Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Η γυναίκα που απορούσε.

Τον Τζιμ Κάρεϊ ως Ed Nygma (Enigma-Riddler) στην ταινία Batman Forever τον θυμάστε; Ε, μια τέτοια στολή θέλω να μου βάλουν όταν θα πεθάνω. Γιατί θα πεθάνω γεμάτη απορίες, γι’ αυτό. Συνέχεια, κάθε μέρα απορώ. Κουνάω το κεφάλι, κατεβάζω τις άκρες των χειλιών, σηκώνω το φρύδι, αλλά η απορία, απορία. Συνέχεια απορώ. Γι’ αυτό θέλω μια τέτοια στολή, να πέσει και γέλιο στην κηδεία, θα’ μαι γω εντωμεταξύ -ως πνεύμα εννοείται- και θα κοιτάω τον κόσμο, θα μουντζώνω, θα χαιρετάω, μπορεί και να γαργαλήσω κανέναν... δεν ξέρω, θα δω εκείνη την ώρα τι θα κάνω. Ή μάλλον, ελπίζω να μυριστώ πότε περίπου θα πεθάνω -λίγα λεπτά θέλω έξτρα συν το χρόνο που θα δω ταινία τη ζωή μου- για να προλάβω να σκεφτώ τι μαλακίες θα κάνω ως πνεύμα γιατί δε θα έχω και πολύ χρόνο για μαλακίες... θα πρέπει να φύγω και να πάω εκεί που πάνε οι ψυχές, γιατί αν χάσω το «τρένο» θα γίνω φάντασμα και τον πούλο. Τέλος πάντων. Η ταφόπλακα θέλω να λέει « Η γυναίκα που απορούσε». Έτσι να γράφει θέλω η ταφόπλακα. Και κάτι άλλο μιας που το έπιασα τώρα. Θέλω να καώ, όχι να θαφτώ, κανονίστε δικοί μου. Μην κάνει καμιά μαλακία κανείς και με θάψει, γιατί θα του σκίσω τα πάτουλα! Αυτά περί θανάτου μου.

Όλο απορίες έχω. Πολλά πράγματα δεν μπορώ να τα καταλάβω. Απορώ, απορώ, απορώ. Απορώ για τη γαϊδουριά, απορώ για τα μυστήρια, απορώ για τα θαύματα, απορώ για τη μαλακία που δέρνει το ανθρώπινο είδος, απορώ όλη την ώρα, απορώ. Σε λίγο, τη βλέπω τη δουλειά, θα μου μείνει και θα κουνάω μόνιμα το κεφάλι μου πάνω-κάτω. Ήδη έχω ξεκινήσει και το κουνάω στο δρόμο. Κοιτάω κάτι μαλάκες και το κουνάω πάνω-κάτω. Ούτε με νοιάζει πια αν με βλέπουν. Πλέον κοντοστέκομαι και το κουνάω. Δεν το κουνάω προχωρώντας. Στέκομαι, κοιτάω το μαλάκα και αρχίζω το πάνω-κάτω. Τι να κάνω; Δεν το θέλω. Μου βγαίνει αυθόρμητα. Κι εγώ είμαι αυθόρμητος άνθρωπος. Ξινίζω, το βλέπεις. Χαίρομαι, το βλέπεις. Συγχύζομαι, το βλέπεις. Τι να κάνω; Δε μπορώ άλλο, βοηθήστε με. Δεν είμαι ζητιάνα, η ανάγκη με έχει κάνει να ζητάω. Κοιτάξτε τη βεβαίωσή μου όποιος θέλει. Σας παρακαλώ, ζητάω συγνώμη που ενοχλώ για την ενόχληση αλλά βοηθήστε με μη σας γαμήσω. Απορώ και απορώ και απορώ και έχω βαρεθεί να απορώ. Όλο απορώ. Συνέχεια βλέπω ουρανό και πάτωμα, ουρανό και πάτωμα, ουρανό και πάτωμα. Κούνα πάνω-κάτω, ουρανό και πάτωμα, δε μπορώ άλλο!

Σήμερα πάω να κατουρήσω, βλέπω ένα μυρμηγκάκι; τι ήταν αυτό, δεν ξέρω. Ήταν πολύ μικρό. Ήταν πάνω στο νιπτήρα. Εντάξει, θα σκεφτείτε, είσαι βρωμιάρα, έχεις ψωμιά πάνω στο πλυντήριο, φυλάς σαλάμια στο ντουλάπι του μπάνιου, γι’ αυτό είδες μυρμήγκια. Είστε τρελοί ρε; Γριά είμαι, δεν είμαι βρωμιάρα! Δε φυλάω σαλάμια στο ντουλάπι, ούτε κρεμάω γουρουνόπουλα από το κοντάρι της κουρτίνας του μπάνιου. Το μπάνιο είναι καθαρό (όχι τόσο το πάτωμα, έχει κάτι χνούδια η αλήθεια είναι) και δεν έχει τρόφιμα. Τέλος πάντων. Το πατάω με το δάχτυλο το μικροσκοπικό μυρμήγκι, φέρνω το δάχτυλό μου κοντά στα μάτια μου να το δω, ήταν πολύ πατημένο και πολύ μικρό για να καταλάβω αν τελικά ήταν μυρμηγκάκι ή κάτι άλλο, παίρνω μια γωνίτσα κωλόχαρτο, το σκουπίζω, το πετάω. Τελειώνω το κατούρημα, καζανάκι, γεια σας. Μετά από κάμποση ώρα, ξαναπάω για κατούρημα. (Ναι κατουράμε πολλές φορές οι γυναίκες και καλά κάνουμε). Άλλο μυρμηγκάκι. Τι έγινε ρε πούστη; σκέφτομαι. Το πατάω κι αυτό. Κάνω έτσι, και δεύτερο μυρμηγκάκι. Και τρίτο. Τα πατάω ένα-ένα με το δάχτυλο, βρίζω, παίρνω κωλόχαρτο, τα σκουπίζω και τα πετάω και τα παίρνω στο κρανίο επί τόπου. Που βρέθηκαν τα μυρμηγκάκια εκεί μέσα; Στην κουζίνα πριν που έκοβα ψωμί, σκόρπισα τα σουσάμια παντού. Αντί να είναι κει, που θα το καταλάβαινα, στο μπάνιο τι δουλειά έχουν τα μυρμήγκια; Τι σκατά; Οι κρέμες που βάζω στα μούτρα μου έχουν στ’ αλήθεια μέλια και πορτοκάλια όπως λένε; Στο σημείο αυτό, αρχίζω να φοβάμαι να ανοίξω την κρέμα μη μου βγουν τίποτα άλιεν από κει και φρικάρω. Ακούω τη σκέψη μου και απαξιώ να της δώσω σημασία. Μου λέω πως «η μαλακία σου έχει φτάσει σε απίστευτα επίπεδα» και αρχίζω να σκανάρω το νιπτήρα, τα πλακάκια, το πάτωμα. Άντε βρες τώρα από που βγαίνουν τα μπουρδέλα τα μυρμηγκάκια. Κολλάω τη μύτη μου στα πλακάκια, στις κρέμες, στο νιπτήρα... αα... μήπως η οδοντόκρεμα; Χμμ.. είναι κλειστή. Τι σκατά. Απορώ. Κι απορώ. Κι απορώ. Και η απάντηση, η λύση, η εξήγηση πουθενά. Τα μυρμηγκάκια σταμάτησαν να εμφανίζονται όπως εμφανίστηκαν. Ξαφνικά. Τι σκατά. Τι, σκατά. Τισκατά! Δεν αντέχω άλλο να απορώ. Δεν μπορώ. Απορώ πως γίνεται να σκουντουφλάω πάντα σε κάτι σημεία που δεν είναι δυνατόν να σκουντουφλήσει άνθρωπος. Απορώ πως είναι δυνατόν η καριόλα να κουβαλάει τη σκουπιδοσακούλα δύο τετράγωνα και να την αφήνει στον κάδο της δικής μας πολυκατοικίας, ΔΙΠΛΑ στον κάδο και όχι μέσα. Απορώ με το γείτονα, τον απέναντι, τους πολέμους, απορώ, απορώ, απορώ. Εντάξει, οι απορίες με τους ανθρώπους κάπως μου λύνονται, ψιλό, γιατί λέω «η μαλακία είναι». Τα μυρμηγκάκια όμως, το σκουντούφλημα, η πείνα αφού έχω φάει τρία αγριογούρουνα και δώδεκα παστίτσια, τα φταρνίσματα εκεί που κοιμάμαι και άλλα πολλά τέτοια, είναι απορίες που δε θα μου λυθούν ποτέ. Ο καλύτερος επιστήμονας του κόσμου, ο γαμάω, ο φωτεινός παντογνώστης να έρθει και να μου τα εξηγήσει, εγώ θα απορώ. Γιατί έχω συνηθίσει να απορώ τόσα χρόνια, δε νομίζω ότι μπορεί ν’ αλλάξει πια αυτό. Γι’ αυτό σας παρακαλώ, κάντε μου τη χάρη. Πείτε στην κολλητή μου να μου ράψει μια στολή σαν του Τζιμ Κάρεϊ όταν θα πεθάνω και να με κάψουν μ’ αυτή. Να είναι καλό ύφασμα πείτε της, να μη βρωμάει στο κάψιμο και ξενερώσει ο κόσμος. Γιατί μπορεί να με πάνε στη Ινδία να με κάψουν, να μη με κάψουν σε φούρνο και να μυρίσει. Μην πιει ο κόσμος πολυέστερ, δε λέει. Α! Και να είναι λίγο φαρδιά αν είμαι χοντρούλα. Μη με κοιτάνε πεθαμένη οι οχτροί μου και σχολιάζουν τα πάχη μου, δε γουστάρω. «Η γυναίκα που απορούσε» σας αφήνει τώρα. Πάει να τσιμπήσει τίποτα κι ελπίζει να μη βρει καμιά καρέκλα μέσα στο ψυγείο ούτε να σκουντουφλήσει σε κανένα φύλλο από το φυτό απ’ έξω και φάει χύμα και χτυπήσει το κεφάλι της πάνω στο πόμολο της πόρτας γιατί θα απορεί πάλι πως είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό και δεν αντέχει άλλες απορίες για σήμερα, έλεος!

Υ.Γ Λίγα λεπτά μετά το ποστ: Πάω στην κουζίνα και βλέπω τουλάχιστον 15 μικροσκοπικά μυρμηγκάκια πάνω στο τραπεζάκι που είχα ακουμπήσει κάτι φακέλους με λογαριασμούς, κάτι άδεια σι ντι και το κινητό μου. Σημείωση: Πάνω στους δύο πάγκους στης κουζίνας –περίπου 2 μέτρα μακριά από το τραπεζάκι- υπήρχαν ανοιχτά σακουλάκια με σοκολατένιες λιχουδιές από το φούρνο της γειτονιάς. Αμέσως σκέφτομαι το κλασικό «Ω ρε πούστη», πάω προς τα κει με τρόμο και μαντέψτε: δεν ήταν ούτε ένα μυρμηγκάκι. Όλα ήταν γύρω από τους φακέλους. Φυσικά έκλεισα με logo στιγμής τα σακουλάκια με τις σοκολατένιες λιχουδιές και τα έβαλα στο ψυγείο (που δεν είναι για ψυγείο, θα σκληρύνουν και δε θα τρώγονται αύριο αλλά το προσπερνάω αυτό) αλλά... με καταλαβαίνετε; Γιατί τα μυρμηγκάκια –και πως;;;;;- ήταν στο μπάνιο –σε άσχετο σημείο- και μετά στους φακέλους –σε δεύτερο άσχετο σημείο- ;;;; Επειδή λοιπόν μάλλον εισακούγομαι τώρα και μου συμβαίνουν όσα λέω, θέλω να μην πεθάνω τώρα αλλά πολύ γριά και να μην ξαναδώ μαμούνι εδώ μέσα, ευχαριστώ, καληνύχτα!!!! Και Καλό Μήνα!!!!

ΥΓ Την επόμενη μέρα το πρωί: Τέσσερα μυρμηγκάκια περπατούσαν πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από τους φακέλους... ενώ χτες τη νύχτα είχα ψεκάσει όλο το τραπεζάκι και τον τοίχο με καθαριστικό... Καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει τώρα ε; Χημικός Πόλεμος...

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Παιδιά με Αναπηρίες στην Ελλάδα; Γελάστε.

Γεια σας. Αυτές τις μέρες έχω τις στραβές μου, σκέφτομαι διάφορα και δεν έχω και πολύ όρεξη για πλάκα. Εντάξει, θα έρθουν ποστ, και πολύ σύντομα μάλιστα, με γέλια. Τώρα όμως, θέλω να σας δώσω να διαβάσετε ένα σχόλιο που μου έκανε μια κοπέλα όσον αφορά το προηγούμενο ποστ μου "Καθυστερημένα". Διάβασα το σχόλιό της και ανακατεύτηκα. Ειλικρινά. Ανατρίχιασα και ανακατεύτηκα. Γιατί μπήκα λίγο στη θέση της και πολύ στη θέση ενός παιδιού με Αναπηρία. Μου ήρθαν στο μυαλό όλοι αυτοί οι άνθρωποι, με Αναπηρίες, που σ' αυτή τη γαμημένη χώρα, είναι φτυσμένοι, πεταμένοι, μουτζωμένοι. Πριν σας δώσω το σχόλιο, θέλω και γω μια φορά να ευχηθώ κάτι σε όλους αυτούς που θα έπρεπε να ενδιαφέρονται και δεν το κάνουν. Το κράτος ντε. Όλα τα παιδιά των οικογενειών τους από δω και πέρα, να γεννιούνται με Αναπηρίες. Και για κάποιο λόγο, να μην έχουν λεφτά να πάρουν 20 νταντάδες, ούτε να το στείλουν πακέτο στο εξωτερικό. Γιατί, φαντάζεστε η οικογένεια Τουρλουμπούκι-Μπουχέσογλου να κάνει παιδί με σύνδρομο Ντάουν;! Μοντιέ! Τον πούλο. Αυτό εύχομαι και λυπάμαι ιδιαίτερα που ξεστομίζω τέτοιο πράγμα λες και είναι κατάρα. Γιατί δε θα έπρεπε να το αντιμετωπίζουμε έτσι. Γαμημένη χώρα. Είχε τον Καιάδα βλέπεις τότε, αλλά επειδή ντρέπεται να κάνει το ίδιο τώρα, κλείνει τα παιδιά σε μπουντρούμια. Να σε πιάνει η ψυχή σου από την Αηδία. Α! Και που είστε!! Μην ξεχάσετε να ασχοληθείτε και σήμερα με το Ζαχόπουλο και το Χριστόδουλο.

