Μια βδομάδα μετά έρχομαι να πω τι; Ότι η διάθεση είναι ασανσέρ; Ότι η πιο σάπια ώρα είναι 7 το απόγευμα; Ότι σε μία ώρα έχω ζούμπα μετά από ένα μήνα; Σκέφτομαι να πάρω μαζί τη βιντεοκάμερα. Μα τι σαπίλα 7 η ώρα το απόγευμα; Τι σάπια σαπίλα ζέστη είναι αυτή; Λες και μέχρι τις 7 ταξίδευε αριστερά δεξιά διαγώνια και κάθετα η ζέστη και ξαφνικά με το που πάει 7 παρά αρχίζει η σαπίλα, η αποσύνθεση, η τρέλα. Κι είναι έτσι συνέχεια. Δεν έχω ρολόι κρεμασμένο στο λαιμό μου αλλά κάθε γαμημένη μέρα κάποια στιγμή το απόγευμα αρχίζω να λιώνω στα καλά καθούμενα, κοιτάω την ώρα, 7 παρά κάτι, 7 ακριβώς, 7 και 1. Δε γίνεται τέτοια ακρίβεια, τέτοια τελειότητα όμως το σύμπαν τι σου είναι, ανατριχιάζω. Να έρθει και την Παρασκευή η πανσέληνος να σκοτώσουμε κανένα γιατί πολύ ήρεμοι είμαστε και κρίμα.
Που λέτε. Δεν ξέρω γιατί είμαι σαν ντοπαρισμένη τώρα. Έτσι νιώθω λίγο. Είναι η ζέστη μάλλον που απειλεί να με σκοτώσει και γω αντιστέκομαι γιατί καφέ δεν πίνω, μια σαλάτα έφαγα με ξύδι που έχει λήξει από το 2005, αλήθεια, λέτε να είναι αυτό; Θα κάνω έρευνα. Έτσι κι αλλιώς δεν με πήγε τσίρλα την πρώτη φορά που το έφαγα, οπότε τώρα θα το φάω όλο. Αν λοιπόν διαπιστώσω ότι μετά από κάθε φορά που τρώω σαλάτα με ληγμένο ξύδι 7 ετών είναι σα να πίνω 3 καφέδες θα σας το πω να το ξέρετε να αγοράζετε ληγμένα.
Ωραία βιβλία διάβασα το καλοκαίρι, υποσχέθηκα θα πω αλλά τώρα είμαι σε άλλη διάθεση, του ντοπαρισμένου, και μου βγαίνουν περισσότερο μαλακίες. Θα πω για τις γυναίκες της οικογένειας που συναντήθηκαμε στο Νησί, για τις κουβέντες που κάναμε με τους θειους, τέτοια.
Λοιπόν, είμαστε Νησί, λίγο καιρό πριν. Μεταφερθείτε παρακαλώ. Αεράκι από θάλασσα, δροσά, κάτι μαμουνάκια στον αέρα, άμμος στις σαγιονάρες, τίναγμα άμμου από το παράθυρο, το'χετε, καιαι πάμε!
Στιγμιότυπα. Μερικές απλές καθημερινές στιγμές ενός απλού καλοκαιριού σε ένα νησί στο Αιγαίο.
Στιγμιότυπα. Μερικές απλές καθημερινές στιγμές ενός απλού καλοκαιριού σε ένα νησί στο Αιγαίο.
Η σημασία του εξαερισμού:
Είμαι στο δωμάτιο που με κοιμίζουν, έχω κλειστή την πόρτα αλλά ανοιχτό το παράθυρο (αλλιώς θα έριχνα την άμμο στον καναπέ). Μου'ρχεται κλανιά. Την αμολάω. Είναι βροντερή. Παρατηρώ μια μικρή μετακίνηση του βρακακίου. Ξαλαφρώνω με ένα φευγαλέο ''αχ'' ευχαρίστησης κι ανοίγω την πόρτα να βγω έξω. Στο βεραντάκι κάθονται και η θεία και η ξαδέρφη. ''Α ωραία'' τους λέω, ''κλάνω εγώ και σεις είστε δω''. "Τι κάνεις;'' ρωτάει η θεία. 'Α, ωραία, δε με άκουσε και γω προδόθηκα' θα πείτε ότι σκέφτηκα. Ναι, κάτι τέτοιο έγινε αλλά απάντησα ''ΚΛΑΝΩ ΛΕΩ''. "Καλά κάνεις'' λέει η θεία χωρίς να συγκινηθεί ιδιαίτερα με την αποκάλυψη. "Τη μικρή να κλάσεις που τις ρίχνει και μας πεθαίνει" λέει η ξαδέρφη για την κόρη της. Έρχεται καλή ώρα η κόρη - λατρεμένη ανηψιά. "Τι λέτε;" ρωτάει. "Για κλανιές" της λέω. "Πάλι έκλασες;" γυρίζει και μου λέει. "Άμα έρθω κει και στην αμολήσω πάνω σου θα σου πω εγώ!" της λέω. "Για έλα!" μου λέει. Και τότε πάνω στη μάχη αμολάει ένα ρέψιμο η θεία και μένουμε άφωνοι. "Παλινδρόμηση. Τι να κάνω;" λέει με σταυρωμένα τα χεράκια της.
