Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2006
Έτσι φεύγουν οι σταρ!
Γκουχ… γκουχ… ΓΚΟΥΧ… (ρε Θόδωρα… πιάσε το νεράκι ρε… ΘΟΔΩΡΑ! Έλα ρε μαλάκα και περιμένει ο κόσμος… άντε…) γκλου..γκλου..γκλου…
Γκουχ-γκουχ! Αγαπητοί συμπολίτες, αγαπητοί φίλοι, αγαπητοί άσχετοι, αγαπητοί ανώμαλοι, ψυχασθενείς και άρρωστοι, σήμερα, 22 Δεκεμβρίου 2006, ανέβηκα σε τούτη εδώ την εξέδρα, όχι μόνο για να σας ευχαριστήσω θερμά για τις υποστήριξή σας, αλλά και για να σας πω πόσο σημαντικοί είστε για μένα…… ευχαριστώ… ευχαριστώ…. σας ευχαριστώ……
Αγαπητοί μου, με κάνετε τόσο χαρούμενη… αλλά για 10 μέρες θα χαθώ… θα φύγω, έχω ανάγκη να ξεκουραστώ, να ησυχάσω…. Ευχαριστώ… ευχαριστώ… (Ρε Θόδωρα τι χαίρονται; Μαλάκες είναι;… ρε Θόδωρα, μπας και γιουχάρουν και γω νομίζω ότι με εκθειάζουν;…….τι;……. όχι λες ε;;……. τι;; δεν ακούω ρε μαλάκα!........ α! να δω τη γριά μπροστά που πετάει λουλούδια και γελάει λες… καλά…) Ευχαριστώ! Ευχαριστώ!! Η ανάγκη λοιπόν, για ξεκούραση, με αναγκάζει να αποσυρθώ στα ιδιαίτερα διαμερίσματά μου για να σκεφθώ, να δημιουργήσω, να χαρώ… Ναι φίλοι μου, θα λείψω για 10 μέρες…… μην κάνετε Ωωωωω!! αγαπητοί μου και με στενοχωρείτε… σας παρακαλώ….
(Ρε Θόδωρα… ΘΟΔΩΡΑ! Το μαλάκα, πού κοιτάει.. ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΘΟΔΩΡΑ!.... Αγριεύουν ρε μαλάκα ή μου φαίνεται;….. να τελειώνω λες ε;……ναι, ναι, ναι...)
Αγαπητοί μου! Καταλαβαίνω την απόγνωσή σας αλλά Άγιες Μέρες είναι… καταλάβετε και μένα… έχω σπίτι, οικογένεια… θέλω να ηρεμήσω… ωχ! Σας παρακαλώ, μην πετάτε μπουκάλια, θα μου σκίσετε το καλσόν!! Όχι, ρε παιδιά! Καταλάβετέ με……… Μη βρίζετε ρε παιδιά… Σεκιούριτι! Σεκιούριτι!! Μην τους αφήνετε να περάσουν τα κάγκελα! (Ρε Θόδωρα που τους βρήκες αυτούς τους μπουχέσες;;; Θα με λιανίσουν οι άλλοι από κάτω! ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΘΟΔΩΡΑ ΚΟΥΦΕ, ΤΡΑΒΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΣΠΡΩΧΝΕ!!)
Αγαπητοί μου ηρεμήστε και σκεφθείτε ψύχραιμα… ΜΗΝ ΠΕΤΑΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΑΣ ΡΕ ΑΡΧΙΔΙΑ!!..... ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΡΕ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΚΑΤΣΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΝΑ ΣΚΕΒΡΩΝΩ ΧΡΟΝΙΑΡΕΣ ΜΕΡΕΣ ΓΙΑ ΠΑΡΤΗ ΣΑΣ! ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ!!.....ΤΙ;;….ΤΙ;;;;…..ΝΑ ΠΑΤΕ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΟΙ!! Α ΣΙΧΤΙΡ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΟΙ ΟΛΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΤΕ ΜΕΝΑ…ΩΧ!
….Ωχ! Τι έγινε; Γιατί είμαι εδώ; Το σώμα μου γιατί είναι εκεί; Θεέ μου, ΠΕΘΑΝΑ;;;;; Τι λευκό φως είναι αυτό;; Και αυτή η άρπα που βρέθηκε στα χέρια μου;; Θεέ μου μεγαλοδύναμε, με έφαγαν οι θαυμαστές μου επειδή τους είπα ότι θα λείψω 10 μέρες; Τώρα χάθηκα για πάντα…. Θεέ μου… ντλιν… ντλιν.. τι ωραία που παίζω την άρπα… αχ! Έχω και φτερά! Είμαι ένας άγγελος! Αχ Θεέ μου!! Ντλιν… ντλιν… ντλιν… σας συγχωρώ όλους… ντλιν… ντλιν… γεια σας.. αχ! Τι ωραίο φως….
ΤΡΕΧΑ! ΤΡΕΧΑ! ΠΕΘΑΙΝΕΙ!! ΠΕΘΑΙΝΕΙ!! ΒΑΛ’ΤΗ ΕΚΕΙ! ΒΑΛ’ΤΗ ΕΚΕΙ!.... ΕΝΑ ΔΥΟ…. ΤΖΙΙΙΙΙΙΖ!!!!!!!!! ΕΝΑ ΔΥΟ ΤΖΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΖ!!!!! ΕΝΑ ΔΥΟ ΤΖΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΖ!!!!!!!!!
ΤΗ ΧΑΣΑΜΕ. Τώρα;
Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2006
Η Σταχτοπούτα
Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι να αρχινήσει…
Γκουχ… γκουχ… κυρίες και κύριοι. Το παραμύθι που ακολουθεί, είναι εμπνευσμένο από την υπέροχη ιστορία της Σταχτοπούτας που όλοι ξέρουμε. Παρόλο, που ειλικρινά μιλώντας, θα ήθελα να γράψω κάτι μελό, που να’ χει κλάμα, μύξα και να διαβάζεται από παιδιά, η επιλογή μου είναι να γράψω κάτι που να ταιριάζει στο μπλογκ μου. Μόλις ανοίξω μπλογκ που θα λέγεται «Κωλομελογλυφάτη. Ο πραγματικός εαυτός μου» τότε θα δείτε τη μελό εκδοχή. Συμπληρώνω πως αγαπάω τα παιδιά πάρα πολύ και εύχομαι να είναι όλα καλά, που δε γίνεται, να’ ναι καλά τα μουνόπανα οι μεγάλοι. Τέλος πάντων, πέρα απ’ το να γράφουμε παραμύθια, ας πάρουμε και κανά δώρο σε κανά ορφανό, ας δώσουμε και κανά φράγκο σε κανά χωριό ΣΟΣ, σε κανά γιατρό χωρίς σύνορο. Έτσι για τη φάση μωρέ. Ντάξει;
Ξεκινάμε. Η ανάγνωση επιτρέπεται από 18 και άνω. Ευχαριστώ.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια πολύ ευτυχισμένη. Ο μπαμπάκας, η μανούλα και το πανέμορφο κοριτσάκι. Πλούσια οικογένεια, ζούσαν σε μία βίλα στην Κηφισιά. Περνούσαν τα χρόνια και ο μπαμπάκας είχε βαρεθεί την πολλή ευτυχία. Ήταν σίγουρος πως δεν ήταν φυσιολογικό να πηγαίνουν όλα καλά και αποφάσισε να τα κάνει μόνος του πουτάνα πριν τον βρει κανένα κακό εκεί που δεν το περιμένει. Βρήκε λοιπόν γκόμενα, άρχισε να πίνει, να παίζει χαρτιά και να βρίζει τη μανούλα και το κοριτσάκι. Η μανούλα άρχισε να στενοχωριέται και μια μέρα πέθανε. Το κοριτσάκι ήταν πλέον 18 χρονών και είχε γίνει πρεζού. Ποτέ δε συγχώρησε το μπαμπάκα για την μαλακία που τον έδειρε, ούτε τη μανούλα που ήταν τόσο ευαίσθητη και πήγε και πέθανε αντί η μαλάκω να τον χωρίσει, να του φάει τα μισά και να ζήσει με την κορούλα της. Τώρα όμως, οι σκέψεις αυτές δεν είχαν σημασία. Τα κρύα πεζοδρόμια της Ομόνοιας ήταν πιο ζεστά από την αγκαλιά του μπαμπάκα.
Το κοριτσάκι, έλειπε συχνά πολλές μέρες από το σπίτι γιατί δε γούσταρε τη φάτσα του μαλάκα που είχε για μπαμπάκα. Πήγαινε όμως σπίτι να κάνει κανένα μπάνιο και να πάρει και κανένα φράγκο γιατί μπορεί να ήθελε να πεθάνει αλλά δεν έκλεβε. Ο μπαμπάκας, της έδινε φράγκα γιατί είχε τύψεις ο άχρηστος. Και φράγκα είχε. Μπορεί να έπαιζε χαρτιά αλλά ήταν και κωλόφαρδος και κέρδιζε συνέχεια και είχε διπλασιάσει την περιουσία του. Έτσι το κοριτσάκι-πρεζού ήταν εξασφαλισμένο.
Μια μέρα λοιπόν, μετά από δύο μήνες παραμονής σε μια κατάληψη στη Δράμα, το κοριτσάκι γύρισε σπίτι. Όταν μπήκε, είδε βαλίτσες στην είσοδο. Όλα έγιναν γρήγορα. Φώναξε το μπαμπάκα, απάντησε η νέα μανούλα-μητριά. Καπάκι έσκασαν και κάτι κακάσχημες γεροντοκόρες νεόπλουτες με τζην, λευκό πουκάμισο, τίμπερλαντ και μεζ μαλλί. Οι κόρες της νέας μανούλας-μητριάς και νυν αδερφούλες. Φρίκη το κοριτσάκι-πρεζού.
Οι μέρες περνούσαν και το κοριτσάκι-πρεζού έμενε με τη νέα οικογένεια, μπαμπάκας, μανούλα-μητριά, αδερφούλες, γιατί ήθελε να κόψει κίνηση. Και το αποτέλεσμα ήταν να θέλει να ξεράσει κάθε μέρα και περισσότερο. Η τσατσά που είχε βάλει σπίτι του ο μπαμπάκας ή αλλιώς, η νέα μανούλα-μητριά, ήταν μεγάλη καριόλα. Καταρχάς, ήταν ηλίου φαεινότερων πως παντρεύτηκε το μαλάκα μπαμπάκα για να εξασφαλίσει οικονομικά την πάρτη της και τις γεροντοκόρες της. Και το κοριτσάκι-πρεζού αποφάσισε να κόψει την πρέζα και να λάβει μέτρα.
Οι γεροντοκόρες-αδερφούλες δε φτάνει που ήταν κακάσχημες, ήταν και ηλίθιες. Το κοριτσάκι-πρώην πρεζού, τις βαριόταν αφάνταστα. Σκεφτόταν πως θα γίνει να παντρευτούν μπας και γαμηθούν και φύγουν από κει. Η τσατσά τώρα, μανούλα-μητριά, ήταν δύσκολο πρόβλημα. Κακιά και πανέξυπνη. Ο μαλάκας μπαμπάκας έκανε ότι ήθελε η τσατσά. Τα πάντα του τα παρουσίαζε με τέτοιο τρόπο που πάντα φαινόταν πως έχει δίκιο. Το κοριτσάκι-πρώην πρεζού, είχε μπει σε βαθιές σκέψεις. Και τότε της ήρθε. Έκανε ένα τηλέφωνο, σηκώθηκε αμέσως, ντύθηκε και βγήκε έξω.
Έφτασε στα Εξάρχεια μέσα σε 20 λεπτά. Πάρκαρε σε ένα στενό κοντά στην πλατεία και περπάτησε μέχρι την Καλλιδρομίου. Εκεί, έστριψε αριστερά και μετά από λίγα μέτρα, μπήκε σε ένα νεοκλασικό.
Εκεί, την περίμεναν ο Νώντας, ο Τέλης και ο Σάκης. Οι 3 φίλοι της από το δημοτικό. Οι 3 φίλοι της που ποτέ δεν την άφησαν μόνη ακόμα και τις πιο δύσκολες στιγμές της. Ο Νώντας ήταν ο πατέρας του Τέλη και του Σάκη. Χήρος κι αυτός, μόνος με τ’ αγόρια του. Ο Νώντας ήταν νταλικιέρης, ο Τέλης ταξιτζής και ο Σάκης οδηγός αστικών λεωφορείων. Όλη η ζωή τους, οι δρόμοι. Πόσες φορές είχαν μοιραστεί ιστορίες μαζί με το κοριτσάκι. Πόσες φορές την είχαν πάει εκδρομές, πόσες φορές την είχαν φροντίσει, πόσες φορές την είχαν ταΐσει και κοιμίσει σπίτι τους. Όσες ακριβώς δεν έγινε ποτέ κάτι παρόμοιο με τον μπαμπάκα.
