Σάββατο 30 Ιουνίου 2007

Φωτιά (Παρά)Φύση.

Δεν σκούπισα σήμερα τη βεράντα μου. Κι ούτε πρόκειται. Γιατί να σκουπίσω; Αφού έχει κάτι δεντράκια στο πεζοδρόμιο από κάτω. Θα τα κάψουν κι αυτά, θα πετάξουν οι στάχτες και θα μου λερώσουν πάλι τη βεράντα μου. Θα μου πεις, να αφήσω τη βεράντα βρώμικη; Σωστά. Ας χαλάσω καμιά 150αριά λίτρα νερό να καθαρίσω κι όταν με το καλό κάψουν και τα δεντράκια από κάτω, χαλάω άλλα 150 λίτρα. Αυτό είναι το θέμα; Ποιο είναι; Γιατί; Τι έγινε; Εγώ να είμαι καλά! Πήρα και το μεγαλύτερο τζιπ της αγοράς χτες, καίει τον κώλο του σου λέω... τι; σιγά μην πάρω μετρό και τρόλεϊ! Για ποιον με πέρασες;; Έχει και λίγη ζεστούλα με τη γαμοφωτιά, άνοιξα και τα 6 air condition που έχω... τι; Να κάτσω σε ένα δωμάτιο;; Χαχαχαχα τι είναι αυτά που λες; Θα τα ανοίξω όλα γιατί θέλω να είμαι ελεύθερος στο σπίτι μου μέσα... ποιο περιβάλλον, χέσε με! Άμα είχα πισίνα θα τη γέμιζα κι αυτή! Αφού κάνει τόση ζέστη!! Άσε, έχω να πάω και σε ένα παρτάκι το βράδυ, ελπίζω μόνο να έχει κατακάτσει η σταχτίλα γιατί θα βάλω άσπρα και λερώνει. Μα τι πράμα κι αυτό;

Γαμώ το σπίτι σας. Γαμώ τους ανθρώπους, γαμώ την ψυχή σας, γαμώ τη ζωή σας, το μυαλό σας, γαμώ την κοινωνία, γαμώ τον χειρότερο ιό της φύσης, τον άνθρωπο. Κάψτε τα όλα ρε κωλάθρωποι. Όλα. Μην αφήσετε τίποτα. Τίποτα ρε γαμημένοι. Τίποτα!! Και όταν πάτε να χτίσετε, τα άλλα τα βρωμερά υποκείμενα, αντί να κάνουν αναδάσωση, θα σας αφήσουν. Θα σας δώσουν και νεράκι και ρεύμα και ό,τι χρειάζεστε. Αλλά χαίρομαι μόνο για ένα πράγμα. Που στην επόμενη βροχή, το νερό θα πάρει το σπίτι σας και θα το στείλει στον αγύριστο. Σκέτη απόλαυση! Γαμημένοι κωλάθρωποι όλοι σας. Μου γαμάτε τις ελπίδες ρε σκατάδες! Θέλω να πάτε στον αγύριστο, θέλω το κάρμα σας να μαυρίσει όπως ακριβώς αυτά που γαμήσατε, ζώα και φυτά, θέλω να τιμωρηθείτε και να πονέσετε όσο πονάει η φύση που γαμάτε γαμημένοι κωλάθρωποι, ασυνείδητοι ξεκωλιάρηδες!

Ρε γαμώ την ψυχή σας, από τι είστε φτιαγμένοι ρε; Ξέρετε; Από τη φύση ρε αποβράσματα. Όταν γαμάτε τη φύση γαμάτε τον ίδιο σας τον εαυτό. Αυτό το ξέρατε; Όχι. Επειδή είναι ακόμα γαλάζιος ο ουρανός συνεχίζετε την καφρίλα; Άμα ήταν μωβ κι αρχίζαμε να πίνουμε τα ούρα μας θα σας έκοβε; Έρχεται μαλάκες! Μόνο που τότε, δε θα μπορείτε να κάνετε τίποτα. Τώρα είναι η ώρα για δράση μύκητες, βδελυρά υποκείμενα, λάθη της φύσης. Αλλά δε σας νοιάζει. Σας μισώ από τα βάθη της καρδιάς μου λοιπόν. Έχω αυτό το δικαίωμα. Εσείς γαμάτε τη φύση κι εγώ σας μισώ. Μου κόβετε τη ζωή σάπιες υπάρξεις, το καταλαβαίνετε; Χεστήκατε! 500 ελάφια στην Πάρνηθα σας ενόχλησαν; Τόσα άλλα ζωάκια, χορταράκια, πουλάκια, μαμουνάκια που χάθηκαν, σας έμπαιναν στο μάτι; Σας μίλησαν άσχημα; Σας πρόσβαλαν; Ε γαμημένοι; Γιατί δεν τα αφήνετε ήσυχα και αυτά και μας που δε θέλουμε άλλη σκατίλα; Πώς να κάνω όνειρα ρε μαλάκες με σας να γαμιέστε; Με τι δύναμη να παλέψω; Για ποιο λόγο να προσπαθήσω για οτιδήποτε; Γιατί να κάνω παιδιά; Γιατί να νοιάζομαι; Για να ξεχωρίσω; Για να γίνω γραφική και να γελάτε μαζί μου; Γιατί; Γιατί δεν πάω σε ένα βουνό να περιμένω να πεθάνω; Αυτό θέλετε όμως ε; Βρωμεροί ξεκωλιάρηδες πιστεύετε στο θεό Χρήμα κι αυτό έχει σημασία. Οι φαρδιές κωλάρες σας θέλετε να φαρδύνουν κι άλλο. Αλλά ό,τι και να λέμε βερεσέ. Χρήμα θεέ, μεγάλε και τρανέ. Βρωμερά σκατά, τα παιδιά σας δεν τα σκέφτεστε; Όχι, γιατί έχετε καβατζάρει ένα στρέμμα στον Άρη ή γιατί είστε από τους «έλα μωρέ τώρα!» τύπους. Μήπως τελικά, θα μπορούσατε να πεθάνετε σας παρακαλώ; Σας παρακαλώ. Βρείτε την τσίπα που σας λείπει, γαμημένα άλιεν, ξεφτιλισμένοι μύκητες της φύσης και της Γης, και πεθάνετε.

Πρώτα από όλους όμως, φτύνω τους υπόλοιπους. Εμάς. Πάμε κάθε 4 χρόνια εδώ και τόοοοοσα χρόνια, ψηφίζουμε τα ίδια και τα ίδια, ψάχνουμε για μέσον, καβατζωνόμαστε άμα βρούμε, άμα δε βρούμε βρίζουμε και μετά ξαναψάχνουμε, μας ενδιαφέρει μόνο η πάρτη μας, τα ξέρουμε όλα, πιστεύουμε ό,τι μας αρέσει, βρωμίζουμε τον τόπο, ο «σταρχιδισμός» και ο «ελαμωρετωρισμός» είναι το ευαγγέλιό μας, κοιτάμε ποιος έχει το μεγαλύτερο τζιπ, ποια έχει τα μεγαλύτερα βυζιά, κάνουμε κόντρες με το καινούριο μοτόρι κι άμα μας κάτσει και κανά πιπίνι, είμαστε ευτυχισμένοι, και πέρα βρέχει. Η απάντηση; «Τόσες γενιές επέζησαν, κάτι θα γίνει και θα σωθεί η ανθρωπότητα». Αυτό το πιστεύω και γω. Επειδή έχω δει το Μαντ Μαξ. Μόνο που δε μου αρέσει εκείνη η πραγματικότητα. Και φυσικά δε θα την προλάβω. Το ξέρω. Δε λέω καταστροφολογίες τόση ώρα. Την πάσα αλήθεια λέω. Αυτή που βλέπω, αυτή που υπάρχει. Αλλά εμάς, άμα δεν μας το πεις ένα εκατομμύριο φορές, δεν καταλαβαίνουμε. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Μαλάκας. Δε σκέφτεται παραπέρα. Μπορώ να γαμάω; Λέει. Μπορώ. Τελείωσε. Ρε μαλάκες, εμείς μπορεί να πεθάνουμε πίνοντας νερό. Μπορεί. Λέμε τώρα. Αλλά τα παιδιά του κόσμου, που γεννιούνται και μεγαλώνουν, τι φταίνε που θα βλέπουν σε φωτογραφίες τις πηγές και τα ποτάμια; Δε σας νοιάζει. Εγώ όμως δε θέλω να τους κάνω τέτοιο δώρο. Τι λογική είναι αυτή; Να σώσω το τομάρι μου κι ας πεθάνει το παιδί μου; Ας σωθώ εγώ και ας βρει την άκρη η επόμενη γενιά; Έτσι μάθατε; Έτσι πιστεύετε; Μάθετε πως αυτή τη στιγμή στον κόσμο, μαίνονται πάνω από 15 πόλεμοι. Μάθετε πως 246 εκατομμύρια παιδιά δουλεύουν σαν εργάτες ή πόρνες ή είναι δούλοι. Τα 73 εκατομμύρια είναι κάτω των 14 ετών. Μάθετε πως οι πάγοι στους πόλους λιώνουν με τρομακτικές ταχύτητες. Μάθετε πως σε λίγα, πολύ λίγα χρόνια, όλο αυτό το νερό που λιώνει, δε θα το ρουφήξει κανείς, παρά θα έρθει και θα βυθιστούν κάποιες παραθαλάσσιες περιοχές σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης, της Κρήτης κλπ. αν νομίζετε ότι μιλάμε μόνο για περιοχές εξωπραγματικές που δε θα σας ακουμπήσουν ποτέ. Ξέρετε τι σημαίνει απερήμωση; Είναι το υπέροχο αυτό φαινόμενο που μετατρέπει τη γόνιμη γη σε έρημο. Σε περιοχές της γης, η έρημος εξαπλώνεται κατά 4000 τετ. μίλια ετησίως. Η ζέστη τα κάνει όλα ηλίθιοι. Λιώνουν οι πάγοι, ξηραίνεται η γη κι εσείς παίρνετε την αμαξάρα σας, ανοίγετε όλες τις ηλεκτρικές συσκευές και δε σας νοιάζει τίποτα. Η ΔΕΗ το ξέρετε ότι αμολάει τόσες εκπομπές αερίων που είναι στις πρώτες θέσεις μόλυνσης του πλανήτη παγκοσμίως ; Ανάψτε τα όλα κι αφήστε τα αναμμένα. Οι βιομηχανικές μονάδες, τα μέσα μεταφοράς και μεις οι μαλάκες φταίμε για την αύξηση της θερμοκρασίας. Από το 1950 η μέση αύξηση θερμοκρασίας του πλανήτη, ανέρχεται από μισό μέχρι 2 βαθμούς. Οι δασικές εκτάσεις μειώνονται κάθε χρόνο 2%. Κάποιες χώρες, έχουν χάσει πάνω από το 60% των δασών τους. Στον Αμαζόνιο κόβουν τα δέντρα και μεις καίμε τους θάμνους που απέμειναν. Οι μεγάλοι δε νοιάζονται, έχετε αφεθεί στις αγκάλες τους, αράξτε. Μη νοιάζεστε.

Σας ζηλεύω ρε πούστη μου! Κοιμάστε άνετα το βράδυ, δε σκέφτεστε τίποτα και ο κόσμος γαμιέται. Άντε βλέπετε και κανένα ντοκιμαντέρ, λέτε «πω πω τσουνάμι», ή «πω πω πλυμμήρες» και ξανακοιμάστε. Ουρλιάζουν χτυπιούνται φωνάζουν οι οικολόγοι, είναι γραφικοί, έλα μωρέ τώρα. Σας δείχνουν τους πάγους να λιώνουν, τις λεζάντες από πάνω κοιτάτε: "Σε λίγο: Γιατί η Σουζάνα Τσίρκου έσκισε την κυλότα της στο κέντρο που τραγουδούσε". Γάμα τα. Να σας πω κάτι; Έχετε χάσει ένα επεισόδιο πολύ βασικό. Στο ίδιο σπίτι μένουμε όλοι. Και στο ίδιο σπίτι συμβαίνει αυτό. Κι εσείς το ζείτε, αλλά δεν το βλέπετε. Είναι γιατί το κακό ξεκίνησε από την κουζίνα. Θα έρθει και στο υπνοδωμάτιο και θα σας βρει στον ύπνο. Και ξέρετε κάτι; Καλά θα σας κάνει. Εμείς οι υπόλοιποι που δεν τα γουστάρουμε όλα αυτά, τι φταίμε; Καί δυστυχισμένοι είμαστε έτσι που σκεφτόμαστε, καί δεν κοιμόμαστε καλά, καί θα μας πάρει η μπάλα. Τι να κάνουμε; Να βγούμε έξω με ένα γκάνι και να αρχίσουμε; Όχι, δεν είναι σωστό. Δε φταίνε τα πρεζάκια. Γιατί πρεζάκια είμαστε όλοι. Θέλουμε κι άλλο κι άλλο. Κατανάλωση με θολωμένο μυαλό. Και πρεζέμπορες οι πραγματικοί υπεύθυνοι. Αυτοί που τα προκαλούν και αυτοί που αφήνουν να συμβαίνουν όλα αυτά. Αλλά αυτοί είναι για να μας δίνουν τα υλικά. Καπιταλισμός. Αγαθά. Τα έχουμε όλα ανάγκη. Όχι απλότητα, δε ζούμε στο Μεσαίωνα, σε παρακαλώ. Στον 21ο αιώνα ζούμε. Αντί φυματίωση, έχουμε aids. Αντί λέπρα, έχουμε καρκίνο από την παιδική ηλικία. Δεν τρέχει τίποτα. Εξέλιξη το λένε.

Άντε, πες όμως, πως σε κάποια φάση το παίρνετε χαμπάρι και βλέπετε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ανθίζουν οι πασχαλιές το Φλεβάρη, καύσωνας τον Ιούνη, κανένα δέντρο δεν υπάρχει πέρα από κάτι θάμνους στην Πατησίων που ποτίζονται από κάτουρα, οι θάλασσες είναι γεμάτες περίεργες φουσκάλες αλλά και πάλι. Δεν κάνετε τίποτα. Πάλι θα πάρετε την αμαξάρα, θα ανάψετε το air condition μέσα στην αμαξάρα για να γαμήσετε το περιβάλλον δυο φορές, θα πετάξετε όλα τα αποτσίγαρα στο δρόμο, θα αφήσετε όλα τα πλαστικά μπουκάλια παντού εκτός από τον κάδο ανακύκλωσης μπροστά σας, θα πάτε στο μπουρδέλο το γραφείο σας, εκεί θα είναι ανοιχτά όλα τα air condition, υπολογιστές, εκτυπωτές, αρχίδια κι ας μην τα χρειάζεστε, γιατί το αφεντικό σας είναι μεγαλύτερος μαλάκας από σας και όταν πάτε στο μπουρδέλο το σπίτι σας, θα ανάψετε όλα τα air condition, όλες τις συσκευές τηλεόρασης σε κάθε δωμάτιο, υπολογιστές, λάπτοπ, θερμοσίφωνο, πλυντήριο κλπ. Μέχρι να ζεσταθεί το νερό, θα κατεβείτε κάτω, και με το λάστιχο θα πλύνετε το κωλάμαξο. Φυσικά, όσο τρίβετε, το νερό θα τρέχει. Έτσι και σας κάνει παρατήρηση κανείς πως αυτό που κάνετε είναι αντι-οικολογικό, θα απαντήσετε: «άσε μας ρε φίλε, εγώ θα σώσω τον πλανήτη; Εδώ προχτές, είχε σπάσει ένας αγωγός και η ΕΥΔΑΠ έκανε 3 μέρες να έρθει να τον φτιάξει». Έτσι μπράβο. Αυτό που βλέπετε, αυτό και να επαναλαμβάνετε. Γι’ αυτό άλλωστε οι κυβερνήσεις αντιπροσωπεύουν το λαό. Είναι ακριβώς τα ίδια.

