Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Τουρλού Τουρλού Διακοπών Μπαξέ.

Μια βδομάδα μετά έρχομαι να πω τι; Ότι η διάθεση είναι ασανσέρ; Ότι η πιο σάπια ώρα είναι 7 το απόγευμα; Ότι σε μία ώρα έχω ζούμπα μετά από ένα μήνα; Σκέφτομαι να πάρω μαζί τη βιντεοκάμερα. Μα τι σαπίλα 7 η ώρα το απόγευμα; Τι σάπια σαπίλα ζέστη είναι αυτή; Λες και μέχρι τις 7 ταξίδευε αριστερά δεξιά διαγώνια και κάθετα η ζέστη και ξαφνικά με το που πάει 7 παρά αρχίζει η σαπίλα, η αποσύνθεση, η τρέλα. Κι είναι έτσι συνέχεια. Δεν έχω ρολόι κρεμασμένο στο λαιμό μου αλλά κάθε γαμημένη μέρα κάποια στιγμή το απόγευμα αρχίζω να λιώνω στα καλά καθούμενα, κοιτάω την ώρα, 7 παρά κάτι, 7 ακριβώς, 7 και 1. Δε γίνεται τέτοια ακρίβεια, τέτοια τελειότητα όμως το σύμπαν τι σου είναι, ανατριχιάζω. Να έρθει και την Παρασκευή η πανσέληνος να σκοτώσουμε κανένα γιατί πολύ ήρεμοι είμαστε και κρίμα.

Που λέτε. Δεν ξέρω γιατί είμαι σαν ντοπαρισμένη τώρα. Έτσι νιώθω λίγο. Είναι η ζέστη μάλλον που απειλεί να με σκοτώσει και γω αντιστέκομαι γιατί καφέ δεν πίνω, μια σαλάτα έφαγα με ξύδι που έχει λήξει από το 2005, αλήθεια, λέτε να είναι αυτό; Θα κάνω έρευνα. Έτσι κι αλλιώς δεν με πήγε τσίρλα την πρώτη φορά που το έφαγα, οπότε τώρα θα το φάω όλο. Αν λοιπόν διαπιστώσω ότι μετά από κάθε φορά που τρώω σαλάτα με ληγμένο ξύδι 7 ετών είναι σα να πίνω 3 καφέδες θα σας το πω να το ξέρετε να αγοράζετε ληγμένα. 

Ωραία βιβλία διάβασα το καλοκαίρι, υποσχέθηκα θα πω αλλά τώρα είμαι σε άλλη διάθεση, του ντοπαρισμένου, και μου βγαίνουν περισσότερο μαλακίες. Θα πω για τις γυναίκες της οικογένειας που συναντήθηκαμε στο Νησί, για τις κουβέντες που κάναμε με τους θειους, τέτοια.

Λοιπόν, είμαστε Νησί, λίγο καιρό πριν. Μεταφερθείτε παρακαλώ. Αεράκι από θάλασσα, δροσά, κάτι μαμουνάκια στον αέρα, άμμος στις σαγιονάρες, τίναγμα άμμου από το παράθυρο, το'χετε, καιαι πάμε!

Στιγμιότυπα. Μερικές απλές καθημερινές στιγμές ενός απλού καλοκαιριού σε ένα νησί στο Αιγαίο.

Η σημασία του εξαερισμού:
Είμαι στο δωμάτιο που με κοιμίζουν, έχω κλειστή την πόρτα αλλά ανοιχτό το παράθυρο (αλλιώς θα έριχνα την άμμο στον καναπέ). Μου'ρχεται κλανιά. Την αμολάω. Είναι βροντερή. Παρατηρώ μια μικρή μετακίνηση του βρακακίου. Ξαλαφρώνω με ένα φευγαλέο ''αχ'' ευχαρίστησης κι ανοίγω την πόρτα να βγω έξω. Στο βεραντάκι κάθονται και η θεία και η ξαδέρφη. ''Α ωραία'' τους λέω, ''κλάνω εγώ και σεις είστε δω''. "Τι κάνεις;'' ρωτάει η θεία. 'Α, ωραία, δε με άκουσε και γω προδόθηκα' θα πείτε ότι σκέφτηκα. Ναι, κάτι τέτοιο έγινε αλλά απάντησα ''ΚΛΑΝΩ ΛΕΩ''. "Καλά κάνεις'' λέει η θεία χωρίς να συγκινηθεί ιδιαίτερα με την αποκάλυψη. "Τη μικρή να κλάσεις που τις ρίχνει και μας πεθαίνει" λέει η ξαδέρφη για την κόρη της. Έρχεται καλή ώρα η κόρη - λατρεμένη ανηψιά. "Τι λέτε;" ρωτάει. "Για κλανιές" της λέω. "Πάλι έκλασες;" γυρίζει και μου λέει. "Άμα έρθω κει και στην αμολήσω πάνω σου θα σου πω εγώ!" της λέω. "Για έλα!" μου λέει. Και τότε πάνω στη μάχη αμολάει ένα ρέψιμο η θεία και μένουμε άφωνοι. "Παλινδρόμηση. Τι να κάνω;" λέει με σταυρωμένα τα χεράκια της. 
Πώς να μην τις αγαπάς;

Η σημασία του κολλήματος:
Ήμουν στο δωμάτιο κι ακούω τη θεία "Που να μη σώσουν, όλο τα ίδια και τα ίδια βάζουν!" "Τι είναι ρε θεία τα ίδια και τα ίδια;" ρωτάω εγώ. "Τα ζώα στα ντοκιμαντέρ!", μου λέει. Βγάζω κεφάλι από την πόρτα. "Και τι θες ρε θεία, τα ίδια είναι τα ζώα, δεν ανακαλύφθηκαν άλλα". Παύση ενός δευτερολέπτου. "Που να μη σώσουν, τα ίδια και τα ίδια!"
Ήθελε να γκρινιάξει, είναι σαφές.

Η σημασία του να νιώθεις νέος και άρα να είσαι:
Οι θείοι μου είναι γέροι αλλά σούπερ κοτσονάτοι. Απ' αυτούς τους γέρους που όλοι μα όλοι θέλουμε να γίνουμε. Κάνουν δουλειές, ψαρεύουν, κολυμπάνε, τσαπίζουν, βάφουν, παίζουν στον υπολογιστή και λίγα λέω. Αλλά βλέπουν και τούρκικα. "Τι τις βλέπετε αυτές τις μαλακίες;" ρωτάω εγώ ευγενικά. "Ε τι να δούμε παιδί μου και μεις γέροι άνθρωποι είμαστε (το γνωστό ποίημα), μαλακίες βλέπουμε" (θεοί;). Και είναι ένα απόγευμα, τρώω στην κουζίνα κι αυτοί σαλονάκι βλέπουν ένα τούρκικο. Εκεί που απολαμβάνω το φαΐ μου, ξαφνικά ακούω: "Κοίτα τον κωλόγερο!" Γέρνω κεφάλι και βλέπω, δύο παππούδια στην πραγματικότητα, να ρίχνουν μούντζες και να λένε κωλόγερο ένα μπάρμπα νεότερό τους κατά 15-20 χρόνια τουλάχιστον.
Τους αγαπώ. Αυτό μόνο.

