Γαμώ το Lost μου μέσα γαμώ. Να τελειώσει το γαμημένο να ησυχάσω, να ελευθερωθώ, να γλιτώσω! Τους βλέπω και στον ύπνο μου πια γαμώ την πουτάνα μου δηλαδή. Κοιμάμαι και βλέπω δάση, κόσμο να τρέχει με όπλα στη ζούγκλα, ταλαιπώρια λέμε. Τελειώνει όμως και θα ησυχάσω επιτέλους. Και μετά θα πάω διακοπές. Χωρίς λεφτά. Και γι' αυτό θα πάρω μαζί μου το λαπτοπ. Θα ζήσω που θα ζήσω την περιπέτεια, να μην τα γράφω να διασκεδάζουμε; Ποιος ξέρει τι θα γίνει; Σε ποια παγκάκια θα ξαγρυπνήσω, σε ποιες ταβέρνες θα τρώω τα αποφάγια των άλλων, ποιανών τα ποτά θα πίνω στα μπαρ, που θα ξαποσταίνω το κορμάκι μου... Ποιος ξέρει αν τελικά γίνω κλέφτρα, πόρνη.. ποιος ξέρει.. Με ένα φίλο λέγαμε στο τηλέφωνο πως μια καλή ιδέα είναι να καθόμαστε στο λιμάνι του νησιού και μόλις σκάει ο κόσμος να τους λέμε πως άμα μας δώσουν ένα ευρώ θα τους λέμε που είναι οι καλές παραλίες. Μετά είπαμε να μη φοράμε ρούχα και να το κάνουμε αυτό για να βγάζουμε περισσότερα και στο τέλος καταλήξαμε να λέμε μήπως να γίνουμε ζιγκολιάρηδες (πόρνοι για γέρους).
Που πας χωρίς λεφτά ρε Καραμήτρο; Να σου πω. Όταν το κανόνισα έβλεπα Lost και δεν σκεφτόμουν καθαρά. Το κανόνισα, κλείσαμε και ξαφνικά, προχτές ήτανε θαρρώ, ήμανε ξαπλωμένη στον καναπέ, και κει που είχα τα μάτια μισόκλειστα και παρακολουθούσα σε μια σχετική ψιλοντάγκλα, ξαφνικά γούρλωσα τα μάτια και έμεινα κάγκελο. Πιστεύω πως αν ήταν κάποιος μαζί μου, ενδεχομένως να νόμιζε πως κάτω από μένα, υπήρχε τρύπα στον καναπέ και κάποιος μου έβαλε ένα πυρωμένο σίδερο στον κώλο. Αλλά όχι. Απλώς συνειδητοποίησα μέσα στη σχάση και την τύξη μου ότι δεν έχω λεφτά κι ότι έχω κανονίσει να λείπω τουλάχιστον 15 μέρες. Μόλις το συνειδητοποίησα, πάτησα pause, μη χάνω και το Lost, κρίμα είμαι, μετά δε θα καταλαβαίνω και θα βρίζω, έκατσα στον καναπέ, τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν γιατί ακόμα ήταν γουρλωμένα, πήγα στην κουζίνα, ήπια νερό, πήγα στο μπάνιο, έριξα ένα κατούρημα, επέστρεψα στο σαλόνι και ξαναξάπλωσα στον καναπέ με τα μάτια γεμάτα δάκρυα γιατί ακόμα δεν είχαν κλείσει από το σοκ της συνειδητοποίησης που είχα υποστεί προηγουμένως. Τελικά τα έκλεισα, αναστέναξα βαθιά, πάτησα play και συνέχισα ακάθεκτη.
Τι να κάνω; Τώρα ό,τι έγινε έγινε. Θα πάω και θα δούμε. Δεν μπορώ να σας πω που θα πάω γιατί φέτος θα πάω σε δημοφιλή νήσο αρχικά που θα είναι πολύς λαός λέμε και μπορεί και σεις και δε θέλω να έχετε το νου σας για μία που σας κοιτάει και μετά θα πάω στο νησί μου όπου εκεί θα γελάσουμε χοντρά καθώς ούτε ξέρω που θα μείνω και τι θα γίνει γιατί εκεί είναι που θα πέσει η πείνα, η πουτανιά, οι κλεψιές κλπ. Έτσι δε γίνεται πάντα; Δεν πας διακοπές κάπου και αρχικά είσαι λαρτζ και "κερνάω εγώ", "άσε ρε φίλε που θα μου δώσεις ένα ευρώ" και προς το τέλος των διακοπών είσαι "αυτό που άφησες στο πιάτο σου, θα το φας;" ή "μου χρωστάς 20 λεπτά ρε μαλάκα". Έτσι γίνεται στάνταρ. Έτσι κι εγώ αλλά χειρότερα. Γιατί στην αρχή θα είμαι "αυτό που άφησες στο πιάτο σου θα το φας" και "μου χρωστάς 20 λεπτά ρε μαλάκα" και άρα μετά γύρευε τι θα γίνει, επικίνδυνα προβλέπονται τα πράγματα.
