Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικο.

Χτύπησε το κουδούνι το πρωί κ το ξερα ότι είναι για κάλαντα. Αντί να σηκωθώ, άλλαξα πλευρό. Όμως μια μελωδία μ έκανε ν ανοίξω το ένα μάτι. Η συνέχεια της μελωδίας ν ανοίξω κ το άλλο, να πεταχτώ πάνω, να βάλω ρόμπα κ να πάω να σταθώ πίσω από την πόρτα. Τα παιδιά είχαν μαζί κάποιο, μικρό φαντάζομαι, μουσικό όργανο κ έπαιζαν αυτά τα κάλαντα με ελληνικούς στίχους. Ακουγόταν πανέμορφα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αποφάσισα ν ανοίξω. Έτρεξα, έπιασα λεφτά κ σοκολατάκια κ περίμενα πίσω από την πόρτα. Και δεν ανέβηκαν. Κ έμεινα λυπημένη να κοιτάω την ξύλινη επιφάνεια. Μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν όπως στη ζωή, που είσαι μυστήριος μια ζωή κ ξαφνικά αποφασίζεις να λυθείς, ν ανοιχτείς, να δοθείς κ μόλις δεις την ευκαιρία το κάνεις. Κι αυτή έρχεται σε σένα αλλά το τελευταίο λεπτό στρίβει.
Κ κει ακριβώς σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να μείνεις λυπημένος να στοχάζεσαι τι έγινε γιατί κλπ. Αντίθετα πρέπει να την παλέψεις. Κοινώς έπρεπε ν ανοίξω την πόρτα κ να τα φωνάξω. Ακόμα κι αν είχαν μπει στο ασανσέρ κ κατέβαιναν. Έχω δυνατή φωνή.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Δέκα Χρόνια.


Που να ‘ξερα πριν δέκα χρόνια, όταν τόλμησα να σε δημιουργήσω μόνο και μόνο για να εκτονωθώ, τι θα γινόταν. Που και μόνο η ιδέα να γράψω κάτι και να το διαβάσουν άγνωστοι με έκανε να νιώθω σα να βγαίνω γυμνή στο Σύνταγμα και να λέω στο βιαστικό πλήθος  «Ναι, ακούστε με παρακαλώ, έχω να σας πω κάτι για το άγχος μου, ή ό,τι έκλασα χτες ή ότι αγάπησα αυτό ή το άλλο».. Κι όμως. Αγαπήθηκες μπλογκάκι μου και κάναμε πολλά και γω ανακάλυψα κάτι που υπεραγαπώ. Το γράψιμο.

Ούτε μία μέρα χωρίς μία γραμμή. Φράση που αποδίδεται στον Απελλή, αρχαίο ζωγράφο της ελληνιστικής περιόδου. Αλλά και ο Άκης από τα Σούρμενα να το είπε, δε με νοιάζει, είναι η πάσα αλήθεια. Μπορεί να γράφω κάτι, μια συνταγή, ή ένα σημείωμα στον εαυτό μου ή στο κάδρο-πίνακα που έχω στην είσοδο ή στον υπολογιστή ή δεν έχει σημασία, πάντως δεν υπάρχει περίπτωση να μην γράψω τη γραμμή μου. Και σ’ ευχαριστώ. Με ευχαριστώ. Που μου έδωσα την ευκαιρία και δεν κώλωσα. Κι ας μην είμαι ο Μπέκετ. Αλλά ποιος ξέρει. Μέχρι να πεθάνω μπορεί και να γίνω.

Που να ‘ξερα πριν δέκα χρόνια πόσους ανθρώπους θα γνώριζα. Και πόσους θ’ αγαπούσα. Και αγαπώ ακόμα. Μεγάλο δώρο μου έδωσες. Μου έδωσα. Δεν κώλωσα, τόλμησα γιατί πνιγόμουν κι έσκαγα, το έκανα και κέρδισα. Μόνο κέρδισα. Ποτέ δεν έχασα. Θύμωσα, ξενέρωσα, σπάστηκα ναι. Ε, όταν δεν είσαι μέσα σε μια σπηλιά χωμένος και έχεις να κάνεις με ανθρώπους πληγώνεσαι. Και πληγώνεις.

Πόσο γέλασα. Πόσο πολύ γέλασα. Και γελάω ακόμα.

Ήταν ωραία. Και είναι ωραία. Μπορεί να μη γράφω εδώ πολύ πια αλλά πάντα θυμάμαι πόσο σε αγάπησα και καθόλου δεν έχει αλλάξει αυτό. Καθόλου. Απλά για τους λόγους μου κάνω κάτι άλλο. Εσύ όμως είσαι στην καρδιά μου. Σε αγαπώ και σε ευχαριστώ γιατί ήσουν για μένα καταφύγιο. Και μέσα στο μυαλό μου πάντα θα είσαι ό,τι και να κάνω.

Σ ευχαριστώ.

Υ.Γ. Ήθελα να βάλω καρδούλα δίπλα στο Ευχαριστώ και δε μ αφήνει ο γαμομπλόγκερ ο γαμημένος κι έριξα κάτι μπινελίκια πρωί πρωί.. επετειακά..



Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Νοιάζομαι.

Αγαπώ πολύ τα φυτά. Κ πάντα ήθελα να έχω πολλά. Είμαι αυτή που τα κοιτάει το πρωί κ τους χαμογελάει. Αν βγω στη βεράντα κ τυχόν μου τραβήξει την προσοχή κάποιο γιατί έβγαλε λουλούδι ή μεγάλωσε απότομα κ αυθόρμητα του πω ενθουσιασμένη Ω αγάπη μου κ του φιλήσω τα φύλλα, τότε αμέσως σκέφτομαι πως θα στενοχωρηθούν τ άλλα κ θ αρχίσω σ ένα ένα κ θα λέω και σένα σ αγαπώ κ σένα κ σένα κ σένα μέχρι να το πω σ όλα. Κάπου κει σκέφτομαι ότι μπορεί να με ακούσει κανείς αν κ το λέω σιγά αλλά πιο πολύ με νοιάζουν τα φυτά μου.

Πρόσφατα πήρα δύο φυτά για μέσα. Πάντα ήθελα. Δεν είχα όμως ποτέ. Κ τώρα πρώτη φορά πήρα. Δε μπορεί να φανταστεί κανείς πως τα κοιτάω. Αν κ το ένα έχω ερωτευτεί. Το ομολογώ. Κάθε βράδυ κλείνει τα φύλλα κ κοιμάται κ κάθε πρωί τ ανοίγει να βλέπει το φως. Κ επειδή είναι πιο φλύαρο, μου δείχνει ότι ζει, μεγαλώνει μπροστά μου κ κουνιέται, γι αυτό το έχω αγαπήσει κ συχνά μου φεύγει κ του λέω αγάπη μου εσύ ανοίγοντας τις παλάμες όπως κάνουμε όταν θέλουμε ν αρπάξουμε κ να μασουλήσουμε κάποιον. Κ αμέσως γυρίζω στο άλλο, που είναι ήσυχο κ δεν μιλάει κ δεν κουνιέται, είναι ένα μίνι δεντράκι που απλά ζει κ του λέω το ίδιο αμέσως Αγάπη μου εσύ μα ανησυχώ λίγο, φοβάμαι ότι καταλαβαίνει πως νιώθω κ πως είναι δύσκολο φυτό γιατί δε δείχνει τι θέλει κ αν του αρέσει εκεί που το έβαλα κ πως απλά μια ωραία μέρα θ αρρωστήσει κ δε θα ξέρω γιατί. Κ σκέφτομαι πως αυτό θέλει τελικά μεγαλύτερη προσοχή, είναι όπως οι άνθρωποι, οι φλύαροι, αυτοί που εκφράζονται κ μιλούν είναι πιο πιθανό να τη γλιτώσουν. Οι ήσυχοι όμως, αυτοί που δε μιλούν κ δεν λένε, αυτοί θέλουν ακόμα μεγαλύτερη προσοχή κ αγάπη γιατί καλά τους έχεις συνηθίσει εκεί στη γωνιά τους αμίλητους μα άμα φύγουν θα σου λείπουν.
 


















































Νοιάζομαι πολύ. Γι' αυτό ίσως την πατάω.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Γενικά. Και ειδικά.

Είπα πως αυτό το ποστ δεν θα έχει τόνους κι όμως βάζω. Πόσες φορές λέμε κάτι, πως δε θα το κάνουμε, κι όμως το κάνουμε; Είναι αδυναμία μάλλον. Δε βαριέσαι. Μαρτύριο ν αναλύεις τα πάντα. Για την ιστορία πάντως, τώρα δεν μ επιστεύτηκα. Όταν γράφω στο τάμπλετ, όπως τώρα, στο οποίο μπαίνουν οι τόνοι με διαφορετικό τρόπο απ ότι στον υπολογιστή μου, συνήθως δεν τονίζω αυτά που γράφω. Δεν μ εμπιστεύτηκα λοιπόν, είπα πως τώρα που θα γράφω τις σκέψεις μου, γρήγορα κ βιαστικά όπως κάνω πάντα, δε θα μπορώ να τονίζω κι από πάνω. Κι όμως μπορώ. Άρα, μήπως τελικά όταν κάνουμε αυτό που είπαμε να μην κάνουμε κ τούμπαλιν είναι γιατί απλώς δεν μας έχουμε εμπιστοσύνη; Γιατί πιστεύουμε ότι δεν θ αντεπεξέλθουμε στο διαφορετικό; Τι μαλάκες που είμαστε.