Είπε στους 3 άντρες τι συμβαίνει σπίτι της και μόλις τελείωσε, κοιτάχτηκαν. Μίλησε πρώτος ο Νώντας: «Μία είναι η λύση. Να βρούμε γκόμενο και στις τρεις ώστε να φύγουν από το σπίτι σου». Το κοριτσάκι του είπε πως αυτό είχε σκεφτεί και η ίδια αλλά ήταν μάλλον δύσκολο, καθώς η τσατσά, μανούλα-μητριά, είναι σούπερ κωλοπετσωμένη και κάθεται εκεί για τα φράγκα και θα μείνει μέχρι να πεθάνει ο μαλάκας, που, απ’ ότι φαίνεται, θα είναι πολύ σύντομα με τόσο που πίνει. Ο Νώντας την καθησύχασε και της είπε πως θα βάλει σχέδιο μπροστά. Είπε επίσης πως μπροστά στο πουλί του, έχουν λυγίσει διάσημες και διάσημες, όχι τώρα μια καριόλα. Το κοριτσάκι έσκασε στα γέλια και αγκάλιασε τους φίλους της. Κατάλαβε πως τα δολώματα θα ήταν οι ίδιοι. Ο Νώντας θα βόλευε την τσατσά, ο Τέλης τη μία γεροντοκόρη και ο Σάκης την άλλη. Το θέμα έκλεισε έχοντας συνεννοηθεί για το τι θα κάνει ποιος, αντάλλαξαν ευχές για καλή επιτυχία και ήπιαν ένα καφάσι μπύρες.
Το κοριτσάκι άρχισε να βάζει μπροστά το σχέδιο. Καλύτερες σχέσεις με την τσατσά, μανούλα-μητριά, καλύτερες σχέσεις και εξόδους με τις ηλίθιες αδερφούλες και κάθε βράδυ η ίδια να πίνει μαζί με τον μπαμπάκα το βραδινό ποτάκι.
Σε δυο μήνες, το πεδίο είχε στρωθεί όπως έπρεπε. Η τσατσά, μανούλα-μητριά και οι γεροντοκόρες-αδερφούλες είχαν λατρέψει το κοριτσάκι-πρώην πρεζού. Μέχρι που έφτασαν στο σημείο, να κανονίζουν μπροστά της τη διαίρεση της περιουσίας. Το κοριτσάκι τις κοιτούσε και ονειρευόταν ότι πάει στην κουζίνα για νερό και γυρίζει με χασαπομάχαιρο και τις κανονίζει, αλλά περίμενε. Και καλά έκανε. Τα πράγματα θα έπαιρναν το δρόμο τους.
Ένα βράδυ, ο μπαμπάκας έλειπε γιατί χαρτόπαιζε. Η τσατσά, μανούλα-μητριά, είχε φέρει το λογιστή και το δικηγόρο της να φτιάξουν κάτι χαρτιά που αφορούσαν την περιουσία και οι γεροντοκόρες-αδερφούλες ετοιμάζονταν να βγουν με το κοριτσάκι-πρώην πρεζού.
Το κοριτσάκι κάλεσε ταξί. Απόρησαν οι γεροντοκόρες-αδερφούλες «Μα δε θα πάμε με το σεντάν;» Ήρθε μια αναγούλα στο κοριτσάκι, την κατάπιε και τους θύμισε πως θα έπιναν και θα ήταν καλύτερα να μην οδηγήσουν. Δεν πολυκατάλαβαν οι γεροντοκόρες, αλλά μέχρι να κάνουν άλλες ερωτήσεις και να φέρουν άλλες αντιρρήσεις, ο Τέλης ήταν εκεί. Χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξαν. Οι γεροντοκόρες έπαθαν πλάκα! Τι γκόμενος! Αμέσως τσίριξαν και είπαν στο κοριτσάκι «Καλά! Άμα το ξέραμε, θα παίρναμε συνέχεια ταξί!» Το κοριτσάκι χαμογέλασε, μπήκαν στο ταξί και οι τρεις και έφυγαν. Μόλις έφτασαν κοντά στον Ιππικό Όμιλο της Κηφισιάς, το ταξί σταμάτησε. Οι γεροντόκορες είχαν λυσσάξει να μιλάνε στον Τέλη και να χαζοτσιρίζουν και άργησαν να καταλάβουν ότι είχαν σταματήσει στην ερημιά. Το κοριτσάκι φρόντισε να το τονίσει «Γιατί σταματήσαμε;» Οπ! Τσίμπησαν οι γεροντοκόρες-αδερφούλες και έκαναν «αααα!!». «Κορίτσια, χάλασε το αυτοκίνητο! Πρέπει να καλέσουμε βοήθεια» είπε ο Τέλης. «Ουάου!! Συναρπαστική περιπέτεια Τέλη!» τσίριξαν οι καθυστερημένες γεροντοκόρες-αδερφούλες προς απάντησή του. «Κούκλες, δεν έχω μπαταρία στο κινητό… Μήπως μπορώ να πάρω τηλέφωνο την οδική βοήθεια από το κινητό σας;» είπε ξαφνικά ο Τέλης. Άρχισαν οι χαζές να ψάχνουν, το κοριτσάκι χαμογελούσε. Είχε αφήσει, επίτηδες φυσικά, όλα τα κινητά στο σπίτι. Το ένα στο μπάνιο της χαζής, το άλλο στο κομοδίνο της άλλης χαζής και το δικό της στο γραφείο της. Όλα κλειστά. Οι χαζές άρχισαν να λένε «Μα που είναι το παλιοτηλέφωνο χι χι χι» «που το’ βαλα χι χι χι» και τέτοια παρόμοια. Έκανε πως ψάχνει και το κοριτσάκι, τίποτα. «Κορίτσια» είπε ο Τέλης, «πρέπει να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο. Είμαστε τέσσερις. Νομίζω πως θα ήταν χρήσιμο να φύγουν οι δύο σας να βρουν βοήθεια και δύο να κάτσουμε εδώ να φυλάμε το αυτοκίνητο». «Εγώ θα κάτσω!», «Εγώ θα κάτσω!» σπρώχνονταν οι χαζές και τελικά το κοριτσάκι είπε στη μία «Έλα μαζί μου να φέρουμε βοήθεια». Έλαμψε το βλέμμα της άλλης που θα έμενε με το γκόμενο. Το κοριτσάκι με τη μία χαζή γεροντοκόρη-αδερφούλα έφυγε. Ο Τέλης γάμησε την άλλη χαζή γεροντοκόρη-αδερφούλα και την κατέκτησε επιτόπου.
Εκεί που περπατούσαν στα σκοτάδια μέσα στο δρόμο το κοριτσάκι με τη μία γεροντοκόρη-αδερφούλα, άκουσαν θόρυβο πίσω τους. Ερχόταν αυτοκίνητο! Χαρά η χαζή, πηδούσε, φώναζε, κουνούσε χέρια να τις δει. Το κοριτσάκι απλώς περίμενε. Και σε λίγα δεύτερα, σταματάει μπροστά τους ο Σάκης με το λεωφορείο. Ολομόναχος μέσα, ανοίγει τις πόρτες μπροστά τους. «Τι έγινε κορίτσια; Πρόβλημα;» Θόλωσε η γεροντοκόρη-αδερφούλα με το Σάκη-γκόμενο και άρχισε να του λέει την ιστορία με το ταξί. Το κοριτσάκι χαμογελούσε. «Ρε κορίτσια, να σας πάρω, αλλά πάω να αφήσω το λεωφορείο στο σταθμό. Τελείωσε η βάρδια μου. Μπορώ να σας πάω μέχρι εκεί, αλλά από κει και πέρα θα βρείτε άλλο τρόπο να φύγετε. Εντάξει;» «Ναι, ναι!» αναφώνησε η γεροντοκόρη και μπήκαν μέσα. Στη διαδρομή, η χαζή έκατσε δίπλα στο Σάκη και μέχρι να φτάσουν στο σταθμό, είχε πέσει χοντρό μπαλαμούτι. Το κοριτσάκι, στα πίσω καθίσματα, γελούσε.
Μόλις έφτασαν, ο Σάκης πάρκαρε, κατέβηκαν από το λεωφορείο και είπε «Δεν κάθεστε λίγο να μου κάνετε παρέα μέχρι να έρθει αυτός που θα με αλλάξει και μετά να πάμε για ένα ποτάκι όλοι μαζί;» Τότε το κοριτσάκι είπε «Μα πρέπει να πάρουμε και την αδερφούλα μας από τον Ιππικό Όμιλο..» και πριν τελειώσει την κουβέντα ακούγεται μια δυνατή κόρνα «ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΠ!!!!!» Γυρίζουν τρομαγμένοι και βλέπουν μια νταλίκα σταματημένη μπροστά τους με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά. Ανοίγει η πόρτα της νταλίκας και κατεβαίνει ο Νώντας. «Τι έγινε παίδες; Έχουμε κανένα πρόβλημα; Τι κάνετε τέτοια ώρα εδώ;» «Αχ, καλέ μου κύριε» είπε με έμφαση το κοριτσάκι και συνέχισε με την ιστορία. «Τι λέτε ρε παιδιά;» είπε ο Νώντας. «Να σας βοηθήσω εγώ! Θα σας πάω σπίτι σας και παίρνετε το αυτοκίνητο, την οδική βοήθεια, όποιον θέλετε και όλα καλά! Γουστάρετε βραδινή βόλτα με νταλίκα;» Η χαζή έχασε λίγο το χαμόγελό της και το κοριτσάκι ευχόταν να στροφάρει και να μιλήσει… Παύση. Έλα κούκλα μου… έλα… έλα… «Να πω κάτι;» είπε η χαζή και αναθάρρεψε το κοριτσάκι. «Πειράζει να μείνω εγώ εδώ με το Σάκη και να πας μόνη σου στο σπίτι; Με φοβίζουν οι νταλίκες και θα ήθελα να πιω ένα ποτό. Και μετά θα με πάει ο Σάκης σπίτι. Ε, Σάκη;» «Το ρωτάς κούκλα;» κι έτσι έγινε. Το κοριτσάκι έφυγε με το Νώντα και ο Σάκης γάμησε τη δεύτερη γεοροντοκόρη-αδερφούλα και την κατέκτησε επιτόπου.
Στο δρόμο ο Νώντας με το κοριτσάκι έριξαν χοντρά γέλια. «Τώρα, το τελευταίο στάδιο Νώντα», του είπε το κοριτσάκι. «Το τελευταίο και το καλύτερο κούκλα μου», της είπε και πάρκαρε τη νταλίκα έξω από τη βίλα του μπαμπάκα.
Η τσατσά είχε τελειώσει με το λογιστή και το δικηγόρο και έβλεπε Μιραράκη. Εκείνη την ώρα περίμενε στη γραμμή για να δώσει προσφορά. Είχε βάλει στο μάτι μια καταπληκτική μπουχάρα, ότι έπρεπε για το σαλόνι. Και θα της έμενε και προίκα μόλις πέθαινε ο μπαμπάκας. Οι σκέψεις της όμως διακόπηκαν όταν είδε μια νταλίκα 6.5 μέτρων πάνω στο γκαζόν της.
Μαινόμενη, η μανούλα-μητριά κατέβηκε τη σκάλα σχεδόν κουτρουβαλώντας κι έφτασε στον κήπο. «ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ ΕΚΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙ;;;; ΕΙΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΣ;;;;;» ώσπου ανοίγουν οι πόρτες της νταλίκας και από τη μία κατεβαίνει το κοριτσάκι (πρώτη έκπληξη) και από την άλλη, κατεβαίνει ο ωραιότερος άντρας που είχε δει ποτέ (δεύτερη έκπληξη). Και τι φούσκωμα ήταν αυτό στο παντελόνι του (τρίτη και καλύτερη έκπληξη)! Η τσατσά μανούλα-μητριά ερεθίστηκε και χαλάρωσε. «Τι έγινε; Τι κάνεις εδώ; Ποιος είναι ο κύριος;» είπε. Το κοριτσάκι περιέγραψε μελοδραματικά τα γεγονότα και η μανούλα-μητριά βρήκε πως ήταν φοβερή ευκαιρία να λιποθυμήσει. Φυσικά την έπιασε στα στιβαρά του μπράτσα ο Νώντας και μπήκαν και οι τρεις μέσα.
Στο σαλόνι, το κοριτσάκι έβαλε 2 ποτά, ένα στη λιπόθυμη κι ένα στο Νώντα και πήρε το αυτοκίνητο και κίνησε να μαζέψει τις ηλίθιες.
Όταν ξύπνησε η μανούλα-μητριά, βρισκόταν σχεδόν ξαπλωμένη στα πόδια του Νώντα. «Τι άντρας!» ξανασκέφτηκε. Ανασηκώθηκε ντροπαλή, έφτιαξε τα ρούχα και τα μαλλιά της και ρώτησε τι έγινε. Ο Νώντας της είπε ότι το κοριτσάκι πήγε να φέρει τις κόρες της. Στη συνέχεια, είπαν πολλά αλλά κατέληξαν να κάνουν περισσότερα. Τη γάμησε και την κατέκτησε επιτόπου.
