Τι να πρωτοπώ για τα χαΐρια μας... Ας ξεκινήσω με το ότι χτες πήγα σε Πρωτοχρονιάτικο πάρτυ. Κ
είχαμε πει να πάμε εκτός από ποτά κ κάτι φαγώσιμο. Πήγα λοιπόν
κουραμπιέδες (να μην τους έχω σπίτι) κ σπανακόπιτα της μαμάς μου. Εγώ
πίνω τζιν αλλά πήγα βότκα. Κ ξεκινάμε έτσι για το πως εξελίχθηκε η
βραδιά.
-Αφού έφαγα σπανακόπιτα και κάτι άλλα, καθόμουν δίπλα στους κουραμπιέδες, δεν ξέρω γιατί κ όποιος περνούσε, έτρωγα έναν κ του λεγα φάε είναι της μαμάς μου. 8 φορές έγινε αυτό. Σε κάποιους ίσως το είπα δύο φορές.
-Ήπια δύο τζιν, (αφου τζιν πίνω!), ένα σφηνάκι πετρέλαιο (δεν ξέρω τι ήταν), δύο βότκες (ε τι να κάνω), ένα ουίσκι κ δύο μπύρες. Αυτά γενικώς, όχι μόνο στο πάρτυ. Γιατί εκτός του πάρτυ πήγα κ Rebound. Στις 4 το πρωί. Κ ήταν τίγκα. Κ δε μ έβαζαν μέσα. Κ του λέω ελάτε τώρα, ντίρλα εγώ, καλά που δεν του χάιδεψα κ το πουκάμισο στο σβέρκο να λέτε, με περιμένουν οι φίλοι μου.. Και τι να σας κάνω δεσποινίς, περιμένετε, άμα γίνει κάτι κάτω πως θα σας βγάλω; Τη Λόλα απ τη φωτιά ποιος θα τη βγάλει ο Καρνέισον που χει δύναμη μεγάλη πήγα να του πω αλλά με είπε δεσποινίς κ χαλάρωσα. Μπήκα ναι αλλά ένα ένα στη σειρά, περιμένετε.
Στο πάρτυ κατουρηθήκαμε στο γέλιο. Εγώ εκεί γύρω από τους κουραμπιέδες και όποιος ερχόταν έλεγε μαλακίες. Οπότε, κάπου στα μισά του πάρτυ επειδή ακριβώς όποιος περνούσε έλεγε ή έκανε μαλακίες, άρχισα να σημειώνω τα καλύτερα στο κινητό μου γιατί υποψιάστηκα ότι θα γίνω κωλοτρυπίδι και δε θα θυμάμαι τίποτα. Όπως κι έγινε. Τώρα λοιπόν κοιτάω τις σημειώσεις (και κλαίω) και σας γράφω. Εννοείται φυσικά από τη στιγμή που άρχισαν να είναι αρκετά μεθυσμένοι όλοι, άρχισαν να γίνονται τα καλύτερα. Δίνω μερικά παραδείγματα:
-Βλέπω κάποια στιγμή μια παρέα πέντε έξι ατόμων να περπατάνε μαζί λες και πάνε για ξενάγηση και σταματάνε μπροστά στο ψυγείο κι αρχίζουν να μιλάνε για τα μαγνητάκια. Μαγική στιγμή. Ντίρλα όλοι να λένε για τα μαγνητάκια, χικ, αυτό το πήρα από το Μιλάνο, οο χικ τι ωραίοοο χικ. Κι αυτή τι ωραία φράουλα χικ. Αα δε θυμάμαι από που την πήρα χικ. Α πολύ ωραία χικ.
-Αργότερα, δεν ξέρω γιατί, έρχεται ένας στο άσχετο και μου λέει ότι είχε πάει σ ένα πάρτυ που είχε έρθει ένα πρεζάκι κι έκλεψε τα πάντα πορτοφόλια κονκάρδες χαρτοπετσέτες και γελούσε μόνος του που τα λεγε. Του συμπλήρωσα και γω που δεν έβλεπα το αστείο ε ναι, άμα κάνεις ανοιχτό πάρτυ στην Ομόνοια αυτά μπορούν να συμβούν κι έδωσε κι άλλα ντεσιμπέλ στο γέλιο του.
