Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Lost, εντελώς όμως.

Γαμώ το Lost μου μέσα γαμώ. Να τελειώσει το γαμημένο να ησυχάσω, να ελευθερωθώ, να γλιτώσω! Τους βλέπω και στον ύπνο μου πια γαμώ την πουτάνα μου δηλαδή. Κοιμάμαι και βλέπω δάση, κόσμο να τρέχει με όπλα στη ζούγκλα, ταλαιπώρια λέμε. Τελειώνει όμως και θα ησυχάσω επιτέλους. Και μετά θα πάω διακοπές. Χωρίς λεφτά. Και γι' αυτό θα πάρω μαζί μου το λαπτοπ. Θα ζήσω που θα ζήσω την περιπέτεια, να μην τα γράφω να διασκεδάζουμε; Ποιος ξέρει τι θα γίνει; Σε ποια παγκάκια θα ξαγρυπνήσω, σε ποιες ταβέρνες θα τρώω τα αποφάγια των άλλων, ποιανών τα ποτά θα πίνω στα μπαρ, που θα ξαποσταίνω το κορμάκι μου... Ποιος ξέρει αν τελικά γίνω κλέφτρα, πόρνη.. ποιος ξέρει.. Με ένα φίλο λέγαμε στο τηλέφωνο πως μια καλή ιδέα είναι να καθόμαστε στο λιμάνι του νησιού και μόλις σκάει ο κόσμος να τους λέμε πως άμα μας δώσουν ένα ευρώ θα τους λέμε που είναι οι καλές παραλίες. Μετά είπαμε να μη φοράμε ρούχα και να το κάνουμε αυτό για να βγάζουμε περισσότερα και στο τέλος καταλήξαμε να λέμε μήπως να γίνουμε ζιγκολιάρηδες (πόρνοι για γέρους).

Που πας χωρίς λεφτά ρε Καραμήτρο; Να σου πω. Όταν το κανόνισα έβλεπα Lost και δεν σκεφτόμουν καθαρά. Το κανόνισα, κλείσαμε και ξαφνικά, προχτές ήτανε θαρρώ, ήμανε ξαπλωμένη στον καναπέ, και κει που είχα τα μάτια μισόκλειστα και παρακολουθούσα σε μια σχετική ψιλοντάγκλα, ξαφνικά γούρλωσα τα μάτια και έμεινα κάγκελο. Πιστεύω πως αν ήταν κάποιος μαζί μου, ενδεχομένως να νόμιζε πως κάτω από μένα, υπήρχε τρύπα στον καναπέ και κάποιος μου έβαλε ένα πυρωμένο σίδερο στον κώλο. Αλλά όχι. Απλώς συνειδητοποίησα μέσα στη σχάση και την τύξη μου ότι δεν έχω λεφτά κι ότι έχω κανονίσει να λείπω τουλάχιστον 15 μέρες. Μόλις το συνειδητοποίησα, πάτησα pause, μη χάνω και το Lost, κρίμα είμαι, μετά δε θα καταλαβαίνω και θα βρίζω, έκατσα στον καναπέ, τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν γιατί ακόμα ήταν γουρλωμένα, πήγα στην κουζίνα, ήπια νερό, πήγα στο μπάνιο, έριξα ένα κατούρημα, επέστρεψα στο σαλόνι και ξαναξάπλωσα στον καναπέ με τα μάτια γεμάτα δάκρυα γιατί ακόμα δεν είχαν κλείσει από το σοκ της συνειδητοποίησης που είχα υποστεί προηγουμένως. Τελικά τα έκλεισα, αναστέναξα βαθιά, πάτησα play και συνέχισα ακάθεκτη.

Τι να κάνω; Τώρα ό,τι έγινε έγινε. Θα πάω και θα δούμε. Δεν μπορώ να σας πω που θα πάω γιατί φέτος θα πάω σε δημοφιλή νήσο αρχικά που θα είναι πολύς λαός λέμε και μπορεί και σεις και δε θέλω να έχετε το νου σας για μία που σας κοιτάει και μετά θα πάω στο νησί μου όπου εκεί θα γελάσουμε χοντρά καθώς ούτε ξέρω που θα μείνω και τι θα γίνει γιατί εκεί είναι που θα πέσει η πείνα, η πουτανιά, οι κλεψιές κλπ. Έτσι δε γίνεται πάντα; Δεν πας διακοπές κάπου και αρχικά είσαι λαρτζ και "κερνάω εγώ", "άσε ρε φίλε που θα μου δώσεις ένα ευρώ" και προς το τέλος των διακοπών είσαι "αυτό που άφησες στο πιάτο σου, θα το φας;" ή "μου χρωστάς 20 λεπτά ρε μαλάκα". Έτσι γίνεται στάνταρ. Έτσι κι εγώ αλλά χειρότερα. Γιατί στην αρχή θα είμαι "αυτό που άφησες στο πιάτο σου θα το φας" και "μου χρωστάς 20 λεπτά ρε μαλάκα" και άρα μετά γύρευε τι θα γίνει, επικίνδυνα προβλέπονται τα πράγματα.

Έχω σαπίσει εντωμεταξύ και θέλω να σας βάλω τις φωτογραφίες από Κύπρο να κλάψουμε με τα κέρινα ομοιώματα, θέλω να φτιάξω ένα βίντεο.. Υπόσχομαι να τα κάνω πριν φύγω, ώστε να υπάρχει ψωμάκι μέχρι το πρώτο review από τις διακοπές που γύρευε πως θα είναι. Ας πω όμως συνοπτικά αυτά που θέλω προς το παρόν και θα κλείσω με την επική συζήτηση εμού και της μητρός μου όπου στο τέλος αυτής, βγήκα από τα ρούχα μου, άρχισα να ουρλιάζω και με άκουσε όλη η περιφέρεια.

Διακοπές, Μέρος 1ο. Ένα νησί. Τρία κορίτσια, ένα αγόρι. Το αγόρι φεύγει στα μισά, τα τρία κορίτσια μένουν μόνα. Το ένα απ' αυτά είμαι εγώ. Κανείς δεν έχει πολλά λεφτά, όλοι είναι τρελοί ή τουλάχιστον ημίτρελοι στην παρέα με τάσεις μανιοκατάθλιψης στα όρια της σχιζοφρένειας. Καλά παιδιά όμως όλα. Επίσης, δεν έχω πάει με κανένα απ' αυτά τα παιδιά διακοπές μαζί ποτέ.

Διακοπές, Μέρος 2ο. Ένα νησί. Το γνωστό. Με την ανηψιά, την ξαδέρφη, τη θεία, τις φανταστικές παραλίες. Εκεί θα πάω μόνη. Και ούτε ξέρω που θα μείνω. Μάλλον στο κάμπινγκ με βλέπω. Και θα γελάσουμε. Γιατί και άφραγκη θα είμαι μιας και θα είμαι μιζερολάρτζ όσο θα είμαι στο προηγούμενο νησί, συν ότι θα πέσω πάνω στον 15Αυγουστο που θα γίνεται της καριόλας και όλοι έχετε καταλάβει πόσο μου αρέσει να γίνεται της καριόλας ε; Πόσο γουστάρω να ακούω φλάπα φλούπα τις σαγιονάρες, να καρφώνουν πασαλάκια στις δύο το πρωί και να περιμένουν τα κουνούπια μαζί με τα μυρμήγκια έξω από τη σκηνή μου πότε θα έρθω να μπούμε όλοι μαζί μέσα να κάνουμε τρελό παρεάκι. Αλλά δε με πειράζει. Γιατί πάντα με το στραβό πάει σετάκι και το ίσιο. Τι εννοώ. Γιν Γιανγκ. Μαύρο Άσπρο. Καλό Κακό. Με πιάνετε; Μπα; Να εξηγήσω. Θα κοιμάμαι στο δρόμο χωρίς λεφτά στο νησί μου; Δεν πειράζει. Γιατί θα είναι η κολλητή μου με μεγάλη παρέα στο ένα σημείο και λίγα μέτρα παρακάτω θα είναι ο κολλητός με άλλη μεγάλη παρέα. Δεν το λες κακό αυτό. Πρώτα απ'όλα με ξέρουν και με συμπαθούν όλοι απ'όσο γνωρίζω. Μια μπουκίτσα φαγάκι να ζητάω από τον καθένα κάθε μέρα, μέχρι που θα παχύνω κιόλας. Να κάνω ένα ντουζάκι στο δωματιάκι τους θα με αφήσουν. Να ξεμείνω κανένα βράδυ στην αγκαλίτσα κανενός θα μου το επιτρέψουν, οπότε; Μ' αυτά και μ'αυτά ίσως το γλιτώσω το παγκάκι. Οπότε σαν κολαούζος, χίπουρας, βδέλλα και μύκητας φέτος, ίσως να τη βγάλω. 

Και τώρα η συζήτηση με τη μάνα. Γιατί αρχικά ήταν να γίνουν τελείως διαφορετικά τα πράγματα στο νησί μου και να μην χρειάζεται να γίνω τσιμπούρι στον κοσμάκη. Αλλά και τέλος πάντων. Σημειώστε πως η παρακάτω συζήτηση έγινε σταδιακά, μέσα σε 2-3 μέρες δηλαδή, με αποκορύφωμα το τέλος της κουβέντας που η μάνα με πήρε το βράδυ αργά ενώ έπινα την μπυρίτσα μου με την κολλητή μου στο γνωστό μπαρ με το φίλο μπάρμαν. 