Το σχόλιο από τη φίλη Τάνια.
καλησπέρα.
σε διαβάζω συχνά, αλλά δεν έχω γράψει ποτέ. με κάνεις και γελάω, μ αρέσει που αντιδράς, αλλά σήμερα με άγγιξες. και όχι για τόσο για τα γεγονότα που περιγράφεις, τα παιδιά με αναπηρίες, όσο για το γεγονός ότι τα περιγράφεις. ξέρεις, συνήθως είναι αόρατα. (υποσημείωση: είναι παιδιά με αναπηρίες, ΑμεΑ, όχι με ειδικές ανάγκες, ή το άλλο το γλοιώδες, παιδιά με ειδικές ικανότητες- όροι που εφευρέθηκαν για να εξευγενίσουν μια δύσκολη κατάσταση).
όπως ίσως κατάλαβες, ακολουθεί σεντόνι. άμα βαριέσαι, άσ το εδώ.
λοιπον, όλοι ίσως συγκινηθούμε βλέποντας έναν ανάπηρο να κάνει πράγματα που δεν κάνουμε εμείς. ένα το κρατούμενο. δεύτερο δεν έχει, γιατί πολύ απλά δεν τους βλέπουμε ότι υπάρχουν γύρω μας. και για να εξηγούμαι: σε σχέση με τον υπόλοιπο δυτικό, πολιτισμένο κόσμο, στην ελλάδα μόλις πριν 6-7 χρόνια ιδρυθηκε δευτεροβάθμια εκπαίδευση για τα παιδιά με αναπηρίες. μέχρι τότε, αν ήταν τυχερά, πήγαιναν μέχρι κάποιο δημοτικό, και μετά έμεναν εσώκλειστα σπίτι. θα εξηγήσω σε λίγο τι σημαίνει εσώκλειστα σπίτι.
τα τελευταία χρόνια πολλά παιδιά πάνε σε σχολεία για αυτά. λέω πολλά μιας και τα σχολεία είναι λίγα και δεν υπάρχουν σε όλη τη χώρα. εκεί αντιμετωπίζούν περισσότερα προβλήματα και από τα κλασικά αθάνατα ελληνικά σχολεία: τεράστια έλλειψη καθηγητών. να μην μιλήσω για την ειδίκευση αυτών... πέρα από λίγους, οι περισσότεροι έχουν παρακολουθήσει απλώς κάποια σεμινάρια για την ειδική αγωγή. και όρεξη να έχουν, ας πάνε να αντιμετωπίσουν μια τάξη γεμάτη παιδιά, που μπορει να έχουν από μια απλή νοητική υστέριση, μέχρι βαρβάτο αυτισμό, σύνδρομο ντάουν και δεν συμμαζεύται. ναι, εννοείται πως δεν υπάρχει διαχωρισμός.
και κάποια στιγμή το σχολείο τελειώνει. και τα παιδιά μένουν σπίτι, σαπίζουν μαζί με τους γονείς τους- γιατί και αυτοί ξέρεις είναι άνθρωποι, άνθρωποι καταδικασμένοι για όλη τους τη ζωή να φροντίζουν ένα παιδί χωρίς καμία υποστήριξη, πού όσο μένει μόνο του μεγαλώνουν όλα τα προβλήματά του- εσωστρέφεια, κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας. και να σκεφτονται πως θα είναι όταν θα πεθάνουν και να τρελαίνονται. γιατί όταν οι γονείς πεθαίνουν, αυτά τα παιδιά ή μένουν στο δρόμο, ή μπαίνουν σε ιδρύματα- δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. εκεί βέβαια θα συναντήσουν άλλα παιδιά, που είναι φυλακισμένα από μωρά γιατί οι "γονείς" τους δεν τα ήθελαν ποτέ.
αυτή είναι η κατάσταση, τη στιγμή που στην ευρώπη όλα αυτά τα παιδιά, ακόμη και πολύ δύσκολες περιπτώσεις, το κράτος τα έχει από κοντά, έχουν συνεχώς ψυχολογική υποστήριξη, μένουν σε προστατευόμενες κατοικίες και έχουν και κάποια προστατευόμενη εργασία.α, και στο δρόμο δεν τα κοροϊδεύουν- ξέρεις, είναι άνθρωποι έξω, έχουν παιδεία- ίσως όχι βαρβάτη αρχαιοελληνική, σίγουρα πάντως παιδεία.
εδώ δηλαδή τι πρέπει να γίνει για να ξυπνήσουν; να πιάσουμε όλα τα παιδιά των υπουργών υγείας που πέρασαν, να τα αφήσουμε φυτά, για να δουν την γλύκα;
δεν μπορείς να φανταστείς τον θυμό μου.
και δεν κατηγορώ κανέναν που δεν παρατηρεί αυτά τα παιδιά. δεν μας έμαθε κανείς. στα σχολεία μας δεν τα δέχτηκε κανείς, για να γνωριστούμε.
αλλά ούτε θέλω να πουλάω πνεύμα. και εγώ "παθούσα" είμαι, το αδερφάκι μου σκέφτομαι όση ώρα γράφω. όχι μόνο τώρα, που είναι μόνο του με τους γονείς μας και εγώ μακρια.
αλλά και αργότερα, που ουσιαστικά θα είμαι μια ανύπαντρη μητέρα ενός καθόλα ζόρικου παιδιού, χωρίς όμως κανένα δικαίωμα. ούτε για εμένα, ούτε για κανέναν από εμάς.
και πάλι χίλια συγνώμη για το σεντόνι. κάποια στιγμή όμως, πρέπει κάποια πράγματα να ειπωθούν δυνατά. ας είναι η αρχή από εδώ:)

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

Καθυστερημένα.

Μερικές φορές δεν μπορώ να συγκρατήσω τον θαυμασμό μου. Τον θυμό μου θα ήταν σωστότερο να πω; Μπα. Το θυμό μου τον συγκρατώ. Κλείνω την πόρτα και πίσω της ρίχνω όλα τα καντήλια του αιώνα. Μαγκιά κλανιά κι απόστημα. Το κλασικό. Αλλά όταν θαυμάζω κάποιον, δεν μπορώ να συγκρατηθώ. Κάποιες φορές, μπορεί και να κλάψω. Ναι, αμέ.
Ντάνιελ Τάμετ. Ο αυτιστικός συγγραφέας με σύνδρομο ιδιοφυΐας. Κλέβω από τον Ταχυδρόμο του Σαββάτου τις 26/1/2008 (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ) και αντιγράφω: Μιλάει έντεκα γλώσσες, μπορεί να αποστηθίσει μέχρι και 22.514 δεκαδικά ψηφία του αριθμού π και να υπολογίσει τετραγωνικές ρίζες πιο γρήγορα από κομπιουτεράκι, ο αυτισμός του όμως δεν του επιτρέπει να οδηγήσει αυτοκίνητο, να ξεχωρίσει το αριστερό από το δεξί και να αναγνωρίσει πρόσωπα και αισθήματα. Οι επιστήμονες τον έχουν αποκαλέσει «στήλη της Ροζέτας»* στην αναζήτησή τους να κατανοήσουν τον αυτισμό. Η αυτοβιογραφία του, «Born on a blue day» («Γεννημένος μια μπλε μέρα»), έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες κι έγινε best seller σε ΗΠΑ και Γαλλία.
Όπως λέει ο ίδιος, η αναπηρία του, δεν τον έχει εμποδίσει να αποκτήσει καριέρα και σχέση, δύο κατορθώματα για τα οποία είναι πολύ περήφανος...
Όση ώρα διαβάζω το άρθρο συγκινημένη, ακούω την τηλεόραση (χωρίς να το θέλω, απλά είναι ανοιχτή) και λέει ο παρουσιαστής: «Η Φόνη Πιτσόλη, Ο Κούλης Λαμπέδος και η Κίζα Μαπένου στην συναυλία της χρονιάς». Όχι, δεν είπε αυτά τα ονόματα. Αλλά εγώ έτσι τα ακούω όλα αυτά τα ονόματα συμπεριλαμβανομένου του Ζαχόπουλου (Σεξόχοντρου), του Θέμου (Μασαμπούκα), της Νικολούλη (Τρεχαγυρεύογλου)... τα ακούω αλλοπρόσαλλα, σαν ονόματα ηλίθιων ηρώων από Άρλεκιν του κώλου, που το μόνο τους μέλημα είναι να πηδηχτούν, να βγάλουν λεφτά και να μας ζαλίσουν τα αρχίδια. Αλήθεια, σκέφτομαι όσο διαβάζω, ποιος είναι ο καθυστερημένος στην υπόθεση; Αυτοί οι μαλάκες ή ο Ντάνιελ Τάμετ που δεν ξεχωρίζει το αριστερό από το δεξί; Είναι ο μαλάκας με την Πόρσε Καρέρα μέσα στην Πατησίων κολλημένος στην κίνηση μαζί με τα Φορντ και τα Σέατ ή ο Τάμετ που δεν μπορεί να οδηγήσει; Ή να πω καλύτερα, τα καθυστερημένα όπως μας αρέσει να λέμε, ή εμείς, οι πάνσοφοι, παντογνώστες, ξερόλες και αρχιδαράδες;
Ο Τάμετ, έχει την ικανότητα να προσδίδει σε κάθε αριθμό μέχρι και το 10.000 το δικό του χρώμα, υφή και χαρακτήρα. Επίσης, αγαπάει πολύ τις γλώσσες και λέει πως πολλές από αυτές, βρίσκονται στο χείλος της εξαφάνισης. Δε θα έπρεπε, λέει, όπως γίνονται καμπάνιες για τη διάσωση του περιβάλλοντος ή των άγριων ζώων, να προστατεύουμε και τις γλώσσες μας; Ο ίδιος, έχει δημιουργήσει μια νέα γλώσσα, τη mänti. Ως βάση, χρησιμοποίησε τα εσθονικά και τα φινλανδικά. Όσον αφορά τη σχέση του, λέει πως πολλοί ξαφνιάζονται όταν μαθαίνουν πως εδώ και επτά χρόνια βρίσκεται σε μια σχέση. Λέει πως η σχέση αυτή του άλλαξε τη ζωή, του έχει προσφέρει σταθερότητα και ασφάλεια και τον έχει βοηθήσει στο να κατανοεί καλύτερα τα αισθήματα και να αντιμετωπίζει κοινωνικές καταστάσεις. Όσοι τον αγαπούν, λέει, δεν ντρέπονται να του δώσουν ειλικρινείς συμβουλές, ειδικά όσον αφορά τις κοινωνικές του δεξιότητες ή μάλλον... αδεξιότητες.
Αναρωτιέμαι, πόσοι από εμάς έδωσαν «ειλικρινείς συμβουλές» τον τελευταίο καιρό, πόσοι αισθάνθηκαν ασφάλεια, πόσοι σκέφτηκαν κάτι που να έχει σχέση με τον δείκτη του IQ τους τέλος πάντων. Πόσοι; Πολλοί και είμαι άδικη. Μακάρι. Δεν μπορώ να τα ξέρω όλα. Μια αγαπημένη μου φίλη, μου λέει πως δεν μπορώ να κρίνω τους άλλους γιατί δεν ξέρω πως είναι η ζωή τους και τι τους οδήγησε να κάνουν οτιδήποτε. Στο κάτω-κάτω, ό,τι περιμένεις από τους άλλους, αυτό θα λάβεις. Έτσι μου λέει η φίλη μου. Και λέω ναι, μπορεί να είναι έτσι. Δε μπορώ όμως να μη συγκινούμαι με πρόσωπα σαν του Τάμετ. Ούτε μπορώ να καταλάβω, (ακόμα, μπορεί στο μέλλον να μπορέσω), τι οδήγησε τον μαλάκα τον νορμάλ άνθρωπο (;) να πετάξει τα σκουπίδια από το μπαλκόνι.
Όταν βλέπω ανθρώπους σαν τον Τάμετ, ελπίζω. Ειλικρινά. ..Όχι, δε μου δημιουργείται συμπάθεια επειδή έχουν «λίγο μυαλό». Τους συμπαθώ γιατί το «λίγο μυαλό» που έχουν, το κάνουν κάτι. Ενώ οι πολλοί, αυτοί με το πολύ μυαλό, το βάζουν στον κώλο τους και δεν το κάνουν τίποτα. Αγαπώ όλες τις μειονότητες γενικά. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι τόσο λίγοι και παλεύουν για τα πολλά. Και ειδικά όταν μιλάμε για το μυαλό, αυτό το σιχαμένο γλοιώδες πράγμα που ακόμα δεν μπορούν να εξηγήσουν τις λειτουργίες του οι επιστήμονες, δεν τίθεται θέμα. Δεν έχει καμία σχέση με τις μειονότητες. Και τους «τρελούς» τους συμπαθώ. Πολύ περισσότερο από τους λογικούς. Θα μου πείτε, χεστήκαμε ποιον συμπαθείς και ποιον όχι. Σωστά.
Μια μέρα, πριν πολλά χρόνια, 10-15 χρόνια, ήμουν στο τρόλεϊ. Μέσα στον κόσμο, ήταν και ένα κοριτσάκι με τη μαμά του. Τις είχα δει πολλές φορές μέσα στο τρόλεϊ. Συνέπιπταν οι ώρες μας μάλλον. Το κοριτσάκι με σύνδρομο Ντάουν και η μαμά του πολύ μεγάλη σε ηλικία, αυτό που εγώ αποκαλώ αγενώς «θεία». Λέει λοιπόν το κοριτσάκι στη μαμά του εκείνη την ημέρα: «Μαμά... πάλι με κορόιδευαν τα παιδιά στο σχολείο». Η μαμά της, της είπε να μη δίνει σημασία κλπ. χωρίς να πει τίποτα ιδιαίτερο. Δε με ενδιέφερε τι της είπε. Έτσι κι αλλιώς, και παιδί με ειδικές ανάγκες να μην ήταν, και μόνο το γεγονός ότι την έπαιρνε η μαμά της από το σχολείο και έμοιαζε με «θεία» ήταν αρκετό για να την κοροϊδέψουν. Θα μου πείτε τα παιδιά είναι σκληρά. Δεν το ξέρω; Δε θυμάμαι τη μετέπειτα κολλητή μου να με κοροϊδεύει -πριν με γνωρίσει- σε όλο το σχολείο; Εγώ πάντα τσογλάνι ήμουν αλλά στην Α Γυμνασίου, δεν το είχα ανακαλύψει ακόμα.. Ναι, τα παιδιά είναι σκληρά. Το θέμα είναι αυτά τα παιδιά. Που πρέπει να πηγαίνουν σε ειδικά σχολεία, να λαμβάνουν την αγάπη όλου του κόσμου... να, να, να, διάφορα. Και; Που το πας; Πουθενά. Λέω γω τώρα, συγκινούμαι.. αναρωτιέμαι. Που βλέπουμε τους πραγματικά καθυστερημένους στην τηλεόραση, στο δρόμο, μέσα στα μούτρα μας και τους τρώμε και δε λέμε κουβέντα, μη σας πω ότι συχνά είναι ήρωές μας: «Δεν είδες πως αδυνάτισε και παντρεύτηκε τον βιομήχανο η Πούλα Φιλάκη; Ποιος την θυμόταν την ατάλαντη; Εγώ νομίζεις δεν μπορώ να τα καταφέρω; Τι μου λείπει μένανε;» Προφανώς κυρία μου είστε κατώτερη πρώτον γιατί ασχολείστε με την Πούλα Φιλάκη, δεύτερον γιατί θέλετε να της μοιάσετε και τρίτον γιατί αυτή κατάφερε να κάνει το δικό σας όνειρο, δικής της πραγματικότητα..

