
Τον Τζιμ Κάρεϊ ως Ed Nygma (Enigma-Riddler) στην ταινία Batman Forever τον θυμάστε; Ε, μια τέτοια στολή θέλω να μου βάλουν όταν θα πεθάνω. Γιατί θα πεθάνω γεμάτη απορίες, γι’ αυτό. Συνέχεια, κάθε μέρα απορώ. Κουνάω το κεφάλι, κατεβάζω τις άκρες των χειλιών, σηκώνω το φρύδι, αλλά η απορία, απορία. Συνέχεια απορώ. Γι’ αυτό θέλω μια τέτοια στολή, να πέσει και γέλιο στην κηδεία, θα’ μαι γω εντωμεταξύ -ως πνεύμα εννοείται- και θα κοιτάω τον κόσμο, θα μουντζώνω, θα χαιρετάω, μπορεί και να γαργαλήσω κανέναν... δεν ξέρω, θα δω εκείνη την ώρα τι θα κάνω. Ή μάλλον, ελπίζω να μυριστώ πότε περίπου θα πεθάνω -λίγα λεπτά θέλω έξτρα συν το χρόνο που θα δω ταινία τη ζωή μου- για να προλάβω να σκεφτώ τι μαλακίες θα κάνω ως πνεύμα γιατί δε θα έχω και πολύ χρόνο για μαλακίες... θα πρέπει να φύγω και να πάω εκεί που πάνε οι ψυχές, γιατί αν χάσω το «τρένο» θα γίνω φάντασμα και τον πούλο. Τέλος πάντων. Η ταφόπλακα θέλω να λέει « Η γυναίκα που απορούσε». Έτσι να γράφει θέλω η ταφόπλακα. Και κάτι άλλο μιας που το έπιασα τώρα. Θέλω να καώ, όχι να θαφτώ, κανονίστε δικοί μου. Μην κάνει καμιά μαλακία κανείς και με θάψει, γιατί θα του σκίσω τα πάτουλα! Αυτά περί θανάτου μου.
Όλο απορίες έχω. Πολλά πράγματα δεν μπορώ να τα καταλάβω. Απορώ, απορώ, απορώ. Απορώ για τη γαϊδουριά, απορώ για τα μυστήρια, απορώ για τα θαύματα, απορώ για τη μαλακία που δέρνει το ανθρώπινο είδος, απορώ όλη την ώρα, απορώ. Σε λίγο, τη βλέπω τη δουλειά, θα μου μείνει και θα κουνάω μόνιμα το κεφάλι μου πάνω-κάτω. Ήδη έχω ξεκινήσει και το κουνάω στο δρόμο. Κοιτάω κάτι μαλάκες και το κουνάω πάνω-κάτω. Ούτε με νοιάζει πια αν με βλέπουν. Πλέον κοντοστέκομαι και το κουνάω. Δεν το κουνάω προχωρώντας. Στέκομαι, κοιτάω το μαλάκα και αρχίζω το πάνω-κάτω. Τι να κάνω; Δεν το θέλω. Μου βγαίνει αυθόρμητα. Κι εγώ είμαι αυθόρμητος άνθρωπος. Ξινίζω, το βλέπεις. Χαίρομαι, το βλέπεις. Συγχύζομαι, το βλέπεις. Τι να κάνω; Δε μπορώ άλλο, βοηθήστε με. Δεν είμαι ζητιάνα, η ανάγκη με έχει κάνει να ζητάω. Κοιτάξτε τη βεβαίωσή μου όποιος θέλει. Σας παρακαλώ, ζητάω συγνώμη που ενοχλώ για την ενόχληση αλλά βοηθήστε με μη σας γαμήσω. Απορώ και απορώ και απορώ και έχω βαρεθεί να απορώ. Όλο απορώ. Συνέχεια βλέπω ουρανό και πάτωμα, ουρανό και πάτωμα, ουρανό και πάτωμα. Κούνα πάνω-κάτω, ουρανό και πάτωμα, δε μπορώ άλλο!