Η φάση ξεκίνησε μια ωραία μέρα πριν καιρό. Μου λέει η μάνα:
-Παιδί μου, μου είπε ο ..... ότι έχει μια ωραία γκαρσονιέρα στην ...(νησί) και ότι μπορείς να πας όποτε θες!
-Ναι; Καλά, αν είναι θα σου πω.
Περνάει ο καιρός, έρχεται η ώρα να σκεφτώ τι θα γίνει με τις διακοπές, έρχεται η πρόταση από τους φίλους για το πρώτο νησί το οποίο είναι δίπλα στο δικό μου, οπότε λέω δεν πάω, τσάμπα θα είναι, ωραία φάση. Το λέω στη μάνα μου.
-Έλα, μπορείς να ρωτήσεις σε παρακαλώ αν παίζει η γκαρσονιέρα γιατί σκέφτομαι να πάω;
-Θα πάρω τηλέφωνο παιδί μου και θα ρωτήσω αλλά είναι σίγουρο, κανόνισε με όποιον θες να πας!
-Καλά, μίλα πρώτα να το επιβεβαιώσεις και βλέπουμε.
Με παίρνει μετά από κάποια φάση και μου λέει:
-Μίλησα μαζί του και μου είπε ό,τι θες, όποτε θες, όσο θες, ό,τι γουστάρεις. Να πάρεις παρέα να πάτε παιδί μου.
-Αχ ωραία, ευχαριστώ πολύ!
Κανονίζω με τη μία φίλη που θα είμαστε μαζί στο πρώτο νησί να έρθει μαζί μου μιας κι αυτή δεν είχε τι να κάνει μετά και κρίμα είναι, τσάμπα μέρος για ύπνο, δικό μας, ωραίες παραλίες, γουάι νοτ. Χαιρόμαστε. Χτυπάει το τηλέφωνο αργότερα. Η μάνα.
-Έλα παιδί μου, ξέχασα να σου πω ότι δεν έχει νεροχύτη.
-....Ντάξει, δε γαμιέται; Ψυγείο έχει;
-Κάτσε να ρωτήσω και θα σου πω.
Περνάει λίγη ώρα. Με ξαναπαίρνει.
-Όχι, δεν έχει ψυγείο.
-Και τι θα κάνω ρε μαμά άμα θέλουμε κάτι;
-Από πάνω μένει ο άνθρωπος, ό,τι θέλετε θα πηγαίνετε εκεί.
-Δηλαδή άμα θέλω νερό στις 3 το πρωί θα του χτυπάω το κουδούνι; ....(το ξανασκέφτομαι, τσάμπα είναι, θα έχω ένα νερό εκεί το βράδυ, σιγά, πόσο να βράσει)... Καλά, τέλος πάντων.
-Επίσης, δεν έχει πλακάκια στο μπάνιο.
-....Με δουλεύεις; Πόρτα έχει;  Ή έχει καμία κουρτίνα με κορδελάκια να τα δένεις σε πρόκες στον τοίχο;
-Όχι παιδί μου, τι είναι αυτά που λες;! Ωραιότατο είναι το σπίτι, με διπλό κρεβάτι μεγάλο, πολύ ωραίο!
Δε γαμιέται, σκέφτομαι, άντε, ας μην έχει ούτε πλακάκια. Το φτιάχνει ο άνθρωπος, ντάξει. Κλείνουμε το τηλέφωνο. Κι αφού έχουμε κανονίσει καλά καλά, με παίρνει την επόμενη μέρα και μου λέει:
-Ξέρεις, το σπίτι δεν έχει ρεύμα.
Όπως καταλαβαίνετε με έπιασε κρίση.
-ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ; ΤΙ ΜΟΥ ΛΕΣ; ΜΕ ΦΤΙΑΧΝΕΤΕ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΜΟΥ ΤΑ ΒΓΑΖΕΤΕ ΕΝΑ ΕΝΑ; ΜΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΕΡΟΧΥΤΗ, ΜΙΑ ΠΛΑΚΑΚΙΑ, ΟΥΤΕ ΡΕΥΜΑ, ΧΕΣΕ ΜΕ, ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΚΑΜΠΙΝΓΚ!
-Όχι παιδ... 
-Άσε με, δεν πειράζει, τα λέμε μετά. (Το έκλεισα).
Φυσικά λέω στη φίλη ότι δεν παίζει να έρθει, εγώ κάπου θα βρω να γείρω αλλά να τραβολογάω κι άλλον μαζί μου δε λέει. Της ζητάω συγνώμη και σκέφτομαι το άγνωστο που θα βρεθώ. Την επομένη, κανονίζω να βρεθώ με την κολλητή μου που θα είναι στο νησί με την παρέα της. Και είναι βράδυ, μιλάμε, πίνουμε τη μπυρίτσα μας ωραία-ωραία και χτυπάει το τηλέφωνο. Η μάνα. Το σηκώνω.
-Έλα. Πήρε φωτιά η αποθήκη του Σαμ και κινδυνεύει η Λόλα;
-Τι;
-Τίποτα. Πες μου.
-Λοιπόν, άκου. Μίλησα με τον ..... και μου είπε να μη στενοχωριέσαι, θα σου κατεβάσει από πάνω ένα ωραίο πολύπριζο....
Στη λέξη "πολύπριζο" νομίζω έπαθα αυτό που λένε "πυρηνική τύξη" και ανατινάχτηκε το μυαλό μου. Εκεί πια, άρχισα να ουρλιάζω. 
-ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ; ΠΟΣΟ ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ; ΜΕ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΟ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΑΛΑΚΙΑ; ΘΑ ΜΟΥ ΚΑΤΕΒΑΣΕΙ ΠΟΛΥΠΡΙΖΟ; ΔΗΛΑΔΗ ΘΕΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΟΤΙ ΘΑ ΕΧΩ ΠΟΡΤΑ Ή ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ ΤΑ ΚΑΛΩΔΙΑ, ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΟ ΠΟΛΥΠΡΙΖΟ ΝΑ ΠΑΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΠΑΝΑΚΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ; Ή ΜΗΠΩΣ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΝΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΩΡΑΙΟ ΔΙΠΛΟ ΚΡΕΒΑΤΙ; ΑΛΗΘΕΙΑ, ΔΕ ΡΩΤΗΣΑ, ΠΑΤΩΜΑ ΕΧΕΙ; 
Όπως καταλαβαίνετε, η καημένη η μαμά μου να βοηθήσει ήθελε αλλά η λέξη "πολύπριζο" και η όλη εικόνα να μένω στο γιαπί χωρίς νεροχύτη και πλακάκια και με κρεμασμένα καλώδια για να έχω ένα ωραίο διπλό κρεβάτι, με τρέλανε. Οπότε κάμπινγκ μάλλον έχει το μενού. Βεβαίως όλα θα εξαρτηθούν από την αφραγκία. Οπότε μπορεί να μείνω και στο γιαπί. Γι' αυτό σας λέω, θα γελάσουμε. Αυτό το καλοκαίρι, μη χάσετε επεισόδια από το μπλογκ σας λέω. Μυρίζομαι τρελό ψωμάκι. 

Καλές διακοπές εύχομαι σε όσους θα πάνε, να είστε όλοι καλά, να περάσετε όλοι καλά όπου κι αν είστε και να χαμογελάτε, αυτό μας έμεινε. Φιλιά. Θα τα λέμε :)

Υ.Γ. Γυφτιά, ξεγυφτιά, θα το πω. Όποιος δεν έχει αγοράσει το βιβλίο μου είναι μεγάλος μαλάκας γιατί είναι τέλειο για την παραλία! Αλλά ξέρω γιατί το κάνετε. Για να κοιμάμαι στα παγκάκια και μετά θάνατον να πάτε να τα αγοράσετε όλα να παίρνουν τα λεφτά  οι άσχετοι γαμώτ#%^$##@!!!!


Υ.Γ. Μη με παίρνετε σοβαρά, ξέρω ότι έχουν σφίξει ολονών οι κώλοι.  (Παλιομαλάκες. Φλώροι. Αντηλιακά ξέρετε να παίρνετε). 




Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Κύπρος. Lost in Space.

Χαίρετε και γεια σας. Ελπίζω πριν λιώσω τελείως κι εντελώς, να προλάβω να σας γράψω κει δυο λόγια. Ζέστη από τις λίγες. Αλλά και από Ελλάδα που πήρα ραπόρτο, έμαθα ότι καίγεται ο τόπος. Ελπίζω όμως ν' αλλάξει αυτό μέχρι να επιστρέψω, κι αυτό θα συμβεί εντός των ημερών εκτός αν πέσει το αεροπλάνο και βρεθώ σε κανένα νησί με άλλους 40 επιβάτες που επέζησαν μαζί με μένα και κει έχει κρυφές καταπακτές, τρελούς επιστήμονες και μεταφυσικά τέρατα καθώς και συναντήσεις με νεκρούς και καταστάσεις από την τωρινή ζωή μου. Στην περίπτωση αυτή, κλάψτε με αν θέλετε, πάντως εγώ θα περνάω γαμάτα γιατί καλύτερα αυτή τη στιγμή να είσαι ναυαγός σε νησί παρά κάτοικος της Ελλάδας. Τέλος πάντων, δεν εύχομαι να πέσει το αεροπλάνο γιατί δεν φταίνε οι άλλοι άνθρωποι επειδή εγώ έχω περίεργη λογική. Τέλος πάντων, τέλος πάντων.

Ζέστη εδώ είπαμε. Καλά είναι όμως. Αν εξαιρέσεις ότι λιώνουμε και δεν ανοίγουμε air condition για να υποστηρίξουμε και μεις με τον τρόπο μας την όλη φάση με το ρεύμα και το πρόβλημα που έχουν οι άνθρωποι λόγω της έκρηξης, τα άλλα είναι καλά. Πάντως το ότι οι υπόλοιποι ΚΥΠΡΙΟΙ γείτονες εδώ τα ανάβουν τέντα να μην ιδρώσει η κωλοχαράδρα τους και τους πιάσει φαγούρα, με εκπλήσει ελαφρώς αλλά δεν θα σχολιάσω, βαριέμαι, ζεσταίνομαι.

Περάσαμε μπροστά από το στρατόπεδο που έγινε η έκρηξη. Καλά. Γάμα τα. Τα κιγκλιδώματα σπασμένα μαζί με κάτι ταμπέλες που έχουν στραβώσει, αποτελούσαν ένα θέαμα ελαφρώς σοκαριστικό, για να μη σχολιάσω τις ανατριχίλες από τις εικόνες στην τοπική τηλεόραση. Τέλος πάντων. Καιρός να περάσουμε στις μαλακίες που είδα, άκουσα κι έκανα γιατί αρκετά με την πίκρα. Δε θέλω άλλο.

Λοιπόν, πήγαμε και είδαμε το CARS 2. Γαμηστερό φίλοι μου. Πολύ μου άρεσε. Ήταν, θεωρώ εγώ, κατάλληλο για μεγαλύτερα παιδιά μιας και είχε περίεργα αστεία και λίγο δύσκολη πλοκή, καθώς και αναφορές σε πράγματα που δεν πιστεύω πως μικρά παιδάκια γνωρίζουν, όπως για παράδειγμα την περσόνα του James Bond, αλλά εμένα, που είμαι μεγαλύτερο παιδάκι, πολύ μου άρεσε. Τώρα χτυπιέμαι για τον Χάρυ Πότερ αλλά δε με πάνε, μου είπαν να πάω στην Αθήνα, πολύ μαλάκες οι γονείς εδώ, τώρα που λείπουν θα τους κάνω το σπίτι πουτάνα για να μάθουν. 

Πήγα και εκδρομή με το Νηπιαγωγείο. Καλά, αυτά που κάνω δεν υπάρχουν. Ώρες-ώρες σκέφτομαι τι κάνω, που βρίσκομαι, τι συμβαίνει και αναρωτιέμαι αν τελικά είμαι σχιζοφρενής, έχω διπλή ζωή, δεν ξέρω τι γίνεται. Πάντως πήγα εκδρομή με το νηπιαγωγείο στο μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων. Έχει. Πώς δεν έχει; Μαλάκες είστε; Και δεν μπορείτε να φανταστείτε τι γέλιο έριξα. Μα τι γέλιο έριξα. Πρώτα απ' όλα ο οδηγός ήταν αλλήθωρος με φωτοφοβία και είχε το ένα μάτι κλειστό. "Ωραία", λέω στην κουμπάρα μου πριν ξεκινήσουμε. "Αν ακούσεις καλπασμό και δεις μια μαύρη σκιά δίπλα σου, μη φοβηθείς, ο Χάρος θα είναι που ήρθε να μας πάρει. Απλώς γύρε δίπλα μου, φίλησέ με να με αποχαιρετήσεις, σήκω και φίλα τα παιδιά σου αν προλαβαίνεις και μετά κάτσε στωικά και περίμενε γιατί θα έχει έρθει η ώρα μας", συνέχισα. Γελούσε το βλαμμένο και δεν με πήρε σοβαρά. Όπως καταλαβαίνετε επιζήσαμε και μια χαρά ήταν ο οδηγός και δε θέλω να λέω μαλακίες για τους άλλους γιατί εγώ δεν είμαι καλύτερη από τον πιο μαλάκα, αλλά άμα βλέπεις κάποιον με πρόβλημα στα μάτια να οδηγεί λεωφορείο με 55 μωρά, τι να πω; Τι να σκεφτώ; Είναι όπως στην Ελλάδα, που όλοι, μα όλοι σχεδόν οι οδηγοί των σχολικών είναι 78 χρονών με 6 μπάι-πας ο καθένας. Λες και περνάνε τα παιδιά δοκιμασία του τύπου αν δεν πεθάνει ο οδηγός εκεί που πηγαίνει και επιζήσουν τελικά τα παιδιά μέχρι να πάνε Γυμνάσιο, ε τότε έπρεπε να ζήσουν, κάτι σαν Καιάδας αλλά σε σχολικό. Τι να πω ρε πούστη μου πραγματικά. 

Στο λεωφορείο πηγαίνοντας στο μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων, έζησα μαγικές στιγμές. Γιατί δε φτάνει που τσίριζαν τα παιδάκια, είχε βάλει και ο οδηγός τέντα μουσική με μπόλικα παράσιτα και ήταν πάρα πολύ ωραία. Το πιο ωραίο ήταν που κάποια στιγμή μία συνοδός τον φώναζε επανειλλημένως μέχρι να γυρίσει (και κείνη την ώρα πήγαινε με 110 ενώ το όριο ήταν μόλις 65) και να τον ρωτήσει τι αυτοκόλλητο ήταν στο τζάμι δίπλα του. Καλό; Ο οδηγός γύρισε και ξαναγύρισε και γω έκανα το σταυρό μου και με πέρασαν για θεούσα. 

