Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Αυτό που φεύγει.

Γιατί μονίμως αυτό που σου αρέσει χάνεται; Πώς γίνεται αυτό και γιατί; Και θέλει να μας πει δηλαδή πως είναι χιλιάδες πράγματα αυτά που αρέσουν; Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται. Αν σε 6μιση δισεκατομμύρια ανθρώπους, χάνεται αυτό που τους αρέσει τότε τι μένει; Τι μένει ρε, πες! Τα άσχημα; Αυτά που δε σου αρέσουν; Αυτά που είναι ωραία αλλά εσένα δε σου αρέσουν; Αυτά που αρέσουν σε σένα τα έχουν οι άλλοι κι αυτά που αρέσουν στους άλλους τα έχεις εσύ; Γιατί ο άνθρωπος είναι τόσο μαλάκας;

Και δω κολλάει η μοναδική απάντηση που ταιριάζει παντού και πάντα και συνοψίζει την ύπαρξή μας: Γιατί έτσι.

Γιατί χρησιμοποιείς μια κρέμα και μετά από λίγο σταματάει η κυκλοφορία της;
Γιατί σου αρέσει κάποιος κι αυτός είναι αλλού;
Γιατί θα συνεννοηθείς με τη μάνα σου μετά θάνατον;
Γιατί ένα πρόγραμμα σου άρεσε στο γυμναστήριο που μετά βίας πας έτσι κι αλλιώς και το βγάλανε κι αυτό;
Γιατί ότι σου αρέσει πρέπει να είναι δύσκολο; 

Γιατί έτσι. 

Και γαμώ τις απαντήσεις. Πολύ ζεν και φιλοσοφική και δεν κοροϊδεύω καθόλου. Τα πράγματα είναι έτσι γιατί έτσι είναι. Γιατί έτσι ρε παιδί μου, τι θες τώρα; Κάτι γίνεται στον κόσμο, χιλιάδες πράγματα, εκατομμύρια πράγματα ταυτόχρονα με αυτά που κάνεις εσύ, βγαίνει μια απόφαση κι αυτή είναι να μην έχεις αυτό που θες. Τώρα γιατί και πως, σιγά μην βγάλεις άκρη. Γιατί έτσι λοιπόν κι άμα θες, υπάρχει η φιλοσοφία και το ζεν να τα μελετήσεις να κουλάρεις να μη σε νοιάζει κιόλας.

Άμα μπορείς. Γιατί άμα είσαι διαόλου κέρατο θα τα περάσεις δύσκολα φίλε μου. Θα αναρωτιέσαι όλη την ώρα γιατί και πως και άμα και αυτό θα σου απαντάει συνέχεια γιατί έτσι, γιατί έτσι και γιατί έτσι. Και είναι γιατί έτσι, γιατί άμα ρωτήσεις, οι απαντήσεις που παίρνεις είναι κάτι ακατανόητες μαλακίες που δεν δικαιολογούν καθόλου την απόφαση του να μην έχεις αυτό που θες, οπότε τελικά το γιατί έτσι είναι η καλύτερη απάντηση που μπορείς να έχεις.

Παράδειγμα:
Ρωτάς γιατί δεν υπάρχει πια αυτό το πρόγραμμα του γυμναστηρίου. Απαντάνε, γιατί δεν έχει κόσμο. Τις φορές που είχες πάει εσύ γινόταν το μαδομούνι. Πόσο κόσμο ήθελε δηλαδή να έχει; Να κρέμονται από τα παράθυρα, να θυμίζει ινδικό λεωφορείο, να κολλήσουμε μύκητες; Δεν καταλαβαίνω. Η απάντηση ήταν μαλακία και άρα, να το γιατί έτσι είναι η καλύτερη απάντηση που θα μπορούσες να έχεις. Η φιλοσοφία του ζεν και η ζεν πλευρά της φιλοσοφίας. Αποδέξου αυτό που είναι γιατί έτσι είναι και όσο και να αντιδράς και να σπάζεσαι, αυτό έτσι θα είναι. Άσε που όσο αντιδράς, τόσο χειρότερο θα σου φαίνεται. Αν όμως αρχίσεις να το κοιτάς καλύτερα, μπορεί να γουστάρεις και στο τέλος, δεν ξέρεις. Ένα πράμα όπως το προξενιό. Στην αρχή είναι κοντός, στραβός και άχαρος και αργότερα έχει ωραίο χαμόγελο και είναι ευγενικός. Βέβαια αυτό εδώ δεν κολλάει μιας και μιλάμε για κάτι που θες και ΔΕΝ έχεις. Από το Κάτι δηλαδή έχεις το Τίποτα. Ε βρες κάτι στο τίποτα να σου αρέσει. Απλό. Μην τα θέλουμε και όλα δικά μας.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα γιατί πετάει ψηλά στον ουρανό και κάνει μίου.

