Η επικοινωνία χάσκει. Φαντάσου έναν άνθρωπο δεξιά, έναν αριστερά και στη μέση ένα ποτάμι που ρέει με απίστευτη δύναμη, πηδάνε σολωμοί, αρκούδες πάνε να τους πιάσουν, πέτρες λάμπουν στο φως του ήλιου και ένα ουράνιο τόξο βυθίζεται μέσα στο ποτάμι. Φασαρία, παφλασμοί, ροάρ η αρκούδα, πλατς πλουτς οι σολωμοί, πλίτσι πλίτσι τικ τακ οι πετρούλες, άντε επικοινώνησε εσύ με τον απέναντι. Καταρχήν πρέπει να αρχίσεις να γκαρίζεις. Αν αυτός δεν έχει αποχαυνωθεί από το θέαμα θα πρέπει να σε ακούσει. Αν δε σε ακούει, θα πρέπει να μπορεί να διαβάζει τα χείλη σου. Αυτό προϋποθέτει πως πρέπει και να βλέπει καλά γιατί έχετε και μια απόσταση, μιλάμε είναι ποταμάρα στη μέση δεν είναι κει καμία κλανιά ποταμάκι που κάνεις έτσι και το περνάς, όχι. Οπότε λες πολλές φορές αυτό που θες, ο άλλος δεν ακούει, δεν καταλαβαίνει, σου λέει άλλα, "ώρα;" "Όχι φόρα!" έχουν αρχίσει και σας σπάνε τα αρχίδια. Εσένα που γκαρίζεις και δεν καταλαβαίνει ο άλλος, και του αλλουνού που δεν τον αφήνεις να χαζέψει με την ησυχία του, μα τόσο σημαντικό είναι πια αυτό που θες;
Η επικοινωνία έχει πρόβλημα. Κι όσο μεγαλύτερο γίνεται το χάος που ζούμε, όσο περισσότερο μπαίνουμε μέσα στα προβλήματα, όσο δεν αντιδράμε, δεν πολεμάμε, τα αφήνουμε να μας κυκλώνουν με τον ύπουλο τρόπο που μόνο αυτά ξέρουν, τόσο θα μεγαλώνει το ποτάμι. Και καλά θα ήταν να ήταν ποτάμι με σολωμούς και ουράνια τόξα. Αλλά δεν είναι. Πια. Τώρα είναι κάπως έτσι μάλλον: δύο άνθρωποι, ο ένας κρυμμένος πίσω από μία γωνία τσιμεντένιας πολυκατοικίας, ο άλλος απέναντι πίσω από ένα καμμένο αυτοκίνητο και στη μέση περνάνε τανκ που πυροβολούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Στην περίπτωση αυτή βέβαια, αναρωτιέσαι, αξίζει να επικοινωνήσω;
Ώρες ώρες μου φαίνεται πολύ συμπαθητική η κόλαση. Προωθεί βιαίως προς την ωρίμανση κι αυτό ενοχλεί αλλά εκεί που ενοχλούμαι, μου αρέσει κιόλας. Σαν την οδοντοφλυφίδα στο δόντι κάπως.
Ένα καλό αστείο είναι που νομίζεις ότι επικοινωνείς και πολλές φορές καταλαβαίνεις ξαφνικά ότι άλλα λέει η θειά μου κι άλλα ακούν τ' αυτιά μου. Χρυσή παροιμία, πολύ την αγαπώ.