Όταν φτάσαμε στο Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων κόπηκε το ρεύμα. Πόσο γαμάτο; Και τώρα ήρθε η ώρα να σκεφτείτε. Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων. Κύπρος. Δίπλα στην Ασία και την Αφρική. Ζέστη. Διακοπή Ρεύματος. ...Κάνατε το συνειρμό ή ακόμα; Με τη σκέψη και μόνο, πήγα τρέχοντας στην κουμπάρα μου, έκανα το παράλυτο και της έδειχνα πώς θα είναι μέσα τα ομοιώματα. Και μαντέψτε. Είχα δίκιο. Όλα είχαν πεσμένο κεφάλι. Λες και είχαν παραιτηθεί από τη ζωή ήταν. Τέτοια κατάθλιψη με τρελό γέλιο ταυτόχρονα, χρόνια είχα να ζήσω. Παράλυτα κέρινα ομοιώματα με πεσμένα κεφάλια, χωρίς χέρια, να περισσεύουν πόδια άσχετα, το τι γέλιο έριξα δε λέγεται. Άσε που ήταν τρομακτικό το θέαμα και έλεγα στη νηπιαγωγό ότι θα της κάνουν μήνυση οι γονείς γιατί θα βγάλει σέκο πολλά παιδάκια από κει μέσα. Παράλληλα γελούσα και έβγαζα φωτογραφίες. Θα τις αναρτήσω προσεχώς αυτήν την εβδομάδα στο facebook, πω πω, το σκέφτομαι και γελάω, δεν υπήρχε το θέαμα. Και πραγματικά, ήταν κάποια παιδάκια τα οποία ερχόταν κοντά μου και μου έλεγαν ότι είναι τρομακτικά εκεί και φοβούνται και αντί να τα τρομοκρατήσω όπως θα έκανε ένας πραγματικά σκατένιος χαρακτήρας, τους είπα ότι είναι ψεύτικα και να μη φοβούνται και τους έδειχνα τις φωτογραφίες που τραβούσα και είχαν φλας και φαίνονταν το αίσχος τους σε όλο τους το μεγαλείο. Έτσι τα παιδάκια χαλάρωναν λίγο και κοιτούσαν τα τέρατα με νέο ενδιαφέρον. Έχω να πω επίσης πως τα ομοιώματα, λέμε τώρα, φωτίζονταν από black light. Πόσο κουλ; Μιλάμε σφιγγόμουν σε όλη τη διαδρομή, η οποία να κράτησε και 5μιση λεπτά, να μην γελάσω δυνατά. Να, σαν τώρα το θυμάμαι, σε ένα πιάνο, ο Μάριος Τόκας να παίζει και πάνω στο πιάνο φωτογραφία του Τερζή με τον Τόκα αγκαλιά. Τέχνη ρε σεις. Και δίπλα ο Μακάριος και πιο δίπλα, απόσταση μισό μέτρο, ο άνθρωπος που πριν λίγα χρόνια είχε ανέβει σε ένα στύλο να κατεβάσει την τουρκική σημαία και τον καθάρισαν; Οι παλιοί θα το θυμάστε. Και δίπλα απ' αυτό, ο Μπάτμαν με τον Σπέισ Ινβέιντερ και τους Πειρατές της Καραϊβικής. Απολαυστικές στιγμές. 

Εννοείται ότι περιμέναμε να έρθει το ρεύμα για να μπούμε, έτσι; Και εννοείται πως όσο δεν είχε ρεύμα, τα πιτσιρίκια έπαιζαν και μεις βαριόμασταν μέχρι να πεθάνουμε. Εγώ δηλαδή. Τέτοια σαπίλα καιρό είχα να νιώσω. Αφού πήγα βόλτα στο σούπερ μάρκετ που έχει απέναντι, μετά γύρισα πάλι, έκανα βόλτα σε κάτι χωράφια, ξαναγύρισα, ξαναπήγα από δω κι από κει, έβγαλα κάτι μπάζα φωτογραφία να έχω να τα θυμάμαι που ήταν τόσο ωραία και ταιριαστά δίπλα στο μουσείο και μ' αυτά, χαλάρωσα και μ'επιασε χέσιμο. Όχι ρε πούστη μου. Τώρα; Τουαλέτα το λένε κοπελιά. Ναι, το ξέρω. Μόνο που δεν είχε ρεύμα, οι τουαλέτες ήταν θεοσκότεινες και είχε πόσα μωρά να τρέχουν παντού, κοινώς δεν αφήνεις την πόρτα της τουαλέτας ανοιχτή να σκάσει κανένα πιτσιρίκι και να του μείνει τραύμα για όλη του τη ζωή, φτάνει που θα πάθει τη ζημιά από τα ομοιώματα, όχι κι από μένα, δεν ήθελα. Άρα; Πρόβλημα. Μεγάλο. Σκέφτηκα για μια στιγμή να πάω στα χωράφια αλλά αποφάσισα πως δεν θα άντεχα την ντροπή να με μαζέψει κανείς με τα βρακιά κατεβασμένα και να πει ότι είμαι επιδειξίας γιατί γδύθηκα δίπλα σε παιδάκια. "Μα δεν ήμουν δίπλα!" θα φώναζα εγώ προσπαθώντας να ανεβάσω το βρακί μου, "δεν ξέρεις ότι τα παιδάκια πάνε παντού;" θα μου ούρλιαζαν με απέχθεια οι συνοδοί, η κουμπάρα μου θα κρατούσε το κουτελό της με το ένα χέρι ενώ θα είχε δαγκώσει το μισό κάτω χείλος να πονέσει για να αντισταθμιστεί η υπέρμετρη ντροπή που θα αισθανόταν, ενώ με το άλλο χέρι θα είχε αγκαλιάσει τα τρία της αγγελούδια τα οποία θα φώναζαν "η νονά είναι ανώμαλη, η νονά είναι ανώμαλη"... α πα πα. Πρόβλημα, πρόβλημα, χωράφια όχι, όχι. Τουαλέτα. Η μόνη λύση. Και πήγα. Με πίτα σκοτάδι. Το τι έγινε εκεί μέσα δεν το ξέρω γιατί δεν το είδα. Αν έβλεπα θα είχα κάτι να σας πω. Αλλά δεν είδα. Που να δω; Τι είμαι; Και βγήκα από κει ευχόμενη να μην έχω σκατό στο σορτσάκι μου, κανένα κωλόχαρτο στο μπούτι μου, να έχω πετάξει στο καλάθι τα χαρτιά, να μην συμβαίνει τέλος πάντων κάτι κακό. Εντάξει θα ήμουν, δεν είπε κανείς τίποτα.

Σχολιάζοντας εδώ, θα ήθελα να αναφέρω ότι το μισώ να με πιάνει χέσιμο όπου να'ναι. Α σιχτίρ πια. Πολύ άγχος. Και δεν μπορείς να κάνεις και τίποτα να το ανατρέψεις. Το μισώ.

Μετά ήρθε το φως, μετά μπήκαμε μέσα, είδαμε τα παράλυτα ομοιώματα, βγήκαμε, φύγαμε, τα πιτσιρίκια κρέμονταν από τα καθίσματα γιατί τα έπαιρνε ο ύπνος και είχε πολύ πλάκα, λες και είχες πετάξει ναρκωτικό στο λεωφορείο ήταν, κι έτσι αποφάσισαν οι συνοδοί να πουν στον οδηγό να βάλει τέρμα τον καταπληκτικό σταθμό με τα παράσιτα που έπιανε και τα σκυλάδικα αγνώστου ταυτότητας, ταυτόχρονα να βαράνε παλαμάκια και, κοινώς, να ξυπνήσουν (τρομοκρατήσουν κατά τη γνώμη μου) τα καημένα τα παιδάκια. Και μαζί μ' αυτά και μένα φυσικά γιατί κι εγω βαρούσα κάργα ντάγκλες. Η μόνη διαφορά ήταν ότι εμένα μου ήρθε να ρίξω μια φάπα στον οδηγό και να του πω "κλείσε τη μαλακία γαμώ την πουτάνα μου, πας καλά μεσημεριάτικο;!" αλλά και πάλι θα ήμουν η κακιά της παρέας γιατί δεν κάνει να βρίζεις μπροστά στα παιδάκια, οπότε με το που τέντωσαν τη μουσική και βαρούσαν παλαμάκια, γούρλωσα και γω τα ματάκια μου όπως τα άλλα παιδάκια και κοιτούσα με τρόμο μπροστά, περιμένοντας να φτάσουμε να πάμε στη μαμά μας Παναγίτσα μου. 

Έχει αναρωτηθεί κανείς τι συμβαίνει με μένα, το βρίσιμο και τη συγκατοίκηση με 3 παιδιά; Να σας πω. Συχνά ακούω τα εξής λόγια μέσα από το δόντια της κουμπάρας μου: Μη βρίζεις! Επίσης, αν μου ξεφύγει μπροστά στα παιδιά τίποτα, το μαζεύω επιτόπου, το αλλάζω κι έτσι διασκεδάζουμε όλοι. Παρέχω παραδείγματα για την καλύτερη κατανόηση του θέματος:
Σε φωνάζουν τα πιτσιρίκια και σου τραβάνε τα ρούχα μέχρι να σου σπάσουν τα νεύρα. Κι εσύ λες: Τι θέλετε ρε γαμ.. (το σώζεις εδώ και λες:) ...Γάαααμος γίνεται σ'ωραίαιαιο πεεεεριβόλι, σ'ωραίαιαιαιο πεεεεριβόλιιιιι!!! Επιτόπου τα πιάνεις, ρίχνεις δύο φούρλες και διασκεδάζετε όλοι χωρίς να έχει γίνει καμία ζημιά. Το σουρεαλισμό τον εκτιμούν τα παιδιά. 
Παράδειγμα δεύτερο:
Σε φωνάζουν μέχρι να ματώσουν τ' αυτιά σου. Θυμώνεις και θες να πεις "την πουτάνα μου μέσααααααααααα!!!" Και γίνεται το εξής: "Την που...!! ..Την πούσκα μου την κουρελού την χιλιομπαλωμένη, όλο την εμπαλώνανε κι όλο ήταν ξηλωμένη!"  "Τι είναι πούσκα νονά;" ρωτάνε φυσικά τα παιδάκια. Κι εσύ απαντάς "ότι γουστάρει είναι!" αρχίζεις να τα κυνηγάς για να τα γαργαλίσεις και τελειώνει η ιστορία. Έχουν ξεχάσει και την πούσκα και όλο της το σόι. 

Μία ακόμη λύση σε περίπτωση που δεν έχεις παιδιά, βρεθείς με κάποια και δεν ξέρεις τι να κάνεις, είναι να είσαι ΦΙΛΟΣ μαζί τους. Αν είσαι φίλος τους, σε βοηθάνε αν κάνεις μαλακία και σου λένε τι πρέπει να κάνεις αν χρειαστεί. Μόνο φίλος πρέπει να είσαι και αν γίνεται να γίνεις ακόμη πιο μικρό απ' αυτά. Να για παράδειγμα εγώ χτες τους πήρα από τα χέρια το τηλεκοντρόλ, πλακωθήκαμε στο ξύλο και μετά ιδρωμένοι όλοι, κάτσαμε κάτω κι άρχισα να παίζω εγώ το παιχνίδι που έπαιζαν στην τηλεόραση. Καταλάβατε; Δεν πάτε να τους πείτε μην παίζεις, άσ'το και μαλακίες. Τους το αρπάζεις, ουρλιάζετε όλοι μαζί και μετά παίζεις εσύ γιατί στην τελική είσαι μεγαλύτερος και δυνατότερος. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάς ότι είσαι μεγάλος και δεν πρέπει να ουρλιάζεις μαζί τους, γιατί χτες για παράδειγμα που έγινε αυτό, η κουμπάρα άρχισε να μας φωνάζει και να μας λέει να σκάσουμε και πως δε χρειάζεται να ξέρει όλη η γειτονιά τι κάνουμε. Δίκιο είχε η αλήθεια είναι αλλά εγώ έχω σχέδιο, δε γίνεται να το αλλάξω. Είμαι ΦΙΛΗ τους και κερδίζω απ' αυτό. Να μερικά παραδείγματα:
Παράδειγμα πρώτο.
Μπαίνεις στο αυτοκίνητο και με δόξα και τιμή ανοίγεις στο παιδί την πόρτα του συνοδηγού και του λες: "κάτσε". Τότε, επειδή είσαι φίλος του, σου λέει: "Δε γίνεται να κάτσω μπροστά, είμαι παιδί!". "Δίκιο έχεις. Μην το πεις στη μαμά σου". "Εντάξει". Είδατε; Αν όμως δεν ήσασταν φίλοι, οι μικροί αυτοί δοσίλογοι θα έτρεχαν στη μαμά τους και θα έλεγαν "Η ΝΟΝΑ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΝΑ ΚΑΤΣΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΜΑΑΑΑΑ!"
Παράδειγμα δεύτερο.
Κάθεσαι στο τραπέζι μαζί με τα παιδιά και ένα από αυτά είναι όρθιο στο νεροχύτη. Το άλλο ζητάει ένα μαχαίρι. Και συ τότε λες στο παιδί που είναι στο νεροχύτη: "Πέταξέ το!" κάνοντας χιούμορ αλλά συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τι χοντρή μαλακία πέταξες. "Δε γίνεται, θα χτυπήσει", λέει το παιδί. "Το ξέρω αγάπη μου, μπράβο, πλάκα έκανα, μην το πεις στη μαμά σου", "Εντάξει". Είδατε; Πολύ κομπλέ λέμε.
Δεν σας δίνω άλλα παραδείγματα, νομίζω πως όλοι καταλάβαμε το απλό αυτό σχέδιο.