Σας παρακαλώ πολύ που είναι κρύο αυτό εκεί έξω. Δεν ξέρω τι κάνει στα βου που και στα παραπέρα, μιλάω για την Αθήνα. Χέστε με σας παρακαλώ. Όποιος έχει ταξιδέψει εκτός Ελλάδας και συγκεκριμένα σε καμιά βόρεια χώρα, θα ξέρει πάρα πολύ καλά τι σημαίνει κρύο. Εγώ θυμάμαι στην Πράγα να είμαι τόσο ντυμένη που έγερνα δεξιά αριστερά, δεν περπατούσα, σαν μπάλα ήμουν. Άκου κάνει κρύο. Δεν είναι να βλέπεις τηλεόραση, α πα πα. Είδα εκεί λίγο στην Κύπρο γιατί ήταν ανοιχτή και να λέει κρύο στην Ελλάδα, τσούζει, δέρνει, χτυπάει, καταστρέφει, μαλάκα, λέω, την πούτσισα. Που θα πάω πίσω, θα ψοφήσω, ω ρε πούστη. Τρόμος με έπιασε. Δεν έχει και καλοριφέρ στο σπίτι, δεν το ανάβουν δηλαδή, έχω τα σώματα διακοσμητικά, τώρα σκέφτομαι μήπως τα στολίσω. Κι έρχομαι Ελλάδα, φρίκη εγώ, να λέει ο πιλότος 4 βαθμούς έξω, ω ρε πούστη εγώ, σκατά, βγαίνω από το αεροπλάνο, στέκομαι στη σκάλα ως άλλη Τζάκι Ωνάση, αφουγκράζομαι, πιο κρύο ρε μαλάκα, κάνω τη γκριμάτσα του ξενερώματος και κατέβηκα αεράτη και κυρία με το παλτό ξεκούμπωτο. Μετά από λίγο έλιωσα κιόλας αλλά αυτά θα τα πούμε παρακάτω, τώρα μιλάμε για το κρύο γιατί δεν είναι κρύο αυτό, συγνώμη κιόλας. Πρώτα απ'όλα είναι αναζωογονητικό και φρέσκο ωραίο πράμα. Τι θέλετε; Σαπίλα και ζέστη, υγρασία και σκατά; Φάτε λίγο κρυάκι να σφίξουν οι κώλοι, εγώ γουστάρω. Θα βάλω επιτέλους και τα κασκόλ μου, τα σκουφάκια μου, που τα έχω και να βάζω στον πάτο μου όλο ζέστη, ζέστη, ζέστη. Ήμαρτον Γενάρης είναι, να κάνει κρύο, γιατί να μην κάνει; ...Μόνο τους άστεγους λυπάμαι. Γι' αυτό καλά θα κάνει να τελειώνει το κρύο γιατί εδώ είναι Ελλάδα και στην Ελλάδα δεν κάνει κρύο.

Τι να βλέπεις τηλεόραση, μαλακία είναι. Έβρεχε στην Κύπρο, τι έβρεχε δηλαδή, ξεκωλιάστηκε. Ε, αυτοί το έχουν πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη, δεν έχουν νερό. Κι έλεγε στην τηλεόραση, μα τα έβλεπα και συγχυζόμουν, κοίτα ρε μαλάκα, σκεφτόμουν, έλεγε λοιπόν ευαγγέλιο, παράδεισος και δώρο Θεού οι βροχές και στην επόμενη σκηνή, χαλασμός κυρίου, κατακλυσμός και κόλαση. Αλήθεια, στην επόμενη σκηνή, δεν είχες προλάβει να το ξεχάσεις. Εκτός αν είσαι ψάρι. Αλλά τότε δε θα έβλεπες τηλεόραση φαντάζομαι. Βέβαια, μη βλέποντας τηλεόραση εδώ που τα λέμε, χάνεις πράμα. Τώρα είδα κατά τύχη στο ίντερνετ, ότι βούλιαξε ένα κρουαζιερόπλοιο στην Ιταλία, μπάταρε να πω καλύτερα και έγινε της πουτάνας. Το καλύτερο είναι ότι κρουαζιερόπλοιο της ίδιας εταιρίας είχε ξαναστουκάρει πριν δυο χρόνια. Θα το έχουν σπορ φαίνεται. Διαβάστε το άρθρο και δείτε φωτό, μιλάμε η φωτό με το τέρας μισοβυθισμένο μπροστά στην πόλη είναι σαν ψέμματα. Φαντάζεσαι να είσαι κάτοικος του μέρους αυτού, να μην έχεις πάρει χαμπάρι τίποτα, να ξυπνήσεις το πρωί, να ανοίξεις το παραθύρι και να δεις μέσα στη μούρη σου ένα βυθισμένο κρουαζιερόπλοιο; Σοκ θα πάθεις. 
Διασκέδασα πολύ όμως με την άλλη είδηση. Που έριξαν πέτρες κι γιαούρτια στη Μπακογιάννη στο Ηράκλειο. Δείτε το άρθρο. Εγώ διασκέδασα μεν αλλά μετά σκεφτόμουν που έγραφε ότι η Μπακογιάννη έμεινε ατάραχη. Αλλά θα μου πεις φυσικό είναι, η κόρη του δράκουλα τι ταραχή να έχει; Έχετε δει ταινίες με το Δράκουλα; Τον βλέπετε να ταράζεται; Ή πάρτε το αλλιώς. Σκεφτείτε να είχατε τους γονείς της. Ανατριχιάσατε; Οπότε τι να ταραχτεί; Και τον αντίχριστο να δει, το τέρας του Παρανόρμαλ Ακτίβιτι να δει, πάλι κουλ θα είναι.

Λοιπόν, και τώρα στα δικά μας. Ναι, θα είναι μεγάλο το ποστ, τόσο καιρό έχω να μιλήσω, αφήστε με τώρα που βρέχει έξω κι έχω ανοίξει όλα τα ερ κοντίσιον γιατί μπορεί να μην κάνει κρύο στην Ελλάδα αλλά στο σπίτι μου κάνει. 11 βαθμούς είχα όταν ήρθα από την Κύπρο. Πιο ζέστη είχε έξω, αλήθεια. Αφού ώρες ώρες σκέφτομαι να σύρω κανένα καναπέ στο μπαλκόνι και να κάθομαι εκεί. Τις μεσημεριανές ώρες που βγάζει ήλιο, όταν βγάζει, είναι πολύ πιο ζεστά από μέσα, γάμησέ τα. Τέλος πάντων, πάμε παρακάτω.