Υ.Γ. Βρείτε την ταινία «Η όγδοη μέρα»** με τους εξαιρετικούς Ντανιέλ Οτέιγ και Πασκάλ Ντικέν και δείτε με άλλα μάτια «αυτά» τα παιδιά. Εγώ πάντως τα είδα ως τους πρίγκιπες των ονείρων μας...

*Πληροφορίες για τη στήλη της Ροζέτας, εδώ.

**Βελγική ταινία του 1996 και βραβευμένη στις Κάνες. Οι δύο πρωταγωνιστές μοιράστηκαν το βραβείο ανδρικής ερμηνείας.


Άσχετο Υστερόγραφο: Αυτή την εβδομάδα να είστε καλά και να σκέφτεστε λίγο και τους άλλους...



Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

Αντισταθείτε και...

Δε με κάλεσε κανείς. Πήρα μόνη μου την πρωτοβουλία και αντιστέκομαι μαζί με τους φίλους Ροΐδη και Dreamerland . Ναι, όσο κι αν φαίνομαι κάφρος, έχω κι εγώ τις ευαισθησίες μου. Και δεν βάζω μόνο ένα ποίημα, αλλά τρία και όλα του Κων. Καρυωτάκη που υπεραγαπώ. Καλή ανάγνωση.

Αποστροφή.

Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ' όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ' αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ' άδειο σας κεφάλι!

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι' αυτό προνομιούχα...


Ανδρείκελα.

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

Και το υπερ-αγαπημένο:


Πρέβεζα.

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια "ελλιπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"υπάρχω;" λες, κι ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.


Αν θέλετε να ακούσετε την «Πρέβεζα» σε ανέκδοτη ηχογράφηση του 1962 από τον Γ. Π. Σαββίδη, μπείτε εδώ και πατήστε κάτω-κάτω το σχετικό αρχείο.

Αν θέλετε να μάθετε για τη ζωή του Κων. Καρυωτάκη και να διαβάσετε κάποια ποιήματά του, μπείτε εδώ.

Άπαντα Καρυωτάκη, εδώ.


...Χαμογελάτε παρ’ όλη τη μαυρίλα γαμώ το στανιό μου!

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Χημικός Πόλεμος.

Κορίτσια, κοιτάξτε να δείτε. Το καταλαβαίνω. Όχι, το καταλαβαίνω, δεν μπορώ να πω ότι δεν το καταλαβαίνω. Κι εγώ είμαι παθούσα. Αλλά όλα τα πράγματα έχουν το όριό τους. Γι’ αυτό σας παρακαλώ, μπορείτε να πλένεστε λίγο περισσότερο ειδικά όταν πρόκειται να πάτε για ψώνια και να γδυθείτε στα δοκιμαστήρια; Μπορείτε να μη φοράτε τα παπούτσια-βούρκο και να τα βγάζετε σκοτώνοντας ότι κινείται δίπλα σας; Αυτές τις άμοιρες τις πωλήτριες δεν τις λυπάστε; Εσείς, δεν ντρέπεστε; Όχι, είστε αδίστακτες. Έχετε κηρύξει Χημικό Πόλεμο. Και τώρα ειδικά που έχει εκπτώσεις, έχετε πολλαπλασιαστεί σαν τους μύκητες το καλοκαίρι και μολύνετε τα πάντα. Εντάξει λοιπόν. Εγώ ο Ρομπέν των Μαγαζιών, μπορώ να σας τιμωρήσω. Ξεκίνησα ήδη να το κάνω. Κι αν δε βάλετε μυαλό, θα συνεχίσω να το κάνω, μέχρι να εξαλειφθείτε. Κι ας πάω μετά σε διαιτολόγο και ψυχίατρο μαζί. Γιατί εγώ είμαι μαθημένη από βρώμα, δε μασάω.

Θα ξεχάσω εγώ ποτέ πριν χρόνια στην Ίο στο κάμπινγκ, εκεί που είμαστε ξαπλωμένοι ωραία-ωραία, μεσημεράκι όμορφο, μετά το μπάνιο και το φαί έτοιμοι να σβήσουμε μέσα στην αγκαλιά του μορφέα... να βγάζει ο Τ. τα παπούτσια του; Θα ξεχάσω εγώ τον χημικό πόλεμο; Εκεί τον γνώρισα! Τέτοια βρώμα, είχα να μυρίσω από τότε.. γι’ αυτό σας λέω. Αν δεν σταματήσετε, θα σας εξοντώσω! Φυσικά θα την πληρώσουν και οι πωλήτριες... αλλά κάθε πόλεμος έχει αθώα θύματα, έτσι δεν είναι; Και τότε στην Ίο, ένας από εμάς δεν πρόλαβε να τρέξει μακριά και ο ύπουλος ο Τ. του τα πέταξε μέσα στη σκηνή... ακόμα τον κλαίμε... Τι να κάνω; Όχι πείτε μου τι να κάνω; Να σας αφήσω να μας μολύνετε και να γεμίζετε δηλητήριο τα πνευμόνια μας; Όχι βέβαια. Κι επειδή είμαι καλός άνθρωπος και μου αρέσουν οι ειρηνικές λύσεις, πριν σας αποκαλύψω τις κινήσεις μου και ξεκινήσω εντατικά τον πόλεμο εναντίον σας, θα σας προτείνω τις παρακάτω λύσεις που αν τις ακολουθήσετε, θα αποφύγουμε όλοι το κακό:

1. Μη φοράτε συνθετικά ρούχα ΕΙΔΙΚΑ όταν πάτε για ψώνια. Μπες-βγες στα μαγαζιά, ιδρώνεις.

2. Φοράτε λίγα ρούχα και ελαφρύ μπουφάν. Μπες-βγες, ιδρώνεις είπαμε.

3. ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ: βάζετε αποσμητικό στις μασχάλες σας αφού πλυθείτε καλά με σαπούνι!! (Κάνετε και κανένα μπιντέ. Δεν κάνει κακό.) Μπες-βγες, ιδρώνεις λέμε!

4. ΤΟ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΟ: Φορέστε παπούτσια που δεν βρωμάνε. ΕΛΕΟΣ! Λυπηθείτε μας! Πλύντε τα πόδια σας καλά, τρίψτε και ανάμεσα στα δάχτυλα να φύγουν τα μακαρόνια, τρίψτε τα νύχια, τρίψτε τις φτέρνες, τρίψτε τα καλά τα βρωμοπόδαρά σας με σαπούνι και νερό, ρίξτε οινόπνευμα μετά να πεθάνουν τα μικρόβια που συντηρείτε χρόνια και χρόνια μέσα στην απλυσιά, βάλτε μια κρέμα ωραία, αρωματική, σώματος, χεριών, ποδιών, ό,τι θέλετε, μετά βάλτε καθαρές κάλτσες και μετά ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΡΩΜΑΝΕ!!!

Αν αποφασίσετε πως δεν πρόκειται να κάνετε τίποτα από τα παραπάνω και είστε αποφασισμένες να συνεχίσετε τον Χημικό Πόλεμο, εγώ έχω τη Λύση που θα σας εξολοθρεύσει μια για πάντα:

Την Κλανιά. Τη νέα, ενισχυμένη, αθόρυβη και βρωμερή Κλανιά που καλύπτει τα πάντα, θολώνει, εξοντώνει κι εκνευρίζει. Πώς θα καταφέρετε όμως εσείς φίλες μου να κλάνετε με τη νέα Κλανιά; Εσάς λέω φίλες μου, που θέλετε να αντιδράσετε στο Χημικό Πόλεμο των βρωμιαρέων. Να σας πω. Κρυώστε την κοιλίτσα σας. Αυτός είναι ο ένας τρόπος αλλά δεν είναι και ο ιδανικότερος γιατί αν κρυώσετε, θα πονάτε και θα κλάνετε συνέχεια, πράγμα που δεν είναι και πολύ ωραίο, εκτός φυσικά και αν γυρνάτε στα μαγαζιά όλη μέρα. Ένας δεύτερος όμως αλλά δοκιμασμένος και σίγουρος τρόπος για βρωμερές κλανιές χωρίς πόνο με διάρκεια μιάμισης μέρας, είναι ο εξής: Το προηγούμενο βράδυ πριν την εξόρμηση στα μαγαζιά, φάτε δύο πιτόγυρα ή στιφάδο. Αν μάλιστα μπορέσετε να τα συνδυάσετε με κάποιο τρόπο, θα είναι ακόμα καλύτερα. Π.χ. αν φάτε στιφάδο το μεσημέρι και δυο πιτόγυρα το βράδυ, το επόμενο πρωί θα είστε έτοιμες για πραγματικό πόλεμο. Φορέστε ότι πιο όμορφο έχετε, αρωματιστείτε (ιδιαίτερα στο στέρνο), φορέστε μια μπλούζα με κόψιμο U ή V (προσοχή! Όχι πολύ βαθύ ντεκολτέ και όχι ζιβάγκο! Αν κάνει κρύο, φορέστε κασκόλ -που και αυτό πρέπει να είναι αρωματισμένο, μην το ξεχάσετε!) και βουρ στα μαγαζιά! Δεν μας ενδιαφέρει αν θέλετε ή όχι να αγοράσετε κάτι. Ο σκοπός είναι να πάτε στα δοκιμαστήρια. Έχετε αποστολή! Γι’ αυτό φάγατε ένα σωρό μαλακίες χτες, μην ξεχνιέστε! Πιάνετε λοιπόν ένα ρούχο και μπαίνετε. Προσοχή τώρα! Αν μυρίσετε κάτι που θυμίζει Χημικό Πόλεμο, χαμογελάστε, σηκώστε τη μπλούζα να καλύψετε τη μύτη σας και να αναπνέετε από το άρωμά σας ή αν φοράτε κασκόλ, τυλίξτε το γύρω από το κεφάλι σας. Προσοχή μην πάθετε ασφυξία με το κασκόλ. Η καλύτερη λύση είναι η μπλούζα που μπορείς όποτε θες να χώνεις και να ξεχώνεις το κεφάλι σου. Ασφαλής πια, χωρίς τη βρώμα να σας σκοτώνει, μπορείτε να περάσετε στο βασικό σχέδιο. Ξεκινήστε να λικνίζεστε στο ρυθμό της μουσικής που έχει το κατάστημα, χαλαρώστε, κατεβάστε το παντελόνι σας σιγά-σιγά, γυρίστε προς το μέρος που σας ήρθε η βρώμα (δυστυχώς αν δεν θυμάστε από που ήρθε, θα πρέπει να ξεκαλυφθείτε και να ξαναμυρίσετε, πράγμα πολύ κακό γιατί μπορεί να λιποθυμήσετε και να μην προλάβετε να επιτεθείτε. Γι’ αυτό, φροντίστε να είστε προσεκτικές), συγκεντρωθείτε και αφήστε τον αέρα της κλανιάς σας να διαλύσει τα χημικά αέρια!!

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω πως αν οι βρωμιάρες δεν βρωμούσαν, δε θα προέβαινα σε λύσεις απελπισίας όπως οι κλανιές. Μπορεί οι δική μας η βρώμα να μη μας πειράζει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αισθάνονται άνετα και όλοι οι υπόλοιποι. Οι ελεεινές άπλυτες λοιπόν, θα έπρεπε να το σκέφτονται αυτό. Δε θέλουν; Οφθαλμός αντί Οφθαλμού κορίτσια! Βαθιά ανάσα και Κλανιά!

Εγώ το έκανα πάντως και είχε μεγάλη επιτυχία. Φυσικά, για να λέμε όλη την αλήθεια και όχι να αυτοαποκαλούμαστε ήρωες και εφευρέτες μεθόδων που κατατροπώνουν χημικούς πολέμους, ομολογώ πως ανακάλυψα κατά τύχη τον ένα και μοναδικό τρόπο που εκδικείσαι τη βρωμιάρα πίσω από την κουρτίνα. Θα σας πω αμέσως πως έγινε.