Και τώρα θα περάσουμε στη φάση των ανώνυμων αλκοολικών της Κύπρου. Εμάς. Καταλαβαίνετε πως η ζέστη θέλει δροσιά. Air condition δεν παίζει, οπότε κάποια βραδάκια, μόλις κοιμηθούν τα παιδάκια, καθόμαστε, πίνουμε τη μπυρίτσα μας, το μοχιτάκι μας, παίζουμε τη μπιριμπίτσα μας, κάνουμε τα κουμάντα μας ρε παιδί μου, σιγά τώρα. Κι αν πιούμε και λίγο παραπάνω δεν πειράζει, θα αρχίσω να ρεύομαι εγώ, να με βρίζει η κουμπάρα, να γελάω, να με βρίζει, και στο τέλος τους βρίζω εγώ και βγαίνω από πάνω επειδή μονίμως με κερδίζουν και πάω για ύπνο. Απλά πράγματα. Μια μέρα όμως, τι έγινε; Μας είχε τελειώσει το μπακάρντι και την είχαμε δει μοχίτο σε κείνη τη φάση. Μπακάρντι, μπακάρντι να πάρουμε λέγαμε, μέχρι που σταματήσαμε σε ένα σούπερ μάρκετ και πήραμε ένα. Έφτασε το βράδυ, έφτιαξε η κουμπάρα τα μοχίτο και κάτσαμε να πιούμε. Το συγκεκριμένο μπουκάλι δεν είχε βαλβίδα. Καθόμαστε, ρουφάμε την πρώτη τζούρα και κοιταζόμαστε. Δε λέμε τίποτα. Παίζουμε χαρτάκι παράλληλα. Δυο τρεις τζούρες μετά, έχω αρχίσει να την ακούω. Κοιτάω την κουμπάρα. Με κοιτάει. Ταυτόχρονα αρχίζουμε "ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; ΤΙ ΠΙΝΟΥΜΕ; ΜΠΟΜΠΑ ΕΙΝΑΙ; ΤΗΝ ΕΧΩ ΑΚΟΥΣΕΙ!" "ΚΙ ΕΓΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΤΥΦΛΑ ΕΙΜΑΙ!" Ο κουμπάρος μας κοιτάει στωικά και αναστενάζει ο άνθρωπος. Απορώ πως μας αντέχει, απορώ πραγματικά. Κι αυτός πίνει αλλά με φειδώ. Εμείς πάλι, εγώ δηλαδή, ακουσμένη χοντρά, σηκώνομαι, και για εκδίκηση πιάνω το μπουκάλι και βάζω κι άλλο και σε μένα και στην κουμπάρα και μετά το κρατάμε να το διαβάσουμε, να δούμε τι λέει, αν έχει κάτι άλλο, αν γράφει κάτι άλλο. Το κοιτάμε και διαπιστώνουμε ότι αυτό που πίνουμε είναι από τη Γερμανία, ενώ το άλλο που πίναμε τις προάλλες από την Ισπανία. "ΝΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ, ΟΙ ΚΩΛΟΓΕΡΜΑΝΟΙ ΤΑ ΛΙΩΜΑΤΑ ΜΕ ΤΑ ΣΤΟΥΚΑΣ ΠΩ ΠΩ ΡΕ ΣΥ" λέμε οι θεές της Βαλχάλα και συνεχίζουμε. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε και πέφταμε γιατί πιο βαρύ κεφάλι δε γινόταν να' χεις. Κατηγόριες στο γερμανικό μπακάρντι, "το μπουρδέλο με γάμησε", "μη βρίζεις", "άσε με, είναι μέσα τα παιδιά, δεν ακούνε με το μπουρδέλο το γαμημένο", "μη βρίζεις", άσε με ρε μαλάκα, για να το ξαναδώ το κωλομπούκαλο", "για δες το γαμημένο", "εσύ γιατί βρίζεις;" και πιάνω το μπουκάλι και τι βλέπω φίλες και φίλοι; ΤΟ ΕΙΧΑΜΕ ΠΙΕΙ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟ. Κατά τα άλλα, η καταγωγή του μας έφταιγε... Αλλά μετά, βρήκαμε πάλι δικαιολογία. Δεν είχε βαλβίδα και γι' αυτό ήπιαμε μισό στρέμμα. Άρα, ποιος φταίει; Οι κωλογερμανοί!

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Κύπρος. Lost in Arabian Nights.

Μόλις βάρεσε μια σειρήνα απ' αυτές που βαράνε όταν γίνεται πόλεμος και χεστήκαμε ομαδικώς πάνω μας. Πεταχτήκαμε από τα κρεβάτια με τσαλακωμένες μούρες και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλο τι είναι αυτό και τι έγινε. Ανοίξαμε την (τοπική) τηλεόραση και ήταν στον κόσμο τους. Μετά σταμάτησε η σειρήνα, σκουπίσαμε τα κακά που κάναμε παντού και πήγε ο καθένας να κάνει τη δουλίτσα του.

Με έλκος με βλέπω να φεύγω από δω. Πολύ αδρεναλίνη αδερφάκι μου. Εντωμεταξύ αντιδράω και γω στην αδρεναλίνη με μεγαλύτερες δόσεις τρέλας και θα με πλακώσουν στο τέλος εδώ. Αχ δε μπορώ, άγχος στρες παχυσαρκία. ..Τι θυμήθηκα τώρα.. Με μαρούλια και καρότα θα τη βγάλω στην Αθήνα τέλος.

Λοιπόν, τα νέα μας εδώ. 

Μετά την έκρηξη που έγινε και γαμήθηκε το σύμπαν, γαμήθηκε το σύμπαν. Κι αυτό που μου τη δίνει είναι η διαπίστωση ότι ακόμα κι όταν γαμιέται το σύμπαν, οι άνθρωποι είναι στ' αρχίδια τους. Μα τι εννοείς; Εννοώ ότι έγινε η έκρηξη. Ωραία. Γαμήθηκε η φάση με τη ΔΕΗ τους. ΟΚ. Έχουν πρόβλημα με το ρεύμα. Και το νερό. Γιατί με το ρεύμα κάνουν αφαλάτωση για να έχουν νερό κι αν δεν έχουν το ένα, ταυτόχρονα έχουν πρόβλημα στο άλλο. ΟΚ μέχρι εδώ. Κάνουν συνεχώς διακοπές ρεύματος. Εμείς είμαστε τυχεροί και δεν έχουμε πρόβλημα. Αλλά στη Λευκωσία ας πούμε, τον πίνουν οι άνθρωποι. Και δεν έχουν και θάλασσα κοντά να πεις να δροσιστούν. Έκαναν παράκληση λοιπόν από την τηλεόραση να μην ανάβουμε τα air condition γιατί υπάρχει πρόβλημα. Μην ξεχνάμε ότι συν της άλλης, είναι και τουριστική περίοδος κι όπως καταλαβαίνετε δεν γίνεται οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες να μην έχουν ρεύμα, νερό κλπ. Οπότε πρέπει να σκεφτούν πολύ σοβαρά που θα παρέχουν και πως, ρεύμα κλπ. Ευτυχώς που μέχρι χτες φυσούσε και άντεχες, δεν ήταν πολύ βάρβαρη η ζέστη. Το βράδυ φυσούσε ακόμα περισσότερο και κοιμόσουν ωραιότατα. Με ένα μικρό άγχος βεβαίως βεβαίως μη σου πεταχτεί καμία κατσαρίδα στη μούρη αλλά αν το ξεπερνούσες αυτό, κοιμόσουν χωρίς air condition ωραιότατα. Ωραία όλα μέχρι εδώ. Για μας. Που είμαστε ξένοι εδώ στη χώρα και καθόμαστε και λιώνουμε και δεν ανάβουμε το air condition γιατί έχουμε καταλάβει τι έχει παιχτεί και σεβόμαστε την όλη κατάσταση. Και είναι ρε σεις οι γείτονες, μιλάμε, τέντα τέρμα με όλη τους τη δύναμη τα δουλεύουν τα air condition. Μα μου έρχεται να τους χτυπήσω την πόρτα, να ανοίξουν και μετά την καλημέρα μου να τους ρωτήσω ΠΟΣΟ ΜΑΛΑΚΕΣ ΕΙΣΤΕ ΡΕ; Τι να πω. Δεν έχω λόγια και εντυπωσιάζομαι. 

Τι άλλο; Η οδήγηση. Δεν υπάρχει. Η αδρεναλίνη κάθε φορά που μπαίνω μέσα, στάζει από το κούτελο. Εκτός του ότι με μπερδεύει το αριστερά που άντε πες, αυτό το συνηθίζεις άμα οδηγείς έτσι, με τρελαίνει ο τρόπος οδήγησης ή μάλλον ο τρόπος ξε-παρκαρίσματος. Μαλάκες, βγαίνουν όποτε να 'ναι από κει που είναι παρκαρισμένοι. Χωρίς φλας εννοείται. Μην ακούω μαλακίες. Το φλας εδώ είναι κάτι σαν ντροπή, αν το ανάψεις ντροπιάζεσαι ή κάτι τέτοιο, οπότε δεν το χρησιμοποιεί κανείς μη χάσει μέρος του εαυτού του, της προσωπικότητάς του, καταλαβαίνετε. Οπότε, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πηγαίνεις αργά γιατί αν πας πιο γρήγορα, θα τρακάρεις για πλάκα. Για πλάκα όμως. Κι έτσι, αν συμπληρώσεις και την οδήγηση στο πλάνο, έχεις μια πλήρη μεξικάνικη εικόνα. Όλα κυλάνε αργάαααα... Μέχρι και τα κουνούπια βγαίνουν μετά τις 12 το βράδυ. Σας το είπα αυτό; Μπορεί, δε θυμάμαι. Που να θυμάμαι, έχεις λασπώσει το κεφάλι μου της μαύρης. Αλλά ναι, αλήθεια είναι. Μετά τις 12, κατά τη 1 παρά είκοσι τύπου βγαίνουν και στην πέφτουν. Δεν κάνω πλάκα. Δυο φορές έχω δεχτεί επίθεση από κουνούπι εδώ στη 1 παρά είκοσι το βράδυ. Τυχαίο; Δε νομίζω. Ξυπνάνε κατά τις 12, μέχρι να πιουν το καφεδάκι τους και να ρίξουν ένα χέσιμο, πάει 12μιση. Βγαίνουν από τη φωλίτσα για φαγάκι και να'σου, 1 παρά είκοσι στο μπουτάκι της γριούλας να τσιμπολογήσουμε. Αλλά το έχω μάθει το κόλπο και βάζω αντικουνουπικό κατά τις 12 και είμαι κομπλέ. Άσε, καλά, προχτές, αντί αντικουνουπικό ο μαλάκας έβαλα αντηλιακό. Πεθάναμε να γελάμε εδώ πέρα. Είναι Κορρέ και τα δύο και μοιάζουν τα μπουκάλια και έβαλα αντηλιακό κι όχι τίποτα, είναι και λάδι και έγινα κώλος. Βγήκα έξω και γυάλιζα και χεστήκαμε να γελάμε.

Καλά, για την οδήγηση μιλούσαμε, στα κουνούπια έφτασα. Καμμένη ολοσχερώς. Ναι, δεν υπάρχει η οδήγηση. Πρέπει να πηγαίνεις αργά γιατί αλλιώς τηνε γάμησες. Όλο και κάποιος θα στρίψει επειδή του καύλωσε ξαφνικά, μπροστά σου, κάποιος άλλος θα ξεπαρκάρει, γάμα τα. Έτσι, κάνεις 50 χιλιόμετρα μία ώρα, μιάμιση, πας, πας, πας και καίγεσαι ταυτόχρονα από τον ήλιο αν είναι μέρα, πας, πας και καίγεσαι, μέχρι που δεν έχεις πια εγκέφαλο, έχει εξατμιστεί. Και τότε πια, έτσι κι αλλιώς, δε βιάζεσαι, τι να βιαστείς, που να τρέχεις, να πας που ωρε καημένε. 

