Σε πρώτη φάση θα ήθελα να πω κάτι άσχετο με το θέμα το οποίο δεν αφορά τον Αστέρα Τρίπολης, οπότε εσύ ποδοσφαιρόφιλε αναγνώστη που έψαχνες τα νέα της αγαπημένης σου ομάδας και κατά λάθος μπήκες εδώ, φύγε και μην καθυστερείς, τούτο το blog δεν γράφει για ποδόσφαιρο, γκόμενα το'χει, ευχαριστώ.
Που λέτε. Βιάζομαι κιόλας γιατί είπα στη μάνα να περάσει για κάτι δουλειές σε καμιά ώρα και αυτό σημαίνει ότι σε κανά τέταρτο θα είναι δω, οπότε ότι κάνουμε μέχρι να έρθει. Να γράψω τον πόνο και τα συμπεράσματά μου, να βρω φωτό, να αναρτήσω την ανάρτηση στα μέρη που πρέπει να αναρτηθεί, να βάλω φωτό στο φέισμπουκ γιατί άμα δε βάζω φρέσκιες νομίζω ότι κάτι έχει, να δω και καμιά άλλη μαλακία ενδιάμεσα αν και νέα δε διαβάζω, τι να διαβάσω, όλο μαλακίες γράφουν, άσε που τα βλέπω κι από τους άλλους αθρώποι που αρέσκονται να διαβάζουν νέα και καλά κάνουν γιατί τσαντίζονται αυτοί για μένα και τα μεταφέρουν με έξυπνες ατάκες και αστεία σχόλια.
Που λέτε. Αυτοί οι παλιατζήδες πόσο μου τη δίνουν. Μπορεί να είμαι άδικη και σκύλα αλλά μου τη δίνουν ανελέητα. Καταρχή δεν έχει λογική που περνάνε πρωί πρωί και γκαρίζουν από την ντουντούκα. Καλά, δε θα πιάσω τώρα το θέμα "κράτος" και "πως επιτρέπει τέτοιο πράμα" γιατί δε θα τελειώσουμε ούτε του όποιου αγίου ανήμερα. Εκτός αν είναι κανείς που γιορτάζει αύριο, κάτσε να δω. Φωτεινής Θοδώρας και Σαλώμης λέει αύριο. Χρόνια πολλά κορίτσια, να είστε καλά, τι λέγαμε; Α ναι, για τους παλιατζήδες βασικά, τα άλλα τα προσπερνάω. Πόσο μου τη δίνουν. Δεν έχει νόημα να περνάνε κάτω από τα σπίτια μας πρωί πρωί και να φωνάζουν ότι μαζεύουν σίδερα. Ποιος δηλαδή, ποιος, στην ιστορία της ανθρωπότητας, κατέβηκε μαλλιοκούβαρα από το σπίτι του με σίδερα στα χέρια να τα δώσει στον παλιατζή. Όχι, πες μου ποιος. Κανείς ποτέ. Κι αν υπάρχει να μου τον δείξετε. Μα δεν είναι δυνατόν. Πώς να είναι; Ξυπνάω δηλαδή εγώ στις 7 καυλωμένη τέρμα να ξηλώσω σίδερα και μόλις σηκωθώ κι αφού κατουρήσω, μη μου φύγουν από την πίεση, αρχίζω να ξηλώνω τα καλοριφέρ ας πούμε. Τα βγάζω από το ισόγειο μέχρι το ρετιρέ, τα μαζεύω και μετά περιμένω να περάσει ο μαλάκας να του τα κατεβάσω. Αν δω ότι καθυστερεί, μπορεί να ξηλώσω τον κάδο από το πλυντήριο ξέρω γω, το μηχανισμό του ψυγείου πίσω, να πάρω και το ατμοσίδερο, να του αφαιρέσω τα πλαστικά στοιχεία μην κουράζεται ο μαλάκας και να περιμένω να έρθει να του τα κατεβάσω. Αει παράτα με ρε φίλε κι άει γαμήσου.