Λέω τις προάλλες, δεν πάω στα μαγαζιά; Δεν έχω μία, αλλά δεν πειράζει, έτσι, να δω τι γίνεται. Εκπτώσεις κιόλας.. Είχα χρόνο στη διάθεσή μου, ήμουν δίπλα, ήταν πολύ νωρίς, λέω ας πάω. Πάω που λέτε, βρίσκω κει κανά δυο ρουχαλάκια και τα παίρνω να τα δοκιμάσω. Πάμφθηνα, ωραία ρουχαλάκια, ελάχιστος κόσμος, άδεια δοκιμαστήρια, μια χαρά όλα. Μπαίνω στο δοκιμαστήριο. Αρχίζω τα βάλε-βγάλε. Με το κλάσιμο είχα θέμα. Είχα φάει δυο πιτόγυρα το προηγούμενο βράδυ και δεν είχε σταματήσει με τίποτα. Ίσως είχα κρυώσει και λίγο, τι να σας πω. Πάντως μιλάμε για φοβερή βρώμα. Σχεδόν την έβλεπες. Αλλά δεν ήταν τίποτα μπροστά στη σαπίλα που θα συναντούσα σε λίγο... Με το που βγήκα από το σπίτι, το ξέχασα ότι κλάνω. Στη διαδρομή αμόλησα κανά δυο, αλλά δε μου μύρισαν. Άκουσα πίσω μου κάτι γδούπους, μάλλον είχα εξοντώσει τους από πίσω μου, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν το κατάλαβα. Μπαίνω στο μαγαζί που λέτε, παίρνω τα ρουχαλάκια, μπαίνω στο δοκιμαστήριο, αρχίζω τις δοκιμές. Έχω ξαναξεχάσει τις κλανιές γιατί δε μου έχει έρθει καμία. (Και να μου ερχόταν δηλαδή, θα τη βαστούσα. Δεν κάνω τέτοια μέσα στον κόσμο. Μόνο σε δικούς μου για να γελάω). Εκείνη τη φάση, μπαίνει δίπλα μία. Άκουσα την κουρτίνα και είδα τα πόδια της διαγωνίως από κάτω. Σε λίγα δευτερόλεπτα φίλοι μου, έγινε της πουτάνας. Της πουτάνας όμως. Βρώμα; Βρώμα; Μιλάτε για βρώμα; Λέμε ένα χρόνο εδώ μέσα για βρώμα και κλανιές, όχι φίλοι μου, δεν έχετε μυρίσει τέτοια βρώμα την καριόλα! Μια ποδαρίλα την πουτάνα, ούτε να είχαν σαπίσει τα κωλοπόδαρά της δε θα έβγαζαν τέτοια βρώμα! Ούτε ποδοσφαιριστής μετά από προπόνηση 12 ωρών με χτεσινές κάλτσες και μύκητες στα πόδια τέτοια βρώμα! Ούτε άστεγος ρε σεις τέτοια βρώμα γαμώ το σπίτι της! Μυρίζω που λέτε αυτό το πράμα και με πιάνει ζάλη. Να είμαι εγκλωβισμένη εκεί μέσα, μισοξεβράκωτη και η βρώμα να έρχεται ολοένα και πιο δυνατά. Ω.. τι να κάνω; Να της ρίξω το διαχωριστικό στο κεφάλι και να πηδάω από πάνω αλλόφρων; Δεν ήταν σικ... Βρώμα αρρωστημένη... Θα λιποθυμήσω.. και ναι! Ο από μηχανής θεός, ήρθε. Ξεκίνησε με ένα γουργουρητό στην κοιλίτσα μου. Μέσα στο νέφος της ποδαρίλας, αυτού του σάπιου τυριού που είχε αφήσει να χαλάσει χρόνια και χρόνια μέσα στις κάλτσες της, άκουσα το γουργουρητό της κοιλίτσας μου σαν τραγούδι, σαν άσμα που τραγουδούν νεράιδες. Και την άφησα. Ένα πφφφφφ έκανα και όλα τελείωσαν. Ναι, κέρδισα. Το οστικό κύμα της σκατίλας σκέπασε το τυρί, σκότωσε την πουτάνα. Εννοείται πως δημιουργήθηκε χάος.. Μέσα σε μισό δευτερόλεπτο, άκουσα ένα Ψψψψψψψψ.. Ήταν η πωλήτρια με το αποσμητικό... Πω την κακομοίρα.. σκέφτηκα. Θα λέει, τι γίνεται εκεί μέσα τις καριόλες.. κι όχι τίποτα, δυο άτομα ήμασταν.. κοίτα, θα έλεγε η κοπέλα, δυο πουτάνες κάνουν την Ελευσίνα και την Χωματερή Άνω Λιοσίων μαζί.. και δώσ’ του να ψεκάζει. Το τελείωσε το μπουκάλι. Τη λυπήθηκα αλλά τι να πω; Αυτή φταίει κι άμα δε βρωμούσε δε θα έκλανα; Δε γινόταν. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μετά την θανατηφόρα επίθεση στο Χημικό Πόλεμο της καριόλας, ντύθηκα, πήρα μια καλή τζούρα από το άρωμά μου, κράτησα την αναπνοή μου και βγήκα έξω λέγοντας πα πα πα βρώμα και τέτοια να ενοχοποιήσω την καριόλα και τέτοια. Έφτασα σπίτι φίλοι μου, κι άνοιξα όλα τα μπουκάλια με τα αρώματα που έχω κι άρχισα να μυρίζω, να παίρνω βαθιές ανάσες, να ψεκάζω, να γεμίσει ο εγκέφαλός μου όμορφες μυρωδιές, να φύγει η σαπίλα... σαν το Ντιούτι Φρι μύριζε το σπίτι... Βγήκα και στο μπαλκόνι, μύρισα τα λουλούδια στις γλάστρες, άνοιξα το ψυγείο, έχωσα τη μύτη μου μέσα στα φρούτα, στα φαγητά... αλλά εκείνη η σαπίλα έμελλε να μου μείνει αξέχαστη για καιρό..

Γι’ αυτό βρωμιάρες σας παρακαλώ, θυμηθείτε: η κουρτίνα των δοκιμαστηρίων, δεν είναι ικανή να σκεπάσει τη μπόχα σας. Βοηθήστε μας να δοκιμάσουμε ρούχα με άνεση. Αφήστε μας να ζήσουμε! Αν θέλουμε να πεθάνουμε, θα καπνίζουμε, θα πίνουμε, θα πάρουμε ναρκωτικά, θα αυτοκτονήσουμε, θα βρούμε τρόπο. Εσάς, ποιος σας ζήτησε να μας εξοντώσετε; Γι’ αυτό κουφάλες πλυθείτε και σταματήστε τον Χημικό Πόλεμο τώρα... αλλιώς... η λύση υπάρχει και σας περιμένει!

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Μην το χάσετε!!!!

Το Blog είναι ένα είδος ιστοσελίδας που επιτρέπει στον καθένα, εύκολα και δωρεάν, να ανεβάσει τα κείμενά του στο Διαδίκτυο και να δεχθεί –και εδώ βρίσκεται η μεγάλη του καινοτομία- τα σχόλια των αναγνωστών του. Τα blog, ή αλλιώς τα ιστολόγια, έκαναν το 2007 ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία τους στην παγκόσμια επικαιρότητα. Στην Ελλάδα, έστρεψαν σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού επάνω τους, κάνοντας σαφές ότι αποτελούν όχι απλά ένα τεχνολογικό φαινόμενο, αλλά και μια κοινωνική και πολιτισμική εξέλιξη μεγάλης σημασίας. Η καρκινοπαθής Αμαλία Καλυβίνου με το καταγγελτικό της ημερολόγιο και οι συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα για τις πυρκαγιές του 2007, που διοργανώθηκαν μέσω SMS και blog, έδειξαν καθαρά ότι τα ιστολόγια δεν είναι απλά ένα εργαλείο επικοινωνίας κι έκφρασης, άλλα ότι συνιστούν κι ένα νέο δημόσιο χώρο, διαμέσου του οποίου αποκτούν φωνή ομάδες του πληθυσμού που ως χθες ήταν αποκλεισμένες απ’ τη δημόσια συζήτηση.

Το ντοκιμαντέρ του Μανώλη Ανδριωτάκη και της Μέντη Μέγα εξερευνά τις ποικίλες όψεις του φαινομένου, δίνοντας το λόγο σε blogger, σκαπανείς του είδους, θεωρητικούς και δημοσιογράφους, που -ο καθένας από τη πλευρά του- επιχειρεί καθημερινά να προσδώσει αξία στο Νέο Μέσο. Επιπλέον επιχειρείται το άνοιγμα ενός διαλόγου πάνω σε φλέγοντα ζητήματα του blogging και του Διαδικτύου, όπως η ανωνυμία και η διαφήμιση, η σχέση των παραδοσιακών Μέσων με το Διαδίκτυο, η καλλιτεχνική τους διάσταση κ.α. Πιο συγκεκριμένα, το ντοκιμαντέρ στοχάζεται πάνω στην φύση του ίδιου του Μέσου, στις ευκαιρίες που παρουσιάζονται με την ανάδυσή του, αλλά και στους κινδύνους που απορρέει η μαζική του χρήση.

Τι είναι τα blog για τον κάθε χρήστη χωριστά; Υπάρχει ανάγκη για κάποιο είδος δεοντολογίας; Ποιός κερδίζει απ’ όλο αυτό το δωρεάν περιεχόμενο; Είναι θεμιτή η «διαχείρηση των σχολίων» μέσω της δυνατότητας του «moderation»; Υπάρχει «κίνημα των blogger»; Πόσο ουσιαστική είναι η συζήτηση των ιστολόγων; Αυτά και άλλα ερωτήματα «αναρτώνται» στο ντοκιμαντέρ με τρόπο που να παραπέμπει τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο ενός blog. Οι ομιλητές αφήνοντας τα σχόλια τους, δημιουργούν διαρκώς τις προϋποθέσεις για τη σύναψη ενός ζωντανού και πολλά υποσχόμενου διαλόγου.

Στην ταινία μιλούν οι blogger old-boy, ψιλικατζού, G700, chaka-khan, murplej@ne, Παναγιώτης Βρυώνης, ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης, οι δημοσιογράφοι Αντρέας Παναγόπουλος και Γκάζι Καπλάνι, ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Πιλάβιος, ο εκδότης Διονύσης Μαραθιάς, και ο Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Dan Gillmor.


Παρασκήνιο, ΕΤ1, Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008, ώρα 20.00


Σκηνοθεσία: Μανώλης Ανδριωτάκης & Μέντη Μέγα

+ σχετικό άρθρο της Καθημερινής

Τα ως άνω τα τσίμπησα (και το βιντεάκι που δεν ξέρω γιατί βγαίνει από κάτω, ενώ εγώ το θέλω από πάνω) από τη θεά Murlpej@ne και το Trainstorming τους :)



Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

Τα όμορφα αυτοκίνητα, όμορφα καταστρέφονται.

Χτες προχτές πότε, άκουσα στα νέα μια υπέροχη είδηση! Έτρωγα εκείνη την ώρα και όλα τα μακαρόνια, οι σάλτσες, μασημένα και αμάσητα, ξεπρόβαλλαν ολάνθιστα μέσα από τη μασέλα μου. Μερικά δε, μου έπεσαν και κάτω. Χωρίς να χαλαστώ καθόλου, πήρα μια χαρτοπετσέτα, μάζεψα μερικά σαλτσομακάρονα από τα όμορφα μάρμαρα και έστησα αυτί: Σεσημασμένοι λέει και ψυχοπαθείς, που όλο και περισσότεροι γίνονται, κάνουν ζημιές σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα! Ω Θεοί! Πιρούνια, κουτάλια, χαρτοπετσέτες, πέταξαν στον αέρα με μια κίνηση πανηγυρική! Βαρούσα παλαμάκια γελώντας και σκορπίζοντας μακαρόνια και σάλτσες παντού, το πιρούνι πήγε να βγάλει το μάτι του καλού μου, το κουτάλι έπεσε στο παντελόνι μου, η χαρτοπετσέτα κόλλησε στη μύτη μου... μα δεν με πείραξε καθόλου! Τι ανείπωτη χαρά! Τι όμορφη στιγμή! Τι ευτυχία Θεέ μου! Ψυχοπαθείς είναι αυτοί που έκαναν τις ζημιές; Ωω... μα δεν μας είπατε κύριε δημοσιογράφε, αυτοί οι καημένοι που υπέστησαν τις ζημιές, που είχαν παρκάρει; Μήπως έκλειναν πεζοδρόμια; Μήπως έκλειναν εισόδους πολυκατοικιών; Αυτό δεν μας το είπατε καλέ μου κύριε. Μόνο πως ψυχοπαθείς και βαριά άρρωστοι άνθρωποι, έκαναν ζημιές μας είπατε. Μήπως καλά έκαναν που τις έκαναν; Εγώ να σας πω. Έχω δει σε πάρκινγκ του Μετρό, παρκαρισμένο αυτοκίνητο κόντρα πάνω στο πεζοδρόμιο, στο μοναδικό σημείο που υπάρχει χώρος για τους πεζούς. Να λυπηθώ που το είδα στολισμένο με κλωτσιές στις πόρτες, αυτοκόλλητα και σπασμένους υαλοκαθαριστήρες; Όχι αγαπητέ δημοσιογράφε, δε θα λυπηθώ. Αντίθετα, χαίρομαι ιδιαιτέρως. Γιατί θα ήθελα πολύ να το κάνω κι εγώ, να φοράω ποδοσφαιρικά παπούτσια με καρφιά και ν’ ανέβω πάνω στο καπό βρε αδερφέ, και να ρίξω δυο τρεις ζεμπεκιές αλλά ...ντρέπομαι ρε γαμώτο. Να μη χαρώ που επιτέλους, κάποιοι αντέδρασαν; Γιατί κύριε δημοσιογράφε, εγώ είμαι μαλάκας που παρκάρω 3 χιλιόμετρα από το Μετρό, μόνο σε νόμιμη θέση; Εγώ, δεν ξέρω να το βάλω μέσα στις κυλιόμενες; Μικρό είναι, χωράει, πιστέψτε με. Ή να σας πω. Μπροστά από την πολυκατοικία μου, που συχνά βγαίνω και συναντάω στα 30 εκατοστά, μια μούρη αυτοκινήτου, και τσίμα-τσίμα χωράω να περάσω με αποτέλεσμα το παλτό μου να σκουπίζει το αυτοκίνητο του ευγενή κυρίου, θα στενοχωρηθώ αν κάποιος το διαλύσει; Μετά λύπης μου σας λέω, πως θα βαρέσω παλαμάκια και θα κάνω και δυο χορευτικές φιγούρες από τις καλές άμα δω κάτι τέτοιο. Χαρά στο κουράγιο των παιδιών που βγαίνουν με νυστέρια, οξύ, και πριόνια και ξηγούνται. Και μη μου πείτε πως άνθρωποι χωρίς κανένα λόγο, βγαίνουν με αιχμηρά αντικείμενα και ξύνουν όποιο αυτοκίνητο να είναι μέσα στη μαύρη νύχτα. Άλλη δουλειά δεν έχουν; Α, σωστά, γι’ αυτό τους αποκαλέσατε ψυχοπαθείς.. Μάλιστα... Εγώ λέω μήπως να λέγατε όλη την αλήθεια; Μήπως να ρωτούσατε; Να κάνατε μια έρευνα; Μπα... είναι πιο δυνατό να πείτε πως ψυχοπαθείς κυκλοφορούν ελεύθεροι και κακοποιούν αυτοκίνητα. Έτσι, ενισχύετε και τα ιδιωτικά πάρκινγκ. Θα το ακούσει ο ηλίθιος, θα πει «Αμάν Λέτα, σπάνε αυτοκίνητα! Από αύριο, κόβουμε το κρέας και δίνουμε τα λεφτά σε πάρκινγκ!» αντί να πει «Αμάν Λέτα, ο κόσμος τα έχει πάρει με τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και έχει αρχίσει να κάνει ζημιές αφού κράτος δεν υπάρχει, ούτε αστυνομία και αυτοί που παρκάρουν αδιαφορούν πλήρως!»
Όταν ζείτε στη ζούγκλα, αγαπητέ κύριε που λέτε τα νέα, προσπαθείτε να επιβιώσετε. Άρα καταλαβαίνετε πως άμα τσιγκλήσει κάποιος το άγριο ζώο, θα γαμήσει και θα δείρει. Αν δεν όμως, θα κάτσει και θα λιάζεται. Και μιλάω για την άγρια ζούγκλα αγαπητέ κύριε δημοσιογράφε, γιατί εδώ είναι Ελλαδιστάν, ζούγκλα, πως το λένε, δεν έχουμε τρόπους. Στη Γαλλία, όταν ήθελαν να αντιδράσουν για τα 4x4 που είχαν κατακλύσει τον τόπο, βρήκαν ένα κόσμιο τρόπο: ξεφούσκωναν τα λάστιχα. Εδώ, σπάνε τα αυτοκίνητα. Τι να κάνουμε; Όλα μέσα στη ζωή είναι. Τέλος πάντων. Θα ήθελα να σας παρακαλέσω τελειώνοντας, την επόμενη φορά που θα γίνει κάτι παρόμοιο, να μας πείτε μας ΠΟΥ ήταν παρκαρισμένος ο κύριος που εδέχθη αυτή την ειδεχθή πράξη και τότε, θα τον συλλυπηθούμε με όλη μας την καρδιά. Σας το λέω, καραούλι θα στήσουμε, όλοι μια γροθιά θα γίνουμε, σφυριά και ρόπαλα θα κρατάμε, μαχαίρια και τηγάνια, σφυρίχτρες και ντουντούκες, να περιμένουμε τους κακούς να τους τιμωρήσουμε. Έως τότε όμως, επιτρέψτε μας να ανοίξουμε ένα μπουκάλι στην υγεία των ψυχοπαθών και να τους ευχηθούμε μακροζωία και ευτυχία, ελπίζοντας στην αυγή μιας Νέας Εποχής που οι μαλάκες θα βάλουν μυαλό. Ευχαριστώ.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