Τι άλλο; Πήγαμε Αμμόχωστο. Δερύνεια δηλαδή. Στην Αμμόχωστο δεν μπαίνει κανείς, μόνο ο ΟΗΕ είναι εκεί. Η Δερύνεια είναι ένα μέρος πολύ κοντά στην Αμμόχωστο όπου έχει εκεί ένα καφέ της κακιάς ώρας με ένα παρατηρητήριο από λαμαρίνες, ανεβαίνεις πάνω και βλέπεις την Αμμόχωστο με κυάλια και τηλεσκόπια. Να πω ότι στενοχωρήθηκα με το όλο θέμα, δεν στενοχωρήθηκα γιατί δεν το έζησα. Τσαντίστηκα όμως πολύ. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό σε μια χώρα και κανείς να μην κάνει τίποτα. Η Αμερική π.χ. άμα κλάσω εγώ και αυτό ενοχλήσει κάποιο από τα συμφέροντά της, θα με κάνει σκόνη. Αν καταληφθεί όμως μια περιοχή ή γίνει μια γενοκτονία ή δεν ξέρω τι άλλο και δεν θίγονται τα συμφέροντά της, κανένα πρόβλημα, όλα καλά. Είχαν εκεί, στο καφέ της συμφοράς, κι ένα βίντεο που έπαιζε σχετικό με την ιστορία της Αμμοχώστου, μικρού μήκους, το είδα και συγχύστηκα για τα καλά. Άσε που σε κάποια φάση, καλούσε ο αφηγητής με πάθος τους πολίτες όλων των ευρωπαϊκών χωρών να βοηθήσουν να λυθεί το θέμα και έλεγε πως είναι και ευρωπαϊκό ζήτημα. Κι αυτό που έλεγε, πως τα'φερε έτσι και ταίριαξε καταπληκτικά με τη γενικότερη εικόνα που έβλεπα εγώ! Να παίζει το βίντεο και να είναι κάτι τουρίστες που έγλυφαν το παγωτάκι τους με τρέλα και μόλις τελείωσε (το παγωτάκι), κάπου κει στο "είναι ΚΑΙ ευρωπαϊκό ζήτ..", πέταξαν τα ξυλάκια τους, χαιρέτησαν και πήγαν στο ενοικιαζόμενο κάμπριο να συνεχίσουν τη βόλτα τους. 

Τι άλλο έγινε να σας πω; Πήγαμε Λευκωσία, Αγία Νάπα, όχι μ' αυτή τη σειρά, πήγαμε σε μαγαζιά, πήγαμε βόλτες, έχω γίνει σα βόδι, φύσηξε Παναγία μου λίγο, Δόξα! Δόξα! Αυτά, σας αφήνω, θα τα ξαναπούμε.

Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Κύπρος. Lost in Translation.


Προχτές το βράδυ.

Καλά μιλάμε μόλις γύρισα από ένα φαγοπότι που άλλο δεν είχα ματαξαναδεί. Εσείς βέβαια θα διαβάσετε άλλη ώρα αυτά που νιώθω εγώ εδώ και τώρα, αλλά δεν πειράζει, θα μπείτε στο κλίμα, θα σας βάλω εγώ. Είναι επειδή το ζω αυτή τη στιγμή, ολοζώντανο πάνω μου, να πάλλεται, να δονείται ελεύθερο. Μιλάμε έφαγα ένα παιδί ολόκληρο. Τόσο πολύ φαΐ, πω πω. Έχετε δει τα παιδάκια της μπιάφρας; Που είναι λεπτά και έχουν κάτι κοιλίτσες τούρλα πέρα μακριά τα καημένα; Αυτά είναι έτσι από την αφαγία, εγώ είμαι έτσι από το πολύ φαΐ. Αφού πήγα πριν να κάνω ένα ντουζάκι γιατί είχα λιώσει και είχα αρχίσει να γέρνω σαν γλυπτό από πάγο και κοιτούσα την κοιλιά μου στον καθρέφτη. Μετά, ρώτησα την κουμπάρα μου αν έχουν ζυγαριά κι αυτή μου είπε με πάρα πολύ σοβαρό ύφος ότι έχουν αλλά δεν πρόκειται να μου πει αυτή τη στιγμή που είναι για να μην πάω να ζυγιστώ. Φανταστείτε πόσο τούμπανο είμαι.

Ας πάμε όμως στο προκείμενο. Πω πω.. κλείνουν τα μάτια μου με τόσο φαΐ. Πήγαμε που λέτε στο σπίτι μιας κυρίας που είχε έτσι μια μάζωξη. Εκεί ήταν συνολικά 12 γυναίκες και μεις 2, όλες μαζί 14. Μεγάλες κυρίες, μαμάδες, γιαγιάδες κλπ, αλλά μεγάλες ατομάρες. Αυτές τώρα. Γιατί εμείς είμαστε νέες, τύπου 18-20 πιπίνια, μωρά ατελείωτα. Εγώ έκανα το μόκο όλη τη διάρκεια που βρισκόμουν εκεί, έτρωγα και άκουγα. Πολλές φορές ομολογουμένως παραλίγο να μου φύγουν τα φαγητά από το στόμα, 3 φορές πετάχτηκα και δύο γέλασα με πρασινάδες στα δόντια (αυτό το κατάλαβα πια όταν έφτασα σπίτι και πήγα να πλύνω τα δόντια μου – αυτό το πουτανάκι η κουμπάρα μου δεν είπε τίποτα, θα τη φτιάξω αύριο, τώρα δεν μπορώ να κουνήσω, είμαι σα βράχος, νομίζω ότι έχει αρχίσει να λυγίζει και η καρέκλα που κάθομαι). Φτάνουμε που λέτε και γω χαμογελούσα ευγενικά, χαιρετούσα και κοιτούσα. Το ίδιο έκαναν κι οι άλλες στην τελική, έτσι γίνεται συνήθως. Μας κέρασαν ένα welcome drink που δε μου άρεσε καθόλου και μου ήρθε να το φτύσω παντού αλλά φυσικά έκανα μμμμμ (επιφώνημα ευχαρίστησης) και πρόσεχα να μην δείξω την φάτσα αηδίας που πλέον μου βγαίνει αυθόρμητα. Παλουκωθήκαμε και σιγά σιγά αρχίσαμε να μπαίνουμε στο κλίμα. Η κουμπάρα μου ήξερε κάποιες από τις κυρίες και γενικώς είναι πολύ φιλική και κοινωνική και σε λίγα λεπτά μοιραζόταν πράγματα μαζί τους. Παράλληλα μου εξηγούσε τι έλεγαν γιατί έχανα από το σενάριο, καταλαβαίνετε. Εδώ κολλάει και ο τίτλος αυτής της ιστορίας. Χαμένη στη μετάφραση κυρίες και κύριοι. Μην ξεχνάτε παρακαλώ πως βρίσκομαι στην Κύπρο όπου οι άνθρωποι έχουν δική τους διάλεκτο. Το τι γέλιο έριξα δε λέγεται. Όχι που τα έλεγαν όπως τα έλεγαν στο τραπέζι οι κυρίες και μου έκανε μετάφραση στο καπάκι η κουμπάρα, το γέλιο το έριξα επειδή δεν γελούσα όταν έλεγαν τα αστεία την ώρα που τα έλεγαν γιατί δεν καταλάβαινα, αλλά γελούσα μετά μόνη μου όταν μου τα μετέφραζε η κουμπάρα. Μετά, γελούσαν κι αυτές ξανά γιατί με άκουγαν που γελούσα δυνατά καθυστερημένα και προφανώς θα ήταν περήφανες που το αστείο τους ήταν γαμάτο και γελάνε οι άλλοι τόση ώρα μετά.

Το φαΐ. Ω θεοί, το φαΐ. Η οικοδέσποινα είχε φτιάξει κάτι παραδοσιακά εκεί περίεργα φαγητά και τα έφαγα σχεδόν όλα. Τα δοκίμασα όλα δηλαδή. Δε γινόταν. Το είδα πολιτισμικά ρε παιδί μου. Δε γίνεται να είμαι σε άλλη χώρα, να έχω βρεθεί σε τραπέζι με σπιτικό φαΐ και να μην δοκιμάσω την αληθινή τους κουζίνα, θα ήμουν μαλάκας. Είναι σα να έρθει Γερμανός στην Ελλάδα και βρεθεί στο σπίτι της μάνας σας ας πούμε και δεν φάει μουσακά με τη λογική ότι δοκίμασε προχτές στην ταβέρνα. Ε δε θα είναι μαλάκας με αρχαία περικεφαλαία; Σόρι κιόλας. Έτσι κι εγώ λοιπόν. Βρέθηκα σε σπίτι που είχε φαΐ και πεινούσα δεν πεινούσα, θα έτρωγα. Γέμισα λοιπόν το πιάτο μου τούρλα εκεί και το πήγα στο τραπέζι. Γάμησε. Φανταστικά όλα. Είχε και μια σαλάτα με καρπούζι όπου όταν την έβαλα, νόμιζα ότι το καρπούζι ήταν ντομάτα και όταν μου έσκασε στο στόμα ήταν τόσο υπέροχα ευχάριστο και καθόμουν και σκεφτόμουν τι ήταν αυτό που μου έσκασε έτσι ωραία και μετά άκουσα για τη σαλάτα με καρπούζι και ενθουσιάστηκα, τι λες ρε φίλε! Που εγώ δε θέλω φρούτα στο φαΐ μου. Άμα θέλω φρούτα, θα φάω φρούτα, πως το λένε. Οπότε να γιατί πρέπει να δοκιμάζεις χωρίς να ρωτάς πολλά-πολλά. Μπουκώθηκα που λέτε και πρήστηκα. Ευτυχώς φορούσα ένα φαρδύ φόρεμα, τι έξυπνο εκ μέρους μου! Όχι τίποτα, γιατί σκεφτόμουν πριν πάμε να βάλω ένα στενό φόρεμα, πω πω, Ο Θεός με φύλαξε, θα ήμουν σαν κρασοπατέρας. Το βαρελάκι κάτω από τη μασχάλη θα μου έλειπε. Άντε και τρώμε που λέτε. Μετά, σκάει το γλυκό. Ποιο γλυκό ρε σεις, η γυναίκα είχε φτιάξει 4 διαφορετικά γλυκά. Και μαντέψτε. Δεν υπήρχε να μην δοκιμάσω! Κι έβαλα κι από τα τέσσερα. Τα ’φαγα κι αυτά. Μετά φυσικά άρχισα να νυστάζω. Εκεί να δείτε χρονοκαθυστέρηση στο γέλιο. Έλεγαν κάτι, έτρωγα εγώ, δεν γελούσα. Μετέφραζε η κουμπάρα, την κοιτούσα, το επεξεργαζόμουν γιατί όλο το αίμα είχε πάει στο στομάχι και δεν μπορούσα να σκεφτώ και μετά από λίγο ΑΑΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ η δικιά σου. Καλά μιλάμε, ήταν φανταστικά αυτά που έτρωγα. Μετά, αφού φάγαμε τα άντερά μας, η οικοδέσποινα έφερε χειροποίητα λικέρ. Α καλά, καταλαβαίνετε. Να μην τα δοκιμάσεις όλα; Προηγουμένως είχα πιει νερό και ένα κρύο τσάι. Πίνω και τα λικέρ. Σε κείνο το σημείο είχα αρχίσει να μην μπορώ να εστιάζω πια ακριβώς εκεί που ήθελα οπότε κοιτούσα γενικώς και χαμογελούσα. Κι αφού ρε σεις έχει φέρει τα λικέρ, τι βγάζει η γυναίκα; Μαλλί της γριάς. Ε απ’ αυτό δεν έφαγα. Όχι. Δε γινόταν. Πρώτα απ’ όλα τη συγχάρηκα. Και μετά έκατσα πίσω στην καρέκλα και κοιτούσα τον κήπο. Δε γινόταν να κάνω τίποτα άλλο. Α, έκανα. Φλέρταρα με την κούνια που βρισκόταν εκεί δίπλα και σκεφτόμουν πόσο μαλακά είναι τα μαξιλάρια της και τι ωραίο υπνάκο θα έριχνα εκεί. Και μετά ήρθε η τύχη να με αναστατώσει. Πέρασε μια κατσαρίδα στο μέγεθος μικρού αναπτήρα μπικ. Τόσο χοντρή, τόσο μεγάλη. Και με δύο κεραίες μισό χιλιόμετρο. Βασικά, δεν την είδα να περνάει. Γιατί μια ατρόμητη κυρία την πάτησε για πλάκα και την έκανε σαν πατημένο μικρό αναπτήρα μπικ. Εγώ ξύπνησα αμέσως όπως καταλαβαίνετε ενώ αυτές γελούσαν κι έλεγαν πως ζουν μαζί τους πια και μετά άρχισαν να μιλάνε γι’ αυτές κι εγώ ξύπνησα πια για τα καλά. Μετά πέρασε κι άλλη αλλά δεν μπόρεσε να τη σκοτώσει κανείς γιατί ήταν ψηλά στον τοίχο και μετά, όταν φεύγαμε πια, μπήκε μια άλλη στο σαλόνι και είχε πέσει μια κυρία στο πάτωμα και ψέκαζε ώσπου αρχίσαμε να βήχουμε όλες. Μετά, πιάσαμε όλες όσες ήμασταν εκεί τα φουστάνια μας στα βρακιά μας έτσι ώστε να μην φτάνουν στο πάτωμα για να είμαστε σε ετοιμότητα και βασικά να μην σκουπίζουμε τα ψεκασμένα και κάποιες κυρίες δεν ήξεραν πως μπαίνει το φουστάνι στο βρακί και μεις τους δείχναμε πως το πιάνεις απ’ τα πλάγια το φόρεμα σα να θες ας πούμε να το σηκώσεις να ανέβεις σκάλες και το γαντζώνεις στα πλαϊνά λάστιχα του βρακιού σου κι είσαι έτοιμη. Ενθουσιασμός πολύς έπεσε σε κείνο το σημείο.