Βασικά έχω μια ωραία ιδέα αλλά οι παλιατζήδες δε θα μπουν εδώ να τη διαβάσουν, οπότε χαμένη θα πάει, αλλά δεν πειράζει, εγώ θα την πω. Αντί να γκαρίζουν σα μαλάκες και να μας σπάνε τον πούτσο που δεν έχουμε, να προκαλούν φύτρωση πέους δηλαδή σε γυναικεία σώματα, μεγέθυνση αυτών και ανατίναξη σε χρόνο dt, θα μπορούσαν να κάνουν αυτό που κάνουν οι μετανάστες στους δρόμους με τα καρότσια που δεν γκαρίζουν αλλά κάθονται στωικά οι άνθρωποι μέσα στη ζέστη το κρύο και οποιαδήποτε άλλη καιρική συνθήκη και ανακυκλώνουν στην πραγματικότητα το σκουπιδαριό που πετάει ο καραγυφταράς το μπάζο ο Έλληνας. Και δεν εννοώ φυσικά να πάρουν τη δουλειά από τους ξένους. Όχι, γιατί οι παλιατζήδες έχουν ντάτσουν και ντουντούκα. Σε πρώτη φάση να βάλουν τη ντουντούκα στον κώλο τους ώστε όταν κλάνουν να κάνει θόρυβο κι έτσι θα γελάνε κιόλας. Σε δεύτερη φάση, να πάνε να ξηλώνουν και να μαζεύουν κάτι σάπια παρατημένα μηχανάκια και αυτοκίνητα που είναι διάσπαρτα σε όλη την Αθήνα. Και καλό θα κάνουν και σίδερα θα μαζέψουν που τόσο θέλουν. Αλλά βαριούνται γιατί βασικά στ' αρχίδια τους, το μόνο που θέλουν είναι να σου σπάνε τον πούτσο που μόλις φύτρωσε και προσπαθείς να συνηθίσεις αυτό το μακρύ ανάμεσα στα πόδια σου.
Τέλος πάντων. Ας μπούμε στο θέμα. Την καθυστερημένη που βγήκε στις 9μιση Σαββατιάτικο να τινάξει το χαλί της. Ναι ρε, ακούγεται τίναγμα χαλιού, γύρευε τι ανωμαλία υπάρχει στον κόσμο. Α, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί να είναι και μαλάκας που έχει βγάλει από το σαπίδι το αρχαίο το σπασμένο του αμάξι τα πατάκια αξίας 3 ευρώ από το lidl και τα τινάζει. Γιατί δεν μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά στις 12, όχι. Γενικά ο κόσμος δεν μπορεί να κάνει δουλειές και να γκαρίζει στις 12, πρέπει να βάζει τρυπάνι (μόλις άρχισε), να τινάζει (σταμάτησε γιατί πήρε τη θέση του το τρυπάνι) και γενικώς όποια άλλη μαλακία του έρθει, νωρίς το πρωί. Από τις 7 μέχρι τις 9. Μετά δε μπορεί, πονάνε τα αρχίδια του, θέλει να πάει στο καφενείο, να δει τη επανάληψη του Αβενίδα Μπρασίλ και τέτοια.
Ας μπούμε στο θέμα όμως γιατι άμα πιάσω το ποιος είναι μαλάκας, ποιος κάνει τι, τι φταίει, θα πάρει η μπάλα και μένα, οπότε άσ'το.