Κατά καιρούς με πιάνει κ ενώ είμαι τίγκα δε θέλω να πω τίποτα. Αυτό που μόνο παρατηρείς, παίρνεις αποφάσεις κ πρέπει, θες, να κάνεις πράξεις. Δεν ξέρεις πώς, γιατί είναι όλες αυτές οι συνήθειες τόσων ετών που σ εμποδίζουν να στραφείς στο διαφορετικό αλλά το διαφορετικό είναι ωραίο κ δεν ξέρω γιατί μας φοβίζει. Γιατί είμαστε βλάκες. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη.

Στο ίντερνετ που περιφέρομαι βλέπω πολλά πράγματα. Μερικά από αυτά είναι επιεικώς θαυμάσια. Αλλά φρικτά. Το καλό είναι ότι μαθαίνω νέα απ όλο τον κόσμο, βλέπω τ αστεία των πιτσιρικάδων, και μη, με τι γελάνε, με τι φρικάρουν, την αντίδρασή τους σχετικά με τις δολοφονίες των μαύρων, την LGBT κοινότητα,
το bullying, την (αν)ισότητα των δύο φύλων. Ο κόσμος νοιάζεται. Ο κόσμος έχει αλλάξει κ φωνάζει. Όσο κι αν πιστεύουμε ότι όλα είναι για τον πούτσο κ άδικα, που είναι, τελικά δεν είναι όλα κ ναι, επιτέλους ο κόσμος νοιάζεται. Θ αργήσουμε να δούμε την αλλαγή κ κάποιοι από μας δεν θα την προλάβουμε κιόλας αλλά θα γίνει.

Έχω αδυναμία στους αδύναμους, πάντα με έπιανε να υπερασπίζομαι τις ψυχές που δεν έχουν την δυνατότητα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Και δυστυχώς αυτό ακριβώς είναι που συνεχίζεται. Η βία ενάντια στους αδύναμους. Ή σε κάποιες περιπτώσεις όπως αυτές των ΛΟΑΤ ή των μαύρων, στους διαφορετικούς. 
Να εδώ ένα βίντεο με 23 τρόπους (ή λόγους αν θες) που μπορείς να σκοτωθείς στην Αμερική αν είσαι μαύρος.


Βέβαια δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μιλάμε για διαφορετικότητα όταν όλοι είναι άνθρωποι. Γιατί είναι μαλακισμένη η ανθρωπότητα θα μου πεις..


Παρακάτω θα δούμε μια ιστορία ενός δασκάλου και δύο μήλων που αφορά το μπούλινγκ, και μερικές μαρτυρίες κάποιων κοριτσιών που σχετίζονται με την αδυναμία του φύλου μας απέναντι στην αντρική βία (ή την πρόθεση αυτής). Αυτή τη φωτό δεξιά, τη λάτρεψα πραγματικά.
Γιατί το σκέφτομαι συχνά και είναι άδικο. Οι γυναίκες δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Έχουμε συνεχώς περιορισμούς. Συνεχώς. Το πιο απλό θα πω. Μια γυναίκα δε μπορεί να πάει όπου θέλει ταξίδι μόνη της και να βγει μέσα στη μαύρη νύχτα βόλτα γιατί έτσι της ήρθε. Μπορεί φυσικά αν έχει μαύρη ζώνη στο καράτε, αν είναι τυχερή κ δε συναντήσει κανέναν, αν την έχει σταυρώσει η μάνα της. Ας μην προσπαθήσει κάποιος άντρας να δικαιολογήσει. Δεν έχετε ιδέα πόσες δεκάδες φορές έχουμε νιώσει κόμπο στο στομάχι από φόβο.

Ας δούμε πρώτα λοιπόν την ιστορία του δασκάλου και των δύο μήλων. Μια μέρα ένας δάσκαλος, πήγε στην τάξη του με δύο ολοστρόγγυλα κατακόκκινα ολόφρεσκα μήλα. Κι είπε στα παιδιά πως θα κάνουν κάτι. Τους παρουσίασε τα μήλα, από δω παιδιά δύο μήλα. Αυτό και αυτό. Και άρχισε να ρίχνει το ένα κάτω συνέχεια. Όχι με δύναμη και φόρα, απλώς σα να του έπεφτε. Ξανά και ξανά. Το άλλο το είχε αφήσει στην ησυχία του. Μετά, πήρε το μήλο που έριχνε ξανά και ξανά και είπε στα παιδιά πόσο το αντιπαθούσε, πόσο απαίσιο είναι και με χάλια χρώμα, ότι είχε κοντό κοτσάνι και ότι τους το λέει για να το αντιπαθήσουν κι αυτά. Πολλά παιδιά τον κοίταξαν παράξενα αλλά ο δάσκαλος τα προέτρεψε να το βρίσουν κι αυτά, να το προσβάλλουν, να το ξεφτιλίσουν. Τα παιδιά το έκαναν και είπαν πολλά πράγματα, πως είσαι έτσι, προφανώς έχεις σκουλίκια μέσα σου, βρωμάς, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί υπάρχεις κι άλλα τέτοια. Ο δάσκαλος σημειώνει, γιατί αυτός γράφει το ποστ, ότι το ξεφτίλισαν τόσο που σε κάποια φάση πραγματικά το λυπήθηκε. Το σημαντικό στην ιστορία είναι πώς κατά διαστήματα, που το έριχνε κάτω, που το έβριζαν κλπ, ο δάσκαλος έπιανε τα δύο μήλα, τα σύγκριναν και έβλεπαν πως εξωτερικά δεν υπήρχε καμία μα καμία διαφορά. Συνέχιζαν και τα δύο να είναι δύο κατακόκκινα ολοστρόγγυλα ολόφρεσκα μήλα. Και μετά έκοψαν τα μήλα. Και είδαν αυτό που βλέπετε σε αυτή τη φωτό. 


Πώς σας φαίνεται; Τα παιδιά πάντως έπαθαν πλάκα και ήταν σα να έφαγαν φλας με χαστούκι. Κατάλαβαν πως δεν κάνει να τραμπουκίζουμε γιατί καμιά φορά δεν φαίνεται τίποτα εξωτερικά, αλλά εσωτερικά συμβαίνει κάτι τέτοιο.Εδώ η ιστορία στα αγγλικά με περισσότερες λεπτομέρειες, όπως την είπε ο δάσκαλος.

Τώρα ας έρθει κάποιος να μας πει για τους vegan κι ότι τα φρούτα έχουν συναισθήματα γιατί είναι της παρούσης η κουβέντα. Εγώ πάλι λέω να πάνε μια επίσκεψη σε κανένα σφαγείο ζώων και ν αλλάξουμε θέμα.

Ας πάμε στα κορίτσια. Τα κορίτσια. Αχ. Εδώ παραθέτω τις ιστορίες του ποστ που είδα, σε μια μικρή περίληψη στα ελληνικά και από κάτω όπως γράφτηκε από τα κορίτσια. 
Ξεκίνησε μια κοπέλα να μοιραστεί την εμπειρία της για να δείξει πόσο καλύτερα είμαστε ενωμένες παρά χωρισμένες, και γιατί όχι, να το πάρουμε σαν παράδειγμα όσες δεν το έχουμε σκεφτεί: Πως άμα δεις, υποψιαστείς, πως μια γυναίκα κινδυνεύει, να πας κοντά της, να γίνεται δύο. Μόλις λοιπόν, έγραψε η μία, από κάτω έγραψε κι άλλη και μετά κι άλλη και υποπτεύομαι πως όσο προχωράει και διαδίδεται αυτό το ποστ που ήδη έχει περίπου 1μιση εκατομμύριο κοινοποιήσεις, θα γραφτούν κι άλλες ιστορίες. Και όσο προχωράει δείχνει την πώρωση και τις σφιγμένες γροθιές των γυναικών ενάντια στην βία, μαζί στην αλληλεγγύη. Αχ.

Ιστορία πρώτη: Μια κοπέλα βγαίνει από το σούπερ μάρκετ και βλέπει ότι την κοιτάει κάποιος. Μια άλλη κυρία το βλέπει επίσης. Η κοπέλα φοβάται, αρχίζει να βάζει τα πράγματα γρήγορα στο αυτοκίνητο, όπως κάνει το ίδιο και η κυρία. Η κοπέλα φοβάται ακόμα περισσότερο γιατί έχει περισσότερα πράγματα από την κυρία και σου λέει θα τελειώσει πρώτη και θα φύγει και τότε θα μείνω μόνη. Ο τύπος εκεί να κοιτάει. Η κυρία όντως τελείωσε νωρίτερα αλλά δεν έφυγε. Για την ακρίβεια, μπήκε στο αυτοκίνητο, περίμενε την κοπέλα να τελειώσει, να μπει στο αμάξι της και να φύγει.
i was at a grocery store really late one night and some old guy kind of eyed me as i walked out of the store next to this other lady. She and I made eye contact and i knew she was scared too. we loaded up our groceries into our cars as fast as possible and I had way more bags than her so she got done faster than me. I panicked because i was sure she was going to leave so i just hurried faster, shaking a little, and then i noticed she sat in her car, watching me and making sure nobody came near. She waited not until all my groceries were loaded, or until my cart was put away, or until I got into my car. No, she didn’t drive away until I drove away. 
And that was the moment that I realized how much women need other women. That we can’t win this war without each other and we have to be looking out for each other, every second. 
 Ιστορία δεύτερη: Βγαίνει μια κοπέλα από το σταθμό του τρένου 9 ή 10 το βράδυ. Μια κυρία ξαφνικά της ακουμπάει τον ώμο και την ενημερώνει ότι την ακολουθεί κάποιος (την κοπέλα). Αυτή δεν τον είχε προσέξει. Οι δύο γυναίκες περπάτησαν παρέα, σταμάτησαν κάπου κι αυτός ακόμα εκεί, τελικά περπάτησαν μαζί πολλά τετράγωνα μέχρι αυτός να παραιτηθεί και η κυρία, να πάει σπίτι της την κοπέλα με ασφάλεια και να φύγει.

my last year in new york city, i got off the subway around 9 or 10p.m. i only lived about 5 blocks from the f train, but i hadn’t gotten more than two before a woman’s hand suddenly touched my arm. 
“that guy behind us is following you,” she said. “he was watching you leave the train car and followed you up.”
i hadn’t noticed him, or at least not noticed him following me. when we stopped outside a grocery store, he stopped half a block back and loitered. the woman linked her arm with mine and walked me several blocks out of her way to my front door and made sure i got inside safely.