Η σημασία του να νιώθεις περήφανος:
Είμαι μια μέρα με την ανηψιά για μπάνιο στη θάλασσα οι δυο μας. Τι του'κανα του μωρού, λύσσαξα. Καταρχήν κοιμόμουν σαν μοσχάρι το μεσημέρι μετά το φαΐ και μόλις ξυπνούσα, πήγαινα σούμπιτη στο σπίτι της, την άρπαζα από το χέρι κει που ήταν το καημένο αραχτό και την ταρακουνούσα "πάμε θάλασσα, τώρα, τώρα, τώρα, σήκω!!" και το τραβούσα μέχρι το δωμάτιο να βάλει μαγιό. Του έκανα διάφορα βασανιστήρια αλλά πάντα γεμάτα αγάπη. Κάποια στιγμή λοιπόν μ'εχει πιάσει λύσσα και λέω λέω λέω λέω λέω, δεν σταματάω. Η μικρή δε μιλάει. Λέω εγώ, και δώσ΄του λέω ώσπου κάποια στιγμή (εδω θα χρειαστούμε όνομα, ας πούμε ότι με λένε Μαρία), μου λέει: "Μαρία.." "Έλα.." της λέω. "Σού'πεσε η τάπα" μου λέει η θεά. "Ποια;" δεν κατάλαβα εγώ γιατί ήμουν αλλού. "Βούλωσέ το" μου λέει. 
Αγάπη σκέτη.

Η σημασία της ανυπαρξίας του χρόνου:
Είναι πρωί. Χτυπάει η πόρτα με δύναμη. Τρομάζω. Παω να δω ποιος είναι. Αλλήθωρος γλυκός κύριος. Με κοιτάει. "Έφερα τις πατάτες. Καλό βράδυ" λέει και φεύγει.
Ποιος ήρθε;

Η σημασία των συνταρακτικών νέων:
Είμαστε εγώ και οι θείοι και τρώμε. Κει που είμαστε μπουκωμένοι με ψωμιά κρέατα πατάτες και σαλάτα, μου λέει η θεία μου σοβαρά: "σκότωσε ένας πατέρας την κόρη του". Γυρίζω το βλέμμα από το πιάτο στη θεία μπουκωμένη και σταματάω να μασάω. Με βλέπει, χαμογελάει και λέει: "θα πάρει τελικά η Εντά τον Χαρούμ".
Γαμώ τα τούρκικα.

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Απολογισμός στο στομάχι.

Κοίταξε να δεις. Όλος ο κόσμος κάνει απολογισμό την πρωτοχρονιά εγώ τον κάνω μετά τις διακοπές που μια ζωή γυρίζω κι έχω τη γρουσουζιά όλου του κόσμου. ...Και τώρα μόλις ξανακοίταξα την πρώτη μικρή πρόταση. “Κοίταξε να δεις”. Είναι φοβερό. Κοιτάμε αλλά δε βλέπουμε. Οπότε σου λέει, κοίτα ρε μαλάκα για να ξεστραβωθείς. Αλλά επειδή είναι μεγάλο και ολίγον προσβλητικό να το πεις όλο αυτό, το έκαναν “κοίταξε να δεις”. Σοφός ο λαός. Κόψε ράψε βγήκαν τα ωραία. Τι σου είναι...

Τέλος πάντων. Πριν λίγο έκλεισα το τηλέφωνο με τη φίλη που ήμασταν στο πρώτο νησί μαζί και γύρισε προχτές. Τι γέλιο έριξα δε λέγεται. Έπιασα τον εαυτό μου σχεδόν να ζηλεύει την περιπέτειά της μόνο για ένα λόγο. Αν το περνούσα εγώ αυτό, θα έγραφα ένα βιβλιαράκι στα πεταχτά μιλάμε δεν υπήρχε. Ξεκίνησε το κορίτσι το πρωί να φύγει από το κάμπινγκ. Ας σημειώσουμε εδώ ότι είχε κρυώσει και είχε αρχίσει να ζαλίζεται, να ψιλογρατζουνάει ο λαιμός, τα γνωστά τα ξενέρωτα καταλάβατε. Είχε συνεννοηθεί με το γιο του γέρου με τα σύκα να την πάει στο λιμάνι, αυτός την έγραψε στ' αρχίδια του, αυτή ξεκίνησε με το πόδι να περάσει το κατσάβραχο και όπως πήγαινε, την προσπέρασε το βανάκι του κάμπινγκ με το βλάκα που ερχόταν από το λιμάνι, σταματάει και της λέει: “κρίμα, δεν μας πρόλαβες” και φεύγει καλύπτοντάς την με σκόνη να 'χει να πορεύεται. Ωραίος ε; Φτάνει κακήν κακώς αυτή στο λιμάνι, παίρνει καραβάκι, έπρεπε να πάει σε άλλο λιμάνι. Πάει στο άλλο λιμάνι, περιμένει το λεωφορείο να πάει σε άλλο λιμάνι. (Πόσα λιμάνια ρε πούστη, που πάει;) Χάνει το λεωφορείο, είπε να πάρει ταξί. Ταξί δεν είχε γιατί ήταν κλεισμένα, παίρνει τηλέφωνο να έρθει άλλο ταξί δεν το σήκωναν γιατί δεν είχε ταξί της είπε μια ταξιτζού (εδώ δίνει απαντήσεις η παραψυχολογία). Τελικά την λυπάται η ταξιτζού και την παίρνει μαλλιοκούβαρα μαζί με 10 άλλους να την πάει στο άλλο λιμάνι να πάρει το κανονικό καράβι που για 5 λεπτά θα το έχανε. Φτάνει τσίμα τσίμα ιδρωμένη σίσκατα στο λιμάνι και αργεί το καράβι γιατί έτσι γίνεται πάντα λόγω Μέρφυ. Μπαίνει στο καράβι που ήρθε κάποια στιγμή. Κι εδώ αρχίζει το καλύτερο. Έκλαιγα στ' αλήθεια στο τηλέφωνο. Από τη μία τη λυπόμουν, από την άλλη ήθελα να είμαι κει, μετά το σκεφτόμουν και έλεγα “είσαι μαλάκας;”, δεν μπορούσα να αποφασίσω και τελικώς γελούσα.

