ’ για λεγ’!
-Βγήκαμε που λες και ήρθαν και κάτι φίλες τους. Ε, με τη μία έκανα τα κονέ μου, γουστάραμε, πηδηχτήκαμε σα σκυλιά στο γκαζόν και την μεθεπόμενη φύγαμε για Τήνο!
-Έλα ρε μαλάκα πηδούκλα!!!! Μπράβο! Και που μείνατε;;
-Στο σπίτι της γιαγιάς της στην πόλη.
-Έλα ρε μαλάκα! Και η γιαγιά της;
-Είχε μαλάκυνση και όσες φορές με έβλεπε ξανασυστηνόμασταν. Αφασία σου λέω!
-Κι όταν έπεφτε το πουλάκι η γιαγιά ερχόταν και ξανασυστηνόταν και τότε; Χαχαχαχα!!
-Όχι ρε μαλάκα, ήταν και κουφή!
-Α μια χαρά!! Και πως λέγανε τη γκόμενα ρε σαβούρη;
-Πίνια.
-Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ!!! ΠΩΣ;;
-Πίνια ρε μαλάκα αντίχριστε. Γιατί χτυπιέσαι;
-Ρε μαλάκα, Πίνια λέγανε και τη δικιά μου στην Τήνο.
-Ε ντάξει ρε μαλάκα, τόσες Πίνιες υπάρχουν.
-ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΠΑΣ ΚΑΛΑ; ΠΟΣΕΣ ΕΧΕΙΣ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΩΣ ΤΩΡΑ;;
-Μη φωνάζεις ρε γελοίε. Δεν είναι η ίδια σου λέω.
-Τι λες ρε μαλάκα, μας βρήκε μαλάκες και μας δούλευε η καριόλα αλλά αγαπάει ο θεός τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη! Μαθαίνονται οι απάτες γρήγορα!!!
-Ρε μαλάκα, μπορείς να σταματήσεις να κάνεις σαν κατίνα; Δεν είναι η ίδια σου λέω!
-Ήθελα να ήξερα πως κάνω παρέα ένα τόσο μαλάκα άνθρωπο.
-Γιατί έχω τα ίδια κυβικά μαλακίας με σένα ρε μαλάκα, γι’ αυτό!!!
-ΟΚ. Πως ήταν εμφανισιακά η δικιά σου Πίνια;
-Πολύ μουνί.
-Αλήθεια; Τι λες τώρα; Α εντάξει. Δεν είναι η ίδια. Λέγε ρε γελοίε ανεγκέφαλε! Ξανθιά μελαχρινή, μακριά μαλλιά, κοντά, βυζάρες, φορούσε γυαλιά;
-Όλα αυτά.
-Τι όλα αυτά; Ήταν και ξανθιά και μελαχρινή είχε και μακριά και κοντά μαλλιά; Τι σκατά; Γίνε πιο συγκεκριμένος ρε μαλάκα γαμώ την κοινωνία μου!!
-Ρε μαλάκα, ήταν πολύ μουνί η γκόμενα σου λέω. Ωραία πόδια, ωραία βυζιά, κωλαράκι τρελό κι ένα στόμα η πουτάνα, ροδάνι πήγαινε η γλώσσα της!
-Α καλά. Ρε μαλάκα, θες να πάμε επιτόπου Τήνο να τη βρούμε την πουτάνα; Κι άμα δεν είναι η ίδια, πάω πάσο!
-Ρε μαλάκα, άμα είναι η ίδια, θες να την πάρουμε και οι δύο;
-Λες ρε μαλάκα;
-Ε άμα την έχουμε πηδήξει και οι δύο, τι πειράζει να είμαστε όλοι μαζί;
-Σωστά. Αλλά μαλάκα στο λέω, μην κάνεις καμιά μαλακία και ακουμπήσεις τον κώλο μου για θα σε γαμήσω.
-Άντε μωρέ μαλάκα κλανιάρη που θα ακουμπήσω τον σκατόκωλό σου.
-Πάω για εισιτήρια.
-Πίνια σου' ρχομαστε!!!