Το κοριτσάκι βρήκε τις ηλίθιες, τις έφερε σπίτι και πήγε για ύπνο. Ο Νώντας είχε φύγει. Ο μπαμπάκας ήταν ακόμα στη λέσχη. Δε θα ξεχνούσε ποτέ τα τρία ηλίθια χαμόγελα των τριών τσόκαρων. Το σχέδιο είχε πετύχει.
Ο Νώντας, ο Τέλης και ο Σάκης κορόιδευαν για καιρό τις τρεις γυναίκες. Ο καθένας μόνος του, έπεισε τη «γκόμενά του» πως πρέπει να πάνε στους Γιατρούς του Κόσμου και να νιώσουν πως είναι να σώζεις. Οι τρεις τους, έκλεισαν εισιτήριο, η μία κρυφά από την άλλη, είπαν ότι πάνε Παρίσι, Μιλάνο, Νέα Υόρκη και έφυγαν για τη Λωρίδα της Γάζας. Οι άντρες, φυσικά, θα έρχονταν με την επόμενη πτήση. Και ποτέ δεν πήγαν. Μέχρι να καταλάβουν οι γυναίκες τι έγινε, της πέτυχε μια μπόμπα και της σκότωσε.
Με το που έφυγαν και οι τρεις για το ταξίδι στον αγύριστο, το κοριτσάκι συνέχισε να πίνει το βραδινό ποτάκι με το μπαμπάκα της, ο οποίος μέσα στο λιώμα του, δεν είχε πάρει γραμμή τίποτα. Ένα βράδυ, λοιπόν, που ο μπαμπάκας ήταν πίτα όπως πάντα, το κοριτσάκι του έδωσε τη διαθήκη που είχε συντάξει η ίδια και την υπέγραψε. Του είπε ότι ήταν μια υπογραφή που έπρεπε να βάλει για να μπορέσει η ίδια να εκδώσει μια πιστωτική.
Μετά από 2 μήνες, ο μπαμπάκας πέθανε. Το κοριτσάκι τα κληρονόμησε όλα, έδωσε από ένα σπίτι και στους τρεις φίλους της, (αλίμονο! Τόσα είχε!) και έκανε ένα πάρτι που η Πάρις Χίλτον δεν είχε δει ούτε στον ύπνο της. Εκεί, γνώρισε τον Μπερτ, ένα Ολλανδό ζωγράφο που ζούσε στο Παρίσι σε μια σοφίτα 680 τετραγωνικών. Ο Μπερτ καταγόταν από πολύ πλούσια οικογένεια αλλά είχε επιλέξει την μποέμικη ζωή. Ερωτεύτηκαν και το κοριτσάκι έφυγε μαζί του. Έκαναν πολλά παιδάκια, ταξίδεψαν σε μέρη ονειρεμένα και τώρα ζουν στην Ολλανδία και χαίρονται ποδηλατάδες. Πάω συχνά εκεί γιατί εκτός από αφηγήτρια της υπέροχης αυτής ιστορίας, είμαι και φίλη της και τα λέμε, ψωνίζουμε, κάνουμε βόλτες, ρουφάμε ποτά και γουστάρουμε. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΡΕΜΑΛΙΑ!!
Παρακάτω σας έχω εναλλακτικά ends που μπορείτε να επιλέξετε. Όπως στην ταινία με τη Λάσκαρη που μία τη σκοτώνει ο Καλογήρου και μία όχι. Μικρή που το είχα δει μία έτσι και μία αλλιώς, νόμιζα ότι είχα πάθει σχιζοφρένεια. Μετά μου εξήγησαν.
Εναλλακτικό end 1.
Το κοριτσάκι τα φτιάχνει και με τους τρεις φίλους της και φεύγει μακριά. Φτωχή αλλά «χορτάτη».
Εναλλακτικό end 2.
Το κοριτσάκι είναι λεσβία και τα φτιάχνει και με τις δύο αδερφούλες, συνομωτούν, σκοτώνουν τη μητριά και το μπαμπάκα, υιοθετούν και 3 παιδιά και ζουν ευτυχισμένες.
Εναλλακτικό end 3.
Το κοριτσάκι πεθαίνει από τη μέση της ιστορίας από την πρέζα και όλοι οι υπόλοιποι στρέφονται στο Θεό και κλείνονται σε Μοναστήρι. Την περιουσία τη γράφουν στην Εκκλησία.
Εναλλακτικό end 4.
Το κοριτσάκι μετά απ’ όλα όσα κάνει, έχει τύψεις και αυτοκτονεί. Η περιουσία φαγώνεται από συγγενείς.
Εναλλακτικό end 5.
Το κοριτσάκι τα φτιάχνει με τον Μπερτ ο οποίος είναι βρικόλακας και τη δαγκώνει και γίνεται κι αυτή βρικόλακας και δαγκώνουν κι άλλους και όλη η γη γεμίζει βρικόλακες και δεν έχουν ποιον να φάνε και πεθαίνουν όλοι. Η φύση ξαναγεννιέται και όλα αρχίζουν από την αρχή με τις αμοιβάδες κλπ.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ!!!
Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2006
Μεγαλείο!
Άτζιλ Λουπέσκου. Μετά το Τηλεφώς και τη Μιραράκη, νόμιζα πως ήταν το χάος. Όμως όχι. Υπάρχει και ένας άνθρωπος ακόμα, που βοηθάει τον κόσμο. Ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο και έχει διαβάσει, έχει σπουδάσει, έχει γράψει βιβλία και θέλει να μεταδώσει τη γνώση της. Η Άτζιλ Λουπέσκου. Η γυναίκα απλά ΓΑΜΑΕΙ. Και δέρνει. Και ό,τι θέλει κάνει και την αγαπώ. Δε θα σας δώσω τη διεύθυνση του σάιτ της γιατί όσο γράφω, σκέφτομαι τον τύπο που τον δέσανε, ξέρετε τώρα, με το μπλογκ, που ο άλλος έβρισε ένα γκιόζη, ξέρετε τώρα, και σκέφτομαι πως είναι κρίμα στα γεράματα να πάω φυλακή. Αλλά εγώ δε βρίζω, ΤΗΝ ΠΡΟΣΚΥΝΩ. Όλα τα λεφτά. Την αγαπώ. Χτες, μας είπε πως από τον καινούριο χρόνο θα παίζει στο Έξτρα κάθε Παρακευή 12 το βράδυ με 2 το πρωί. Σας παρακαλώ όλους να το βλέπετε. Είστε έξω; Κακώς. Να γυρίσετε σπίτι 12-2 και να ξαναβγείτε μετά. Δεν τρέχει. Παρασκευή είναι. Φοβάστε μη δε βρείτε τους φίλους σας; Στο μπαρ θα είναι και θα σας περιμένουν. Και το καλό είναι πως θα είναι ήδη λιώμα και όταν πάτε, κεφάτοι και ορεξάτοι και με νέες ελπίδες για ζωή, θα τους βλέπετε λιώμα και θα γελάτε με την πάρτη τους. Άσε που θα είναι σπουδαία στιγμή για κατήχηση. Μεγαλείο.
Η Άτζιλ ασχολείται με τα μεταφυσικά, τις ασθένειες της ψυχής και γενικά τον ανθρώπινο ψυχισμό. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Από το λίγο που έχω δει έχω βγάλει αυτό το συμπέρασμα. Επίσης, πάντα, έχει σπουδαίους καλεσμένους όπως χτες που είχε την Μπέσυ Αργυράκη. Χτες, η εκπομπή ήταν σε επανάληψη, δυστυχώς, αλλά ήταν υπέροχη. Είχε θέμα τις Φοβίες και τη λύση αυτών, την Υπνοθεραπεία. Μας εξήγησε τι σημαίνουν κάποιες φοβίες, όπως για παράδειγμα η αγοραφοβία. Η αγοραφοβία είπε, είναι όταν φοβάσαι να είσαι σε πλατείες και κυρίως την έχουν οι γυναίκες. Και για να καταλάβουμε καλύτερα, μας έδειξε μια γυναίκα που καθόταν στο σπίτι της, πίσω από το παράθυρο και δάγκωνε τα χείλια της. Επίσης μας εξήγησε πως η υπνοθεραπεία είναι θεραπεία με ύπνο. Μετά, η κυρία Αργυράκη τη ρώτησε αν δεν είναι φοβία αλλά ανασφάλεια και η κυρία Λουπέσκου της είπε, πολύ σωστά και την τάπωσε, αν κρίνω από το βλέμμα της κυρίας Αργυράκη, πως η ανασφάλεια είναι έξω μας ενώ η φοβία είναι μέσα μας και θέλει πολύ δουλειά, δηλαδή υπνοθεραπεία, δηλαδή θεραπεία με ύπνο. Δε θέλω να πω περισσότερα, γιατί φοβάμαι μην καταδικαστώ ισόβια, αλλά σας παρακαλώ, σας παρακαλώ, δείτε τη. 5 λεπτά μόνο. Σας παρακαλώ. Είναι μια ευγενέστατη κυρία! Ευχαριστεί όλους εμάς που τη βλέπουμε και είμαστε χιλιάδες και παίρνουμε τηλέφωνο και στέλνουμε μέηλ και γι’ αυτό η εκπομπή θα συνεχίσει και τον καινούριο χρόνο. Λοιπόν, σας παρακαλώ, από του χρόνου, κάθε Παρασκευή, 12-2 το βράδυ, δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, παρά να δείτε την Άτζιλ και να ανοίξετε τα στραβά σας και να γίνετε άνθρωποι.
Α! Και όποιος πιάνει Τηλεφώς, να μου το πει, να έρχομαι σπίτι του επίσκεψη όταν έχει την εκπομπή με καλεσμένους πιστούς του Δωδεκάθεου που εμφανίζονται με χλαμύδες και ασημένιες κορδέλες στο κούτελο. Είναι φανταστικές εκπομπές και τσαντίζομαι που τις χάνω. Ευχαριστώ.
Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2006
3 ώρες σας φτάνουν και σας περισσεύουν. Μαλάκες.