-Λίγο πιο μετά, έλεγα στο φίλο της φίλης μου να φάει κουραμπιέ, αυτός έλεγε ότι δεν του αρέσουν εγώ του έλεγα μα είναι ωραίοι και μου λέει το επικό (κατουρήθηκα) αμα φαω και κουραμπιέ μετά από μπακάρντι και σπανακόπιτα θα με πάει σερπατίνα θα κάνω εκείνο το ωραίο το θαλασσί το 432 της Βερνιλάκ και κοντέψαμε να πάθουμε ανακοπή από το γέλιο. Τελικά έφαγε και κουραμπιέ.
-Μετά έρχεται μια γλυκύτατη κοπέλα μισή Αμερικάνα και μου λέει με τύψεις (και με προφορά) ότι κόλλησε και έβλεπε το ριάλιτι με τις Καρντάσιανς στο Ελ Έη και ντρεπόταν γι αυτό κι έλεγε "κοιτούσα αυτσή τη μαλατσία κι έλεγα what the fuck τσι βλέπουο!" Θεά.
-Στο πάρτυ ήταν και ένα ζευγάρι μεγάλοι άνθρωποι, υπέροχοι. Πανέμορφοι, καλοντυμένοι, αγαπημένοι. Κάποια στιγμή είχαν αγκαλιαστεί και χόρευαν και ο παππούς της έπιανε τον κώλο λέμε και έλιωσα. Και αγκαλιάζω τη φίλη μου και τη θεά την Αμερικάνα και τους λέω "κορίτσια, εύχομαι, όταν μεγαλώσουμε να είμαστε έτσι". Και γυρίζει η θεότητα η φίλη μου και μου λέει "άμα σ' αρέσουν αυτοί, που να δεις τον μπαμπά μου τις Απόκριες που ντύνεται πάντα γυναίκα και φοράει ζαρτιέρες". Κρατήθηκα από τους κουραμπιέδες για να μην πέσω κάτω. Κλάμα μαλάκα. Κι αρχίζει η θεά να μου λέει ότι πάντα στα αποκριάτικα πάρτυ της έχει θεματολογία και ότι θεματολογία και να χει, ο μπαμπάς της βρίσκει άκρη και ντύνεται γυναίκα. Μια φορά ντύθηκε άντρας και έκανε τον Καζανόβα πως; Εβαλε ένα καζανάκι στην πλατη με ιμάντες. Πήγαμε λέει στο Πράκτικερ και δώσαμε 40€ να πάρουμε καζανάκι και ρωτούσαμε τον υπάλληλο ποιο καζανάκι είναι ελαφρύ, μαλάκα δε μπορώ, κλαίγαμε, όχι πείτε δεν είναι υπέροχοι οι φίλοι μου; Το γαμήσαμε εννοείται κι άλλο και της λέω θ αναρωτιόταν ο υπάλληλος, τι ελαφρύ, γιατί, δεν κρατάνε τα πλακάκια; Σε αντίσκοινο θα το βάλουν; Κλάμα κλάμα.
-Φορούσα ένα φόρεμα με δυο τσέπες και είχα στη μία το δικό μου κινητό με το πάουερ μπανκ γιατί τα χει παίξει η μπαταρία και στην άλλη τσέπη της φίλης μου. Η φίλη μου έλεγε σε όλους εκεί μέσα ότι έχω συνδεδεμένο δονητή με το κινητό (γιατί είναι μακρόστενο το πάουερ μπανκ) κι όταν βαριέμαι εκεί μέσα το χρησιμοποιώ. Σημείωση: μόνο αυτή ήξερα εκεί μέσα, το φίλο της, και την κοπέλα που έκανε το πάρτυ.