Ιστορία τρίτη: Μια φορά περπατούσε μια κοπέλα με μια φίλη της και ξαφνικά κάποιος της άρπαξε το χέρι και την τράβηξε κοντά του. Η φίλη της κοπέλας του φώναξε μέσα στα μούτρα κι αυτός έφυγε. Η κοπέλα σημειώνει ότι η φίλη της ήταν μικροκαμωμένη.

another time, nocigar and i were walking home and at a stoplight a stranger grabbed my arm when i wouldn’t respond to him and tried to physically drag me over to him. she—who is, by the way, not a very physically imposing girl—ripped his hand off my arm and snarled, “don’t fucking touch her.”
protect your friends. protect strangers. there are good men in the world, but don’t wait for them to do something if you can do it yourself.

Ιστορία τέταρτη: Ήταν σε ένα κλαμπ μια κοπέλα με το φίλο της που έφυγε κι αυτή έμεινε να τελειώσει το ποτό της. Φεύγοντας να πάει στο πάρκινγκ, την περικύκλωσαν τρεις κοπέλες και της είπαν ότι μια παρέα αγοριών εκεί πίσω συζητούσαν να την ακολουθήσουν. Η κοπέλα αναφέρει ότι είναι εκπαιδευμένη σε μεικτές πολεμικές τέχνες αλλά πραγματικά εκτίμησε τα κορίτσια αυτά που της είπαν ότι θα περπατήσουν μαζί της.

I was at a club once and my friend left with her boyfriend so I finished my drink and was heading out to the parking lot when three girls came up to me and basically surrounded me. 
“Those guys behind us were talking about following you. We can walk with you.” 
I have MMA training but have never in my life had been offered the protection and sanction of my own gender. This is so important. 
GIRL CODE. FUCKIN’ GIRL CODE. LEAVE NO GIRL BEHIND. EVER.

Ιστορία πέμπτη: Ήταν ένας τύπος σε ένα μπαρ που δεν άφηνε ήσυχη αυτήν την κοπέλα. Αυτή είδε μια συμφοιτήτριά της που δεν είχαν καμία σχέση. Την κοίταξε όμως, η συμφοιτήτρια κατάλαβε και ξαφνικά φώναξε ΜΕΓΚ! ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΩ ΝΑ ΣΕ ΔΩ! και χώθηκε κυριολεκτικά ανάμεσα στον τύπο και την κοπέλα τραβώντας τη μακριά. Τώρα είναι καλές φίλες, έχει εκτιμήσει πολύ αυτό που έκανε.

Had a guy who wouldn’t get off me at a bar and I made eye contact with a classmate I only knew in passing and in a fraction of a second she was hollering “MEG! I haven’t seen you in FOREVER!” And she literally shoved herself betweenύthe man and I and dragged me away. We’re now good friends, and I appreciate what she did.

Το ορίτζιναλ ποστ είναι εδώ.

Είδες; Επέλεξα να μην πω τίποτα για μένα. Για τις ψυχές που έφυγαν κ μου λείπουν. Για όσους με πλήγωσαν. Για όσους με ευχαριστούν. Για όσα έχω. Γι αυτά που δεν έχω. Για το κενό που πρέπει να γεμίσεις ενώ δεν έχεις προσλαμβάνουσες. Για την συνείδηση. Για την ενσυναίσθηση. Για αυτό που νομίζεις ότι είσαι. Για τον εαυτό σου που δεν ξέρεις. Για τις αντιδράσεις που δεν προλαβαίνεις. Για το χαμόγελο που έχεις όταν επιτέλους τα καταφέρνεις. Για τη συνεχόμενη ακατάπαυστη προσπάθεια και την αιώνια εγρήγορση. Για τα όρια. Τα μέσον. Τη χρυσή τομή. Για πολλά ακόμα. Τίποτα δεν είπα. Αλλά όλα είναι εδώ.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Στην Cookie Μου.

Μια στρίγκλα, σου λέω, που τη λάτρεψα έντεκα χρόνια και με τυράννησε άλλα τόσα. Τόσο όμορφη όμως που σου κοβόταν η ανάσα. Το πρώτο πλάσμα που μ’ έκανε κυριολεκτικά ό,τι ήθελε. Μια φορά όλη κι όλη, μια φορά σ’ τ’ ορκίζομαι, αποφάσισα ν’ αντισταθώ στην αδυναμία μου και να λείψω πέντε μέρες χωρίς να την πάρω μαζί μου, και ξέρεις πώς μ’ εκδικήθηκε; Μπορείς να φανταστείς πώς; Πέθανε! Ναι, σου λέω, πέθανε. Και κανείς δε θα μου βγάλει από το μυαλό πως πέθανε για να με τιμωρήσει. Η ανόητη, η τρελή, η άπονη. Αυτοκτόνησε. 
Τέσσερις ημέρες έφτασαν. Έπεσε μες στο πανέρι της, πάνω σε μια φούστα μου (που της έβαλα για να με νιώθει κοντά της), κι αρνήθηκε να φάει, να πιει, να ζήσει. Και το πέτυχε, το άκαρδο. Πέτυχε να μου ανταποδώσει το σπαραγμό της γιατί έφυγα και την άφησα. 
Έτσι, σαν ένα μεγάλο μαχαίρι με στόχευε πίσω από την πόρτα του γυρισμού μου η είδηση του θανάτου της. Κι ο κόσμος σκοτείνιασε στις εννιά το πρωί, καθώς ένα γογγητό βγήκε από την καρδιά μου και κατρακύλησε σε χείμαρρο από δάκρυα. Πήρα το δρόμο με τα πόδια κλαίγοντας. Να ’ναι άνοιξη, να ’ναι ο ουρανός γεμάτος δώρα από φως, να σου χαμογελούν τ’ ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών ανεμίζοντας τις κουρτίνες τους και να χάνεις το νόημα της ζωής χάνοντας ένα τοσοδούλικο ζωάκι; 
Μην παραξενεύεσαι! Ένα σκυλί αποδέχεται ό,τι αγάπη διαθέτεις. Όσο χρειάζεσαι να δώσεις, όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου προσπερνούν. Κι όσο περισσότερο του δίνεις, τα μάτια του σου επιστρέφουν καταρράκτες χαράς κι ευγνωμοσύνης. Τρυπώνουν μέσα σου και σε χαϊδεύουν σαν όλα τα χέρια που σ’ εγκαταλείψανε. 
Και να ’μαι τώρα καρφωμένη με τούτο το μαχαίρι της ενοχής, ολομόναχη, να ντρέπομαι να κυκλοφορήσω το απελπισμένο πρόσωπό μου, γιατί άλλο δεν μπορώ να πω παρά η Νίνα πέθανε και προκάλεσα ’γώ το θάνατό της, και ποιος να καταλάβει τέτοιο σπαραγμό και τόση ερημιά. 