Το καταλαβαίνετε; Το πρόβλημα τελικά είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Είμαστε το χειρότερο πράγμα που κυκλοφορεί στον πλανήτη. Είμαστε οι μόνοι που έχουμε συνείδηση και όμως, γαμάμε το σπίτι μας, τα παιδιά μας, δε σεβόμαστε τους διπλανούς μας και από πάνω; Χαμογελάμε ρε μαλάκες. Χαμογελάμε. Αντί να συνειδητοποιήσουμε πόσο απαίσιοι είμαστε και πόσο κακό κάνουμε και να σκύβουμε το κεφάλι γεμάτοι ντροπή, καμαρώνουμε!! Οι άνθρωποι! Το απόλυτο κακό! Βλέπουμε τα ζώα πως φέρονται σε ντοκιμαντέρ και λέμε, κοίτα! Επιτίθεται! Αυτό επιτίθεται για να φάει ρε γελοίο σκουπίδι. Εσύ γιατί επιτίθεσαι; Για να φας κι εσύ, θα μου πεις. Αυτό τρώει κρέας και συ Χρήμα. Τα ζώα ακολουθούν αυστηρότατους νόμους κι εσύ το Χρήμα. Οι άνθρωποι. Είμαστε τόσο απαίσιοι. Μπορούμε να είμαστε υπέροχοι, έχουμε ένα μυαλό που μπορεί να μας κάνει ευτυχισμένους χωρίς απολύτως τίποτα παρά μόνο με μία σκέψη και τελικά, αντί να γυρίσουμε μέσα μας, γυρνάμε έξω και αφού δε βρίσκουμε τίποτα, γαμάμε τα πάντα. Γιατί το κακό, είναι έξω-έξω. Κι εμείς, που βαριόμαστε να ψάξουμε το καλό που το έχουμε κρυμμένο βαθιά μέσα μας, φοράμε ένα «έλα μωρέ τώρα» και πιάνουμε το κακό, που μοιάζει τόσο ανώδυνο, τόσο ήρεμο. Λυπάμαι. Λυπάμαι τόσο γαμημένα πολύ. Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν υπάρχει μέρος πια να πάω να κρυφτώ. Που να πάω; Η γη σταδιακά καταστρέφεται. Καλά, καλά, κοιμηθείτε. Αφήστε με να υπερβάλλω. Ανοίξτε τα στραβά σας μόνο σε κάποια φάση και μπορεί να δείτε αυτό που βλέπω. Μπα γιατί; Για να χαλάσει η ζαχαρένια σας και να γίνετε δυστυχισμένοι; Μόνο δυστυχισμένοι άνθρωποι έκαναν τη διαφορά. Διαβάστε, ακούστε, δείτε λίγο ιστορία. Δεν είδα ποτέ κανένα τραλαλά, τραλαλό να κάνει επανάσταση. Μόνο κάποιον που τα είχε πάρει χοντρά στο κρανίο. Ναι μωρέ, εμείς θα σώσουμε τον κόσμο; Έχουμε και δουλειές. Βλάκες, οι πρόγονοί σας τον γάμησαν, εσείς συνεχίζετε και πετάτε το μπαλάκι στα παιδιά σας που βλέπουν εσάς και θα κάνουν τα ίδια για να μην πω χειρότερα. Η ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή που συνέβη σε Πήλιο, Λάρισα, Πάρνηθα, δεν σας ακουμπάει. Το ξέρετε ότι χρειάζεται ένας αιώνας για να ξαναφυτρώσουν τα δέντρα που κάηκαν; Θα τα προλάβετε μαλάκες; Αλλά δε σας νοιάζει. Άλλωστε, ο μισός πλανήτης της γης πάσχει από κατάθλιψη κι αντί να βγει έξω να τα σπάσει, παίρνει χάπια και συνεχίζει το παραμύθι. Έτσι, και να νοιαστεί κανείς, θα το ξεχάσει τόσο γαμημένα γρήγορα.

Κάτι ακόμα. Πρέπει να πει κάποιος στις ειδήσεις στην τηλεόραση, να δίνει πιο συγκεκριμένα τις περιοχές που είναι κατάλληλες για φωτιά γιατί οι εμπρηστές, έψαχναν την Τετάρτη και άργησαν. Τώρα θα είχαμε περισσότερες και μεγαλύτερες. Τι εννοώ; Την Τρίτη, είπαν «Αύριο να προσέχετε μη βάλετε καμιά φωτιά γιατί θα είναι επικίνδυνη μέρα» και την Τετάρτη ξεκίνησαν οι φωτιές. Μπορεί οι παρουσιαστές να έκλεισαν και το μάτι στους εμπρηστές αλλά δεν πρόσεχα εκείνη την ώρα. Ραντεβού κανονικό. Και άντε, εντάξει, υπερβάλλω γιατί τα έχω πάρει στο κρανίο. Αυτοί οι κοιμισμένοι που μας κυβερνούν και μας μοιάζουν, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα οι ίδιοι, πάντα και παντού, σε όλο τον κόσμο, (εξουσία= σκατά), αυτοί λοιπόν, οι κοιμισμένοι, δεν έχουν τηλεόραση; Δεν έχουν κανένα πούστη συνεργάτη να τους ενημερώσει; «Αύριο κύριοι μαλάκες υπάρχει πιθανότητα φωτιάς». Να βάλουν τα φαντάρια που τα τρέχουν και τους κάνουν καψόνια να φυλάνε τα δάση. Να βάλουν τους μπάτσους που φυλάνε την κωλάρα του κάθε μπουχέσα πολιτικού και της κάθε καριόλας νεόπλουτης ξεκωλιάρας. Να μην αφήνουν 10 πυροσβεστικά οχήματα έξω από το Καζίνο. Αλλά τι μαλακίες λέω; Να μην προφυλάξουν το θεό Χρήμα; Το Καζίνο, ανοιχτό ή κλειστό, είναι η εκκλησία του Χρήματος. Έχει καταστραφεί, έχει αυτοκτονήσει κόσμος για πάρτη του, τι; Να μην το προφυλάξουν; Κουβαλάει ενέργεια, είναι ιερό. Μη λέω μαλακίες για το Καζίνο και αμαρτάνω. Άντε λοιπόν. Είναι απαραίτητο να φυλάνε 10 πυροσβεστικά οχήματα το Καζίνο. Καινούρια υδροφόρα αεροπλάνα γιατί δεν αγοράζουν; Από το 1940 λέει τα έχουμε και αντέχουν μέχρι 38 βαθμούς Κελσίου. Ακούτε μαλάκες; Κάποτε οι 38 βαθμούς Κελσίου θεωρούνταν ζεστάρα. Φωτιά και λαύρα. Τώρα, Ιούνη μήνα, έχουμε 46 βαθμούς για πλάκα. Σκέψου πόσους είχε στη φωτιά. Δε θα ήταν καμιά 70άρα; Άντε 60 στην καλύτερη. Πώς να πάνε τα υδροφόρα του ’40 με αντοχή 38 βαθμών; Αλλά που να βρούμε λεφτά να αγοράσουμε καινούρια αεροπλάνα; Αφού δεν έχουμε. Τα ξοδεύουμε για να αγοράζουμε όπλα και μαχητικά αεροπλάνα γιατί είμαστε υπερδύναμη πάνω από όλα και κινδυνεύουμε και από τους κακούς γείτονες. Α πα πα, σωστά. Ε, τότε, ας καούν τα δάση, ας μολυνθούν οι θάλασσες με τα κωλοκάραβα, τα πετρέλαια και τα χημικά καθαριστικά, ας αδειάσουν παρέα κι όλοι οι βόθροι και γω, θα κάνω πως δε βλέπω. Θα πάρω την παρέα μου και θα κολυμπήσω στα λύματα, θα φάω μεταλλαγμένο ψαράκι και πιω και μια μπυρίτσα από μεταλλαγμένα υλικά. Μετά θα κάνω μια βόλτα στα αποκαΐδια. Υπέροχα. Κανένα πρόβλημα. Ας κάτσουν άλλοι να δυστυχούν και να σκέφτονται. Άλλωστε, η φύση έχει τον τρόπο. Εδώ συμφωνούμε αγαπητοί. Η φύση τον έχει και μάλιστα μεγάλο. Απορώ πως δεν τον βλέπετε τόσο καιρό.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2007

Φίλοι για Πάντα. Καύσωνας.

-Τι ώρα περνάει για Καθαρτήριο;
-Τι;
-Για Καθαρτήριο λέω, τι ώρα περνάει;
-Που;
-Τι τι και που ρε παλιομαλάκα αγράμματε βλάχο! Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος, Θεία Κωμωδία του Δάντη, είμαστε στην Κόλαση, σχήμα λόγου, πότε περνάει για Καθαρτήριο... Γιατί για Παράδεισο είναι λίγο δύσκολο...
-Γάμησέ μας ρε μαλάκα με τα σχήματα λόγου σου... Εδώ θέλω να πάω να κατουρήσω και φοβάμαι ότι μου’ χουν λιώσει τα αρχίδια και θα τα τραβήξω μαζί με το σώβρακο και συ μου λες για καθαριστήρια και κολάσεις!
-Να! ρε μαλάκα! Ποια καθαριστήρια ρε γελοίε; Καθαρτήριο το λένε!
-Ε και; Στο θίξαμε; Προσβλήθηκε; Συγνώμη πες του.
-Μα τι μαλάκας! Μου σπας τα αρχίδια και μου έχει ανέβει κι άλλο η θερμοκρασία!
-Ε τότε βούλωσ’ το ρε μαλάκα!
-.........
-.........
-Δε θα πας να κατουρήσεις που έλεγες;
-Τι θες ρε μαλάκα; Δεν είπαμε να μη μιλάμε για να μη ζεσταινόμαστε;
-Και τι καθόμαστε ρε μαλάκα τότε;
-Ακριβώς όπως το είπες ρε μαλάκα! Καθόμαστε! Αν κουνηθούμε θα λιώσουμε ρε μαλάκα! Δεν το καταλαβαίνεις;
-Το air condition είναι ανοιχτό;
-Για λίγο μαλάκα. Το περιβάλλον γαμιέται με τα κωλο-air condition.
-Μπα; Μας έγινες και φιλικός προς το περιβάλλον;
-Ναι ρε παλιομαλάκα, γιατί νομίζεις έχει αυτή τη ζέστη Ιούνη μήνα; Σου φαίνεται φυσιολογικό εσένα;
-Όχι.
-Ε σάλτα και γαμήσου τότε και ηρέμησε.
-Ζεσταίνομαι.
-Αύριο να δεις τι θα πάθεις ρε μαλάκα. 43 λέει υπό σκιάν, 60 στον ήλιο. Μέχρι και οι Δημόσιες Υπηρεσίες θα κλείσουν στις 12 το μεσημέρι.
-Α ρε μαλάκα, είδες; Κωλόφαρδοι οι κωλοδημόσιοι υπάλληλοι...
-Ε άμα ήσουν εσύ δημόσιος υπάλληλος δε θα έφευγες...
-Γιατί;
-Γιατί οι διευθυντές θα κάτσουν κανονικά μέχρι τέλους ωραρίου.
-Χαχαχαχαχαχα μαλάκα! Θα ήμουν διευθυντής δηλαδή;
-Ε γιατί; Μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο απ’ το να κάθεσαι στον κλιματισμό και να περιμένεις να τελειώσεις τη βάρδια;
-Χαχαχαχαχα έλα ρε μαλάκα... οι υπάλληλοι θα πάνε σπίτι τους και οι καημένοι διευθυντές θα κάτσουν κει να λιώνουν...
-Αχ μαλάκα, κάτσε να σφουγγίσω τα δάκρυά μου... Άσε μας ρε μαλάκα! Για σκέψου! Σκέψου! Οι υπάλληλοι θα βγουν στην κόλαση την ώρα που θα ξεκινάει να βράζει, στις 12. Όλοι θα σκεφτούν να κάνουν καμιά δουλίτσα. Θα πάνε λοιπόν για τις δουλίτσες τους και θα καταλήξουν κατά τις 3 στο γυρισμό για το σπίτι. Αν επιζήσουν, κερδίζουν μία βρεγμένη πετσέτα. Προλαβαίνει τη θερμοπληξία. Αν τώρα επιλέξουν να πάνε κατευθείαν σπίτι τους, πάλι θα θέλουν καμιά, μιάμιση ώρα. Εντάξει, αν φτάσουν, θα φτάσουν απλά λιωμένοι. Ενώ οι διευθυντές, στον κλιματισμό τους, με τα περιοδικάκια τους, θα φύγουν κύριοι με το αυτοκινητάκι τους για το σπιτάκι και τέλος.
-Καλά τα λες ρε μαλάκα...
-Πάντα καλά τα λέω εγώ αλλά ποιος μ’ ακούει...
-Ρε μαλάκα, οι γυναίκες τι κάνουν με τα βυζιά τους;
-Τι εννοείς «τι κάνουν με τα βυζιά τους;» Καλά είναι, εσύ;
-Ρε μαλάκα, τα βυζιά ακουμπάνε στο στέρνο. Ειδικά σε βυζαρούδες ή σε γριές. Δε λιώνουν από τη ζέστη;
-Κοίτα απορίες που έχει ο μαλάκας παιδιά.
-Γιατί ρε μαλάκα;
-Εσένα ρε μαλάκα που σου κρέμονται τα αρχίδια δε λιώνουν;
-Λιώνουν ρε μαλάκα! Δε σου είπα ότι σκέφτομαι να πάω για κατούρημα;
-Καλά, ακόμα δεν έχεις πάει;
-Γιατί με είδες να σηκωθώ;
-Δε σε παρακολουθώ ρε μαλάκα!
-Άντε γαμήσου, πάω.
-Στο καλό. ...Και κάν’ τα μέσα μαλάκα! Κάθε φορά που έρχεσαι και πας τουαλέτα, καθαρίζω κάτουρα απ’ το πάτωμα!
-Άντε γαμήσου!
-.........
-.........
-.........
-Αααααχχχχ... Ωραία ήταν, τα αρχίδια στη θέση τους αλλά έλιωσα ρε φίλε. Έλιωσα. Τι πράμα είναι αυτό ρε πούστη;
-Να σου πω. Σταμάτα τη γκρίνια και κάνε το μόκο γιατί με τη μουρμούρα δε βγαίνει η ζέστη.
-Καλά. Θα ρίξω έναν υπνάκο τότε.
-Ρίξε. Μόνο σκάσε.
-Σκάω. Τα λέμε σε λίγο.
-Άϊντε...
-Εσύ τι θα κάνεις;
-Θα σε κοιτάω αγάπη μου...
-Άντε ρε μαλάκα αηδία! Ανατρίχιασα!
-Κάνω ό,τι μπορώ να σε δροσίσω...
-Φάε δροσοσταλίδες και κλάσε τότε. Άντε καλόν ύπνο...
-Άϊντε...

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2007

2057.