Έχω σαπίσει εντωμεταξύ και θέλω να σας βάλω τις φωτογραφίες από Κύπρο να κλάψουμε με τα κέρινα ομοιώματα, θέλω να φτιάξω ένα βίντεο.. Υπόσχομαι να τα κάνω πριν φύγω, ώστε να υπάρχει ψωμάκι μέχρι το πρώτο review από τις διακοπές που γύρευε πως θα είναι. Ας πω όμως συνοπτικά αυτά που θέλω προς το παρόν και θα κλείσω με την επική συζήτηση εμού και της μητρός μου όπου στο τέλος αυτής, βγήκα από τα ρούχα μου, άρχισα να ουρλιάζω και με άκουσε όλη η περιφέρεια.
Διακοπές, Μέρος 1ο. Ένα νησί. Τρία κορίτσια, ένα αγόρι. Το αγόρι φεύγει στα μισά, τα τρία κορίτσια μένουν μόνα. Το ένα απ' αυτά είμαι εγώ. Κανείς δεν έχει πολλά λεφτά, όλοι είναι τρελοί ή τουλάχιστον ημίτρελοι στην παρέα με τάσεις μανιοκατάθλιψης στα όρια της σχιζοφρένειας. Καλά παιδιά όμως όλα. Επίσης, δεν έχω πάει με κανένα απ' αυτά τα παιδιά διακοπές μαζί ποτέ.
Διακοπές, Μέρος 2ο. Ένα νησί. Το γνωστό. Με την ανηψιά, την ξαδέρφη, τη θεία, τις φανταστικές παραλίες. Εκεί θα πάω μόνη. Και ούτε ξέρω που θα μείνω. Μάλλον στο κάμπινγκ με βλέπω. Και θα γελάσουμε. Γιατί και άφραγκη θα είμαι μιας και θα είμαι μιζερολάρτζ όσο θα είμαι στο προηγούμενο νησί, συν ότι θα πέσω πάνω στον 15Αυγουστο που θα γίνεται της καριόλας και όλοι έχετε καταλάβει πόσο μου αρέσει να γίνεται της καριόλας ε; Πόσο γουστάρω να ακούω φλάπα φλούπα τις σαγιονάρες, να καρφώνουν πασαλάκια στις δύο το πρωί και να περιμένουν τα κουνούπια μαζί με τα μυρμήγκια έξω από τη σκηνή μου πότε θα έρθω να μπούμε όλοι μαζί μέσα να κάνουμε τρελό παρεάκι. Αλλά δε με πειράζει. Γιατί πάντα με το στραβό πάει σετάκι και το ίσιο. Τι εννοώ. Γιν Γιανγκ. Μαύρο Άσπρο. Καλό Κακό. Με πιάνετε; Μπα; Να εξηγήσω. Θα κοιμάμαι στο δρόμο χωρίς λεφτά στο νησί μου; Δεν πειράζει. Γιατί θα είναι η κολλητή μου με μεγάλη παρέα στο ένα σημείο και λίγα μέτρα παρακάτω θα είναι ο κολλητός με άλλη μεγάλη παρέα. Δεν το λες κακό αυτό. Πρώτα απ'όλα με ξέρουν και με συμπαθούν όλοι απ'όσο γνωρίζω. Μια μπουκίτσα φαγάκι να ζητάω από τον καθένα κάθε μέρα, μέχρι που θα παχύνω κιόλας. Να κάνω ένα ντουζάκι στο δωματιάκι τους θα με αφήσουν. Να ξεμείνω κανένα βράδυ στην αγκαλίτσα κανενός θα μου το επιτρέψουν, οπότε; Μ' αυτά και μ'αυτά ίσως το γλιτώσω το παγκάκι. Οπότε σαν κολαούζος, χίπουρας, βδέλλα και μύκητας φέτος, ίσως να τη βγάλω.