Στο μέρος που πήγα χτες, πήγαινα πρώτη φορά. (Ξεκίνησε το θέμα για όποιον δεν κατάλαβε). Δεν είχα ξαναπάει. Γιατί δεν έτυχε βασικά και γιατί πληρώνεις αλλά και γιατί είχα υποσχεθεί παλιότερα ότι εγώ Αττική δεν ξανακάνω μπάνιο. Από τότε που είχα πάει Βούλα, θα'ναι και 10-15 χρόνια, και είχα βγει από τη θάλασσα γεμάτη βούλες. Στη Βούλα. Οι βούλες έφυγαν και γω δεν ξαναπήγα. Μόνο Ανάβυσσο, προς Σούνιο και αυτό. Τέλος Αττική, τίποτα άλλο. Χτες όμως, με πήρε ο κολλητός και πήγαμε Αστέρα Βουλιαγμένης. Όχι γιατί είμαστε φλώροι συμπυκνωμένοι σε κονσέρβα άριστης ποιότητας με τέλειο αυτοκόλλητο και καλοπληρωμένες διαφημίσεις που σε προσκαλούν να μας αγοράσεις, όχι. Γιατί έτσι. Και γιατί για να πας Ανάβυσσο Σούνιο κλπ πλέον χρειάζεσαι 670 ευρώ βενζίνη. Επίσης καθημερινή στον Αστέρα δεν έχει πολύ κόσμο. Καλά Σαββατοκύριακο δε θα πήγαινα που να με πλήρωνες. Καλά, αν με πλήρωνες θα πήγαινα. Θα έπρεπε όμως να με πας καταρχήν γιατί αρνούμαι να οδηγήσω ΣουΚου προς παραλιακή, να μου πληρώσεις την είσοδο που Σαββατοκύριακο είναι 23 ευρώ το άτομο, να με ταΐσεις γιατί βαρέθηκα χτες να τρώω καλαθάκια τραχανά (θα εξηγήσω αργότερα, μη γελάτε ακόμα), να με ποτίσεις και να μου πάρεις παγωτό γιατί εγώ δεν ξαναπληρώνω 9.80 για δύο παγωτά Δωδώνη. Εννοείται να με πας και πίσω μετά. Αν το κάνεις αυτό, πάω Σαββατοκύριακο ευχαρίστως, και τις δύο μέρες.
Καθημερινές ο Αστέρας έχει 13 ευρώ είσοδο. Αυτό ίσως φανεί πολύ ακριβό σε κάποιους και είναι. Φυσικά και είναι. Και το 13 καθημερινές, και το 23 σαββατοκύριακα, και όλα όσα χρεώνουν είναι ακριβά. Αλλά. Εγώ πήγα γιατί καταρχήν δεν ξοδεύω λεφτά γενικώς και γιατί μου αξίζει, κάθε φορά που έχω την ευκαιρία, να απολαμβάνω ανέσεις.
Πέθανε η μαμά μιας φίλης μου και πήγα στην κηδεία. Πολύ στενοχωρήθηκα για τη φίλη μου γιατί είναι ένα υπέροχο πλάσμα και δεν πρέπει να είναι στενοχωρημένη, έλα όμως που η ζωή τα φέρνει αυτά και κάπως, μα κάπως, πρέπει να αντεπεξερχόμαστε. Όταν ήμουν λοιπόν στη κηδεία, έφαγα φλας και είπα: ρε άντε γαμήσου που θα κάθομαι να βασανίζομαι για το ένα και το άλλο, η ζωή είναι μικρή και δεν ξέρεις πότε θα σου χτυπήσει την πόρτα ο μαυρομπέρτας. Να περνάω καλά και να χαμογελάω, μόνο αυτό. Δεν παίρνουμε τίποτα μαζί μας, ούτε το σώμα μας!
Με τη λογική αυτή λοιπόν, το να πάω μια φορά στον Αστέρα και να πληρώσω 13 ευρώ είσοδο έχοντας μαζί μου να φάω και να πιω με καλή παρέα τον κολλητό, μου αξίζει και θα το κάνω. Δεν πάω και κάθε μέρα.
Θα βγω με τα βυζιά έξω όπως είμαι και θα αρχίσω να ουρλιάζω στον πούστη με το τίναγμα και το τρυπάνι. Θα γίνω η πραγματική Κωλόγρια που είδα χτες.