Κύπρος. Για την Κύπρο δυστυχώς δεν μπορώ να πω τίποτα γιατί αρέσει στην κουμπάρα μου και δεν θέλω να τη στενοχωρήσω. Επειδή εμένα όχι μόνο δε μου αρέσει, κάτι χειρότερο, αλλά το βουλώνω και δε λέω τίποτα. Θα πω μόνο ότι όταν γύρισα και πάτησα το πόδι μου στο αεροδρόμιο εδώ, μου ήρθε μια διάθεση να γονατίσω να φιλήσω το πάτωμα. Δεν το έκανα, προχώρησα. Καλά, μη φανταστείτε ότι με βασάνιζαν, γενικά άμα λείπω πολύ από τη χώρα, με πιάνει μια γλύκα όταν γυρίζω, την αγαπώ την κωλόχωρα, τι να κάνω. Κι άμα είμαι σε κανένα μέρος χειρότερο από δω, ε τότε πραγματικά με πιάνει να τη φιλήσω. Άμα όμως επιστρέφω από κανένα μέρος τύπου Μααστρίχτ (έτσι το λένε κανονικά αλλά μου φαίνεται αηδία και γω γουστάρω να το λέω Μάστριχτ και αυτό θα κάνω) τότε με το που πατάω εδώ ρίχνω μούντζες και θέλω να βάλω φωτιά. Αλλά μετά κοιτάω τον ουρανό και με ρίχνει πάλι η παλιόχωρα. 

Που λέτε. Γυρίζω πίσω, αρχίδια κρύο, ωραίος ήλιος ντάλα, θέλω να φιλήσω το πάτωμα. Είμαι πολύ χαρούμενη που ήρθα. Και με το που πατάω το πόδι μου στη χώρα, άρχισαν οι μαλακίες. Αμέσως όμως. Αφού μου ήρθαν γέλια. Δεν δούλευαν ούτε οι κυλιόμενοι διάδρομοι, ούτε οι κυλιόμενες σκάλες. Δεν είχε αυτόματο μηχάνημα να βγάλεις εισιτήριο για το τρένο, είχε μόνο ένα υπάλληλο και μια ουρά 20 ατόμων με το μετρό να φεύγει σε 2 λεπτά. Κάπου εκεί ομολογώ πως έβρισα λίγο αλλά και πάλι ήμουν χαρούμενη που ήρθα. Βγάζω το εισιτήριο, τρέχω προς τις σκάλες. 2 πατώματα να κατέβεις, δεν λειτουργούσαν οι κυλιόμενες. Εκεί έβρισα κανονικά, δυνατά. Μπήκα μέσα, έκατσα, έφυγε. Πρόλαβα. Ίδρωσα. Με κοίταζε ένας μαλάκας για να τον πάρει ο ύπνος. Θα είχα πρόβατα πάνω μου, δεν ξέρω. Μετά είχα δουλειές. Έπρεπε φτάνοντας να πάρω το αυτοκίνητο να πάω για να προλάβω. Το πήρα. Χαχαχαχα. Γελάστε. Γιατί δε γελάτε; Άκου πήρε το αυτοκίνητο. Παίρνω το αυτοκίνητο, ακόμα χαρούμενη που ήρθα, φτάνω σημειωτόν μέχρι την Ομόνοια, κλειστή. Πρεζάκια, ζόμπι, γριές, γέροι, παρανοημένοι, κουτσοί, στραβοί, τυφλοί, ανάπηροι και 580 αυτοκίνητα όλα στην Ομόνοια. Εκεί άρχισα να γελάω. Φανταστείτε πόσο χαρούμενη ήμουν που ήρθα. Τελικά πάρκαρα Εξάρχεια, σχήμα οξύμωρο αλλά εγώ πάρκαρα και νομιμότατα, και πήρα το μετρό. Ε ναι, που πας με το αμάξι; Εντάξει, για να προλάβω να μην τρέχω. Τελικά έτρεχα και γελούσα στο δρόμο. Αλήθεια. Είμαι παιδί της πόλης, τελείωσε. Μου αρέσει και ο κήπος, να τον τσαπίζω, να έχω την ησυχία μου αλλά τη γουστάρω και την πόλη. Δε μου αρέσει το σπρωξίδι, καθόλου, για την ακρίβεια δε θέλω να με ακουμπάνε καν, αλλά η πόλη μου αρέσει. Μετά, αφού συνάντησα ακόμα μερικά σάπια αποβράσματα γυρίζοντας προς το σπίτι, ανεβηκα στους 11 βαθμούς και ησύχασα. Ελλαδούλα, μπουρδέλο υπέρτατο, σ'αγαπώ.

(Κρατήστε αυτό που λέω και συγκρίνετέ το με το τι θα πει το στόμα μου όταν γυρίσω από Ολλανδία. Θα ξαναπάω στον κολλητό σε λίγο καιρό στον παράδεισο, φασισταριά και αρχίδια οι ολλανδοί ναι, αλλά το μέρος, συγνώμη, να με συγχωρείτε, δεν παλεύει, λιμνούλα με κύκνους και πουλιά από πάνω, βιβλιοπωλείο παλιά εκκλησία με πέτρα, συγνώμη κιόλας, συγνώμη, με συγχωρείτε, συγνώμη, συγνώμη. Τότε να δείτε πως θα μου φανεί όταν γυρίσω. Σα να έρχομαι στο Δελχί, εκεί θα πέσει βρίσιμο. Αλλά τώρα, μετά την Κύπρο, Ελλαδούλα λαβ φορ έβερ).

Δεν έγινε τίποτα εκεί, μην τα διαβάζει η κουμπάρα μου και στενοχωριέται, όχι, το κλανίδι κλανίδι, αφού όταν ανακοίνωνε η μαμά της οικογένειας (γιαγιά) τι θα μαγειρέψει και είχε μέσα τη λέξη "κρεμμύδια" ή "όσπριο" εγώ, η κουμπάρα και ο κουμπάρος, όπου και να καθόμασταν κι ό,τι και να κάναμε, πεταγόμαστε από τη θέση μας λες και ήμασταν συνεννοημένοι και φωνάζαμε όχι, όχι ρε γαμωτο, όχι! Η γυναίκα φυσικά δεν καταλάβαινε γιατί λέμε έτσι, ότι με αυτά θα κάνω χημικό πόλεμο και ρωτούσε με απορία στα μάτια "γιατί, δεν σας αρέσει;" Πως, πως, μας αρέσει, τι να της πεις; Τέλος πάντων. Πάει κι αυτό. Τα παιδάκια χάρμα, πόσο πολύ, πάρα πολύ τα αγαπώ, δεν μπορώ να περιγράψω. Νομίζω πως αν μου έλεγε η κουμπάρα μου "ξέρεις μωρέ, πάρ'τα, βαρέθηκα" δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να τα πάρω δικά μου. Κι ας είναι τρία. Πολύ τα αγαπώ. Όλους τους αγαπώ εκεί αλλά τα παιδιά σπάνε τα κοντέρ, τι να κάνω τώρα.