Δε θέλω να έχω ειρμό. Ίσως να μπορούσα αλλά νιώθω ότι δε θέλω. Αυτό το δε μπορώ και δε θέλω, ολόκληρη φιλοσοφία θα μπορούσε να γραφτεί πάνω τους. Έχουν γραφτεί εκεί πέντε παπάρες, τι πέντε δηλαδή, μία, δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δε θέλω και τελείωσε. Όχι ρε φίλε, κάτσε, οι φιλόσοφοι δηλαδή ήταν μαλάκες που καθόντουσαν και γράφανε και κουράζονταν οι άνθρωποι να εξηγήσουν τα ανεξήγητα; Γιατί δηλαδή δεν πήγε ο Αριστοτέλης να πει ξέρω γω "η μέση οδός είναι η καλύτερη" και να τελειώνει; Όχι, έκατσε κει, χρησιμοποίησε παραδείγματα, έκανε κι έδειξε. Και τι έγινε θα μου πεις; Κατάλαβε κανείς τίποτα; Κοίτα δω τι γίνεται. Κοίτα μια χώρα υπέροχη, κοίτα σε μέρος του πλανήτη που μας έβαλε ο Θεός και κοίτα τι κάνουμε. Βλέπεις το βιντεάκι του Σαμαρά και μετά διαβάζεις σχόλιο από κάτω: "Προχώρα δυναμικά και αποφασιστικά Αρχηγέ , για την Αναγέννηση του τόπου. Ο απλός λαός, οι απλοί πολίτες σου έχουν απεριόριστη εμπιστοσύνη και μαζί σου όλοι οι Έλληνες ενωμένοι , θα δημιουργήσουμε μία καινούργια Ελλάδα, με σωστό ήθος και σωστές αξίες. Η πολιτική σου αρετή έχει να μας διδάξει πολλά και θα σταθούμε όλοι δίπλα σου , στο δύσκολο έργο σου της Σωτηρίας της Ελλάδας μας". Τι να πεις από κει και πέρα. Λες και από το κέντρο της Αθήνας βρέθηκα ξαφνικά σε μεξικάνικο σήριαλ. Επικοινωνία μηδέν ρε φίλε. Άλλα αντί άλλων. Δεν πιάνει το τηλέφωνο ρε παιδί μου, η κεραία είναι κομμένη, την έκλεψε κάποιος να ξύνει τη μύτη και το αυτί του ή να τη χρησιμοποιεί (γιατί είναι και μακριά η κεραία) για να είναι ξαπλωμένος και να αλλάζει τα κανάλια από μακριά -έχει χαλάσει το τηλεκοντρόλ από τα λάδια των πατατακίων, γαριδακίων και λοιπών πλαστικών λιχουδιών-.
Μιλάς σε κάποιον, του λες ότι σε ενοχλεί κάτι, δέχεσαι το μερίδιο ευθύνης σου και αυτός αμέσως παίζει το θύμα, το κακόμοιρο το κροκοδειλάκι. Δε θυμώνω, καθόλου. Απλώς λυπάμαι. Όχι σαν ανώτερη και καλά λυπάμαι το κακόμοιρο το πτωχό του σκουλικάκι που δεν καταλαβαίνει ενώ εγώ τα ξέρω όλα, όχι, λυπάμαι που δεν καταλαβαίνει και συνεχίζει να βασανίζει τον εαυτό του γιατί εμένα, τι είχαμε τι χάσαμε ψωλέο σε ξεχάσαμε. Εφάρα τραγουδάρα. Αυτός ο Καρβέλας ρε παιδί μου ώρες ώρες με συγκινεί. Από τη μία θέλω να του ξεράσω τη μούρη κι από την άλλη να του φιλήσω το χέρι. Φοβερό. Τέλος πάντων, είναι που δεν με νοιάζει να έχω ειρμό. Λες και είχα ποτέ.
Μπορεί και να είχα. Να έχω.
Κάτι ήθελα να πω. Πολλά. Και τα ξέχασα όλα. Θα βρέξει αύριο λέει. Και γιατί είναι από σήμερα έτσι; Αυτός ο Θεός που επιβλέπει τον Καιρό στην Ελλάδα ρε παιδί μου, είναι μεγάλη ψυχή, αλήθεια το λέω. Το τι μας λυπάται δε λέγεται. Πάει να βρέξει ρε συ και μας προετοιμάζει. Σου λέει "τα κακόμοιρα είναι έτοιμα να τεζάρουν, σα μαστουρωμένα από μπαηγκόν κατσαριδάκια τρέχουν δεξιά αριστερά, έχουν χάσει την μπάλα, δεν ξέρουν τι τους γίνεται, μην πάθουν και πευμονία, κάτσε να ρίξω κανά σύννεφο κι αύριο ρίχνω. Εντάξει, κράτησα το καλοκαίρι και μύριζαν τα νυχτολούλουδα και άνθιζαν οι τριανταφυλιές και οι μαργαρίτες μέχρι το Νοέμβρη, τι να κάνω, δεν μπορούσα άλλο, τώρα θα τους προετοιμάζω και ξαναφέρνω άμα είναι το καλοκαίρι κατά το Μάρτη, αρχές".
Έτσι. Σε μεγάλη εκτίμηση έχω τον καιρό φέτος. Τον ευχαριστώ εγώ προσωπικά για την καλοσύνη του. Και που βρήκα τα κλειδιά του αυτοκινήτου ευχαρίστησα. Τα είχα χάσει. Και ξέρετε που πήγα κυρίως και έψαχνα έτσι; Στην κουζίνα. Εκεί που -πραγματικά πια- πιστεύω πως υπάρχει χρονότρυπα που οδηγεί στην ΑΠΥΣΠΑ (Αλλούτερη Πόλη Υψηλής Συχνότητας με Πίεση Ατλαντίδας). Εκεί που συνέχεια μου πέφτουν πράγματα, μα όλη την ώρα. Εκεί νομίζω πως είναι το σωστό σημείο να μάθω την τέχνη του ζογκλέρ. Εκεί.