-Λίγο αργότερα έρχεται ο ίδιος ο πιο πάνω με το πρεζάκι που με είχε συμπαθήσει και μου λέει: "θέλω να μου πεις μια μέρα σου, τι κάνεις. Να, ξυπνάς ας πούμε το πρωί. Τι κάνεις;" Και τι του λέω η μεθυσμένη; "Μια κουράδα να!" και του τη δείχνω κιόλας χαχαχαχα πεθάναμε. Ήταν και ο φίλος της φίλης μου δίπλα με το 432 της βερνιλάκ και άρχισε αα και τι χρώμα έχει, μήπως το ωραίο κυπαρισί 324 της βερνιλάκ; Κλάμα.
Φεύγω από το πάρτυ στις 4 γιατί όταν όλοι ρετάρουν η Κωλόγρια συνεχίζει. Και πάω Rebound. Έχω πιει όλα τα ποτά του πάρτυ και φυσικά εκεί θα πιω μπύρα αν δε θέλω να βγάλω το ωραίο μπεζκαροτί 652 της βερνιλάκ απ το στόμα και περιμένω να βγουν κάποιοι για να μπω και μπαίνω και είναι π-ί-τ-α κάτω. Και μου χει πει ο κολλητός σε μήνυμα "είμαστε πίσω δεξιά". Που είναι το πίσω δεξιά ρε μάστορα εδώ μέσα στη μαυρίλα;; Ωραία λέω θα περάσω μόνη μου την υπόλοιπη πρωτοχρονια ΓΙΟΟΟΛΟΟΟ και πάω να τους βρω. Εντωμεταξύ δε φτάνει που είναι κατάμαυρο το μαγαζί έχουν και ένα κάρο επίπεδα, γωνίτσες, σκαλάκια, πίστα, όλα μαύρα. Για να κινδυνεύεις και να σκοτώνεσαι σε κάθε ευκαιρία. Ε ναι, τι νταρκ και γκοθ θα ήταν αλλιώς.. Πάω να τους βρω λοιπόν, πατάω κάτι χέρια, πόδια, μπουφάν, πιάνω κάτι βυζιά κώλους πούτσους να κρατηθώ όρθια, λέω συνέχεια με χαμόγελο συγνώμη, ευχαριστώ και τελικά τους βρίσκω στη δεύτερη προσπάθεια. Πάω να πάρω μπύρες. Στο έλα, πέφτω με τις μπύρες. Κάθομαι τον κώλο μου, έχω τα χέρια ψηλά με τις μπύρες χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα και φωνάζω ΝΑΙΑΙΑΙ και γελάνε κάτι κοπέλες που με βλέπουν. Τους γελάω, σηκώνομαι, τους λέω γαμάτο ε; και φεύγω. Πίνουμε τον πρώτο γύρο μπύρες, μου λέει ο κολλητός είναι κει ο Τάδε. Φίλος από τα πολύ παλιά. Σπρωχνομαι, πάω, αγκαλιές φιλιά ενθουσιασμός, πραγματικά ωραία στιγμή. Και λίγο αργότερα, έρχεται αυτός ο φίλος από τα παλιά, χωρίς να πει τίποτα, με αγκαλιάζει, με φιλάει ρουφηχτά στα μάγουλα, χαμογελάει, λέει "γιατί έτσι" και ξαναπάει στη θέση του. Αγάπη ρε.