Τετάρτη 11 Απριλίου 2007

Ήρθε…

Τώρα, δε θα μου ξαναπούν «Αχ! Τι ωραία καπαρντίνα!»… Δε θα ξανακούσω «Αχ! Τι ωραία τσάντα!»… Γιατί ήρθε. Ήρθε το Η&Μ στην Ελλάδα. Ω ναι. Και μεις, ως γνήσιοι άστεγοι, γύφτοι, ξενολάγνοι (γουστάρουμε τα πράγματα απ’ αλλού, τα δικά μας δεν είναι ωραία -μάλλον-), πέσαμε και τα πήραμε όλα. Τι; Σχεδίασε η Μαντόνα ρούχα; Όου-μάι-γκαντ! Πήραμε την ηλεκτρική σκούπα και πήγαμε στο Η&Μ και τα σαρώσαμε όλα. Γιατί τα καημένα, δεν έχουμε ρούχα να βάλουμε. Ούτε έπιπλα να κάτσουμε. Γι’ αυτό κι όταν άνοιξε το ΙΚΕΑ έπεσε σύρμα και δεν έμεινε ούτε θήκη για σαπούνι. Το θυμάστε; Το ξέρετε; Οι Σουηδοί έπαθαν κολούμπρα με την πάρτη μας γιατί δεν ήταν προετοιμασμένοι οι άνθρωποι και είχαν στείλει συγκεκριμένο φορτίο στην Ελλάδα. Ε, δεν έφτασε. Μέσα σε μία εβδομάδα, δεν υπήρχε τίποτα. Κόντεψαν να πάρουν και τους πωλητές. Ειδικά κάτι χοντρούληδες, σαν μπιμπελό ήταν οι άτιμοι. Και μέχρι να έρθουν τα φορτηγά με τα έπιπλα, οι Έλληνες, αυτός ο περήφανος λαός, που μόλις τώρα βγήκε από την κατοχή και έπιασε λίγα λεφτά στα χέρια του, κόντεψαν να φάνε τις κολόνες του ΙΚΕΑ. Οι κατάλογοι δε; Το τι κλοπές καταγράφηκαν, δε λέγεται! Μόνο εγώ, έκλεψα από ξένες πόρτες ίσα με 6 καταλόγους.
Έτσι και τώρα, το Η&Μ, ας πουλάει τα ρούχα του πιο ακριβά στην Ελλάδα απ’ ότι στα άλλα καταστήματά του στην Ευρώπη, ας έχει ίδια ποιότητα και τιμές με το Ζάρα-Μαγαζάρα, εμείς θα το πάρουμε όλο. Όλο σας λέω όλο. Και πρώτη εγώ. Πρώτη φορά στο Λονδίνο πριν 15 χρόνια, το είδα, μπήκα και βγήκα. Φυσικό ήταν. Μπροστά στα άλλα γαμώ-τα-μαγαζιά που είχε, γιατί έπρεπε να αγοράσω μακό-άντερα; Όσο περνούσαν τα χρόνια και ταξίδευα, ξανάμπαινα στα Η&Μ, ανά την Ευρώπη, και όλο και καλύτερα τα έβλεπα. Είχε πατσαβούρια αλλά είχε και μερικά καλά. Μέχρι που πήγα πέρσι στο Άμστερνταμ και έμπαινα 4 φορές την ημέρα και έπαιρνα και από κάτι. Καλά ξεφτίλα δεν το συζητώ. Ασχολίαστο. Αλλά. Πλέον, είχε ρούχα που ΜΟΥ άρεσαν. Προσοχή. Σε μένα άρεσαν. Δε σημαίνει ότι επειδή άρεσαν σε μένα, ήταν και ωραία. Είχε καταρχάς, το νούμερό μου σε όλα τα σχέδια, γιατί; Γιατί οι Ολλανδοί/έζες είναι τεράστιοι/ες και το small το δικό τους είναι 2 φορές το extra small το δικό μας. Άρα, έλειπαν τα νούμερά τους και έβρισκα το δικό μου. Παράδεισος. Επίσης, όταν ήμουν, είχε εκπτώσεις. Καπαρντίνα κόκκινη 12€. Άμα βρείτε εδώ στις εκπτώσεις, στα Η&Μ καπαρντίνα με 12€ στο νούμερό σας, ελάτε να μου το πείτε σας παρακαλώ. Με λίγα λόγια, βρήκα ένα μαγαζί που είχε ρούχα στο νούμερό μου, να ΜΟΥ αρέσουν και ήταν πολύ-πολύ φτηνά. Επίσης, όταν είχα βρεθεί στη Μαδρίτη, δεν πήρα ούτε Ζάρα, ούτε Camper. Δεν ήταν φτηνά. Ούτε είδα κάτι να κόψω τις φλέβες μου. Camper πήρα από το Βερολίνο. Μπότες, από 250€, 100€. Εκπτώσεις και πάλι. Έτσι πρέπει να ψωνίζει ο κόσμος που θέλει φτηνά ρούχα. Αλλιώς, δε θέλει φτηνά. Θέλει ρούχα από καινούριο μαγαζί στην πόλη του. Κι ας μην έχει κάτι διαφορετικό. ΤΟ Η&Μ είναι λες και μπαίνεις στο Ζάρα ή το Berska. ΟΚ. Όταν πήγα στο Η&Μ στη Σταδίου, ήταν 9 το πρωί, καθημερινή. Ξέρετε τι γινόταν εκεί μέσα; Δε θέλω να σκεφτώ καν τι θα γίνεται το Σάββατο. Λες και μοίραζαν λεφτά. Εγώ πήρα ένα πουκάμισο και ένα φόρεμα γιατί μου άρεσαν. Μου άρεσαν. Φτηνά; Όχι. Νορμάλ. Κοίταξα ποιότητα, κοίταξα τιμή, σκέφτηκα, πήρα. Συναντάω μια κοπέλα στο δοκιμαστήριο που περιμέναμε, δεν την ήξερα, και αρχίσαμε να μιλάμε. Και κάποια φάση μου λέει: Είναι πολύ φτηνά!!!!. Ε, δεν ήθελα να της πάρω τη χαρά και απλά χαμογέλασα. Που το είδε το φτηνά; Και πολύ κιόλας!! Όχι ρε παιδιά. Και το ΙΚΕΑ. Ναι, είναι φτηνό. Η ποιότητα όμως; Εγώ ΙΚΕΑ γουστάρω γιατί άμα έρθει και ξεράσει κανείς στον 200€ καναπέ, δε θα χαλαστώ. Και άμα λάχει και τον βαρεθώ, τον σουτάρω και παίρνω άλλο. Οι ξένοι –Ολλανδοί-Γερμανοί-Σουηδοί κλπ.- είναι μαθημένοι να αλλάζουν έπιπλα πολύ συχνά. Στην Ολλανδία, υπάρχουν συγκεκριμένες περιοχές και συγκεκριμένες περίοδοι που οι κάτοικοι πετάνε τα πράγματά τους και πάει κόσμος και μαζεύει. Μια φίλη μου φοιτήτρια, πήρε από το δρόμο ψυγείο, κουζίνα, καναπέ και υπολογιστή! Εδώ, βλέπετε να πετάει κανείς τίποτα; Και το πιο ωραίο είναι που παίρνουν από το ΙΚΕΑ και μετά σιχτιρίζουν που το ύφασμα δεν ήταν καλό, που το ελατήριο είναι έτσι και δεν έτσι, ρε δε μας χέζετε; Αλλά βλέπεις, εμείς, θέλουμε να δίνουμε 2€ να μας χαρίζουν ένα σπίτι και να τους ρίχνουμε και ένα μπούτσο από πάνω. Φυσικά και δε μιλάω για τις νεότερες γενιές. Νομίζω πως αυτές ξέρουν τι παίρνουν, από πού και γιατί, τις περισσότερες φορές. Αλλά οι μεγαλύτερες γενιές… τι γυφτιά!! Σε όλα τα ταμεία που παρατήρησα στο Η&Μ, στις 6 πελάτισσες, οι 4 είχαν αλλαγή με μία μέρα μόνο το κατάστημα ανοιχτό! Τι σκατά! Πάνω στον πανικό να πάρουν τα πάμφθηνα αριστουργήματα (?) έκαναν λάθος στα νούμερα; Ή πίστευαν, λέτε, ότι τους μπαίνει το 8 κι όχι το 14 που φοράνε συνήθως; Χου νόουζ;
Κοπελιές και παλικάρια, γίναμε μαλλιά κουβάρια μέσα στο Η&Μ. Ρε χαλαρώστε λέμεεεε…

Τρίτη 10 Απριλίου 2007

Έκθεση

Θέμα: Πως πέρασα το Πάσχα.