Ναι. Την είδα. Υπάρχει. Και μετά λύπης μου δηλώνω ότι δεν την έβγαλα φωτό γιατί ήταν έξυπνη, κοιτούσε και για να τη βγάλω θα έπρεπε να βγαίνω από τη θάλασσα με το κινητό. Κι όπως καταλαβαίνετε δε γίνεται να βγαίνω από τη θάλασσα με το κινητό, συν ότι ο κώλος μου δεν είναι αδιάβροχος για να το έκρυβα εκεί καθώς έμπαινα και άρα να βγω μαζί του στην παραλία.
Η γριά ήταν όλα τα λεφτά. Αυτή ακριβώς η σάπια γριά που φωτογραφίζουν στις παραλίες και μετά παίρνω εγώ τις φωτό και τις κοτσάρω στο facebook και καμαρώνω. Την είδα μπροστά μου, όλη δική μου, και δεν μπόρεσα να τη βγάλω φωτό. Θα μου μείνει τραύμα.
Ήταν ακριβώς αυτό που φαντάζεστε. Γύρω στα 80, με φακιόλι μαύρο στο κεφάλι, πατσοκοίλια λόγω ηλικίας, όχι απαραιτήτως χοντρή αλλά πατσοκοίλια παντού με κυτταρίτιδα παντού, και στις ρόγες των κρεμασμένως της βυζιών που είχε ΕΞΩ, και στα κωλομάγουλα που ΔΕΝ έκρυβε αφού φορούσε στρινγκ. Αυτό. Ήταν εκεί. Δικό μου όλο. Ήθελα να πάω από πάνω της και να αρχίσω να βαράω εκείνα τα αργά παλαμάκια που βαράς μόνο όταν βλέπεις κάτι αριστουργηματικό, κάτι που ξεπερνά κάθε φαντασία, όριο και αίσθηση. Καθόταν οριακά μέσα στο νερό μαζί με την ξαπλώστρα, να γιατί θα έπρεπε να έχω κρύψει το κινητό στον κώλο μου και να τη φωτογραφίσω με ζουμ βγαίνοντας από τη θάλασσα, ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά και το χέρι ακουμπισμένο σε τραπεζάκι που το είχε καρφώσει κάθετα στην άμμο για να είναι στο ίδιο ύψος με την ξαπλώστρα. Απλώς ρισπέκτ. "Φαντάζεσαι ρε μαλάκα να ήταν αυτή η γιαγιά σου;" λέω στον κολλητό σε κάποια φάση μέσα στη θάλασσα. "Ας είχε σπίτι η γιαγιά μου εδώ κι ας ήταν όπως ήθελε", μου λέει. Σωστό κι αυτό. Πεθάναμε στο γέλιο. Γενικά πεθάναμε στο γέλιο χτες. Με τα ποζέρια, τους φουσκωτούς, τις κλώσσες και τις παρλαπίπες, εμείς οι απλοί πολίτες αυτής της πόλης. Καταρχήν μέσα στο νερό παίρναμε πόζες, αντίστοιχες με αυτές που παίρνουν οι ποζεράδες. Κοντέψαμε να πνιγούμε. Και από το γέλιο και από το ότι ήταν άβολο να το κάνεις μέσα στη θάλασσα. Κάναμε τα πόδια μας μύτες και κολυμπούσαμε έτσι. Βάζαμε το ένα χέρι κάτω από το σαγόνι και κολυμπούσαμε έτσι. Εγώ έκανα σταυροπόδι με μύτη πάντα το πόδι να τεντώνει η γάμπα να φαίνεται ο μυς και κολυμπούσα έτσι. Ο κολλητός ακουμπούσε το κεφάλι του στο χέρι του με χάρη κοιτώντας αλλού και κολυμπούσε έτσι. Και η ξετσίπωτη γριά μπροστά μας, στην παραλία, ανάσκελα, με το ένα βυζί πεσμένο στη μία μασχάλη και το άλλο στην άλλη. Πως να μη γελάσεις.