Κωλόγρια- Που είσαι αγάπη μου;
Παιδί Κωλόγριας- Έλα μωρή μαλάκω, εδώ είμαι!
Κ- Θα το μαλώσω γω το παιδάκι μου...
Π- Γιατί;
Κ- Έλα να σε αγκαλιάσω... Δεν έχουμε πει πως όταν βλέπουμε τη μανούλα, δε θα τη λέμε μόνο μαλάκω αλλά θα τη μουτζώνουμε κιόλας; Δεν έχουμε πει πως είναι ένας άγραφος νόμος μεταξύ των ενηλίκων, γιατί αυτό τους αξίζει;
Π- Γιατί; Επειδή καταστρέψατε το περιβάλλον και τώρα ζούμε έτσι;
Κ- Εντάξει, δεν καταστρέψαμε εμείς το περιβάλλον. Εμείς ήμασταν αυτοί που θα μπορούσαμε να το σώσουμε...
Π- Εμένα μου είπε ο μπαμπάς ότι το 2007 είχατε μια βρύση που έτρεχε και την αφήνατε γιατί βαριόσαστε να φέρετε υδραυλικό...
Κ- Θα τον τσακίσω τον μπαμπά σου όταν έρθει!
Π- Θα το έχεις ξεχάσει μέχρι να έρθει. Πάει στο Κουκάκι.
Κ- Γιατί; Που του ήρθε;
Π- Άκουσε πως με τον χτεσινό αέρα, μετακινήθηκαν οι αμμόλοφοι και φαίνεται λίγο η Ακρόπολη από ένα συγκεκριμένο σημείο στο Κουκάκι.
Κ- Πω ρε πούστη αυτός ο άνθρωπος... Ξέρεις τι θα γίνεται έξω; Ξέρεις πόσος κόσμος θα πηγαίνει εκεί να τη δει ζωντανά; Κι αν φαίνεται! Μπορεί να έχουν μετακινηθεί πάλι οι αμμόλοφοι. Άσε τα σταματημένα αυτοκίνητα. Είναι ταλαιπωρία να περνάς ενδιάμεσα. Κι αυτοί όταν τα άφηναν, δε μπορούσαν να τα έχουν στοιχισμένα; Πως είναι έτσι;
Π- Μαλάκω, ξέρεις τι ανακάλυψαν τις προάλλες;; Άμα σου πω θα τρελαθείς...
Κ- Τι;
Π- Ένα μικρό δρόμο στο Παγκράτι που χωράει 10 αυτοκίνητα για να γεμίσει και έχει μόνο 3!!
Κ- Αυτό έπρεπε να πάει να δει ο πατέρας σου όχι την Ακρόπολη!! Χαχαχαχαχα!
Π- Χαχαχαχαχαχα!!
Κ- Πώς έγινε αυτό; Είπαν;
Π- Ήταν μάλλον 3 παρκαρισμένα στο δρομάκι, έτυχε και δεν τα μετακίνησε κανείς, μπλόκαραν μετά οι έξοδοι και έμειναν εκεί. Τώρα εντωμεταξύ, προσπαθούν να σκεφτούν πως θα βάλουν κι άλλα 7 αυτοκίνητα μέσα, να γεμίσει, μπας και ξεμπλοκάρει απ’ αλλού.
Κ- Αυτό δε γίνεται. Αφού όλοι οι δρόμοι της Αθήνας είναι γεμάτη σταματημένα αυτοκίνητα. Δεν περνάει τίποτα. Άλλοι τα έχουν κάνει σπίτια, άλλοι ντουζιέρες, άλλοι κουζίνες...
Π- Μπορεί να κάνουν τη μεταφορά με ελικόπτερο.
Κ- Καλά, άμα βρουν χώρο και μπορέσουν να μετακινήσουν τον κώλο τους, όχι αυτοκίνητο, να με χέσεις! Για την Ελλάδα μιλάμε αγάπη μου! Αλήθεια... ξέρεις τίποτα για τη χίπικη συνοικία αυτοκινήτων χαμηλά στην Ερμού;
Π- Άσε μας ρε μαλάκω, πλάκα κάνεις; Εκεί πάω συνέχεια!
Κ- Απαπα!! Και δεν έχεις πάρει τη μαλάκω σου μαζί ποτέ να της δείξεις που βγαίνεις;
Π- Δε γίνεται, εκεί είναι όλο νέοι!
Κ- Και η μαλάκω γέρασε ε; Ααααχχ... Για πες, τι φάση είναι εκεί;
Π- Και γαμώ! Είναι καμιά πενηνταριά αυτοκίνητα γύρω από το εκκλησάκι και το κάθε ένα έχει αναλάβει ένα ρόλο. Άλλο είναι το μπαρ, άλλο η βεράντα, έχουμε βγάλει τα καθίσματα και αράζουμε κάτω, άλλο είναι το private room, εκεί έχει φιμέ τζάμια κλπ.
Κ- Και πως πάτε από το ένα στο άλλο;
Π- Το πρωί, που η θερμοκρασία ξεπερνάει τους 60, φοράμε την ειδική στολή. Το βράδυ που φυσάει και μετακινούνται οι αμμόλοφοι, με φυσούνες.
Κ- Έλα ρε άτομα! Έχετε βάλει φυσούνες αεροπλάνων;
Π- Ε ναι, καλή φάση δεν είναι; Έτσι κυκλοφορεί και η μουσική σε όλα τα αυτοκίνητα και ελέγχουμε και ποιος μπαινοβγαίνει!
Κ- Σωστοί!! Αλλά τώρα που είπες για τη ζέστη, ο μαλάκας ο πατέρας σου έβαλε τη στολή ή το παίζει μάγκας;
Π- Την έβαλε ρε μαλάκω, τον είδα.
Κ- Η γάτα που είναι;
Π- Ξέχασα να σου πω...
Κ- Τι;
Π- Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα να βγω, πετάχτηκε έξω και ψήθηκε πριν προλάβω να κάνω τίποτα...
Κ- Αμάν ρε παιδάκι μου! Μη μου ξαναζητήσει κανείς σας κατοικίδιο!
Π- Η μικρή θα κλαίει άμα το μάθει...
Κ- Εμένα γιατί μου το λες; Εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;
Π- Αφού είσαι η πιο γλυκιά μαλάκω του κόσμου!
Κ- Κωλόπαιδο...
Π- Πιάσε 60 ευρώ.
Κ- Τι τα θες;
Π- Να πάρω ένα καφέ κι ένα σάντουιτς.
Κ- Σου φτάνουν;
Π- Ντάξει μωρέ, συνήθως με κερνάει καφέ μια κοπέλα στο μπαρ...
Κ- Αααα.. μάλιστα... Εντάξει, πάρε 500 να έχεις για σήμερα γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται ε;...
Π- Σταμάτα να με πειράζεις! Α! Κλειδί! Ο μαλάκας!
Άντρας Κωλόγριας- Ωπ! Τι κάνουν οι αγάπες μου;
Κ- Καλώς τον! Πώς και τόσο νωρίς;
Α- Μετά από καμιά 6άρα χιλιόμετρα, έφτασα Σύνταγμα. Εκεί γινόταν χαμός! Δε μπορούσε να κινηθεί καρφίτσα. Κατάλαβα ότι δεν πρόκειται να φτάσω ποτέ και γύρισα!
Π- Έλα ρε μαλάκα! Και δεν πήρες ένα τηλέφωνο να σε στείλω στην Ερμού στη χίπικη συνοικία που είναι τα φιλαράκια μου να σε βοηθήσουν να πας από πίσω;
Κ- Α, έτσι; Τον πατέρα σου τον θες στη συνοικία, εγώ είμαι γριά ε;
Π- Σταμάτα μωρή μαλάκω, οι άντρες είναι άλλο!
Κ- Άντρες! Μάλιστα!
Α- Δεν το σκέφτηκα αγόρι μου και να σου πω, βαρέθηκα... Και τώρα που το θυμήθηκα... Γιατί δε με μούντζωσες όταν μπήκα;
Π- Ωχ! Πάρτα!!!
Α- Χαχαχαχαχα! Τι μου θύμησες! This is Spartaaaa!!!! Χαχαχαχαχαχαχα!
Κ- Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!
Π- Που το θυμήθηκες το αρχαίο; Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!
Μικρή κόρη Κωλόγριας- Ψψψψ...Ψψψψψ... είδε κανείς τη γατούλα;...

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2007

Β.Ε.Λ.

Αντρικά βυζά, με τρίχες και ελιές στην περιφέρεια. Το ξέρω. Κάνει ζέστη σαν Δεκαπενταύγουστος στην Ομόνοια. Αλλά σας παρακαλώ, ή ντυθείτε, ή κάτσετε σπίτι σας. Οι άντρες λέω, που βγάζουν τα βυζά τους έξω. Ναι, βυζά. Γιατί είναι τελευταίοι και μαλάκες και μόνο βυζά θα μπορούσαν να τα πούνε. Χοντροί, ελεεινοί και τρισάθλιοι μαλακοκαύληδες, βάλτε τα βυζά σας μέσα, σας παρακαλώ. Και κυρίως, όταν έχετε τα ελεεινά βυζά σας έξω, μέσα στη μέση του δρόμου, μη χαμογελάτε και στα κορίτσα. Τα κορίτσα μπορεί να ξεράσουν πάνω σας και μη έχοντας μπλουζάκι, θα φάνε τον εμετό τα βυζά σας. Ντάξει, θα τον σκουπίσετε με την ανάποδη της παλάμης και μετά θα σκουπίσετε τον ιδρώτα στο κούτελο με την ίδια ανάποδη της παλάμης και θα συνεχίσετε να χαμογελάτε στα κορίτσα, αλλά εντάξει, λέμε τώρα.
Θα ήθελα επίσης να κάνω μια ερώτηση. Με ποια λογική βγάζετε τα βυζά σας έξω και τις χλέπες να κρέμονται; (Λέγοντας χλέπες, εννοώ την κρεμασμένη κοιλιά σας). Γιατί τόσα χρόνια στη γύρα, ένα παιδαρά να κυκλοφορεί στην Ομόνοια με τα βυζά έξω, δεν είδα. Άρα, το σύνδρομο ΒΕΛ (Βυζά Έξω Λοιπόν) είναι προνόμιο μόνο των χοντρών, τελευταίων, γελοίων, μαλακισμένων νέο- ή παλαιο-ελληνόγυφτων. Θα ήθελα να σας ενημερώσω αγαπητοί, πως γνωρίζω ότι τα γράφετε όλα στα τέτοια σας προκειμένου να δροσιστείτε και γι’ αυτό γδύνεστε, αλλά επειδή πάντα πίστευα και πιστεύω πως και ο πιο μαλάκας που υπάρχει στον πλανήτη, έχει ένα ψήγμα ευαισθησίας μέσα του, θα ήθελα να σας πω μερικά πράγματα μπας και χτυπήσει το κουδουνάκι μέσα στα βυζά και τις χλέπες σας.
Λέγω λοιπόν κύριοι, πως το γδύσιμο που κάνετε, είναι πρώτα απ’ όλα βλαβερό για τη δική σας υγεία καθότι είμαι σίγουρη πως δεν έχετε βάλει αντηλιακό πριν βγείτε από το σπίτι σας. Αυτό σημαίνει πως τον καρκίνο του δέρματος τον έχετε στο τσεπάκι. Δεύτερον, είναι εξαιρετικά αντιαισθητικό και τρίτον, μπορεί να προκαλέσετε τον φθόνο και να τραυματιστείτε από κάποιον τρελό. Τι εννοώ; Ας δώσουμε ένα απλό παράδειγμα:
Είναι κάποιος τρελαμένος άνθρωπος στο δρόμο, που έχει λιώσει από τη ζέστη όπως όλοι μας, του έχει πάει στραβά η μέρα, έχει τα νεύρα της ζωής του και ξαφνικά, βλέπει να περνάει ένας τύπος χωρίς μπλούζα, με σορτς και σαγιονάρες στην Πατησίων. Ε, του γυρνάνε τα μάτια και πιάνει αυτόν τον τύπο και τον σαπίζει στο ξύλο. «Γιατί εσύ ρε καριόλη να είσαι άνετος και γω να καίγομαι και να γαμιέμαι; Θα σε σκοτώσω». Καταλάβατε αγαπητοί; Εδώ, δεν είναι το χωριό σας. Εδώ είναι ζούγκλα με τρελούς. Δεν κυκλοφορούμε όπως γουστάρουμε γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Πάτε στα χωριά σας, πάτε στη θάλασσα, μπείτε στα σπίτια σας και χτυπάτε τα βυζά σας στους τοίχους, στα πατώματα, στο ταβάνι, στα μούτρα της γυναίκας σας, όπου θέλετε κι αγαπάτε. Όχι όμως στο δρόμο. Και χέστε τους άλλους. Σκεφθείτε τον εαυτό σας. Κακό πράμα ο ήλιος. Και κάτι ακόμα μπας και σας πείσω. Προσπαθήστε για λίγο, μόνο για λίγο, να δείτε κάποιο ντοκιμαντέρ ή αν βαριέστε θανάσιμα, που το ξέρω, ρωτήστε κάποιον που ξέρει, τι φοράνε οι άνθρωποι στις ζεστές χώρες. Δείτε Αίγυπτο, δείτε Αφρική, δείτε Ασία. Στους 800 βαθμούς ζέστη, φοράνε λευκά μακριά ενδύματα ώστε να καλύπτουν όλο τους το σώμα. Τι; Δεν είστε αδερφές να βάλετε φουστάνι; Ούτε αυτοί. Και δεν εννοώ να βάλετε φουστάνι. Να δείτε τι φοράνε θέλω και να σκεφτείτε αν είναι μαλάκες αυτοί που έχουν 300 μέρες το χρόνο ζέστη. Δεν το έχουν ψάξει; Δεν έχουν ανακαλύψει πως το σώμα όταν είναι καλυμμένο με λεπτό, βαμβακερό ύφασμα δροσίζεται περισσότερο; Τι; Θα φοράω εγώ μακριά φουστάνια και θα βρωμάω; Ναι ρε μεγάλε, ενώ τώρα μοσχομυρίζεις με τα άλατα του ιδρώτα να διαγράφονται στον καβάλο σου, τη σαγιονάρα με τα βρώμικα σπασμένα νύχια των ποδιών και τις τρίχες στη μασχάλη σου που έχουν κρυσταλλιάσει οι σταγόνες απ’ την απλυσιά. Χέσε μας.

«Το καλοκαιράκι, στην πρωτεύουσα, εμετό θα κάνεις, γρήγορα άμεσα! Εγώ και συ, εσύ και γω , μόνοι με εμετό ο ο, ο ο ο μόνοι μ’εμετό!»

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2007

Σπόγγος.