Έχω μερικές απορίες. Τι μας φτάνουν 3 ώρες ρε παλιομαλάκα; Μας έχετε χρονομετρίσει; Άμα είμαστε γριές δηλαδή και προχωράμε με ένα χιλιόμετρο την ώρα και περιμένουμε στο νοσοκομείο να πάρουμε τα χάπια μας, άλλες 7-8 ώρες, να βγουν οι εξετάσεις μας άλλες 12 μέρες, τι θα γίνει; Να μην πάρεις αμάξι. Και να έχεις και ένα σοφέρ γιαγιά, να σε πάει, να φύγει και να ξανάρθει να σε πάρει. Εφόσον έχεις μυρίσει τα νύχια σου τι ώρα θα τελειώσεις, για να υπολογίσει και ο άλλος με την κίνηση, πόσες βδομάδες θα κάνει να φτάσει, μην περιμένεις όρθια ε; Δεν ντρέπονται και λίγο; Αλλά εμείς φταίμε και μας τιμωρούν! Έτσι! Επειδή είμαστε ζώα και μαλάκες και ψυχανώμαλοι και θέλουμε να πηγαίνουμε με το αυτοκίνητο και στον καμπινέ. Γιατί όμως δε φτιάχνετε λίγο τα ΜΜΜ;;; Γιατί δε βάζετε νυχτερινά λεωφορεία; Γιατί δε βάζετε, στην τελική, διόδια στο κέντρο; Αυτό είναι τρομοκρατία. Και αυτό κάνουν στο Λονδίνο (τουλάχιστον ήταν να γίνει). Εκεί όμως είναι κωλοάγγλοι. Μαλάκες. Κοκκινοτρίχιδες. Σπυριάριδες. Κομπλεξικοί. Ενώ εμείς, με το νέφος πιο ψηλά από πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες, για να μην πω όλες, και καρκινογόνα αέρια μέσα στη μούρη μας, είμαστε γαμάτοι. Γεμάτοι πάθος. Καύλα σας λέω. Το ξέρετε ότι είμαστε η 5η χώρα στον κόσμο, εμείς μια χούφτα παλιομαλάκες, που εντείνουμε την μόλυνση του πλανήτη; Τις πρώτες θέσεις τις έχει η Αμερική και η Κίνα. Και μετά εμείς. Προσέξτε μεγέθη. Αυτά λοιπόν διάβασε ο υπουργός και είπε στο βοηθό του: «Ρε, δε βάζουμε παρκόμετρα;» «Ναι ρε», του είπε ο άλλος, «πως δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα;» Μπράβο παιδιά. Μπράβο, μπράβο, μπράβο, χίλια μπράβο. Μπράβο. Ήθελα να ήξερα, μαζί με την καταπληκτική ιδέα που είχαν, σκέφτηκαν και κάτι άλλο; Να πάρουν καμιά πίτσα και καμιά μπύρα να το γιορτάσουν ρε παιδί μου για τη γαμηστερή τους ιδέα; Το άλλο; Γάμα τις γριές και τους γέρους. Θα ψοφήσουν να ξεμπερδεύουμε. Αυτό θέλει το ελληνικό κράτος. Εντάξει. Το ότι οι μόνιμοι κάτοικοι μπορεί να έχουν επισκέψεις το σκέφτηκε κανείς; Όχι βέβαια. Γιατί; Ζει κανείς στο κέντρο; Παπαπαπα… ντροπή… Όλοι αυτοί που παίρνουν αποφάσεις για μας, ζουν σε κάτι Εκάλες, κάτι Άνοιξες, κάτι στου διαόλου το ξεκώλωμα, δεν οδηγούν ποτέ (που να πάνε; Δουλεύουν;), έχουν σοφέρ (άμα γουστάρουν να πάνε καμιά τσάρκα), δεν πάνε σούπερ μάρκετ, δεν, δεν, δεν. Αλλάααα… οι αποφάσεις, αποφάσεις. Μέσα σ’ όλα λοιπόν, δε σκέφτηκαν πως οι μόνιμοι κάτοικοι μπορεί να έχουν επισκέψεις. Αυτό το απλό. Δεν το σκέφτηκαν. Και γιατί να το σκεφτούν; Εδώ άλλα και άλλα δε σκέφτονται. Επισκέψεις τώρα, μαλακίες... Και γιατί να είναι πρόβλημα οι επισκέψεις; Μα ας το δούμε με ένα απλό παράδειγμα: Ας πούμε ότι μένω κέντρο. Κι έχω τη γιορτή μου. Και θέλω να κάνω πάρτι. Όχι δε θα κάνω. Γιατί δε θα έρθει κανείς. Κι αν έρθει, αφού με λούσει με καινούριες βρισιές που θα έχει ανακαλύψει επειδή διάλεξα να μένω κέντρο, θα πρέπει να έχει έρθει με ΜΜΜ ή ταξί. Το λοιπόν: αν τυχόν μένει σε κεντρική περιοχή, θα βρει κάτι να’ ρθει. Αν όμως μένει πιο κει, μέχρι να πάρει λεωφορείο, τρόλεϊ, τρένο, ταξί, αρχίδια, θα’ χει βρωμίσει, θα’ χει φύγει το ρίμελ, θα’ χει σιχτιρίσει την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε, θα’ χει πάει μαύρη νύχτα. Άντε κι έρχεται τελικά με το αυτοκίνητο. Θα έχει το ξυπνητήρι του μαζί, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι. Στο τρίωρο πάνω, τον πούλο αλλιώς δε θα βρει αμάξι. Ωραίο πάρτι.
Είμαστε μαλάκες και ό,τι μας αξίζει παίρνουμε και πολύ το φχαριστιέμαι. Παίρνουμε το αυτοκίνητο παντού για πλάκα. Κατεβαίνουμε να πάρουμε εφημερίδα με το αυτοκίνητο. Πάμε στη γειτόνισσα 2 στενά πιο κει, παίρνουμε το αυτοκίνητο. Κι όταν παρκάρουμε, πιάνουμε όσες πιο πολλές θέσεις μπορούμε με ένα αυτοκίνητο. Έτσι είστε; Η απάντηση, διαγραμμίσεις και παρκόμετρα. Καλά μας κάνουν. Και το χειρότερο; Την πληρώνουν κι αυτοί που δεν φταίνε. Δουλεύει ο άλλος στο κέντρο. Ξέρεις πόσους ξέρω που μένουν πολύ μακριά κι έτσι και δεν πάρουν το αμάξι θα κάνουν 2 ώρες να πάνε στο γραφείο και 3 να γυρίσουν; Γιατί; Γιατί η λύση δεν είναι τα παρκόμετρα τρόμπες αλλά τα συχνότερα δρομολόγια και τα νυχτερινά στα ΜΜΜ. Πότε θα το καταλάβετε; Επιτρέπεται ολόκληρη Αθήνα να μην έχει νυχτερινά λεωφορεία; Ε πολιτισμένοι; Ε απόγονοι του αρχαίου ελληνικού ιδεώδους; Παρκόμετρα! Η ίδια απάντηση σαν να είστε αυτιστικοί, προσβάλω και τα παιδάκια. Παρκόμετρα. Το πολύ που μπορούν να κάνουν είναι να ξενερώσουν τους τριμάλακες που επιμένουν να παίρνουν το αυτοκίνητο παντού και ίιιιισως σωθεί και κανείς που λιώμα όπως είναι απ’ το μπαρ, θα φύγει με ταξί και δε θα σκοτωθεί στο δρόμο. (Γιατί τα μέτρα παρκαρίσματος λειτουργούν και τη νύχτα. Αμέεε!) Από κει και πέρα, νομίζετε ότι αυτό είναι λύση; Ο μαλάκας άμα θέλει να τρακάρει, θα τρακάρει. Κάτω από το σπίτι μου, τρακάρουν μέρα παρά μέρα. Το’ χουν γαμήσει το ζήτημα. Σε λίγο θα βάλω καρέκλα κοντά στα κάγκελα και θα τρώω πατατάκια κοιτώντας κάτω.
Τόσα ιδιωτικά πάρκινγκ που χρεώνουν 10 ευρώ την ώρα γιατί δεν τους κόβετε τον κώλο; Τα κωλομάγαζα – σκυλάδικα που βάζουν τα σκυλάμαξα πάνω σε πόρτες-τοίχους-όπου βρουν, έχουν άδεια; Δεν τρέχει τίποτα; Τόσα γιαπιά γκρεμισμένα στο κέντρο γιατί δεν τα κάνετε δωρεάν πάρκινγκ για τον ταλαίπωρο οδηγό; Τι λες μωρή; Πώς θα βγάλουμε λεφτά;;; Άρα, παρκόμετρα. Αυτή είναι η λύση σας. Το μόνο που καταφέρνετε όμως ηλίθιοι, είναι να φορτώνετε περισσότερο τους δρόμους γύρω από το κέντρο, γιατί ο μαλάκας ο Έλληνας θα το πάρει το αμάξι. Άρα περισσότερο στριμωξίδι στις γειτονιές, περισσότερος θυμός, περισσότερη βία. Αυτό το σκεφτήκατε; Μπααα… ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ, ΔΩΡΕΑΝ Ή ΠΟΛΥ ΦΤΗΝΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ, ΠΟΔΗΛΑΤΑ, ΠΟΔΗΛΑΤΑ, ΠΟΔΗΛΑΤΑ, ΠΟΔΗΛΑΤΑ! Αυτές είναι οι λύσεις έτσι όπως έχουμε γίνει. Α! Κι αν μπορείτε να μην κλείνετε ξαφνικά τους δρόμους για την κάθε μαλακία που θα σας καυλώσει (π.χ. έρχεται ο Κος Φούφουτος εκ Ουζμπεκιστάν)... Γιατί, πολύ απλά, δεν προλαβαίνει να ενημερωθεί ο μαλάκας ο οδηγός. Ξέρετε εμείς στη δουλειά μας, συχνά, δεν ακούμε ούτε ραδιόφωνο, ούτε βλέπουμε τηλεόραση. Γιατί δουλεύουμε. Καταλαβαίνω ότι δεν γνωρίζετε τι σημαίνει «δουλεύω» αλλά προσπαθήστε να καταλάβετε. Έτσι, μπας και δε βρίσουμε μια μέρα. Μια γαμημένη μέρα.
Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2006
Φαντασία Χειμερινής Νυκτός
(κουδούνι πόρτας)
-(ανοίγει πατσαβούρα καλοντυμένη) Παρακαλώ;
-Γεια σας, είμαι η κοπέλα που μένω από κάτω…
-Ναι, (χαμογελάει), τι κάνεις κορίτσι μου;
-Καταρχάς, συγνώμη για την ενόχληση, αλλά θα ήθελα να σας πω κάτι.
-Θες να περάσεις;
-Ευχαριστώ.. (περνάνε μέσα)
-Λοιπόν;
-Θα ήθελα να σας πω αν γίνεται να κρατάτε το σκυλί σας μέσα στο σπίτι το πρωί γιατί από τις 7 η ώρα, τρέχει και γαυγίζει πάνω από το υπνοδωμάτιό μου και με ξυπνάει. Ξέρετε έχω σκληρό ωράριο και πολλές δουλειές και θα ήθελα να κοιμάμαι μέχρι τις 8 και να μην ξυπνάω χωρίς λόγο. Δουλεύω και σπουδάζω παράλληλα και όπως καταλαβαίνετε, ο ύπνος είναι πολύ σημαντικός για μένα…
-Αχ, κούκλα μου, συγνώμη, θα το προσέξουμε..
-Σας ευχαριστώ πολύ, το υπνοδωμάτιό μου είναι από κείνη την πλευρά (δείχνει), για να το ξέρετε… Γεια σας.
-Εντάξει, εντάξει… Γεια σου.
ΠΩΣ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ
(κουδούνι πόρτας)
-(ανοίγει ξεκωλιάρα κωλόγρια πουτάνα καλοντυμένη) Παρακαλώ;
-Εσείς εδώ τι είστε;
-Παρακαλώ;
-Είστε οι γενικοί του χωριού; Οι τσιφλικάδες; Οι άρχοντες;
-Δε σε καταλαβαίνω κορίτσι μου, μίλα καλύτερα.
-Να μιλήσω καλύτερα; Το ξέρετε ότι το σκυλί σας ενοχλεί όλη τη γειτονιά; Το ξέρετε ότι απαγορεύετε να το έχετε στο μπαλκόνι; Το ξέρετε ότι γαυγίζει νυχθημερόν; Το ξέρετε ότι τρέχει πάνω απ’ το κεφάλι μου συνέχεια και δε με αφήνει να κοιμηθώ και με ξυπνάει από τις 7 κάθε μέρα; Τα ξέρετε όλα αυτά φαντάζομαι αλλά δε σας νοιάζει! Γι’ αυτό ρώτησα αν είστε οι άρχοντες της περιοχής. 200 τετραγωνικά σπίτι νοικιάζετε. Δε χωράει το σκυλί μέσα;
-Σε παρακαλώ!
-Με παρακαλείς; Δικηγόρος άνθρωπος δεν ντρέπεσαι; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται να το έχεις έξω και να γαυγίζει; Δεν ντρέπεσαι που δεν το πας βόλτα ποτέ και το σκυλί έχει τρελαθεί και γαυγίζει όλη μέρα; Γουστάρεις να σου φέρω τη φιλοζωική ή να σου κάνω έξωση; Γιατί είμαι ιδιοκτήτρια ενώ εσύ νοικάρα, με ενοχλείς, πετάς τις κουράδες και τα τσίσα του στο λούκι και μυρίζει το δικό μου μπαλκόνι, πες μου τι θέλεις;
-...Αν και δε μ’ αρέσει ο τρόπος σου, θα φροντίσω να μην σε ενοχλεί το σκυλί.
-Δε σ’ αρέσει ο τρόπος μου; Μπορείτε να φύγετε άμα θέλετε ή να σας διώξουμε. Διαλέξτε όποιο τρόπο θέλετε. Και το σκυλί δε θα το ξανακούσω να γαυγίζει και να τρέχει πάνω απ’ το κεφάλι μου. Το κατάλαβες; ‘Αντε γεια!
-… (κλείνει την πόρτα η γαμιόλα)
ΠΩΣ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ
(κουδούνι πόρτας)
-(ανοίγει η ετοιμοθάνατη καλοντυμένη) Παρακαλώ;
-Γεια σας. Είμαι η κοπέλα που μένει από κάτω. Θα ήθελα να σας μιλήσω. Να περάσω μέσα;
-Ναι, βεβαίως!
-Ευχαριστώ… (περνάνε μέσα). Είστε μόνη;
-Ναι, οι υπόλοιποι λείπουν. Τι θα ήθελες;
-Να σου γαμήσω ότι έχεις και δεν έχεις!
-Τι;;;; Πως τολμάς;; Πέρνα έξω!!