Εκείνη μεγάλωνε σ’ ένα κοφίνι μαζί με τον αδελφό της σ’ ένα μαγαζί του Παρισιού, ζεστή. Εγώ περπατούσα ξεπαγιασμένη, αυτοεξόριστη στους μεγάλους δρόμους της πατρίδας της. Χούντα. Παραμονές Χριστουγέννων κάθε ξενιτεμένος νιώθει πιο έρημος. Όλοι οι άλλοι περπατούν πιο ζωηρά, μιλούν χαρούμενα, ψωνίζουν, μέσα στο σκηνοθετημένο παραμύθι του χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Εγώ δεν πήγαινα πουθενά και κανείς δε με περίμενε. 
Καθώς βγήκα από το μετρό, έπεσα πάνω σε μια βιτρίνα με δυο πιθηκάκια. Το ένα φορούσε ένα πουλόβερ, το άλλο ολοτσίτσιδο. Αυτό, το τελευταίο, προσπαθούσε να βγάλει το πουλόβερ του ντυμένου. Αφού πάλεψε λίγο μαζί του, κατάφερε τέλος να το γδύσει. Κι άξιζε τότε η προσπάθεια να το φορέσει εκείνο. Πέρασε το λαιμό μια χαρά. Έλα όμως που δεν τα κατάφερε να περάσει τα μανίκια. Το ξανάβγαλε λοιπόν και ξανάρχιζε από την αρχή. Τώρα το βοηθούσε και το άλλο πιθηκάκι. Με αποτέλεσμα να του περάσει και το μανίκι στο λαιμό. Τσιρίζανε και τα δυο, τραβολογούσαν το πουλόβερ, ρίχνανε καμιά καρπαζιά το ένα στο άλλο, ώσπου άνοιγε από μέσα η βιτρίνα και κάποιος φόραγε κανονικά το πουλόβερ στο ένα από τα δυο. Και η ιστορία ξανάρχιζε. Γελούσα τόσο πολύ, που χωρίς να το σκεφτώ μπήκα στο κατάστημα. Είχα όμως αποφασίσει πως θ’ αποκτούσα ένα ζωάκι. 
Oλόγυρα, στα αραδιασμένα κοφίνια, πρόβαλλαν φατσούλες, σκυλάκια, γατούλες πεντάμορφες, χαμστεράκια πολύχρωμα. Περπατούσα αργά όταν είδα δυο ολόλευκα στρογγυλά μπαλάκια κουρνιασμένα στα πεντακάθαρα άχυρα. Δεν ήμουνα σίγουρη αν ήταν κάτι ζωντανό ή σκέτες μεγάλες κουβαρίστρες μαλλί για πλέξιμο. Βούτηξα το χέρι μου κι έπιασα τη μια από τις δυο άσπρες μπαλίτσες. Δυο μαύρα στρογγυλά μάτια άνοιξαν και καρφώθηκαν στα δικά μου. Ύστερα τέντωσε δυο ηλίθια κοντά ποδαράκια, τ’ ακούμπησε στο πουλόβερ μου και κούρνιασε το κεφάλι στο στήθος μου. Το κρατούσα εκεί, μαλακό και ζεστό, τόσο εύθραστο. Με το άλλο χέρι πήρα και το άλλο, που δεν άνοιξε τα μάτια του, και το ξανάβαλα στο καλάθι. 
«Βλέπετε», μου λέει ο μαγαζάτορας, «το θηλυκό σάς διάλεξε».
«Πώς με διάλεξε;», τον ρώτησα.
«Α, βέβαια. Δε διαλέγουμε μόνο εμείς. Μας διαλέγουν και τα ζώα. Πιάσατε και το αρσενικό, μα αυτό δε νοιάστηκε, ενώ αυτή η γαλίφα κόλλησε απάνω σας και δε λέει να σας αφήσει». 
«Και πόσο κάνει αυτή η γαλίφα;»
Μου είπε μια τιμή που αντιπροσώπευε το μισθό μου, στο Λύκειο που εργαζόμουν. Απογοητευμένη το ξεγάντζωσα από το πουλόβερ μου και βγήκα από το μαγαζί. Όσο κι αν φανεί παράξενο, μου ’ρθε η διάθεση να κλάψω. Δυο Γάλλοι φίλοι μου με παρηγόρησαν. «Μη στενοχωριέσαι, πάντα πριν από τις γιορτές τα ζωάκια είναι πανάκριβα, γιατί οι Γάλλοι συνηθίζουν να τα δωρίζουν. Μόλις όμως περάσουν οι γιορτές, οι τιμές τους πέφτουν κατακόρυφα. Τι θα τα κάνει ο έμπορος, του στοιχίζουν πολύ και δεν τον συμφέρει να μεγαλώσουν. Θα δεις που θα το πάρεις μισοτιμής μετά τα Χριστούγεννα, αν, αν φυσικά δεν έχει πουληθεί». 
Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις σχόλασα, πήρα πάλι τον υπόγειο και κατέβηκα στην Πορτ Ντ’ Oρλεάν. Το μαγαζί γεμάτο από παιδιά και συνοδούς. Έφτασα αγχωμένη στο κοφίνι με τις άσπρες μπαλίτσες. Ανακουφισμένη πήρα το κοριτσάκι στη χούφτα μου και το ’σφιξα στο στήθος μου. Αυτό μύρισε λίγο το πουλόβερ μου κι έχωσε το μουράκι του μέσα. Με αναγνώρισε. Τι θρίαμβος! Έμενα κει σαν μαρμαρωμένη, μη χαλάσει το όνειρο. Εξάλλου σκεπτόμουν πως όσο έμενα και το κρατούσα, δεν κινδύνευα να το διαλέξει κάποιος πελάτης. Στην Ευρώπη τα πρωτεία, από την αναμονή ταξί στο δρόμο, είναι νόμοι. 
Μας χώριζαν δυο μέρες ώσπου να περάσουν τα Χριστούγεννα. Oύτε όταν ήμουν παιδί και περίμενα πώς και πώς αυτή τη θαυμάσια γιορτή γεμάτη χαρές και εκπλήξεις, ποτέ πριν δεν κοιμήθηκα παραμονές με τέτοια αγωνία. Το απόγευμα των Χριστουγέννων πήρα τους άδειους δρόμους και κατέβηκα στο μαγαζί, που ήταν φυσικά κλειστό, με αμυδρό φωτισμό. Κόλλησα το μούτρο μου στο τζάμι της πόρτας προσπαθώντας να διακρίνω αν το κουταβάκι βρισκόταν στη θέση του, αλλά μάταια. 
Ξημέρωσε επιτέλους η επομένη των Χριστουγέννων και βρέθηκα στο μαγαζί την ώρα που άνοιγε. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, αγιάτρευτα παράφορη. Τα κουταβάκια κοιμούνταν αγκαλιά. Λίγο ακόμη και θα ’βαζα τα κλάματα, τόση ήταν η χαρά μου. O μαγαζάτορας δε μου ’δινε καμιά σημασία, παγερός Γάλλος κι επιπλέον μαχμουρλής. Άρπαξα τούτη τη φορά το σκυλάκι, λες και κινδύνευε. Μύριζε όπως τα ανθρώπινα βρέφη. Και τα δυο παιδιά που γέννησα μύριζαν έτσι, σαν συννεφάκια. 
Κάποια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Γάλλου.
«Δεν το παίρνετε;» Σαν να μου ’λεγε: «Δεν το παίρνεις να σε ξεφορτωθώ;».
«Το θέλω πολύ», είπα, «αλλά είναι ακριβό για μένα».
«Δεν είστε Γαλλίδα».
«Από την Ελλάδα, έχουμε δικτατορία εκεί κι όσοι μπορέσαμε φύγαμε…»
«Δώστε ό,τι λεφτά έχετε», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μα…», τραύλισα, «έχω μόνο τα μισά».
«Φτάνουν, αφήστε τα στον πάγκο».
Αν ο μαγαζάτορας δεν ήταν Γάλλος, θα τον φιλούσα σίγουρα. Έβγαλα από το πορτοφόλι τα υπόλοιπα (από το νοίκι) που θα περνούσα το Γενάρη, άφησα το σκυλάκι αραγμένο στο στήθος μου, μέσα από το παλτό μου, και τρελή από χαρά πήρα το μετρό για το σπίτι. 
Αυτό ήταν. Γεννήθηκε στο Παρίσι, ε και; Όποιος γεννιέται στο Παρίσι είναι και καλά αριστοκράτης; Και όμως είχε ένα μοναδικό τρόπο να δείχνει τη δυσαρέσκειά της, όταν κάτι δεν της άρεσε. Της άρεσαν τα μεγάλα μαλακά μαξιλάρια του κρεβατιού μου, το πουπουλένιο πάπλωμα, το κοτόπουλο και ’γώ. Δε γούστερνε κανέναν άλλο. Και το ’δειχνε με το μουγκρητό της σαν την πλησίαζε λίγο κάποιος και δαγκώνοντάς τον αν πλησίαζε τελείως. Και να δεις που όλοι μπαίνανε στον πειρασμό να τη χαϊδέψουν, γιατί ήταν όμορφη, μια κούκλα. 
Όταν την έβγαζα έξω στους δρόμους του Παρισιού, οι Γάλλοι γελούσανε, «δες», λέγανε, «ίδια η Μπεμπέ». Κι αλήθεια έμοιαζε στην Μπαρντό. Τι στριμμένη και δύσκολη ήταν! Για όλα δυσανασχετούσε και το ’δειχνε. Είχε προσωπικότητα βεντέτας της Μπελ Επόκ. Αν ήταν γυναίκα, θα ζούσε τυλιγμένη σε νταντέλες και βελούδα. 
Σιχαινόταν τη Φύση. Δεν της άρεσε καθόλου η ζωή στο χωριό. Έπρεπε να τη δεις να περπατάει στους χωματόδρομους του χωριού. Σήκωνε το ένα πόδι μετά το άλλο τόσο αργά, λες και πατούσε επάνω σε γυαλιά. Άσε το τι γίνηκε σαν πρωταντίκρισε γάιδαρο, που άρχισε να τον κυνηγά με τα πιο δυνατά γαβγίσματα κι ύστερα πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας. Βέβαια το χωριό ήταν πρωτόγονο, με τους δρόμους γεμάτους πέτρες, καβαλίνες και αγκάθια. Αλλά τι ’θελες να της κάνω; Να της φορέσω παπούτσια; Ή ν’ αρνηθώ το χωριό; Μια ζωή ονειρευόμουν ν’ αποκτήσω σπίτι σ’ ένα τέτοιο χωριό. Το Πάσχα δεν μπορείς να διαβείς τους στενούς δρόμους καθώς φουντώνουνε καταπράσινα φασκόμηλα, μαργαρίτες και τσουκνίδες ανάκατα. 
Όταν πηγαίναμε περίπατο, εκείνη βέβαια ακολουθούσε, αλλά μετά τριάντα βήματα σταματούσε. «Θα ’ρθεις;», της φώναζα. Αλλά πέτρωνε καταμεσής του μονοπατιού με τα μάτια της γεμάτα απόγνωση καρφωμένα στα δικά μου. Καθώς έσκυβα κοντά της, μου άπλωνε το ποδαράκι. Αμέτρητα ξερόκλαδα μπερδεμένα στο πυκνό της τρίχωμα σφήνωναν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τα καθάριζα προσεκτικά κι ύστερα την έπαιρνα αγκαλιά και συνεχίζαμε τον περίπατο. Έμενε τότε ακίνητη, σαν λιγωμένη από την ευτυχία, καθώς ταξίδευε απάνω μου. Κάθε φορά που βγαίναμε, επαναλαμβανόταν το ίδιο. 
Μα και να την άφηνα σπίτι, δε θα χαιρόμουν περίπατο. Τα μάτια του σκύλου που φεύγεις και τον αφήνεις, σε τυραννούν πιο πολύ κι από ενός παιδιού. Εγώ που έχω και παιδιά και σκυλιά, ξέρω. O άνθρωπος έχει αμέτρητους τρόπους να διαμαρτυρηθεί. Κλαίει, φωνάζει, βρίζει, κάνει χειρονομίες και κυρίως εκφράζει με λόγια πόσο τον πλήγωσες. Το σκυλί δε διαθέτει παρά τα μάτια του. Πόσες φορές δεν έκλεισα την πόρτα αποφασιστικά πίσω μου, φεύγοντας μόνη, επιμένοντας να μην υποκύψω στο βλέμμα της, και πόσες φορές δε γύρισα πίσω απελπισμένη από την αδυναμία μου. Αλλά ζούσα ανετότερα με τα ελαττώματά μου παρά με τη θλίψη των ματιών της. Μια μεγάλη ποιήτρια έγραφε: «Όταν μπορέσω να περάσω / αδάκρυτη / δίπλα από ένα σκύλο, / θα έχω μεταμορφωθεί».
Λένε, οι υποκριτές, οι φαύλοι, πως είναι ντροπή ν' αγαπάς τόσο ένα σκυλί, ενώ θα μπορούσες να προσφέρεις όλα τα έξοδα που κάνεις γι' αυτό σ' ένα πεινασμένο παιδί. Ξέρεις γιατί το λένε; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγαπούν χωρίς αναγνώριση. Η ελεημοσύνη είναι εκδήλωση εγωισμού. Σου την αναγνωρίζουν οι άλλοι και σε επαινούν για όσα προσφέρεις. Το ν' αγαπάς ένα ανυπεράσπιστο ζώο, το να αναλαμβάνεις την ευθύνη της συντήρησής του, της ζεστασιάς, της υγείας του, είναι μια δοκιμασία για τον κούφιο κι επιδειξιομανή. Γιατί πώς να προσφέρει χωρίς προσδοκία έκφρασης ευγνωμοσύνης και επαίνων από τους τρίτους; Ένα σκυλί δέχεται και χωράει όση αγάπη του δώσεις. Μπορείς ν' ακουμπήσεις απάνω του όλη την αγάπη που οι άνθρωποι γύρω σου δε χρειάζονται. 
Όταν κλαίμε για ένα σκυλί που χάσαμε, κλαίμε για μας. Που ορφανέψαμε, καθώς στερηθήκαμε την πιο τέλεια μορφή αγάπης, την πιο αθόρυβη και λιγότερο απαιτητική που γίνεται. Ίσως, λέω.