Που λέτε. Εντυπωσιάστηκα πάλι με την Aegean. Έχω κάνει πολλά ταξίδια με αεροπλάνο και έχω πια μέτρο σύγκρισης. Ξέρω πότε ο πιλότος είναι για φάπες, πότε γαμάει και δέρνει, βλέπω ρε παιδί μου τι γίνεται. Πρώτα απ' όλα, αφού πιάσαμε τον πιλότο, έχω να πω τα θερμά μου συγχαρητήρια μιας και βίωσα μία από τις καλύτερες προσγειώσεις που έχω ζήσει ποτέ. Εύγε και μπράβο του κι ας είχε μια ένρινη αμερικάνικη προφορά όταν έλεγε "Ειτζίεν", αφού γελούσα ψιλοδυνατά και με κοιτούσε ο διπλανός μου. Καλά, το αεροπλάνο ήταν τίγκα φαντάρους. Τα καημένα, σαββατοκύριακο, άδεια θα είχαν. Και ήταν όλα ήσυχα. Όλα. Δεν άκουγες φασαρία. Και είχα το μαλάκα πίσω μου. Πώς γίνεται να είναι ένας ο μαλάκας σε όλο το αεροπλάνο και να είναι πίσω μου δεν ξέρω. Ένας βλάκας μαλάκας χοντρός με μούσι τράγου, τι μαλάκας βλάκας ηλίθιος ήταν αυτός, 8 η ώρα το πρωί μας είχε σπάσει τον πούτσο να φωνάζει, να λέει για λεφτά, χρηματιστήρια και να βαράει την καρέκλα μου. Μαντέψτε. Δε μίλησα. Ναι εγώ. Έκανα μιάμιση ώρα, ολόκληρη, μία ώρα και μισή, υπομονή, δεν είπα τίποτα. Ήταν κι αυτό στο πλαίσιο χαίρομαι που επιστρέφω. Βαριόμουν κιόλας, νύσταζα, σκεφτόμουν ότι τιμωρούμαι για όσα έχω κάνει και τέτοια. Γιατί, τι έχεις κάνει; Α καλά. Σε αεροπλάνο; ΤΙΣ μαλακίες. 

Θυμάμαι παρέα, παλιά τώρα, μικρά ήμασταν, να πηγαίνουμε Λονδίνο στον κολλητό που σπούδαζε. Είχαμε φάει τα λυσσακά μας στο αεροπλάνο. Εγώ είχα κάνει το πλαστικό μαχαίρι σφεντόνα και εκτόξευα ένα καπάκι από μπουκάλι νερού (τότε μπορούσες να μεταφέρεις ό,τι σκατά ήθελες στο αεροπλάνο, πρόλαβα μέχρι και το κάπνισμα εκεί μέσα, μεγάλες στιγμές) το οποίο ζητούσα πίσω ευγενικά από τον κύριο ή την κυρία που προσγειωνόταν πάνω τους. Πώς σας φαίνεται; Μετά, μασούσα το φαΐ μου, το κρατούσα στο στόμα, έπαιρνα τη σακούλα του εμετού, υποκρινόμουν ότι κάνω εμετό και έδειχνα το περιεχόμενο στους φίλους μου. Και μετά γελούσα φυσικά. Τι άλλο έκανα; Α ναι. Πατούσα το κουμπί της καρέκλας μου να πεφτει να σηκώνεται να πέφτει να σηκώνεται, μπρος πίσω, το είχαμε βρει πολύ αστείο με την κολλητή μου και γελούσαμε, την ώρα που ο πίσω μου προσπαθούσε να φάει. Μία του κολλούσα στη μούρη το δίσκο μία του τον έπαιρνα, μιλάμε για πολύ μαλακισμένο. Κι ο άνθρωπος αυτός συγκεκριμένα, πρέπει να ήταν άγιος δεν το συζητώ, ήταν πάρα πολύ ψηλός ο άνθρωπος ο καημένος, τα γόνατά του έβγαιναν δίπλα μας και γω πάνω κάτω την καρέκλα, τον ανάγκαζα να κάνει σπαγκάτ, να του έρχεται ο δίσκος στο πηγούνι, να του φεύγει και αυτός δεν είπε ποτέ τίποτα. 3μιση ώρες εκεί μέσα πτήση να τα σπάμε και δεν είπε κανείς τίποτα. Αυτόν τον άνθρωπο δεν θα τον ξεχάσω, πολύ τον βασανίσαμε. Και ξέρετε τι ώρα τα κάναμε όλα αυτά; 4 το πρωί γιατί παίρναμε συνήθως πτήσεις τσάρτερ. Εκεί δηλαδή που όλοι ήταν με ρωγμές στα μάτια, εμείς είχαμε βγάλει πριόνια και κομπρεσέρ και βαρούσαμε. Αυτά θυμόμουν λοιπόν όσο ο μαλάκας,  βλάκας, ο ηλίθιος χοντρομπαλάς χτυπιόταν πίσω μου. Βέβαια, σκεφτομουν ότι αυτός δεν είναι 20 χρονών που ήμουν εγώ τότε, αλλά 50 και καλά θα κάνει να το μπουκώσει αλλά είπα, γάμησέ το.