Μετά φύγαμε με μένα να βογκάω από το πρήξιμο αλλά δε θέλω να κλείσω εδώ, θέλω να πω κι άλλα για το τραπέζι. Τι γινόταν όσο εγώ έτρωγα, τι έλεγαν οι κυρίες και τι έκαναν. Πρώτα απ’ όλα έβγαζαν φωτογραφίες και μετά μας ανακοίνωσαν ότι θα μπουν σε περιοδικό. Αυτό το περνάω ντούκου γιατί δε θέλω να σκεφτώ ότι θα βρεθώ σε κυπριακό περιοδικό σε φωτογραφίες όπου είμαι συνέχεια με φαΐ στο στόμα. Μετά άρχισαν να λένε για γείτονες. Εκεί γέλασα πολύ. Πρώτον γιατί επιβεβαιώνεται ότι σκατογείτονες μπορεί να έχει όλος ο κόσμος κι όχι μόνο εγώ όπως νομίζω καμιά φορά. Έλεγαν εκεί λοιπόν οι κυρίες για μία γειτονιά όπου υπήρχε μία όπου έβγαινε στο μπαλκόνι, άνοιγε τα χέρια και φώναζε «ΠΟΥΤΑΑΑΑΝΕΕΕΣ!! ΠΟΥΤΑΑΑΑΝΕΕΕΣ!! ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΕΙΣΤΕ ΟΛΕΣ!». Γαμάτο. Μια μέρα λέει αυτή κατέβαζε ένα καναπέ (το έχασα στη μετάφραση αν τον κατέβαζε μόνη της αλλά μάλλον μόνη της τον κατέβαζε) και μόλις τον κατέβασε έκατσε με φόρα πάνω του. Τώρα αυτό δεν ξέρω γιατί μου φάνηκε αστείο, πάντως εκείνη την ώρα πέθανα στο γέλιο. Μπορεί επειδή συνοδευόταν από την εικόνα αυτής της γυναίκας να φωνάζει σαν πολιτικός στο μπαλκόνι ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ, μετά να κατεβάζει καναπέ και μετά να κάθεται. Μου έκανε πολύ σουρεάλα. Μετά έλεγαν για ένα ζευγάρι που έκανε σεξ και το άκουγαν αλλά ήταν ο τρόπος που το είπαν και πεθάναμε στο γέλιο γιατί οι κυρίες στο τραπέζι ήταν ψιλομεγάλες αλλά αμάσητες. Ναι μεν βρίζουμε αλλά προσέχουμε κιόλας, δεν τα λέμε χύμα. Μετά έλεγαν για μία που φορούσε τακούνια και έσπαγε τα νεύρα της δικιάς μας που έμενε από πάνω, από κάτω, δεν έχει σημασία και τελικά αποκάλυψε ότι αυτή που φορούσε τακούνια ήταν 150 κιλά όπως επίσης και ο άντρας της. Η εικόνα λοιπόν ενός μίνι ελέφαντα με τακούνια να πηγαίνει σαν το ζύγι μία δεξιά μία αριστερά, με έκανε να γελάσω πάρα πολύ. Και όοολα αυτά τώρα ήταν στη ίδια γειτονιά. 

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς είπαν και ανέκδοτα. Κακώς έπραξαν γιατί έτρωγα και γελούσα ταυτόχρονα και αυτό δεν είναι πρέπον αλλά τι να κάνω τώρα. Είπαν πολλά αλλά τώρα θυμάμαι δύο. Το ένα είναι ως εξής: περπατάνε δύο οδοντογλυφίδες και πάνε. Στο δρόμο εκεί που πάνε, περνάει ένας σκατζόχοιρος. Και τότε, γυρίζει η μία οδοντογλυφίδα και λέει στην άλλη: Ρε συ, δεν μου είπες ότι είχε λεωφορείο σήμερα. Αυτό. Μιλάμε πέθανα. Σας φαίνεται δεν σας φαίνεται μαλακία, εγώ πέθανα. Θες η ζέστη που σκέφτεσαι ότι ούτε οι οδοντογλυφίδες θέλουν να πηγαίνουν με τα πόδια, θες τα ανύπαρκτα λεωφορεία της Κύπρου, θες το πολύ φαΐ, εγώ πέθανα. Τώρα το άλλο: είναι λέει ένα αεροπλάνο που μόλις έχει απογειωθεί. Έχουν κάτσει όλοι κομπλέ και τους μιλάει ο πιλότος από το μεγάφωνο. Καλώς ήρθατε στην πτήση της Τάδε, πετάμε 700.000 πόδια ψηλά, βρισκόμαστε πάνω από το Μπαγκλαντές, η θερμοκρασία είναι μείον 780 βαθμοί Κελσίου, λέει τέλος πάντων ό,τι είναι να πει, εύχεται καλό ταξίδι και ξεχνάει να κλείσει το μεγάφωνο. Οπότε ακουγόταν ό,τι έλεγε. "Αααχχ.. ωραία.." λέει ο πιλότος στον άλλο πιλότο. "Να βάλω τον αυτόματο, να αράξουμε, να πιούμε το καφεδάκι μας και να ρίξουμε κι ένα γαμήσι". Το παίρνουν γραμμή οι αεροσυνοδοί και τσακίζεται μία να τρέξει να πάει να τους το πει στο πιλοτήριο. Κι όπως τρέχει στο διάδρομο, σκουντουφλάει κάπου και πέφτει φαρδιά πλατιά κάτω μπροστά στα πόδια μιας γριάς. Τότε, γυρίζει ψύχραιμα η γριά και της λέει: "Εντάξει κόρη μου, να πιει πρώτα το καφεδάκι του είπε". Χαχαχαχαχαχα δεν υπάρχει. 

Μετά, στη συνέχεια της βραδιάς, κι εκεί που καθόμασταν και μιλούσαν και γω έτρωγα, άρχισαν να ακούγονται κλανιές. Κι όχι τίποτα, άρχισα να αναρωτιέμαι αν έχω διαρροές και δεν το παίρνω χαμπάρι μιας και ακουγόταν δίπλα μου. Αλλά τελικά η οικοδέσποινα, η οποία καθόταν δίπλα μου, είχε αγοράσει μια βιοχλαπάτσα, η οποία πωλείται από περίπτερα μέχρι πολυκαταστήματα, μέσα σε ένα ποτηράκι που λέγεται ΠΡΙΤΣ ΠΡΟΥΤΣ, χώνεις το δάχτυλό σου και αυτό κάνει τον ήχο της κλανιάς, διαφορετικό κάθε φορά, αναλόγως πως θα βάλεις το δάχτυλο και θα βγει ο αέρας, και αυτό έκανε το άτομο. Το τι γέλιο έριξα, δε λέγεται. Πρώτα απ’ όλα γιατί δεν ήξεραν ότι είχαν την βασίλισσα της κλανιάς μαζί τους (εμένα). Δεύτερον γιατί υπάρχουν κι άλλοι που γελάνε με κλανιές (κι όχι μόνο εγώ). Τρίτον γιατί την κλανιά την λένε πόρδο και τέταρτον γιατί είχε λυσσάξει η οικοδέσποινα με το ΠΡΙΤΣ ΠΡΟΥΤΣ και σε κάποια φάση της είπε η ξαδέρφη της «Βούλωσε τον κώλο σου». Εκεί πέθανα. Πρέπει να ήταν η ώρα που έτρωγα τα γλυκά ή που έπινα τα λικέρ, δε θυμάμαι.

Χτες το πρωί. 

Ανατινάχτηκε μια ναυτική βάση κι έγινε της πουτάνας στην Κύπρο. Μέχρι να το πάρουμε χαμπάρι και να καταλάβουμε τι ακριβώς έγινε γιατί δεν ακούσαμε τίποτα αλλά δεν είχαμε ρεύμα και μέχρι να ενημερωθούμε, με είχε πάρει ο μπαμπάς μου τηλέφωνο και μου είπε ότι ανατινάχτηκαν κάτι πυρηνικά. Ήθελα να ήξερα τι κανάλια βλέπουν στην Ελλάδα οι δικοί μου ώρες ώρες, ειλικρινά δηλαδή. Αποτέλεσμα; Να σκεφτώ αμέσως ότι τελείωσε και όχι ρε πούστη, καθόλου σικ θάνατος να πεθάνω από πυρηνικό όλεθρο στην Κύπρο. Τουλάχιστον να πέθαινα από κατάβαση στο σκι στο Γκστάντ θα το κατάπινα κάπως. Δεν είπα τίποτα στα παιδιά εδώ, έκλεισα το τηλέφωνο, ανοίξαμε την τηλεόραση, μιλήσαμε με ανθρώπους και ήρθε η καρδιά μου στη θέση της. Εν μέρει δηλαδή γιατί ήταν εντελώς χάλια αυτό που έγινε. 

Και μετά ζυγίστηκα. Κι όταν είδα τι έδειχνε το ζύγι, ευχήθηκα να ήταν πυρηνικά και να πέθαινα τελικά.
    

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Κύπρος. Η προετοιμασία. Lost in Lost.

Έχω κανα δυο μέρες εδώ. Κύπρο ντε. Αλλά δε θα πω κάτι γι' αυτό. Δεν έχει συμβεί ακόμα κάτι μιας και δε γίνεται να συμβεί αφού οι ρυθμοί είναι τύπου Αγγελόπουλος στο Μεξικό. Κάνει ζέστη και βέβαια κάνει ζέστη αλλά επειδή είμαι πάρα πολύ καλός άνθρωπος, φυσάει και δροσίζομαι, γεγονός το οποίο είναι μαγευτικό. Πήγαμε χτες για μπάνιο και είμαι τόσο μαλακισμένο που δεν έβαλα αντηλιακό (μην αναρωτιέστε με ποια λογική ήρθα στην Κύπρο, σα να λέμε δηλαδή στη Λιβύη, στη Συρία, στα Αραβικά Εμιράτα ή κάπου που ΚΑΙΕΙ φοβερά ο ήλιος και δεν έβαλα αντηλιακό από τη νύχτα, μην αναρωτιέστε γιατί δεν υπάρχει λογική, είμαι ηλίθια) κι έχω γίνει σαν τον κώλο της μαϊμούς. Θα μαυρίσω βέβαια αν δεν μου πέσει η πέτσα κάτω και εννοείται ότι έβαλα τη βαφτιστήρα μου να με τρίβει με αλόε βέρα και να μου λέει πόσο όμορφη και καλή είμαι και έτσι νιώθω καλύτερα. Επίσης κάτι μοχίτο φτιάχνουμε στο σπίτι και πίνουμε, χτες πήγαμε να ανοίξουμε ένα πακέτο με μπύρες και η μία ήταν άδεια χωρίς να φαίνεται ανοιχτή από πουθενά κι εντυπωσιαστήκαμε, έχω χαζέψει με τα νύχια των γυναικών που κυκλοφορούν γύρω μου, αναρωτιέμαι αν έχουν υπηρέτες για να ξύνονται γιατί αν ξύνονται μόνες τους είναι σίγουρο πως θα έχουν αυξηθεί η αυτοκτονίες και τέτοια γενικά, δεν έχω να πω (ακόμα) πολλά. Τώρα θέλω να μιλήσω για το παρελθόν, να υποστηρίξω τον τίτλο που έβαλα σ' αυτό το ποστ.  
Είμαστε Αθήνα. Η κατάθλιψη χτυπάει ανελέητα τον κόσμο, κλέφτες ξεβρακώνουν παιδιά στις τσουλίθρες, η ζέστη μεγαλώνει τις μύγες και οι αγανακτισμένοι ιδρώνουν στο Σύνταγμα. 2 μέρες πριν φύγω. Βρίσκω πολυθρόνα στα σκουπίδια (ναι, πάλι, δεν έχετε ντεζα βου) και λέω θα την πάρω σπίτι να τη βάλω στο μπαλκόνι. Την παίρνω, παραλύουν ελαφρώς τα χέρια μου γιατί ναι μεν δεν ήταν πολύ βαριά αλλά ένα 20κιλο το ζύγιζε όσο να΄ναι. Την ανεβάζω πάνω, την πάω στη βεράντα και ημιπαράλυτη κάθομαι και τρίβω και καθαρίζω και γυαλίζω το πανί μέσα στη ζέστη και το κάνω λαμπίκο. Στη συνέχεια, τρίβω, καθαρίζω, γυαλίζω το ξυλο και τέλος, εντελώς παράλυτη πια, τη σπρώχνω με τα πόδια (γιατί δεν είχα χέρια) στον ήλιο να καεί καλά καλά. Μπαίνω μέσα, κάνω δουλειές, δω LOST κλπ. Βγαίνω το απόγευμα και πάω να τη μετακινήσω. Από χέρια κάτι είχα. Κάμω έτσι την πολυθρόνα και τι γίνεται; Με την μικρή αυτή κίνηση, γίνεται ένα φφφρρρρ.... και πετάγονται δεκάδες μικρά κατσαριδάκια, μελαχρινά, ξανθά και μαυρομάτικα, όπως επίσης και δεκάδες αραχνάκια και πάνε όλα μαζί προς το σπίτι από δαφορετική πλευρά το καθένα. 
 