Αυτή τη στιγμή, βαριέμαι πάρα πολύ να γράψω έκθεση και μου τη δίνει που πρέπει να το κάνω με το ζόρι. Αλλά τι να κάνω. Άμα δε γράψω θα μου βάλετε κάτω από τη βάση και μετά θα με πρήξουν οι δικοί μου και δεν έχω καμία όρεξη. Οπότε, θα σας τη γράψω την έκθεση αλλά είναι τσάμπα κόπος γιατί το Πάσχα δεν έκανα τίποτα οπότε δεν ξέρω τι να σας γράψω. Το Πάσχα είναι μια μεγάλη γιορτή που όλοι γιορτάζουν την ανάσταση του Κυρίου. Δεν ξέρω αν ξέρουν ακριβώς τι έγινε γιατί πολύ συχνά ακούω να βρίζουν χριστοπαναγίες. Δεν μπορώ να καταλάβω. Άμα μεγαλώσω θα καταλάβω, δε μπορεί. Το Πάσχα λοιπόν πέρασα πάρα πολύ ωραία γιατί δεν έκανα τίποτα. Και αυτό ήταν το καλύτερο απ’ όλα. Διάβασα με την ησυχία μου, είδα ταινίες, είδα τους φίλους μου, κοιμήθηκα, έφαγα, ξεκουράστηκα. Μας έχετε ξεπατώσει κυρία. Και σεις και όλοι οι υπόλοιποι που όλο απαιτήσεις είστε. Κάνε τα αγγλικά, κάνε το πιάνο, κάνε τα μαθήματα, πήγαινε στο γυμναστήριο, δε με χέζετε θα έλεγα εγώ, αλλά δεν το λέω γιατί δε μου αρέσει να βρίζω. Αυτά. Δεν έχω τι άλλο να σας πω. Μόνο, επειδή έκανα πολύ μεγάλο κόπο να γράψω όσα έγραψα, θα ήθελα να μου βάλετε πολύ καλό βαθμό, αλλιώς θα πω στη μαμά μου ότι προχτές που ήρθε να με πάρει ο μπαμπάς, του βάλατε ένα χαρτάκι με το τηλέφωνό σας στο χέρι κρυφά. Και το είδα και γω και ο αδερφός μου ο Γλύκας.


Κούλης Κωλογριέτζος
Ε Δημοτικού

Πέμπτη 5 Απριλίου 2007

Αρνάκι Άσπρο και Παχύ.

Με την ευκαιρία του Πάσχα, που εύχομαι να είναι για όλους υπέροχο, θυμήθηκα μια ιστορία :)

Όταν ήμουν μικρή, η μαμά μου με τον μπαμπά μου πήγαν στο χωριό. Όταν γύρισαν, μου έφεραν ένα αρνάκι. Ήταν μικρό, άσπρο και πολύ όμορφο. Ήταν δύο μηνών. Το έφεραν στην Αθήνα για να μεγαλώσει και να το φάμε το ερχόμενο Πάσχα. Ήμουν μικρή και δε θυμάμαι πόσο καιρό πριν το Πάσχα το έφεραν. Ας πούμε 8 μήνες.
Με το που το έφεραν στο σπίτι ενθουσιάστηκα! Ήμουν με τον ξάδερφό μου που μέναμε στην ίδια πολυκατοικία και τσιρίζαμε σαν χαζά μόλις το είδαμε. Αυτός βέβαια, λίγο μεγαλύτερος, έκανε το μάγκα, ότι δεν τον ένοιαζε και πολύ, αλλά μετά μου’ ριχνε ξύλο για να παίξει με το αρνάκι πρώτος.
Το αρνάκι μεγάλωνε μαζί μας. Το έπαιρνε η μαμά μου μαζί της, χωρίς να το έχει δεμένο, όταν περίμενε να έρθει το σχολικό να με πάρει και οι κυρίες τη ρωτούσαν τι ράτσα σκυλάκι ήταν, το πηγαίναμε στη θάλασσα και αυτό έμπαινε στο νερό και πάθαιναν πλάκα οι άλλοι να βλέπουν μια άσπρη μπάλα που βελάζει να κολυμπάει, το πηγαίναμε εκδρομές και έπαιζε στα χόρτα, έτρεχε γύρω από τα δέντρα μα ποτέ δεν το’ σκασε, το λούζαμε και του φορούσαμε τα φουστανάκια που είχα όταν ήμουν μωρό και γελούσαμε πολύ, έτρωγε παγωτό, έγλυφα παγωτό, έγλυφε παγωτό. Μία αυτό, μία εγώ. Κοιμόταν δίπλα στο κρεβάτι της μαμάς και το αγαπούσαμε όλοι πολύ.
Το Πάσχα πλησίαζε.
Το αγαπούσαμε όλο και πιο πολύ. Παίζαμε κυνηγητό στην ταράτσα και άφηνε τα κουραδάκια του πίσω και μεις πηδούσαμε από πάνω τους για να μην τα πατήσουμε και γελούσαμε τόσο δυνατά! Τρέχαμε γύρω-γύρω μέχρι που δεν μπορούσες να καταλάβεις ποιος κυνηγάει ποιον. Το λατρεύαμε. Το φιλούσαμε. Όταν το αφήναμε λίγο μόνο του, βέλαζε, ουου!, πολύ δυνατά κι έτσι είχε καταφέρει να μην το αφήνουμε μόνο του ποτέ. Του δίναμε γάλα με μπιμπερό.
Το Πάσχα πλησίαζε. Και κανείς δεν ήθελε να σκεφτεί τι θα γίνει.
Το αρνάκι μεγάλωνε. Εμείς, εγώ και ο ξάδερφός μου, περιμέναμε πως και πως να γυρίσουμε από το σχολείο να παίξουμε με το αρνί. Τα μάτια καρφωμένα στα κινούμενα σχέδια και τα χέρια στο αρνί να το χαϊδεύουμε.
Το Πάσχα πλησίασε πολύ. Κι έπρεπε να παρθεί μια απόφαση.
Το αρνάκι μασουλούσε τις ρόμπες της μαμάς. Κάτι εργάτες, απέναντι απ’ το μπαλκόνι της κουζίνας, που έχτιζαν μια πολυκατοικία, φώναξαν μια μέρα τη μαμά μου. Βγήκε στο μπαλκόνι και της είπαν ότι το αρνί τρώει την κουβέρτα. Η μαμά μου, είχε βάλει μια παλιά κουβέρτα να καλύπτει τα κάγκελα της κουζίνας να μη μας βλέπουν γιατί είχε συνέχεια ανοιχτά να βγαίνει το αρνάκι και τέτοια. Το αρνί, είχε φάει την κουβέρτα, από την έξω πλευρά. Έβγαζε το κεφαλάκι του από τα κάγκελα και μασουλούσε. Ε αφού δεν είχε χορταράκι, μασουλούσε την κουβέρτα.
Ήρθε το Πάσχα. Κι έπρεπε να το σφάξουν. Έτσι κι αλλιώς. Το στομάχι του είχε γεμίσει πανιά και θα πέθαινε. Ρώτησε η μαμά μου κτηνίατρο. Έτσι μας είπαν τουλάχιστον. Κλαίγαμε σπαρακτικά. Όλοι. Θυμάμαι να στέκομαι στη σκάλα και να ουρλιάζω να μην το σφάξουν. Ο ξαδερφούλης μου να με κρατάει αγκαλιά και να κλαίει σιωπηλός και γω να κλαίω, να κλαίω, να κλαίω… Η μαμά μου με παρακαλούσε να ανέβω πάνω και γω έτρεξα στο σπίτι λίγο πριν ακούσω την τελευταία του κραυγή. Γιατί βέλαζε. Το κατάλαβε και βέλαζε. Πήγε μαζί με αυτόν που το’ σφαξε ήρεμο και μόλις έκλεισαν την πόρτα, άρχισε να βελάζει. Αν το είχα τώρα, δε θα άφηνα κανένα να το πειράξει. Κανένα.
Δεν έφαγε κανείς. Η κοιλιά του ήταν γεμάτη πανιά. Εγώ με τον ξάδερφό μου, μισούσαμε τους πάντες και κλαίγαμε για καιρό. Όμως το ξεχάσαμε. Και φάγαμε αρνί. Και ξαναφάγαμε. Και κάθε Πάσχα τρώμε. Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια. Πρώτη φορά όμως με πιάνουν τα κλάματα που το σκέφτομαι. Και ξέρετε κάτι; Δεν θυμάμαι καν το όνομά του.