Λιλή Ζωγράφου, "Στρίγγλα και Καλλονή" από το Άνθρωποι και ζώα στη νεοελληνική πεζογραφία, επιμέλεια – ανθολόγηση Δ. Παπακώστας, Ωκεανίδα.
Κείμενο από εδώ. 

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΑΓΑΠΗ.

Δεν ξέρω πως να ξεκινήσω. Γράφω σβήνω. Έχω καιρό να γράψω κι αυτό που συνέβη σήμερα μ' έχει αφήσει λίγο μαλάκα. Πέθανε η Cookie. Για όσους τη γνώριζαν, ο Μοναδικός Έρωτας, ο Λευτεράκης, Παστέλι εννοείται, Νώντας, Πατσακουλινολιπαλάκι ή τέτοιες άλλες παρόμοιες ακατανόητες λέξεις που κολλάει η γλώσσα και μελώνει, Λουκρητία Βοργία, Λουλούδι του Αγρού, όπως και να τη φώναζα ερχόταν. Γιατί ήξερε από το ύφος ότι μιλάω σ' αυτή. Ας ήμασταν σε άλλα δωμάτια δεν είχε σημασία, άκουγε ΠΑΣΤΕΛΙ κι ερχόταν. Και το έλιωνα. 

Έχω κάνει το Παστέλι να βαρεθεί από τα χάδια. Έχει καταφέρει ποτέ να το κάνει κανείς αυτό; 4 ώρες. Μια φορά τη χάιδευα 4 ολόκληρες ώρες. Τόσο την αγαπούσα. Και τόσο μάλλον το είχα ανάγκη και γω. Μέχρι που βαρέθηκε, με έλιωσες ρε μαλάκα, σου λέει, ντάξει να κάνουμε το θεραπευτή αλλά έλεος, και σηκώνεται, φτάνει μέχρι την πόρτα, γυρίζει το βλέμμα, με κοιτάει, αναστενάζει και νωχελικά πήγε στον γκόμενό της, (το μπαμπά μου). Γιατί τέτοιο καριολάκι ήταν. Γύριζε, σε κοίταζε, αναστέναζε κι έφευγε. Σαν την πιο ωραία γκόμενα του κόσμου. Ανοιγόκλειμα βλεφαρίδας, κούνημα κωλάκι, γεια σας.

Την Cookie την βρήκε κάποιος παλιός φίλος πριν 16 χρόνια και μου την έδειξε σε ένα pet shop. Την ερωτεύτηκα ακαριαία, την πήρα και την έφερα σπίτι (της μαμάς μου). Ήταν δύο μηνών. Έκτοτε περάσαμε πολλά. Κι αυτό το πλάσμα τελικά δεν αποδείχτηκε σκύλος. Ήταν η Αγάπη προσωποποιημένη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να με ξέρει (καλά) και δεν ξέρει πόσο πάρα πολύ αγαπούσα την Cookie. Κι ας μην μέναμε μαζί εδώ και πολλά χρόνια. Άλλωστε, την πήρα στους γονείς μου για να μην στενοχωριούνται επειδή εγώ είχα ξεπορτίσει. Αυτό το πλάσμα με έχει βοηθήσει κανονικά, επίσημα. Να κοιμάμαι σε διακοπές, να είμαι σε ξεχωριστό δωμάτιο από αυτήν εκείνη τη στιγμή, να βλέπω εφιάλτη φρικτό και το άτομο να κοπανάει την πόρτα μου μέχρι που την άνοιξαν και ήρθε και πήδηξε στην κοιλιά μου και με ξύπνησε. Ποτέ δεν το είχε ξανακάνει αυτό. Το πλάσμα που εμφανιζόταν στα όνειρά μου κάποιες φορές σαν τη μικρή μου αδερφή. Το πλάσμα που όταν ήμουν λυπημένη με έσπρωχνε σα να μου έλεγε, έλα ρε μαλάκα ξεκόλλα. Κι αν δεν μπορούσα να ξεκολλήσω και συνέχιζα να κλαίω, αναστέναζε κ καθόταν δίπλα μου. Και ξανά μετά από λίγο έσπρωχνε, έλα τελείωνε, πρέπει να παίξουμε. 

Τι λέω τώρα, όσοι έχουν σκύλο θα λένε αχ και μένα ναι και μένα έτσι κάνει ή έτσι έκανε. Κι όμως. Εγώ πιστεύω πως η Cookie ήταν μοναδική. Γιατί ας πούμε δεν έτρωγε. Της έδινες μπριζόλα και γύριζε το μουτράκι της. Της πετούσες γλυκό σκύλου, το κοιτούσε να πέφτει δίπλα της και μετά σε κοιτούσε με ύφος, γιατί μου πετάς μαλακίες; Μ αυτό δεν μπορώ να παίξω. Δεν έγλειφε επίσης. Έτσι όπως κάνουν τα άλλα σκυλιά. Δεν έγλειφε. Έκανε όλη τη χαρά του κόσμου δε χρειαζόταν να κάνει και αηδίες. Μόνο όταν της είχες λείψει πραγματικά πολύ, να έκανα ας πούμε και μια δυο βδομάδες να τη δω, μου έγλειφε με μία μοναδική γλειψιά τη μύτη. Κι έλιωνα. Γιατί ήταν το φιλάκι της, το μου έλειψες ρε μαλάκα! Επίσης εκτός των άλλων που την διαφοροποιούσε από τους υπόλοιπους σκύλους -εκτός του ότι δεν μιλούσε- ήταν ότι μοσχομύριζε. Όλοι λένε ότι βρωμάνε τα σκυλιά τους. Μακάρι να μπορούσατε να μυρίσετε αυτόν τον σκύλο. Δε λέω για το δέρμα του που ακόμα και τώρα με τόση ταλαιπωρία μοσχομύριζε, αλλά και η ανασούλα του. Λουλούδια ρε πούστη. Μόνο άμα έτρωγε κανένα ψάρι και δεν το ήξερα και πήγαινα κοντά και μου χαμογελούσε έβγαινε η ψαρίλα και έλεγα στη μάνα μου ω ρε μάνα τι της έδωσες; Γαβράκι μωρέ, έτρωγε ο μπαμπάς και ήθελε. Καλά, ό,τι και να έτρωγε ο μπαμπάς μου θα το έτρωγε. Φράουλες, βερίκοκα, μανταρίνια, γαβράκι, γαρίδες..