Μπαίνει στο καράβι. Τι καράβι δηλαδή, γρήγορη παντόφλα. Μποφόρ 8. Μαντέψτε. Ναι, σωστά. Ξερνούσε όλο το καράβι σε όλη τη διαδρομή. Και τώρα που το γράφω γελάω, αλήθεια. (Έκανα παύση, το ξαναδιάβασα και γέλασα πολύ δυνατά). Λοιπόν, εκεί μέσα λέει είναι όλο αεροπορικές, δύο διάδρομοι να περνάς και τέλος, ούτε έξω έχει, ούτε τίποτα. Μπαίνεις, παλουκώνεσαι, βγαίνεις, τέλος. Κάθεται λοιπόν, ξεκινάει το καράβι κι αρχίζουν να ξερνάνε. Στα καπάκια. Και πρώτος ξέρασε ο διπλανός της. Πόσο γαμάτο και πόσο Μέρφυ. Κανονικά εμένα θα έπρεπε να μου τύχει αυτό, αφού απορώ, νομίζω πως πέρασα πίστα και δε μου συμβαίνουν πια μαλακίες, δεν ξέρω, νιώθω περίεργα. Ξερνάει ο διπλανός της ο οποίος ο μαλάκας είχε φάει. Μα είναι δυνατόν; (Εδώ έχουμε διάφορα σχόλια. Κατά τη διάρκεια των εμετών θα κάνουμε κάποια σχόλια τα οποία είναι απαραίτητα για την ιστορία μας). Τι σκατά; Όλοι τη Ροδάνθη και τη Μιλένα τις σαπίλες έπαιρναν τόσα χρόνια που με 200 μποφόρ δεν κουνάνε με τίποτα; Δεν έχουν μπει σε γρήγορη παντόφλα ποτέ; Εδώ Αγκίστρι πας με γρήγορο και μια δραμαμίνη τη χρειάζεσαι. Και πας από το Αιγαίο Πειραιά, Ραφήνα που πας και τρως δυο πίτσες χωρίς να πάρεις δραμαμίνη; Τόσο Ευρωπαίος πια; Μπράβο! Και να' ταν μόνο αυτός. Ξεκίνησε ο διπλανός της και πήραν σειρά και οι υπόλοιποι. Ξερνούσαν ανελέητα. Έσκασε καμαρότος και μοίραζε σακούλες. Φώναζε “σακούλες” και σήκωνε χέρι όλη η παντόφλα. Και δώσ' του να ξερνάνε. Η δικιά μου δεν είχε πρόβλημα με το κούνημα. Αλλά σας έχω το καλύτερο. Σταμάτησε να λειτουργεί ο εξαερισμός. Τελειότητα; Εκεί, όπως θα φαντάζεστε, και να μην έχεις πρόβλημα, το αποκτάς. Φανταστείτε την απαλή αυτή εσάνς της παντόφλας γεμάτη εμετό. Ανακατευτήκατε; Και γω λίγο αλλά ακόμα γελάω. Δώσε να κάνουν εμετό, είχε πανιάσει όλο το καράβι μέχρι που κάνει την πρώτη στάση στο πρώτο νησί. Κατέβηκε κόσμος. Αλήθεια. Δεν άντεχαν και κατέβηκαν. Και ξέρετε ποιο είναι αυτό το νησί; Η Μύκονος! Αριστούργημα. Κατέβηκαν γεμάτοι ξερατά, κίτρινοι χλωμοί και άρρωστοι να διανυκτερεύσουν στη Μύκονο, μα πείτε μου, υπάρχει; Α-γ-α-π-ώ!! Ο διπλανός της φίλης μου παρέμεινε στο καράβι γιατί είχε δουλειά. Ξερνούσε. Δεν ξέρω αν είχε φάει 2 αρνιά και 6 πίτσες, πάντως η φίλη μου έπαιρνε σακούλες και για πάρτη του γιατί δεν τον προλάβαινε και είχε γίνει χάλια. Και ξέρετε γιατί; Γιατί η μία σακούλα ήταν τρύπια! Κλαίω φίλοι μου, ναι. Το αριστερό μου μάτι δακρύζει γιατί είναι πιο ζαβό από το δεξί, δε γίνεται αυτό, να ξερνάει όλο το καράβι χωρίς εξαερισμό και του πιο ξερασιάρη να είναι τρύπια η σακούλα. Αυτό δεν ήταν καράβι, η τρελή απίθανη πτήση ήταν. Δεύτερη στάση σε νησί. Τήνος. Κατέβηκαν κι άλλοι που το έπαιξαν ήρωες και δεν κατέβηκαν στη Μύκονο. Καλά έκαναν. Στην Τήνο θα ήταν πιο ταιριαστοί. Κίτρινοι και άρρωστοι ό,τι πρέπει για την Παναγία.

Από Τήνο δεν τους άφησαν να ανέβουν αμέσως. Έπρεπε να καθαρίσουν τους εμετούς. Αηδία, το ξέρω, αλλά ακόμα γελάω. Φεύγουν κι απ' την Τήνο. Τραβάνε προς Ραφήνα. Ηρεμεί κάπως ο κόσμος. Ξερνάει η δικιά μου. Φυσικό. Και πολύ άντεξε. Μου τα λέει, έχω ξαπλώσει στον καναπέ και γελάω. Έχει απομακρυνθεί ο καμαρότος με τις σακούλες. Και κάποια στιγμή στο άσχετο, εκεί που όλοι είναι μεταξύ αφθαρσίας και θανάτου εμφανίζεται με τις σακούλες του, αράζει τον κώλο του σε μια γωνία, σταυρώνει χέρια πόδια και περιμένει. Τον βλέπει η φίλη μου που μάλλον ήταν και η μόνη ζωντανή παρά τη ρουκέτα που πέταξε λίγο νωρίτερα και του λέει “τι έγινε;” Κι αυτός χωρίς να κουνηθεί λέει με χαμόγελο: “Κάβο Ντόρο”. Θεός; Ήξερε τη δουλειά του ο άνθρωπος. Που να τρέχει; Και είχε δίκιο φυσικά. Με την εισαγωγή της παντόφλας στο Κάβο Ντόρο, ξεκίνησε η εξαγωγή των εντοσθίων των επιβατών για πολλοστή φορά. (Καλά δε θα σχολιάσουμε τι έκανε ο διπλανός της. Συνέχισε αυτό που έκανε από την αρχή. Εμετό).

Όταν έφτασαν στη Ραφήνα ήταν όλοι ερείπια. Οι ώρες σύνολο στο καράβι, ατελείωτες. 4 είπε θα κάνει, 6 έκανε. Μιλάμε χάλια ο κόσμος. Τους βοηθούσαν να κατεβούν τη ράμπα. Λες και είχαν έρθει από βομβαρδισμούς ήταν. Κίτρινοι, χλωμοί, άσπροι, με κύκλους κάτω από τα μάτια, ιδρωμένοι, άσε τη βρώμα που θα ξεχύθηκε στη Ραφήνα με το άνοιξε η μπουκαπόρτα, θα γέμισε ο τόπος μυγάκια, χάλια μιλάμε. Κατεβαίνει κι η καημενούλα μου, να κάνω ένα τσιγάρο λέει γαμώ την πουτάνα μου για μέρα σήμερα. Ανάβει το τσιγάρο, χάνει το ΚΤΕΛ. Φυσικά. Άμα έχεις το Μέρφυ παρέα δε σε αφήνει λεπτό, τα ξέρω αυτά. Πήρε ταξί να πάει σπίτι της, δεν συζήτησε λεπτό άλλη λύση και καλά έκανε.

Που λέτε. Είδατε τι περνάει ο κόσμος; Για να μη λέτε παλιοαχάριστοι κει πέρα, άντε. Κι ούτε απολογισμό έκανα με τόσο εμετό. Στο επόμενο. Διάβασα και καλά βιβλία. Θα σας πω. Τι γέλιο ρε πούστη μου.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Καλοκαίρι 2012.

Υπάρχει πολλή μοναξιά. Κάνω λάθος; Μαλακισμένο το '12, μαλακισμένο το '11, μαλακισμένο το ένα, μαλακισμένο το άλλο, μια μαλακία γενικότερη την οποία αν την αναλύσεις θα καταλάβεις ότι οφείλεται στον ανεξέλεγκτο σταρχιδισμό. Όχι; Εντάξει. Οφείλεται στο ότι δεν λειτουργούμε τον εγκέφαλό μας όσο θα μπορούσαμε. Τον χρησιμοποιούμε κυρίως για μαλακίες. Κουράζουν τα άλλα, κάνει και ζέστη, ή κρύο, μας γαμούν κι απ' όλες τις μπάντες, χέσε με σου λέει ο άλλος, που θα κάτσω να σκεφτώ. Και δώσ'του μαλακία, κι άλλη μαλακία κι από τα πολλά φλόκια έχει θολώσει η όραση. Και να το φχαριστιόμασταν να πω εντάξει, πέφτει το γαμίσι της αρκούδας και τουλάχιστον θα πάμε χορτάτοι. Αμ δε. Μοναξιά κι Άγιος Ο Θεός. Πολλή μοναξιά. Είσαι με παρέα, σκέφτεσαι τα προβλήματά σου. Είσαι μόνος πάλι αυτά σκέφτεσαι. Ακόμα κι αν είσαι σε καλή φάση, σκέφτεσαι τα προβλήματα των άλλων και δε ξέρεις από που να πάρεις χαρά. Να εγώ. Δεν έχω προς το παρόν σοβαρά προβλήματα, είμαι οκ. Δε χρωστάω, φαγητό και στέγη έχω, χέρια πόδια υγεία επίσης, είμαι οκ. Οι άλλοι όμως; Πώς είναι; 

Μου λείπουν πράγματα. Μου λείπουν οι φίλοι μου, δεν είναι χαρούμενοι, είναι σκεπτικοί, έχουν προβλήματα, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο σοβαρά, μου λείπει ο έρωτας που δεν έχω, μια αγκαλιά να πέφτω μέσα να ησυχάζω, να παίρνω ιδέες για το καλύτερο, μου λείπει η ηρεμία που όσο κι αν προσπαθώ ταράζεται συχνά γιατί οι άλλοι δεν είναι ήρεμοι, κάνω τόσο μεγάλες προσπάθειες να χαμογελάω αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα. Είναι φορές που αισθάνομαι ευτυχία γιατί ο άνθρωπος πραγματικά δεν χρειάζεται σχεδόν τίποτα για να νιώσει ευτυχία αλλά δεν κρατάει πολύ γαμώτο, εξανεμίζεται και φεύγει γιατί δεν έχω την αγκαλιά, ακούω μία φίλη να είναι λυπημένη, τη μάνα να μου μιλάει για την εφορία και γω σαν παιδί να λέω, μα γιατί κοιτάτε μπροστά; Κοιτάξτε εδώ, τώρα, δεν είμαστε καλά; Χαμογελάστε, μην κοιτάτε το αύριο, σοφά δεν το ξέρουμε. 