Να περάσετε όλοι καλά και να προσέχετε στους παλιόδρομους. Ναι; Φιλιά Πολλά :)

Υ.Γ. Και θα φάω αρνί. Να φάτε κι εσείς. Φιλιά :)

Τετάρτη 4 Απριλίου 2007

Βρέχει στη Φτωχογειτονιά.

Τσι προάλλες που έβρεχε, ναι τώρα το θυμήθηκα, ελπίζω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλά άμα υπάρχει, κοιτάξτε το. Δεν είναι καλό να ζει ένας άνθρωπος με προβλήματα. Κυρίως ανύπαρκτα. Λοιπόν, τσι προάλλες (ναι επίτηδες βάζω τσι, γουστάρω, όχι δεν είμαι από την Κρήτη) που έβρεχε πολλάν, (ναι επίτηδες το πολλάν, γουστάρω, όχι δεν είμαι από την Κύπρο) είδα στο δρόμο πολύ κόσμο. Το λοιπό, όταν βρέχει, φαίνεται ο αληθινός εαυτός του κόσμου αυτού. Και η ομορφιά της πόλης βεβαίως – βεβαίως. Τι εννοεί η καταπληκτική ποιήτρια; Προσέξτε τι θα πω και παρατηρήστε την επόμενη φορά που θα βρέχει. Και κυρίως κοιτάξτε να μην κάνετε τις μαλακίες που βλέπουμε. Πάμε παρακάτω.
Τώρα συγνώμη αλλά θα πω κάτι άσχετο. Έφερε ένας εδώ το σκύλο του ( ω ναι!) και κατούρησε δίπλα μου πάνω στη μοκέτα (ω! γαμώτο! ναι!). Τώρα συγνώμη φταίω;;; Να πάω στο γραφείο τώρα, αυτουνού που το’ φερε, να χέσω τσίρλα και να την αλείψω σε όλο το γραφείο να μυρίζει για πάντα; Όχι φταίω;;;; Και προσοχή, δεν είπε ούτε συγνώμη, ούτε έκανε κάτι να το καθαρίσει. Έφυγε τρέχοντας! Τι να πω ρε πούστη; Τι να πω; Μετά άμα ανοίγω το βόθρο που έχω για στόμα με λένε υπερβολική! Και βρωμάει ρε μαλάκες γαμώ το σπίτι τους!!!!
Πάμε παρακάτω, με οσμή κατουρίλας σκύλου.
……..Μόλις ψέκασα πάνω στα κάτουρα, άρωμα. Τώρα θα σου πω εγώ τι θα γίνει εδώ μέσα. Με σειρά θα ξερνάνε στις τουαλέτες.
Πάμε παρακάτω#%^&$#@!!!!
Όταν βρέχει λοιπόν, κοιτάς τον κόσμο γύρω σου. Αυτούς που δεν είδαν τον καιρό στην τηλεόραση και που ήταν γκαβοί το πρωί που ξύπνησαν να δουν ότι βρέχει ή τους γκαντέμηδες που κοιμήθηκαν εκτός σπιτιού και κατέληξαν με μακό και σαγιονάρα από χτες.
Βλέπεις τον άλλο με μοκασίνι το οποίο πλέον κάνει φλατς φλατς φλατς σε κάθε βήμα. Βλέπεις την άλλη με λευκή γόβα χωρίς καλσόν. ΟΚ. Μπορεί να μην έχουν οι άνθρωποι άλλα παπούτσια. Κακώς. Και ουχί ΟΚ. Διότι ένα ζευγάρι ωραιότατες γαλότσες, κάνουν 15-20€. Αλλά όχι, δεν είναι σικ, ούτε ταιριάζουν σε όλους. Ωραία. Ένα ζευγάρι μποτάκια κάνει 30€. Τα πιο φτηνά, της ξεφτίλας, να τα έχεις για τη βροχή ρε. Τι; Έχεις μίτινγκ και πρέπει να είσαι καλοντυμένος; Α ναι; Άμα πας δηλαδή με το μοκασίνι που κάνει φλατς φλατς φλατς ή τη λευκή γόβα με τις λάσπες γύρω-γύρω, θα είσαι ό,τι πρέπει; Ε μάλλον, για να το λες…
Τώρα ερχόμαστε στις χοντρές μέσης ηλικίας. Το αγαπημένο μου θέμα. Οι κακοντυμένες χοντρές μέσης ηλικίας 40-50 ετών. Λοιπόν, χοντρές 40-50 ετών, ή μάλλον καλλίγραμμες χοντρές 40-50 ετών. Προσέξτε αυτό που θα σας πω. Είστε για τα μπάζα. Δεν είστε κορμάρες να φοράτε κολάν και στενή μπλούζα να βλέπουμε, να αισθανόμαστε, να νιώθουμε την κάθε δίπλα που έχετε πάνω σας. Και ειδικά αν βραχείτε. Επιπλέον, με τόσο χοντρές γάμπες που έχετε, με κολάν + γόβα, θυμίζετε το Σουγκλάκο (Θεός Σχωρέστον γαμώ τα παιδιά) ντυμένο γυναίκα. Έλεος. Επίσης, βρέχονται τα μαλλιά σας και μπαίνοντας σε στεγνό χώρο, π.χ. Μετρό, τα τινάζετε και κοιτάτε με καύλα γύρω σας. Ένα μόνο θα σας πω. Αν σας πλησιάσει κανείς και ξεράσει πάνω σας, μην αναρωτηθείτε γιατί. Κοπελιές, δεν είστε η Μόνικα Μπελούτσι, ούτε κανένα άλλο θεόμουνο που θα του βραχεί το φουστάνι και θα τινάξει τα μαλλιά του και θα τραβήξει αυτόματα μαλακία όλο το σύμπαν. Όχι, όχι, όχι, όχι, πιστέψτε με, δεν είστε. Με τίποτα όμως δεν είστε. Επίσης, θα ήθελα να σας πω, να μη βάζετε εκείνες τις ελεεινές καουμπόικες μπότες με τα κρόσσια, τα στρας και τις λοιπές αηδίες και είστε σαν τον Τσάρλτον Χέστον (Ήστον) ντυμένο γυναίκα. Το περπάτημα καουμπόι δεν προκαλεί έλξη αν και εφόσον αυτό είναι που επιθυμείτε.
