Έχετε ακούσει για κείνες τις γαμομέρες που σου πάνε όλα στραβά; Τι; Έχετε ζήσει και σεις τέτοιες; Τι λέτε τώρα, αλήθεια;
Προφανώς έχετε ζήσει τέτοιες, εννοείται. Έχετε καταλάβει όμως ότι αποκλειστικά υπεύθυνοι είστε σεις για τις γαμομέρες σας; Όχι; Δεν πειράζει, και να το ξέρατε, πάλι δε θα μπορούσατε να κάνετε τίποτα. Γιατί άμα είσαι σε γρουσουζιά, σε έχει πιάσει η γκρίνια και η λύσσα, τότε όσο και να ξέρεις ότι πρέπει να χαμογελάσεις και να το πάρεις αλλιώς, δε μπορείς, η γκρίνια και η λύσσα έχουν νικήσει. Έστω προσωρινά, αλλά έχουν νικήσει.
Αυτές τις μέρες δε γουστάρω ρε παιδί μου πως το λένε. Δεν έχετε μόνο εσείς καράβια που πέφτουν έξω, έχω κι εγώ. Πήγα και για λέιζερ και πέρασα των παθών μου τον τάραχο, δεν αντέχεται αυτό το πράμα ρε πούστη μου τόσος πόνος, μα πραγματικά δηλαδή, με το καλό να μείνω άτριχη και θα κυκλοφορώ με το βρακί σε όλη την Αθήνα. Τότε θα δείτε όλοι ποια είμαι γιατί θα με μαζέψουν. "Στη φυλακή χαρούμενη γυναίκα χωρίς τρίχες. Δεν την νοιάζει που μπήκε φυλακή, αρκεί να μην την ντύσουν, ισχυρίζεται".
Σήμερα μιλάμε είμαι τόσο ταλαιπωρημένη που δεν μπορώ άλλο. Πηγαίνω σκυφτή, τόσο πονάω. Έχω κολλήσει και με ένα τραγούδι και το βάζω, το ξαναβάζω, πόσο ωραίο είναι.
Ξύπνησα νωρίς και ξεκίνησα να κάνω το σπίτι. (Εδώ έχουμε την πρώτη και βασική λάθος απόφαση. Όταν είσαι σκατά φίλε μου δεν κάνεις απολύτως τίποτα αν έχεις τη δυνατότητα. Αλλιώς, κάνεις τα απολύτως απαραίτητα. Το ξέρω εγώ αυτό; Βεβαίως! Και τι έκανα; Τα πάντα. Ενώ είχα τη δυνατότητα να μην κάνω απολύτως τίποτα).
Πολλά νεύρα. Αν ήμουν μπρούκλης θα έπαιρνα γυναίκα να κάνει το σπίτι. Τώρα παίρνω εμένα. Πάω στο κινητό, παίρνω στο σταθερό μου (ή ανάποδα), με ζητάω ευγενικά, με δίνω, μου μιλάω, μου κλείνω ραντεβού, έρχομαι και καθαρίζω. Κι όλα αυτά τσάμπα. Εκτός αν υπολογίσεις τη χρέωση από το ένα τηλέφωνο στο άλλο. Κατά τα άλλα τσάμπα.
Η γρουσουζιά και η γκρίνια είναι παντρεμένες λεσβίες αχώριστες. Όταν είσαι γκρινιάρης έρχεται η γρουσουζιά καπάκι και κατσικώνεται. Δε γίνεται το ένα χωρίς το άλλο. Αυτό έγινε και σήμερα. Αφού είμαι δω και δε σκοτώθηκα, καλά είναι. Έχω λίγες ώρες μέχρι το βράδυ βέβαια για να κάνω καμία μαλακία ακόμα αλλά ελπίζω πως όχι.
Ήθελα να μαζέψω τα χαλιά. Δε μπορώ να τα καθαρίζω όλη την ώρα και μετά ξανά μανά, θα τα μαζέψω λέω να πα να γαμηθεί. Έτσι ξεκίνησα να κάνω τις δουλειές μου με σειρά, ωραία, όμορφα αλλά πάντα με κακή διάθεση, μην ξεχνιόμαστε.