Φαντάζεστε να γνωρίζαμε πριν τέσσερα-πέντε χρόνια τι θα γινόταν τώρα; Θα είχαμε πεθάνει από κατάθλιψη ήδη. Όχι, θα το είχαμε πολεμήσει!, μπορεί να μου πει κάποιος. Τ' αρχίδια μου θα είχαμε πολεμήσει. Όταν παίρναμε δάνεια κατά συρροή και αγοράζαμε ό,τι μαλακία μας κατέβαινε, και το κράτος μας πάντα ήταν μπουρδέλο και χοροπηδούσαμε που κερδίζαμε στο χρηματιστήριο και παίρναμε τους Ολυμπιακούς και κανείς δεν αντιδρούσε και νομίζαμε ότι είμαστε σε ένα πάρτυ με σκληρά μαλακά και άλλα ναρκωτικά και νομίζαμε ότι θα κρατήσει για πάντα ενώ στην ιστορία της χώρας ανά 25 χρόνια έχουμε μια εξέγερση, ένα πόλεμο, μια ανακατωσούρα, ποιος φταίει; Δεν ξέραμε; Μια χαρά ξέραμε. Αλλά βλέπεις είναι η μαλακία.

Τι σου κάνει η μαλακία. Βαράει στο κεφάλι και δε λέει να φύγει. Και γω έχω μαλακία. Μπόλικη. Μιλάμε για μαλακία που ώρες ώρες νομίζω πως αν είχε φερμουάρ το κρανίο μου, το άνοιγα κι έβαζα μέσα ένα κουτάλι, θα έβγαζα τουλάχιστον 3 γεμάτες κουταλιές. Μπορεί να λέω και λίγο αλλά δε νομίζω γιατί άμα αφαιρέσεις 3 κουταλιές δε θα μείνει και πολύς εγκέφαλος όχι; Μπας ρε παιδί μου και χρησιμοποιήσω και τον υπόλοιπο.

Και κάπως έτσι είναι το μαστίγιο που βαράς την πλάτη σου, η απογοήτευση που σκεπάζει τα βλέφαρα, η θλίψη που κάνει πάρτυ στις πλάτες σου και τις αισθάνεσαι βαριές πολύ βαριές κι όλο πονάς όταν σηκώνεσαι από το κρεβάτι λες και κουβαλούσες.

Είναι ωραία εδώ. Δεν περνάω άσχημα και άρα γράφω έτσι. Δεν σημαίνει κάθε φορά που θα κάνουμε μια συζήτηση σε κάποιο ύφος ότι κάτι συμβαίνει. Τα ίδια είναι όλα. Προσπαθώ να παίρνω χαρά απ'ότι μπορώ, ενθουσιάστηκα ας πούμε με τη ροδακινιά που έχουν στον κήπο, καθόμουν και την κοίταζα. Και αν και προφανώς τη φροντίζουν γιατί αν δε τη φρόντιζαν δε θα έβγαζε φρούτα, άσε που έχουν χωράφι και βγάζουν διάφορα ζαρζαβατικά και αρα γνωρίζουν περί κηπευτικής, εγώ ένα βράδυ κοντοκάθησα μπροστά της, πήρα το λάστιχο και της έριξα το νερό της αρκούδας κοιτάζοντάς την με λατρεία. Μου φάνηκε πως τα φύλλα της ήταν λίγο λυπημένα, νεράκι λέω, θα πιεις νεράκι θα κάνεις ακόμα πιο ζουμερά φρούτα. Δεν ξανάριξα, ξέρω ότι ξέρουν τι κάνουν, απλώς ήθελα να της προσφέρω λίγη δροσιά, δεν έκανα κακό, σε κήπο είναι, θα ήπιαν και τα υπόλοιπα δεντράκια, λουλουδάκια. 

Έχουν μια πιπερίτσα καυτερή. Όλο θέλω να ακουμπήσω την άκρη της γλώσσας μου σε ένα καρπό, να καώ, να τρέξουν δάκρυα τα μάτια μου, να φτάσει το καυτό στο κέντρο του μετώπου μου αλλά δεν το κάνω, φοβάμαι μην ξυπνήσουν οι αισθήσεις μου και μετά μου λείπει; Δεν ξέρω. Σιγά θα μου πεις, τράβα κάνε το. Θα το κάνω. Να είναι όμως μπροστά κάποιος να γελάσει τουλάχιστον γιατί με βλέπω να πηγαίνω γύρω γύρω το σπίτι χοροπηδώντας. Ξέρω γω;

Είναι ωραία. Αν εξαιρέσεις τη γενικότερη ανησυχία που κρύβεται πίσω από τα χαμόγελα των ντόπιων που καλοσωρίζουν τους τουρίστες, είναι ωραία. Η σεζόν πάει άσχημα, κάποια μαγαζιά θα κλείσουν, ίσως να μην τους φτάσουν τα λεφτά να ζήσουν, άλλοι μέσα σε οικογένειες δουλεύουν σα σκύλοι και δεν συναντιούνται παρά αργά τη νύχτα στο κρεβάτι κι αν. Δεν τους λυπάμαι ακριβώς, απλώς τους καταλαβαίνω. Ο κόσμος δεν έχει λεφτά. Ή δεν πάει καθόλου διακοπές και στέλνει τα παιδιά του, αυτή είναι και η εξήγηση για τη νεολαία που βλέπεις παντού, ή που αν πάει διακοπές δεν ψωνίζει. Χαίρομαι κάπως γιατί φαίνεται ότι σα να βάζουμε μυαλό. Πέρισυ έκαναν σα δαιμονισμένοι όλοι, έπιναν τα κοκτέηλ το ένα μετά το άλλο, στην προνομιακή τιμή των 10 ευρώ, κακάριζαν και έτρωγαν σαν γουρούνια και δεν καταλάβαιναν τίποτα. Και μετά μου λέτε άμα ξέραμε. Πέρισυ δεν ξέραμε;

Οι άνθρωποι δεν νιώθουν καλά, η φύση όμως συνεχίζει να επιβιώνει. Καλά θα κάνουμε και μεις λοιπόν να πράξουμε το ίδιο. Κι αν μπορούμε παρακαλώ να μην τη μολύνουμε θα ήταν πολύ φρόνιμο εκ μέρους μας μιας και οι άνθρωποι δεν μας φέρονται πολύ καλά. Η φύση όμως πάντα μας φροντίζει και μας παρέχει πράγματα. Γι' αυτό λοιπόν γαμώ την καλοντυμένη κυρία που στεκόταν στο καραβάκι, κάπνιζε το λεπτό λευκό τσιγαράκι της και μόλις τελείωσε, το πέταξε στη θάλασσα με τα καλομανικιουρισμένα νυχάκια της με τα στρας. Της εύχομαι να της έρθει στο σπίτι, πάνω στο τραπέζι της. Να βάλει στο ωραίο της σερβίτσιο το ψαράκι που θα έχει αγοράσει, να το κόψει με τα όμορφα μαχαιροπήρουνά της και να βρει ένα αποτσίγαρο με κραγιόν.