Η βροχή επίσης, φέρνει ζέστη. Υγρασία, κολλάνε τα ρούχα πάνω σου κι έτσι. Και όλοι θέλουν να γδυθούν. Το έχω παρατηρήσει σκασμός. Λοιπόν, καλλίγραμμες χοντρές, μη βγάζετε τις μπρατσάρες σας. Όχι, σας παρακαλώ. Κι εγώ που έχω μπρατσάρες, δεν είμαι χοντρή, αλλά έχω όμως κάτι μπράτσα γεμάτα ψαχνό λέμε, δεν φοράω τιράντα. Σόρι, λυπάμαι τους ανθρώπους. Δε φταίει ο άλλος που δεν γυμνάζομαι. (Το καλοκαίρι φοράω όμως, δε λυπάμαι κανέναν!) Καταλάβετέ μας, σας παρακαλώ. Και σεις, που φοράτε την τρύπια φανέλα και βγάζετε την μπλούζα να τη δούμε και μεις, ντραπείτε λίγο. Ελάχιστο. Μη τη βγάζετε τη μπλουζίτσα. Πεθάνετε από τη ζέστη καλύτερα. Εγώ όταν φοράω τη φανέλα της γιαγιάς μου, πεθαίνω από τη ζέστη αλλά δεν τολμώ να τη δείξω. Σκέφτομαι ότι θα φαίνονται τα βυζά, οι πατσές, κλπ. Μια φορά, φορούσα φανέλα του κώλου, και 2 μπλούζες γιατί κρύωνα υποθέτω όταν βγήκα από το σπίτι. Μέσα σε μισή ώρα, είχα αρχίσει να βγάζω την ιλαρά από τη ζέστη. Τι να κάνω, βγάζω το μπουφάν. Ιλαρά. Βγάζω τη μία μπλούζα. Ιλαρά. Ε α γαμήσου, μπαίνω σε ένα μαγαζί με γυναικεία, χαζεύω, παίρνω κάτι ρούχα, πάω στο δοκιμαστήριο, τα βγάζω όλα, μένω με τη φανέλα, φοράω το μπουφάν από πάνω, το κλείνω, σακουλιάζω τις μπλούζες μου, γυρίζω πίσω στα ράφια τα ρούχα που πήρα (δε φταίνε οι πωλήτριες για τα βίτσια μου) και ησύχασα. Ούτε είδε κανείς τίποτα, ούτε ενόχλησα, ούτε ξεφτιλίστηκα, ούτε κρύωσα, ούτε τίποτα. Καταπιέζομαι ε; Γιατί ε; Να αφεθώ ελεύθερη ε; Γιατί; Έτσι πρέπει; Να αφεθούμε τόσα εκατομμύρια άνθρωποι ελεύθεροι; Έτσι λέτε; ΟΚ, φανταστείτε το και ελάτε να μου πείτε πως θα είναι. Εγώ όταν το φαντάζομαι, μου έρχεται αναγούλα και δε θέλω να μπω στον κόπο ευχαριστώ.
Η βροχή επιπλέον, καλοί μου φίλοι, πιάνει τον άνθρωπο στα πράσα. Τσουπ! Και βρέχει! Ωραία. Τότε, βλέπεις την ξαφνιασμένη έκφραση! Χάνεται το πρεστίζ, το ύφος, όλα. Η ξαφνιασμένη έκφραση μένει για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι να ξαναπιάσει το προσωπικό του ύφος ο άλλος, και μπορείς να τη δεις. Χα! Τι ωραία φάση! Εγώ για παράδειγμα, άμα με πιάσει ξαφνικά βροχή και έχω νεύρα, θα με δεις να στραβώνω και να μουρμουρίζω μέσα από τα δόντια μου. Καλά, τώρα που το σκέφτομαι, μόνιμα είμαι έτσι, οπότε δεν πιάνομαι ως παράδειγμα, αλλά τέλος πάντων. Άλλος, έχει τη φάτσα «ωραία, ήμουν κι άλουστος, τώρα είμαι δικαιολογημένος». Άλλος «πω ρε πούστη δε θα βρίσκω ταξί τώρα, θ’ αργήσω». Αυτές οι πρώτες σκέψεις, είναι όλα τα λεφτά. Δίνουν στη φάτσα του κόσμου μιαν άλλη αίγλη. Την αληθινή. Γι’ αυτό όταν βρέχει κοιτάω στη μούρη τον κόσμο. Απόλαυση. Τις προάλλες λοιπόν είδα μία καλλίγραμμη χοντρή, κάτι ανώμαλους με φανελάκια και κάτι γκόμενες με λευκές γόβες και ένα κακομοίρη με μοκασίνια. Ντάξει. Όλοι την πατάμε. Εγώ είμαι μονίμως ο γκαντέμης που κοιμήθηκα αλλού και είμαι με φανέλα και την άλλη μέρα χιονίζει ή είμαι με παλτό και ζιβάγκο και την άλλη έχει 35 βαθμούς. Μονίμως όμως. Βρέχει στη φτωχογειτονιάααααα!!!! Α!!! Όταν βρέχει βλέπεις και την ομορφιά μιας πόλης είπαμε. Στην Ευρώπη, την κανονική, όχι εδώ, τα κτίρια στο εκάστοτε ιστορικό κέντρο λάμπουν μπλα μπλα μπλα. Εδώ, ως δια μαγείας, ανοίγονται πεντάμορφες τρύπες στους δρόμους, περνάει το μουνόσκυλο ο οδηγός σε κάνει κώλο και άμα του πεις και τίποτα, θα σου πει κι από πάνω: Τι θες ρε μαλάκα; Αφού είσαι βρεγμένος έτσι κι αλλιώς!». Από τα κτίρια πέφτουν τούβλα, μποτιλιάρεται σε dt όλη η πόλη κι εμφανίζονται οι χειρότεροι όλων των εποχών: οι τροχονόμοι. Όποτε βρέχει κι έχει κίνηση,(κι όταν δε βρέχει το ίδιο είναι, αυτή η περίπτωση ισχύει πάντα), κι ας είσαι 400 χλμ. μακριά από το φανάρι, λες: έχει τροχονόμο οπωσδήποτε! Και φτάνεις και βλέπεις τον ηλίθιο!
Βρέχει λοιπόν και ζεις μέσα σε μια χαβούζα με λάσπες και ηλίθιους. Παιδιά, αλήθεια σας το λέω. Ινδία που έχω βρεθεί και Αίγυπτο είναι καλύτερα. Οι άνθρωποι ήταν χωμένοι μέσα στις λάσπες, έκαναν μπάνιο στο δρόμο με λάστιχο ενώ έβρεχε, οδηγούσαν της πουτάνας χωρίς φανάρια και τροχονόμους και ήταν μια χαρά χαρούμενοι. Εδώ, που αν εξαιρέσεις τα φανάρια και τους τροχονόμους, είμαστε ακριβώς το ίδιο, γιατί έχουμε όλοι νεύρα; Πέφτει βροχή, πέφτει βροχή… Βρε εμείς, μόνο για ήλιο είμαστε. Αλλά… θα τον τρελάνουμε κι αυτόν… σίγουρα ναιαιαιαι!!!!