Εδώ έχω τιπ καθαριστικό: καταρχήν γνώρισα κάτι παιδιά, ένα ζευγάρι, που είναι φανταστικά παιδιά, ζουν σε ένα πολύ ωραίο σπίτι που έχουν φτιάξει σαν κουκλί και χτες με τάισαν ένα φοβερό μεξικάνικο που δε με έκανε να κλάνω καθόλου. Αυτά τα παιδιά λοιπόν μου είπαν ότι υπάρχει ένα πανί με μικροΐνες στο σούπερ μάρκετ για τα τζάμια, το παίρνεις, γεμίζεις ένα μπολάκι με χλιαρό νερό και λίγο λευκό οινόπνευμα, βουτάς το πανάκι σου και κάνεις τα τζάμια σου. Το αλλάζεις το νερό σε φάσεις εννοείται. Καλά, δεν υπάρχει. Αυτό που αποκαλύφθηκε μπροστά μου ήταν θαύμα!! Αφού να φανταστείτε πως αυτό το πανάκι με το συγκεκριμένο τρόπο καθαρισμού ήταν ο λόγος να μου φτιάξει η διάθεση. Μετά βεβαίως έκανα κι άλλη μαλακία αλλά αυτά παρακάτω. Τώρα μιλάμε για τα τζάμια. Κάντε το και θα με θυμηθείτε. ΘΑΥΜΑ! Άσε που μυρίζει ωραία! Γρήγορα τσάκα τσάκα μιλάμε που εγώ δεν κάνω τζάμια που να γίνουν μαυροπίνακες και να γραφεις με κιμωλία. Αρνούμαι. Αλλά επειδή είναι καινούρια αυτά και μου είπαν και τα παιδιά πόσο εύκολο είναι κι αφού με έπιασε η προκοπή σήμερα λέω δε γαμιέται ας δοκιμασω κι αυτό ήταν. Νομίζω πως από δω και μπρος θα έχω τα καθαρότερα τζάμια στο γκέτο. Ευχαριστώ ζουζούνια μου!!
Πάμε παρακάτω. Οι μαλακίες που μου συνέβησαν. Τι να σας πω. Αίσχος.
Πρώτα απ'όλα έπεσα από τη σκάλα. Μετά μπήκε στο νύχι μου ένα σίδερο. Μετά έπεσε στο νύχι μου οινόπνευμα. Μετά έπεσε ο κουβάς με τα βρωμόνερα μέσα στο σαλόνι. Μετά κατέστρεψα το πάτωμα του σαλονιού. Και τελικά, αντί το σπίτι μου να μυρίζει λουλούδια και καθαριότητα, μύριζε νέφτι.
Αναλυτικά; Βεβαίως.
1. Γιατί έπεσες από τη σκάλα;
Γιατί είμαι ηλίθια γι' αυτό. Γιατί αντί να ζητήσω βοήθεια από κάποιον, πήγα ΜΟΝΗ μου σιγά τον Κουταλιανό μισή μερίδα άνθρωπος, να σηκώσω ένα χαλί στον ώμο, να ανέβω την ημιπαράλυτη σκάλα και να το βάλω στο πατάρι.
Είσαι με τα καλά σου;
Όχι, γι' αυτό έπεσα. Έφυγε το χαλί, έφυγε η σκάλα, έφυγα εγώ, έπεσα σε μια καρέκλα με ροδάκια, τσούλισε η καρέκλα, είχαν ανοίξει τα πόδια μου σε σπαγκάτ, έπεσα στον τοίχο, έκλεισε η σκάλα, έπεσε το χαλί στο άλλο μου πόδι, έπεσα πάνω στη σκάλα και σταμάτησα μεταξύ τοίχου και καρέκλας με ροδάκια έχοντας χτυπήσει δυνατά όλη τη δεξιά μου πλευρά. Δεν είπα κουβέντα. Στάθηκα όρθια, πήγα σαλόνι, ξάπλωσα στον καναπέ λαχανιασμένη και σε δύο λεπτά άρχισα να κλαίω γοερά. Όταν τελείωσα, σηκώθηκα, πήγα στον καθρέφτη να δω πόσες μελανιές έχω (καμία παραδόξως για να μη με πιστεύει κανείς, να είναι ο πόνος όλος δικός μου χωρίς αποδείξεις, έτσι), φύσηξα τη μύτη μου και συνέχισα τις δουλειές.