10 και 1 τρόποι να σώσουμε το περιβάλλον.... λέμε τώρα...

Μετά φταίνε οι ανώνυμοι που μου λένε πως γράφω για να γράφω, πως είμαι μαλάκω και τέτοια. Στην τελική ναι ρε, γιατί; Αφού θέλω να γράψω κάτι και δε μου’ ρχεται τίποτα αριστουργηματικό, να μην γράψω τίποτα; Ναι μαρή! Να κάτσεις εκεί, με ένα ποστ οχτακόσιους μήνες μέχρι να σου’ ρθει το καλό. Ερώτηση: και ποιος κρίνει αν το ποστ εκείνο, μετά τους οχτακόσιους μήνες, είναι ωραίο και πρέπει να μπει; Εγώ φυσικά. Εντάξει. Άρα, κρίνω ότι αυτό που γράφω τώρα είναι αριστούργημα και το βάζω. Ψέμα. Παιδιά, ο εγκέφαλός μου είναι άδειος, δεν υπάρχει πληροφορία.... πέρα από ένα κωλόγερο που μου την έσπασε στο πάρκινγκ, μια χαμούρα που θέλω να βαρέσω και κάτι μαλάκες που συνάντησα, ο εγκέφαλος είναι πίτα στην πληροφορία και δεν έχει τίποτα έξυπνο. Άρα, θα σας δώσω κάτι χρήσιμο:

10 και 1 πράγματα που μπορεί να κάνετε αν και εφόσον ενδιαφέρεστε για το περιβάλλον αν και πιστεύω πως γενικά η χώρα μας δεν έχει καμία ελπίδα. Παρόλα αυτά, τα βάζω εγώ, έτσι για τη φάση. Άμα κανείς θέλει περισσότερες πληροφορίες, ας μπει εδώ απ’ όπου πήρα όσα σημειώνω παρακάτω.

Στο τέλος κάθε μικρής παραγράφου, ό,τι είναι σε παρένθεση είναι η απάντηση του κλασικού του μαλάκα του Έλληνα.

Αυτές είναι οι βασικότερες συμβουλές για την εξοικονόμηση ενέργειας. Ενημερωθείτε και σημειώστε ποιες από αυτές ακολουθείτε ή θα ακολουθήσετε άμεσα. Με αυτό τον τρόπο δηλώνουμε όλοι τη δράση που αναλαμβάνουμε ενάντια στις κλιματικές αλλαγές. (Κλάσε μας τα αρχίδια ρε μαλάκα, ποιες κλιματικές αλλαγές; Τίποτα δε συμβαίνει! Όνειρα βλέπεις;;;)

1. Κλείνουμε την τηλεόραση, το στερεοφωνικό, και γενικά όλες τις ηλεκτρικές συσκευές από τον κεντρικό διακόπτη (δεν τις αφήνουμε σε κατάσταση stand by). Αν το κάνουμε αυτό θα έχουμε ετήσια εξοικονόμηση περίπου 30 € από τους λογαριασμούς του ρεύματος και μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 300 κιλά. (Άσε μας τώρα ρε μαλάκα, σιγά μη σηκωθώ να την κλείσω! Μαλάκας είσαι ρε μαλάκα; Άντε γαμήσου ρε μαλάκα! Σιγά την οικονομία, 30€! Τι παίρνεις με 30€ ρε μαλάκα; Ποιο περιβάλλον και μαλακίες; Άσε μας ρε φίλε! Μια χαρά είναι όλα!)

2. Αλλάζουμε τις λάμπες πυρακτώσεως στο χώρο μας με λάμπες εξοικονόμησης. (Έχω δανείσει τη σκάλα ρε μαλάκα στη γκόμενα δίπλα. Πως θα ανέβω να τις αλλάξω; Άσε που το σπίτι μου είναι πολύ μεγάλο! Ξέρεις ρε πόσα τετραγωνικά είναι το σπίτι μου; 70! Ξέρεις ρε πόσες λάμπες πρέπει να αλλάξω; Άσε μας ρε φίλε. Άμα καούν και το θυμηθώ, θα βάλω απ’ αυτές που λες).

3. Όταν αγοράζουμε νέες ηλεκτρικές συσκευές, επιλέγουμε υψηλή ενεργειακή κλάση (Α++, Α+, Α). Αν επιλέξουμε ψυγείο υψηλής ενεργειακής κλάσης τότε έχουμε ετήσια εξοικονόμηση 25 € και μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 25 κιλά. Αν επιλέξουμε πλυντήριο υψηλής ενεργειακής κλάσης ετήσια εξοικονόμηση 3 € και μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 30 κιλά. (Εγώ πήρα το πλυντήριο της μάνας μου. Αυτή πήρε ένα που χωρούσε 75 κιλά και πλένει στους 90 βαθμούς. Εμένα η μάνα μου, μου είπε να κάνω το ίδιο να πλένονται καλά τα ρούχα και αυτό που μου είπε η μάνα μου θα κάνω. Δε θα κάνω αυτό που μου λες εσύ. Κατάλαβες;)

4. Τοποθετούμε στην ταράτσα μας ένα φωτοβολταϊκό σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αν το κάνουμε τότε θα έχουμε ετήσια απόδοση περίπου 500 – 700 € και μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 1,1 – 1,4 τόνους. (Σιγά μη βάλω και νέφτι στον κώλο μου ρε μαλάκα να το ανάψω να ζεσταίνομαι. Κάνε μας τη χάρη σε παρακαλώ!)

5. Τοποθετούμε ηλιακό θερμοσίφωνα. Αν το κάνουμε τότε θα έχουμε εξοικονόμηση τουλάχιστον 150 € το χρόνο και 1,5 τόνων διοξειδίου του άνθρακα. (Εγώ θέλω αλλά κάτι γέροι δεν αφήνουν στην πολυκατοικία. Γι’ αυτό κι εγώ για εκδίκηση, δεν πληρώνω κοινόχρηστα και έχω το ερκοντίσιον αναμμένο όλη μέρα! Σωστός;)

6. Μαγειρεύουμε έξυπνα, σε σκεύη που εφαρμόζουν στις εστίες με το καπάκι κλειστό. Δέκα λεπτά πριν ετοιμαστεί το φαγητό κλείνουμε το μάτι. Δεν ανοίγουμε άσκοπα την πόρτα του φούρνου. Αν η βάση του σκεύους είναι 1-2 εκατοστά μικρότερη από την εστία, σπαταλάμε 20 – 30% περισσότερη ενέργεια. Κάθε φορά που ανοίγουμε την πόρτα του φούρνου, χάνεται το 20% της θερμότητας. (Άσε μας ρε μαλάκα που θα κάτσω να κοιτάω αν βάζω το μπρίκι στο μάτι της κατσαρόλας και αν ο φούρνος άνοιξε κι έκλεισε. Άσε μας!)

7. Προτιμάμε φορητό υπολογιστή και επίπεδη οθόνη, σβήνουμε την οθόνη και κλείνουμε από τον κεντρικό διακόπτη τα περιφερειακά συστήματα όταν δεν τα χρησιμοποιούμε. Αν το κάνουμε θα έχουμε ετήσια εξοικονόμηση περίπου 15 - 20 € από τα περιφερειακά και μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 150 - 200 κιλά περίπου. Οι φορητοί υπολογιστές καταναλώνουν έως και 93% λιγότερη ενέργεια από τους σταθερούς. (Χέσε με ρε φίλε! Εγώ τα έχω αναμμένα όλα! Μη με κουράζεις σε παρακαλώ!)

8. Χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία πλύσης στο πλυντήριο ρούχων και πλένουμε μόνο όταν ο κάδος είναι γεμάτος. Αν το κάνουμε θα έχουμε εξοικονόμηση ενέργειας 30-50% ανά πλύση. (Γάμησέ μας. Σου είπα ότι θα κάνω ότι μου είπε η μάνα μου. Μόνο αυτή ξέρει.)

9. Δεν “ξεχνάμε” τους φορτιστές στην πρίζα όταν δεν τους χρησιμοποιούμε. Κάθε φορτιστής που χρησιμοποιούμε (κινητού ή ασύρματου τηλεφώνου, διάφορων ηλεκτρικών συσκευών), ειδικά αν είναι παλαιού τύπου, μπορεί να μας κοστίζει 2-3 € το χρόνο και η χρήση του να συνεπάγεται την έκλυση 20-30 κιλών διοξειδίου του άνθρακα. Καλύτερα να τους βγάζουμε από την πρίζα. (Αυτό δεν το ήξερα αλλά και πάλι λες μαλακίες. Ο μόνος λόγος που βγάζω το καλώδιο είναι γιατί τις προάλλες μπερδεύτηκε το Σουλάκι και πήγε να πέσει).

10. Το καλοκαίρι βάζουμε ανεμιστήρα για να δροσιστούμε και αποφεύγουμε τη χρήση κλιματιστικού. Μέσα σε 30 μόνο μέρες εξοικονομούμε περίπου 60 € και μειώνουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 600-700 κιλά. (Καααααλά. Είσαι μαλάκας φίλε μου!! Εγώ χειμώνα-καλοκαίρι ανοιχτό το έχω το ερκοντίσιον! Κάτσε συ να ψοφήσεις! Εγώ θα το καίω μέχρι να καεί! Το πλήρωσα ρε, να μην το χρησιμοποιώ; Άεργος και μαλάκας και κομπλεξικός είσαι ρε φίλε; Τι είναι αυτά που λες;)

11. Η σωστή μόνωση του σπιτιού εξασφαλίζει δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα. Αποφεύγουμε έτσι τη χρήση ηλεκτρικού καλοριφέρ ή σόμπας. Αν τοποθετήσουμε διπλά τζάμια εξοικονομούμε 10% στο λογαριασμό της θέρμανσης. Αν επιπλέον αυτά έχουν θερμοδιακοπή χαμηλής εκπομπής, η εξοικονόμηση φτάνει το 20 – 30%. (Δεν έχω λεφτά ρε. Μόλις πήρα την πόρσε την καγιέν και δε μου περισσεύουν).

Φάτε σκατά Έλληνες και μην κάνετε τίποτα. Δε χρειάζεται.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

Ομολογώ.

Ομολογώ πως η διάθεσή μου τις τελευταίες μέρες, μήνες, χρόνια, αιώνες, δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Περίεργη να την πεις; Παράξενη να την πεις; Πες την όπως θες. Έξω θα πέσεις. Ομολογώ επίσης πως κάτι βρήκα να ομολογήσω, αλλά τώρα το ξέχασα. Είναι όπως όταν λες εξυπνάδες και το παίρνεις γραμμή ότι τις λες και τις τραβάς, τις τραβάς, τις εμπλουτίζεις, και στο τέλος δε θυμάσαι τι ήθελες να πεις. Καλά. Σήμερα όποιος καταλάβει τι θα πω, παίρνει το βραβείο Διάνοιας του Ιδρύματος «Δεν είδα, Δεν μίλησα, Δεν άκουσα».