Τρίτη 3 Απριλίου 2007

Συνέλευση

Απόψε στις 7:30 θα διεξαχθεί Συνέλευση στην Παλιά Αγορά της Κυψέλης. Είναι το πρώτο μέτρο αντίδρασης στα όσα σχιζοφρενικά συνέβηκαν προχθές στο Πεδίο του Άρεως . Παραθέτω το κείμενο διαμαρτυρίας που διανεμήθηκε έξω από το δικαστήριο κατά την προσαγωγή των 'φερόμενων ως...'

Τις πληροφορίες τις πήρα από τον Πάνα (Ατομάρες δίπλα).



Με αφορμή τα γεγονότα της δενδροφύτευσης στο Πεδίον του Άρεως της 1/4/07

Καταγγελία Φορέων

Γιατί, στην πόλη του τσιμέντου, μια δεντροφύτευση καταλήγει στη σύλληψη τριών πολιτών;
Γιατί μια δεντροφύτευση έξω από μια παράνομη είσοδο του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου η οποία οδηγεί μέσα στο Πάρκο, δηλαδή σε δημόσιο χώρο που ανήκει στην αρμοδιότητα της Υπερνομαρχίας Αθήνας, καταλήγει σε συλλήψεις;
Γιατί έχει το δικαίωμα ο πρόεδρος του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, κ. Μίνως Κυριακού, και πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής, παράνομα να χτίζει καταπατώντας 5 στρέμματα από το δημόσιο πάρκο, το οποίο ανήκει στην αρμοδιότητα της υπερνομαρχίας Αθήνας, όπως έκανε πριν 7 χρόνια;
Γιατί όταν η Επιτροπή Αγώνα για την Προστασία του Πεδίου του Άρεως, την 1/4/07, φύτεψε δεντράκια έξω από την παράνομη είσοδο της καταπατημένης, από τον κ. Κυριακού, περιοχής, αντιμετώπισε τη βία από τα ΜΑΤ, τα οποία εκτός από τις συλλήψεις φρόντισαν να ξεριζώσουν και τα δεντράκια;
Καταγγέλλουμε την απρόκλητη επίθεση των ΜΑΤ και την παραπομπή στο αυτόφωρο, του Θοδωρή Κοκκινάκη, του Αχιλλέα Σαϊντ και της Μαρίνας Βήχου, τριών μελών της Επιτροπής Αγώνα για την Προστασία του Πεδίου του Άρεως, για «απείθεια κατά της αρχής» και «διακεκριμένη φθορά περιουσίας».
Καταγγέλλουμε αυτή τη δίωξη, που βαραίνει τόσο την κυβέρνηση, όσο και το υπουργείο Δημόσιας Τάξης που εξυπηρετούν διαπλεκόμενα συμφέροντα.με τη συνενοχή της Yπερνομαρχίας Αθηνών.
Καταγγέλλουμε την επιχειρούμενη ποινικοποίηση και τρομοκράτηση των κατοίκων της πόλης μας, που διεκδικούν το δημοκρατικό δικαίωμα της υπεράσπισης των ελεύθερων χώρων. Το δικαίωμα για περισσότερο πράσινο.
Απαιτούμε την παύση κάθε ποινικής δίωξης των συλληφθέντων
Απαιτούμε την εφαρμογή των 5 πρωτοκόλλων κατεδάφισης των αυθαιρέτων κτισμάτων του Πανελληνίου, που έχει εκδώσει η Πολεοδομία Αθηνών.
Απαιτούμε να ξαναγίνει το Πάρκο χώρος μας, χώρος αναψυχής, χώρος παιχνιδιού και συνομιλίας, χώρος ανθρώπινος για όλους εμάς, τους κατοίκους αυτής της πόλης.

Επιτροπή αγώνα για την προστασία του Πεδίου του Άρεως
Πρωτοβουλία κατοίκων για τη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης
Συντονιστική επιτροπή της λαϊκής συνέλευσης για το Φιλοπάππου
Πρωτοβουλία επιτροπής κατοίκων για τη διάσωση της «Κολούμπια»
Επιτροπή πολιτών για τη διάσωση του Ελαιώνα
Πρωτοβουλία «Δικαίωμα στην Πόλη»
Συντονιστική επιτροπή συλλόγων και κινήσεων για την προστασία ελεύθερων χώρων της Αθήνας
Παρατηρητήριο ελεύθερων χώρων Αθήνας
Πρωτοβουλία κατοίκων 3ου Διαμερίσματος για την υπογειοποίηση του προαστιακού σιδηροδρόμου
Επιτροπή Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή
Πολιτιστικός-Αθλητικός Σύλλογος «ΠΗΓΑΣΟΣ» Νέου Κόσμου
Έλληνες Οικολόγοι Χωρίς Σύνορα
Πολιτιστικός Σύλλογος Κυψέλης
Αγωνιστική Πρωτοβουλία Εξαρχείων
ΒΙΟΖΩ-Πανελ. Ένωση Καταναλωτών "Βιο-Καταναλωτές για Ποιοτική Ζωή"
……
……
……

Καλημέρα Μαλάκυνση!