Σήμερα πάω να κατουρήσω, βλέπω ένα μυρμηγκάκι; τι ήταν αυτό, δεν ξέρω. Ήταν πολύ μικρό. Ήταν πάνω στο νιπτήρα. Εντάξει, θα σκεφτείτε, είσαι βρωμιάρα, έχεις ψωμιά πάνω στο πλυντήριο, φυλάς σαλάμια στο ντουλάπι του μπάνιου, γι’ αυτό είδες μυρμήγκια. Είστε τρελοί ρε; Γριά είμαι, δεν είμαι βρωμιάρα! Δε φυλάω σαλάμια στο ντουλάπι, ούτε κρεμάω γουρουνόπουλα από το κοντάρι της κουρτίνας του μπάνιου. Το μπάνιο είναι καθαρό (όχι τόσο το πάτωμα, έχει κάτι χνούδια η αλήθεια είναι) και δεν έχει τρόφιμα. Τέλος πάντων. Το πατάω με το δάχτυλο το μικροσκοπικό μυρμήγκι, φέρνω το δάχτυλό μου κοντά στα μάτια μου να το δω, ήταν πολύ πατημένο και πολύ μικρό για να καταλάβω αν τελικά ήταν μυρμηγκάκι ή κάτι άλλο, παίρνω μια γωνίτσα κωλόχαρτο, το σκουπίζω, το πετάω. Τελειώνω το κατούρημα, καζανάκι, γεια σας. Μετά από κάμποση ώρα, ξαναπάω για κατούρημα. (Ναι κατουράμε πολλές φορές οι γυναίκες και καλά κάνουμε). Άλλο μυρμηγκάκι. Τι έγινε ρε πούστη; σκέφτομαι. Το πατάω κι αυτό. Κάνω έτσι, και δεύτερο μυρμηγκάκι. Και τρίτο. Τα πατάω ένα-ένα με το δάχτυλο, βρίζω, παίρνω κωλόχαρτο, τα σκουπίζω και τα πετάω και τα παίρνω στο κρανίο επί τόπου. Που βρέθηκαν τα μυρμηγκάκια εκεί μέσα; Στην κουζίνα πριν που έκοβα ψωμί, σκόρπισα τα σουσάμια παντού. Αντί να είναι κει, που θα το καταλάβαινα, στο μπάνιο τι δουλειά έχουν τα μυρμήγκια; Τι σκατά; Οι κρέμες που βάζω στα μούτρα μου έχουν στ’ αλήθεια μέλια και πορτοκάλια όπως λένε; Στο σημείο αυτό, αρχίζω να φοβάμαι να ανοίξω την κρέμα μη μου βγουν τίποτα άλιεν από κει και φρικάρω. Ακούω τη σκέψη μου και απαξιώ να της δώσω σημασία. Μου λέω πως «η μαλακία σου έχει φτάσει σε απίστευτα επίπεδα» και αρχίζω να σκανάρω το νιπτήρα, τα πλακάκια, το πάτωμα. Άντε βρες τώρα από που βγαίνουν τα μπουρδέλα τα μυρμηγκάκια. Κολλάω τη μύτη μου στα πλακάκια, στις κρέμες, στο νιπτήρα... αα... μήπως η οδοντόκρεμα; Χμμ.. είναι κλειστή. Τι σκατά. Απορώ. Κι απορώ. Κι απορώ. Και η απάντηση, η λύση, η εξήγηση πουθενά. Τα μυρμηγκάκια σταμάτησαν να εμφανίζονται όπως εμφανίστηκαν. Ξαφνικά. Τι σκατά. Τι, σκατά. Τισκατά! Δεν αντέχω άλλο να απορώ. Δεν μπορώ. Απορώ πως γίνεται να σκουντουφλάω πάντα σε κάτι σημεία που δεν είναι δυνατόν να σκουντουφλήσει άνθρωπος. Απορώ πως είναι δυνατόν η καριόλα να κουβαλάει τη σκουπιδοσακούλα δύο τετράγωνα και να την αφήνει στον κάδο της δικής μας πολυκατοικίας, ΔΙΠΛΑ στον κάδο και όχι μέσα. Απορώ με το γείτονα, τον απέναντι, τους πολέμους, απορώ, απορώ, απορώ. Εντάξει, οι απορίες με τους ανθρώπους κάπως μου λύνονται, ψιλό, γιατί λέω «η μαλακία είναι». Τα μυρμηγκάκια όμως, το σκουντούφλημα, η πείνα