Έχω αρχίσει να απογοητεύομαι. Αυτές οι μέρες είναι. Ναι, το ξέρω. Γιατί τις άλλες, αλληθωρίζεις, κρεμάς τη γλώσσα έξω από το στόμα, στραβώνεις τα πόδια και κάνεις το χαζό, άρα όλα είναι εντάξει και χαίρεσαι. Τώρα όμως, μ’ έχει πιάσει η μαλακία από την άλλη. Αυτή που στέκεσαι ίσια, με ορθωμένο το ανάστημα και σου πετάνε μαρούλια, ντομάτες, καρπούζια, ένα στύλο της ΔΕΗ και τρία φιρίκια. Γελάτε που λέω μαλακίες, σας παρακαλώ. Με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα.

Προχτές εκεί που έπινα καφέ, είδα ένα μετανάστη που πουλούσε ντουντούκες. Ενθουσιασμένη σηκώθηκα, πήγα προς το μέρος του και τον ρώτησα πόσο κάνει. 10€ μου είπε. Να σου δώσω 5€ του λέω; Όχι, μου λέει, 6€ το παίρνω από το μαγαζί. Να σου δώσω 6€ του λέω; Εντάξει, μου λέει. Πάω με χαρά να φέρω λεφτά, είχα 5€ και 20€ δεν είχα ψιλά. Παίρνω το 5ευρω, πάω, του λέω, δεν έχω 6€ θες 5€; Όχι, μου λέει. Σε παρακαλώ... του λέω. Όχι, μου λέει. Πάω πάλι, χαλάω το 20άρι, του δίνω ακριβώς, παίρνω ντουντούκα, χαίρομαι.

Ο καλός μου, μου είπε πως έκανα μαλακία που έκανα παζάρια στον μετανάστη. Αυτό ήταν. Όσο περνούσε η ώρα, η μέρα, το διήμερο, το τριήμερο, τόσο πιο άσχημα αισθανόμουν. Μεγάλη μαλακία έκανα, το ομολογώ. Δεν πρόκειται ποτέ ξανά στη ζωή μου, να κάνω παζάρι σε μετανάστη που πουλάει κάτι στο δρόμο. Το ορκίζομαι. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το ξανακάνω. Ποτέ των ποτών. Όχι. Ας μην αγοράσω αυτό το κάτι, αν μου φαίνεται ακριβό. Αλλά παζάρι, δεν ξανακάνω. Αγοράζω ότι κλαπαρχιδιά μου πουλάνε τα κωλομάγαζα που τα έχουν ράψει ως επί το πλείστον σκλάβοι σε φρικτές συνθήκες εργασίας, με 20 δολάρια το μήνα μισθό -στην καλύτερη- και όχι παζάρι δεν τολμώ να κάνω, λέω κι ευχαριστώ και στο μετανάστη που ήρθε κολυμπώντας, περπατώντας, γαμιώντας από τη χώρα του, μένει με άλλους 5-10-20 σε ένα δωμάτιο, δεν έχει ασφάλιση, τον υποτιμούν και τον βρίζουν όλοι, κάνω παζάρι και τον παρακαλώ να μου κόψει; Πόση μαλακία με δέρνει; Πόσο ξεφτίλας είμαι και τι επεισόδια έχω χάσει σ’ αυτή τη ζωή εγώ που νομίζω πως δεν χάνω τίποτα; Κοιμήσου ευλογημένη, Ο Θεός είναι μαζί σου, αμήν.

Γι’ αυτό είμαι απογοητευμένη. Ξέρετε πόσα λάθη κάνουμε καθημερινά; Μα πόσα; Εις βάρος πολλών ψυχών. Εις βάρος της φύσης. Δεν ξέρετε. Και δε θέλετε να σκεφτείτε. Κάποιοι. Γιατί αν σκεφτείτε, θα απογοητευτείτε όπως εγώ και δε θα μπορείτε να κάνετε τις δουλειές σας και μαλακία θα γίνει. Ώχου... άρχισε πάλι. Δεν σας αρέσει; Τον πούλο τώρα, τραβάτε από δω. Δηλαδή όλοι έχετε δικαίωμα στη μαλακία ενώ εγώ όχι; Ναι, είμαι μαλακισμένη, χαβούζα, για φτύσιμο, αλλά η μαγκιά μου είναι ότι το ξέρω και θλίβομαι βαθιά γι’ αυτό. Και τι κάνω η μαλακισμένη; Προσπαθώ να το αλλάξω. Το θέμα όμως είναι πως κάνουμε τόσες μαλακίες που όσο κι αν προσπαθήσουμε, δε θα καταφέρουμε να τις εξαλείψουμε όλες... εντάξει, τι να γίνει; Τίποτα. Αυτό που γίνεται τόσους αιώνες. Τίποτα. Υπερβάλλεις. Το ξέρω, είναι στο αίμα μου. Σίγουρα κάτι γίνεται. Αν δεν υπήρχαν οι πόλεμοι, δεν θα υπήρχαν οι αντιδράσεις, η τέχνη, οι διαφορετικές φωνές, αν δεν υπήρχε έρωτας, δε θα υπήρχαν οι ερωτικές ιστορίες ούτε ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, αν δεν υπήρχε φαντασία δεν θα υπήρχαν τα παραμύθια και ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν θα ήταν ένας ψαράς που μαζί με την κακαβιά, θα ψάρευε και κακάδια από τη μύτη του. Άρα, καλά κάνουν και υπάρχουν και οι παλιομαλάκες μαζί με τους άλλους. Οι άλλοι βέβαια, συνήθως εκεί που κάτι πάνε να κάνουν, οι μαλάκες τους τρώνε λάχανο, αλλά όλο και κάποιος ξεφεύγει και τσουπ! κάνει τη διαφορά και χαίρονται από κάτω οι υπόλοιποι και παίρνουν θάρρος, κάτι πάνε να κάνουν, τους τρώνε, περισσεύει ένας και πάμε πάλι από την αρχή.

Τη γριά έβλεπα, αυτή τη θεά, τη Ντόρις Λέσινγκ που πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τι θεά! Σαν τη βάβω που πλέκει σεμεδάκια στο χωριό, με μόνη διαφορά την οπτική τους γωνία. 7.000 μοίρες η μία, 2 η άλλη. Δεν τρέχει, γιατί η βάβω με τα σεμεδάκια, μπορεί να σου πει κάτι ιστορίες που δε θα χορταίνεις να ακούς. Η άλλη, στις λέει πιο κυριλέ, πιο ιντελεκτουέλ που λέμε και στα ελληνικά. Όχι, δεν έχω διαβάσει βιβλίο της, δεν ξέρω πως γράφει. Η φάτσα της με συνεπήρε, που ήταν σαν χαροκαμένη μάνα που ράβει κάλτσες στο γιο της που πάει στον πόλεμο. Που ήταν οι δημοσιογράφοι με τις κάμερες και τις φωτογραφικές από πάνω της και αυτή καθόταν στο σκαλοπάτι μπροστά στο σπίτι της, με τη ρόμπα της και τα χέρια σταυρωμένα και τους κοίταζε, σε φάση ‘τι έγινε ρε παιδιά τώρα;’ Την αγάπησα, με συγκίνησε. Γι’ αυτό δεν πρέπει να κρίνεις από τη φάτσα. Είναι λέει ο άλλος κουστουμαρισμένος και έχει τη δουλειά του, κύριος. Μπράβο. Κι από εγκέφαλο; Μηδέν. Μπορεί να είναι και γαμώ, δεν έχει να κάνει. Δεν κρίνεις είπαμε. Τα έμο λέει, τα τρέντι, οι κάγκουρες και τα τριχωτά μου αρχίδια. Κουνάω τόσο πολύ το κεφάλι μου κάθε μέρα όταν τα ακούω και τα βλέπω αυτά, που έχω καταντήσει σαν τα σκυλάκια που είχαν πιο παλιά στα αυτοκίνητα, στο καπό με το κεφάλι ντάγκα-ντούγκα πάνω-κάτω.

Απελπισία. Μαλακία. Και πρέπει να βρεις τη χαρά να δημιουργήσεις, να ελπίσεις, να φανταστείς, να κλάσεις και να το φχαριστηθείς. Να ξεχάσεις τα πρέπει, να ζήσεις σε μια μπουρδελόχωρα και να πεις ‘σκάσε, ή φύγε’. Ομολογώ πως δεν ξέρω τι μου γίνεται.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Πώς πέρασα τις γιορτές.

Καλημέρα δάσκαλε. Δεν ξέρω τι βαθμό θα μου βάλεις στην έκθεση αλλά μου αξίζει ένας καλός γιατί έχω πολλά νεύρα. Πρώτα από όλα, δε θέλω που ήρθα σχολείο. Δε μου αρέσει. Εσένα σε συμπαθώ γιατί έχεις καράφλα όπως και ο μπαμπάς μου. Και τα παιδιά τα συμπαθώ, εντάξει όχι όλα, αλλά βαριέμαι. Πάλι πρέπει να ξυπνάω νωρίς, πάλι πρέπει να κουβαλάω την τσάντα που είναι οχτακόσια κιλά, πάλι να διαβάζω, πάλι τα ίδια και δε θέλω σου λέω.

Αυτός ήταν ο πρόλογος. Σίγουρα δεν σου άρεσε αλλά εγώ έπρεπε να στα πω. Τώρα θα αρχίσω την έκθεσή μου.

Τις γιορτές πέρασα καλά αν και νευρίασα πολλές φορές και συχνά. (Δεν ξέρω αν μπορώ να πω «πολλές φορές» και «συχνά» μαζί, αλλά δεν έχω μαζί μου τη γραμματική, ούτε τη γλώσσα, ούτε το συντακτικό. Κοιμόταν ο σκύλος πάνω στο μπουφάν μου που από κάτω είχα τα βιβλία και δε σηκωνόταν με τίποτα, βαρούσε και την κόρνα το σχολικό και έφυγα και δεν τα πήρα. Ούτε το μπουφάν. Γι’ αυτό άμα με εξετάσεις σήμερα και δεν ξέρω και αν αρρωστήσω και λείψω, να ξέρεις πως φταίει ο σκύλος).

Τις γιορτές που λες, νευρίασα πολύ με τους γείτονες. Ο σκύλος της από πάνω γάβγιζε τόσο πολύ μέχρι που άρχισε να βήχει και ο δίπλα δεν πήγε πουθενά κι έβλεπε όλη μέρα τηλεόραση μιλώντας στο δικό του σκύλο. Ο πιο δίπλα έκανε θόρυβο και άκουγε μουσικές δυνατά. Νομίζω πως εκτός από μας, όλοι οι υπόλοιποι είναι τρελοί. Για να σου αποδείξω ότι λέω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, μια μέρα η μαμά μου, μου είπε: Γιατί να είσαι ένα ήσυχο παιδάκι; Θες να ουρλιάξεις λίγο να ενοχλήσουμε κι εμείς; Και γω της είπα πως δεν μπορώ γιατί έχω διάβασμα. Η μαμά μου εντυπωσιάστηκε γιατί νόμιζε πως διάβαζα μαθήματα αλλά εγώ διάβαζα ένα παλιό Μπλέικ του μπαμπά που ήταν πολύ ωραίο. Τώρα κάτι Μανίνες, Κατερίνες και Πάττυ που έχει η μαμά, ούτε να τις ακουμπήσω δε θέλω. Της αφήνω για την αδερφή μου.

Τις γιορτές, φιλοξενούσαμε την ξαδέρφη μου. Μου την έσπασε χοντρά σε κάποια φάση, γιατί είχε τελειώσει το Κρουαζιερόπλοιο Πόλι Πόκετ κι έπαθε κρίση και φώναζε και μου’ ρθε να την πλακώσω. Σταμάτα μωρή της λέω (συγνώμη για το μωρή αλλά είναι η μόνη βρισιά που μου επιτρέπεται, ίσως γιατί δε με έχουν πάρει χαμπάρι όταν τη λέω. Μια φορά είπα καλά, είσαι μαλάκας; στο φίλο μου το Λευτεράκη και η μαμά μου με κοίταξε τόσο άγρια που μου κόπηκαν τα κακά για 2 μέρες), άλλα παιδάκια πεινάνε και τα τρώνε οι μύγες και συ κάνεις έτσι για το Κρουαζιερόπλοιο; Η ξαδέρφη σταμάτησε το κλάμα, με κοίταξε και γω βρήκα ευκαιρία και της έφερα ένα περιοδικό που είχε φωτογραφίες από εμπόλεμες ζώνες (έτσι λένε τις περιοχές που γίνεται πόλεμος) και αυτή μόλις είδε τα παιδάκια με τα κομμένα χέρια και πόδια, έβαλε ξανά τα κλάματα και ζήταγε τη μάνα της. Εγώ της είπα ότι η μάνα της είναι ταξίδι και την παράτησε σε μας για τις γιορτές μπας και ξεκουραστεί λίγο κι αυτή άρχισε να κλαίει ακόμα πιο δυνατά. Στο σημείο αυτό σκέφτηκα πως μερικοί άνθρωποι, δεν είναι τόσο ώριμοι, όσο άλλοι.