Μου αρέσουν πάρα πολύ τα αεροπλάνα, πρέπει να το έχω ξαναπεί αυτό. Πολύ μου αρέσουν. Τα γουστάρω τρελά. Και δε φοβάμαι. Τι να φοβηθώ; Ακούστε να το ξέρετε να μη φοβάστε και σεις. Αν γίνει κάτι και πέσει το αεροπλάνο, δε θα προλάβετε να καταλάβετε τίποτα. Θα πεθάνετε τσάκα τσάκα. Χαμπάρι δε θα πάρετε. Είναι τόσο μεγάλη η πίεση, που το μυαλό σας θα κολλήσει στο ταβάνι και θα χαιρετήσετε, οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάστε. Τώρα, άμα προσκρούσει σε κανένα βουνό, αυτό ναι, είναι πρόβλημα. Γιατί κι εκεί θα πεθάνετε αλλά αργά και βασανιστικά. 
Εγώ πάντως δε φοβάμαι. Και θέλω πάντα παράθυρο. Κολλάω τη μύτη μου και μένω εκεί να χαζεύω. Ακουμπάς και το κεφάλι σου άμα θες να κοιμηθείς, βολεύει γενικά, είναι και πανέμορφη η θέα, πολύ μου αρέσει. Αυτή τη φορά, καθόμουν στην έξοδο κινδύνου. Να την προτιμάτε γιατί είναι πιο φαρδύς ο διάδρομος εκεί και χωράνε τα πόδια σας καλύτερα. Αλλά. Μπάζει κρύο. Όχι πάντα, δεν ξέρω αν έτυχε, πάντως θυμάμαι μια φορά ότι από κει έμπαζε κρύο. Μπορεί να ήμουν και σε μπακατέλα αεροπλάνο με μανιβέλα και να επιζήσαμε τυχαία, δεν ξέρω, πάντως έχω την αίσθηση ότι από κει μπάζει λίγο. Αλλά είναι πιο άνετα. Διάλεξα λοιπόν αυτή τη θέση, παράθυρο φυσικά, μπήκα, στρώθηκα, κόλλησα μύτη. Με βαρούσε όμως ο βλάκας από πίσω και δε με άφηνε στην ησυχία μου να κοιμηθώ που ήθελα, οπότε άρχισα να κοιτάω, να διαβάζω τα περιοδικά, να βλέπω γύρω μου. Δίπλα μου καθόταν ένας φαντάρος. Νύσταζε ο καημένος και φαινόταν και συνεσταλμένος. Άμα βλέπω συνεσταλμένους ανθρώπους, με πιάνει τρελά να κάνω μαλακίες, δεν το σκέφτομαι, είναι αυτόματο. Οπότε, εκεί που χάζευα, κοίταξα την έξοδο κινδύνου. Είχε κολλημένες οδηγίες στην καρέκλα μπροστά μου και πάνω στην ίδια την έξοδο. Τις κοιτάω, τις ξανακοιτάω, ήταν λίγο γκάο (γραμματική κατάσταση αναλφάβητων οπλιτών - σας εντυπωσίασα; αυτό σημαίνει το γκάου που λέμε), τελικά αντιλήφθηκα ότι άμα γίνει μαλακία και είναι να πέσει το αεροπλάνο, εγώ θα σώσω το μισό αεροπλάνο. Και ο βλάκας ο μπουχέσας πίσω μου γιατί κι αυτός είχε πόρτα. Ναι καλά. Εγώ θα το έσωζα, τελείωσε. Άρχισα να διασκεδάζω με την ιδέα, έκανα πιο πίσω να δω καλύτερα τα σχέδια, με πήρε χαμπάρι ο διπλανός. Τι έπρεπε να κάνω λοιπόν. Έπρεπε να βγάλω ένα καπάκι στο πάνω μέρος της πόρτας, να το πετάξω δίπλα μου, στα μούτρα του διπλανού μου ή της άλλης που καθόταν στο διάδρομο, μετά έπρεπε να πιάσω την πόρτα με το ένα χέρι σε κείνο το σημείο που βγάζοντας το καπάκι είχε εμφανιστεί ένα χερούλι και με το άλλο χέρι το άλλο χερούλι που είχε κάτω. Αφού την έπιανα, έπρεπε να τη στρίψω, να τη βγάλω και να την πετάξω έξω από το αεροσκάφος. Άρχισα να διασκεδάζω περισσότερο. Μιλάμε δεν υπάρχουν αυτά που θα έκανα. Κοιτάω έξω από το παράθυρο. Ήταν το φτερό. Απορία: δε θα έκανε γκελ η πόρτα πάνω στο φτερό να μας έρθει καπέλο; Και στα αρχίδια μας, σκέφτηκα, εδώ πέφτουμε. Αφού λοιπόν εγώ η ηρωίδα έκανα όλα αυτά, θα βγαίναμε οι μισοί έξω από το αεροσκάφος.

Και μόλις σας απέδειξα ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα σωτηρίας αν γίνει κάτι σε αεροπλάνο. Μα είστε σοβαροί; Είναι δυνατόν εγώ να βγάλω την πόρτα και να την πετάξω έξω; Με τέτοια πίεση; Και τι φαντάζεστε; Ότι το αεροπλάνο θα έχει παρκάρει σε κανένα σύννεφο, όλοι μέσα θα είναι ψύχραιμοι και θα είμαι γω με άλλους 7 βλάκες να βγάζουμε τις πόρτες ήσυχα ήσυχα; Πλάκα κάνουμε; Το αεροπλάνο πρώτα απ'όλα θα μπατάρει, θα κουνιέται, θα τραντάζεται, ενδεχομένως να έχει ανοίξει και τρύπα. Εκτός αυτού, όλοι, ή οι περισσότεροι τουλάχιστον θα κάνουν σαν τρελοί, θα ουρλιάζουν, θα σπρώχνονται άμα δουν πόρτα, να πάνε που, δεν ξέρω. Ο μπουχέσας πίσω μου θα μιλάει ακόμα για λεφτά ή θα έχει κατουρηθεί πάνω του και θα είναι ανήμπορος να αντιδράσει. Ίσως μόνο να λέει με κείνη την απαίσια προφορά που είχε -γιατί δεν του έφτανε η μαλακία του, μιλούσε και αγγλικά- θέρτι θάουζαντ φάιβ χάντρεντ και ωραία το είπα, χειρότερα τα έλεγε. 