Και τώρα η συζήτηση με τη μάνα. Γιατί αρχικά ήταν να γίνουν τελείως διαφορετικά τα πράγματα στο νησί μου και να μην χρειάζεται να γίνω τσιμπούρι στον κοσμάκη. Αλλά και τέλος πάντων. Σημειώστε πως η παρακάτω συζήτηση έγινε σταδιακά, μέσα σε 2-3 μέρες δηλαδή, με αποκορύφωμα το τέλος της κουβέντας που η μάνα με πήρε το βράδυ αργά ενώ έπινα την μπυρίτσα μου με την κολλητή μου στο γνωστό μπαρ με το φίλο μπάρμαν.
Η φάση ξεκίνησε μια ωραία μέρα πριν καιρό. Μου λέει η μάνα:
-Παιδί μου, μου είπε ο ..... ότι έχει μια ωραία γκαρσονιέρα στην ...(νησί) και ότι μπορείς να πας όποτε θες!
-Ναι; Καλά, αν είναι θα σου πω.
Περνάει ο καιρός, έρχεται η ώρα να σκεφτώ τι θα γίνει με τις διακοπές, έρχεται η πρόταση από τους φίλους για το πρώτο νησί το οποίο είναι δίπλα στο δικό μου, οπότε λέω δεν πάω, τσάμπα θα είναι, ωραία φάση. Το λέω στη μάνα μου.
-Έλα, μπορείς να ρωτήσεις σε παρακαλώ αν παίζει η γκαρσονιέρα γιατί σκέφτομαι να πάω;
-Θα πάρω τηλέφωνο παιδί μου και θα ρωτήσω αλλά είναι σίγουρο, κανόνισε με όποιον θες να πας!
-Καλά, μίλα πρώτα να το επιβεβαιώσεις και βλέπουμε.
Με παίρνει μετά από κάποια φάση και μου λέει:
-Μίλησα μαζί του και μου είπε ό,τι θες, όποτε θες, όσο θες, ό,τι γουστάρεις. Να πάρεις παρέα να πάτε παιδί μου.
-Αχ ωραία, ευχαριστώ πολύ!
Κανονίζω με τη μία φίλη που θα είμαστε μαζί στο πρώτο νησί να έρθει μαζί μου μιας κι αυτή δεν είχε τι να κάνει μετά και κρίμα είναι, τσάμπα μέρος για ύπνο, δικό μας, ωραίες παραλίες, γουάι νοτ. Χαιρόμαστε. Χτυπάει το τηλέφωνο αργότερα. Η μάνα.
-Έλα παιδί μου, ξέχασα να σου πω ότι δεν έχει νεροχύτη.
-....Ντάξει, δε γαμιέται; Ψυγείο έχει;
-Κάτσε να ρωτήσω και θα σου πω.
Περνάει λίγη ώρα. Με ξαναπαίρνει.
-Όχι, δεν έχει ψυγείο.
-Και τι θα κάνω ρε μαμά άμα θέλουμε κάτι;
-Από πάνω μένει ο άνθρωπος, ό,τι θέλετε θα πηγαίνετε εκεί.
-Δηλαδή άμα θέλω νερό στις 3 το πρωί θα του χτυπάω το κουδούνι; ....(το ξανασκέφτομαι, τσάμπα είναι, θα έχω ένα νερό εκεί το βράδυ, σιγά, πόσο να βράσει)... Καλά, τέλος πάντων.
-Επίσης, δεν έχει πλακάκια στο μπάνιο.
-....Με δουλεύεις; Πόρτα έχει; Ή έχει καμία κουρτίνα με κορδελάκια να τα δένεις σε πρόκες στον τοίχο;
-Όχι παιδί μου, τι είναι αυτά που λες;! Ωραιότατο είναι το σπίτι, με διπλό κρεβάτι μεγάλο, πολύ ωραίο!
Δε γαμιέται, σκέφτομαι, άντε, ας μην έχει ούτε πλακάκια. Το φτιάχνει ο άνθρωπος, ντάξει. Κλείνουμε το τηλέφωνο. Κι αφού έχουμε κανονίσει καλά καλά, με παίρνει την επόμενη μέρα και μου λέει:
-Ξέρεις, το σπίτι δεν έχει ρεύμα.
Όπως καταλαβαίνετε με έπιασε κρίση.
-ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ; ΤΙ ΜΟΥ ΛΕΣ; ΜΕ ΦΤΙΑΧΝΕΤΕ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΜΟΥ ΤΑ ΒΓΑΖΕΤΕ ΕΝΑ ΕΝΑ; ΜΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΕΡΟΧΥΤΗ, ΜΙΑ ΠΛΑΚΑΚΙΑ, ΟΥΤΕ ΡΕΥΜΑ, ΧΕΣΕ ΜΕ, ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΚΑΜΠΙΝΓΚ!
-Όχι παιδ...
-Άσε με, δεν πειράζει, τα λέμε μετά. (Το έκλεισα).
Φυσικά λέω στη φίλη ότι δεν παίζει να έρθει, εγώ κάπου θα βρω να γείρω αλλά να τραβολογάω κι άλλον μαζί μου δε λέει. Της ζητάω συγνώμη και σκέφτομαι το άγνωστο που θα βρεθώ. Την επομένη, κανονίζω να βρεθώ με την κολλητή μου που θα είναι στο νησί με την παρέα της. Και είναι βράδυ, μιλάμε, πίνουμε τη μπυρίτσα μας ωραία-ωραία και χτυπάει το τηλέφωνο. Η μάνα. Το σηκώνω.
-Έλα. Πήρε φωτιά η αποθήκη του Σαμ και κινδυνεύει η Λόλα;
-Τι;
-Τίποτα. Πες μου.
-Λοιπόν, άκου. Μίλησα με τον ..... και μου είπε να μη στενοχωριέσαι, θα σου κατεβάσει από πάνω ένα ωραίο πολύπριζο....
Στη λέξη "πολύπριζο" νομίζω έπαθα αυτό που λένε "πυρηνική τύξη" και ανατινάχτηκε το μυαλό μου. Εκεί πια, άρχισα να ουρλιάζω.
-ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ; ΠΟΣΟ ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ; ΜΕ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΝΥΧΤΙΑΤΙΚΟ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΜΑΛΑΚΙΑ; ΘΑ ΜΟΥ ΚΑΤΕΒΑΣΕΙ ΠΟΛΥΠΡΙΖΟ; ΔΗΛΑΔΗ ΘΕΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΟΤΙ ΘΑ ΕΧΩ ΠΟΡΤΑ Ή ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ ΤΑ ΚΑΛΩΔΙΑ, ΘΑ ΠΑΡΩ ΤΟ ΠΟΛΥΠΡΙΖΟ ΝΑ ΠΑΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΜΠΑΝΑΚΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ; Ή ΜΗΠΩΣ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΝΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΩΡΑΙΟ ΔΙΠΛΟ ΚΡΕΒΑΤΙ; ΑΛΗΘΕΙΑ, ΔΕ ΡΩΤΗΣΑ, ΠΑΤΩΜΑ ΕΧΕΙ;
Όπως καταλαβαίνετε, η καημένη η μαμά μου να βοηθήσει ήθελε αλλά η λέξη "πολύπριζο" και η όλη εικόνα να μένω στο γιαπί χωρίς νεροχύτη και πλακάκια και με κρεμασμένα καλώδια για να έχω ένα ωραίο διπλό κρεβάτι, με τρέλανε. Οπότε κάμπινγκ μάλλον έχει το μενού. Βεβαίως όλα θα εξαρτηθούν από την αφραγκία. Οπότε μπορεί να μείνω και στο γιαπί. Γι' αυτό σας λέω, θα γελάσουμε. Αυτό το καλοκαίρι, μη χάσετε επεισόδια από το μπλογκ σας λέω. Μυρίζομαι τρελό ψωμάκι.
Υ.Γ. Γυφτιά, ξεγυφτιά, θα το πω. Όποιος δεν έχει αγοράσει το βιβλίο μου είναι μεγάλος μαλάκας γιατί είναι τέλειο για την παραλία! Αλλά ξέρω γιατί το κάνετε. Για να κοιμάμαι στα παγκάκια και μετά θάνατον να πάτε να τα αγοράσετε όλα να παίρνουν τα λεφτά οι άσχετοι γαμώτ#%^$##@!!!!
Υ.Γ. Μη με παίρνετε σοβαρά, ξέρω ότι έχουν σφίξει ολονών οι κώλοι. (Παλιομαλάκες. Φλώροι. Αντηλιακά ξέρετε να παίρνετε).