Έχει πάει ήδη 6, πάω να πάρω τις δεύτερες μπύρες, δεν πέφτω, όλα καλά, αλλά στις 6μιση ανοίγουν φώτα και κλείνουν μουσική. Μου λέει ο κολλητός φεύγουμε τώρα γιατί άμα είναι να πάρουν όλοι αυτοί ταξί τη γαμήσαμε. Σωστός. Μέχρι να πάρω το παλτό μου ενώ το δικό του ήταν πιο μακριά, είχε φτάσει στη σκάλα. Δεν ξέρω πως το έκανε, να δεις αυτός έχει σούπερ δυνάμεις και δεν μας το έχει πει. Το θέμα είναι ότι τον έψαχνα και όταν πήγα προς την πόρτα γιατί σκέφτηκα ε όπου κι αν πήγε εκεί θα έρθει, τον βλέπω και μου λέει τι έκανες σε έβλεπα χάζευες και κοιτούσες το κινητό σου χαχαχαχ
Πάμε έξω, κι είμαστε πλατεία Αμερικής να περιμένουμε ταξί και κείνη την ώρα περνάει παπάς και με χαμόγελο και φωνή Άη Βασίλη τελείως όμως μας λέει ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! Εμείς ανταποδίδουμε και μετά, κοιταζόμαστε με κολλητό και μου λέει Τι ήταν αυτό ρε μαλάκα; Χαχαχαχα κλάμα πάλι. Μου λέει μια φίλη που της το είπα ότι μας είδε έτσι καλοντυμένα και νόμισε ότι πάμε εκκλησία. Ναι με κάτι μάτια κρεμασμένα από το μεθύσι εγώ και βρωμόντας τσιγαρίλα ολούθε. Οπωσδήποτε αυτό νόμισε χαχαχαχα
Τα υπόλοιπα τα έχω ανεβάσει στο facebook. Α ναι, όχι όλα. Ότι ερχόμενη σπίτι μου ας πούμε γελούσα δυνατά στο δρόμο. Ή που όσο πλενόμουν φώναζα ΤΕΛΕΙΑ ΤΕΛΕΙΑ σαν τις γκόμενες που είναι στο βίντεο με τη Μύκονο (Πώς περνάτε; Τέεελλλλειααα!!!) Μετά πάω να κοιμηθω και το βούρλο άνοιξα την ηλεκτρική κουβέρτα την οποία φυσικά ξέχασα και ξύπνησα αργότερα το μεσημέρι λες κι ένιωθα σα να έχω ψηθεί, έτοιμη.. Αργότερα, για την ακρίβεια λίγο πριν, είδα το τάπερ με τους κουραμπιέδες (εντάξει ναι έχω κρατήσει λίγους και στο σπίτι) ανοιχτό.... που σημαίνει ότι μόλις επέστρεψα μπούκωσα ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ! Μετά από σπανακόπιτα, 2 τζιν, 2 βότκες, 1 σφηνάκι πετρέλαιο, 1 ουίσκι, 8 κουραμπιέδες, 2 μπύρες έφαγα ΑΛΛΟΝ ΕΝΑ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ. Ας μη συζητήσουμε τι χρώμα βερνιλάκ είχε το σκατό σήμερα....
Καλή Χρονιά σε όλους ρε, να είστε Ευτυχισμένοι και να Γελάτε πάντα! Εις Υγεία!
-Αφού έφαγα σπανακόπιτα και κάτι άλλα, καθόμουν δίπλα στους κουραμπιέδες, δεν ξέρω γιατί κ όποιος περνούσε, έτρωγα έναν κ του λεγα φάε είναι της μαμάς μου. 8 φορές έγινε αυτό. Σε κάποιους ίσως το είπα δύο φορές.
-Ήπια δύο τζιν, (αφου τζιν πίνω!), ένα σφηνάκι πετρέλαιο (δεν ξέρω τι ήταν), δύο βότκες (ε τι να κάνω), ένα ουίσκι κ δύο μπύρες. Αυτά γενικώς, όχι μόνο στο πάρτυ. Γιατί εκτός του πάρτυ πήγα κ Rebound. Στις 4 το πρωί. Κ ήταν τίγκα. Κ δε μ έβαζαν μέσα. Κ του λέω ελάτε τώρα, ντίρλα εγώ, καλά που δεν του χάιδεψα κ το πουκάμισο στο σβέρκο να λέτε, με περιμένουν οι φίλοι μου.. Και τι να σας κάνω δεσποινίς, περιμένετε, άμα γίνει κάτι κάτω πως θα σας βγάλω; Τη Λόλα απ τη φωτιά ποιος θα τη βγάλει ο Καρνέισον που χει δύναμη μεγάλη πήγα να του πω αλλά με είπε δεσποινίς κ χαλάρωσα. Μπήκα ναι αλλά ένα ένα στη σειρά, περιμένετε.