Έχετε ακούσει για το βουνό και τον Μωάμεθ; Που άμα λέει δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό πάει το βουνό στο Μωάμεθ; Ε, εγώ έφερα προσωπικά το βουνό στο Μωάμεθ, κοινώς έφερα τη φωλιά στο σπίτι. Θα μου πεις τι να έκανα, να πήγαινα το σπίτι στη φωλιά; Είμαι τόσο μαλάκας που θα μπορούσα να το κάνω κι αυτό, α σίγουρα.

Το τι εγινε, θα έπρεπε να είστε κει να το δείτε. Ή μπορείτε να ρωτήσετε και τους γείτονες. Ελεύθερα. Θα σας πουν για "μία που εκεί, στην ησυχία του απογεύματος, άρχισε να τραβάει κλωτσιές στους τοίχους του σπιτιού της και να τρέχει πέρα δώθε και να χοροπηδάει και δώσε κλωτσιές στους τοίχους και μετά να τρέχει μέσα, να βγαίνει με ένα σπρέι, να ψεκάζει τα πάντα, μετά να βήχει, μετά ξανά κλωτσιές, μετά να έχει σκύψει και να κοιτάει τους τοίχους με προσήλωση και όοοολα αυτά, φορώντας ένα τσίτι που όσο πήδαγε δεξιά αριστερά, προφανώς ήταν τέτοιος ο πανικός της που δεν πήγε να αλλάξει και ρούχα, οπότε της έβγαιναν τα βυζιά και ο κώλος έξω και τα σχετικά. Παράλληλα, τα έβαζε μέσα κι έβριζε με λέξεις που δεν γράφονται κοιτώντας ψηλά. Μετά μούντζωνε τον εαυτό της. Και μετά ξαναέκανε τα ίδια από την αρχή. Δεν καταλάβαμε τι έγινε." Αυτά θα σας έλεγαν οι γείτονες. Εγώ θα συμπληρώσω βεβαίως ότι έπαθα μερικά μικρά εγκεφαλικά, τόσο μικρά όσο ήταν αυτά τα σιχαμένα κατσαριδάκια που ήταν τόσο μα τόσο μικρά που δεν τα έβλεπες και όλα απαραίτητα και γω σκεφτόμουν ''ένα να μπει ρε πούστη μου, ένα, την πούτσισα γιατί ΦΕΥΓΩ ΤΑΞΙΔΙ ΚΑΙ ΔΕ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ και σκέψου ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ'' και δώσε να χοροπηδάω. Καλά, τον τοίχο έξω τον έχω άχρηστο μιλάμε, όλο παντοφλιές ήταν και μετά είχα να καθαρίζω κι αυτόν γιατί όχι τίποτα, θα ερχόταν η μάνα να ποτίσει και θα αναρωτιόταν γιατί βαρούσε κλωτσιές το παιδί της στους τοίχους. Προπόνηση μαμά, Ζαμπίδης κι έτσι.

Μιλάμε, αν έμενα στον πρώτο όροφο και δεν είχε αυτοκίνητα και κόσμο από κάτω, την είχα πετάξει την καριόλα από το μπαλκόνι ασυζητητί. Αλλά δεν. Οπότε την πήρα με φρίκη την έσυρα κακήν κακώς έξω, την έβαλα στο ασανσέρ και την πέταξα κακήν κακώς στα σκουπίδια. Μένοντας φυσικά πάλι χωρίς χέρια.
 


Η υπόλοιπη εκείνη μέρα πέρασε με μένα σε σοκ να βλέπω
Lost μπας και ξεπεράσω τη μαλακία που έγινε. Βέβαια, τρίχα από τα μαλλιά μου με ακουμπούσε και πεταγόμουν, εννοείται. Δεν έκανα καμία άλλη δουλειά. Δεν είχα και χέρια, μην ξεχνιόμαστε. Οπότε πήγα στο dvd club και ο κυριούλης εκεί με διασκέδασε γιατί χάζευε το κανάλι που κάτι κυρίες χαϊδεύουν το πουλάκι τους πάνω από το βρακί. Καλοκαίρι κύριοι, καλοκαίρι. Πάνε τα ήθη, πάνε όλα. Όταν υποψιάστηκε ότι μπορεί να το πάρει γραμμή κανείς, χωρίς να το καταλάβω, υποτίθεται, αλλά εγώ το κατάλαβα γιατί είμαι γάτα, έκλεισε την τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ και καλά εγώ πληκτρολογώ στον υπολογιστή και με εμποδίζει ρε παιδί μου αυτό εδώ το δεν βλέπεις εσύ τι είναι αλλά κάτσε να το κάνω πέρα... ΚΛΙΤΣ η τηλεορασούλα, ωραία δε θα γίνουμε τσιμπούκι. Γίνατε αγαπητέ αλλά δεν πειράζει, είστε συμπαθής και δεν φαίνεστε ανώμαλος, μην νοιάζεστε. Επιστροφή στο σπίτι, Lost in Lost και σε φάσεις να βαράω σφαλιάρες στον εαυτό μου νομίζοντας ότι κάτι με ακουμπάει.

Την επόμενη μέρα μάζεμα. Και ζέστη. Να κάνεις μπάνιο σα μαλάκας, να μαζεύεις, να λιώνεις, να κάνεις μπάνιο σα μαλάκας, να μαζεύεις να λιώνεις, να κάνεις μπάνιο σα μαλάκας, ε σε λίγο θα βγάλεις βράγχια. Και βρήκα και μια κατσαριδούλα στο μπάνιο. Τη σκότωσα. Αλλά αυτό τι σημαίνει; Ότι κάποια μου ξέφυγε. Και ίσως κι άλλη που δεν είδα. Κι αυτό τι σημαίνει; Ότι πήγα και πήρα φάρμακα κι έκανα το σπίτι θάλαμο αερίων και το πότισα φάρμακα ικανά να κάνουν τα έπιπλα να αποκτήσουν δικά τους πόδια και χέρια και να περάσουν μόνα τους μερικές μέρες στο σπίτι διασκεδάζοντας. Ευτυχώς που έχω πολλά cd και dvd.

Αυτά τα συναρπαστικά. Θα τα ξαναπούμε. Cheers.
 

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Καριολίκια.

Να πέσουν μερικά γιατί έχω αρχίσει να βιδώνομαι και σε μεγάλη ηρεμία έχω κρατηθεί τόσο καιρό. Α σιχτίρ. Βεβαίως άλλα μας φταίνε κι αλλού τα ρίχνουμε αλλά δεν πειράζει. Όλος ο κόσμος είναι βιδωμένος, απογοητευμένος, σοκαρισμένος, απεγνωσμένος και άλλα πολλά. Το τι μπινελίκι ακούω κάθε μέρα κάτω από το σπίτι μου, δε λέγεται. Μένω κεντρικά και περνάνε πολλά αυτοκίνητα. Λίγο να καθυστερήσει κάποιος στο φανάρι ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ από πίσω. Αφού γελάω. Αλλά αν το καλοσκεφτείς βασικά μιλάμε για πολλά και τεντωμένα νεύρα. Εγώ λοιπόν γιατί να μη βιδωθώ; Λίγο μόνο τόσο δα λιγουλάκι. Γι' αυτό άντε και γαμηθείτε. Πρώτα απ'όλα είναι 8:30 Κυριακάτικο και είμαι όρθια να βρίζω. Αυτό από μόνο του με εκνευρίζει. Αντί να είμαι τέζα στο κρεβάτι και να ξύνω μία την μία παπάρα και μία την άλλη κι ας μην έχω, είμαι όρθια και συγχύζομαι. Κι επειδή ακριβώς είμαι ξύπνια και βρίζω νευριάζω περισσότερο. Επίσης, έχω βάλει τέρμα το ραδιόφωνο για εκδίκηση. Α ναι δεν υπάρχει. Έχω κάτι γείτονες που είναι καλοί άνθρωποι μεν αλλά μου έχουν σπάσει τον πούτσο δε. Όλη μέρα και όλη νύχτα τώρα το καλοκαίρι τη βγάζουν στο μπαλκόνι και μιλάνε μιλάνε μιλάνε μιλάνε και μιλάνε. Και δεν είναι και Έλληνες ρε πούστη να ακούω τι λένε να τους εκβιάσω. Λένε ακαταλαβίστικα όλη μέρα. Κοινώς όλη μέρα, οποιαδήποτε ώρα ακούς ομιλίες. Με λίγα λόγια ακούω φωνές.

Και δεν μπορώ άλλο. Μπουρ μπουρ μπουρ μπουρ μπουρ, βάζω σε φάσεις και γω τέρμα το ράδιο και δε θα μπορούν να μιλήσουν. Ούτε να μου πουν και τίποτα. Α γαμηθείτε. ...Βέβαια, πριν που το σκεφτόμουν έλεγα πως αν είχα γείτονες κάποιους από την οικογένειά μου δε θα στεκόμουν εδώ. Φωνάζουν τόσο πολύ που δεν γίνεται, όπου κι αν είναι, νομίζεις πως είναι δίπλα σου. Είσαι στα δέκα εκατοστά γκαρίζουν. Είσαι στα 300 μέτρα γκαρίζουν και τους ακούς ωραιότατα. Έχεις φύγει από το σπίτι τους κι έχεις στρίψει τη γωνία να ξεπαρκάρεις, τους ακούς κανονικότατα. Οπότε μιλάω για τους γείτονες που απλώς μιλάνε οι άνθρωποι. Τύψεις. 

Κάτσε να το χαμηλώσω. Είναι παιδικό αυτό που κάνω. 

Το χαμήλωσα. Τους ακούω λίγο τώρα. Αλλά έχουμε και την εκκλησία. Πως γαμιέται; Με την καμπάνα πόσο και πώς γαμιέται; Τι βαράς μωρή πουτάνα; Του Ματθαίου σήμερα μωρή παλιοκαριόλα. Μεγάλη γιορτή είναι; Τι γιορτάζεις και βαράς λες και είναι Πάσχα γαμώ το σπίτι σου; Αφόρησέ με ρε τράγε χέστηκα, Ο Θεός δεν έχει να κάνει μαζί σου παλιοκαριόλη κομπλεξικέ μαλάκα που βαράς μέσα στα υπνοδωμάτια των ανθρώπων, άντε γαμήσου. Άντε γαμήσου στ' αλήθεια όμως άντε γαμήσου.

Κι αυτό το συναίσθημα να βγαίνεις από το σπίτι σου και να νιώθεις φόβο δεν το γουστάρω πια, δεν το μπορώ. Με ενοχλεί πολύ όμως. Το σκέφτομαι να γυρίσω αργά με τα πόδια που γύριζα για πλάκα και χωρίς να φοβάμαι. Τώρα μια μέρα είπα σε κάτι φίλες μου ότι βάζω το ταξί να με αφήνει πιο κει γιατί χέσε με τώρα να κάνει κύκλους και κόντεψαν να με φάνε. ΠΑΣ ΚΑΛΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΘΕΣ ΝΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΞΕΚΟΙΛΙΑΣΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΦΑΝΕ ΝΑ ΣΕ ΒΑΛΟΥΝ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ ΜΕ ΠΑΤΑΤΕΣ ΝΑ ΣΕ ΠΕΤΑΞΟΥΝ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ... μα ρε παιδιά μένω κεντρικά έχει πάντα κόσμο και αυτοκίνητα κάτω από το σπίτι μου  ΚΑΙ ΤΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΙΣΤΗΡΙ ΟΤΙ ΘΑ ΣΕ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΟ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΚΑΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟ ΘΕΣ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΘΑΝΕΙΣ κλπ. Ντάξει, με αγαπάνε οι φίλοι μου και είναι γλυκό αυτό, αλλά δεν αντέχω άλλο να προσέχω και συνέχεια τα πράγματά μου και να μην μπορώ να χαλαρώσω. Και το χειρότερο είναι ότι αυτό θα χειροτερέψει. Στα Εξάρχεια ήμασταν προχτές το βράδυ για μια μπύρα, όρθιοι σε μπαρ, 5 άνθρωποι κυκλικά, βλέπαμε όλοι προς όλες τις κατευθύνσεις, κι όμως, μια κοπέλα από την παρέα έχασε ξαφνικά κινητό και πορτοφόλι. Και δεν είδε κανείς κανένα και τίποτα γιατί καθόμασταν γωνία στο μπαρ που περνούσε μόνο ο ιδιοκτήτητς ο οποίος ήταν και φίλος των παιδιών. Προφανώς δηλαδή οι κλέφτες είναι σαν σκιές κι άμα είναι να σου κάτσει θα σου κάτσει και δε θα πάρεις και χαμπάρι τίποτα. Οπότε το συμπέρασμα είναι να μη φοβάσαι γιατί δεν έχει νόημα και δεν μπορείς να ζεις έτσι. ...Ορίστε τώρα, πάλι βρήκα λύση. Το' χει ο άνθρωπος τελικά, θέλει να γκρινιάζει. Γιατί ουσιαστικά τα προβλήματα υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι λύσεις τους, αλλιώς δε θα υπήρχαν. 