...Ξέχασα να πω ότι έξω είχε -56 βαθμούς Κελσίου. Πιστεύετε ότι θα επιζούσε κανείς ή θα μπορούσε να αναπνεύσει; Εκτός βέβαια αν συναντούσε τη γιγαντιαία φασολιά του Τζακ και γατζωνόταν πάνω στα φύλλα της.

Σκορπάω την ελπίδα ώρες ώρες, το ξέρω.

Αυτά σκεφτόμουν και διασκέδαζα. Ο διπλανός κοίταζε λοξά γιατί κουνιόμουν και χαμογελούσα, μπορεί να φοβόταν ότι είμαι κουνημένη και σου λέει κάτσε να έχω το νου μου. Εμένα λοιπόν με έπιασε να δω τι θα γίνει με την πόρτα, πόσο εύκολα βγαίνει συν ότι ήρθε το αυτόματο πείραγμα συνεσταλμένου. Πήρα θέση λοιπόν προς την πόρτα κι έβαλα το χέρι μου στο καπάκι. Μετά το έβγαλα. Ο τύπος είχε γυρίσει. Σοβαρη εγώ. Πήγα λίγο κοντά στα σχέδια, ψιλοεπιδεικτικά, τα κοίταξα ξύνοντας το σαγόνι μου, έκανα πίσω και ξανάπιασα την πόρτα. Το καημένο το φανταράκι πρέπει προς στιγμή να το άγχωσα. Τελικά, αφού διασκέδασα για λίγο, παράτησα την πόρτα και προσπάθησα να κοιμηθώ. Δε μπορούσα όμως γιατί φώναζε ο ηλίθιος θέρτι θάουζαντ εντ φάιβ χάντρεντ.

Μετά αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Από κείνο το σημείο άρχισα να εκτιμάω τον πιλότο. Ο τύπος ήταν της πολεμικής αεροπορίας, σίγουρα. Κόντεψε να το γυρίσει ανάποδα. Μία σύννεφα έβλεπα, μία νερό. Αφού είχε στροφές τι να κάνει ο άνθρωπος; Για 25 Μάρτη θα το πέρασε, σκέφτηκα και γέλασα. Πολύ καλός όμως. Κατεβαίνει, φανταστική προσγείωση, τα είπαμε. Πάω να πάρω βαλίτσες. Και δω έρχεται η ερώτηση.

Πώς γίνεται πάντα μα πάντα οι πρώτες βαλίτσες που βγαίνουν δεν είναι κανενός; Ή να το θέσω αλλιώς. Γιατί πάντα μα πάντα βγαίνουν πρώτες οι βαλίτσες αυτών που θα βγουν τελευταίοι και είναι στ' αρχίδια τους; Πάμπολες φορές έχω δει να βγαίνουν πρώτες βαλίτσες που σέρνονται και κωλοχτυπάνε στο διάδρομο επί μισή ώρα και κανείς δεν τις παίρνει. Εγώ εντωμεταξύ ευχόμουν να βγει γρήγορα η δική μου γιατί είχα δει τα δρομολόγια του τρένου και είχα περιθώριο μόνο ένα τέταρτο. Αλλιώς μετά θα έπρεπε να περιμένω μισή ώρα. Βγαίνουν λοιπόν οι πρώτες βαλίτσες του κανένα και μετά αρχίζουν τα λουκάνικα. Τα ποια; Τα λουκάνικα ρε σεις. Φαντάροι στο αεροπλάνο; Οι τσάντες τους είναι και λέγονται λουκάνικα. Κι αρχίζουν τα λουκάνικα. Να βγαίνουν λουκάνικα και να βγαίνουν λουκάνικα, ω ρε πούστη εγώ, τη γαμήσαμε. Τελικά, κάπου κει μέσα στα λουκάνικα, ήρθε και η δική μου και άρχισα να τρέχω. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία που ήδη αφηγήθηκα. 

Υ.Γ. Καλά, μιλάμε, είδαμε στην Κύπρο με τον κουμπαρούλη και τα παιδάκια, τον Γάτο Σπιρουνάτο (Puss in Boots). Ο ελληνικός τίτλος βλακεία αλλά παιδιά, ΤΑΙΝΙΑΡΑ!! Και το είδα και στα ελληνικά! Πολύ μου άρεσε! Πρώτα απ'όλα τα πιτσιρίκια, όλα εκεί μέσα, έκαναν τουμπεκί ψιλοκομμένο. Κι όταν τα πιτσιρίκια δε βγάζουν κιχ, σημαίνει ότι τους έχει συνεπάρει αυτό που βλέπουν. Ο γάτος γάμησε κι έδειρε. Είναι αυτός του Σρεκ. Τον αγαπώ. Δείτε το όπως είστε και σε ντόλμπι. Μίου.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Βρέχει πολύ ύπνο στην Κύπρο.