-Πάρ’ τα! Αγκκ…μπ….ντ… α! (έχει βγάλει ένα μικρό γκλομπ, παλεύουν λίγο αλλά τελικά καταφέρνει να την χτυπήσει στο κεφάλι τη μελλοθάνατη)
- Αγκρμπ…! (πέφτει κάτω)
-Καριόλα! (της δίνει και μια κλωτσιά). Που’ σαι μουνόσκυλο;; Μουνόσκυλο;; Μουνόσκυλο;; (βγαίνει στο μπαλκόνι. Το τέρας την κοιτάει και τρέχουν τα σάλια του. Ορμάει) Όξω πούστικο! (προλαβαίνει και κλείνει την μπαλκονόπορτα) Μμμμ… (σκέφτεται), ΜΜΜ! (το βρήκε) Έλα μωρή καριόλα, ζεις; (σκύβει κοντά της, πιάνει σφυγμό, καρδιά, ζει η πουτάνα) ΖΕΙΣ; Ε, τώρα δε θα ζήσεις άλλο! (αρχίζει να τη σέρνει) Είσαι και βαριά μωρή σκατοπουτάνα… εδώ! (την αφήνει κάτω και ακουμπάει τα χέρια στη μέση, κοιτάει το κορμί της σκατοψώλας και βάζει το χέρι στην τσέπη) Τώρα να σε δω καριόλα! (σκύβει και αρχίζει να αλείφει τη γαμιόλα με μερέντα στη μούρη και στα χέρια) Έτσι μωρή κάργια, έτσι… θα δεις τώρα, τι ωραία.. Μουνόσκυλο γαυγίζεις; (Το αρχιδόσκυλο κοιτάει από έξω και κάνει σα λυσσασμένο) Τώρα, σου’ ρχεται μουνόσκυλο, σου’ ρχεται.. (Ξαναξεκινάει να τραβάει την καριόλα) Φτάσαμε σκύλα. Για να δούμε τώρα… (ανοίγει λίγο την μπαλκονόπορτα, ο σκύλος λυσσάει) Κάτσε ρε κωλόσκυλο, σου’ ρχεται (αρχίζει από μία χαραμάδα να σπρώχνει έξω την καριόλα) Μύρισε κωλόσκυλο, μύρισε (μυρίζει ο σκύλος τη σοκολάτα και δαγκώνει την καριόλα από τη μούρη και αρχίζει να την τραβάει έξω από μόνος του) Έτσι μπράβο πουστόσκυλο… Καλή όρεξη, μπάι, μπάι…. (φεύγει).
Την επόμενη μέρα στις εφημερίδες
ΣΚΥΛΟΣ ΕΦΑΓΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΨΟΦΗΣΕ. ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΒΡΕΘΗΚΕ ΠΟΝΤΙΚΟΦΑΡΜΑΚΟ.
ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΗΓΕ ΝΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΕΙ ΤΟ ΣΚΥΛΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΦΑΓΕ.
ΣΚΥΛΟΣ ΠΕΘΑΝΕ ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ ΜΕ ΠΟΝΤΙΚΟΦΑΡΜΑΚΟ.
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2006
ΓΙΟΓΚΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!!
Αρχίζει η γιόγκα, για την ακρίβεια η Hatha Yoga, γυμνάζεσαι δηλαδή παράλληλα δεν είναι μόνο ξάπλες, και η γυμνάστρια έχει κλείσει τα φώτα και έχει βάλει μουσικούλα ambient. Πιάνω ένα στρώμα και ξεκινάμε. Πλεγμένα πόδια, ίσια πλάτη, κλειστά μάτια, χέρια ενωμένα μπροστά στη στήθος, πουλάκια να κελαηδούν. Η γυμνάστρια αρχίζει να μιλάει με μια ήπια, γλυκιά φωνή και μας λέει να βγάλουμε τις σκέψεις από μέσα μας και ό,τι προηγήθηκε πριν. Εκεί, η κωλόγρια έβαλε τα κλάμματα. Τα σφουγγίζει και συνεχίζει. Και αρχίζει η δράση στο ματς. Μας έκανε κουβάρι η γκόμενα. Ξεκινούσε με ένα απλό κάθισμα, ντάξει λέω, το’χω, μετά «βάλτε τώρα το πόδι σας εκεί», ντάξει, να λέω, το’ χω κι αυτό, και μετά «βάλτε το αριστερό σας χέρι εκεί και το δεξί πόδι στον αέρα και το αριστερό στο πλάι» και άρχισα να γελάω. Καταρχάς, πονούσα τόσο πολύ αλλά ήταν απόλυτα δικαιολογημένο. Ήμουν κόμπος! Μπορούσα να ξύσω τη μύτη μου με τη σπάλα μου. Λέμε τώρα. Θα ήθελα. (Οι υπερβολές που λέγαμε..).
Συνεχίσαμε έτσι και πονούσα. Κοιτάω την ώρα και είχαν περάσει μόνο 20 λεπτά. Είχαμε άλλη μία ώρα. Τη γάμησα, σκέφτομαι. Θα πάω μετά να κάνω διάδρομο, να τρέξω καμιά 800αριά χλμ. να μου φύγει ο πόνος, η ένταση, όλα. Βλέπετε είχα ανάγκη εγκεφαλική χαλάρωση, όχι τόσο γυμναστική. Άσε που εκεί που κάναμε τις ασκήσεις μου’ ρχόταν να πλακώσω μια καριόλα μπροστά μου που μου είχε μοστράρει την κωλάρα της και δε σκεφτόταν ότι είναι κι άλλοι πίσω της. Μετά ξανασκεφτόμουν, ηρέμησε ρε, γιόγκα κάνεις, κοίτα τους άλλους, δε θυμώνουν. Όντως, ήρεμα πρόσωπα, όσο κι αν δεν μπορούσαν να κάνουν τις ασκήσεις. Κουλάρω. Συνεχίζουμε. Πόνος, πόνος, πόνος, γέλια με τα κουβαριασμένα σώματα, ξαφνικά νεύρα με τη μπροστινή και η σκέψη του διαδρόμου να έρχεται. Ένδειξη ότι δεν είχα χαλαρώσει ακόμα. Ώσπου, στο τέλος, λέει η γυμνάστρια «Τελειώσαμε τις ασκήσεις, τώρα θα κάνουμε ένα τέταρτο χαλάρωση. Όποιος θέλει φεύγει». Μένω φυσικά και ήταν αυτό που τόση ώρα περίμενα. Ξέχασα την μπροστινή, το διάδρομο και τους παπάρες στη δουλειά. Τέλεια. Και το κλου: μόλις τελειώσαμε και μας λέει «καληνύχτα», περνάει από κάτω ένα γαμομηχανάκι και, φυσικά, αρχίζει ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ αυτοκίνητο να ουρλιάζει. Παγώνω λες και όλοι θα με κοίταζαν, ή το λιγότερο, κάποιος θα έλεγε «το κωλάμαξο» αλλά όλοι ήταν ήρεμοι. Και το βασικότερο; Όταν ανέβηκα σπίτι μου, θυμήθηκα να κλείσω το συναγερμό και να κοιμηθώ με 495 χασμουρητά :)
Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2006
Όταν κλάνεις, σβήνει η λάμπα;
Εσείς όταν πάτε στα μαγαζιά, σας έρχεται χέσιμο; Μη γουρλώνετε τα μάτια ρε μαλάκες και μη γελάτε, σοβαρά μιλάω. Ειδικά σ’αυτό το γαμοΖάρα, το τι χεσίδι με πιάνει, είναι άλλο πράμα. Αλλά ξέρω γιατί συμβαίνει. Γιατί χαλαρώνω. Χαζεύω τα ρουχάκια και κατευθείαν η κουραδούλα μαλακώνει και θέλει να βγει. Το φανταστικό δε είναι, αφού φυσικά δε μπορώ να χέσω, πάω σπίτι άρον-άρον και τότε μου κόβεται. Τι ανοίγω τη ντουλάπα μου και διαλέγω τα ρούχα μου, τι χαζεύω τα παπούτσια μου, τίποτα. Και δεν έχω πρόβλημα και με το χέσιμο είναι η αλήθεια. Χέζω πολύ. Αλλά αυτό με τα μαγαζιά, δεν είναι κατάσταση. Θα μου πεις, είναι και το αιρ-κοντίσιον λίγο τσιμπημένο το καλοκαίρι, αρχίζει το κρυάκι, έρχονται οι κλανίτσες, να σου η κουράδα. Το χειμώνα, ζέστη, ζέστη, έρχεται η ιλαρά, αντιδράει το σώμα, θέλει να βγάλει την κακή ενέργεια, να η κουραδούλα. Ε δε γίνεται δουλειά! Δε θα ήταν γαμηστερά να κατουράγαμε, χέζαμε, τρώγαμε, όποτε θέλαμε εμείς; Μου τη δίνει τρελλά να κατουράω 60 φορές τη μέρα, να με πιάνει χέσιμο στα μαγαζιά και να πεινάω ανά 2 ώρες. Κωλόγρια είμαι γω ή μωρό; Α σιχτίρ πια, βαρέθηκα.
Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2006
Υπερβάλλετε!
Επιστρέφω στην έμφαση. Η έμφαση είναι φίλη μου, ζω μαζί της. Μ’ αρέσει, τη συμπαθώ, είναι καλό παιδί. Πλουτίζει τις εκφράσεις και μου χαρίζει χαμόγελα φίλων για να μην πω τρελλά γέλια. Βέβαια πολλές φορές από τη χαρά που κάνω, έχω φύγει απ’ το θέμα, λέω λέω παπαρολογίες και ο ακροατής κοντεύει να κοιμηθεί. Φυσικά η λύση γι’ αυτό είναι το πάρεις γραμμή και να τελειώνεις και όχι αυτό που κάνει η απόλυτη θεά Μιραράκη που έχει τύχει να δω ολόκληρη εκπομπή της. Κι όταν λέμε ολόκληρη, το εννοούμε. 3 ώρες. Τώρα βλέπω κανά μισάωρο, μια ωρίτσα, πεθαίνω και την κλείνω. Την αγαπώ. Η γυναίκα αρχίζει και λέει μπλα μπλα μπλα μπλα το ωραίο μπορδοροδοκόκκινο με τις γωνίες σε ένα υπέροχο κεραμιδοπορτοκαλοκόκκινο μπλα μπλα μπλα και σε κοιμίζει. Και ξαφνικά, ανεβάζει το βόλιουμ! Γουρλώνεις τα μάτια (μουνί, που τόλμησες να νυστάξεις, εδώωωωω) και συνεχίζεις να βλέπεις. Κοινώς, η εκπομπή της είναι ένα αριστουργηματικό μαρτύριο. Δείτε λίγο μόνο, αν δεν έχετε ήδη δει, και θα καταλάβετε. Μιλάει, ανεβάζει, ησυχάζει, μιλάει, ανεβάζει, ησυχάζει, μιλάμε η γυναίκα έχει σχέδιο. Την προσκυνώ.
Προχωράμε. Έμφαση, ω αγαπημένη!
Άσχετο! Χτες το βράδυ, γυρνώντας απ’ το σπίτι είδα άδειες θέσεις πάρκινγκ και έκανα Ιιιιιιιιι σαν τη Ζουμπουλία στο Παρά Πέντε (φυσικά και το βλέπω. Τι, δεν το πιστεύετε; Θα έπρεπε να βλέπω μόνο Γκοντάρ; Τον είδα όταν έπρεπε. Τώρα βλέπω Μιραράκη και Παρά Πέντε και όποιος θέλει να έρθει να μου ζητήσει το λόγο! Και κουλτούρες βλέπω αλλά δε βλέπω κανένα λόγο να το συζητήσουμε. Πρόκειται να δούμε μαζί ταινία; Δε νομίζω. Γι’ αυτό κάντε στην μπάντα [όχι του δήμου, στην άκρη εννοώ ώωωχουουου]). Χτες λοιπόν, βλέποντας άδειες θέσεις πάρκινγκ έκανα Ιιιιιιιιι δυνατά σαν τη Ζουμπουλία, ντάξει όχι πολύ δυνατά, αλλά με άκουσε μια κυρία που στεκόταν στην εξώπορτα του μαγαζιού της. Καθόταν σοβαρή ενώ με είχε καραακούσει και έκανε τον κινέζο. Πλάκα είχε. Γενικά, όταν βλέπω θέσεις πάρκινγκ σε περιοχές που δεν έχει ούτε για πλάκα, πάντα κάνω ή Ιιιιιιιιιιιιιι ή λέω «πω ρε πούστη» ή αν δω καμία μαούνα να παρκάρει λέω «κωλόφαρδε». Με έχουν ακούσει διάφοροι να παραμιλάω και τρελαίνομαι με τις αντιδράσεις τους. Όσοι μου χαμογελούν, είναι φίλοι μου. Μεταφορικά το λέω. Είναι φίλοι μου, γιατί προφανώς είναι έξυπνοι, πήραν γραμμή τι είδα και το είπα και χαμογέλασαν γιατί κατάλαβαν. Είναι δυνατόν να δουν ένα τέτοιο υπέροχο πλάσμα σαν κι εμένα και να με περάσουν για τρελλή; Πω πω βαρέθηκα να γράφω. Βαριέμαι σήμερα πολύ. Βαριέμαι. Θέλω να έρθουν οι διακοπές να τα ξύσω με τσουγκράνα. Σας αφήνω βαριέμαι. Βαριέμαι. Βαριέμαι. Και τόση ώρα ούτε ξέρω τι λέω. Ουδένα νόημα. Η Μιραράκη φταίει. Α ρε πούστη, να είχα λίγο Ερωτοδικίο με Λεοτσάκο, Πέπη και Μίστερ Μπούτια!! Και δεν πιάνω και Τηλεφώς ρε πούστη. Πόσο το αγαπώ. Το αγαπημένο μου κανάλι. Μόλις βάλω τη γαμημένη την κεραία και το πιάσω, δεν πρόκειται να ξανααλλάξω κανάλι. Άντε μόνο Παρά Πέντε και Τηλεφώς. ΤΟ ΑΓΑΠΩ. Κυρία Ελισάβετ, μου λείπετε.
Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2006
Sing ΡΕ!
Doo-doo-doo-doo-doo
Doo-doo-doo-doo-doo-doo
(έλα όλοι μαζί!) Doo-doo-doo-doo-doo-doo
(έλα δυνατά!) Doo-doo-doo-doo-doo-doo...
(χαμηλά) I'm singing in the rain
(δυναμώστε λίγο) Just singing in the rain
(χαμογελάστε) What a glorious feelin'
(χαμογελάστε πλατιά) I'm happy again
(ρίξτε ένα πήδο και γελάστε) I'm laughing at clouds
(ηρεμήστε) So dark up above
(ανοίξτε τα χέρια) The sun's in my heart
(κάντε μια γκριμάτσα) And I'm ready for love
(ρίξτε ένα επιτόπιο χορό) Let the stormy clouds chase
(συνεχίστε) Everyone from the place
(κι άλλους πήδους) Come on with the rain
(κι άλλους κι άλλους σα να’ χει νερό) I've a smile on my face
(χορέψτε ανάμεσα στα έπιπλα) I walk down the lane
(κοιταχτείτε στον καθρέφτη) With a happy refrain
(ηρεμήστε και πείτε το απλά) Just singin',
(απλά) Singin' in the rain
(χορεύετε πια χαλαρός με τα χέρια στις τσέπες ) Dancin' in the rain
(τα πάντα στ’ αρχίδια σας) Dee-ah dee-ah dee-ah
(γελάστε) Dee-ah dee-ah dee-ah
(ανοίξτε χέρια και πείτε το φωναχτά) I'm happy again!
(ανοίξτε το παράθυρο και τσιρίξτε το)I'm singin' and dancin' in the rain!
Καλύτερα τώρα;
Καλημέρα και Μη γκρινιάζετε…
Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2006
Πακετάκι των τριών.
1. Τα ταμπελάκια στα ρούχα. Θυμάμαι τη γιαγιά μου (Θεός σχωρέστην) που την ενοχλούσαν και την έλεγα παράξενη. Τώρα ήρθε η ώρα να την καταλάβω και ναι, να γίνω χειρότερη. Ένα ταμπελάκι στην εκάστοτε μπλούζα μου με κάνει να χρησιμοποιώ τα «Mitsotaki moves». Τι σημαίνει αυτό; Μα φυσικά να κάνω λες και έχω δέκα τικ. Πέταγμα ώμου, κούνημα πλάτης-χεριού δεξιά αριστερά και μετά σφαλιάρα στο σβέρκο. Όπως καταλαβαίνετε, δεν είναι πολύ φυσιολογικό να περπατάει κάποιος στο δρόμο και ξαφνικά να αρχίσει να κουνιέται, να μουρμουρίζει καντήλια και στο τέλος να ρίχνει και μια σφαλιάρα στο σβέρκο του. Βασικά η σφαλιάρα δεν πάει για το σβέρκο, πάει για το σημείο που γαργαλάει το ταμπελάκι αλλά τα χέρια μου δε φτάνουν ως εκεί και αποτέλεσμα είναι να σφαλιαρίζω το σβέρκο μου. Αναρωτιέμαι: γιατί ράβουν τα ταμπελάκια με πετονιά; Να μη φύγουν; Γιατί να μη φύγουν; Ποιος ο λόγος να είναι εκεί; Για να μην ξεχάσω ποτέ τη μάρκα; ΧΕΣΤΗΚΑ!! Χέστηκες; Όχι δε χέστηκες. Εκεί τα ταμπελάκια. Και μάλιστα θα σου βάλουμε κι άλλο, για να ξέρεις πως θα το πλύνεις. Εγώ πάλι λέω πως το επόμενο ταμπελάκι που βρίκσεται στο πλάι της μπλούζας είναι μόνο και μόνο για να εμπλουτίζονται τα «Μ. moves» (δεν ξαναλέω το όνομα για να μην γκαντεμιαστούμε). Άμα με τρώει το ταμπελάκι στην πλάτη, είπαμε τι κάνουμε. Τώρα φανταστείτε να παίζει ταμπελάκι και στα πλευρά μου. Το λοιπό: προχωράει άνθρωπος στο δρόμο, αρχίζει να κουνιέται περίεργα, να μπινελικώνει, να ρίχνει σφαλιάρα στο σβέρκο του και εν συνεχεία να σηκώνει την μπλούζα και να ξύνει το πλευρό του. Ε, δεν είναι κατάσταση, συγνώμη. Τα γαμοτάμπελα, τι τα ράβουν με τόση λύσσα; Και που κόβω αυτά στα πλαϊνά, στα πλευρά, μένει ένα κομματάκι εγκλωβισμένο στη ραφή και κάνει μια χαρά τη δουλειά του, συγνώμη, τη φαγούρα του. Αμ το άλλο; Στα βρακιά τι βάζουν τις ταμπελάρες; Σκεφτείτε τώρα, άνθρωπο να περπατάει, να κουνιέται περίεργα, να μουρμουρίζει μπινελίκια, να ρίχνει σφαλιάρα στο σβέρκο, να σηκώνει την μπλούζα να ξύνει το πλευρό του και να χώνει και το χέρι στον κώλο του. Είναι εικόνα αυτή; Μια φορά, έσκισα ένα βρακί. Προχωρούσα, μου γαργαλούσε το σημείο πάνω απ’ την κωλοχαράδρα, εκεί, λίγο πιο κάτω από τη μέση κι είχα πάθει αμόκ. Έβαζα το χέρι, το’ ξυνα, άντε πάλι φαγούρα. Ε στο τέλος, βάζω το χέρι, το τραβάω με λύσσα και το ξήλωσα το γαμοτάμπελο. (Αποτέλεσμα της κίνησης αυτής, ήταν να προσπαθώ πάνω από το παντελόνι να βγάλω το βρακί απ’ τον κώλο μου. Τράβα τράβα το ταμπελάκι το’ φτασα το βρακί στο σβέρκο). Μετά στο σπίτι είδα ότι το βρακί στην πίσω μεριά είχε μια ωραιότατη στρογγυλή τρύπα. Γαμώτο! Πάει! Από τότε λοιπόν, για να μην ξεσκίζω τα ρούχα μου σε ώρες αμόκ, φροντίζω να κάνω μια δοκιμή στο σπίτι με ότι παίρνω κι άμα με ενοχλεί το πουστοτάμπελο, το βγάζω και τελειώνει η υπόθεση. Το παράδοξο τώρα είναι το εξής: πως γίνεται να έχω πουλόβερ, 3, 4 χρόνια, τα ταμπελάκια να είναι κει, δηλαδή δε με ενόχλησαν ποτέ για να τα βγάλω και τώρα με ενοχλούν. Αυτό, δεν το καταλαβαίνω. Μήπως η εξήγηση είναι ότι αρχίζω να γίνομαι πραγματική κωλόγρια;;;;;; ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
2. Τα κλασικά ρολόγια με το εκκωφαντικό τικ-τακ-τικ-τακ γαμώ το στανιό τους. Πόσες φορές έχω κρύψει ρολόγια σε ντουλάπες, πόσες φορές έχω φιλοξενηθεί σε σπίτια που παίζει ένα τέτοιο πουστορολόι στο δωμάτιο που κοιμάμαι κι έχω σηκωθεί και το έχω μετακομίσει και αναρωτιέται ο ιδιοκτήτης την άλλη μέρα τι κάνει το ρολόι στην κουζίνα, στο μπάνιο, στο χωλ. Μα είναι δυνατόν να κοιμηθείς με αυτό το πράμα τικ-τακ-τικ-τακι-τικ-τακ;; Σα να μου μετράς τα λεπτά πριν πεθάνω. Σα να μου ζυγίζεις το χρόνο. Σα να είμαι στο νοσοκομείο και μου μετράνε τους χτύπους της καρδιάς μου πριν περάσω στο λαμπερό λευκό φως!!! Δε μπορώ!! Δε μπορώωωωωωωω!!!!! ΤΙΚ-ΤΑΚ-ΤΙΚ-ΤΑΚ-ΤΙΚ-ΤΑΚ ΜΑΛΑΚΙΑ!!!!!!! Και άμα πέσεις σε κανένα δωμάτιο όπως των γονιών μου για παράδειγμα, που έχουν 3, 4 ρολόγια, εκεί να δεις. Μπαίνεις στη Ζώνη του Λυκόφωτος για πλάκα. Ε όταν τύχαινε να κοιμηθώ στο δωμάτιο των γονιών μου, υπήρχε διαδικασία πριν τον ύπνο. Πυτζαμούλες, πλένουμε δοντάκια, κλειδώνουμε και βγάζουμε όλα τα ρολόγια από το δωμάτιο. Μα φαντάζεστε 3, 4 ρολόγια με διαφορετικά τικ-τακ-τικ-τακ το καθένα; Νομίζω πως μπορούν να μου δώσουν υπερδύναμη και να τα κάνω θρύψαλα μόνο με τα δύο δάχτυλα του χεριού μου.
3. Το ψυγείο. Δεν ξέρω αν έχετε ακούσει ποτέ τον ήχο που κάνει ένα ψυγείο. Γκρρρρρρρρρρρρρ… και μόλις κάνει τον κύκλο του «γκρρρρρρ» κάνει κι ένα εκκωφαντικό ΑμπρρργκρρρρρρρρρΓΚΛΑΝ!! Και κουλάρει. Κι εγώ έχω ήδη σηκωθεί και το έχω πιάσει και το ταρακουνάω βρίζοντάς το. Έτσι και τα ψυγεία είχαν δικαιώματα, θα ήμουν φυλακή. Σίγουρα πράματα. Ειδικά το δικό μου ψυγείο πια, φοβάται να κάνει θόρυβο. Κι αν τολμήσει, τρώει τέτοιο ταρακούνημα που το σκέφτεται μετά για πολύ καιρό. Πως κάνουν έτσι ρε πούστη; Είναι δυνατόν; Η ψύξη φταίει που δεν είναι σωστή σε σχέση με το περιβάλλον, ο πάγος που μπορεί να έχει γεμίσει και το ψυγείο προσπαθεί να δουλέψει, το ένα ποδαράκι πιο κοντό απ’ τ’ άλλο και δε στηρίζεται σωστά, ποιότητα του κώλου; Πραγματικά στ’ αρχίδια μου. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι μόνο κάτι παλιά ψυγεία κάνουν σα δαιμονισμένα. Όσο πιο καινούριο, νομίζω τόσο καλύτερο, αλλά και πάλι δεν το έχω ψάξει. Πάντως το δικό μου το κρατάω σε καλή κατάσταση παρόλες τις σπρωξιές που έχει φάει και μάλλον το έχω τοποθετήσει έτσι που δεν κάνει μαλακίες πια. Όμως προχτές, πήγα να αυτοκτονήσω. Ήμουν σπίτι του καλού μου, ησυχία αααχχ… υπνάκος… αααχχχ… τι ωραία… και ξαφνικά…. ΓΓΓΚΡΡΡΡΡΡΡΡΡΑΑΑΑΜΠΛΟΓΓΓΚΚΚΛΚΓΚΛΑΝ!!!! ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ!! ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ!!! ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ!!! Και ξέρετε από πού ακουγόταν; Ο διπλανός, έχει βάλει το ψυγείο του στο μπαλκόνι. Τώρα, όχι πες μου, εγώ είμαι η ανώμαλη;
Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2006
Θα βάλω τα μεταξωτά και θα φυσάει.
Γυναίκες. Πρώτον: Πάρτε καθρέφτες. Ολόσωμους. Δεν είναι τίποτα. Τόσες μαλακίες που αγοράζετε, βάλτε μέσα κι έναν καθρέφτη. Δεν είναι θέμα. Δεύτερον: ρωτήστε κανένα δικό σας, διαβάστε τα μάτια του όταν σας κοιτάει. Τι στο καλό; Όλες μόνες σας μένετε; Μάνα δεν έχετε; Ή και αυτή είναι τα ίδια; Ο γκόμενός σας; Τυφλός ο άνθρωπος; Φίλες; Θέλουν να είστε σα κώλος; Κι ακόμα κι αν δεν έχετε κανένα στον κόσμο, παρατηρείστε τον κόσμο γύρω σας. Όταν σας κοιτάει, μοιάζει να έχει αναγούλα ή σας χαμογελάει; Και τρίτον και βασικότερον: ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΙΣ ΠΩΛΗΤΡΙΕΣ!