Μπαίνανε κάτι φουσκωτοί στη θάλασσα. Καλά παιδιά φαινόταν, δε λέω, δεν ξέρω κιόλας, δε θέλω να θίξω το χαρακτήρα κανενός, εγώ απλώς σχολιάζω αυτό που έβλεπα. Κι αναρωτιόμουν, δε συγκαίγονται οι μασχάλες τους; Όλου του κόσμου συγκαίγονται τα μπούτια, αυτονών θα πρέπει να συγκαίγονται οι μασχάλες τους, και γαμώ τις πρωτοπορίες. Να παίρνεις βιταμίνες για να φτάσει να χρειάζεσαι κρέμα συγκάματος στις μασχάλες. Τι να πω.
Ήταν κι ένας τύπος, χαρακτηριστικά νταλικέρη, κατάμαυρος, με γκρι μπούκλα, γυαλί καθρέφτη, που δεν γινόταν να είναι αληθινός. Γιατί με τέτοια χαρακτηριστικά, είχε φέρει δύο, δύο παρακαλώ, βιβλία γυναικών συγγραφέων τύπου Νόνη Πιτσόλα. Έβλεπες τον τύπο να είναι ξαπλωμένος κατάμαυρος με την κοιλάρα τέρμα φουσκωμένη, την μπούκλα απλωμένη στην πετσέτα και το γυαλί καθρέφτη, να μη σηκώνει κεφάλι από το Δείπνο για Έρωτα της Πέλης Φητάκη και το Σαν Αέρας Φυσάει το Σύννεφο της Λίζας Σιπόνη και έλεγες δε γίνεται ρε μαλάκα! Τελικά, παράτησε το ένα βιβλίο σκισμένο στην άμμο. Δεν ξέρω γιατί. Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους. Είναι ωκεανός ασυναρτησιών.
Βασικά αυτό που με πείραξε περισσότερο ήταν όλοι όσοι πετούσαν τα σκουπίδια τους δεξιά αριστερά ενώ υπήρχαν κάδοι -και ανακύκλωσης- ΠΑΝΤΟΥ. Όλα αυτά τα τσουλάκια ας πούμε με τα μακριά νύχια τις βυζάρες και τις φουσκωτές κοιλιές που βαριόντουσαν να σηκώσουν το μουνί τους και να πετάξουν τα σκουπίδια τους στον κάδο που ήταν ΔΙΠΛΑ. Εδώ καν δεν έσβηναν το τσιγάρο -που δεν ήξεραν να καπνίσουν- μέσα στο τασάκι σε μέγεθος μικρής κατσαρόλας αλλά το άφηναν πάνω στο λευκό ξύλινο τραπέζι. Κατάλαβες; Να τα μαζέψει ο σκλάβος που δουλεύει εδώ 8ωρο με ντάλα τον ήλιο ο άνθρωπος, αυτός να τα μαζέψει, μη σύρεις το μουνί σου καριόλα να πετάξεις τα σκουπίδια σου.
Οι πλούσιοι δε θα νοιαστούν ποτέ για τους φτωχούς γιατί δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάμε. Δεν το έχουν ζήσει, δεν το καταλαβαίνουν, το βλέπουν όπως εμείς τις ταινίες. Γι' αυτό λέμε ότι πρέπει εμείς οι φτωχοί ηλίθιοι μαλάκες να βρούμε την άκρη και να μην περιμένουμε από τους "φιλάνθρωπους". Αυτό.