Η Cookie έζησε ευτυχισμένη 15 χρόνια. Έδωσε μόνο χαρά και ευτυχία. Είχε κάποια θέματα και κλάσαμε μέντα μερικές φορές αλλά σκυλί η πουτάνα, τα κατάφερνε. Κι ευτυχώς τίποτα σοβαρό. Και 15 χρονών που έφτασε ήταν πολύ οκ. Το περίμενα και το ήξερα ότι θα φύγει, μέρα μέρα πια πηγαίναμε. Παρέμενε στα 15 της το πιο χαρούμενο σκυλί του κόσμου αν και κουφή, με πεσμένα μερικά δοντάκια, καταρράκτη και αρθριτικά, αλλά δεν πονούσε πουθενά και άρα όλα οκ. Κι έφτασε έτσι μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα που ξαφνικά κατέρρευσε. Την πήγαμε στο γιατρό, έκανε εξετάσεις που δεν ήταν καλές, έκανε συνέχεια εμετό το σκυλάκι, δεν έτρωγε, τι έπαθε ο Έρωτας; Έφτασε να κάνει σερί εμετό 3 μέρες συνεχόμενες και την άρπαξα και την πήγα στο Νοσοκομείο Ζώων ή για να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, στο Ωνάσειο των Ζώων. Μπορεί να είναι και πιο ακριβό από το Ωνάσειο αλλά χαλάλι. 15 χρόνια μας γέμιζε χαρά και μετά τι; Χαντάκι; Δε νομίζω. Την πήγα εκεί, της έβαλαν ορό και μου είπαν ότι έχει νεφρική ανεπάρκεια και είναι δύσκολα τα πράγματα αλλά υπάρχει πιθανότητα να επανέλθει αλλά και πάλι όχι για πολύ. Κανείς δεν μου είπε ότι μπορεί να πεθάνει άμεσα. Την τρίτη μέρα το σκυλί μου "μίλησε". Μου είπε πάρε με από δω δε γουστάρω. Για την ακρίβεια, ενώ δεν μπορούσε αν κουνηθεί και να  περπατήσει, μόλις την έβαλα στο κλουβί, έβαλε όλη της τη δύναμη, σηκώθηκε και έχωσε το μουσούδι της στα χέρια μου. Κοινώς μου είπε πάρε με. Και γω ο μαλάκας ενώ την ήξερα καλύτερα από μένα, άκουσα τους γιατρούς. Και το σκυλί πέθανε 3 ώρες σήμερα πριν πάω να την πάρω. Και τώρα δεν μπορώ να το διαχειριστώ με τίποτα αυτό. Ότι άφησα αυτό το αγγελικό πλάσμα να πεθάνει μόνο του σε ένα γαμόκλουβο αντί να πεθάνει σπίτι της. Το ήξερα ότι θα πεθάνει και ήταν οκ γιατί ήταν μεγάλη και είχε ζήσει τέλεια. Αλλά έπρεπε να πεθάνει σπίτι της. Είμαι απαρηγόρητη. Νομίζω ότι έκανα τη μεγαλύτερη μαλακία που υπάρχει. Για καλό το έκανα ναι και δεν μπορούσα να το ξέρω, αλλά το ήξερα. Γιατί μου το είπε και το είπα και γω με τη σειρά μου στους γιατρούς. Το σκυλί έχει αρχίσει και δεν θέλει εδώ. Ενυδατώθηκε με τον ορό, τα επιπλέον που κάνετε μπορεί να τα κάνει και άλλος κτηνίατρος, πρέπει να την πάρω. Αφήστε τη μία μέρα να γίνει σωστά η θεραπεία. Και την άφησα. Μία γαμημένη μέρα. Και πέθανε 3 ώρες πριν την πάρω σπίτι της.

Σήμερα δεν ήξερε ποιος να κλάψει πρώτος. Εγώ ούρλιαζα σε όλη τη διαδρομή με τη μάνα μου να με παρακαλάει να σταματήσω. Πώς δεν σκοτωθήκαμε. Έτρεχα με το αυτοκίνητο σαν δαιμονισμένη να προλάβω τι; Την είχα χάσει πια, λες κι αν έτρεχα θα γύριζα το χρόνο πίσω. Ο μπαμπάς μου χτυπιόταν μόνος του στο σπίτι. Όταν σταματούσα εγώ να ουρλιάζω άρχιζε η μάνα μου. Στο νοσοκομείο χτυπηθήκαμε παρέα πάνω από το κορμάκι του παιδιού. Ναι εμείς παιδί το λέγαμε. Γιατί σαφέστατα δεν ήταν σκύλος.

Δεν ξέρω πόσες φορές έχω ζητήσει συγνώμη και πόσες θα ζητήσω ακόμα. Προσπαθώ να βρω κάτι που να μου λέει ότι δε φταίω και δεν βρίσκω. Ελπίζω να βρω. Όχι τίποτα αλλά παίζει να είχε δίκιο η μάνα μου που την προηγούμενη Κυριακή που πήρα τηλέφωνο και ρώτησα τι κάνει, μου λέει "εδώ, στην αγκαλιά μου, περιμένω να σβήσει". Και μου φάνηκε τόσο μαλακία αυτό που άκουσα και έτσι την άρπαξα και την πήγα. Δε φταις σε παρακαλώ μην κλαις μου λένε όλοι. Φταίω γιατί αυτό το πλάσμα ενώ πήγα με τον μπαμπά μου επίσκεψη προχτές, εμένα κοίταζε, ήξερε ότι μόνο εγώ την καταλάβαινα πραγματικά. Μη με αφήνεις εδώ μου είπε. Κι εγώ αντί ν ακούσω το ένστικτό μου άκουσα τις μαλακίες που μου είπαν άνθρωποι. Δε θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της και τον αναστεναγμό της μέσα στο κλουβί, το ύφος της που έλεγε εδώ θα πεθάνω, δε με κατάλαβε ούτε αυτή. Κι ας την είχα καταλάβει. Πόσα συγγνώμη να πω, δε φτάνουν.

Την πήραμε σπίτι, δεν έτρεχα πια, πήγαινα αργά, κανείς δε βιάζεται στις κηδείες, τελειώσαν όλα, τι να τρέχεις. Ερχόμενοι αγόρασα ένα υπέροχο μπουκέτο λουλούδια, την ανέβασα πάνω, ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να τη βλέπει να τη θυμάται λέει όπως ήταν και γω του είπα ότι είναι ζεστή δεν έχει τίποτα, κοίταξέ τη και την κοιτάζαμε και κλαίγαμε βουβά κι εναλλάξ κι οι τρεις μας. Την καθαρίσαμε, την αρωμάτισα με το άρωμα της μαμάς μου που επειδή την αγκάλιαζε μοσχοβολούσε επιπλέον, την τυλίξαμε σε σεντονάκι, πήραμε την αγαπημένη φίλη και γειτόνισσα με το γιο της, μια τσάπα κι ένα φτυάρι, ανεβήκαμε στο βουνό, διαλέξαμε μια τοποθεσία μακριά από όλους και όλα, κάτω από κάτι ελιές και θέα όλη την Αθήνα, άνοιξε αυτό το χρυσό παιδί το λάκκο, τον έστρωσα με τα μισά λουλούδια, την ακούμπησα τυλιγμένη στο σεντονάκι της, έβαλα από πάνω τα υπόλοιπα λουλούδια, έριξε το χώμα, την χαιρετήσαμε και αντίο Cookie. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Ζητώ ταπεινά συγνώμη αν έκανα λάθος. Μου έμαθες τι σημαίνει ανιοδιοτελής αγάπη. Σ ευχαριστώ αγάπη μου.



Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Λίγη Ησυχία.

Τι ωραία που είναι η ησυχία. Ησυχία ρε παιδί μου, εξωτερική και εσωτερική. Πολλές φορές ονειρεύομαι εξωτερική ησυχία αλλά δεν τα καταφέρνω πάντα, ειδικά όταν άλλοι προκαλούν φασαρία γύρω μου. Δεν εννοώ πάντα ένα σούρσιμο επίπλου η μια διαπασών μουσική τη λάθος ώρα αλλά μια ατάκα, ένα σχόλιο, ένα poke που λένε και στο facebook. Νομίζω ότι μερικές φορές είναι περισσότερο ενοχλητικό ένα δάχτυλο στον ώμο παρά ένα κομπρεσέρ.

Με ενοχλούν διάφορα πράγματα και κατά καιρούς έχω ρίξει, και ρίχνω, επικές γκρίνιες. Πώς είναι έτσι ο ένας, τι κάνει ο άλλος.. Τελικά όμως κατάλαβα ότι βασικά στ αρχίδια μου τι κάνει ο ένας και ο άλλος, δεν υπάρχει καμία περίπτωση στο εκατομμύριο να έχουν όλοι οι άνθρωποι τη δική μου αισθητική κι έτσι να είμαι ικανοποιημένη μεταξύ ομοίων μου. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι νομίζει. ..Σε λογικά πλαίσια πάντα γιατί μην ξεχνάμε ότι κάποιοι από μας έχουν και τα νεύρα τους.