Αυτά τα γαμίδια τα λευκά κολάν μπορούν παρακαλώ να κατασχεθούν όλα; Οι καουμπόικες μπότες που μοιάζουν με τσαρούχια; Τα μπάγκι παντελόνια; Κατασχέστε τα. Σας παρακαλώ!! Βιοτεχνίες που ράβουν σκατόρουχα πρέπει να γκρεμιστούν! Ας γυρίσουμε όλοι πίσω στα 60’s!!! Τότε που τα ρούχα τα έραβαν όλοι κατά παραγγελία. Να τους ταιριάζει. Να είναι ο ώμος στον ώμο και όχι στη μασχάλη. Κι αν θες να είναι στη μασχάλη, να είσαι ορίτζιναλ 60’s κι όχι καραγικόζης με αμφίεση 60’s, 90’s και λίγο απ’ το γούστο μου. Γκρεμίστε τις βιοτεχνίες που ράβουν πίπες. Αφού βλέπετε! Ο κόσμος είναι άγουστος! Σας παρακαλώ! Έλεος! Όταν βλέπω καλοντυμένη γυναίκα στο δρόμο, θέλω να της το πω αλλά τελικά της χαμογελάω. Κι άμα βλέπω κακοντυμένη, θέλω πάλι να της το πω αλλά φοβάμαι μη με πάρει για τρελή, πάθει κατάθλιψη ή με βαρέσει. Σας παρακαλώ! Αν είστε χοντρές ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ! Δεν υπάρχει πρόβλημα. Είστε χοντρές. Και οι ηρωίδες του Μποτιτσέλι χοντρές ήταν. Και του Μποτέρο. Αλλά οι χοντρές του Μποτιτσέλι και του Μποτέρο δε φορούσαν λευκό παντελόνι που διαγράφει απόλυτα την κυτταρίτιδα, ζώνη σφιχτά-σφιχτά στη μέση και κοντή μπλούζα να φαίνονται τα λύπη και οι ραγάδες! ΕΛΕΟΣ!! Υπάρχουν τόσα όμορφα ρούχα να βάλετε. Είναι ακριβά; Όχι πια! Να σας βλέπουμε και να λέμε «τι ωραία που είναι αυτή! Και τα’ χει τα παχάκια της!» Έχετε τόσα προσόντα! Όπως τις βυζάρες που τόσοι άντρες θέλουν να πέσουν μέσα. Βάλτε κάτι φαρδύ με ντεκολτέ. Φτιάξτε τα μαλλιά σας. Χαμογελάστε. Φτιάξτε τα δόντια σας και ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΕ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ! Φορέστε παπούτσια που κολακεύουν το βάρος σας. Έλεος με τις χοντρές που φοράνε φούστες μέχρι το γόνατο με κάτι γάμπες σαν του Μητσιμπόνα και από κάτω ολ σταρ ή γόβα που απ’ το πάχος έχει ξεκατινιαστεί το τακούνι και τρέμει και τρέμεις κι εσύ στη θέα του!
Και για να μη βγάλω όνομα ότι έχω θέμα με τις χοντρές, ας μιλήσω και για τις αδύνατες. Ρε σεις, αυτή η γαμοκοιλιά σας έξω, δεν κρυώνει; Τις βλέπω και στα χιόνια πολλές φορές με την κοιλιά έξω και κάτι ντεκολτέ μέχρι τις ρόγες και ανατριχιάζω ολόκληρη. Τι γίνεται; Εσείς δεν έχετε μητρικά; Δεν κλάνετε; Εγώ γιατί άμα ξεμυτίσει λίγο η κοιλιά μου, κλάνω σα τρελή; Α, ξέχασα. Είμαι κωλόγρια. Συγνώμη. Ή το άλλο; Βγάζετε την κοιλιά έξω χειμώνα καιρό, φοράτε ένα μακουδάκι και μέσα στο γραφείο ή γενικά σε εσωτερικούς χώρους βάζετε το air condition στους 80 βαθμούς ζέστη ή λέτε «αχ κρυουλάκι σήμερα». Ε, άντε και γαμηθείτε! Εμείς δηλαδή οι φυσιολογικοί άνθρωποι, τι να φορέσουμε; Μαγιό και από πάνω μπουφάν για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε μέσα κι έξω απ’ το γραφείο; Καλά, καλά. Άντε, δε γαμιέται, βγάζετε και την κοιλιά. Με αυτά τα θεόψηλα τακούνια που φοράτε 8 η ώρα το πρωί, περπατάτε άνετα; Άντε και περπατάτε. Άμα πάτε σε κανένα σκυλάδικο, τι βάζετε; Κρατάτε το ίδιο στυλ πρωί βράδυ; Πού δουλεύετε και φοράτε αυτά τα πράματα; Διάφανα, αέρινα, γόβες, βάψιμο λες και θα πας στην πρωτοχρονιάτικη γιορτή του προέδρου; Κι άσε τις άλλες. Βαμμένες σα καραγκιόζηδες, σκιές πράσινες, μπλε, κόκκινες μέχρι το φρύδι, ρουζ σαν να έχεις φάει 12 χαστούκια στο κάθε μάγουλο και κραγιόν πάνω από τα χείλια και αναρωτιέμαι: ΓΙΑΤΙ;;;; Ο στόχος είναι ο θάνατος της αισθητικής μας έτσι δεν είναι; Μην αφήνετε τα νύχια σας μισοβαμμένα. Δεν είναι ωραίο πράγμα και δεν είστε ούτε η Πάττυ Σμιθ, ούτε η Κόρτνι Λαβ. Κι εγώ έχω βρεθεί με ξεβαμμένα νύχια. Έπαθα νίλα όμως. Ήταν καλοκαίρι, το μανό ήταν της καρα-κωλάρας, έλιωσε και μου έφευγε! Ε, έμεινα μισή μέρα σαν κι αυτές που κοροϊδεύω. Και φυσικά σκέφτηκα: Δε γαμιέστε; Τι με νοιάζει; Δεν έχει σημασία. Και η ερώτηση είναι η εξής: όλες αυτές που βλέπω, γιατί είναι πολλές, πάρα πολλές, σε όλες έτυχε κάτι ή δεν έχουν χρόνο; Ε τότε καλά πιστεύω ότι στον κόσμο υπάρχει μεγάλη δυστυχία. Η απάντηση όμως στην ερώτησή μου νομίζω πως είναι «στ’ αρχίδια μας, ποιον έχουμε ανάγκη, ό,τι γουστάρουμε κάνουμε». Αυτό εννοείται. Αφού κυκλοφορείτε έτσι, ό,τι γουστάρετε κάνετε. Εντάξει. Να πω κάτι; Μπορεί να συναντήσεις άτομο που είναι σούπερ ατημέλητο αλλά και μόνο η έκφρασή του που φαίνεται πως δε νοιάζεται, σου απαντάει. Αλλά αυτές, είναι ορίτζιναλ ρε γαμώτη. Φαίνονται. Και προσκυνώ που φοράνε ότι βρουν και είναι μια χαρά. Εγώ μιλάω γι’ αυτές που είναι σαν καρνάβαλοι και σε κοιτάνε και αφ’ υψηλού και πέφτουν επάνω σου και σε πατάνε χωρίς να πουν συγνώμη. Ε αυτές θέλω να τις φτύσω. Και μετά να τις προσβάλω.
Και τώρα έρχομαι σ’ αυτές που είναι όμορφες και ντύνονται καλά. Αλλά δεν φτάνουν στην λεπτομέρεια. Η λεπτομέρεια φαίνεται όταν αυτές βγουν από μία τουαλέτα και μπεις εσύ μετά. Εδώ, θα παρακαλέσω όσους έχουν πρόβλημα με το στομάχι τους, να παρατήσουν το ποστ.
Εντάξει; Συνεχίζουμε. Όλες αυτές λοιπόν, που πετάνε τα χαρτιά ανάποδα στο καλαθάκι να βλέπουμε τι βγάλανε από μέσα τους, αυτές που πετάνε τις σερβιέτες ανοιχτές, αυτές που δε σκουπίζουν το σκατό απ’ τη λεκάνη κι αυτές που πετάνε τις σερβιέτες μέσα στη λεκάνη κι αυτές, ειδικά αυτές, που δεν πλένονται και μυρίζει «ψαρίλα» για να μην πω τι μυρίζει, όλοι καταλάβαμε, θα ήθελα να τις δείρει κάποιος αλύπητα. Και να τις πλύνει όπως έπλυναν οι μπάτσοι τον τύπο στο «Εξπρές του Μεσονυχτίου». Με μάνικα. ΟΥ ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΘΕΙΤΕ! Αλλά τον κόβεις τον άνθρωπο από τη συμπεριφορά του σε τέτοια σημεία. Στην τουαλέτα, στην κουζίνα (που δε βάζουν λίγο νεράκι το γαμημένο να μην πιάσει μάκα το ποτήρι, το πιάτο, δε λυπούνται την καθαρίστρια;), στο λεωφορείο. Είναι ντροπή ρε νέες γυναίκες να βρωμάτε. Είναι ντροπή. Και για να τελειώσω θα πω και αυτό που με ανατριχιάζει και τον τελευταίο καιρό συναντάω αρκετά στο δρόμο: αδύνατες γριές ντυμένες νέες. Μεταμφίεση σκέτη. Ο εφιάλτης στο δρόμο, σκέτο, χωρίς τις λεύκες. Έχει τύχει πολλές φορές να δω από πίσω και να πω «γκόμενα» και να γυρίζει και να ανατριχιάζει η πλάτη μου. Μια μούρη 180 χρονών. Φανταστείτε πίσω μεριά 20 χρονών και μπροστά 80. Φρίκη! Φρίκη! Φρίκη! Γιατί κυρά μου αγοράζεις ρούχα από κει που παίρνουν τα 20χρονα; Δε ντρέπεσαι; Είσαι μουνάρα τόσο χρονών και ζηλεύουμε; Καλά. Είναι γαμώ να είσαι μουνάρα τόσο χρονών και μπράβο σου και μακάρι, καταρχάς, να φτάσουμε την ηλικία σου και δεύτερον να είμαστε μουνάρες, αλλά ακόμα πιο γαμώ θα ήταν να ντυνόσουν με ένα στενό καλοφτιαγμένο ταγιέρ ή ένα κλασσικό παντελόνι και τακούνια. Την Τζέην Φόντα την έχει δει κανείς; Ντύνεται σαν 18 χρονών; Είναι μουνάρα; Τελείωσε η συζήτηση.
Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2006
Η εκδίκηση της Τρίχας
Για όλους λοιπόν, τους παραπάνω λόγους, εγώ όταν κάνω μπάνιο, βγάζω ότι βγαίνει και τα κολλάω στα πλακάκια έτσι όπως είναι βρεγμένα και όταν τελειώνω τα πετάω στο δοχείο αχρήστων ή κουβά κωλόχαρτων. ΟΚ μέχρι εδώ; Κάποια μέρα λοιπόν που έκανα ντους, είχα και την τηλεόραση αναμμένη και έλεγε τα δικά της, άκουσα κάτι θορύβους και άρχισα πάλι να σκέφτομαι μην μπει κανείς σπίτι μου και φαντάσου να είσαι στο μπάνιο, τι θα κάνεις; Και σκέφτηκα να έχω εκεί μαζί με τις κρέμες και τα αρώματα, ένα κουζινομάχαιρο. Με λίγα λόγια, σκέφτηκα το «Ψυχώ» απ’ την ανάποδη. Σα να πάει ο δικός σας ο ανώμαλος του «Ψυχώ» στη γκόμενα που κάνει μπάνιο και μόλις πλησιάσει την κουρτίνα, να του το μπήξει από μέσα. Σωστό; Βέβαια η μόνη διαφορά είναι ότι εμένα η κουρτίνα μου είναι διάφανη κι έτσι βλέπω και με βλέπουν. Απ’ την άλλη είναι και καλό αυτό γιατί αν δεν είχα εγώ οπτική, μπορεί και να την πάταγα, γιατί βάλε τη τηλεόραση ανοιχτή, βάλε και τα νερά να πέφτουν, σφουγγάρια να τρίβονται, σιγά μην ακούσεις άμα μπει κανείς η αλήθεια είναι. Λες και θα μπει και θα αρχίσει να φωνάζει ο κλέφτης από την είσοδο «Ναι γεια σας. Είναι ο κάτοικος εδώ;» για να δει αν είναι, ώστε να βγάλει τα κατάλληλα εργαλεία (γυναίκα: ρόπαλο/ άντρας: μαχαίρι/ άντρας και γυναίκα: όπλο/ άντρας, γυναίκα, παιδιά: σκοτώνει πρώτα τα παιδιά με το ρόπαλο και μετά τους γονείς με το όπλο και πάει λέγοντας).