Είμαι ένας μικρός σπόγγος. Μεγάλωσα μέσα σε υγρό όπως και όλοι οι υπόλοιποι σπόγγοι που ξέρω. Εγώ όμως, νομίζω πως είμαι αρκετά ευαίσθητος. Γιατί οι άλλοι σπόγγοι δεν είναι; Ξέρω γω; Σάμπως τους έχω γνωρίσει όλους; Είμαστε εκατομμύρια. Αλλά να, από συζητήσεις που κάνουμε με κάποιους, καταλαβαίνω ότι πολλοί σπόγγοι, κολλάνε κει κάπου στην ηρεμία τους, μεγαλώνουν όπως-όπως και άλλοι, όπως εγώ καλή ώρα, φροντίζουν να μεγαλώσουν σωστά, να γίνουν όσο αφράτοι χρειάζεται, όσο πιο λαμπεροί γίνεται και να καταναλωθούν τελικά για να πεταχτούν. Με πιάνει κι αυτό καμιά φορά. Το «τι είναι η ζωή; Τίποτα». Κάθεσαι, παλεύεις μια ζωή να γίνεις ένα ωραίος φουσκωτός σπόγγος που κάθε άνθρωπος όταν αποφασίσει να τον στύψει, θα βγάλει μπόλικο πράμα και μετά, τέλος. Ματαιότητα ή έτσι πρέπει; Κάνεις αυτό που αισθάνεσαι είναι η απάντηση. Πολλές φορές προσπάθησα να μη με νοιάζει και να μεγαλώσω όπως-όπως να τελειώνουμε, αλλά δε μπόρεσα. Γιατί; Νομίζεις ότι καταλαβαίνει κανείς τη διαφορά; Τι; Την καταλαβαίνει; Μακάρι. Να μην πηγαίνει και τσάμπα η προσπάθεια. Ανάλογα όμως. Είναι και που θα πέσεις. Μπορεί να στύβεσαι αιώνια χωρίς να υπάρχει και ιδιαίτερος λόγος, μπορεί να στύβεσαι λίγο και να γαμείς αιώνια. Καλά, σχετικά είναι αυτά. Τι έλεγα; Α, ναι. Είπα λοιπόν πολλές φορές να κάτσω κει χάμω και να περιμένω να μεγαλώσω γιατί ότι και να κάνεις, θα μεγαλώσεις, μην την ψάχνεις. Μπορεί να είσαι λίγο πιο καχεκτικός από άλλους, αλλά θα μεγαλώσεις. Είναι και κάποιοι που προτιμούν τους καχεκτικούς σπόγγους. Τους βολεύει ρε παιδί μου, μην την ψάχνεις. Αλλά δε μπορώ να κάτσω στα αυγά μου. Την ψάχνω, κοιτάω που είναι καλύτερα να κάτσω να μεγαλώσω όμορφα, να είμαι καλός, καλύτερος, μια χαρά σπόγγος, αλλά κουράζει ρε γαμώτη. Κουράζει να θες να γίνεις καλός, καλύτερος, ή απλά ΟΚ. Απ’ την άλλη, δε μπορώ απλά να αράξω. Τι να κάνω, δεν ξέρω. Οδηγείται το πράμα από μόνο του, θα μου πεις, αρκεί να χαλαρώσεις. Μα πως; Είναι και κάτι μικρόβια που, όπως είσαι μέσα στο υγρό και πάλλεσαι, αυτά καρφώνονται μέσα στις εσοχές σου και σου δημιουργούν μια σύγχυση, άλλο πράμα. Είναι βέβαια και τα καλά μικρόβια που κλωτσάνε τα άλλα τα χαμένα κορμιά ή απλά σε κάνουν να νιώθεις ευφορία. Δεν ξέρω τι κάνουν πάντως εκεί μέσα γίνεται μια ολόκληρη επεξεργασία. Δεν είναι κάτι απλό. Κάθε μέρα δουλεύω χωρίς να φαίνεται τίποτα, κάθε μέρα ταλαιπωρούμαι με τα μικρόβια χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα και κάθε μέρα σκέφτομαι να γίνω ένας απλός σπόγγος που αράζει και περιμένει. Τελικά, το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να ψάξω να βρω άλλους σπόγγους σαν κι εμένα και να βρούμε την άκρη. Αλλιώς δε γίνεται. Πώς όμως να βρεις παρόμοιους με σένα σπόγγους όταν σχεδόν όλοι είστε πάνω κάτω ίδιοι; Εδώ πολλές φορές, δεν μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου. Θα αναγνωρίσεις τους άλλους; Κι όμως. Εκεί, πρέπει να αφεθείς και θα τους βρεις. Άντε και αφήνεσαι. Κείνα τα κωλομικρόβια που παράλληλα σε τρώνε, σε πονάνε και σε βασανίζουν, τι τα κάνεις; Φωνάζεις τα άλλα, που αν δεν είναι απασχολημένα, έρχονται και παράλληλα προσπαθείς να βρεις τους όμοιους σου και να γίνεις καλύτερος, καλός ή απλά ΟΚ.

Δύσκολα τα πράγματα. Και μέσα στο υγρό, όλα φαίνονται πολύ φλου. Πολύ αυθαίρετα. Πολύ περίεργα. Πολύ ανάλαφρα. Κι όταν έρχεται κύμα, τα χρώματα αλλάζουν, κοιτάς γύρω σου και ξεχνάς προς στιγμή αυτό που πρέπει και θέλεις να κάνεις. Αυτός είναι και ο ρόλος όλων γύρω σου. Των κυμάτων, των μικροβίων, των συνσπόγγων σου, όλων. Να τα παρατηρείς αλλά να μην τα φορτώνεσαι. Αυτό όμως είναι κάτι που δε γίνεται πάντα. Και άρα; Άρα τίποτα. Συνεχίζεις να κάνεις αυτό που αισθάνεσαι. Θέλει δύναμη. Ε, για να το θες, θα την έχεις. Δε μπορεί. Μέχρι να σταματήσεις να υπάρχεις, πρέπει να προσπαθείς. Υπομονή και προσπάθεια. Αυτό χρειάζεται. Και τα πρέπει; Πρέπει να κάνεις αυτό για να μεγαλώσεις σωστά, πρέπει να κάνεις εκείνο για να σταθείς στο ύψος σου, πρέπει να κάνεις το άλλο για να μπορείς να μαζέψεις πολύ ώστε όταν στυφτείς να βγάλεις πάρα πολύ. Και τα πρέπει μέσα. Βρες τα καλά στοιχεία των πρέπει, βάλε τα στη σειρά, κάνε τα, πιάσε τα θέλω και αγάπησέ τα. Είναι και καλοκαίρι τώρα κι έχει ωραία χρώματα. Ωραίους κυματισμούς... Μην ξεχνιέσαι. Όχι μωρέ, χαλαρώνω λιγάκι και πάλι απ’ την αρχή.

Υ.Γ. Βάλε: όπου σπόγγος, μυαλό, όπου μικρόβια, σκέψεις κι όπου κύμα, πραγματικότητα.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007

Η Συνέχεια του Υστερόγραφου της Προχθεσινής Παραγγελιάς.

Στο δεύτερο πάρτυ που πήγα με τον Τζορτζ (αν δεν ξέρεις τι διαβάζεις, δυστυχώς για σένα, θα πρέπει να γυρίσεις τουλάχιστον ένα ποστ πριν, για να καταλάβεις) και τον Ρόουαν, συνάντησα επιτέλους και τον αγαπημένο φίλο του Τζορτζ, Μπραντ Πιτ. Ο Μπραντ, είχε πολλές δουλειές εκείνο το διάστημα κι έλειπε συχνά από τη χώρα. Έτσι, όσο ήμουν μαζί με τον Τζορτζ (ω! μόνο 4 μήνες. Άλλοι 2 και θα τελείωνε το όμορφο αυτό σύμπλεγμα αγάπης) δεν είχα προλάβει να γνωρίσω τον Μπραντ. Πολύ όμορφος ο Μπραντ. Στα περιοδικά και στο σινεμά ήταν ψεύτικος. Τώρα, ήταν εδώ, μπροστά μου. Μα την αλήθεια, ήθελα να τον πιάσω. Να του σφίξω τα μάγουλα, να τσιμπήσω τα μπράτσα, να δω. Είναι ζωντανός; Υπάρχει ο γκόμενος της Μπάρμπι; Ναι, έμοιαζε σαν κούκλος ψεύτικος. Ήταν τόσο γαμημένα όμορφος που έμοιαζε ψεύτικος. Η φωνή του Τζορτζ με έβγαλε από τις βαθιές σκέψεις μου. «Από δω ο καλός μου φίλος, Μπραντ. Μπραντ, να σου συστήσω μια γοητευτική κυρία που τον τελευταίο καιρό ομορφαίνει τις μέρες μου. Την Κωλόγρια. Κωλόγρια, ο Μπραντ». Είπαμε τα χαίρω πολύ μας και ναι. Έπιασα το χέρι του Μπραντ Πιτ. «Πάμε για ποτό στο μπαρ;» είπε ο Ρόουαν και τότε θυμήθηκα ότι ήταν μαζί μας. «Ρόουαν, ο Μπραντ. Μπραντ, ο Ρόουαν». «Μεγάλος, τεράστιος θαυμαστής σου!» αναφώνησε ο Μπραντ στο Ρόουαν. Χαμογέλασα. Μου άρεσε που ένας τόσο όμορφος και ταλαντούχος άντρας θαύμαζε ένα υπερταλαντούχο άσχημο αγόρι. Μου άρεσε. Πολύ ωραίος ο Μπραντ. «Τι σκέφτεται το μωράκι;» μου είπε στο αυτί ο Τζορτζ. ‘Τι να σου πω τώρα;’ σκέφτηκα, αλλά είπα «εσένα αγόρι. Και πότε θα πάμε σπίτι». «Οπτασία της Νύχτας» είπε ο Τζορτζ (έλεγε κάτι τέτοιες μαλακίες ώρες-ώρες) και μου φίλησε πεταχτά το κούτελο. Καμιά δεκαριά φλας άναψαν. (Την επομένη εννοείται ότι ήμουν πρωτοσέλιδο με τον Τζορτζ, πίσω τον Μπραντ, δίπλα τον Ρόουαν και κάποιον που, τη στιγμή που συνέβαινε το γεγονός, δεν είχα αντιληφθεί ακόμα. Και είχαμε και τα τυχερά μας. Παραπονέθηκα στον Τζορτζ πως δεν είχε πει αλήθεια όταν έλεγε πως δεν θα έχει παπαράτσι και τώρα θα κινδύνευε η υπόληψή μου. Τι θα έλεγα στον μπαμπάκα μου αν με έβλεπε στην εφημερίδα δίπλα στον Τζορτζ Κλούνι, τον Μπραντ Πιτ, τον Ρόουαν Άτκινσον και κάποιον που στην πραγματικότητα, τον ώρα που συνέβαινε το γεγονός, δεν είχα αντιληφθεί ακόμα; Έψαξε λοιπόν ο Τζορτζ και βρήκε πως είχαν μπει χωρίς άδεια οι παπαράτσι στο πάρτυ, τους έκανε μήνυση και πήραμε χοντρά φράγκα. Αλλά εγώ τα περισσότερα. Ποιος ήταν όμως αυτός στη φωτογραφία που δεν είχα αντιληφθεί ακόμα στην πραγματικότητα;) «Τι έγινε παιδιά;» (μτφρ. «What’s up guys?») Γύρισα και είδα. Ένα αλητάμπουρα άλλο πράμα. «Μπενίτσιο! Έλα ρε man! Πώς από δω;» αναφώνησε ο Τζορτζ, σχεδόν με έσπρωξε και αγκάλιασε τον... ποιον;! Ο Mπενίτσιο Ντελ Τόρο ήταν αυτός; Δεν είναι δυνατόν. Έρχεται έμφραγμα. Δεν αστειεύομαι, θα πεθάνω. Τόση ομορφιά μαζεμένη, αν εξαιρέσεις τον Ρόουαν αλλά είναι τόσο καλός που καταντάει κούκλος, δεν την αντέχω! Κατάλαβα ότι αρχίζω να παρανοώ, ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και ευχήθηκα όλες αυτές οι σκέψεις που έχω κάνει τόση ώρα, να μην ζωγραφίζονται στο σώμα μου. Επίσης, ευχήθηκα να μη με φωτογραφίσει κανένας παπαράτσι σε άσχημη πόζα και βγάλουν στα περιοδικά μία που έχει τη μια ρόγα να πετάγεται, την άλλη να μη φαίνεται καθόλου και βάζει στη μύτη της το καλαμάκι από λάθος. Όχι. Δε θα μου άρεσε να εμφανιστώ έτσι δίπλα στον Τζορτζ Κλούνι, τον Μπραντ Πιτ, τον Ρόουαν Άτκινσον και τον... Ω Θεέ μου! Γι’αυτό πέθαινα καλέ. Ήταν ΚΑΙ ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο εκεί. Ο σούπερ παίδαρος. Αλήτης με τα όλα του. ‘Τι ξερογλύφεσαι μωρή;’ σκέφτηκα. ‘Σιγά μην κοιτάξει εσένα, ένα γεροκαραφλοξανθομπάμπουρα’ συνέχισα να σκέφτομαι. Μαλακίες σκεφτόμουν το ξέρω. Στάθηκα στο ύψος μου, (Ποιο ύψος; Όσο γερνάει ο άνθρωπος χάνει πόντους. Στα μπατζάκι των παιδαράδων κόντευα να φτάσω) και είπα «Είμαι η Κωλόγρια. Χαίρω πολύ Μπενίτσιο». Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Ο Μπενίτσιο, έκανε ένα βήμα μπροστά, απέφυγε ευγενικά τον Τζορτζ και στάθηκε μπροστά μου. Μου έπιασε το χέρι και πλησιάζοντας τα χείλια του να το φιλήσει, είπε «Γοητευμένος». Εντάξει. Λίγο πιο μεγάλη να ήμουν, νομίζω πως θα είχα κάνει τσίσα πάνω μου. Ευτυχώς, κρατήθηκα.
Σε εκείνο το πάρτυ λοιπόν, ο Ρόουαν γνώρισε τη Μόνικα και έπαθε πλάκα ο ένας με τον άλλο (πάντα πίστευα ότι η Μόνικα ήταν έξυπνη), ο Μπραντ και ο Μπενίτσιο γνώρισαν εμένα και ο Τζορτζ έμεινε μπουκάλα. Βέβαια, για τους επόμενους δύο μήνες, μέχρι να ψήσω κατάσταση με τον Μπενίτσιο και τον Μπραντ, χαιρόμουν το κορμί του Τζορτζ. Αρκετά αργότερα, θα παντρευόμουν τον Μπραντ και θα έκανα δυο παιδιά μαζί του, αλλά μέχρι τότε, είχα για ασχολία τον Μπενίτσιο. Πρώτο πράμα. Πολύ αλήτης, αλλά πρώτο πράμα. Αν είχαν κατάταξη οι αλήτες, ο Μπενίτσιο θα ήταν πρώτη εθνική. Με τα πολλά βαρύ και όχι του, με τα μην του μιλάτε το πρωί, με το μπεγλέρι του, με τα ωραία του. Σένιος. Αλλά μια μέρα του την έδωσε και έφυγε για Αργεντινή. Κινδύνευαν λέει κάτι αδέρφια. Τι αδέρφια, ποιος κινδύνευε, δεν κατάλαβα. Το κλάμα που έριξα καταλάβα. Εκεί ήρθε να με υποστηρίξει ο Μπραντ και τα φτιάξαμε. Με τον Τζορτζ είχαμε ήδη χωρίσει, εννοείται. Μετά έμπλεξα με τον Μπενίτσιο και μετά με τον Μπραντ. Δεν κεράτωνα ποτέ. Ώσπου ήρθε η μία από τις δύο μοναδικές φορές που κεράτωσα άνθρωπο. Η πρώτη φορά ήταν που κεράτωσα τον Μπραντ για τον Τζιμ Κάρεϊ (εντάξει μην τρελαινόμαστε, τα παιδιά μας είχαν μεγαλώσει, είχαν ήδη γκόμενους και γκόμενες και ο Μπραντ είχε αρχίσει να γλυκοκοιτάει μια κρυόκωλη ελληνοαμερικάνα, την Μπένιτζερ, τη Τζένιφερ, τη Λέντζινερ, δε θυμάμαι τώρα πως τη λέγανε) και η δεύτερη φορά που κεράτωσα ήταν τον Κάρεϊ για τον Κωλόγερο. Έτσι έμελλε να γίνει. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Ήταν γραφτό λέμε.

ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2007

Υστερόγραφο χτεσινής Παραγγελιάς.