Στο πάρτυ κατουρηθήκαμε στο γέλιο. Εγώ εκεί γύρω από τους κουραμπιέδες και όποιος ερχόταν έλεγε μαλακίες. Οπότε, κάπου στα μισά του πάρτυ επειδή ακριβώς όποιος περνούσε έλεγε ή έκανε μαλακίες, άρχισα να σημειώνω τα καλύτερα στο κινητό μου γιατί υποψιάστηκα ότι θα γίνω κωλοτρυπίδι και δε θα θυμάμαι τίποτα. Όπως κι έγινε. Τώρα λοιπόν κοιτάω τις σημειώσεις (και κλαίω) και σας γράφω. Εννοείται φυσικά από τη στιγμή που άρχισαν να είναι αρκετά μεθυσμένοι όλοι, άρχισαν να γίνονται τα καλύτερα. Δίνω μερικά παραδείγματα:
-Βλέπω κάποια στιγμή μια παρέα πέντε έξι ατόμων να περπατάνε μαζί λες και πάνε για ξενάγηση και σταματάνε μπροστά στο ψυγείο κι αρχίζουν να μιλάνε για τα μαγνητάκια. Μαγική στιγμή. Ντίρλα όλοι να λένε για τα μαγνητάκια, χικ, αυτό το πήρα από το Μιλάνο, οο χικ τι ωραίοοο χικ. Κι αυτή τι ωραία φράουλα χικ. Αα δε θυμάμαι από που την πήρα χικ. Α πολύ ωραία χικ.
-Αργότερα, δεν ξέρω γιατί, έρχεται ένας στο άσχετο και μου λέει ότι είχε πάει σ ένα πάρτυ που είχε έρθει ένα πρεζάκι κι έκλεψε τα πάντα πορτοφόλια κονκάρδες χαρτοπετσέτες και γελούσε μόνος του που τα λεγε. Του συμπλήρωσα και γω που δεν έβλεπα το αστείο ε ναι, άμα κάνεις ανοιχτό πάρτυ στην Ομόνοια αυτά μπορούν να συμβούν κι έδωσε κι άλλα ντεσιμπέλ στο γέλιο του.
-Λίγο πιο μετά, έλεγα στο φίλο της φίλης μου να φάει κουραμπιέ, αυτός έλεγε ότι δεν του αρέσουν εγώ του έλεγα μα είναι ωραίοι και μου λέει το επικό (κατουρήθηκα) αμα φαω και κουραμπιέ μετά από μπακάρντι και σπανακόπιτα θα με πάει σερπατίνα θα κάνω εκείνο το ωραίο το θαλασσί το 432 της Βερνιλάκ και κοντέψαμε να πάθουμε ανακοπή από το γέλιο. Τελικά έφαγε και κουραμπιέ.
-Μετά έρχεται μια γλυκύτατη κοπέλα μισή Αμερικάνα και μου λέει με τύψεις (και με προφορά) ότι κόλλησε και έβλεπε το ριάλιτι με τις Καρντάσιανς στο Ελ Έη και ντρεπόταν γι αυτό κι έλεγε "κοιτούσα αυτσή τη μαλατσία κι έλεγα what the fuck τσι βλέπουο!" Θεά.
-Στο πάρτυ ήταν και ένα ζευγάρι μεγάλοι άνθρωποι, υπέροχοι. Πανέμορφοι, καλοντυμένοι, αγαπημένοι. Κάποια στιγμή είχαν αγκαλιαστεί και χόρευαν και ο παππούς της έπιανε τον κώλο λέμε και έλιωσα. Και αγκαλιάζω τη φίλη μου και τη θεά την Αμερικάνα και τους λέω "κορίτσια, εύχομαι, όταν μεγαλώσουμε να είμαστε έτσι". Και γυρίζει η θεότητα η φίλη μου και μου λέει "άμα σ' αρέσουν αυτοί, που να δεις τον μπαμπά μου τις Απόκριες που ντύνεται πάντα γυναίκα και φοράει ζαρτιέρες". Κρατήθηκα από τους κουραμπιέδες για να μην πέσω κάτω. Κλάμα μαλάκα. Κι αρχίζει η θεά να μου λέει ότι πάντα στα αποκριάτικα πάρτυ της έχει θεματολογία και ότι θεματολογία και να χει, ο μπαμπάς της βρίσκει άκρη και ντύνεται γυναίκα. Μια φορά ντύθηκε άντρας και έκανε τον Καζανόβα πως; Εβαλε ένα καζανάκι στην πλατη με ιμάντες. Πήγαμε λέει στο Πράκτικερ και δώσαμε 40€ να πάρουμε καζανάκι και ρωτούσαμε τον υπάλληλο ποιο καζανάκι είναι ελαφρύ, μαλάκα δε μπορώ, κλαίγαμε, όχι πείτε δεν είναι υπέροχοι οι φίλοι μου; Το γαμήσαμε εννοείται κι άλλο και της λέω θ αναρωτιόταν ο υπάλληλος, τι ελαφρύ, γιατί, δεν κρατάνε τα πλακάκια; Σε αντίσκοινο θα το βάλουν; Κλάμα κλάμα.