Τις γιορτές όλος ο κόσμος είναι έξω. Αυτό δε μου αρέσει και πολύ γιατί έτσι όμως είμαι μικρός, δε με βλέπουν και με παίρνουν σβάρνα. Δεν ξέρω τι σημαίνει σβάρνα, αλλά όταν ρώτησα τι σημαίνει, η μαμά μου είπε παραμάζωμα. Ούτε παραμάζωμα όμως ήξερα τι σημαίνει και ξαναρώτησα και μου είπε πως με παρασύρουν. Τότε της είπα πως μπορούσε να μου το πει από την αρχή και αυτή κοκκίνισε. Καμιά φορά νομίζω πως τα παιδιά είναι εξυπνότερα από τους μεγάλους αλλά δε θέλω να το σκέφτομαι γιατί αυτό σημαίνει πως κι εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω χαζός και θα λέω βλακείες και δε θέλω καθόλου. Τέλος πάντων. Τις γιορτές που λες, είναι όλος ο κόσμος έξω και παρκάρει όπου να’ ναι, για να βγει από το αμάξι να κάνει τα ψώνια του και να με παρασύρει! Είναι πολύ ντροπή αυτό! Δεν μπορείς να περάσεις από τα πεζοδρόμια με τίποτα! Σκασίλα τους αυτοί! Άσε τους άλλους! Αυτοί που πετάνε κανονικά σκουπίδια στους κάδους ανακύκλωσης, τους είδα! Προχτές, ήμουν μαζί με τη μαμά έξω από το σούπερ μάρκετ, πηγαίναμε καμαρωτοί-καμαρωτοί να πετάξουμε μαζί την μεγάλη σακούλα με τις εφημερίδες, τα πλαστικά κι ένα σωρό άλλα και ξαφνικά η μαμά, με αφήνει από το χέρι και βουτάει η μισή μέσα στον κάδο! Έμεινα ξερός! Τη ρωτούσα τι κάνει εκεί, αυτή όμως δεν απαντούσε, μιλούσε μέσα από τα δόντια της (μάλλον έβριζε) και πέταγε σακούλες από τον μπλε κάδο, στον κανονικό. Μόλις τελείωσε, με άρπαξε από το χέρι και με έσυρε κοντά σε ένα κύριο που δούλευε στο σούπερ μάρκετ και του είπε πως ο μπλε κάδος δεν είναι να πετάνε μαρούλια και ντομάτες και αυτός της είπε πως γεμίζει ο ένας κάδος και γι’ αυτό τα πετάνε στον άλλο. Η μαμά του είπε πως ο κάδος είναι άδειος και άρα δεν έχει νόημα αυτό που της λέει όπως επίσης, υπάρχουν άλλοι 3 κάδοι για σκουπίδια στα 10 μέτρα. Ο κύριος την κοίταζε σαν ούφο και η μαμά με έσυρε πάλι μακριά μιλώντας μέσα από τα δόντια της. Να! Αυτά τώρα, δε μου αρέσουν για γιορτές! Όπως το άλλο που άκουσα τυχαία. Θα κλείσει λέει το μετρό από την Εθνική Άμυνα προς το Αεροδρόμιο από το Μάρτιο για 6 μήνες. Έκατσα και υπολόγισα μέχρι πότε θα είναι αυτό και είδα ότι θα είναι κλειστό μέχρι το Σεπτέμβριο. Είχα απορία πως θα πηγαίνουν στο αεροδρόμιο οι τουρίστες το καλοκαίρι και η μαμά μου, είπε με τον προαστιακό, το ταξί και το λεωφορείο. Δεν ικανοποιήθηκα από την απάντηση γιατί μια φορά που πήραμε τον προαστιακό να πάμε τρεις στάσεις, κάναμε μιάμιση ώρα. Το ξέρω, γιατί έχω ένα φοβερό ρολόι κάζιο που αναβοσβήνει, κάνει ένα σωρό πράγματα, θα σου τα πω άλλη φορά, και το κοιτάω συνέχεια. Ταξί πάλι, είναι πανάκριβο. Το ξέρω, γιατί έχουμε πάρει και η μαμά μουρμούριζε μέχρι να μπει στα Ντιούτι Φρι και να ξεχαστεί. Το λεωφορείο είναι καλό αν εξαιρέσεις ότι γίνεται χαμός μέσα και μπορεί να αργήσει αν βρει κίνηση. Το μετρό είναι το καλύτερο! Αν κι αυτό με έχει νευριάσει τελευταία γιατί περιμένουμε και δέκα, και είκοσι λεπτά να έρθει! Η μαμά λέει πως ζούμε σε «δέλο» γι’ αυτό γίνονται όλα αυτά αλλά εγώ δεν έχω καταλάβει τι εννοεί και δεν τη ρωτάω γιατί όταν το λέει, είναι πολύ θυμωμένη. Αμ το άλλο; Άκουσα πως θα πετάνε λύματα στον Κηφισό και ρώτησα τη μαμά τι σήμαινε η λέξη λύματα, και μου είπε ότι πετάνε σκουπίδια στο ποτάμι με τις ευλογίες του κράτους. Ποιο κράτος, τι ρώτησα και μου είπε έλα ντε. Δεν κατάλαβα, ένιωσα όμως πως είναι κάτι λυπητερό. Τι άλλο να σου πω. Εντάξει. Οι γιορτές καλές είναι γιατί έχουν πολύ φαί και είμαι πολύ ευχαριστημένος αν και προσέχω τη σιλουέτα μου. Ξέρω όμως πως πολλά παιδάκια στον κόσμο δεν έχουν ούτε νερό να πιουν κι όταν τρώω σα γουρούνι, το σκέφτομαι καμιά φορά και μου κόβεται η όρεξη. Επίσης, ξέρω πολύ καλά πως ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει (μου το είπε ο αντιπαθητικός ο γιος του περιπτερά αλλά το κατάλαβα και μόνος μου γιατί είδα σε πολλά μαγαζιά να πουλάνε στολές) και δεν ξέρω πως να το πω στους γονείς μου. Όχι τίποτα άλλο, αλλά λυπάμαι τον καημένο τον μπαμπά που ντύνεται με τη στολή του Άη Βασίλη και τρέχει στα μπαλκόνια και προσέχει να μην τον δούμε και κάνει Χο Χο Χο, αλλά από την άλλη, χαίρεται η αδερφή μου που είναι μικρή και λέω άσε, ας μη μιλήσω προς το παρόν.

Τι άλλο να σου πω για τις γιορτές; Α! Άνοιξα μπλογκ! Έχει η μαμά μου ένα και είπα να ανοίξω κι εγώ. Θα το κλείσω όμως για να ασχοληθώ με τα μαθήματά μου και όταν μπαίνουν βλάκες, θα βάζω τη μαμά μου να απαντάει που ξέρει απ’ αυτά. Να, προχτές, μπήκε ένας και με είπε «αγάμητη» που δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά κατάλαβα ότι είναι ηλίθιος γιατί νόμιζε πως είμαι γυναίκα. Αυτό το κατάλαβα λόγω της κατάληξης σε -η. Έγραφα για τα περιστέρια που κάνουν τα κακά τους παντού και δεν τα συμπαθώ κι αυτός με είπε έτσι. Άντε τώρα βγάλε άκρη! Την άλλη φορά έγραφα για τα δέντρα που αγαπώ και που κάηκαν στην Πάρνηθα και στην Ηλεία και όλοι το ξέχασαν και κανείς δεν το συζητάει πια και κάποιος μου έγραψε πως η φύση ακολουθεί το δρόμο της και πως οι άνθρωποι δε μπορούν να της κάνουν κακό και πως αυτή ξέρει. Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα! Δηλαδή, δεν πειράζει να καίμε τα δάση; Ούτε να πετάμε λύματα στα ποτάμια; Και πως θα αναπνέουμε; Πώς θα ζούμε; Θα πεθάνουμε; Ίσως αυτό εννοεί ο κύριος. Ίσως όμως ο κύριος να είναι ηλικιωμένος. Εγώ που είμαι 8 χρονών, δε θέλω να πεθάνω! Άσε που θέλω να παντρευτώ τη Σ. (δε σου λέω όνομα γιατί είναι συμμαθήτριά μου και άμα το μάθει θα γίνω ρόμπα. Θα της το πω όταν θα είμαι έτοιμος) και να κάνω παιδιά! Πώς θα κάνω παιδιά άμα ξέρω πως θα πεθάνουν επειδή εγώ πετούσα σκουπίδια και δεν προστάτευα τη φύση; Ωχ, δάσκαλε, πονάει το κεφάλι μου άμα κάνω τέτοιες σκέψεις! Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα και προτιμώ να τελειώσω την έκθεση (γιατί χτυπάει και το κουδούνι σε λίγο) και να παίξω ένα 5x5 με το Μάριο, τον Ιάσονα, το Νικόλα και τον Ραφαέλο απέναντι στους Τάσο, Γιώργο, Γιάννη, Λάμπρο και Μπάμπη. Θα τους σκίσουμε, έλα να δεις!

Δάσκαλε σου εύχομαι χρόνια πολλά, να ζήσεις και να μας μαθαίνεις όμορφα πράγματα! (Μόνο πρόσεχε καμιά φορά, όταν έχεις φάει το μεσημεριανό σου, να καθαρίζεις τα δόντια σου, γιατί σου μένουν φαγητά και τα φτύνεις πάνω μας).

Σε φιλώ, Λουκάς.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

Ανώνυμοι.

Επειδή μου έχουν ζαλίσει τα αρχίδια κάτι ανώνυμοι που ψάχνουν να γαμήσουν τη θεια τους και πέφτουν πάνω μου και ξενερώνουν, εμπόδισα στα σχόλια τη χρήση από αυτούς. Αν κάποιος από εσάς που είστε καλοί άνθρωποι, ευγενικοί και δεν σκέφτεστε κακό για άνθρωπο, θέλετε να μου αφήσετε σχόλιο και δε μπορείτε, βρείτε ένα τρόπο να μου το πείτε, σας παρακαλώ... Δε θα επιτρέψουμε στους ανώνυμους ανώμαλους κωλοβαρεσάκιδες να μας κόψουν την επικοινωνία... άντε γιατί α!

...πάτε και από το εξοχικό να δείτε ένα βίντεο να πεθάνετε στο γέλιο... εγώ έκλαιγα...

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Το αριστοκρατικό στομάχι.

Μέσα στο πνεύμα των Χριστουγέννων είμαστε, γιατί να το κρύψομεν άλλωστε; Γι’ αυτό, όποιος σιχαίνεται, να μη διαβάσει παρακάτω.

Ο εβραίος λέει, κίνησε να πάει στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο. Έτσι λέει η παροιμία. Παροιμία είναι, γνωμικό είναι, δεν ξέρω. Δεν είμαι σε κατάσταση να σκεφτώ αυτή τη στιγμή, συγχωρήστε με. Ο εβραίος πάντως, ή μαλάκας ήτανε ή γκαντέμης γιατί άλλη εκδοχή δεν έχω. Μαλάκας γιατί δε ρώτησε τι μέρα είναι, ή γκαντέμης, γιατί δεν τράβηξε π.χ. η γυναίκα του μια σελίδα από το ημερολόγιο, είδε αυτός Παρασκευή και τραβήχτηκε τσάμπα δρόμο. Τώρα τι μας τα λες όλα αυτά, θα μου πείτε. Τα λέω γιατί ενώ δεν είμαι εβραίος ούτε πάω σε παζάρια εκτός φυσικά αν είμαι σε κανένα Λονδίνο, Βερολίνο κλπ, πακετώνομαι πηγαίνοντας στα λάθος μέρη τη λάθος στιγμή. Εντάξει, όχι πάντα, αλλά είναι γιορτές ρε γαμώτη, δεν έπρεπε όλα να είναι και γαμώ; Τι λες ρε μαλάκα, θα μου πείτε, όλα μέσα στη ζωή είναι. Σε διαφήμιση παίζεις; Χέστε με ρε! Στο θέμα μας!

Γιατί λοιπόν, ενώ δεν είμαι εβραίος, ούτε τελικά ξέρω αυτόν τον πούστη τον Μέρφυ, όσο κι αν λέω πως είναι συγγενής μου, μου συμβαίνουν συνέχεια μαλακίες ξενερώματα; Δεν ξέρω. Ίσως γιατί αλήθεια λέτε, όλα μέσα στη ζωή είναι. Χριστούγεννα, γιορτές, χαρά ευτυχία, και όλος ο κόσμος είναι άρρωστος. Τι ωραία! Όλοι φτύνουν, βήχουν, κλάνουν, έχουν πυρετό και είναι ζοχαδιασμένοι. Εγώ; Όταν πήγα στο Κιλκίς κρύωσα, μετά καλά. Καλά; Είσαι καλά; Τώρα θα δεις, είπε ο Μέρφι κι επέστρεψε. Αυτός νομίζω πως με γουστάρει τελικά ή τη βρίσκει με τον τρόπο που τα λέω. Άλλο λόγο δε βρίσκω να έχει κολλήσει με την πάρτη μου τόσο πολύ.

Ας μπούμε στο θέμα γαμώ την πολυλογία μου.
Την Παρασκευή λίγο πριν τα Χριστούγεννα, για τους περισσότερους ανθρώπους ξεκίνησαν οι διακοπές. Ευκαιρία για μένα λοιπόν, να δω τους φίλους μου που δε θα δούλευαν 75 ώρες το 24ωρο. Ναι ε; Εδώ κολλάει αυτό με τον εβραίο. Θες να δεις τους φίλους σου; ΟΚ. Συνεργασία εβραίου με Μέρφυ εναντίον Κωλόγριας, αποτέλεσμα 1-0. Σιγά μη νικούσα. Και βέβαια μου έχουν πει να μην παίζω με τα σίδερα αλλά εγώ είμαι στραβόξυλο και αντιδραστικό στοιχείο.
Πήγαμε που λέτε, εκείνη την Παρασκευή το βράδυ με μια φίλη μου, θέατρο. Μια μαλακία και μισή. Κρύωνα μέσα στο θέατρο, βαριόμουν, υπέφερα, ήθελα να βαρέσω τον ηθοποιό, γελούσα σε άσχετα σημεία (μέσα από τα δόντια μου φυσικά, είναι ανεπίτρεπτο να ενοχλείς τους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους θεατές!) αλλά τουλάχιστον έβγαλα το εξής απόφθεγμα: «Ώρες-ώρες είμαι τόσο κενή... σαν ένα καζανάκι που μόλις έχει αδειάσει». Μα δεν είναι καταπληκτικό; Αυτό μου ήρθε, γιατί άκουγα και δεν καταλάβαινα τίποτα, έλεγε και κάτι για νερά εκείνη την ώρα, ε, δεν ήθελε πολύ να δημιουργηθεί ο συνειρμός. Εντάξει, λέω, είσαι βλάχα κοπέλα μου, τράβα στη στάνη σου και μόκο. Αντί όμως να πάω στη στάνη μου όταν τελείωσε η μαλακία, πήγαμε για φαί στα Εξάρχεια. Πάμε λοιπόν στο Food Company, τρώμε μακαρόνια και παίρνουμε στη μέση μια πατατοσαλάτα. ΟΚ μέχρι εδώ; ΟΚ.