Νομίζω πως έχω μαλάκυνση. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Όχι συγνώμη. Αρχίζω να γερνάω και χαζεύω. Όοοχι. Αρχίζω να γερνάω και να παθαίνω μαλάκυνση είναι η πάσα αλήθεια. Μαζεύω λεφτά. Έχω γεμίσει παντού τσίγκο. Είχα ένα κουμπαρά, τον έσπασα και τώρα όπου πάω, πληρώνω με μονά, δίλεπτα, πεντάλεπτα και τέτοια. Χαρά οι υπάλληλοι, ουουυ τι να σας πω. Τα άλλα, τα χοντρά, τα μαζεύω. Επειδή έρχονται καιροί φτώχειας, μαζεύω να παίρνω λίγο ψωμάκι τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Λοιπόν, χειρότερος καρμίρης, γερολαδάς, Σκρουτζ και φραγκοφονιάς από μία κωλόγρια, δεν υπάρχει λέμε. Τα μετράω, τα ξαναμετράω, εντάξει δεν παίζει. Να με δείτε στο χαλί και μπροστά μου 150 ευρώ σε δίλεπτα και πεντάλεπτα να φρίξετε. Να μετράω, να ξαναμετράω και δώσε από την αρχή. Μα γιατί μετράς και ξαναμετράς θα μου πείτε. Πολύ εύστοχη ερώτηση αγαπητοί μου φίλοι. Διότι, έχω μαλάκυνση. Γιατί την ώρα που μετράω, το μυαλό μου αρχίζει και σκέφτεται άλλα και τα χέρια μου συνεχίζουν να μετράνε. Τις προάλλες μετρούσα κάτι πιο χοντρό, ευρώ, δίευρα κάτι τέτοιο, και την ώρα που μέτραγα, ξεχάστηκα και άρχισα να σκέφτομαι άλλα. Ξαφνικά, έπιασα τον εαυτό μου να μετράει δυνατά 5,10,15 κλπ. Τι μέτραγα 5, 10,15; Τα δίευρα; Ποιος ξέρει. Πάλι από την αρχή. Αυτό θα πει μαλάκυνση. Κρίμα. Πάνω στο άνθος της ηλικίας μου. Αλλά ποιο άνθος; Εδώ μυρίζει σαπίλα. Τα σκουλίκια έχουν αρχίσει να τρώνε το μυαλό μου και να κόβουν την επικοινωνία με το περιβάλλον. Τι να πω. Απορώ πως κυκλοφορώ έξω. Μάλλον πρέπει να αρχίσω να φοράω καμιά ταυτότητα, κανένα καρτελάκι με το όνομα, διεύθυνση, τηλέφωνο κλπ. γιατί καμιά ώρα θα αρχίσω να λέω ασυναρτησίες στο δρόμο (για τους άλλους ασυναρτησίες, όχι για μένα) και θα πρέπει να με μαζέψουν. Το πιο φοβερό απ’ όλα δε, είναι, πως μετράω που μετράω στο γάμο του καραγκιόζη, σημειώνω κιόλας το ποσό που μέτρησα (ψψψψ!!!) και πάω στην τράπεζα να κάνω κατάθεση τον τσίγκο. Την άλλη φορά, μετρούσε η υπάλληλος 200 ευρώ σε τσίγκο κι όταν μου έβγαλε 2 ευρώ λιγότερα, τα πήρα όλα πίσω και πήγα σπίτι μου. ΦΥΣΙΚΑ και είχε κάνει λάθος αυτή. Άκου να χάσω 2 ευρώ!!! Τα ξαναμετράω καμιά 75αριά φορές ακόμα, κάνω τα χέρια μου μαύρα απ’ τη βρώμα, τα μυρίζω κιόλας να δω πως μυρίζει η μπόχα, δεν ακουμπάω όμως το πρόσωπό μου, έτσι 1 εκατοστό πιο κει, και ξαναμετράω άλλη μία. Τα πάω σήμερα στην τράπεζα με τη λογική ότι έχω ένα συγκεκριμένο ποσό, γιατί πρόσθεσα μερικά χαρτονομίσματα, αφαίρεσα μερικά δίευρα, πρόσθεσα μερικά δίλεπτα, και μου βγάζει ο υπάλληλος 70 ευρώ μείον. Ω ρε πούστη. Το παίρνω χαμπάρι μετά, το λέω, μου λέει ότι θα με πάρει αν βρει περίσσευμα, πίκρα εγώ, με παίρνει, μου λέει ότι δε βρήκε περίσσευμα, καλός άνθρωπος εντωμεταξύ, πω ρε πούστη και πω ρε πούστη εγώ, να μην τα’ χω να πάω να τα ξεσκίσω σε τσάντες και φουστάνια και κυλότες και τσιμπιδάκια και κάλτσες και βιβλία και δεν ξέρω κι εγώ που και τα’ χασα!!! Πω ρε πούστη! Μετά από καμιά ώρα γκρίνια και μουρ μουρ μουρ, κάπως αχνά και μέσα σε θολούρα, μου έρχεται πως δεν έκανε λάθος ο άνθρωπος. Τα υπολογίζω και τα βγάζω όπως μου είπε. Εγώ νόμιζα ότι είχα παραπάνω λεφτά. Γιατί έτσι με βολεύει άλλωστε. Λοιπόν, έχω μαλάκυνση. Και παρακαλώ, όποιον μπαίνει εδώ, να έχει κατανόηση γιατί δεν ξέρω τι λέω. Ευχαριστώ.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

300 (ώρες να σας βλέπω). Η ανατροπή.