-Φορούσα ένα φόρεμα με δυο τσέπες και είχα στη μία το δικό μου κινητό με το πάουερ μπανκ γιατί τα χει παίξει η μπαταρία και στην άλλη τσέπη της φίλης μου. Η φίλη μου έλεγε σε όλους εκεί μέσα ότι έχω συνδεδεμένο δονητή με το κινητό (γιατί είναι μακρόστενο το πάουερ μπανκ) κι όταν βαριέμαι εκεί μέσα το χρησιμοποιώ. Σημείωση: μόνο αυτή ήξερα εκεί μέσα, το φίλο της, και την κοπέλα που έκανε το πάρτυ.
-Λίγο αργότερα έρχεται ο ίδιος ο πιο πάνω με το πρεζάκι που με είχε συμπαθήσει και μου λέει: "θέλω να μου πεις μια μέρα σου, τι κάνεις. Να, ξυπνάς ας πούμε το πρωί. Τι κάνεις;" Και τι του λέω η μεθυσμένη; "Μια κουράδα να!" και του τη δείχνω κιόλας χαχαχαχα πεθάναμε. Ήταν και ο φίλος της φίλης μου δίπλα με το 432 της βερνιλάκ και άρχισε αα και τι χρώμα έχει, μήπως το ωραίο κυπαρισί 324 της βερνιλάκ; Κλάμα.
Φεύγω από το πάρτυ στις 4 γιατί όταν όλοι ρετάρουν η Κωλόγρια συνεχίζει. Και πάω Rebound. Έχω πιει όλα τα ποτά του πάρτυ και φυσικά εκεί θα πιω μπύρα αν δε θέλω να βγάλω το ωραίο μπεζκαροτί 652 της βερνιλάκ απ το στόμα και περιμένω να βγουν κάποιοι για να μπω και μπαίνω και είναι π-ί-τ-α κάτω. Και μου χει πει ο κολλητός σε μήνυμα "είμαστε πίσω δεξιά". Που είναι το πίσω δεξιά ρε μάστορα εδώ μέσα στη μαυρίλα;; Ωραία λέω θα περάσω μόνη μου την υπόλοιπη πρωτοχρονια ΓΙΟΟΟΛΟΟΟ και πάω να τους βρω. Εντωμεταξύ δε φτάνει που είναι κατάμαυρο το μαγαζί έχουν και ένα κάρο επίπεδα, γωνίτσες, σκαλάκια, πίστα, όλα μαύρα. Για να κινδυνεύεις και να σκοτώνεσαι σε κάθε ευκαιρία. Ε ναι, τι νταρκ και γκοθ θα ήταν αλλιώς.. Πάω να τους βρω λοιπόν, πατάω κάτι χέρια, πόδια, μπουφάν, πιάνω κάτι βυζιά κώλους πούτσους να κρατηθώ όρθια, λέω συνέχεια με χαμόγελο συγνώμη, ευχαριστώ και τελικά τους βρίσκω στη δεύτερη προσπάθεια. Πάω να πάρω μπύρες. Στο έλα, πέφτω με τις μπύρες. Κάθομαι τον κώλο μου, έχω τα χέρια ψηλά με τις μπύρες χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα και φωνάζω ΝΑΙΑΙΑΙ και γελάνε κάτι κοπέλες που με βλέπουν. Τους γελάω, σηκώνομαι, τους λέω γαμάτο ε; και φεύγω. Πίνουμε τον πρώτο γύρο μπύρες, μου λέει ο κολλητός είναι κει ο Τάδε. Φίλος από τα πολύ παλιά. Σπρωχνομαι, πάω, αγκαλιές φιλιά ενθουσιασμός, πραγματικά ωραία στιγμή. Και λίγο αργότερα, έρχεται αυτός ο φίλος από τα παλιά, χωρίς να πει τίποτα, με αγκαλιάζει, με φιλάει ρουφηχτά στα μάγουλα, χαμογελάει, λέει "γιατί έτσι" και ξαναπάει στη θέση του. Αγάπη ρε.