Αλλά. Έχω παρατηρήσει, ειδικά στο facebook μιας και κει είναι μαζεμένοι όλοι, μια ατελείωτη κριτική και επίθεση τελικά σε καταστάσεις και ανθρώπους που δεν ενοχλούν. Μπορεί να συμβεί αυτό;! Φυσικά. Τη στιγμή που δίνεις βήμα στους πάντες να μιλήσουν, οι πάντες μπορούν να πουν τα πάντα. Κάποτε, που δεν ήταν διαδεδομένα όλα αυτά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μερικοί μαλάκες ανοίξαμε ένα μπλογκ γιατί, οι περισσότεροι, πνιγόμασταν, θέλαμε να εκφραστούμε και το κάναμε. Ήθελε όμως δουλίτσα να το ψάξεις, να το κάνεις, να βρεις θάρρος καταρχάς και πρώτα από όλα. Εγώ όταν το πρωτοάνοιξα νόμισα ότι βγήκα γυμνή στο Σύνταγμα. Όταν αργότερα έκανα κάτι ραδιοφωνικές εκπομπές σε ιντερνετοράδιο, είχα μια φωνή μέσα μου που τσίριζε "δε νοιάζουν κανένα οι μαλακίες που λες" μέχρι που δεν άντεξα. Είναι περίεργο να είσαι τόσο κριτικός απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Αλλά τελικά μήπως, αν βγάλεις την υπερβολή, είναι καλό; Γιατί τώρα, με την τόση μεγάλη ευκολία που όλοι ανοίγουν ένα προφίλ στο facebook ή στο youtube, και λένε τις πίπες του ο καθένας μαζί και γω, σχετικά πιο άνετη πια αν και παλαιών αρχών ακόμα, συν τις φωτογραφίες της φάτσας, του φαγητού, του ποτού και της κωλοτρυπίδας, έχει αναπτυχθεί μια τόσο μεγάλη άνεση που εμένα προσωπικά ώρες ώρες με ενοχλεί. Δε θέλω τόση οικειότητα. Ντάξει πλάκα έχει και συνηθίζω και γρήγορα τις καταστάσεις δεν έχω θέμα, απλά παλιά είχαμε μόνο την τηλεόραση και τις εφημερίδες να λένε πίπες. Τώρα έχουμε και μας τους ίδιους. Τι φάση;

Καλά. Το θράσσος που έχουν αποκτήσει μερικοί, άδικα και παράλογα, να εισβάλλουν και να σου λένε ό,τι θέλουν όπως το θέλουν; Για παράδειγμα, πόσο εύκολα θα χτυπούσατε την πόρτα ενός αγνώστου που μόλις σας άνοιγε, που μπορεί να έχεζε, να γαμιόταν, να κοίμιζε το μωρό του, να έκλαιγε τον πεθαμένο του, εσύ να του πεις, χωρίς καλημέρα καλησπέρα κάτι, άκου ρε μαλάκα αυτό το τραγούδι και να του χώσεις στη μούρη ένα mp3 που θα κρατούσες στο χέρι σου; Σου φαίνεται υπερβολικό ε; Κι αν αργότερα στο μέλλον επειδή θα έχουμε παραγνωριστεί όλοι, διαδοθεί κι αυτό; Θα το συνηθίσεις και θα σου φαίνεται οκ. Πρόσεχε λοιπόν τι συνηθίζεις και τι σου φαίνεται οκ. Γιατί εμένα μου φαίνεται λάθος ακόμα και το να μου στέλνουν προσωπικά μηνύματα και να μου λένε μαλακίες. Για μένα είναι σα να μου χτύπησες το κουδούνι. Οπότε, το κάνεις που το κάνεις, και σ ευχαριστώ που με σκέφτηκες, μήπως θα μπορούσες να είσαι πιο ευγενικός/ή;

Σήμερα τα ξημερώματα μου έστειλε ένας Καλημέρα χαραυγή μου (are you talking to me?) και μετά δύο βίντεο με φάρσες (WTF!). Ντάξει, κρίμα το παλικάρι με μαλάκυνση τόσο νέο, αλλά έλεος. Άλλη μου στέλνει κάθε μήνα φωτογραφίες και τζιφάκια με καρδούλες και καραβάκια που αναβοσβήνουν. Και δεν απαντάς σε κανένα από αυτούς. Και συνεχίζουν. Κάποιοι παίρνουν τον πούλο και μπλοκάρονται, δεν είναι κει το θέμα, δεν πειράζει, ναι, υπάρχουν και άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν. Απλά αναρωτιέμαι, η αντίληψη, που έχει πάει; Μόνιμες διακοπές;

Πάμε παρακάτω. Ανέφερα στην αρχή ότι έχω παρατηρήσει να κατηγορείται κόσμος και καταστάσεις που δεν προκαλούν καμία ενόχληση, αντιθέτως μη σου πω. Αυτοί είναι, για παράδειγμα οι Ατενίστας, ο Κορτώ και τώρα τελευταία οι βίγκαν που ανάθεμα κι αν αυτοί που το αναφέρουν, ξέρουν τι είναι.

Ατενίστας.
Αυτοί, που έχουν πρόβλημα μαζί τους, να ρωτήσω τι ακριβώς έχουν προσφέρει; Μήπως έχουν και μια ζυγαριά που ζυγίζει τις πράξεις και κατά πόσο είναι καλές; Οι ατενίστας πλέκουν δέντρα και μου αρέσει πάρα πολύ, μου αποσπάει την προσοχή από τις ροχάλες και το σκουπιδαριό. "Είναι μαλακία γιατί όλα είναι μπουρδέλο, άρα μην ομορφύνεις τίποτα" λένε όσοι απεχθάνονται τους Ατενίστας και τύπου Ατενίστας. Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτό μου θύμισε λίγο το "εδώ πεινάνε έλληνες ταίζεις τους ξένους", "εδώ οι δρόμοι είναι χάλια σκουπίζεις το πεζοδρόμιο", "εδώ πεινάνε παιδάκια ταίζεις τα αδέσποτα", "εδώ δεν έχουμε δέντρο για δείγμα, κι αυτή έχει γεμίσει τη βεράντα της λουλούδια και με ενοχλούν τα φύλλα" κλπ. Ας το σκεφτούμε λίγο αυτό και ας πάμε εμείς να κάνουμε ό,τι νομίζουμε κι ας αφήσουμε τους γκραφιτάδες να ζωγραφίζουν τους τοίχους, τους ατενίστας να πλέκουν τα δέντρα, τη θεια μου τη μαρίκα να ταΐζει τις γάτες, τον άλλο να λέει μαλακίες εναντίον όλων και να μην κάνει τίποτα και τον Άλλο Άνθρωπο να ταΐζει κόσμο.

Κορτώ.
Δεν έχω διαβάσει ούτε ένα του βιβλίο. Δεν ασχολούμαι με τον άνθρωπο. Αλλά τον βλέπω όταν πέφτει μπροστά μου και παίζει κάθε φορά να χαμογελάω. Πόσοι σε κάνουν να χαμογελάς κάθε φορά που τους συναντάς; Πολλοί; Μπράβο σου. 
Ο Κορτώ όχι μόνο δεν μ ενοχλεί αλλά θαυμάζω και τον τρόπο του που είναι πάντα ευγενής παρά το σκάλωμα που τρώνε μερικοί. Μιλάει ανοιχτά γι αυτά που του αρέσουν, λέει τα προβλήματά του, είναι χαμογελαστός και ευγενικός, μονίμως. Κι όλα αυτά στο προφίλ του. Ούτε βγαίνει να δώσει συνεντεύξεις, ούτε ζαλίζει κανενός τ αρχίδια, ούτε τίποτα. Και ενοχλούνται επειδή έχει 5000 λάηκ. ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΙ. Ποιο είναι το πρόβλημα; Λες και τον ταΐζουν τα λάηκ. Τα βιβλία που γράφει και οι μεταφράσεις που κάνει από ΠΡΙΝ υπάρξει το facebook νομίζω πως τον ταΐζουν αν και δεν ξέρω, ούτε και με νοιάζει. Απλώς παρατηρώ το κόλλημα. Άσε που ο άνθρωπος απαντάει σε σχόλια, ανταποδίδει λάηκ, πάντα με ευγένεια. Που πολλοί, τόσοι πολλοί, που μοιράζουν ψόφους, κατάρες, νεύρα, που δεν είναι και δεν κάνουν τίποτα, που άνοιξαν μια σελίδα και αντιγράφουν τουίτς από το τουίτερ, σχολιάζουν τον Κορτώ ως υποκριτή που παίρνει λάηκ και οι ίδιοι δεν απαντάνε ποτέ στους σχολιαστές της σελίδας τους ή απαντάνε για να βρίσουν και φυσικά, δεν κάνουν λάηκ ποτέ σε κανένα. Ας βάλω πολλές τελίτσες προς τιμήν του: τι να σχολιάσω εδώ τώρα .........................................................................................................