Εγώ όμως θέλω να βρίσω.

Αυτά τα σπυράκια στον κώλο που θέλουν να μας εξοντώσουν πως θα τα στείλουμε από κει που ήρθαν; Για τους κυβερνώντες μιλάω. Θα βάλουμε καμία κρέμα να φύγουν ή θα τα σπάσουμε και μετά θα βάλουμε οινόπνευμα να μην ξαναβγούν ποτέ; Αλλά χρειάζεται ομόνοια φίλες και φίλοι και σύμπνοια και ομαδικό πνεύμα, πράγματα που δεν ξέρουμε τη σημασία τους εδώ στην Ελλάδα. Ο καθείς με την πάρτη του. Κι ακόμα βλέπω καταστάσεις που με φρικάρουν. Πώς θα κλέψω, πως θα αρπάξω, πώς θα τη γλιτώσω, πως δε θα πληρώσω, πως θα ξεφύγω. Αυτός είναι ο τρόπος που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και αρκετοί από μας συνεχίζουμε να κάνουμε αυτό που γνωρίζουμε τόσο καλά. Μαλακίες. Γι' αυτό άντε γαμηθείτε ένας ένας παλιομαλάκες Έλληνες που προσπαθείτε με κάθε τρόπο να διώξετε τους νέους από την Ελλάδα. Κι εγώ σκέφτομαι να φύγω. Αλλά να πάω που να κάνω τι; Γαμώ το σπίτι σας ρε μαλάκες καριόληδες. Γαμώ το σπίτι σας που θα το χάσετε κι αυτό σε λίγο και ακόμα ρε πούστηδες λαμογιές θα κάνετε, θα προσπαθείτε να νοικιάσετε το πεζοδρόμιο στους άλλους άστεγους παλιομαλάκες. Γιατί όλο μηχανοραφίες είστε, Οδυσσέας όλοι σας. Αλλά για μαλακίες. Για τίποτα σοβαρό μπα!

Και στο Σύνταγμα που κατεβαίνουν ή κατεβαίνουμε, τι έγινε; Μουντζώνουμε τη Βουλή κι αυτοί από μέσα κάνουν ότι τους έχουν παραγγείλει οι έξω οπότε τι; Εγώ λέω πως μια απεργία διαρκείας θα έκανε τη μία και μόνη διαφορά. Να μην ξαναπάει κανείς στη δουλειά του. Να μείνουν ανάπηρα τα πάντα. Θα πεινάσουμε, θα πεθάνουμε, πώς θα ζήσουμε θα μου πείτε. Εγώ πάλι λέω καλύτερα να πεινάσουμε επειδή το επιλέξαμε παρά επειδή το επέλεξαν αυτοί. Γιατί θα πέσει πείνα. Αλλά θέλει σύμπνοια και ομόνοια, να βοηθήσει ο ένας τον άλλο. Και που; Αρχίδια, αποκλείεται. Οπότε ας φάμε σκατά. Πουλάνε τα σουβλάκια στο Σύνταγμα 4 ευρώ και πάνε αυτοί που μουντζώνουν από τη μία και τα αγοράζουν από την άλλη. Το τοστ λέει στη Μύκονο, χωρίς ζαμπόν, μόνο με τυρί, δύο ψωμάκια του τοστ και μία φέτα τυρί, πόσο κάνει ρε σεις; 8 ευρώ. Πήγε φίλος και μας το είπε και φρίξαμε. Και πάμε και το αγοράζουμε. Υποστηρίζουμε τα λαμόγια που έχουν βρει το μήνα που τρέφει τους 11. ΟΚ λοιπόν, αυτοί είμαστε αυτό που έχουμε αυτό μας αξίζει. Άντε γαμίδια πατόκορφα.

Εγώ μέσα στη βδομάδα πάω Κύπρο και θα κάτσω 2 βδομάδες. Πάω εκεί που δεν κλειδώνουν τις πόρτες τους, δεν φοβούνται, φοράνε χρυσαφικά και αφήνουν τις τσάντες τους δίπλα τους χωρίς να τρελαίνονται κι ας έχει σκατένια ζέστη, κατσαρίδες, κουνούπια και τα σκατά στη μούρη μου. Δε με νοιάζει. Και δίπλα στο σπίτι δεν έχει καμπάνα. Θα μου πεις θα σε ξυπνάνε τα πιτσιρίκια. Και θα είσαι όλη μέρα σπίτι γιατί έχει ζέστη και δεν μπορείς να κουνήσεις και το βράδυ που θα βγαίνεις για μπάνιο θα σε τρώνε τα κουνούπια. Δε με ενδιαφέρει. Θα έχω καλή παρέα και δε νοιάζομαι και τόσο για τα υπόλοιπα. Βέβαια τα πιτσιρίκια θα τα βολέψω καταλλήλως. Θα τα διαλύσω, θα τα συνθλίψω, θα τα κόψω φέτες και θα τα φάω. Και με αυτά λέγοντας, εννοώ ότι τα αγαπώ τόσο πολύ που εγώ θα τους σπάσω τον πούτσο κι όχι αυτά εμένα. Αφού όταν μου μιλάνε στο τηλέφωνο μου λένε Νονά, πότε θα έρθεις να μας λιανίσεις; Είναι και μαζόχες τα χρυσά μου. Οπότε πάω εγώ εκεί να κάνω λιποδιάλυση -λόγω φρικτής ζέστης-, να πιάσω τις 5 καρέκλες μου -λόγω ζέστης-, να ζαλίζω αρχίδια -λόγω χαρακτήρα- αλλά να είμαι ήρεμη. Και να μην ακούω ειδήσεις. Για δύο εβδομάδες να μην σκεφτώ τι θα κάνω με δουλειά, λεφτά, υγεία, πρόνοια, το ένα και το άλλο γιατί δε μπορώ. Βεβαίως θα έχω υπολογιστή ίντερνετ και τα σχετικά οπότε θα μαθαίνω τα πάντα αλλά ξέρετε τι θα λέω; Α τους καημένους τους Έλληνες τι περνάνε. Μου είναι απαραίτητο αυτό, λίγη αποστασιοποίηση ρε αδερφέ, να γεμίσουν οι μπαταρίες και να κατέβει καμιά καλή ιδέα. Γιατί φίλοι μου άμα καθόμαστε όλοι και πέφτουμε πέφτουμε και πέφτουμε, στο τέλος δε θα έχει πιο κάτω. Βεβαίως πάντα έλεγα με την κουμπάρα μου ότι όταν φτάνεις στον πάτο, πάντα έχει ένα καπάκι και μπορείς να πας πιο κάτω και πας πιο κάτω και βρίσκεις κι άλλο καπάκι και πας πιο κάτω και κοινώς το πηγάδι δεν έχει πάτο άμα γουστάρεις. Απλά πρέπει να ξέρεις πως μετά θα κάνεις πολύ ώρα να βγεις και θα είναι δύσκολο γιατί είναι ανηφόρα. Οπότε όποιος το πάρει χαμπάρι καλά θα κάνει να σταματήσει να κατρακυλάει και να γεμίζει καμία μπαταρία να βρει δύναμη για το ανέβα γιατί δε λέει. Μα δε λέει καθόλου.

Γαμίδια ξέχασα να ρίξω. Άντε γαμίδια. Έτσι, να σου βρίσκονται.

Πάω στη μάνα να της φτιάξω γλυκό γιατί μ' εχει πρήξει κι αυτή, Φτιάξε μου το γλυκό και φτιάξε μου το γλυκό πριν φύγεις λες και την έχουν φέρει από την Άγλυκη Χώρα, ήμαρτον. Μην είσαι σκύλα με τη μάνα σου θα μου πείτε, άντε γαμηθείτε θα σας πω εγώ γιατί σ' αυτό το ποστ έχει καριολίκια άντε που θα μου βάλετε και πόστα. Θα της το φτιάξω και θα βασανίσω τον Έρωτα με σκληρές μεθόδους όπως ατελείωτο τρίψιμο πάνω στο κρεβάτι να την μακρύνω λίγο να την τεντώσω να χωράει καλύτερα στο φούρνο μετά που θα την βάλω να την ψήσω για να τη φάω το γαμημένο κι αυτό για σκυλί θα το λιώσω το γαμίδι. Επίσης θα παρατήσω το αυτοκίνητο -στη μάνα- γιατί αν το αφήσω ετσι εδώ από κάτω για τόσο καιρό μπορεί εκτός από το να μην το βρω καθόλου, να του λείπουν τίποτα πόρτες, παράθυρα κλπ και δεν ψήνομαι και πολύ. Αυτά. Καλή δύναμη σας εύχομαι, εγώ θα σας γράφω από κει, αν ζω από τη ζέστη βέβαια γιατί πέρσυ που πήγα, είχα φτάσει σε πολύ μεγάλες στιγμές εξαθλίωσης τύπου μια μέρα ήμουν στο σαλόνι στον υπολογιστή, και άκουσα ξαφνικά ένα τσσσσιιιφ! το κουτάκι της μπύρας που ανοίγει, και πετάχτηκα τόσο πολύ να πάω γρήγορα να μου βάλει να πιω η κουμπάρα που πήρα μαζί μου όλες τις καρέκλες παραμάζωμα. Κι έφτασα τόσο γρήγορα στην κουζίνα που δεν είχε προλάβει να τραβήξει το δάχτυλό της από το τσιγκάκι. Και την κοίταξα με τέτοιο βλέμμα που έβαλε τα γέλια και μου είπε ότι είμαι πολύ τελευταία. (Αλλά, θέλω να σημειώσω, δεν ήταν η μπύρα, κάτι να πιω ήθελα η μαύρη και καζανάκι να άκουγα εκείνη τη στιγμή θα έτρεχα στην τουαλέτα να είστε σίγουροι).

Εγώ λοιπόν η τελευταία, σας χαιρετώ, πάω στην αφόρητη τροπική ζέστη που σε κάνει να πιάνεις σκορπιούς με τα χέρια και να τους τρως και μετά να βγάζεις το καουμπόικο καπέλο σου και να σκουπίζεις με την ανάποδη του χεριού σου το ιδρωμένο σου κούτελο και να μιλάς στον κολλητό σου βλάχικα αμερικάνικα. Θα τα λέμε από κει Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος κυριολεκτικά μιλώντας εντελώς όμως και σεις εδώ καλή δύναμη, αντέξτε σας παρακαλώ και με βάρδιες η φρίκη. Να κάνετε και πράγματα που σας αρέσουν, να γελάτε, να περνάτε καλά, να νιώθετε πως δεν τελειώνει η ζωή επειδή κάναμε κει δυο τρεις πέντε δέκα χιλιάδες μαλακίες και τώρα τον πίνουμε. Δεν πειράζει. Θα μπορούσαμε να ζούμε και σε πόλεμο, να ανατινάζονται μπροστά μας τα παιδιά, οι φίλοι και οι συγγενείς μας κι εμείς να μένουμε χωρίς πόδια και άστεγοι. Ή μαύροι και να μαζεύουμε διαμάντια για να βάλει η κάθε φόλα που παντρεύεται ένα μαλάκα πρίγκηπα κι επειδή βρήκαμε ένα μεγαλούτσικο και το κρύψαμε στα δόντια μας μας έκοψαν το χέρι. Ή θα μπορούσαμε να είμαστε 6 χρονών παιδάκι στη Βομβάη που το πηδάνε γέροι, οπότε γι' αυτό σας λέω, ας βρούμε δύναμη να το ξεπεράσουμε όλο αυτό. Έλα ν' αντέξουμε παρακαλώ! Έλα!