Πρώτα απ' όλα Καλή Χρονιά σε όλους. Εύχομαι η νέα αυτή χρονιά να είναι τουλάχιστον εξαιρετική για όλους. Εγώ είμαι Κύπρο. Με το που έφτασα έπεφταν καδρόνια, δεν έβρεχε απλώς. Όταν με πήρε ο κουμπάρος από το αεροδρόμιο, με τους υαλοκαθαριστήρες τέρμα, τραγουδούσαμε το βρέχει φωτιά στη στράτα μου. Μερικές μέρες μετά, έβαλαν το ίδιο άσμα σε εστιατόριο που τρώγαμε το καταπέτασμα. Έχω να σας πω ότι στα εστιατόρια της Κύπρου τρως τον άμπακο και το δυο βόδια για γλυκάκι. Μιλάμε δεν αντέχω άλλο φαΐ. Αλλά πεινάω, τι να κάνω;

Τέλος πάντων. Πολύ βροχή, πολύ φαΐ. Η βροχή τελείωσε, τώρα έχει ζέστη. Ζηλέψτε. Αχ ζεστούλα.. μμμμ.. ζεστουλίτσα, έχει έναν ήλιο... τέντα, τέρμα, σούζα. Πω πω πω πω πω τι ήλιος λαχταριστός είναι αυτός. Μπορεί όταν ήρθα να συγχύστηκα που έφυγα από την Αθήνα με ήλιο και ήρθα εδώ κι έβρεχε ντομάτες και πατάτες ενώ θα έπρεπε να έχει ζέστη να κάνουμε τα μπάνια μας, αλλά το αποδέχτηκα, τραγούδησα κιόλας για πάρτη του και τώρα απολαμβάνω. Βέβαια, έχει πολλή υγρασία, είναι βαρύ το κλίμα και νυστάζω συνέχεια. Μιλάμε δεν παίζει. Την πρώτη μέρα, που έβρεχε πολύ, δεν υπήρχε αυτό που κάναμε. Σηκωνόταν ο ένας και έπεφτε ο άλλος όλη μέρα. Σηκώνομαι εγώ το πρωί, κάνω πρωινό, τρώω 75 πανκέικς, ξυπνάει η κουμπάρα, πάω για ύπνο. Σηκώνομαι, πάνε όλοι οι υπόλοιποι για ύπνο, τρώω. Σηκώνονται, πίνουν καφέ, πάω για ύπνο. Κατά το βράδυ συναντηθήκαμε όλοι μαζί. Οι μισοί παίζαμε τουίστερ και οι υπόλοιποι γελούσαν. Πλάκα είχε.

Δεν ξέρω από που ν' αρχίσω. Έχω και δύο πιτσιρίκια δίπλα μου, ένα δεξιά κι ένα αριστερά και φοβάμαι μην ρίξουν ματιά σ' αυτά που γράφω και μετά πάνε στη μάνα τους κι αρχίσουν "μαμά, μαμά, η νονά έγραφε πούστης και μαλακίες στο κομπιούτερ σου!!!" γιατί τότε δε θα με ξεπλένει ούτε το λιβυκό πέλαγος. Τέλος πάντων, τα έσπρωξα να φύγουν και τους είπα ότι δεν τα θέλω δίπλα μου αλλά αυτά έκατσαν. Τώρα ήρθε και το τρίτο κι έκατσε σχεδόν πάνω μου και είπε και το φανταστικό "εδώ με βολεύει". Τι να πεις. Άμα υπάρχει αγάπη έτσι είναι τα πράγματα. Που λέτε. Κάτσε γιατί έχω κάτι χεράκια και κάτι ποδαράκια παντού, μισό λεπτό να βολευτούμε και θα σας πω. Βασικά αυτά παίζουν κάτι νιντέντο που τους έφερε ο Αη Βασίλης οπότε και ελάφια να παίζουν πόκερ να είχα στον υπολογιστή δεν νομίζω να έδιναν σημασία. Όχι θα έδιναν άμα είχα τέτοια πράγματα αλλά λέμε τώρα.

Κάτσε ρε παιδί μου, έχω ένα χεράκι στα νεφρά μου γριά γυναίκα, θα με πιάσει κατούρημα, κάτσε να τα διώξω, περίμενε. .......... Τα κατάχεσα αλλά αυτά γελάνε και έπεσαν χειρότερα πάνω μου. Τέλος πάντων, θα συνεχίσω όπως όπως.

Τη φάση με το πριν φύγεις ταξίδι που πρέπει να φας ό,τι έχεις στο σπίτι για να μη χαλάσουν την ξέρετε υποθέτω έτσι; Εγώ κόντεψα να ξερασω στο αεροπλάνο με τόσα που είχα φάει. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνο να τα φας, είναι πως να τα συνδυάσεις να τα φας άμα έχεις ένα μαρούλι, ένα γιαούρτι, τρία καρότα, 2 ντολμαδάκια, φακές, φέτα, μπανάνες και σκουμπρί; Α, και 3 αυγά. Κάνεις μια ομελέτα με όλα μέσα, το γιαούρτι το τρως σε άσχετη φάση, φτιάχνεις πανκέικ με τις μπανάνες και μετά είσαι σαν 6 μηνών, κλάνεις ασύστολα και θες να ξεράσεις.