Πώς να μην τις αγαπάς;
Πώς να μην τις αγαπάς;
Η σημασία του κολλήματος:
Ήμουν στο δωμάτιο κι ακούω τη θεία "Που να μη σώσουν, όλο τα ίδια και τα ίδια βάζουν!" "Τι είναι ρε θεία τα ίδια και τα ίδια;" ρωτάω εγώ. "Τα ζώα στα ντοκιμαντέρ!", μου λέει. Βγάζω κεφάλι από την πόρτα. "Και τι θες ρε θεία, τα ίδια είναι τα ζώα, δεν ανακαλύφθηκαν άλλα". Παύση ενός δευτερολέπτου. "Που να μη σώσουν, τα ίδια και τα ίδια!"
Ήθελε να γκρινιάξει, είναι σαφές.
Ήθελε να γκρινιάξει, είναι σαφές.
Η σημασία του να νιώθεις νέος και άρα να είσαι:
Οι θείοι μου είναι γέροι αλλά σούπερ κοτσονάτοι. Απ' αυτούς τους γέρους που όλοι μα όλοι θέλουμε να γίνουμε. Κάνουν δουλειές, ψαρεύουν, κολυμπάνε, τσαπίζουν, βάφουν, παίζουν στον υπολογιστή και λίγα λέω. Αλλά βλέπουν και τούρκικα. "Τι τις βλέπετε αυτές τις μαλακίες;" ρωτάω εγώ ευγενικά. "Ε τι να δούμε παιδί μου και μεις γέροι άνθρωποι είμαστε (το γνωστό ποίημα), μαλακίες βλέπουμε" (θεοί;). Και είναι ένα απόγευμα, τρώω στην κουζίνα κι αυτοί σαλονάκι βλέπουν ένα τούρκικο. Εκεί που απολαμβάνω το φαΐ μου, ξαφνικά ακούω: "Κοίτα τον κωλόγερο!" Γέρνω κεφάλι και βλέπω, δύο παππούδια στην πραγματικότητα, να ρίχνουν μούντζες και να λένε κωλόγερο ένα μπάρμπα νεότερό τους κατά 15-20 χρόνια τουλάχιστον.
Τους αγαπώ. Αυτό μόνο.
Τους αγαπώ. Αυτό μόνο.
Η σημασία του να νιώθεις περήφανος:
Είμαι μια μέρα με την ανηψιά για μπάνιο στη θάλασσα οι δυο μας. Τι του'κανα του μωρού, λύσσαξα. Καταρχήν κοιμόμουν σαν μοσχάρι το μεσημέρι μετά το φαΐ και μόλις ξυπνούσα, πήγαινα σούμπιτη στο σπίτι της, την άρπαζα από το χέρι κει που ήταν το καημένο αραχτό και την ταρακουνούσα "πάμε θάλασσα, τώρα, τώρα, τώρα, σήκω!!" και το τραβούσα μέχρι το δωμάτιο να βάλει μαγιό. Του έκανα διάφορα βασανιστήρια αλλά πάντα γεμάτα αγάπη. Κάποια στιγμή λοιπόν μ'εχει πιάσει λύσσα και λέω λέω λέω λέω λέω, δεν σταματάω. Η μικρή δε μιλάει. Λέω εγώ, και δώσ΄του λέω ώσπου κάποια στιγμή (εδω θα χρειαστούμε όνομα, ας πούμε ότι με λένε Μαρία), μου λέει: "Μαρία.." "Έλα.." της λέω. "Σού'πεσε η τάπα" μου λέει η θεά. "Ποια;" δεν κατάλαβα εγώ γιατί ήμουν αλλού. "Βούλωσέ το" μου λέει.
Αγάπη σκέτη.
Η σημασία της ανυπαρξίας του χρόνου:
Αγάπη σκέτη.
Η σημασία της ανυπαρξίας του χρόνου:
Είναι πρωί. Χτυπάει η πόρτα με δύναμη. Τρομάζω. Παω να δω ποιος είναι. Αλλήθωρος γλυκός κύριος. Με κοιτάει. "Έφερα τις πατάτες. Καλό βράδυ" λέει και φεύγει.
Ποιος ήρθε;
Ποιος ήρθε;
Η σημασία των συνταρακτικών νέων:
Είμαστε εγώ και οι θείοι και τρώμε. Κει που είμαστε μπουκωμένοι με ψωμιά κρέατα πατάτες και σαλάτα, μου λέει η θεία μου σοβαρά: "σκότωσε ένας πατέρας την κόρη του". Γυρίζω το βλέμμα από το πιάτο στη θεία μπουκωμένη και σταματάω να μασάω. Με βλέπει, χαμογελάει και λέει: "θα πάρει τελικά η Εντά τον Χαρούμ".
Γαμώ τα τούρκικα.
Γαμώ τα τούρκικα.