Ναι, φυσικά δεν είναι όλοι μαλάκες. Αλλά έτσι, σαν απλό παράδειγμα, τη χτεσινή μέρα, εγώ προσωπικά μάζεψα τα σκουπίδια από τα τρία τραπέζια γύρω μου. Και στα τρία ήταν περισσότερα πιτσιρίκια, κυρίως ξένα, αμερική, γαλλία, αγγλία αλλά και ελληνάκια. Κάτι κυρίες μπροστά συζητούσαν για μαγαζιά στο Ψυχικό και το Κολωνάκι με πολύ.. πως το είπαν.. elegant.. και ..artistic πράγματα. Άκουγα και χαμογελούσα πικρά. Μόλις προχτές σκεφτόμουν πόσο άσχημο είναι να προχωράς στο κέντρο της Αθήνας και ν' ακούς κουβέντες μόνο για αρρώστιες, φτώχεια, δυστυχία και ατυχήματα. Ορίστε, πήγα στον Αστέρα και άκουσα κι άλλα πράματα, τι θέλω τώρα;
Πάντως για όσο έχω περιθώριο θα προσπαθώ να περνάω καλά. Και χτες πέρασα ωραία. Με τσάντισαν τα τσόλια όπως και οι τιμές, αλλά η θάλασσα ωραιότατη, εγώ είχα μαζί μου καλαθάκια τραχανά, όπως τα φτιάχνουν στη Μυτιλήνη, μια -αγαπημένη- γειτόνισσα της μάνας μου τα έδωσε και τα έτρωγα σαν μπισκότα, είχα φρούτα και το δικό μου σέικερ με τον τύπου καφέ που πίνω.. καλά είχε πολύ πλάκα αυτό. Γιατί είμαστε μια φάση στη θάλασσα, βλέπω εγώ τον τύπο -νταλικέρης διαβάζει Λούσυ Μπιτόνη- και λέω στον κολλητό, "καλά αυτός δεν υπάρχει, νταλικέρης κι έτσι" κι αυτός μου λέει "μπορεί να μην είναι καθόλου νταλικέρης, δεν κοιτάς εμάς τους φτωχομπινέδες με τον τραχανά και το σέικερ νεσκαφέ που στάζει και πιτσιλάει όλη την παραλία.." Ναι, καλά, να πάνε να γαμηθούν, και γαμώ τα γκουρμέ είναι ο τραχανάς μου, όλοι αυτοί εκεί θα πλήρωναν πολλά για να τον αγοράσουν στα έλεγκαν και αρτιστίκ μαγαζιά του Κολωνακίου και του Ψυχικού! Αμ πως!
Ωραία ήταν. Φυσούσε τόσο όσο να μη λιώνεις, διάβασα την κουλτούρα μου αν και λύσσαξαν κάτι αμερικανάκια πίσω, έλεος, όλα τα ανάλυσαν. Και μου έλεγε ο κολλητός, ε, τι φέρνεις να διαβάζεις τέτοια στην παραλία. Τι να κάνω. Ζοζέ Σαραμάγκου διάβαζα, δε διάβαζα Χαϊντέγκερ. Παρεμπιπτόντως αυτός ο Ζοζέ ρε παιδάκι μου, τι ωραία που γράφει ο άνθρωπος, μα τι ωραία! Τώρα διαβάζω τον Άνθρωπο Αντίγραφο.Τι άλλο έκανα, α ναι, έπλεξα! Ναι αμέ, έπλεξα και με έβγαλε ο κολλητός φωτό αλλά δεν την έχω ακόμα να τη βάλω να τηνε βλέπετε, ε ρε δεν έχω σμαρτ φόουν, άμα πάρω θα τελειώσει το σύμπαν, χτες σκεφτόμουν να έβγαζα τη φωτό με μένα να πλέκω και την ξέκωλη γριά από πίσω και να τη βάζω στο φέισμπουκ με τίτλο "συμβαίνει τώρα στον Αστέρα". Γελούσα μόνη μου.
Που λέτε. Αυτά. Ζεσταίνομαι. Είναι πια απόγευμα, η σάπια ώρα έχει έρθει, 7η η απογευματινή που κάθεται η ζέστη και στη γωνία του γραφείου, το κείμενο ολοκληρώθηκε μόλις.
Τα ξαναλέμε.