Έχει πάει ήδη 6, πάω να πάρω τις δεύτερες μπύρες, δεν πέφτω, όλα καλά, αλλά στις 6μιση ανοίγουν φώτα και κλείνουν μουσική. Μου λέει ο κολλητός φεύγουμε τώρα γιατί άμα είναι να πάρουν όλοι αυτοί ταξί τη γαμήσαμε. Σωστός. Μέχρι να πάρω το παλτό μου ενώ το δικό του ήταν πιο μακριά, είχε φτάσει στη σκάλα. Δεν ξέρω πως το έκανε, να δεις αυτός έχει σούπερ δυνάμεις και δεν μας το έχει πει. Το θέμα είναι ότι τον έψαχνα και όταν πήγα προς την πόρτα γιατί σκέφτηκα ε όπου κι αν πήγε εκεί θα έρθει, τον βλέπω και μου λέει τι έκανες σε έβλεπα χάζευες και κοιτούσες το κινητό σου χαχαχαχ
Πάμε έξω, κι είμαστε πλατεία Αμερικής να περιμένουμε ταξί και κείνη την ώρα περνάει παπάς και με χαμόγελο και φωνή Άη Βασίλη τελείως όμως μας λέει ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! Εμείς ανταποδίδουμε και μετά, κοιταζόμαστε με κολλητό και μου λέει Τι ήταν αυτό ρε μαλάκα; Χαχαχαχα κλάμα πάλι. Μου λέει μια φίλη που της το είπα ότι μας είδε έτσι καλοντυμένα και νόμισε ότι πάμε εκκλησία. Ναι με κάτι μάτια κρεμασμένα από το μεθύσι εγώ και βρωμόντας τσιγαρίλα ολούθε. Οπωσδήποτε αυτό νόμισε χαχαχαχα
Τα υπόλοιπα τα έχω ανεβάσει στο facebook. Α ναι, όχι όλα. Ότι ερχόμενη σπίτι μου ας πούμε γελούσα δυνατά στο δρόμο. Ή που όσο πλενόμουν φώναζα ΤΕΛΕΙΑ ΤΕΛΕΙΑ σαν τις γκόμενες που είναι στο βίντεο με τη Μύκονο (Πώς περνάτε; Τέεελλλλειααα!!!) Μετά πάω να κοιμηθω και το βούρλο άνοιξα την ηλεκτρική κουβέρτα την οποία φυσικά ξέχασα και ξύπνησα αργότερα το μεσημέρι λες κι ένιωθα σα να έχω ψηθεί, έτοιμη.. Αργότερα, για την ακρίβεια λίγο πριν, είδα το τάπερ με τους κουραμπιέδες (εντάξει ναι έχω κρατήσει λίγους και στο σπίτι) ανοιχτό.... που σημαίνει ότι μόλις επέστρεψα μπούκωσα ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ! Μετά από σπανακόπιτα, 2 τζιν, 2 βότκες, 1 σφηνάκι πετρέλαιο, 1 ουίσκι, 8 κουραμπιέδες, 2 μπύρες έφαγα ΑΛΛΟΝ ΕΝΑ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕ. Ας μη συζητήσουμε τι χρώμα βερνιλάκ είχε το σκατό σήμερα....
Καλή Χρονιά σε όλους ρε, να είστε Ευτυχισμένοι και να Γελάτε πάντα! Εις Υγεία!