Έχω να σημειώσω εδώ πως εντυπωσιάστηκα με την Αεγέαν (Aegean). Ότι τη συμπαθώ σαν αεροπορική τη συμπαθώ αλλά τώρα τη συμπάθησα περισσότερο. Εγώ έκλεισα το εισιτήριο μέσω ίντερνετ όπως συνηθίζω. Είχα την επιλογή να διαλέξω γεύμα και επέλεξα χορτοφαγικό γιατί την έχω δει να μην τρώω κρέας τον τελευταίο καιρό. Βέβαια δεν πίστεψα ποτέ ότι θα έχω το χορτοφαγικό γεύμα που ζήτησα. Όταν μπήκαμε στο αεροπλάνο, είχα τρελή νύστα γιατί φυσικά, μα φυσικά, είχα ξυπνήσει ξημερώματα έτσι, επειδή ο Μέρφυ είναι πούστρα και καριόλα κι έβαλε μια κωλόγρια από κάτω να τερματίσει τον ήχο της τηλεόρασης 7 το πρωί και μετά την καμπάνα να βαράει σα να γιορτάζει την απελευθέρωση από τους Τούρκους, τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βίκινγκς μαζί, σε συνδυασμό του τέλους της πυρηνικής επίθεσης από τους εξωγήινους. Οπότε σηκώθηκα. Με τα μάτια νυσταγμένα και βαριά λοιπόν, μπαίνω στο αεροπλάνο μυρίζοντας ντιούτι φρι, είχα πάνω μου γκούτσι, μπούρμπερι, σανέλ και κανά δυο τρεις έξι εφτά ακόμα μάρκες αρωμάτων, ήμουν ένας κινητός χημικός πόλεμος με λίγα λόγια, ε και με τόσο άρωμα, είχα νυστάξει περισσότερο. Έκλεισα λοιπόν τα ματάκια μου και κει που άρχισα να βλέπω όνειρο ακούω την αεροσυνοδό να ρωτάει τη διπλανή μου "είναι η κυρία (επίθετο);" Ένα θαυμαστικό άναψε στη συνείδησή μου, μέχρι εκεί μπορούσα να αντιδράσω και άνοιξα το ένα μου μάτι. Το αριστερό. Από την πλευρά της. Γυρίζω την κοιτάω. "Έχετε παραγγείλει χορτοφαγικό γεύμα;" μου λέει γλυκά. "ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ!" σκέφτομαι εντυπωσιασμένη, τι τεχνολογία είναι αυτή, πω πω, κοίτα να δεις ρε συ, μπράβο δηλαδή, της χαμογελάω, ανοίγω και το άλλο μάτι, λέω ναι και το παίρνω. Πσσσ, μιλάμε, μπράβο. Και το δικό μου ήταν καλύτερο από το μίζερο μπιφτεκάκι που μπουκώθηκαν οι άλλοι. Μόνο στο γλυκό λίγο τα χαλάσαμε αλλά εντάξει, κομποστούλα για τη γριούλα, οκ μωρέ. Όλα ωραία. Και μετά άρχισε να βρέχει. Και βλέποντας τους κεραυνούς από το παράθυρο, κοιμήθηκα.

Η νέα χρονιά με βρήκε στο σπίτι της κουμπάρας, να κλάνω, να την ψήνω να παίξουμε χαρτιά -δε γίνεται αυτό, αυτή θέλει πάντα να παίξει- και να κυνηγάω με μια πετσέτα της κουζίνας μια μαστουρωμένη μύγα που μπήκε στο σπίτι. Α. Με βρήκε επίσης να έχω δύο ποτά μπροστά μου και γι' αυτό είπα στον κουμπάρο την ώρα που έκοβε την πίτα, να κόψει κι ένα κομμάτι του αλκοολικού.

Αυτό με το κλανίδι, δεν υπάρχει, ακόμα υποφέρω. Αλλά γελασα πολύ όμως. Πέφτουμε να κοιμηθούμε, εγώ και η κουμπάρα. Παραθέτω το διάλογο. Στις παρενθέσεις η εικόνα.

Κουμπάρα: θες να βάλουμε ένα φωτάκι στο δωμάτιο να κλείσουμε την πόρτα;
Εγώ: μπα, όχι μωρέ, τι να δούμε;
Κουμπάρα: άμα σηκωθείς το βράδυ να μην πέσεις και σκοτωθείς.
Εγώ: τι, φοβάσαι αντί να πάω στο μπάνιο μην βγω στο μπαλκόνι για κατούρημα;
Κουμπάρα: (γέλια) ..φαντάζεσαι μαλάκα να κατουρήσεις στο μπαλκόνι; Βρέχει κιόλας.
Εγώ: (γέλια) θα βλέπω τουλάχιστον, θα έχει φως από τις αστραπές.
Εγώ+κουμπάρα: (γέλια).
Εγώ: (πλαινή θέση, κλάνω αθόρυβα)
Κουμπάρα: ...έκλασες ρε μαλάκα;
Εγώ: (γέλια-τραντάζω κρεβάτι).. ναι, αλλά επειδή ήταν αθόρυβη είπα να μην το πω μπας και περάσει ντούκου.
Κουμπάρα: (μπόχα)..πω πωωωω μαλάκα... 
Εγώ: (γέλια) ...μην κουνιέσαι ρε μαλάκα... (γέλια)
Κουμπάρα: (βρώμα παντού)... πωωωω... γυρίζω, θα μου χαλάσεις την πρόσοψη.. (αλλάζει πλευρό)
Εγώ: (γέλια)
...... (μερικά ήσυχα λεπτά - εκεί που νομίζεις ότι όλα τελείωσαν..) ......
Εγώ: ΠρρΡΡΡΡρρρρ...!! (γέλια -πολλά γέλια - τρελό τράνταγμα)
Κουμπάρα: (έχει μακρύνει ο λαιμός της 20 πόντους, προσπαθεί να αποφύγει το χημικό πόλεμο) ...πω πω τι να κλείσουμε την πόρτα, μαλακία είπα, θα πεθάνουμε..
Εγώ: (γέλια) ... πρρρΡΡΡΡ!!
Κουμπάρα: (γυρίζει ελαφρώς προς το μέρος μου σοβαρή) ..να σου πω..
Εγώ: (γέλια - γέλια - γέλια).. έλα..
Κουμπάρα: (σοβαρή) ..εκεί που πας και κάνεις λέιζερ, πες στην κοπέλα να σου εφαρμόσει ένα ελατάκι να ησυχάσουμε..
Εγώ: (Ουρλιαχτά γέλιου)
Κουμπάρα: ..σκάσε ρε μαλάκα, θα τους ξυπνήσεις όλους..
Εγώ: (Χαμηλόφωνα ουρλιαχτά γέλιου)

Μετά σταμάτησε ο κώλος μου και κοιμηθήκαμε. Αυτά. Νεότερα προσεχώς.

(σ.σ. Ελατάκι για όποιον δεν κατάλαβε, εννοοούσε η κουμπάρα αυτό που βάζουν στα αυτοκίνητα να μυρίζουν όμορφα, προέρχεται από παλαιότερο αστείο μεταξύ μας, πάλι εν ώρα ασύστολου κλανιδίου που της ήρθε φλας και μου είπε να βάλω ένα ελατάκι στη θήκη -το διπλό ύφασμα- που έχουν τα γυναικεία βρακιά από κάτω. Κόντεψα να πάθω έμφραγμα από τα γέλια τότε θυμάμαι.)