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Camping - Νησί: 0-1

Τελικά ο θείος του κάμπινγκ είναι γνωστός παντού. Έστειλα ένα μήνυμα στον κολλητό για μουσικές γιατί είναι ο μάστερ οφ δε γιούνιβερς της μουσικής και μου απαντάει ναι βεβαίως και στο τέλος ''προσοχή στο γέρο με τα σύκα''. Με άκουσαν μέχρι την Εύβοια. Τι σκατά, όλοι πια όταν πάνε τους δίνει σύκα; Κι ο κολλητός δεν έχει πάει εκεί, φανταστείτε. Τέλος πάντων, ο άνθρωπος με εξυπηρέτησε μακράν αλλά εγώ έφυγα. Τώρα είμαι στο καράβι και πάω στο παραδίπλα νησί στη θεία να φάω κεφτέδες γιατί μ' έφαγε η πείνα. Ωραία τα σύκα αλλά σύκα-σύκα, με πήγε νερό τις προάλλες και δεν έλεγε. Μέτρησα 174 βήματα από τη σκηνή μέχρι την τουαλέτα. Σκέψου να σε πηγαίνει νερό και πόνος και να τρέχεις να σε μαστιγώνουν οι ελιές στη μάπα, να γλιστράς στην άμμο και να φτάνεις στην τουαλέτα, να είναι η καθαρίστρια η οποία μισεί τη ζωή στον πλανήτη επειδή την έριξε η μοίρα οι θεοί και οι νεράιδες να καθαρίζει κι έτσι μας μισεί όλους και γι' αυτό δε σ' αφήνει να μπεις, καθαρίζει στις 5μιση το πρωί, εσύ να χέζεσαι, να μπαίνεις στις αντρικές τουαλέτες και να διαπιστώνεις ότι έχεις ξεχάσει να πάρεις μαζί σου σαπούνι, κωλόχαρτο έχεις, άμα το ξεχνούσες κι αυτό με νερό και πόνο θα έπρεπε να χέζεις ήδη στη φύση να σκουπίζεσαι με φύλλα.

Έτσι που λέτε. Έφυγα, ταξιδεύω τώρα, πολύ μπάνικο το καράβι, πρώτη φορά μπαίνω σ' αυτό, μίλησα και ελληνικά στην είσοδο στον κυριούλη γιατί μας στέλναν όλους εμάς τους ξένους στην ταράτσα να μας φάει η ζέστη και το αγιάζι για εκδίκηση επειδή περνάμε καλά στην Ευρώπη κι έχουμε λεφτά. Μίλησα όμως ελληνικά κι αμέσως μου άνοιξε το δρόμο για το χλιδάτο σαλόνι με τη δροσούλα. Υποφέρουμε που υποφέρουμε οι Έλληνες μη μας τρώει και η ζέστη, συγνώμη, δίκαια πράγματα. Έτσι, κάθομαι τώρα δίπλα σε κάτι συνομήλικούς μου γύρω στα 70-80 απ' ότι τους κόβω, και αν και δεν ακούω τίποτα γιατί έχω γαμάτη μουσική στ' αυτιά μου, τους βλέπω, το μόκο κάνουν, τόσα χρόνια τα' χουν πει όλα, δε μιλάνε, τι καλά. Μπράβο γιατί μου ζαλίσαν τ' αρχίδια τα πιτσιρίκια στο κάμπινγκ αυτές τις μέρες. Τ' αγαπώ τα παιδιά, πολύ, και γουστάρω να κάνω παρέα μαζί τους, κι αυτά γουστάρουν αλλά όχι να τα έχω ολόκληρο 24ωρο και να μην είναι και δικά μου παιδιά να μπορώ ρε παιδί μου να τους τραβήξω τίποτα οξείες και άνω τελείες να στρώσουν, δε γίνεται. Ήρθαν χτες κάτι βλαμμένα και έπαιζαν μπάλα έξω από τις σκηνές από τις 10 μέχρι τις 2 όπου πλέον πήγα στη ρεσεψιόν και τους έδωσα. Ζητώ συγνώμη αλλά να είναι και ευχαριστημένα γιατί αυτά που σκεφτόμουν να τους κάνω εγώ ήταν δεκάκις χειρότερα από μία απλή παρατήρηση που τους έκανε ο κυριούλης και αυτά ζήτησαν συγνώμη και έφυγαν μετά από 15 λεπτά.

Αυτό πάλι δεν το καταλαβαίνω που κάνουν κάποιοι άνθρωποι και ειδικά πιτσιρίκια. Σου τη λέει κάποιος, σταμάτα. Και συ δε σταματάς παρά μόνο μετά από 5-10 λεπτά. Γιατί; Και καλά εγωιστικά εσύ θα σταματήσεις όποτε θες; Φίλε μου είσαι μαλάκας, σπας αρχίδια και να ξέρεις πως μ' αυτά και μ' αυτά δε γαμάς. Δεν το λέω για μένα αλλά μη νομίζεις ότι τα κοριτσάκια φτιάχνονται με μαλάκες. Φτιάχνονται δηλαδή γιατί αλλιώς δε θα υπήρχαν τόσα μαλακισμένα αλλά λέμε τώρα.

...Πρέπει να οργανώσω μου φαίνεται σεμινάρια σε πιτσιρικάδες 17-25. Θραύση θα κάνω. Έχω συμβουλές για γκομενικά φουλ, πως μπορείτε να κλάνετε και να γελάνε τα κορίτσια, πως μπορούν τα κορίτσια να πέρδονται και να ρεύονται και να μην ενοχλείται κανείς, πως μπορείτε να είστε καλά παιδιά και να σας αγαπάνε όλοι. Το ξέρω ότι σ' αυτή την ηλικία τα παιδιά έχουν καταπιεί κομπρεσέρ και μιλάνε οι ορμόνες αλλά αν τις διοχετεύσεις σωστά, μπορείς να δημιουργήσεις αριστουργήματα. Ενώ ας πούμε αν πίνεις ούζα μπύρες μπάφους και μετά για να εκτονωθείς παίζεις μπάλα 10-2 το βράδυ ανάμεσα από σκηνές, και μπινελίκια θα φας και θα ξεράσεις και δε θα γαμήσεις. Σκέψου το. ...Θα μου πεις και τι θες να κάνουν τα παιδάκια σ' αυτήν την ηλικία; Ξέρω γω; Σάμπως τα γνωρίζω όλα; Ιδέες ρίχνω.

Κεφτέδες. Μαλάκα περνάει η ώρα και σκέφτομαι τους κεφτέδες της θείας και μου τρέχουν τα σάλια. Η θεία μου κάνει τους καλύτερους κεφτέδες όλου του πλανήτη, τέλος. Καταρχήν βάζει τυρί στη ζύμη, δεν ξέρω τι άλλα σκατά κάνει, πάντως αυτοί οι γαμημένοι κεφτέδες είναι σαν καραμελάκια, φαπ φαπ φαπ φαπ τους πετάς στον αέρα και τους αρπάζεις με πήδο σαν κουτάβι κι άμα λάχει βρίσκεις ουρά και την κουνάς από τη χαρά σου. Γενικά είμαι πάρα πολύ βολική με το φαΐ, τα τρώω όλα και συμφέρω. Έχω προτιμήσεις αλλά πάντα είμαι ανοιχτή να δοκιμάσω και γενικώς άμα δεν είναι σκατά με χώμα και λίγο λαδάκι, αν έχει μαγειρέψει με αγάπη ο μάγειρας ακόμα κι ένα μαρούλι με λίγη ντοματούλα, εμένα μου αρέσει. Αλλά ρε παιδί μου, είναι μερικά φαγητά που κάνουν μερικοί άνθρωποι, δεν ξέρω πως το κάνουν, φταίει το χέρι τους, η κουζίνα τους, ο απορροφητήρας τους, το λάδι τους, δεν ξέρω, κάνεις ότι κάνουν, έχεις δοκιμάσει το ίδιο σε δεκάδες μέρη, τίποτα, αυτοί ακουμπάνε την τελειότητα. Η θεία μου ας πούμε κεφτέδες. Η μάνα μου πατάτες τηγανητές. Η θεά γειτόνισσα της μάνας ντολμαδάκια γιαλαντζί. Η συχωρεμένη η γιαγιά μου πατάτες φούρνου. Η άλλη συχωρεμένη γιαγιά μου μαυροδάφνη. Με πότιζε για να κοιμηθώ το μεσημέρι αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Αχ έχουν παγώσει τα ποδαράκια μου τι ωραία δροσούλα. Αυτά που λέτε. Πάω νησί λοιπόν, θα κάτσω λίγο και κει και μετά όμορφη Αθήνα και πάλι όλοι στον αγώνα κι έτσι. Τα λέμε.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Kindergarten.