2. Γιατί μπήκε στο νύχι σου σίδερο;
Γιατί γαμιέται ο Δίας με κάτι κατσίκες γι' αυτό. Γιατί είπαμε, όταν είσαι μέσα στη γκρίνια, έρχεται η γρουσουζιά. Πάω να πιάσω ένα σφουγγαράκι να καθαρίσω και στο άσχετο μου χώθηκε ένα σιδεράκι από το επιπλάκι που έχω στο μπάνιο. 12 χιλιάδες φορές έχω πιάσει το σφουγγαράκι από κει, σήμερα έπρεπε να γίνει. Ήταν η ώρα των τζαμιών σε λίγο. Και τι έγινε;
3. Μπήκε στο νύχι μου οινόπνευμα. Εδώ, επειδή ήδη είχα κλάψει, άρχισα να βρίζω. Όταν τελείωσα, πήγα να κάνω τα τζάμια.
4. Τι εννοείς έπεσε ο κουβάς με τα βρωμόνερα στο σαλόνι;
Όταν ήρθε η ώρα για το σφουγγάρισμα, έγινε και τελείωσε, είπα να σφουγγαρίσω και το διάδρομο έξω γιατί δεν τον κάνει κανείς και δε γουστάρω. Πάω λοιπόν και αρχίζω να σφουγγαρίζω. Καταλαβαίνετε υποθέτω πως είχε γίνει το νερό. Για διάδρομο πολυκατοικίας μιλάμε. Και φυσικά, μα φυσικά και εννοείται, όταν ήμουν έξω από τη δική μου πόρτα, κάνει ένα έτσι ο κουβάς και χύνεται όλο το νερό μπροστά στην πόρτα μου, ναι, αυτό το σιχαμένο μαύρο νερό με τα σκατά του διαδρόμου και μπαίνει κάτω από την πόρτα μου στο σπίτι μου και στο φρεσκοσφουγγαρισμένο σαλόνι μου.
Δεν έκλαψα, δεν έβρισα. Είχα τελειώσει μ' αυτά. Μόνο αναστέναξα. Μάζεψα τα νερά στο διάδρομο. Μπήκα μέσα, μπουρδέλο. Βάζω καθαρό νερό και απολυμαντικό, μαζεύω τα βρωμόνερα, ξανασφουγγαριζω. Ταλαιπώρια. Λαβωμένη, κουρασμένη, πήγα να κάνω καλό, σκατά. Και γιατί; Γιατί είχα μίρλα, το ήξερα και γι' αυτό δε θα έπρεπε σήμερα να κάνω απολύτως τίποτα.