Μασαμπουκιάζουμε, ντερλικώνουμε, πριζόμαστε, πες το όπως θες, τελειώνουμε τη μάσα, πάμε σπίτια μας. Ωραία; Ωραία. Παρένθεση εδώ παρακαλώ. (Τι το θες μωρή Κωλόγρια χαβούζα, βόθρε, το φαί νυχτιάτικο; Αφού δεν πεινούσες! Αλλά τέτοια χαβούζα είσαι! Δεν μπορούσες να πας σπίτι σου να φας ένα μηλαράκι; Όοοοχι!) Πάω σπίτι, έχει στην ΕΤ1 τους Υπαλλήλους. Τζετ. Πυτζάμες, ξάπλες... ψωλόκρυο. Μιλάμε για τρελό κρύο. Φυσούσε μέσα στο σπίτι. Βόρειος Πόλος. Γιατί; Γιατί δεν πληρώνουν τα κοινόχρηστα καλό μου, γι’ αυτό! Βάζω 4 πουλόβερ και 8 κουβέρτες, τυλίγομαι μέχρι τα μάτια, προσπαθώ να αφήσω έξω από τις κουβέρτες τα αυτιά μου να ακούω, κρύωναν τα αυτιά μου, έβαζα τα μαλλιά μου στα αυτιά, με γαργαλούσαν, ταλαιπωρία, μην το συζητάτε. Βολεύομαι τέλος πάντων, ξαπλαρώνω και απολαμβάνω ταινία. Κατά τη διάρκεια του έργου όμως, κάτι με ενοχλούσε. Πολύ με ενοχλούσε. Με ενοχλούσε ιδιαιτέρως. Όχι, δεν ήταν από μέσα, απ’ έξω ήταν. Τεντώνω τ’ αυτιά μου και ακούω βββββββββββ.... ΒΒΒΒΒΒββββ..... ένα γαμημένο βουητό. Συνεχόμενο, ενοχλητικό, σπαστικό, έτοιμο να με κάνει από άγγελο, δολοφόνο. Σηκώνομαι. (Μην ξεχνάτε το ψωλόκρυο. Δεν έπρεπε να σηκωθώ. Ήταν μεγάλη μαλακία να σηκωθώ γιατί άντε να ξαναζεσταθώ). Προχωράω δυο μέτρα, το μισό μου σπίτι να τρέμει. Είχε το ερ κοντίσιον ο δίπλα. Μάλιστα. Κάνω υπομονή, σκέφτομαι πως του το έχω πει και να το φτιάξει, στα αρχίδια του τα καμαρωτά. Ώρα: 2 παρά. (Σύμπαν, Μέρφυ, εβραίος, έχουν σκιστεί στο γέλιο). Στεγνά, πάω με τα σώβρακα (πυτζάμες εννοώ) του το λέω, ναι εκείνη την ώρα, το κλείνει. Όχι δεν έβρισα, καλές σχέσεις έχουμε. Τον βρίζω από πίσω του.

Το κλείνει το μπουρδέλο. Ξαπλώνω. Τρέμω από το κρύο. Άντε ξανά μανά να ζεσταθώ. Έχω ψιλοχάσει και τη σκηνή που η πρώην γκόμενα του υπαλλήλου στα ψιλικά, νομίζει ότι κάνει σεξ μαζί του στην τουαλέτα και τελικά το κάνει με έναν που έχει πεθάνει ενώ τον έπαιζε διαβάζοντας πορνοπεριοδικά και σπάζομαι λιγάκι αλλά δεν πειράζει, την έχω ξαναδεί την ταινία 3-4 φορές. Τελειώνει η ταινία, δε νύσταζα. Ζάπινγκ, τελεμάρκετινγκ, τσόντες του κώλου... αχά! Ο Άγιος Βασίλης είναι Μεγάλη Λέρα στον Άλφα. Τζετ. Στρώνομαι και αρχίζω να βλέπω. Κάτι όμως με ενοχλούσε. Κάτι με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Ββββββββ.... βββββββββββ..... ένα γαμημένο βουητό. Σοκάρομαι. Όχι ρε πούστη! Το ξανάνοιξε έτσι στεγνά; Σοκ! Δέος! Αποκάλυψη! Όχι, όχι, όχι, τον αδίκησα! Ήταν το ερ κοντίσιον του απέναντι! Κρύωνε μωλέ και το άνοιτσε! Τώρα αν γαμεί τα νεύρα του κόσμου, ζεν πειλάζει. Όλοι ζώα είναι άλλωστε.

Τι να κάνω; Να αρχίσω να πετάω γλάστρες απέναντι; Πέτρες δεν έχω στο μπαλκόνι. (Να μια ωραία αποστολή: την επόμενη φορά που θα πάω σε παραλία με πέτρες, να μαζέψω μερικές να φέρω). Έκατσα και το λούστηκα. Ώρα; 3 και. Άρχισα να νυστάζω. Να ψιλογλαρώνω και να ακούω και το βουητό λες και ήμουν σε κλαμπ. Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Τι να κάνω; Ή θα ρωτάω γιατί ή θα κοιμηθώ. Ζεν, Ομ, Διαλογισμοί, κοιμήθηκα. Για 2 ωρίτσες μωρέ. Θες παραπάνω να νιώσεις καλά; Όχι βρε, τι λες τώρα; 2 ωρίτσες, 3 με 5 το πρωί, είναι γαμώ! Ξυπνάς, πας για τζόκινγκ, μαγειρεύεις 4-5 φαγητά, κάνεις αποτρίχωση, μάσκα, πιστολάκι, μανικιούρ-πεντικιούρ, πας βόλτα στα μαγαζιά, μια χαρά. Τόσες ώρες έχεις μπροστά σου! Αυτή είναι η οπτική ενός υπεραισιόδοξου ανθρώπου. Ενός, κάποιου, αλλουνού, όχι η δική μου. Γιατί ξύπνησα τρέμοντας από το κρύο, (τι να φορέσω πια ρε γαμώ την κοινωνία μου;; Το στρώμα;) και με φρικτούς πόνους στο στομάχι. Εντωμεταξύ, άμα έχεις κοιμηθεί μόνο 2 ώρες και κάτι έχει αρχίσει να σε ενοχλεί, δεν είσαι σε θέση να το συνειδητοποιήσεις, δεν το δέχεσαι, λες βαθιά μέσα σου «όχι, αποκλείεται, δεν είναι αλήθεια» και συνεχίζεις την προσπάθεια να σε πάρει ο ύπνος. Ο Ύπνος όμως, πίνει ουίσκια με τον Μέρφυ, το Σύμπαν και τον εβραίο και με έχει κλάσει. Οπότε, οι μόνοι παρόντες εκείνη την ώρα, 5 το πρωί ξαναλέω, ήταν το Κρύο και ο Πόνος. Μιλάμε για πολύ κρύο και πολύ πόνο. Προσπαθώ να αγνοήσω την κατάσταση για μία ώρα περίπου. Όχι συνειδητά. Γυρνούσα στο κρεβάτι βογκώντας, μη δεχόμενη την απόλυτη ήττα. 6 η ώρα σηκώνομαι, με γαμώ τους πόνους στο στομάχι. Να προσπαθώ να κλάσω μπας και γίνει τίποτα, τζίφος. Ήξερα κάποτε έναν άνθρωπο, γιατρός ήταν μάλιστα, που όποτε ήθελε έκλανε. Φοβερό! Τι άντερα είχε αυτός ο άνθρωπος, δεν μπορώ να καταλάβω. Εκείνη την ώρα τον θυμήθηκα και τον ζήλεψα. Μια κλανιά, θα μου έλυνε το πρόβλημα. Τίποτα. Μόνο πόνος, κρύο, σκάει και η ζάλη! Μη χάσει! Σκέφτομαι τι να κάνω. Δεν έχω και τίποτα σπίτι να πάρω, φάρμακα δε γουστάρω, το μόνο που έχω είναι μαστίχα Χίου σε σκόνη που ξέρω πως ένα κουταλάκι του γλυκού με νερό σου φτιάχνει το στομάχι. Αλήθεια είναι αυτό γιατί το έχω ξανακάνει το τεστ. Τρώω τη μαστίχα, πάω να ξαπλώσω, σκατά κι απόσκατα. Η μαστίχα σου κάνει καλό αν έχεις καμιά νεύρωση, όχι άμα έχεις φάει σκουπίδια. Αυτό δεν το σκέφτηκα. Να κάθομαι στο κρεβάτι, να μην μπορώ να γυρίσω ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, παρά μόνο να κάθομαι σα νεκρή. Εγώ όμως ανάσκελα και με πόνο στο στομάχι, δε μπορώ να κοιμηθώ. Το βουητό, βουητό και το κρύο-κρύο. Σαν τα σύκα με τη σκάφη. Σετ. Πάει 7, αρχίζουν να βαράνε οι καμπάνες στο γάμο του καραγκιόζη. Υποψιάζομαι πως ο παπάς που τις έχει ρυθμίσει, δε θέλει να φέρει κόσμο, θέλει να διώξει και για την ακρίβεια, θέλει να του ξηλώσουν το καμπαναριό κι επειδή δεν μπορεί να το κάνει ο ίδιος γιατί θα τον κράξουν, έχει βρει τρόπο να φέρει κάποιον να του κάνει τη χάρη. Για να δούμε. Ντάγκα ντούγκα οι καμπάνες, το βουητό, ο πόνος, η ζάλη, ξεκινάει και ο σκύλος από πάνω. Ποδοβολητό, βουητό, καμπάνες, πόνος, ζάλη. Ύπνος, Σύμπαν, Μέρφυ, εβραίος, έχουν κατουρηθεί να γελάνε. Τους άκουγα σα βουητό. Σε κάποια φάση, οι καμπάνες σταμάτησαν και το βουητό χαμήλωσε λίγο σε ένταση λόγω της μέρας που ξυπνάει τον κόσμο και ξεκινούν κι άλλοι θόρυβοι, φυσιολογικοί, αλλά το κωλόσκυλο, ο πόνος και η ζάλη, δε λένε να με αφήσουν. 8 η ώρα. Ουίζεται το σκυλί του δίπλα, το από πάνω τρέχει σα μανιακό, η γαμιόλα από πάνω αρχίζει να πλένει το μπαλκόνι ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου και γω να πεθαίνω στους πόνους. Αυτό ήταν. Παίρνω την απόφαση, σηκώνομαι, πάω στην τουαλέτα και πετάω την πρώτη ρουκέτα από πάνω. Δεν έχει κλανιά; Έχει εμετό! Και ιδού: Πατατοσαλάτα έτοιμη, αχώνευτη και αντιπαθητική. Ολόκληρη, όπως την έβαλα.

Εγώ; Πτώμα. Σκουπίδι. Για τα μπάζα. Σέρνομαι μέχρι το κρεβάτι, παίρνω τη μαμά μου τηλέφωνο μπας και με σώσει και μαθαίνω πως έχει πάει τη θεια μου στο νοσοκομείο. Ωραία. Δεν της λέω τίποτα. Τι να της πω; Μόνη λοιπόν, να μην μπορώ να εξυπηρετηθώ, ούτε να πάω στον καλό μου μπορώ, ήθελα να πάω βόλτα με τον κολλητό να κωλοβαρέσουμε και να δούμε 3D το Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη αλλά τελικά, θα κάτσω μέσα, να πετάω ρουκέτες, να ακούω βουητά, σκυλιά και μαλάκες να φωνάζουν και να γαμιούνται. Αλλά δε φταίει κανείς. Εγώ φταίω που είμαι γρουσούζα ε;

Ωραία πέρασε το Σάββατο. Με ρουκέτες, ζαλάδα και κρεβάτι. Και η Κυριακή. Τη Δευτέρα ντάξει. Και την Τρίτη. Την Τετάρτη, πάω με κάτι φίλους για καφέ στο Κολωνάκι. Πίνουμε τον καφέ, πα να φύγω, πεινούσα. Δεν παίρνω ένα σάντουιτς από το Έβερεστ; σκέφτομαι. Δεν έτρωγα καλύτερα από κείνη τη σκισμένη σακούλα δίπλα στα σκουπίδια με εκείνο το συμπαθητικό σκύλο να’ χω και παρέα; Παίρνω το σάντουιτς, πάω σπίτι. Κοιμάμαι, ξυπνάω μετά από 3 ώρες. Γαμώ την καταδίκη μου. Τσίρλα. Πυροβολισμοί με ταχύτητα μυδραλιοβόλου. Γαμώ τα βρώμικά μου φαγιά μέσα. Τι αριστοκρατικό στομάχι είναι αυτό ρε πούστη; Μόνο μπρικ και χαβιάρι πρέπει να τρώω; Ή κανά λαπά και πολύ μου είναι της φτωχιάς; Άσε που έχω χαλάσει ένα δάσος κωλόχαρτο, συν πόσο νερό. Με τι πια να καθαρίζομαι για να κάνω οικονομία; Με εφημερίδες; Και θα είναι ωραίο να γράφει ο κώλος μου για το ροζ βίντεο του Ζαχόπουλου; Ε, όχι, ποτέ!

Μετά από την απόφραξη πάνω-κάτω, η μόνιμη παρέα μου από τότε είναι ποιες άλλες; Οι κλανιές! Περνάει η απαστράπτουσα ομορφιά με το πανάκριβο άρωμα και φεύγοντας, μένει μια εσάνς βοθρατζίδικου. Ωραίο τώρα είναι αυτό; Όχι, αλλά τι να κάνω; Δε γαμιέται! Χρόνια πολλά κι Ευτυχισμένα με υγεία πάνω απ’ όλα ρεεε!

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

Καλή Χρονιά!

Κουράδες...
Μύξες...
Τσίρλες...
Μπινελίκι...
Γκρίνια...
Αγάπη...
Σκέψεις...
Πρήξιμο...

Πάλι τα ίδια η Κωλόγρια..!!!

Ας ελπίσουμε όλοι σε μια καλύτερη, νέα εποχή γιατί γκώσαμε!!

ΦΙΛΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!!! ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ!!! ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΦΑΡΔΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΝΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΦΡΟΝΙΜΙΤΕΣ (κι άμα φοράτε μασέλα ή τους έχετε βγάλει, δεν πειράζει, γελάτε εσείς!!)