Ήταν θυμάμαι, απόγευμα. Ο ήλιος χάιδευε τις παρυφές των Τουρκοβουνίων στα Νταμάρια. Τσάπιζα τον κήπο μου και σιχτίριζα γιατί με είχε πιάσει η μέση μου. Δε μου έφτανε ο πόνος μου, χτύπησε και το κουδούνι. Χαλασμένο καθώς ήταν, έμοιαζε με νοσηρή μουσική από θρίλερ. Το κουδούνι νιαούρισε χαλασμένα 4-5 φορές μέχρι να φτάσω στην πόρτα. Άνοιξα. Θαμπώθηκα. Μπροστά μου στεκόταν ένας παιδαράς με ένα μπουκάλι μαρτίνι στο χέρι. «Γεια σας», μου λέει. «Ονομάζομαι Γιώργος Κλούνης και χάλασε το αυτοκίνητό μου παρακάτω. Μπορούμε να βάλουμε στο ψυγείο αυτό το μπουκάλι σας παρακαλώ και να καλέσουμε την οδική βοήθεια;» μου λέει και μένω άφωνη. Αντιλήφθηκα πως ήταν ο Τζορτζ Κλούνι αλλά δεν μπορούσα να το πιστέψω. Σκεφτόμουν μπας και με χτύπησε ο ήλιος στον κήπο και βλέπω ότι να’ ναι, αλλά ο Τζορτζ ξερόβηξε και με έβγαλε από τις σκέψεις μου. «Περάστε!» του είπα προσπαθώντας να μη φανεί ο ενθουσιασμός μου και η χαρά μου που ένας από τους ωραιότερους παιδαράδες του πλανήτη ήταν στο σπίτι μου. Κοίταξα διακριτικά τα ρούχα μου και είδα ότι φορούσα εκείνο το φουστάνι. Τέλεια. Ανοιχτό στο στήθος όσο πρέπει, μακρύ όσο πρέπει, χυτό όσο πρέπει, το’ χω. Θα τα λέω στον Ρόουαν και δε θα το πιστεύει, σκέφτηκα και χαμογέλασα. (Μην ξεχνάτε το προηγούμενο ποστ που είχα φλερτ με τον Ρόουαν Άτκινσον –Mr. Bean-, γάμο και παιδιά με τον Μπραντ Πιτ, έριξα κέρατο στον Μπραντ με τον Τζιμ Κάρεϊ και κατέληξα με τον κωλόγερο).
Ο Τζορτζ πέρασε στο σαλόνι κι έκατσε στην κόκκινη πολυθρόνα. «Ωραία πολυθρόνα» μου είπε. «Ευχαριστώ» του είπα. «Θέλετε να πιείτε κάτι;» συμπλήρωσα. «Μίλα μου στον ενικό σε παρακαλώ. Αν έχεις έτοιμο καφέ, θα ήθελα λίγο» μου είπε με τις υπέροχες χειλάρες του κι εγώ προσπάθησα να μην πέσω κάτω. Όσο τον έβλεπα, τόσο γλάρωνα. «Δεν έχω έτοιμο, θα σου φτιάξω. Πώς τον πίνεις;» του είπα. «Γλυκό, αν θες» μου είπε. «Θες να πάρουμε τηλέφωνο την οδική βοήθεια;» είπα. «Ναι, σ’ ευχαριστώ» είπε ο παίδαρος και πήγα προς το ασύρματο τηλέφωνο, το πήρα και του το έδωσα. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκα προς την κουζίνα μαζί με το μαρτίνι. Το έβαλα στο ψυγείο και άρχισα να φτιάχνω καφέ. Εκεί που κοιτούσα τον καφέ, ένιωσα κάτι. Γύρισα και σχεδόν η μύτη μου ακούμπησε τη μύτη του Τζορτζ. Ήταν ακριβώς πίσω μου. Φορούσε ένα άρωμα ο πούστης, απίστευτο. «Συγνώμη» μου είπε και τραβήχτηκε. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Νερό ήθελα και προσπαθούσα να πιάσω ένα ποτήρι» πρόσθεσε. «Δεν πειράζει» του είπα. «Πάρε το ποτήρι σου. Στο ψυγείο έχει κρύο νερό αν θες» συμπλήρωσα και χαμογέλασα όταν συνειδητοποίησα πάλι με ποιον μιλάω και τι του λέω. «Γιατί γελάς;» με ρώτησε χαμογελαστός, χωρίς να με κοιτάζει, πάνω από το τραπέζι της κουζίνας βάζοντας το νερό του. «Τίποτα, τίποτα» του είπα και συνέχισα να χαμογελάω. Χαμογελώντας κι αυτός μου είπε «ΟΚ».
Πήγαμε στο σαλόνι μαζί και κάτσαμε. Τον ρώτησα πως βρέθηκε στα μέρη μας. «Να μωρέ, εδώ πιο κάτω, μετά το βούρκο και τη λυματολάσπη έχει πάρτυ μια φίλη. Στη βίλα Τσιμπίδη. Την ξέρεις; ... Εκεί που πήγαινα, ξαφνικά σταμάτησε το αυτοκίνητο. Μπαταρία; Ποιος ξέρει; Σε λίγο έρχονται από την οδική». «Να σε ρωτήσω κάτι;» είπα. «Φυσικά» είπε. «Έπαιζες σε διαφήμιση του Μαρτίνι αν δεν κάνω λάθος. Βλέπω ότι σου αρέσει τελικά το ποτό αυτό ε;» «Χαχαχα... δεν κάνεις λάθος.. έπαιζα. Δεν είναι ότι μου αρέσει τόσο, που μια χαρά είναι, ελαφρύ, ωραίο, ερωτικό... αλλά μου έδωσαν 150 κούτες δώρο. Όπως καταλαβαίνεις, σε όποιο πάρτυ πάω κρατάω και από μια κούτα Μαρτίνι. Τώρα είμαι στην 70η». «Χαχαχαχαχαχα... έχεις πάει δηλαδή σε 70 πάρτυ. Ωραία μια χαρά, ακόμα 80 και τέλος οι κούτες χαχαχαχαχα» «Χαχαχαχαχα», «Χαχαχαχαχα» (γελάμε μαζί για όποιον δεν κατάλαβε).
«Ξέρεις ποιο είναι το φοβερό;» μου λέει σοβαρεύοντας. «Ποιο;» του λέω χαμογελαστή. «Πως στη διαφήμιση του Μαρτίνι, μου ανοίγει μια κούκλα που αν δεν είχα τις κούτες, θα μου έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα... ενώ εσύ.. με δέχτηκες αμέσως». Σκέφτηκα πως είναι ευτυχία που δεν κοκκινίζω και χαμογέλασα λέγοντας «εδώ δεν είναι διαφήμιση. Είχες ανάγκη, σε βοήθησα. Δεν το έκανα για το ποτό». «Το έκανες για μένα» είπε μελιστάλαχτα και πάνω στο καλύτερο, βάρεσε το κουδούνι θρίλερ. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε τρομαγμένος ο Τζορτζ. «Η οδική βοήθεια» του είπα και από μέσα μου συμπλήρωσα ‘γαμώ το σπίτι τους. Τώρα ήρθαν γρήγορα. Άλλες φορές, σε τρώνε τα φίδια στην ερημιά κι ακόμα. Αλλά βέβαια. Το όνομα που θα πεις μετράει. Άλλη φορά θα λέω Κλόντια Σίφερ τους μαλάκες’.. «Θα ανοίξεις;; Είναι απαίσιο αυτό το κουδούνι!!» με ξύπνησε ο Τζορτζ και σηκώθηκα. Ήταν όντως η οδική βοήθεια. Ο Τζορτζ, βγήκε μαζί τους έξω και γω πήγα στην κουζίνα με τα ποτήρια. Πάλι ένιωσα κάτι πίσω μου. Ο Τζορτζ. «Τι θα γίνει;» του είπα χαμογελαστή. «Πάλι νερό; Θα σε πιάσει συχνοουρία». «Μου αρέσουν οι γυναίκες με χιούμορ...» είπε και ένιωσα την ανάσα του στο λαιμό μου. ‘Όχι τέτοια ρε πούστη μου τώρα με τα σαπούνια στο χέρι’ σκέφτηκα και χαμογέλασα με νάζι. «Θέλεις να αφήσεις το πλύσιμο, να ντυθείς και να με συνοδεύσεις στο πάρτυ; Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για να σε ευχαριστήσω...» μου είπε και με άφησε μαλάκα. «Εμένα; Στο πάρτυ; Δεν με έχουν καλέσει και δεν πάω ποτέ ακάλεστη σε πάρτυ!» είπα σχεδόν τρομαγμένη. «Έχουν καλέσει εμένα συν ένα άτομο αλλά δεν βρήκα κανένα ενδιαφέρον πρόσωπο και είχα ξεκινήσει μόνος μου. Θα έρθεις;» μου είπε και αποφάσισα να κόψω τα νάζια γιατί
hello, ο Τζορτζ Κλούνι ήταν κοπελιά, δεν ήταν ο μανάβης με τα ωραία μπράτσα. «Πάω να ντυθώ. Μέχρι να φτιαχτεί το αυτοκίνητό σου, θα είμαι έτοιμη» του είπα και χαμογέλασα κοιτώντας τον. «Ωραία» μου είπε, «θα είμαι ή έξω με την οδική, ή στο σαλόνι». «Έχει περιοδικά να περάσεις την ώρα σου ή βάλε λίγη τηλεόραση. Νομίζω πως έχει μια ταινία που παίζεις χαχαχαχα!» είπα τρέχοντας προς την σκάλα. «Χαχαχαχα, σ’ ευχαριστώ, δε θα παραλείψω να με δω!» είπε γελώντας και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι.
Κόντεψα να σκοτωθώ μέχρι να ετοιμαστώ. Τέτοιο τρέξιμο να ετοιμαστώ, δεν είχα ξανακάνει. Με το ένα χέρι να ξυρίζομαι, με το άλλο να λούζομαι, με το ένα πόδι να τρίβω τη μία γάμπα, εντάξει, έπρεπε να στέκομαι και κάπως, και κάπως έτσι πήγαινε μέχρι που ετοιμάστηκα. Το καλό βρακί, το καλό φουστάνι, το καλό βραχιόλι, το καλό τσαντάκι, το καλό άρωμα, το καλό κραγιόν, καλή είσαι, τράβα κάτω.
Το πάρτυ ήταν θεϊκό. Κι ο Τζορτζ επίσης. Τότε κατάλαβα γιατί χτυπιούνται οι γυναίκες. Και που να κοιμηθούν μαζί του κιόλας.
Με τον Τζορτζ, περάσαμε 6 μαγευτικούς μήνες μαζί. Ο Ρόουαν είχε ψιλοπειραχτεί αλλά αφού δεν είχε γίνει ποτέ κάτι μεταξύ μας, δεν μπορούσε να μου πει και τίποτα. Με ξεπέρασε πάντως, όταν γνώρισε και ερωτεύτηκε τη Μόνικα Μπελούτσι σε ένα πάρτυ που τον είχα πάρει μαζί με τον Τζορτζ. Σε εκείνο, το δεύτερο πάρτυ, γνώρισα τον Μπραντ και τον Μπενίτσιο. Μπενίτσιο... Μπενίτσιο...

...συνεχίζεται.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2007

Παραγγελιά.

Ο Void μου παρήγγειλε να παίξω άλλο ένα παιχνίδι πριν 782 βδομάδες. Ο χρόνος για μένα, λόγω ηλικίας, είναι κάτι σχετικό. Οπότε, το παίζω τώρα άμα λάχει και φέρνω και ασσόδυο κι ας μην ξέρω τάβλι. Ναι ρε, δεν ξέρω τάβλι. Καλά, ξέρω, αλλά δεν ξέρω γαμάτα και το βαριέμαι κιόλας. Παλιά, που ζητούσα στην κολλητή να μου μάθει, σπαζόταν γιατί βαριόμουν ενώ αυτή έπαιζε με πάθος και τελικά δε μου τα έμαθε όλα. Τα ίδια και με τις ρακέτες. Όποιος δοκίμαζε να παίξει μαζί μου ρακέτες στην παραλία, με έβριζε και έφευγε. Γιατί; Επειδή πετούσα την μπάλα στο γάμο του καραγκιόζη; Συγνώμη, δεν είπα ότι ξέρω. Να μου μάθουν καθόντουσαν και σε λίγα λεπτά τα έπαιρναν στο κρανίο. Κάθεσαι ρε να μάθεις στο φιλαράκι σου ένα παιχνίδι. Παιχνίδι είναι το γαμημένο. Τι θες; Να κάτσει να το φιλοσοφήσει, να το μελετήσει, να το συζητήσει; Όχι, να το παίξει θες. Ε, έπαιζα εγώ, έριχνα την μπάλα αλλού ντ’ αλλού, γελούσα, στο κρανίο ο άλλος. Ορίστε τώρα, ούτε ρακέτες ξέρω. Και μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες τώρα βροχή -συγνώμη απ’ τα χάπια θα είναι-, μια φορά λοιπόν, ένα γκομενάκι πολύ καλό -ωραίο εννοώ- σε μια παραλία, μου έκανε νόημα να παίξουμε -ρακέτες- και γω έκανα τον Ιάπωνα. Τι να κάνω; Να πάω να το παίξω γκόμενα και να του ρίξω κανένα μπαλάκι στα παπάρια και να γίνω ρεντίκολο; Το’ παιξα δύσκολη, δεν πήγα καθόλου και από μέσα μου έβριζα όλους όσους δεν είχαν υπομονή να μου μάθουν ρακέτες. Κωλόπαιδα. Τέλος πάντων. Σχετικά με τα παιχνίδια στα μπλογκς: Ήθελα να ήξερα τι λύσσα σας έχει πιάσει κι ό,τι μαλακία σας κατέβει στο κεφάλι, το κάνετε παιχνίδι. Τι σκατά. Σε λίγο θα ζητάτε να γράψουμε και σε λεύκωμα. Τς τς τς νέα γενιά...

Το λοιπό, στο συγκεκριμένο παιχνίδι λέει, πρέπει να γράψω τρεις διάσημους άνδρες όπου: Με τον 1ο θα ήθελα να έχω φλερτ, με τον 2ο να παντρευτώ και με τον 3ο να ρίξω κέρατο.

Δεν το καταλαβαίνω το παιχνίδι αυτό. Άντε και το παίζω. Τι κερδίζω; Χάνω κάτι; Ναι. Αν δεν το διαβάσει ο καλός μου, κερδίζω την ησυχία μου. Αν το διαβάζει, χάνω την ησυχία μου. Αυτό είναι το πόιντ; Κι άμα ο καλός μου είναι στα αρχίδια του; Δεν καταλαβαίνω καθόλου. Τα παιχνίδια είναι για να έχουν σασπένς, να κερδίζεις, να χάνεις και τέτοια. Αλλιώς, δεν είναι παιχνίδι. Είναι ζωγραφιά, γλυπτική, κέντημα κλπ. Άρα; Άρα είμαι γρουσούζα και ψειρίζω τη μαϊμού και δεν κάθομαι κει χάμω να το γαμοκάνω να τελειώνω αλλά κάθομαι και κάνω μπλα μπλα. Καλά, καλά, ορίστε:

Ο 1ος:

Ο Μίστερ Μπιν. Κατά τα 18 μου, να γνώριζα τον Μίστερ Μπιν. Θα κάναμε γαμώ τις παρέες. Τρελά γέλια. Αν κι έχω διαβάσει ότι στη ζωή του είναι σοβαρός. Ακόμα καλύτερα. Γαμώ τα άτομα, τον συμπαθώ τρελά. Θα γνωριζόμασταν λοιπόν, θα γουστάραμε την παρέα ο ένας του άλλου και θα γελάγαμε τρελά μέσα στα σπίτια, πίσω από τους άλλους, κάτω από τα μουστάκια μας. Τέλεια.

Ο 2ος:

Ποιον θα παντρευόμουν; Τον Μπραντ Πιτ. Θεογκόμενος, σούπερ ταλαντούχος, δεκτικός για οικογένεια. Θα έκανα 2-3 παιδιά εκπληκτικής ομορφιάς μαζί του, μια χαρά, και θα τον χώριζα αφού τον είχα κερατώσει με τον...

Ο 3ος:

...Τζιμ Κάρεϊ. Τον αγαπώ. Θα κεράτωνα τον Μπραντ Πιτ (αφού κάποια στιγμή θα με κεράτωνε έτσι κι αλλιώς, γιατί να περιμένω;) με τον απόλυτο, εκπληκτικό, υπέροχο, πανέμορφο, ταλαντούχο, μεγάλη αγάπη, Τζιμ Κάρεϊ. Τον αγαπώ.