Καλησπέλα σας. Εδώ Βλεφονηπιακός Σταθμός Νήσου Τάδε. Είναι πολύ ωλαία. Παντού παίζουν παιζάκια και γκαρίζουν και σέλω να τους γαμήσω τη μανούλα και τον πατελούλη. Καταλχήν έχει γεμίσει ο τόπος τόσο κολλαγόνο που μου'λχεται να τους πω να στάζουν λίγο ιδλώτα σε μπουκαλάκι να μου το δίνουν να τλίβομαι μπας και ξανανιώσω. Νιώθω 200 χλόνια γηλαιότελη κι ας είμαι πανέμολφη και νεότατη. Μου βγαίνει και μια φλοντίδα για τα παιζάκια αυτά. Σέλω να τα ταχταλίσω στα γονατάκια μου αλλά μπολεί να με πουν παιδελάστλια και δε λέει καθόλου. Από την άλλη, θέλω να τα αλχίσω στις ανάποδες. Χαμός σας λέω, αλλά ας πάλουμε τα πλάματα από την αλχή.

Καταρχήν πριν το ταξίδι έπεσα από το κρεβάτι. Ω ναι. Έπεσα από το κρεβάτι μου αν είναι ποτέ δυνατόν. Μάλλον διαισθητικά ένιωσα πως θα πάω σε παιδικό κάμπνιγκ κατασκήνωση κι έτσι και κάπως έγινα παιδί κι εγώ και άδειασα στο πάτωμα και χτύπησα το γόνατό μου. Καλά που δεν κατουρήθηκα κιόλας, ευτυχώς. Σηκώθηκα μέσα στη νύχτα, πετάχτηκα μάλλον όρθια αφού άδειασα κάτω και είπα δυνατά: "Ήταν τώρα αυτό αναγκαίο; Φυσικά!" Δεν ξέρω τι εννοούσα γιατί νύσταζα, αλλά τέλος πάντων. Την ίδια μέρα που ταξίδεψα, περιττό να πω ότι για μία ακόμη φορά κουβαλούσα τον κώλο και τ'αρχίδια σας γιατί εγώ δεν έχω και τελικά βρήκα τι φταίει. Η πουτάνα η γαμημένη η φτώχεια. Γιατί καλοί μου άνθρωποι αν είχα χρήμα να ρέει άφθονο, καλά, καταρχήν δε θα πήγαινα κατασκήνωση, θα πήγαινα σε δωμάτιο, στο Χίλτον, δεν ξέρω. Κατά δεύτερον δε θα έπαιρνα μαζί μου κωλόχαρτα, καφέ, καλαμάκια, ποτηράκια, πιατάκια, αρχιδάκια κλπ. Θα αγόραζα ότι ήθελα από δω, θα έτρωγα έξω και τέλος. Αλλά τώρα κουβάλα το ένα, κουβάλα το άλλο, στράβωσε ο ώμος πάλι και τώρα δεν μπορώ να στρίψω γαμώ την κοινωνία μου την άκαρδη.

Φτάνοντας στο καράβι, αφού περπάτησα στον ήλιο για να το βρω επειδή έχουν μανία να τα μετακομίζουν όλη την ώρα, έγινε κάτι πολύ ωραίο. Σου έδιναν τσάμπα μπύρα. Λέω ας την πάρω και θα την πιω μέσα, κάνει ένα τσακ η κοπέλα και την ανοίγει. Ωραία, σκέφτομαι, έρχεται η αλκοολικιά γριά στο καράβι, κάντε στη μπάντα. "Πως θα μπω με την μπύρα στο καράβι;" λέω στην κοπέλα, ''ανοίξαμε και σ'άλλους" μου λέει, ωραία συνεννοηθήκαμε, παίρνω την μπύρα ανοιχτή, στο άλλο χέρι να σέρνω τη βαλίτσα-ροδάκια, να πρέπει να πιάσω και το εισιτήριο, με ποιο χέρι δεν ξέρω. Τέλος πάντων, ανέβηκα εκεί μαύρη ώρα να κουβαλάω το βάρος να έχω και την μπύρα μη χυθεί, τελικά ανέβηκα, την ήπια και όλα έγιναν καλύτερα γιατί την άκουσα και κούναγε. Είχε πολύ πλάκα το θέαμα γιατί όλοι όσοι περπατούσαν πήγαιναν σαν μεθυσμένοι και γω διασκέδαζα πολύ και για να το κάνω καλύτερο, σηκωνόμουν με τη μπύρα και τραγουδούσα παραπατώντας.

Με τούτα και μ'εκείνα φτάσαμε και ξεκινήσαν τα ωραία. Το θείο που'χει το κάμπινγκ τον ξέρω χρόνια. Έχω να'ρθω πάρα πολλά καλοκαίρια να μείνω αλλά ένας συγγενής μου είναι φίλος του και γω κάθε φορά που έρχομαι, αναλόγως κατάστασης το λέω για καλύτερη εξυπηρέτηση, καταλαβαίνετε, στην Ελλάδα είναι γνωστό ως "το μέσον". Η φίλη μου δε, που ήρθαμε μαζί εδώ, έρχεται 20 χρόνια στο συγκεκριμένο κάμπινγκ και άρα τον ξέρει χαλαρά. Με το που τη βλέπει λοιπόν "α γεια σου καλώς ήρθες" κλπ. Με το ανακάτεμα που είχα λόγω κουνήματος δεν πήρα μπρος αμέσως αλλά μόλις ξεκίνησαν τις χαιρετούρες, όπα, λέω, στάσου μύγδαλα, εδώ παίζονται όλα. "Γεια σας'', λέω, "είμαι μαζί με την ....." "Α σε θυμάμαι" μου λέει. Αρχίδια θυμόταν, πάμε παρακάτω. ''Λοιπόν'', του λέω, ''θέλουμε την καλύτερη ησυχία, την καλύτερη σκηνή, πηγαίντε μας στα καλύτερα''. ''Που να σας πάω;'' λέει. Κι εδώ ήρθε το μέσον. "Τον ... δεν τον ξέρετε; Δεν είναι φίλος σας; Συγγενής μου είναι'' του λέω και με πάει σε μια σκηνή σαλόνι μαλάκες. Με το διπλό της το στρώμα, το σεντονάκι μέσ'τη μπίχλα, καλαμιές γύρω γύρω, τέντα από πάνω, ψάθα για πόρτα μπροστά, τι να πω. "Τον ...!! Τι λες τώρα!" Με ξανακοιτάει. "Βέβαια! Σε θυμάμαι, πως σε λένε;" Του λέω. Και τώρα έρχεται το καλύτερο έβερ.
Αυτός ο θείος με το ανυπέρβλητο κομοδινί μαλλί όσα χρόνια κι αν περάσουν κάνει τις ίδιες συζητήσεις, σα να πιάνεις βιντεοκασσέτα, προσοχή, όχι dvd, βιντεοκασσέτα και τη βάζεις να παίζει. "Μια κοπέλα που έπαιζε στο "Καλημέρα Ζωή" την ξέρεις; ..... την έλεγαν κι αυτή (είπε το όνομά μου). Πολύ όμορφη κοπέλα". Στο σημείο αυτό με βαθιά συγκίνηση και χαμηλωμένο βλέμμα έχω να σας πω πως ήρθε η ώρα να αποκαλυφθώ. Ναι, εγώ είμαι. Έπαιζα στο Καλημέρα Ζωή. Όχι ότι ο κυριούλης έχει μπερδευτει κι από τότε που τον ξέρω, ένα κάρο χρόνια πίσω, κάθε φορά που με βλέπει λέει το ίδιο, ένας Θεός ξέρει από που του έχει έρθει και τι συσχετισμό σκάλωμα έχει φάει με μένα και την πολύ όμορφη ηθοποιό που έχει το όνομά μου και έπαιζε εκεί. Πόση τελειότητα Θεέ μου, και τι τιμή! Εδώ δείτε σε παγκόσμια πρώτη εμένα σε μια σκηνή που παίζω:



Αργότερα περάσαμε στις σκηνές μας να αμολύσουμε τα πράγματα και να πάμε για μπύρες στο ΚΨΜ ή αλλιώς ρεστοράν. Αυτό κάναμε. Όλο το σκολείο ήταν εκεί. Όλα τα παιζάκια μικλά και μεγάλα ήταν εκεί. Όλο το κολλαγόνο του κόσμου χυνόταν πλος όλες τις κατευθύνσεις και μου ήλθε να πάλω τηλέφωνο τις γλιές φίλες μου να έλθουν να πάλουν λίγο, τι μπότοξ και μαλακίες. Τσίτα τα δέλματα, θα κάνω πολλή ζούμπα το σειμώνα, να είστε σίγουλοι. Ήπια τλεις μπύλες για να το ξεχάσω. Σήμελα δεν έχω πιει ακόμα, τώλα σε λίγο θα αλχίσω.

Τι άλλο; Α φυσικά. Άλχισαν να γκαλίζουν τα παιζάκια 7μιση η ώλα το πλωί γιατί εκείνη την ώλα γύλιζαν, ένα κολιτσάκι μάλιστα είπε και καληνύχτα στις 7μιση και γω τους είπα να σκάσουν. Αυτά γελάγανε φυσικά γιατί είναι κολλαγονούχα και κάφροι λόγω ηλικίας. Μετά μάλλον κάποιος γέλος σαν και μένα είπε πως άμα βγει από το σκηνή θα τα γαμήσει και αυτά μάλλον δε θέλανε να τα γαμήσει κάποιος κύλιος, το βούλωσαν και κοιμηθήκαμε. Τώλα βέβαια πλιν λίγο ήλθαν τουλάχιστον 20 νεογνά δίπλα στο σαλόνι μου και τη σκηνή της φίλης μου και ενδέχεται να έχουμε πλοβλήματα αλλά θα δείξει, δεν πλοεξοφλώ τίποτα, έχουν και λάντζο στη σκηνή τους και μπολεί να γίνω φίλη τους για να την πέφτω εκεί και να μπολώ να τα χαστουκίζω και ανετότελα αν μιλάνε. Τα καλά και συμφέλοντα πάντα. 

Τέλος, η φίλη μου χτες μου είπε ότι ο θείος παίρνει μάτι τις γκόμενες και ότι δε θέλει πολλά πολλά γιατί παλιότερα τη ρωτούσε αν τρώει σύκα και μετά άνοιγε τη σκηνή της, αυτή μισοξεβράκωτη, και της έδινε συκαλάκια παίρνοντάς την μάτι. Κι ερχόμαστε στο σήμερα το πρωί. Πάω για κατούρημα αφου με ξύπνησαν που με ξύπνησαν οι κάφροι. Στην επιστροφή ο θείος. "Συκαλάκια τρως;'' Ε ρε πούστη. 'Τρώω". "Θα σου φέρω εγώ μετά στη σκηνή". Ω ρε πούστη. "Όχι, αν είναι θα έρθω εγω μετά να τα πάρω". "Θα τα αφήσω εγώ απ'εξω". Ω ρε πούστη. "Όχι, , μην μαζευτούν μυγάκια". 
3 ώρες μετά. "Συκαλάκια σου'φερα!" Δεν άνοιξε τη σκηνή και γω ήμουν ξύπνια οπότε καλά μέχρι εδώ. Επίσης μου έφερε συκαλάκια, αχλάδι και κρασί. Ετσι, για να με ρίξεις θα φέρνεις θα φέρνεις και μια ωραία πρωία θα φύγω μπάρμπα. Έτσι κάνουν οι σταρ της Καλημέρα Ζωής.

Γεια σας. Τα τσαναλέμε πολύ τσύντομα, μην ανησυχείτε κασόλου. Και που'στε, ζεν έχει ούτε κουνουπάτσια ούτε μυλμηγκάκια, τσίποτα! Μόνο κολλαγόνο φουλ. Όποιος σέλει να φέλω να μου πει. Βαστάτε όσοι είστε Ασήνα ή σε άλλη πόλη, τελειώνει το καλοκαίλι και θα έλθει πάλι τσωλόκλυο!!

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Διακοπές και βλέπουμε.

Καλημέρα σε όλους. Ναι. Αποφασίστηκε από μόνο του, εγώ δεν έκανα τίποτα. Θα πάω διακοπές. Κυκλάδες. Όχι σε όλες. Σε μία ή δύο (η κυκλάδα, της κυκλάδας κλπ οι κυκλάδες κλπ είμαι συγγραφέας ξέρω γραμματική συντακτικό απ' έξω ανακατωτά). Δεν μπορώ να πω που, γιατί θα έχω μαζί laptop και μάλλον θα γράφω αυτά που θα βλέπω οπότε δε θέλω να φάω καμιά σαγιονάρα στη μάπα ακούγοντας ''εσύ με σχολιάζεις μωρή μαλάκω;'' κι εκτός από το σοκ να μου μείνει και σημάδι από τα τετραγωνάκια που έχει ο πάτος της σαγιονάρας. Δε θέλω. Γιατί τώρα όλοι με τα i phone και τα έξυπνα κινητά λυσσάνε και είναι όλη μέρα online, έβαλαν και οι εταιρίες κινητής τσάμπα το ίντερνετ για τον Αύγουστο, της πουτάνας θα γίνεται, όλοι σκυμμένοι θα είναι, εδώ ήταν πριν που πλήρωναν.

Τέλος πάντων, δεν είναι το θέμα μας τα κινητά των άλλων και το ίντερνετ. Το θέμα είναι ότι δεν έχω λεφτά και γι' αυτό θα πάω κάμπινγκ. Εγώ με το ντετόλ θα πάω κάμπινγκ. Όχι, δε θα πάρω ντετόλ στο κάμπινγκ, λέω, εγώ που λυσσάω με τη βρώμα και τη φασαρία, θα πάω κάμπινγκ. Θα πάω στα μυρμήγκια, στα κουνούπια, στην άμμο μέσα στο βρακί, τις σαγιονάρες φλάπα φλούπα και τις φωνές γύρευε τι θα γίνεται. Αλλά δε με νοιάζει. Και ξέρετε γιατί δε με νοιάζει; Γιατί είμαι αποφασισμένη. Καταρχήν στα παπάρια μου όλα. Έχω αλλάξει. Έχω καταλάβει ότι όπως στρώνεις κοιμάσαι σε όλα τα επίπεδα. Δε γίνεται ας πούμε να πηγαίνεις κάμπινγκ και να γκρινιάζεις για την άμμο. Και συ κακοπερνάς και σπας και τ' αρχίδια του κοσμάκη. Για την ακρίβεια εγώ ειδικά, νομίζω πως διασκεδάζω πολύ τους άλλους όταν υποφέρω και τελικά έχει πλάκα αλλά να κουβαλάω πάλι τσάντες στον ήλιο για ώρες και να κάνω μαλακίες κομμένα. Ας κάνουν οι άλλοι μαλακίες και γω να τους καταγράφω, πιο καλά έτσι. Θα ξεχάσω μια φορά σε ένα κάμπινγκ που άκουγα μέσα στη μαύρη νύχτα μία τρανς μουσική πολύ σκατά όμως, ανοίγω το φερμουάρ και βλέπω ένα κασετόφωνο μπροστά στη σκηνή μου να κοιτάνε τα ηχεία εμένα. Κάνω ένα κλιτς και το κλείνω. Και σκάει από το πουθενά τύπος με μανταλάκι στο στόμα (;;) και μου λέει "όλα καλά;", "ναι", του λέω, "το'κλεισα". "Οκ", μου λέει με το μανταλάκι στο στόμα και φεύγει. Κατάλαβες; Δε χρειάζεται να ταλαιπωρείσαι, η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις. 