Σκέφτηκα λοιπόν, να βάλω ένα κουζινομάχαιρο στο μπάνιο κι άμα πάει κανείς να μπει να του γαμήσω τα άντερα και να φτιάξω μαγειρίτσα. Αλλά μετά, σκέφτηκα κάτι άλλο. Άμα εκεί που κάνεις μπάνιο, ξεμπλέκεις τα μαλλιά σου κι έχεις το μαχαίρι κοντά σου, γίνει σεισμός;;; Για να δούμε: Γίνεται λοιπόν ένας μεγάλος τρανταχτός, τρομαχτικός, ελεεινός σεισμός. Και πέφτει το σπίτι. Και σε πλακώνει. Κι όπως πέφτουν απάνω σου τα ντουβάρια και σε πλακώνουν, γλιστράει και το μαχαίρι, νερά παντού, μπάλλες τρίχες, προσπαθείς να κρατηθείς εσύ, κόβεσαι, αίματα, αυτό σου έλειπε και μην τα πολυλογούμε, έχει πέσει όλο το πατάρι πάνω σου με όλη τη σαβούρα που μάζευες τόσα χρόνια, τώρα παρ’ τα στη μάπα, κανονικά και με το νόμο, συν το πάτωμα του αποπάνω με το περσικό χαλί και το πιάνο. Τέλος πάντων, έχω πεθάνει από τα ντουβάρια. Τελειώνει ο σεισμός, έχει γίνει χαμός, κόσμος υποφέρει κλπ. δε μας ενδιαφέρει, εδώ έχουμε πεθάνει εμείς. Έρχεται η αστυνομία και τι αντικρίζει; Ένα κορίτσι γυμνό, συγνώμη μια κωλόγρια γυμνή, στο μπάνιο, μα τι τρίχες είναι αυτές, μπάνιο έκανε, δεν τις ξύριζε; Περιμένω να μεγαλώσουν μαλάκα και να τις βγάλω με κερί. Γιατί δεν κοιτάς να μαζέψεις το νεκρό μου σώμα και να αφήσεις τα σχόλια; Εντάξει η αλήθεια είναι, σιγά ο μπάτσος να μην αντίκριζε ένα κορίτσι νεκρό, συγνώμη μια κωλόγρια νεκρή, στο μπάνιο και ν’ άρχιζε να σχολιάζει για το αν θα ήταν αξύριστη ή όχι. Βέβαια, εμείς του δίνουμε χαρακτήρα και φτιάχνουμε ότι θέλουμε. Εδώ, στο σημείο αυτό αν θέλουμε, μπορούμε να παρουσιάσουμε ένα μπάτσο ο οποίος είναι πάρα πολύ καλός, όχι επαγγελματίας, άνθρωπος πάνω απ’ όλα. Αλλά μπορούμε και να βάλουμε ένα αρχίδι του κερατά, να λέει για τρίχες, κυτταρίτιδες κλπ. Αλλά και πάλι. Δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα είναι ότι με βρίσκουν τέζα, ξεβράκωτη, μαχαιρωμένη με τούφες τρίχες δίπλα μου κι ένα μαχαίρι να παίζει. Και τώρα αρχίζει ο αστυνόμος Μπέκας. Άντε να βρει άκρη. Που να σκεφτεί ότι αυτή έκανε μπάνιο στο στάδιο της μαλακτικής, τις τρίχες τις έβαζε εκεί επίτηδες για να τις πάρει ύστερα και το μαχαίρι το είχε κοντά γιατί φοβόταν; Τα φυσιολογικά πράματα δεν τα αντιλαμβάνεται κανείς. Γιατί οι περισσότεροι είμαστε λέχρες, αφήνουμε τις τρίχες να πηγαίνουν όπου θέλουν, ειδικά οι άντρες, λες και δε μαδάει η προβιά πάνω τους, δε φοβάται κανείς ώστε να έχει μαχαίρι δίπλα του, σε μένα θα συμβεί; Λέει. Για να μπει κανείς, θα του γαμ@##$%%$$!!!! Παιδαράδες όλοι μας. Άρα, το συμπέρασμα που θα έβγαζε ο μπάτσος θα ήταν ότι ήμουν ψυχοπαθής (γιατί το «καταθλιπτική» είναι sic, δε θα το ήξερε) κι ότι πήγα στο μπάνιο ν’ αυτοκτονήσω. Και γιατί έβγαζα τα μαλλιά μου; Ξέρω γω; λέει. Γιατί είναι δραματική φιγούρα (μπα, ούτε αυτό θα το ήξερε), γιατί είχε πάθει αμόκ και εκδικιόταν τον εαυτό της και Ω! τι μοιραία στιγμή, έγινε και σεισμός. Σνιφ… Πρωτοσέλιδα, την άλλη μέρα, στις εφημερίδες: «Νέα κοπέλα βρέθηκε νεκρή στο μπάνιο του σπιτιού της». «Κι άλλο θύμα μετράει ο σεισμός. Κι αυτό αγγελικό». «Σεισμός ή αυτοκτονία; Τι πρόλαβε την όμορφη κοπέλα;» «Ο Θεός την ήθελε κοντά του με κάθε τρόπο». Μη σας φαίνεται αυτό το τελευταίο πολύ βαρύ γιατί όσο να’ ναι είναι παράξενο να παθαίνεις αμόκ, να μαχαιρώνεσαι και να γίνεται σεισμός. Είναι σα να συμφωνεί το σύμπαν μαζί σου και σε βοηθάει. Και με νταβαντούρι κιόλας. Σεισμός. Πολύ κυριλέ. Θα μπορούσε να ανατιναχθεί και ο θερμοσίφωνας. Ακόμα πιο εντυπωσιακό. Αλλά σεισμοί γίνονται ενώ ο θερμοσίφωνας μου είναι μια χαρά και τον προσέχω πολύ. Είδες πάντως; Τι σου είναι ο άνθρωπος; Κάποιος προσπαθεί να κρατήσει το σιφόνι του ξεβουλωμένο και φοβάται λίγο παραπάνω και γίνεται βρε αδερφέ μου ένας σεισμός και γυρίζουν τούμπα όλα. Άμα είναι να την έχεις την ίντριγκα μέσα σου, την έχεις.
Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2006
Περιπέτειες γυναικών 4
Φεύγοντας ο μελαχρινός κούκλος από το δωμάτιό μου, με φίλησε και μου είπε ότι ήμουν καταπληκτική. Χαμογέλασα, έκλεισα την πόρτα, έκανα ένα ντους και σε πήρα τηλέφωνο. Είχε βραδιάσει και είχαμε πει να τηλεφωνηθούμε να δούμε πως πάνε τα πράγματα. Το σήκωσες και σε άκουσα πολύ χαρούμενη. "Λέτα" μου λες "νομίζω ότι βρήκα τον προορισμό μου! Αυτόν τον άντρα περίμενα! Του μίλησα και για σένα! Πρέπει να έρθεις από δω. Βάλε το καλό σου φόρεμα κι έλα! Θα φάμε εδώ!" Χάρηκα πολύ που σε άκουσα τόσο χαρούμενη, ντύθηκα γρήγορα, φόρεσα τις ψηλοτάκουνες γόβες μου και ήρθα. Η βίλα του συγγραφέα ήταν καταπληκτική. Μέσα σε ένα τεράστιο κήπο με υπέροχα δέντρα, μια τεράστια πισίνα, εξωτικά πουλιά να κουρνιάζουν στα κλαριά τους και δύο υπέροχα σκυλιά να με συνοδεύουν μέχρι την εξώπορτα. Άνοιξε μια πανέμορφη μικροκαμωμένη κοπέλα με ποδιά και κατάλαβα ότι ήταν η οικονόμος. Με πήγε στο σαλόνι και μ' έβαλε να κάτσω στον καναπέ. Υπέροχοι πίνακες κοσμούσαν τους τοίχους και αρωματικά στικς αρωμάτιζαν κάθε σπιθαμή. Πραγματικά ήταν ένα πολύ ερωτικό περιβάλλον. Αισθάνθηκα να ανάβω. Σηκώθηκα και έβαλα μόνη μου ένα ποτό από το μπαρ να ξεχαστώ. Σε λίγα λεπτά κατέβηκες από τα πάνω δωμάτια. Ήσουν υπέροχη. Έλαμπες ολόκληρη. Φορούσες ένα υπέροχο μαύρο φόρεμα με μεγάλο ντεκολτέ και ψηλοτάκουνες γόβες. Τα μαλλιά σου τα είχες πιάσει ψηλά και ήσουν υπέροχα βαμμένη. Σε φίλησα και ρώτησα που είναι ο καταπληκτικός συγγραφέας Νίνος Μπινόκας. Μου είπες ότι έπαιρνε το μπάνιο του και θα κατέβαινε σε λίγο. Με είχες φωνάξει νωρίτερα, να μιλήσουμε λίγο και να γνωρίζω λεπτομέρειες. Πριν ξεκινήσεις, με ρώτησες αν ξεκουράστηκα και σου είπα τις περιπέτειές μου. Μου είπες ότι δεν έχασα χρόνο και γελάσαμε δυνατά. Στη συνέχεια, μου είπες πως πέρασες εσύ.
Φτάνοντας στο σπίτι, δεν είδες αμέσως το Νίνο. Σε πήγαν σε ένα υπέροχο δωμάτιο στον 1ο όροφο με θέα στον κήπο και τον υπέροχο ωκεανό. Άνοιξες τη βαλίτσα σου, τακτοποίησες τα ρούχα σου και μπήκε να κάνεις ένα μπάνιο να φρεσκαριστείς. Το δροσερό νερό σε χαλάρωσε υπέροχα. Κάθε σταγόνα που έπεφτε στο κορμί σου, σε αναζωογονούσε. Άρχισες να χαϊδεύεσαι. Φτάνοντας σε οργασμό, δε θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς αυτό που σε περίμενε στο δωμάτιό σου. Έβαλες το μπουρνούζι σου και βγήκες από το μπάνιο. Στο κρεβάτι, ξαπλωμένος ήταν ο Νίνος. Πιο ωραίος από ποτέ, με ένα λινό παντελόνι και ένα κολλητό μπλουζάκι, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ξυπόλυτος και χαμογελαστός. Ο ξανθός χείμαρρος των μαλλιών του απλωνόταν στα μεταξωτά μαξιλάρια. "Καλώς ήρθες" σου είπε με τη βαθιά αντρίκια φωνή του. Ασυναίσθητα, έσφιξες το μπουρνούζι πάνω σου και είπες με λίγη ντροπή "Ευχαριστώ. καλώς σε βρήκα". "Έλα κοντά Λόνα" σου είπε και ανακάθισε στα μαλακά μαξιλάρια. Εσύ πήγες, κάθισες δίπλα του και το άρωμά του σε ζάλισε. Άπλωσε το χέρι του, χάιδεψε τα υγρά μαλλιά που έπεφταν ατίθασα στο σβέρκο σου και σου είπε "ήταν καλό το ταξίδι σου;" Ανατρίχιασες ολόκληρη. "Μια χαρά, σ' ευχαριστώ" του είπες έχοντας αρχίσει να χάνεις τον έλεγχο. "Έχουμε να ιδωθούμε τόσο καιρό" σου είπε, "δε θα με φιλήσεις;" Και συ, χωρίς δεύτερη κουβέντα, έσκυψες προς το μέρος του. Εσένα προορισμός σου ήταν το μάγουλό του. Αυτός όμως, έγειρε το κεφάλι του και πέτυχε τα κατακόκκινα χείλη σου. Αυτό από μόνο του, αρκούσε να φέρει ένα μικρό οργασμό. Με απαλές, αργές κινήσεις, έδιωξε από πάνω σου το βάρος του μπουρνουζιού και οι στητές σου ρόγες ξεπετάχτηκαν ατίθασες μέσα από το λευκό βαμβακερό ύφασμα. Άρχισες να βογγάς κι αυτός να σε φιλάει παντού. Το σεξ μαζί του ήταν ανέκαθεν πανηγυρικό. Μετά τόσα χρόνια ο άνθρωπος είχε γίνει μάστερ! Έφτασες σε όρια που δεν είχες ξανασυναντήσει. Βρέθηκες σε άλλο χωρόχρονο, είχες χάσει σχεδόν τις αισθήσεις σου. Ο υπέροχος Νίνος σε άφησε γυμνή και αποκοιμισμένη. όταν σηκώθηκες, η πρώτη σου δουλειά ήταν να με πάρεις τηλέφωνο.
Εγώ, ακούγοντας όλα αυτά, άρχισα να χτυπάω παλαμάκια! Εσύ μου έκανες "Σςςςςς βρε!!" κι εγώ έσκασα στα γέλια. "Μια χαρά η άφιξή μας στις Μπαχάμες ε Λόνα;;" σου είπα χαρούμενη πίνοντας μια γουλιά από το ποτό μου. Εκείνη τη στιγμή, ακούσαμε βήματα στη σκάλα. Κατέβαινε ο Νίνος. Και ναι, είχες τόσο δίκιο. Τέτοιο άντρα είχα να δω πολύ καιρό..