Παράλληλα, ο κωλόγερός μου, θα έκανε κονέ με τις: Μόνικα Μπελούτσι, Σάλμα Χάγιεκ και Αντζελίνα Τζολί σε τυχαία σειρά. Ε, στο τέλος, θα πήγαινε η Μόνικα με τον Μίστερ Μπιν, η Σάλμα με τον Τζιμ, η Αντζελίνα με τον Μπραντ κι εγώ με τον κωλόγερο. Ό,τι του αξίζει του καθένα. Μην την ψάχνετε.

Υ.Γ. Αύριο, μπορεί και το απόγευμα αλλά μπορεί και μεθαύριο, θα σας πω τι έγινε ενδιάμεσα από αυτές τις θυελλώδεις σχέσεις με τον Μίστερ Μπιν, Μπραντ Πιτ και Τζιμ Κάρει. Παίζουν: Κωλόγρια, Τζορτζ Κλούνει και Μπενίτσιο Ντελ Τόρο. Αχ Βαχ Γεια σας.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007

Κωλοφωτιά.

Ανάβεις φωτιές, ανάβεις κι όλα τα καις κι απ’ όπου περάσεις κάνεις καταστροφές!! Βρε ανάβεις φωτιές, ανάβεις κι όλα τα καις, ίου ίου ίου. Κωλοφωτιά. Η γνωστή σε όλους σπιρουλίνα. ...Αχ, όχι καλέ. Μήπως νέφτι;; Μμμμ... μπααα.. Μνημιολάν!! Χαπιολάν!! Φυτολάν!! Πόσα χάπια πρέπει να πάρει κάποιος για να διαβάσει; Στα πόσα καίγεται; Εμένα πλέον το κεφάλι μου φέγγει. Το βράδυ δεν ανάβω φώτα και κάνω και οικονομία. Κάποια χάπια την ημέρα για καλύτερη μνήμη, απόδοση και ενέργεια και το κεφάλι μου έχει γίνει γλόμπος. Ιδού, κυρίες και κύριοι: Κωλόγρια - Κύρος Γρανάζης. Στο παράθυρο δεν έχω κουρτίνα. Και οι γείτονες απέναντι, που εύχομαι να μην έχουν κοιτάξει ούτε μία φορά προς τα δω, αλλά αν έχουν, βλέπουν ένα άτομο (εμένα) στο κρεβάτι να πιάνει τα μαλλιά του και να τα τραβάει, εκεί που κάθεται να πετάγεται και να φεύγει, να γδύνεται, να βγαίνει στο μπαλκόνι (όχι γδυμνή ρε καραγκιοζαίοι), να μπαίνει, να χάνεται (σε άλλα δωμάτια), να μιλάει, να μιλάει αλλά να μη βλέπουν άλλο στο σπίτι (αντιλαμβάνονται πως ομιλώ μονάχη), να ξαναβγαίνει, να ποτίζει τις γλάστρες, να μιλάει στα φυτά, να κοιτάει τσαμπουκαλεμένη αν τη βλέπει κανείς για να βρίσει, να κυνηγάει τα περιστέρια που κάθονται στα κάγκελα με φωνές, παλαμάκια και βρισιές (χτες, 4 περιστέρια παραλίγο να πάθουν έμφραγμα), να κλείνει τα πατζούρια, να ανάβει στικς και να αρωματίζει το μπαλκόνι, να μεταφέρει ρολόγια από το ένα δωμάτιο στο άλλο (αυτό δεν το βλέπουν αλλά το κάνω) γιατί δεν αντέχει να ακούει το τικ τακ, να βγαίνει έξω και να κοιτάει πάνω και να βρίζει το σκύλο χωρίς να γαβγίζει και να ξαναμπαίνει μέσα, να ξανακάθεται στο κρεβάτι και να ξαναπιάνει τα μαλλιά της και τους κροτάφους της. Μήπως παίζει τις Τρωάδες; Όχι. Έχει εξετάσεις και διαβάζει. Η Κωλόγρια - Κύρος Γρανάζης έχει εξετάσεις και θέλει να γυρίσει το χρόνο μπροστά να τελειώνει γιατί βαριέται τρελά. 800 χρονών να σπουδάζει. Που ξανακούστηκε αυτό; Βέβαια, τόσα έχει μάθει, τόσο άνοιξε το μυαλό της, τόσο γούσταρε. Αλλά τώρα, ωχ κι αμάν, αμάν, δε μπορώ μανούλα μ’ δε μπορώ!!!

Λοιπόν, από τη Δευτέρα προσπαθώ να συγκεντρωθώ και μόλις χτες το βράδυ στις 11:10 άρχισα να συγκεντρώνομαι αλλά άρχιζε η ταινία και τα’ κλεισα. Εγώ φταίω; Όχι ντάξει, διάβασα, δε λέω, αλλά είναι τόσα πολλά και βαριέμαι τόσο πολύ και το καλύτερο; Μετά από αυτό, έχω κι άλλο. Βρε ανάβεις φωτιές, ανάβεις κι όλα τα καις, ανάβεις σου λέω πολλές κωλοφωτιές! Μπαρμπούνι. ....τι μπαρμπούνι; Δεν ξέρω. Τώρα μου ήρθε. Από τα χάπια είναι. Όπως καταλαβαίνετε, έχω γίνει κάτι τις εξυπνότερη καθότι τα αγαπημένα μου χάπια λένε πως ανεβάζουν το Άι Κιου. Ο Σούζι Κιού!! Ο Σούζι Κιου!! Τώρα δηλαδή από χαλασμένο 198 που έχω, θα έχω διαλυμένο 201. (Υπάρχει το φυσιολογικό Άι Κιου και το χαλασμένο για τους ψυχανώμαλους όπως εμένα που όσο να ανέβει και να κατέβει, χαλασμένο και διαλυμένο θα είναι). Και μέχρι τέλος του μήνα, θα ανέβει μέχρι τέρμα και δε θα μπορώ να επικοινωνήσω με άνθρωπο. Πακέτο. Θα ακούω όμως τι σκέφτονται, θα ξέρω τι θέλουν και θα γνωρίσω τα πάντα. Για λίγες μέρες, θα είμαι ο φωτεινός παντογνώστης. Μετά βέβαια, το Άι Κιου θα μηδενίσει και θα είμαι πιο καθυστερημένη από τις τρίχες που βγαίνουν στα αυτιά των γέρων, αλλά δεν πειράζει. Τι να κάνω; Επίσης, η ειρωνεία είναι, ότι το Άι Κιου ανεβαίνει, αλλά η μνήμη είναι μπουρδέλο. Άρα, που εξυπηρετεί το χαπάκωμα; Στο να κάνεις οικονομία στη ΔΕΗ. Καλή φάση. Φεγγοβολάει το κεφάλι σου και κοιτάς με γουρλωμένα μάτια. Έχεις αυτόματα δύο φακούς για τη νύχτα (τα μάτια) και ελεύθερα χέρια να κρατάς ότι θες (μπαστούνι του γκολφ, ρακέτες, το καλσόν σου, να κάνεις σκοινάκι, γουατέβα). Έχω τύψεις που γράφω. Πάω να διαβάσω.

Υ.Γ. Είμαι κωλόγρια, έχω ψάξει πολύ και ξέρω τι βάζω στο στόμα μου. Τα νέα παιδιά που διαβάζουν, καλά θα κάνουν να τρώνε σωστά, να πίνουν χυμούς και να μην τρώνε μαλακίες χάπια και σιρόπια γιατί δεν κάνουν τίποτα. Είναι και φρέσκοι, νέοι οργανισμοί. Άλλη δύναμη έχουν αυτοί, άλλη οι πουρόγεροι. Τα νέα παιδιά με ένα χυμό πορτοκάλι τρέχουν μέχρι το Μαραθώνα με τα πόδια και γω με 12 χάπια, πέφτω για ύπνο. Καμία σχέση λέμε. Κι αυτά που τρώω, τα έψαξα πολύ, είναι αγιουβερδικά και απολύτως φυτικά, χωρίς καμία απολύτως παρενέργεια. Αλλά και πάλι, δε νομίζω ότι κάνουν κάτι... Προσοχή στις χημείες. Μακριά κι αλάργα!! Και αν πάρουμε κάτι, διαβάζουμε τις οδηγίες και κοιτάμε απαραιτήτως τις παρενέργειες. Η παραμικρή χημεία, η παραμικρή παρενέργεια, μας λέει ένα και μοναδικό πράγμα: ΜΑΚΡΙΑ!! Προτιμάτε σωστές τροφές, ηρεμία, μουσικούλα, αγαπούλες, ψυχραιμία, καλό ύπνο και όχι πολλούς καφέδες!! Οι καφέδες σπάνε τα νεύρα!! Καλό διάβασμα σε όσους έχουν και γεια σας γιατί καίγεται ο κώλος μου!!

Υ.Γ. Όσο για το κλανίδι που πέφτει, δεν έχω λόγια. Νομίζω, τώρα που το σκέφτομαι, πως μια πολύ καλή λύση, αν δεν ξέρω τα θέματα καλά, είναι να αρχίσω το χημικό πόλεμο, να πέσουν σαν τα κοτόπουλα και να αντιγράψω με την ησυχία μου. Τέλεια!

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2007

Συνομωσία.

Αυτές τις μέρες είχα τα γενέθλιά μου. Όπως όλες οι κωλόγριες και οι κωλόγεροι που από μια ηλικία και μετά έχουν άφεση, έτσι κι εγώ, τώρα που έκλεισα τα 387 μου χρόνια, κατέκτησα το δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω. Π.χ. να κλάνω όσο δυνατά και όση ώρα θέλω. Καταπληκτικό προνόμιο. Σας προτείνω μόλις γεράσετε να το δοκιμάσετε.
Χτες, κατάφερα να αμολήσω μία τόσο δυνατή που από το διπλανό μπαλκόνι ακούστηκε ένα «τι ήταν αυτό ρε μαλάκα;» Γέλασα με την καρδιά μου. Τόσα χρόνια κρυφή εκπαίδευση έτοιμη να αποκαλυφθεί μετά την πάροδο των 386 ετών, μου έκανε καλό. Τώρα πια, μπορώ να κλάνω όση ώρα θέλω και όσο δυνατά θέλω χωρίς να καταλαβαίνει κανείς πότε έγινε, τι έγινε, που έγινε και γιατί. Βέβαια, δεν έχω εκμεταλλευτεί ακόμα την άφεση και δεν έχω κλάσει δυνατά και βρωμερά μπροστά σε όλους για να γελάσουν. Προτιμώ από πίσω και κρυφά για να γελάω μόνη μου. Δεν είμαι και τόσο καλός άνθρωπος τώρα που το σκέφτομαι.
Σήμερα που ήμουν για καφέ με κολλητή, αμόλησα μία τόσο δυνατή που κράτησε περίπου 4 δικές της μεγάλες προτάσεις και βρώμισε όσο μισό κλούβιο αυγό. Ήμασταν βέβαια σε ανοιχτό χώρο. Υποθέτω πως άμα ήμασταν σε κλειστό, θα μύριζε όσο τρία κλούβια αυγά αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Γιορτάζοντας λοιπόν τα 387 της χρόνια η κωλόγρια αυτές τις μέρες, έριξε πολλές τέλειες κλανιές. Ίσως είναι επειδή κρύωσε η κοιλίτσα της. Ίσως είναι η ηλικία. Ποιος να απαντήσει το ερώτημα. Αν πάει σε γιατρό, θ’ αρχίσει αυτός: τι τρώτε συνήθως, παίρνετε κάποια φάρμακα, πόσο συχνά αερίζεστε κλπ κλπ κλπ που τα βαριέται η κωλόγρια και θέλει να κάνει και να τρώει ό,τι της κατέβει και να μην της δημιουργήσει κανείς τύψεις και ενοχές για το τι βάζει και το τι βγάζει. Δικαίωμά της.

Πολλαπλά φιλοσοφικά ερωτήματα έζωσαν τα γενέθλιά μου αυτές τις μέρες. Φυσικά, το υπέρτατο κλου ήρθε το βράδυ της συνομωσίας. Το βράδυ με τη μεγαλύτερη κλανιά του αιώνα.

Μεσημέρι: η κωλόγρια χτυπάει το μικρό της δαχτυλάκι στο σιδερένιο πόδι του κρεβατιού. Κλάνει από τον πόνο. Καλείται να περπατήσει γύρω στα 3 χιλιόμετρα ενώ το δαχτυλάκι μέσα στο παπούτσι κάνει μπόινγκ μπόινγκ μπόινγκ ή τακ τακ τακ, αλλά η καλή τύχη της στέλνει το λεωφορείο άσχετη ώρα από αυτή που περνάει συνήθως. Κλάνει από τη χαρά της.

Απόγευμα: πίνει καφέ με τη φίλη της και αμολάει επική πορδή 4 προτάσεων (βλ. παραπάνω)

Βράδυ: έρχεται σπίτι πτώμα. Θέλει κάνει μπάνιο ξαπλώσει ξεραθεί. Όχι. Αποφασίζει πως είναι ώρα να ψεκάσει τα φυτά που τα έχει μασήσει εκείνο το κωλομαμούνι το μαύρο που βγαίνει την άνοιξη και πάει στα φιντάνια και τα καταστρέφει. Της είπε ο φυτοτέτοιος να ψεκάσει τότε και μετά από 10 μέρες να ξαναψεκάσει. Βραδινή ώρα. Θα κοιμούνται τα μαμούνια μάλλον εκείνη την ώρα και θα τα πιάσεις στον ύπνο. Τελικά οι άνθρωποι, είμαστε πολύ πούστηδες. Όλα τα γαμάμε εκεί που δεν το περιμένουν. Αυτό όμως, είναι μια άλλη ιστορία.
Είχε ψεκάσει λοιπόν στον ύπνο των μαμουνιών, είχαν περάσει οι 10 μέρες και πριν κάνει μπάνιο ξαπλώσει ξεραθεί, βγήκε στη βεράντα να ψεκάσει ξανά στον ύπνο τους να τα αποτελειώσει. Φως μπαλκονιού φτωχό. Προσπαθεί να δει σε ποιο σημείο τα φυτά έχουν πρόβλημα αλλά δε βλέπει. Ο φυτοτέτοιος της είχε πει να ψεκάσει μόνο όπου έχει πρόβλημα το φυτό και όχι παντού. Λες και την ήξερε. Αν δεν της το’ λεγε αυτό, αυτή θα ψέκαζε και τα φυτά των γειτόνων. (Και καλά θα έκανε γιατί είναι πολύ βρωμιάρηδες αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). ‘‘Γαμώ τα 387 μου χρόνια’’ αναφωνεί αλλά καταλαβαίνει πως φταίει το φως. Κολλάει κοντά στα φυτά, αχα! να τα μαμούνια! Όπου φαίνονταν τα ψέκαζε. Τελειώνει από αυτή την πλευρά, μπαίνει στο σπίτι και βγαίνει από την άλλη μπαλκονόπορτα, ανοίγει το φως του κώλου και πάει κοντά στα φυτά. Σιγά μην έβλεπε. Σηκώνει κάτι γλάστρες ψηλά να δει που είναι τα κωλομάμουνα, αχα! εδώ! Τα ψέκασε. Αφήνει κάτω τις γλάστρες. Και αρχίζει το ματς.

Ώρα 12:30 το βράδυ. Γυρίζω με το ψεκαστήρι στο χέρι και τι να δω; Ένα κουτάβι στο πάτωμα. Το κοιτάω και σκέφτομαι φευγαλέα ‘‘μα ποιος άφησε το κουτάβι του εδώ;’’ Μα η έκλαμψη ήρθε και φώτισε το διαταραγμένο μου μυαλό. Δεν είναι κουτάβι, είναι μια γιγαντιαία κατσαρίδα.