Βίγκαν.
Το νέο κόλλημα. Και αναρωτιέμαι. Ξέρουν τι είναι; Όχι βέβαια. Λένε βίγκαν και εννοούν όλους όσους απλά δεν τρώνε κρέας. Και αν. Μπορεί να εννοούν και κανένα που έχει ξέρω γω αλλεργία στα καρύδια. Ποιος ξέρει τι νομίζουν. Ξέρετε όμως τι μου θυμίζουν; Μια θεια μου που της λες πήρα ένα παντελόνι από τη Σανέλ, λέμε τώρα, το βλέπει και λέει αααα, είδα ένα ίδιο στη λαϊκή! Ναι, ίδιο είναι, έχει μπατζάκια που μπαίνουν τα πόδια μέσα, άρα παντελόνι, τέλος. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, βίγκαν, βετζετέριαν, αλλεργικοί, όλοι το ίδιο. Το άλλο που λένε και γι αυτό έχουν κολλήσει, είναι ότι όποιος είναι βίγκαν στο λέει την πρώτη μισή ώρα γνωριμίας. Μάλιστα. Εγώ είμαι βετζετέριαν. Το ξέρει κανείς σας; Το έχω πει; Έχω βγάλει καμία ανακοίνωση; Εδώ οι φίλοι μου το ξεχνάνε και με καλούν όταν έχουν να ψήσουν πτώματα και απλά τους κοιτάω, κάνουν μια παύση και λένε ααα χαχαχα σόρι ρε μαλάκα, θα σου ψήσω μανιτάρια! Ποιος βίγκαν και ποιος βετζετέριαν σας λέει την πρώτη μισή ώρα ότι είναι το ένα ή το άλλο; Εγώ που ξέρω τόσο κόσμο και γνωρίζω συνέχεια κι άλλους, δεν έχω συναντήσει, συμπεριλαμβανομένου εμένα, ΟΥΤΕ ΕΝΑ να μου το πει την πρώτη μισή ώρα. Το λέμε μόνο αν υπάρξει λόγος πχ μας προτείνουν σουβλάκια. Ενώ εσάς όμως σας το λένε συνέχεια ε; Μάλιστα. ΟΚ. Και να ρωτήσω, ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι δε θέλουμε να τρώμε μεταλλαγμένα πλάσματα χωρίς κεφάλια που σας πουλάνε για κοτόπουλα; Ήρθαμε εμείς οι χορτοφάγοι να σας εμποδίσουμε να τα φάτε; Κάναμε ποστ και κράξαμε όλους εσάς που χαϊδεύετε τους σκύλους σας αλλά δεν σας ενοχλεί να τρώτε ζώα που έχουν υποφέρει των παθών τους τον τάραχο και είναι μέσα στα φάρμακα και στις τοξίνες; Θέλετε να τρώτε ζώα; Φάτε τα. Αλλά μην μας πρήζετε τον πούτσο και κυρίως προσέξτε με ποιους σχετίζεστε γιατί αυτοί που συναντάτε, αν τους συναντάτε και δε λέτε πίπες, και σας λένε το πρώτο μισάωρο ότι είναι βίγκαν, μάλλον έχουν κάποιο πρόβλημα στον εγκέφαλο, οπότε δε θα έπρεπε να τους δίνετε και την πρέπουσα σημασία. Γιατί για να γίνει κάποιος βίγκαν, θέλει τόσο ψάξιμο και διάβασμα και μελέτη, θέλει τόση προσοχή στο τι θα φας και πως, για να μην ψοφήσεις, που μόνο για εφέ δεν το κάνεις. Είναι πολύ δύσκολο να είσαι βίγκαν γιατί ο βίγκαν δεν τρώει ΤΙΠΟΤΑ ζωικό. ΤΙΠΟΤΑ. Κι αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Τώρα αν έχει γίνει της μόδας, οι μισοί και παραπάνω θα το παρατήσουν ή θα τρώνε πεντε έξι σουβλακια όταν δεν τους βλέπετε για να κρατιούνται στη ζωή.

Οι βετζετέριαν, όπως εγώ, απλώς δεν τρώμε  κρέας. Τρώμε ζωικά όπως αυγά και τυριά, κάποιοι από μας τρώμε και ψάρια και ξέρεις γιατί; ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΚΑΥΛΩΝΟΥΜΕ. Δεν είναι θέμα υποκρισίας. Λυπάμαι τα ζωάκια και άρα πρέπει να ανασαίνω μόνο αέρα για να ζήσω αλλιώς κατά τη γνώμη σου είμαι υποκρίτρια. Σε πρώτη φάση γράφω τη γνώμη σου σε ένα κωλόχαρτο και το πετάω στη χέστρα. Σε δεύτερη φάση, όσοι το κάνουμε αυτό, έχουμε ψάξει, έχουμε διαβάσει, έχουμε δει τι μπορούμε να κάνουμε, ξέρουμε ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ τι σημαίνει ψεκασμένες τροφές, μεταλλαγμένη σόγια, ότι η ίδια τοξική βροχή ποτίζει το ένα χωράφι με τα βιολογικά αλλά και το άλλο με τα φυτοφάρμακα, ότι αν είναι δίπλα δίπλα δύο χωράφια ένα με βιολογικά κι ένα με ψεκασμένα λαχανικά, φυσικά θα περάσουν τα φάρμακα στο βιολογικό. Τα ξέρουμε όλα όσοι είμαστε σοβαροί. Και ξέρουμε και έχουμε αποδεχτεί ότι δε γίνεται να κυνηγάς τα πάντα. Όλα πλέον είναι μολυσμένα. Εγώ συγκεκριμένα ζω στο κέντρο κοντά σε κεντρικό δρόμο που παλαιότερα είχα διαβάσει έρευνα ότι σε αυτήν ακριβώς την περιοχή, αιωρούνται κάποια από τα πιο επικίνδυνα σωματίδια καυσαερίου που μολύνουν την ατμόσφαιρα. Αυτό τι σημαίνει λοιπόν; Ότι αφού ζω εδώ, ας τρώω Μακ Ντόναλτς, να μην καθαρίζω και ποτέ το σπίτι μου, να μην πλένομαι και δε γαμιέται ε; Κάντε μου τη χάρη σας παρακαλώ. Ας είναι επιτέλους ο καθένας ελεύθερος να κάνει τον εαυτό του ότι νομίζει και όπως νομίζει. Και ας φιλτράρουμε ο καθένας τις σκέψεις του. Δε σημαίνει επειδή έχουμε ένα βήμα να μιλήσουμε, πρέπει να λέμε συνεχώς κάτι. Έλεος, λίγη ησυχία. 

 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Αγίου Βαλεντίνου.

Μια μέρα που ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ κ δεν υπήρχε κάποιος που αγαπώ να έρθει από πάνω μου να περάσει τα χέρια του ξυστά από τα μαξιλάρια κ να με πιάσει από την πλάτη κ τη μέση να με σηκώσει προς το μέρος του να με φιλήσει κ γω να μη βάλω καθόλου δύναμη έτσι για την πλάκα μα μόνο να χαμογελάω πλατιά, σκεφτόμουν πόσο γαμάτη είναι η σοκολάτα.

Η σοκολάτα είναι τέλεια. Η σοκολάτα είναι το καλύτερο πράγμα του κόσμου. Και οι πατάτες οι τηγανιτές. Αλλά η σοκολάτα είναι το κάτι άλλο. Και οι φράουλες είναι ωραίες. Με σοκολάτα όμως είναι υπέροχες. Η σοκολάτα η πικρή είναι γλυκιά η σοκολάτα η πολύ γλυκιά είναι γλυκιά κι αυτή. Η σοκολάτα με φρούτα δε με τρελαίνει αλλά έχει σοκολάτα. Η σοκολάτα με τα ξηροκάρπια ούτε αυτή με τρελαίνει αλλά κι αυτή έχει σοκολάτα. Το παγωτό σοκολάτα είναι επίσης τέλειο. Το παρφέ σοκολάτα είναι κι αυτό τέλειο αλλά όταν είναι καλό είναι υπερτέλειο. Η σοκολάτα είναι φίλη μας. Η σοκολάτα μας φτιάχνει τη διάθεση. Τα κακαόδεντρα θα έπρεπε να φυτρώνουν παντού και όλοι να ξέρουμε να τα προσέχουμε να τα μεγαλώνουμε να παίρνουμε τους καρπούς τους και να τους χρησιμοποιούμε με εκατοντάδες τρόπους. Η δουλειά όλων των ανθρώπων να ήταν να βρουν καινούριες συνταγές με σοκολάτες. Κι όταν θα έβρισκαν να έκαναν μεγάλα πάρτι όπου θα μπορούσε να πηγαίνει όποιος θέλει γιατί τα αεροπορικά θα ήταν δωρεάν κανείς δε θα μετρούσε τα λεφτά ούτε θα ήταν μόνο μαύροι δυστυχισμένοι να μαζεύουν καρπούς κακάο και να πληρώνονται δέκα δολάρια το μήνα κι αν. Γιατί όλα θα ήταν ελευθέρα κι ωραία κι όλοι θα τρώγαμε σοκολάτες και θα ήμασταν αδύνατοι. Γιατί αυτό είναι το δικό μου παραμύθι και μου αρέσει η σοκολάτα. Η σοκολάτα με καρύδα είναι υπέροχη. Με φράουλα την αγαπώ. Με πορτοκάλι είναι όνειρο. Και το λεμόνι μ αρέσει πολύ. Η σοκολάτα δεν πάει με το λεμόνι και πολύ. Όχι ότι δε μ αρέσει. Μ αρέσει και είναι πολύ ωραίο. Έχει σοκολάτα καταρχήν. Κι η σοκολάτα είναι τέλεια.