Την άλλη φορά περπατούσα στο πάρκο 4 το μεσημέρι κι ένας κύριος χάιδευε το πουλί του. Έκανα ότι πήρα την αστυνομία και προχώρησα μπροστά. Ένας άλλος πίσω μου έβηξε μια μέρα πολύ δυνατά και ενδεχομένως έφτυσε όλη μου την πλάτη. Δεν ξέρω αλλά σιχάθηκα ανυπέρβλητα. Μόλις θυμήθηκα ότι το συγκεκριμένο μπουφάν το έβαλα στην ντουλάπα. Λάθος λάθος λάθος. Τώρα αντί για ένα, πρέπει να πλύνω τρία. Όχι, δύο. Αυτό που ακουμπάει στην πλάτη. Όχι. Πρέπει να θυμηθώ. Όταν πήγα να το κρεμάσω με βόλευε το άγκιστρο της κρεμάστρας ή έβαλα το μπουφάν μέσα, έκρινα ότι δεν με βολεύει, το έβγαλα και το έβαλα αλλιώς; Αν το έκανα αυτό, πρέπει να πλύνω τρία.
Να γιατί θέλουν οι γονείς να γίνουν τα παιδιά τους γιατροί. Άμα ήμουν γιατρός θα ήξερα πόσο ζούνε τα μικρόβια και δεν θα ασχολιόμουν με τέτοια. Άσε που δεν θα έπαιρνα την κολλητή μου τη γιατρό κάθε τρεις και πέντε να της λέω "πεθαίνω πονάει η καρδιά μου" κι αυτή να μου λέει "νευρόπονοι είναι άσε τις μαλακίες" και γω να της λέω "θα πεθάνω σκύλα, θα βρωμίσω και θα με φάνε τα σκουλίκια και θα΄χεις τύψεις" κι αυτή "πω πω μαλακίες". Με λίγα λόγια, αν ήμουν γιατρός θα ήμουν ψύχραιμη, θα ήξερα πόσο ζούνε τα μικρόβια και θα γλύτωνα και μερικά πλυντήρια. Τι μαλάκας. Που δεν έγινα γιατρός.
Μα δεν ήθελα να γίνω γιατρός. Ούτε η μάνα μου ήθελε. Η μάνα μου ήθελε να είμαι καλά. Ποτέ δεν μου είπε τι να γίνω. Τι να μην γίνω και τι να μην κάνω μου είπε.
Χάλια η επικοινωνία. Καλούνται όσοι άνθρωποι έχουν τα λογικά τους να δείξουν συμπόνοια σε όσους είναι ταραγμένοι, δεν τους καταλαβαίνουν, γκρινιάζουν και λένε μαλακίες.
Αμήν.
Η επικοινωνία έχει πρόβλημα. Κι όσο μεγαλύτερο γίνεται το χάος που ζούμε, όσο περισσότερο μπαίνουμε μέσα στα προβλήματα, όσο δεν αντιδράμε, δεν πολεμάμε, τα αφήνουμε να μας κυκλώνουν με τον ύπουλο τρόπο που μόνο αυτά ξέρουν, τόσο θα μεγαλώνει το ποτάμι. Και καλά θα ήταν να ήταν ποτάμι με σολωμούς και ουράνια τόξα. Αλλά δεν είναι. Πια. Τώρα είναι κάπως έτσι μάλλον: δύο άνθρωποι, ο ένας κρυμμένος πίσω από μία γωνία τσιμεντένιας πολυκατοικίας, ο άλλος απέναντι πίσω από ένα καμμένο αυτοκίνητο και στη μέση περνάνε τανκ που πυροβολούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Στην περίπτωση αυτή βέβαια, αναρωτιέσαι, αξίζει να επικοινωνήσω;
Ώρες ώρες μου φαίνεται πολύ συμπαθητική η κόλαση. Προωθεί βιαίως προς την ωρίμανση κι αυτό ενοχλεί αλλά εκεί που ενοχλούμαι, μου αρέσει κιόλας. Σαν την οδοντοφλυφίδα στο δόντι κάπως.