Θα πάρω μαζί μου ελάχιστα. Το εννοώ. Βέβαια κάθε φορά που το λες αυτό και βγάζεις σιγά σιγά στο κρεβάτι αυτά που θες, βλέπεις το λόφο του Στρέφη να υψώνεται εμπρός σου και απογοητεύεσαι αλλά αυτή τη φορά το εννοώ στ' αλήθεια. Θα κάνω εγώ το λόφο, γούβα. Μείον. Καλύτερα να μου λείπουν παρά να κάνω τον Κούλη το χαμάλη. Γι' αυτό θα πάρω μαζί μου δύο τσίτια και τέλος. Πλύνε βάλε. Άσε με που θα κουβαλήσω την ντουλάπα να τα δείξω, ναι, έχω πάρα πολλά ρούχα και πάρα πολλά παπούτσια, τι θα γίνει τώρα, θα τα πάρω όλα μαζί μου να κάνω καμπούρα να κουτσαίνω και να πρηστούν οι ώμοι μου από το βάρος και να μη μπορώ να τα φορέσω; Ή να πάρω τη βαλιτσάρα με τις ρόδες να την σέρνω στην άμμο; Το'χω δει κι αυτό. Σε παρακαλώ, μεγαλώσαμε, καταλάβαμε. (Υποτίθεται). Δύο ρούχα κι ούτε καν σκηνή. Έχω σκηνή. Σκηνάρα γαμάτη. Δεν την παίρνω. Θα νοικιάσω. 2 ευρώ την ημέρα έχει η δικιά τους, είναι μεγάλη με στρώμα μέσα. Οπότε εγώ γιατί να κουβαλάω σκηνή, στρώμα, υπόστρωμα κλπ και να πληρώσω κι από πάνω έτσι κι αλλιώς; Όχι κύριοι, νομίζω πως η ζωή μας είναι αρκετά πολύπλοκη, δεν χρειάζεται άλλο. Και ειδικά την περίοδο που ονομάζει κάποιος ''διακοπές''. Δυο ρουχάκια, 5 χρήσιμες μαλακίες και εισιτήριο να πας. Γιατί εισιτήριο επιστροφής εννοείται πως δεν έχω βγάλει. Όποτε μου γουστάρει γυρίζω. Λογαριασμό δεν έχω να δώσω σε κανένα. Άμα δε μου αρέσει γυρίζω σπιτάκι μου ωραιότατα. Εκεί φυσικά θα υπάρχει παρέα, δε σηκώθηκα μια ωραία πρωΐα και είπα "α, πάω κάμπινγκ", είπαμε, έχουμε μια άλφα διαστροφή αλλά πόσο πια; Με κάλεσαν, εγώ δεν ήξερα τι να κάνω, πήρα στο κάμπινγκ να ρωτήσω αν νοικιάζουν σκηνές τι κάνουν, αυτοί με ρώτησαν όνομα και πότε έρχομαι και απάντησα με όνομα και ημερομηνία χωρίς να το σκεφτώ. Μόνο του έγινε το πράμα, εγώ δεν ξέρω τίποτα. Πάω λοιπόν, περιπέτεια, λάπτοπ, γράψιμο, διάβασμα, ατένισμα κόσμου ήλιου θάλασσας ουρανού και βλέπουμε.

..Τι θα δουν τα μάτια μου δεν ξέρω. Έχω βαρεθεί και τους φλώρους και τα χιπούρια. Βρίσκομαι κάπου στη μέση. Φλωροχίπουρας. Ούτε πολύ κυριλέ, ούτε πολύ χύμα. Κάτι ενδιάμεσο. Θα υπάρχει; Παλιά ήταν μόνο χιπούρια. Δεν πήγαιναν οι φλώροι. Τώρα, έχω μάθει ότι έχουν συνδυαστεί και τα δύο λόγω φτώχειας καταραμένης. Τι θα είναι; Από τη μία κιθάρες με Πυξ Λαξ, βγάζω κακάδι από τη μύτη και τρώω τα υπολείμματα από τα πιάτα των άλλων (θέλω να αυτοκτονήσω) και από την άλλη πεντικιούρ μανικιούρ ντεκολτέ με ενισχυμένα σουτιέν και ξυρισμένα στέρνα (αν δεν πέθανα προηγουμένως αυτοκτονώ πιο συγκεκτρωμένα για να πετύχει); 

Παλιά στο ίδιο αυτό κάμπινγκ είχαμε δει θαυμαστά πράγματα. Θυμάμαι να καθόμαστε στο ρεστοράν, Ο Θεός να το κάνει, και να περνάει από μπροστά μπάζο με τεράστιες βυζάρες πεταμένες έξω, να μπαίνει στο μαγαζί, να παίρνει δίσκο, φαΐ και να συνεχίζει. Άφωνοι όλοι, ακολουθούσαμε με τα μάτια τις βυζάρες. Γενικώς ο κόσμος για να βρει γκόμενο/α κάνει διάφορες μαλακίες. Το παίζει και καλά άνετος αλλά βασικά επιβεβαίωση θέλει. Θυμάμαι κάτι άλλες γκόμενες μπροστά στην πόρτα των ντους, όχι πιο κει, μπροστά, να φαίνονται, να βάζουν κρέμες ξεβράκωτες. Ντάξει ρε φιλενάδα, είπαμε. Τέλος πάντων, για να δούμε τι θα δούμε. 

Οπότε πάω, κάνω έρευνα, θα γράψω κι άμα δε μου αρέσει και μου πολυπρίξουν τ' αρχίδια φεύγω. Απλό. Δεν έχω κανένα λόγο πλέον να παραπονιέμαι και να βρίζω και να μου γίνονται τα νεύρα κορδόνια. Μη στενοχωριέστε, αστείες ιστορίες θα υπάρξουν, κουνούπια που θα με κυνηγήσουν θα υπάρξουν, μυρμήγκια που θα περπατήσουν στην κοιλιά μου και γω θα της ρίξω χαστούκια και θα διπλώσω γιατί έτσουξε θα υπάρξει, θα πιω και θα κατουρήσω όλο το δρόμο από το κάμπινγκ στη ντίσκο και μετά θα γυρίσω χαντάκι χαντάκι, όλα αυτά θα γίνουν, γιατί είναι στο πρόγραμμα. Κι αν δε γίνουν δεν πειράζει, κάτι άλλο θα γίνει. Θα πιάσω φιλίες με τον παππού που το έχει, να πάμε για κανά ψάρεμα, να μαζέψουμε κανένα σύκο, να πάμε καμιά εκκλησία αν και δεν τον κόβω για θρήσκο, ξέρω γω, θα δούμε. Ο Θεός βοηθός, ούτε ξέρω. Τα λέμε από κει, καλά να περάσετε, να προσέχετε και να χαμογελάτε! :)