Το λοιπόν παίδες, κινδυνεύει η υπόληψή μου. Η φάση με τους 300 ξεκίνησε για χαβαλέ και τώρα έχει αρχίσει να μου παγώνει το χαμόγελο στα χείλη. Διατί; Διότι, έχουν πάει και το έχουν δει 1 εκατομμύριο Έλληνες! Αρχίζω να φρικάρω. Ειδικά όσο σκέφτομαι ότι εγώ μόνη μου, μπορεί να έστειλα πόσο κόσμο με την κριτική που είχα κάνει. Αλλά ελπίζω ότι δεν μιλάω σε Ελληναράδες. (Κάνε Άγιε μου Κοσμά!!)
Εγώ το άμοιρο, είμαι αυθόρμητη, ενθουσιώδης, είδα γκόμενους, χάρηκα, το είπα, γεια σας. Εδώ όμως βλέπω ότι έχει γίνει το μαδομούνι. Περήφανος λαός κι έτσι. Όχι ρε παιδιά. Μισό λεπτό περιπτερά. Όχι και περήφανος λαός, γιατί έχω ανακατευτεί τόσο πολύ τον τελευταίο καιρό με τα χάλια μας που όσο ακούω να αυξάνεται ο αριθμός των εισιτηρίων, τόσο φρικάρω. Καμαρώνουμε για κάτι; Τι ακριβώς; Να μου πείτε να καμαρώσω κι εγώ γιατί δε βλέπω κανένα λόγο. Να μη μένω πίσω, όχι τίποτα άλλο. Γιατί, απ’ ότι βλέπω, και τα σκουπίδια μας, ακόμα στην αυλή του γείτονα τα ρίχνουμε. Φρικάρω. Ούτε ο Τιτανικός δεν είχε τόσο κόσμο νομίζω. Που και να είχε, μαγκιά του. Τραγουδάκι, έρωτας, πολυτέλεια, πνίξιμο, μύθος, μια χαρά.
Εγώ, πήγα έτσι στους 300, για την ακρίβεια, ο καλός μου ήθελε, εγώ σκασίλα μου, πήγα όμως για να δω το επόμενο έργο του τύπου-Sin City. Οι λόγοι ήταν περί αισθητικής και μόνο. Το θέμα χεσμένο το είχα. Την Τροία δεν την είδα στο σινεμά. Τον Μέγα Αλέξανδρο δεν τον είδα ποτέ. Και φανταστική να ήταν η ιστορία των 300, πάλι τα ίδια θα έλεγα. Το θέμα βέβαια, είναι από την ελληνική ιστορία. Και από ελληνικό μύθο να ήταν, το ίδιο θα μου έκανε. Και από Ουγγρικό μη σου πω. Δεν ξέρω απ’ έξω την ιστορία, ούτε ήμουν εκεί ώστε να επιβεβαιώσω ότι ήταν αλήθεια. Εδώ, ο κάθε λαός, για τους μεταξύ τους πολέμους, άλλα μαθαίνει στα παιδιά του. Οπότε, χέσε ψηλά κι αγνάντευε. Εντάξει, υπάρχουν δεδομένα, μνημεία, γλυπτά, αρχαία κείμενα κλπ. κλπ. κλπ. ΟΚ. Χέστηκα. Εγώ γούσταρα παιδαράδες. Ουγκ. Αυτό. Πώς το λένε; Σκέφτεται με το πουλί; Με το μουνί; Ε αυτό. Δε βγήκα από το σινεμά και είπα «πω ρε πούστη γαμήσαμε τους Πέρσες!». Βγήκα και είπα ευχαριστώ στον καλό μου που μου προσέφερε 300 γκόμενους να δείχνουν τις κορμάρες τους μπροστά μου. Και σε strip show να με πήγαινε, τις ίδιες σκέψεις θα έκανα, τα ίδια θα έλεγα. Αυτό.
Όχι, τα λέω τώρα αυτά γιατί είπαμε, έχω φρικάρει με το 1 εκατομμύριο εισιτήρια γιατί, όσο να’ ναι, έχω κι εγώ τις αμφιβολίες μου για τους λόγους που πήγανε τόσοι άνθρωποι να το δουν. Δε θέλω καν να σκεφτώ ότι πάνε και λένε «Πω πω γαμημένοι Πέρσες μουνιά σας σκίσαμε!» Προσοχή! Κι εγώ είπα στο ποστ με την κριτική της ταινίας «αχ να ήμουν αμαζόνα να χοροπηδάω και να πετσοκόβω τους Πέρσες», ΑΛΛΑ! Αν στη θέση των Περσών, ήταν Έλληνες, Τούρκοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, θα έμπαινε η ανάλογη εθνικότητα. Στο κάτω-κάτω, εμένα μου την έπεσαν, είδα τη μάχη και μου ξύπνησαν οι αναμνήσεις; Άσε που εκείνος ο λαός, οι Σπαρτιάτες, δεν υπάρχουν πια (εδώ και αιώνες; Τα μάθατε βρε;) και πιστέψτε με, δεν έχουν και καμία σχέση μαζί μας. Έλεος ρε πούστη!
Χτυπιέμαι, γιατί τις προάλλες είδα στις ειδήσεις τη φάση με τους Ολυμπιακούς που την έπεσαν και ξεκοίλιασαν βίαια τους Παναθηναϊκούς στον αγώνα βόλεϊ (αν δεν κάνω λάθος) στην Παιανία και ανατρίχιασε η πλάτη μου. Και πιο πολύ ανακατεύτηκε το στομάχι μου όταν μιλούσε η δημοσιογράφος με τον διευθυντή(;) του ΚΑΤ που πήγανε τους χτυπημένους και έλεγε ο άνθρωπος πως κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναδεί στη ζωή του. Σκεφτείτε! Ο διευθυντής του ΚΑΤ! Που στο ΚΑΤ, το πιο λάιτ περιστατικό είναι τα άντερα περασμένα κολάρο! Τα λόγια του, ξέρετε τι μου έδωσαν να καταλάβω; Πέρα από το πόσο ζώα, αγράμματοι, αστοιχείωτοι, απαίδευτοι, ρατσιστές, μαλάκες, κομπλεξικοί και χίλια άλλα κακά είμαστε, είμαστε και πολύ βίαιοι. Νέα παιδιά να μαχαιρώνουν νέα παιδιά επειδή είναι άλλη ομάδα! Αν είναι ποτέ δυνατόν! Φρίκη! Σαφώς, δε φταίει η ταινία! Μη σκεφτεί κανείς κάτι τέτοιο! Αυτό ίσως το έλεγε η αγαπημένη κυρία Λουκά. Αλλά, εύχομαι να μην περάσω έξω από σινεμά που παίζει τους 300 και πετύχω κανέναν να βγαίνει και να λέει «γαμήσαμε τους Πέρσες» γιατί θα βάλω τα κλάματα. Έλεος. Έλεος. Όταν βλέπω τέτοιες συμπεριφορές όπως αυτή των κάφρων που ξεκοίλιασαν τα παιδιά και που τα «παιδιά» θα πάνε σε έναν άλλο αγώνα να ξεκοιλιάσουν με τη σειρά τους, τους «κάφρους» και πρέπει απαραίτητα να το συσχετίσω με την ταινία, τότε το μόνο που έχω να πω είναι: Κρίμα που δεν υπάρχει ο Καιάδας. Ναι, κι εγώ θα είχα πεταχτεί γιατί είχα μυωπία και σκολίωση από μωρό. Και αν ακούγεται άκρως φασιστικό αυτό, υπενθυμίζω ότι είμαι Ελληνίδα. Περήφανη, γαμώ τη φιλοσοφία μου μέσα γαμώ.