Εδώ έπεσε η μεγαλύτερη, η βροντερότερη, η ισχυρότερη κλανιά του αιώνα. Κάποιοι νόμισαν ότι θα βρέξει και ρίχνει βροντές και έκλεισαν τα παντζούρια τους.

Η κατσαρίδα με κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα μάτια της, τίναξε το μακρύ τσουλούφι της και μου είπε σκουιιιιιικ τσσσσσγκγκγκ ιιιιιιιι!!! (μτφρ: Σε φοβάμαι!!!) Εγώ μη ξέροντας τι να κάνω, έκλασα και φώναζα αααααα!!!! Η κατσαρίδα σσκκσιιιιιιι!!!!!!! (μτφρ: Ααααααα!!!!!!!) Οι γείτονες δίπλα (οι λέχρες που λέγαμε) να γελάνε. Με τα δικά τους, άκουσαν την κλανιά, είναι μαλάκες; Δεν ξέρω. Εγώ ααααα, η κατσαρίδα σσσσσκσσσιιιι (μτφρ: ααααααα) αλλά αυτό δεν έλυνε το πρόβλημα. Η λέξη ‘‘τεράστια, τεράστια, τεράστια’’, έκανε λούπες στο μυαλό μου. Αυτή, να ανοιγοκλείνει τα μάτια της, να ανεμίζουν τα μαλλιά της μαζί με τις κεραίες και να τρέχουν τα πόδια της και μέσα στο ‘‘τεράστια, τεράστια’’, να έρχονται κι άλλες σκέψεις που να λένε ‘‘από τους γείτονες ήρθε, τους μαλάκες τους βρωμιάρηδες γαμώ το σπίτι τους’’, ‘‘μην μπει μέσα’’, ‘‘λες να έχει κι άλλες, θα πεθάνω’’ και ξανά ‘‘τεράστια, τεράστια, τεράστια’’. Πιάνω τη σκούπα. Τη στριμώχνω και τη χτυπάω στον τοίχο. Ευτυχώς η σκούπα μαλακή όπως είναι, της κατάφερε μερικές ξυλιές χωρίς να τη διαλύσει και να πρέπει να τη μαζέψω ή να ακούσω εκείνο το κρακ που προτιμώ να μετακομίσω από το να το προκαλέσω. Η κατσαρίδα γγγκκκκκσσσσιιιιιιι!!! (μτφρ: κουφάλα με έφαγες!!!) εγώ να κοντεύω να χεστώ με όλη τη σημασία της λέξεως και η σκούπα να χτυπάει κατσαρίδα-τοίχο με λύσσα.

Γύρισε ανάποδα! Ναι! Ναι! Ναι! Ναι! Σκούπα την πλακώνει, τη σέρνει στο λούκι, την πετάει μέσα, βρύση ανοίγει, νερό στο λούκι, τάπα στο λούκι, αντίο μαυροτσουλούφα.

Είμαι σε τραγική κατάσταση. Μία η ώρα το βράδυ και η αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο. Αν ήμουν σε σπίτι αλλουνού και τράβαγα κάτι τέτοιο, θα τον έσερνα στα δικαστήρια για ψυχική οδύνη.

Μπήκα μέσα, έκλεισα την πόρτα αηδιασμένη και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να ψεκάσω. ‘‘Πάλι θα πεθάνεις από τη βρώμα;’’ σκέφτομαι και ‘‘πρέπει να κλείσεις και τα παράθυρα’’. Σωστό. Η κατσαρίδα θα άλλαζε λούκι και γω θα ψόφαγα σαν το ποντίκι. Δεν ψέκασα.
Μπήκα στο μπάνιο. Η εικόνα της γιγαντιαίας μαυροτσουλούφας με τα μαύρα μάτια δεν έφευγε από το μυαλό μου. Άρχισα να λούζομαι και ξαφνικά βλέπω τις σαπουνάδες να γεμίζουν το πάτωμα. Ξέχασα να βάλω την πατσαβούρα πάνω στο σιφόνι του μπάνιου γαμώ τους υδραυλικούς, τους αρχιτέκτονες και όλους όσους έφτιαξαν τις γαμοπολυκατοικίες που να τους γεμίζει ο κώλος σαπούνι και να κλάνουν αφρόζο. Βγαίνω με τα νερά έξω από το μπάνιο. Χτυπάω τρία από τα πέντε δάχτυλα του άλλου ποδιού στο μάρμαρο της ντουζιέρας και ξεραίνομαι. Εκεί πια, αρχίζω να ρίχνω όλα τα καντήλια που ξέρω και που έχω ακούσει κατά καιρούς. Προσπάθησα να θυμηθώ κι άλλα σε ξένες γλώσσες αλλά η προσπάθεια με χαλάρωνε και συνέχισα στα ελληνικά. Μαζεύω τον αφρό, βάζω την πατσαβούρα, ξαναμπαίνω στο μπάνιο. 4 στα 10 δάχτυλα των ποδιών μου έκαναν μπόινγκ μπόινγκ μπόινγκ ή τακ τακ τακ. Ανοίγω το νερό και σε δύο σαπουνιές, το ζεστό νερό γίνεται χλιαρό. Με αναμμένο θερμοσίφωνο δύο ολόκληρες ώρες το μεσημέρι, ενώ χρειάζεται 10 λεπτά, το νερό άρχισε να παγώνει. Περίεργο. Πρόλαβε να παγώσει μέσα σε 8 ώρες; Άλλες φορές κρατάει 2 μέρες. Είπα από την αρχή όλες τις βρισιές. Θα μπορούσα να βάλω και τα κλάματα αλλά θα έπρεπε να κλείσω τα μάτια, να σφίξω τις γροθιές, να σηκώσω το κεφάλι ψηλά και δε γινόταν γιατί κάθε που έκλεινα τα μάτια έβλεπα μπροστά μου το τέρας και γενικώς αν μαλακιζόμουν κι άλλο εκεί μέσα, το νερό θα πάγωνε τελείως και δε θα μπορούσα να αποτελειώσω το γαμομπάνιο μου. Μέχρι να σκεφτώ όλα αυτά, το νερό πάγωσε τελείως. Δεν είχα άλλα μπινελίκια και αρκέστηκα στο ‘‘γαμώτο’’ επί 4000 φορές ξεπλένοντας σε φαστ φόργουορντ.

Η συνομωσία:
Όλα έγιναν για να πεθάνω. Τώρα, που έφτασα τα 387 και κατάφερα να αποκτήσω την άφεση, έχασα από μια συνομωσία. Όλα ξεκίνησαν από τη στιγμή που κάποιος έστειλε μια ελεεινή γιγάντια κατσαρίδα την κατάλληλη στιγμή σπίτι μου. Πάλεψα μαζί της, εξαντλήθηκα, έκλεισα τις πόρτες από το φόβο μου, τελείωσε το νερό, πάγωσα και θα αρχίσω να κλάνω. Οι τοξικές αναθυμιάσεις θα με σκοτώσουν στον ύπνο μου. Ακόμα όμως κι αν ξυπνήσω και θελήσω να σωθώ, δε θα μπορέσω. Είμαι τόσο κουρασμένη από τη μάχη, που αποκλείεται να αντιδράσω. Τελικά, για ακόμη μία φορά, ο σοφός λαός μας έχει δίκιο: Ο γέρος πάει ή από πέσιμο ή από χέσιμο.

Υ.Γ. Αν επιζήσω, δηλώνω πως θα κάνω μεγάλο κακό στις κατσαρίδες της γειτονιάς. Θα με θυμούνται χρόνια.

Υ.Γ. Επέζησα. Το σχέδιο δράσης «Κ387. Ο Εξολοθρευτής», θα το ξεκινήσω αργότερα γιατί τώρα έχω δουλειά.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2007

Αποφυγή Παρεξηγήσεων.

Δεν έγινε καμία παρεξήγηση και σε τούτο το ποστ, δε δίδεται καμία εξήγηση. Το θέμα που θέλομεν να αναλύσομεν διαπραγματεύεται την αποφυγήν παρεξηγήσεων με τους συνανθρώπους μας. Κατόπιν τούτου, σας ενημερώνουμε πως ξεκινούμε την όμορφην κουβέντα μας.

Αν θες να μην πλακωθείς στο ξύλο, ή το λιγότερο, να βριστείς με κάποιον, ακολούθα τις σειρές που διαβάζεις. Μια μέρα μεσημέρι πριν κοιμηθώ, σκέφτηκα όλα όσα, κάποια ή το ρεζουμέ απ’ όσα θα συναντήσεις παρακάτω και, πίστεψέ με, μια αλήθεια θα αποκαλυφθεί μπροστά σου. Λέω ασυναρτησίες; Ω! Αυτό μπορεί να το πει μόνο κάποιος που με γνωρίζει. Αλλά ποιος γνωρίζει τον άλλο όταν μετα βίας γνωρίζουμε όλοι τον εαυτό μας; Ερωτώ. Ουδείς απαντώ και λήγει η συζήτηση.

Ο διάλογος είναι αυτός που θα καθορίσει τη σχέση δύο αγνώστων και ουχί ο μονόλογος. Παρακολουθείστε δύο υποθετικούς διαλόγους. Ή μάλλον ένα υποθετικό διάλογο και ένα υποθετικό μονόλογο με το ίδιο θέμα. Μα ας πω πρώτα την υπόθεση διατί ορθώς θα κατηγορηθώ ως αποχαυνωμένη (παραθέτω την ευγενεστέραν βρισιάν που θα μπορούσε να μου δοθεί).

Η υπόθεση.

Μετακομίζει δίπλα σου μια οικογένεια. Καλή, χρυσή, άγια. Μόνο που: το σαλόνι τους είναι μεσοτοιχεία με το υπνοδωμάτιό σου. Ακούς τα πάντα. Και ναι, κάνουν φασαρία. Συνέχεια; Όχι. Τους τη δίνει κάποια βράδια, 11-2:30 συνήθως, και βάζουν διαπασών την τηλεόραση. Επίσης, τους αρέσει να βγαίνουν στο μπαλκόνι και να μιλούν στο τηλέφωνο αφού το έχουν αφήσει να χτυπήσει γύρω στις 186 φορές. Ώρα που τους αρέσει να μιλούν στο τηλέφωνό τους; 3-5 το μεσημέρι ή 11-2:30 το βράδυ. Ναι, το ξέρουν ότι είναι μεσοτοιχία. Τι έκαναν; Είπαν ευγενέστατα χίλια συγνώμη και πως δεν το ήξεραν και να τους πούμε αν ξαναγίνει και ξανά χίλια συγνώμη. Όμως: το ξανάκαναν και συνεχίζουν να το κάνουν. Σίγουρα δεν είναι από πρόθεση. Δεν γνωρίζουν πως ο τοίχος είναι σαν χαρτί, δεν ακούν ποτέ φασαρία από τη δική μας πλευρά, μα πως να ακούσουν αφού είναι υπνοδωμάτιο, φφφ, μην κολλάς σε λεπτομέρειες, ποιος θα σκεφτόταν ξανά την παρατήρηση που του έκαναν; Ενοχλεί η τηλεόραση στις 30 μονάδες του ήχου (volume); Θα τη βάζω στις 28. Μια χαρά. Αν ακουγόταν ο Τριανταφυλλόπουλος, κατά λέξη, δίπλα που κοιμούνται οι άνθρωποι, θα μας το έλεγαν. Για δεύτερη φορά. Κι όμως. Οι άνθρωποι δίπλα κολλάνε να το ξαναπούν δεύτερη φορά και είναι και λίγο σάικο. Και είμεθα εμείς. Εμείς που γράφουμε την ιστορία. Εμείς που ενοχλούμαστε. Εμείς που προτιμούμε να κάνουμε μόκο αντί να πάμε να τους κατακρεουργήσουμε γιατί έχουμε και στιγματισμένο παρελθόν με το σκύλο της από πάνω. Όχι, δεν είναι και οι δύο εστίες θορύβου και ενόχλησης στην ίδια πολυκατοικία. Ο Μέρφυ ξέρει καλά τη δουλειά του.

Πας λοιπόν να κοιμηθείς. Και ξεκινάνε οι δίπλα. Και στη δίνει. Δεν αντέχεις άλλο ρε παιδί μου. Και κάνεις πως ξεσκεπάζεσαι να πας να τους κάνεις (τη δεύτερη) παρατήρηση. Θυμός, νεύρα, τσαντίλα. Ξανασκεπάζεσαι. Κάθεσαι να το σκεφτείς λίγο. Ψυχραιμία. Δεν το κάνουν από πρόθεση. Δεν ξέρουν. Αφού τους το’ πα. Μπας και με δουλεύουν; Όχι, είχαν αληθινή, καλή φάτσα. Το στανιό μου. Ο Ευαγγελάτος ουρλιάζει. Ώρα; 2 παρά. Θέλουν κλωτσές. Πάψε. Πήγαινε αύριο να τους κάνεις παρατήρηση. Κάνε υπομονή, δε θα νυστάξουν; Κάνεις υπομονή κανά 20λεπτο, ε ναι, 2:30 δεν είπαμε πως τελειώνει η τηλεόραση; Ωραία. 2:20 σήμερα. Κέρδισα 10 λεπτά ύπνο! Δεν πήγα να τους την πω όμως. Δεν πειράζει, πας το πρωί.

Αρχίδια θα πας το πρωί, αλλά επειδή εξυπηρετεί το σενάριο, λέμε ότι πας. Και πάλι. Δεν είναι κει το θέμα. Το θέμα είναι τι λες και πως το λες όταν πας. Αυτό είναι το θέμα. Αυτή είναι η αποφυγή παρεξηγήσεων. Πώς θα κατακτήσεις τη δύναμη να κάνεις ένα διάλογο και να μην αρχίσεις να ουρλιάζεις και σάλια να πετάγονται στο πρόσωπο του άλλου και να θυμώσει και να μη βγει καμία άκρη παρά μερικές σταγόνες αίμα στο διάδρομο. Θα είναι από τη μύτη που θα του έχεις σπάσει. Μετά θα έρθει η αστυνομία, θα στην πούνε που δεν το είπες ψύχραιμα, εσύ θα έχεις μετανιώσει ήδη που βάρεσες το βλάκα. Ή δε θα έχεις ηρεμήσει και θα τα βάλεις και με την αστυνομία ουρλιάζοντας πως το είχες πει αλλά τόσο ζώα είναι που συνεχίζουν να το κάνουν και θα έχεις χειρότερα ξεμπερδέματα και πάει λέγοντας.

Μόλις ανακάλυψα νομίζω τον τρόπο που γράφουν κάποιοι τεράστια βιβλία γεμάτα σοφίες και αποφθέγματα αναμασώντας ένα πράγμα, αλλά τελικά καταφέρνουν να δίνουν στον αναγνώστη την αίσθηση πως διαβάζει πολλά περισσότερα. Φυσικά, πάντα ο τίτλος αναφέρει αυτό το ένα και μοναδικό πράγμα, αλλά μέσα, αντί να το πει σε μία πρόταση, το αναλύει σε 500 σελίδες. Γιατί να το πει σε μία πρόταση; Δεν είναι ποίηση. Αντίθετα. Προσπαθεί να αναλύσει κάτι, υποτίθεται δύσκολο ενώ θα έπρεπε να είναι εύκολο, σε πολλούς. Μου αρέσουν πολύ αυτά τα βιβλία. Μου δίνουν ηρεμία. Και με κάνουν να σκέφτομαι. Άρα, μπορείτε να συνεχίσετε το διάβασμα αυτού του ποστ. Δε θα πάθετε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σκυλοβαρεθείτε. Αν παρ’ ελπίδα βρείτε το φως το αληθινό, έχω να πω πως κάνετε κάποιο λάθος. Όποιος διαβάζει κάτι και το βάζει μετά στον κόρφο του σαν το ανάγνωσμα που του άλλαξε τη ζωή, έχω να του πω πως ο συγγραφέας του βιβλίου που πιστεύει ως Θεό, χέζει κάθε πρωί, γουστάρει τη σοκολάτα τρελά και πριν κάτι χρόνια, ξέρασε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μιας γκόμενας.