αφού έχω φάει τρία αγριογούρουνα και δώδεκα παστίτσια, τα φταρνίσματα εκεί που κοιμάμαι και άλλα πολλά τέτοια, είναι απορίες που δε θα μου λυθούν ποτέ. Ο καλύτερος επιστήμονας του κόσμου, ο γαμάω, ο φωτεινός παντογνώστης να έρθει και να μου τα εξηγήσει, εγώ θα απορώ. Γιατί έχω συνηθίσει να απορώ τόσα χρόνια, δε νομίζω ότι μπορεί ν’ αλλάξει πια αυτό. Γι’ αυτό σας παρακαλώ, κάντε μου τη χάρη. Πείτε στην κολλητή μου να μου ράψει μια στολή σαν του Τζιμ Κάρεϊ όταν θα πεθάνω και να με κάψουν μ’ αυτή. Να είναι καλό ύφασμα πείτε της, να μη βρωμάει στο κάψιμο και ξενερώσει ο κόσμος. Γιατί μπορεί να με πάνε στη Ινδία να με κάψουν, να μη με κάψουν σε φούρνο και να μυρίσει. Μην πιει ο κόσμος πολυέστερ, δε λέει. Α! Και να είναι λίγο φαρδιά αν είμαι χοντρούλα. Μη με κοιτάνε πεθαμένη οι οχτροί μου και σχολιάζουν τα πάχη μου, δε γουστάρω. «Η γυναίκα που απορούσε» σας αφήνει τώρα. Πάει να τσιμπήσει τίποτα κι ελπίζει να μη βρει καμιά καρέκλα μέσα στο ψυγείο ούτε να σκουντουφλήσει σε κανένα φύλλο από το φυτό απ’ έξω και φάει χύμα και χτυπήσει το κεφάλι της πάνω στο πόμολο της πόρτας γιατί θα απορεί πάλι πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό και δεν αντέχει άλλες απορίες για σήμερα, έλεος!
Υ.Γ Λίγα λεπτά μετά το ποστ: Πάω στην κουζίνα και βλέπω τουλάχιστον 15 μικροσκοπικά μυρμηγκάκια πάνω στο τραπεζάκι που είχα ακουμπήσει κάτι φακέλους με λογαριασμούς, κάτι άδεια σι ντι και το κινητό μου. Σημείωση: Πάνω στους δύο πάγκους στης κουζίνας –περίπου 2 μέτρα μακριά από το τραπεζάκι- υπήρχαν ανοιχτά σακουλάκια με σοκολατένιες λιχουδιές από το φούρνο της γειτονιάς. Αμέσως σκέφτομαι το κλασικό «Ω ρε πούστη», πάω προς τα κει με τρόμο και μαντέψτε: δεν ήταν ούτε ένα μυρμηγκάκι. Όλα ήταν γύρω από τους φακέλους. Φυσικά έκλεισα με logo στιγμής τα σακουλάκια με τις σοκολατένιες λιχουδιές και τα έβαλα στο ψυγείο (που δεν είναι για ψυγείο, θα σκληρύνουν και δε θα τρώγονται αύριο αλλά το προσπερνάω αυτό) αλλά... με καταλαβαίνετε; Γιατί τα μυρμηγκάκια –και πως;;;;;- ήταν στο μπάνιο –σε άσχετο σημείο- και μετά στους φακέλους –σε δεύτερο άσχετο σημείο- ;;;; Επειδή λοιπόν μάλλον εισακούγομαι τώρα και μου συμβαίνουν όσα λέω, θέλω να μην πεθάνω τώρα αλλά πολύ γριά και να μην ξαναδώ μαμούνι εδώ μέσα, ευχαριστώ, καληνύχτα!!!! Και Καλό Μήνα!!!!
ΥΓ Την επόμενη μέρα το πρωί: Τέσσερα μυρμηγκάκια περπατούσαν πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από τους φακέλους... ενώ χτες τη νύχτα είχα ψεκάσει όλο το τραπεζάκι και τον τοίχο με καθαριστικό... Καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει τώρα ε; Χημικός Πόλεμος...