5. Πώς κατέστρεψες το πάτωμα του σαλονιού;
Α, αυτό είναι το καλύτερο όλων. Μάζεψα τα χαλιά τα οποία κατάφερα τελικά να τα βάλω στο πατάρι -αφού στη δεύτερη προσπάθεια πάτησα τη φόρμα μου η οποία κατέβηκε αφήνοντας το μισό κωλομέρι έξω, έπεσε το χαλί ξανά αλλά το απέφυγα κλπ- και τα τακτοποίησα τελοσπάντων. Έλα όμως που είχα βάλει ταινία διπλής όψης στο πάτωμα για να μη γυρίζουν οι άκρες τους. Κι επειδή εδώ μένουν ελέφαντες και γκοτζίλες, είχαν πατηθεί καλά και δεν ξεκόλλαγαν με τίποτα από το πάτωμα. Είχα πέσει κάτω και έξυνα έξυνα έξυνα, αρχίδια. Βάζω ζιπέλαιο. Βγάζει τα αυτοκόλλητα, γιατί να μη βγάλει κι αυτό; Αρχίδια. Έλιωνε το πάνω μέρος και γινόταν σα μύξα και το άλλο έμενε κολλημένο στο πάτωμα να περνάς, να κολλάει η παντόφλα και να μένεις με την κάλτσα. Τι να κάνω, τι να κάνω, άμα είσαι σε γρουσουζιά, μαλακία θα σκεφτείς. Μπαίνω ίντερνετ, ψάχνω. Κάτι θα λέει, δε μπορεί. Ο ένας έγραφε καθαριστικό παίρνεις λέει ειδικό και το καθαρίζεις με υπομονή. Ο άλλος, πιστολάκι για τα μαλλιά λέει παίρνεις, ζεσταίνεις την ταινία και με μια παλιά τηλεκάρτα βοηθάς κι αυτή ξετυλίγεται σιγά σιγά. Με υπομονή κι αυτό. Πολλή υπομονή είχε το ζήτημα κι εγώ ήμουν ήδη συγχυσμένη. Και γι' αυτό, έκανα τα δικά μου. Ποια είναι τα δικά μου; Να σας πω. Πήρα οινόπνευμα και σφουγγαράκι σκληρό που τρίβουν την πολύχρονη μάκα από τις κατσαρόλες στα σκοτεινά σοκάκια της Ανατολικής Βομβάης και πήγα κι άρχισα να τρίβω το μάρμαρο. Ναι, φυσικά έφυγε η ταινία και η κόλλα. Έφυγε και η λάμψη του μάρμαρου όμως μαζί και τώρα έχει μείνει μια φαρδιά θαμπή γραμμή να τη βλέπω να χαίρομαι.
6. Και γιατί το σπίτι σου μύριζε νέφτι;
Μετά από το βατερλό του μάρμαρου ήμουν κατεστραμμένη. Αφού είχα βρει τις λύσεις ωραιότατα στο πρόβλημά μου, επέλεξα κάτι τελείως λάθος λόγω της κακής μου διάθεσης, δε σκεφτόμουν καθαρά ρε παιδί μου. Κι αυτό με έκανε να νιώθω ακόμα χειρότερα. Κοίταζα και το πάτωμα και κατέβαιναν τα μάτια μου. Το ξανακοίταζα και κατέβαιναν κι άλλο. Γινόμουν σιγά σιγά πίνακας που λιώνει. Πριν διαλυθώ και γεμίσω με τα χρώματά μου το σαλόνι, πήρα ακόμα μία λάθος απόφαση. Αντί να πάρω το πιστολάκι για τα μαλλιά και να δοκιμάσω αυτή τη λύση, έβαλα παπούτσια, βγήκα έξω ημιανάπηρη και βρώμικη όπως ήμουν και πήρα σε ένα χρωματοπωλείο όπου μια μαλακισμένη καριόλα μου έδωσε ένα διαλυτικό. Ήρθα σπίτι, έριξα το διαλυτικό, δεν έφυγε καμία ταινία αλλά όλο μου το σπίτι μύρισε νέφτι κι άρχισα να μαστουρώνω γκράντε.
Έτσι, μ' αυτά και μ' αυτά, τελείωσε αυτή η μαλακισμένη μέρα με μια τραυματισμένη κυρία, μια θολή γραμμή σε ένα γυαλιστερό πάτωμα, δύο άλλες γραμμές με κόλλα και ένα σπίτι που μυρίζει νέφτι.
Όχι. Για να είμαι τίμια και γιατί πρέπει να τα λέμε όλα, ο καλός Θεός λυπάται τα θύματα και τους στέλνει ένα δώρο. Έτσι και μένα, μετά από μία τέτοια μαλακισμένη μέρα, μου έστειλε ένα γλυκό φίλο επίσκεψη. Και για να είναι ωραία, άναψα στικάκι και αρωματικό έλαιο. Έτσι, αυτή η μέρα έκλεισε με μια τραυματισμένη κυρία που κάθεται με ένα φίλο σε ένα σπίτι που μυρίζει σαν μπογιατζίδικο - μπουρδέλο - σταντ ασιάτη στην πατησίων.