Ένα καλό αστείο είναι που νομίζεις ότι επικοινωνείς και πολλές φορές καταλαβαίνεις ξαφνικά ότι άλλα λέει η θειά μου κι άλλα ακούν τ' αυτιά μου. Χρυσή παροιμία, πολύ την αγαπώ.
Δε θέλω να έχω ειρμό. Ίσως να μπορούσα αλλά νιώθω ότι δε θέλω. Αυτό το δε μπορώ και δε θέλω, ολόκληρη φιλοσοφία θα μπορούσε να γραφτεί πάνω τους. Έχουν γραφτεί εκεί πέντε παπάρες, τι πέντε δηλαδή, μία, δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δε θέλω και τελείωσε. Όχι ρε φίλε, κάτσε, οι φιλόσοφοι δηλαδή ήταν μαλάκες που καθόντουσαν και γράφανε και κουράζονταν οι άνθρωποι να εξηγήσουν τα ανεξήγητα; Γιατί δηλαδή δεν πήγε ο Αριστοτέλης να πει ξέρω γω "η μέση οδός είναι η καλύτερη" και να τελειώνει; Όχι, έκατσε κει, χρησιμοποίησε παραδείγματα, έκανε κι έδειξε. Και τι έγινε θα μου πεις; Κατάλαβε κανείς τίποτα; Κοίτα δω τι γίνεται. Κοίτα μια χώρα υπέροχη, κοίτα σε μέρος του πλανήτη που μας έβαλε ο Θεός και κοίτα τι κάνουμε. Βλέπεις το βιντεάκι του Σαμαρά και μετά διαβάζεις σχόλιο από κάτω: "Προχώρα δυναμικά και αποφασιστικά Αρχηγέ , για την Αναγέννηση του τόπου. Ο απλός λαός, οι απλοί πολίτες σου έχουν απεριόριστη εμπιστοσύνη και μαζί σου όλοι οι Έλληνες ενωμένοι , θα δημιουργήσουμε μία καινούργια Ελλάδα, με σωστό ήθος και σωστές αξίες. Η πολιτική σου αρετή έχει να μας διδάξει πολλά και θα σταθούμε όλοι δίπλα σου , στο δύσκολο έργο σου της Σωτηρίας της Ελλάδας μας". Τι να πεις από κει και πέρα. Λες και από το κέντρο της Αθήνας βρέθηκα ξαφνικά σε μεξικάνικο σήριαλ. Επικοινωνία μηδέν ρε φίλε. Άλλα αντί άλλων. Δεν πιάνει το τηλέφωνο ρε παιδί μου, η κεραία είναι κομμένη, την έκλεψε κάποιος να ξύνει τη μύτη και το αυτί του ή να τη χρησιμοποιεί (γιατί είναι και μακριά η κεραία) για να είναι ξαπλωμένος και να αλλάζει τα κανάλια από μακριά -έχει χαλάσει το τηλεκοντρόλ από τα λάδια των πατατακίων, γαριδακίων και λοιπών πλαστικών λιχουδιών-.
Μιλάς σε κάποιον, του λες ότι σε ενοχλεί κάτι, δέχεσαι το μερίδιο ευθύνης σου και αυτός αμέσως παίζει το θύμα, το κακόμοιρο το κροκοδειλάκι. Δε θυμώνω, καθόλου. Απλώς λυπάμαι. Όχι σαν ανώτερη και καλά λυπάμαι το κακόμοιρο το πτωχό του σκουλικάκι που δεν καταλαβαίνει ενώ εγώ τα ξέρω όλα, όχι, λυπάμαι που δεν καταλαβαίνει και συνεχίζει να βασανίζει τον εαυτό του γιατί εμένα, τι είχαμε τι χάσαμε ψωλέο σε ξεχάσαμε. Εφάρα τραγουδάρα. Αυτός ο Καρβέλας ρε παιδί μου ώρες ώρες με συγκινεί. Από τη μία θέλω να του ξεράσω τη μούρη κι από την άλλη να του φιλήσω το χέρι. Φοβερό. Τέλος πάντων, είναι που δεν με νοιάζει να έχω ειρμό. Λες και είχα ποτέ.
Μπορεί και να είχα. Να έχω.