Αναρωτιέμαι πόσοι είναι ικανοί να παρακολουθήσουν όσα λέω. Μάλλον κανείς και τώρα μιλάω μόνη μου και άρα μπορώ να λέω ό,τι θέλω. Α, Ο, Ι. Α, Ο, Ι. Ασκήσεις για τους μυς του προσώπου. Σε κάνουν όμορφη και δυνατή. Λέω τελικά να συνεχίσω γιατί ακόμα κι ένας να υπάρχει που διαβάζει όσα λέω, του αξίζει για την υπομονή που έκανε. Μάλλον του αξίζει να σταματήσω για την υπομονή που έκανε αλλά εγώ θα συνεχίσω ενημερώνοντας πως έχω να γράψω ακόμα 3-4 Α4 χωρίς νόημα, μέχρι το τέλος. Ίσως αυτό γίνει το μακρύτερο ποστ στην ιστορία αυτού του μπλογκ. Είναι να μη βάλω στόχο εγώ. Άμα βάλω στόχο, είμαι πρώτη στο να αποφύγω την επίτευξή του. Συχνά αποφεύγω τόσο, ώστε στο τέλος με κυνηγάει ο ίδιος. Αλλά εγώ του το είπα. Δε σε θέλω. Εκεί αυτός. Εντάξει τότε. Κάτι θα γίνει και για σένα. Και τότε με αποφεύγει αυτός. Τα πάντα αρσενικό-θηλυκό.

Στο θέμα μας.

Κάνουν φασαρία οι δίπλα. Τους έχεις κάνει ήδη μια παρατήρηση. Συνεχίζουν αλλά χωρίς πρόθεση. Σκέφτεσαι να πας να τους μιλήσεις. Και πας. Πως τους μιλάς; Αυτό είναι το θέμα. Ένα υποθετικό σενάριο (γιατί στην πραγματικότητα υπάρχει σίγουρα και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο) και 2 διάλογοι. Εσύ και ο γείτονας. Στο ένα σενάριο, τα έχεις πάρει στο κρανίο και ουσιαστικά κάνεις μονόλογο και ίσως πέσει και ξύλο (ο λάθος τρόπος) και στο δεύτερο σενάριο, έχεις πάρει τις ανάσες σου, έχεις ηρεμήσει και έχεις πάει να κάνεις ένα υγιή διάλογο. Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι είναι ευγενέστατοι. (Αυτός είναι ο σωστός τρόπος όπως πολύ σωστά καταλάβατε).

Δεν συζητάμε το ένα και μοναδικό αληθινό σενάριο πως αν την ψάξουν για καυγά από μόνοι τους, θα μαζεύουν δόντια στις σκάλες.

Υποθετικός μονόλογος.
«Μ’έχει πιάσει λύσσα, θα τους γαμήσω ευγενικά».

Ντριν (κουδούνι πόρτας)
-Γεια σας (εμείς)
-Γεια σας (αυτοί)
-(εμείς μονότερμα) Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να χαμηλώσετε την τηλεόραση;... Γιατί ακούγεται... Γενικά σας ακούμε. Όλα τα ακούμε. Το τηλέφωνο, τα έπιπλα που σέρνετε, τη σκούπα που βάζετε, το κουδούνι της πόρτας που βαράνε τα παιδιά σας μισή ώρα μέχρι να τους ανοίξετε... αναρωτιέμαι, δεν μπορούν να κρατούν κλειδιά; Τους το απαγορεύετε εσείς; Κακώς. Μήπως υποφέρετε από κώφωση; Είναι πιθανό και γι’αυτό να βαράνε τόση ώρα το κουδούνι, να βάζετε τόσο δυνατά την τηλεόραση, να χτυπάει τόση ώρα το τηλέφωνο και να μιλάτε τόσο δυνατά. Αλήθεια, όταν βγαίνετε σε μία τόσο ήρεμη περιοχή ώρες κοινής ησυχίας στο μπαλκόνι και φωνάζετε στο τηλέφωνο και σας ακούει όλη η γειτονιά, δεν πάει το μυαλό σας πως ενοχλείτε; Πώς δεν ενδιαφέρεται κανείς για τις δουλειές σας, για τους συγγενείς σας ή για τον τρόπο ζωής σας; Προφανώς όχι. Ξέρετε, είστε πραγματικά συμπαθής και σεις και όλη σας η οικογένεια. Μιλάω ειλικρινά. Αλλά, σας παρακαλώ, προσέχετε λίγο. Σας παρακαλώ. Και αν θέλετε, η καλύτερη λύση είναι να μου δώσετε το τηλέφωνό σας ώστε αν τύχει και συμβεί άλλη φορά ώρα που κοιμόμαστε, να σας πάρουμε ένα τηλέφωνο να σας το επισημάνουμε. Εντάξει;

Αυτός λοιπόν είναι ο μονόλογος λύσσας και ευγενικού σεξ σε ευγενικούς και καλούς ανθρώπους που δεν κάνουν κάτι από πρόθεση. Ίσως περιμένατε κάτι που να είχε αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα. Αυτό το σενάριο είναι στην άλλη γειτονιά με το σκύλο της από πάνω και την ίδια την από πάνω που βασανίζεται δεμένη στο Σύνταγμα καθώς τη φτύνουν όλοι και την δείχνουν με το δείκτη του δεξιού τους χεριού γελώντας ενώ ταυτόχρονα την κυκλώνουν ασφυκτικά και ξεσφίγγουν. Σφίγγουν τον κλοιό, τον ξεσφίγγουν. Σφίγγουν, ξεσφίγγουν. Ε, σε κάποια φάση ζητάει έλεος. Τότε, την αφήνουν όλοι μα όλοι, μόνη της, μη δίνοντάς της καμία σημασία. Αυτή είναι η αντιμετώπιση ζώων με ανθρώπινα πόδια και χέρια.

Γιατί αυτός ο υποθετικός μονόλογος δεν είναι ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης;

Γιατί, ο άλλος ο άνθρωπος, δεν έχει καταλάβει εξαρχής περί τίνος πρόκειται και είναι απόλυτα φυσιολογικό καθώς δεν φαντάστηκε πως αν κατεβάσει δύο μονάδες τον ήχο δεν άλλαξε τίποτα από την πρώτη φορά που του είχατε πει πως ενοχλείστε. Κι όχι μόνο εσείς. Γιατί, το αστείο της υπόθεσης είναι, πως δεν του είχατε κάνει μόνο εσείς παρατήρηση. Του είχαν αφήσει -την ίδια μέρα- απειλητικό μήνυμα κάτοικοι άλλου ορόφου (!!!) για το θόρυβο που κάνει. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως αν ενοχλήθηκε άλλος όροφος με την ένταση της τηλεόρασης, φανταστείτε τι γίνεται με μια μεσοτοιχία. Αλλά, δεν αναλύσατε τα γεγονότα μπροστά του να τα εμπεδώσει. Ούτε στην πρώτη παρατήρηση του είπατε πως φωνάζει όταν μιλάει στο τηλέφωνο, μα τότε... ήταν μόνο η τηλεόραση το πρόβλημα. Αργότερα πρόσθεσε και το τηλέφωνο. Άρα, πώς να του το λέγατε; Έπρεπε να μαντέψετε όλες τις πιθανές εκδοχές πρόκλησης θορύβου ώστε να του τις επισημάνετε από την πρώτη φορά ώστε να μη χρειαστεί να ξαναχτυπήσετε κουδούνι; Μα το να πείτε «δίπλα στο σαλόνι σας είναι το υπνοδωμάτιό μας και οι τοίχοι είναι πολύ λεπτοί» δεν ήταν αρκετό; Για κάποιους τίποτα, ποτέ, δεν είναι αρκετό. Κάποιοι είναι άπληστοι και θέλουν κι άλλο. Μα δεν γνωρίζουν για τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα; Πφ! Πιστεύετε σε κάτι τέτοιο; Όλα αυτά λοιπόν, ο γείτονας δεν τα έχει σκεφτεί. Άρα, πρέπει να του δώσετε χρόνο να καταλάβει. Αν τον πάρετε μονότερμα, είναι πάρα πολύ πιθανό να εκνευριστεί από την επίθεση και από τη διακοπή της εκπομπής του Ευαγγελάτου που έλεγε για τις ψείρες στα σκουφάκια που πουλούνται κυρίως σε υπαίθριες αγορές αν και κρούσματα παρατηρήθηκαν και σε επώνυμα καταστήματα. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν δοκιμάζετε σκούφους το χειμώνα γιατί είναι πιθανό να κολλήσετε ψείρες αν ένας ψειριάρης το έχει δοκιμάσει λίγο πριν από εσάς. Σκεφτείτε ένα ψειριάρη που έχει βάλει στα μαλλιά του κερί ή μπριγιαντίνη και φοράει ήδη ένα δικό του σκούφο. Οι ψείρες εγκλωβίζονται στο κερί, πίεση ασκείται πάνω τους από το σκούφο του ψειριάρη και δυσκολεύονται να μετακινηθούν. Πάει ο ψειριάρης σε μία υπαίθρια αγορά γιατί αν πάει σε ένα καλό κατάστημα, θα τον προσέξουν οι άνθρωποι της ασφάλειας. Εδώ αρχίζει να θίγεται και το πρόβλημα των δύο κοινωνικών τάξεων, πλούσιων και φτωχών. Η απόδειξη του γιατί οι πλούσιοι είναι καλό να απέχουν από τους φτωχούς. Μπορεί να κολλήσουν ψείρες. Μα πώς; Πάει ο ψειράρης με τις κολλημένες από κερί ή μπριγιαντίνη στα μαλλιά του και καταπιεσμένες από το σκούφο του ψείρες και δοκιμάζει ένα καινούριο σκούφο. Οι ψείρες, αντιλαμβάνονται τον φρέσκο αέρα και σε σύντομο χρόνο την αίσθηση ενός καινούριου υλικού, μαλακού και φρέσκου. Έτσι, γατζώνονται στον καινούριο σκούφο. Ο ψειριάρης βγάζει το σκούφο, τον αφήνει εκεί που τον βρήκε και φεύγει. Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε πως ο ψειριάρης έχει πάρα πολλές ψείρες και δεν του υπολλείπονται. Εντωμεταξύ, γεννάνε και σαν τρελές οπότε, έχει παραγωγή για όλους τους σκούφους του κόσμου. Αυτό, τον καθιστά επικίνδυνο. Εδώ, θίγεται το θέμα της τρομοκρατίας. Ο επικίνδυνος ψειριάρης το κάνει από άγνοια ή μήπως είναι ένας νέος τρόπος τρομοκρατίας; Θα γίνει πόλεμος; Βόρειοι και Νότιοι; Πλούσιοι και φτωχοί; Εμφύλιος; Παγκόσμιος; Είναι και η τρύπα του όζοντος. Πώς θα αντιδράσει ο πλανήτης σε ένα χημικό πόλεμο; Η συζήτηση ανάβει. Και συ, εκείνη τη ώρα του χτυπάς το κουδούνι και τον πιάνεις μονότερμα, τον λες κουφό και του ζητάς και το τηλέφωνό του για να του την ξαναπείς άμα χρειαστεί. Συγνώμη, αλλά καταλαβαίνεις πως μπορεί και να σε γαμήσει.

Γι’ αυτό, αν θες να κερδίσεις το δίκιο που έτσι κι αλλιώς έχεις αλλά δυστυχώς τίποτα δε χαρίζεται σε αυτή τη ζωή και πρέπει να σκιστείς να το κερδίσεις, πρέπει να δώσεις στο γείτονα το χρόνο να βγει από το τόσο ενδιαφέρον θέμα με τις ψείρες και να μπει όμορφα και απαλά στο θέμα με το θόρυβο που προκαλεί έχοντας στη διαπασών το συγκεκριμένο θέμα και σε υποχρεώνει να το ακούσεις και έτσι έχεις φτάσει στα πρόθυρα νευρικής κρίσης: ακούγοντας μαλακίες.

Άρα: τι κάνεις;
Μετά το χαιρετισμό, του λες μία και μοναδική πρόταση δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να καταλάβει περί τίνος πρόκειται και να απαντήσει.
Δείτε τον δεύτερο υποθετικό διάλογο που είναι και ο σωστός τρόπος αποφυγής παρεξηγήσεων για να καταλάβετε.

Υποθετικός διάλογος
«Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι, αν μη τι άλλο».

Ντριν (κουδούνι πόρτας)
-Γεια σας (εμείς)
-Γεια σας (αυτοί)
- Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να χαμηλώσετε την τηλεόραση;
-Ακούγεται; Χίλια συγνώμη! Χίλια συγνώμη!!
-Εντάξει, απλώς προσέχετε λίγο γιατί οι τοίχοι είναι πολύ λεπτοί...
-Πω πω, μας συγχωρείτε πολύ, χίλια συγνώμη, δε θα ξαναγίνει!
- Χαχα (χαμόγελο απαλό) εντάξει, εντάξει, απλώς λίγη προσοχή. Και όταν μιλάτε στο κινητό στο μπαλκόνι, αν θέλετε, όλα ακούγονται...
-Χίλια συγνώμη...
-Θέλετε να μας δώσετε το τηλέφωνό σας ώστε να σας πάρουμε εάν ξανασυμβεί να μη σας ανησυχούμε και πρέπει να βγαίνουμε και με τις πυτζάμες από το σπίτι;
-Βεβαίως! Βεβαίως! Το συζητάτε;;; Μισό λεπτό να σας το γράψω κάπου...
...........
-Ορίστε. Και χίλια συγνώμη, πραγματικά...
-Εντάξει, καληνύχτα σας.
-Καληνύχτα σας. Συγνώμη.


Αυτός ήταν ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης μιας κατάστασης. Αυτός είναι ο τρόπος που θα αποφύγετε κάποια παρεξήγηση που θα σας έκανε να χάσετε το δίκιο σας. Επισημαίνουμε πως η σημαντικότερη προϋπόθεση είναι η ευγένεια και από τις δύο πλευρές. Αν σε περίπτωση, επαναλαμβάνουμε, ο έχων άδικο σηκώσει μπαϊράκι, τότε μπορείτε να τον πάρετε και να τον σηκώσετε τον ίδιο και να τον πετάξετε στα βράχια ή στις σκάλες ή πάνω στο ασανσέρ. Αναλόγως σε ποια θέση βρίσκεστε, ποια στάση σας βολεύει και αν είστε δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας. Εξαρτάται επίσης, πόσο δυνατός, ψηλός, κοντός, χοντρός, όμορφος ή άσχημος είστε. Επίσης, αν τα πάτε καλά στη δουλειά σας, αν έχετε ή δεν έχετε γκόμενα. Αν είστε ή δεν είστε ευχαριστημένος γενικότερα με τη ζωή σας. Πόσο τολμηροί ή δειλοί είστε. Αν, απλούστατα, κοιμάστε και γενικά ξεκουράζεστε, αυτή την εποχή. Από όλα αυτά και άλλα τόσα, εξαρτάται τόσο ο τρόπος επίθεσης, όσο και ο βαθμός έντασης της επίθεσης. Γι’ αυτό, ο έχων άδικο, καλά θα κάνει να το βουλώσει. Για το δικό του συμφέρον. Έτσι λοιπόν, με τη σωστή συμπεριφορά του αδικαιολόγητου και με την ευγένεια του ενοχλημένου, όλα θα τελειώσουν ήσυχα και ωραία με όνειρα γλυκά κι λατρεμένα. Αχ ρε πούστη.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

Για την Αμαλία.

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»
(Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα. Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com/, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος. «Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.» (Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.
* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων
(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").