Κάτι ήθελα να πω. Πολλά. Και τα ξέχασα όλα. Θα βρέξει αύριο λέει. Και γιατί είναι από σήμερα έτσι; Αυτός ο Θεός που επιβλέπει τον Καιρό στην Ελλάδα ρε παιδί μου, είναι μεγάλη ψυχή, αλήθεια το λέω. Το τι μας λυπάται δε λέγεται. Πάει να βρέξει ρε συ και μας προετοιμάζει. Σου λέει "τα κακόμοιρα είναι έτοιμα να τεζάρουν, σα μαστουρωμένα από μπαηγκόν κατσαριδάκια τρέχουν δεξιά αριστερά, έχουν χάσει την μπάλα, δεν ξέρουν τι τους γίνεται, μην πάθουν και πευμονία, κάτσε να ρίξω κανά σύννεφο κι αύριο ρίχνω. Εντάξει, κράτησα το καλοκαίρι και μύριζαν τα νυχτολούλουδα και άνθιζαν οι τριανταφυλιές και οι μαργαρίτες μέχρι το Νοέμβρη, τι να κάνω, δεν μπορούσα άλλο, τώρα θα τους προετοιμάζω και ξαναφέρνω άμα είναι το καλοκαίρι κατά το Μάρτη, αρχές".
Έτσι. Σε μεγάλη εκτίμηση έχω τον καιρό φέτος. Τον ευχαριστώ εγώ προσωπικά για την καλοσύνη του. Και που βρήκα τα κλειδιά του αυτοκινήτου ευχαρίστησα. Τα είχα χάσει. Και ξέρετε που πήγα κυρίως και έψαχνα έτσι; Στην κουζίνα. Εκεί που -πραγματικά πια- πιστεύω πως υπάρχει χρονότρυπα που οδηγεί στην ΑΠΥΣΠΑ (Αλλούτερη Πόλη Υψηλής Συχνότητας με Πίεση Ατλαντίδας). Εκεί που συνέχεια μου πέφτουν πράγματα, μα όλη την ώρα. Εκεί νομίζω πως είναι το σωστό σημείο να μάθω την τέχνη του ζογκλέρ. Εκεί.
Την άλλη φορά περπατούσα στο πάρκο 4 το μεσημέρι κι ένας κύριος χάιδευε το πουλί του. Έκανα ότι πήρα την αστυνομία και προχώρησα μπροστά. Ένας άλλος πίσω μου έβηξε μια μέρα πολύ δυνατά και ενδεχομένως έφτυσε όλη μου την πλάτη. Δεν ξέρω αλλά σιχάθηκα ανυπέρβλητα. Μόλις θυμήθηκα ότι το συγκεκριμένο μπουφάν το έβαλα στην ντουλάπα. Λάθος λάθος λάθος. Τώρα αντί για ένα, πρέπει να πλύνω τρία. Όχι, δύο. Αυτό που ακουμπάει στην πλάτη. Όχι. Πρέπει να θυμηθώ. Όταν πήγα να το κρεμάσω με βόλευε το άγκιστρο της κρεμάστρας ή έβαλα το μπουφάν μέσα, έκρινα ότι δεν με βολεύει, το έβγαλα και το έβαλα αλλιώς; Αν το έκανα αυτό, πρέπει να πλύνω τρία.
Να γιατί θέλουν οι γονείς να γίνουν τα παιδιά τους γιατροί. Άμα ήμουν γιατρός θα ήξερα πόσο ζούνε τα μικρόβια και δεν θα ασχολιόμουν με τέτοια. Άσε που δεν θα έπαιρνα την κολλητή μου τη γιατρό κάθε τρεις και πέντε να της λέω "πεθαίνω πονάει η καρδιά μου" κι αυτή να μου λέει "νευρόπονοι είναι άσε τις μαλακίες" και γω να της λέω "θα πεθάνω σκύλα, θα βρωμίσω και θα με φάνε τα σκουλίκια και θα΄χεις τύψεις" κι αυτή "πω πω μαλακίες". Με λίγα λόγια, αν ήμουν γιατρός θα ήμουν ψύχραιμη, θα ήξερα πόσο ζούνε τα μικρόβια και θα γλύτωνα και μερικά πλυντήρια. Τι μαλάκας. Που δεν έγινα γιατρός.
Μα δεν ήθελα να γίνω γιατρός. Ούτε η μάνα μου ήθελε. Η μάνα μου ήθελε να είμαι καλά. Ποτέ δεν μου είπε τι να γίνω. Τι να μην γίνω και τι να μην κάνω μου είπε.
Χάλια η επικοινωνία. Καλούνται όσοι άνθρωποι έχουν τα λογικά τους να δείξουν συμπόνοια σε όσους είναι ταραγμένοι, δεν τους καταλαβαίνουν, γκρινιάζουν και λένε μαλακίες.
Αμήν.