Η Λόνα, έτσι όπως ήταν στα τέσσερα, είδε τα τεράστια, μαύρα, τριχωτά πλάσματα να έρχονται κατά πάνω της. Πάγωσε. Γύρισε πίσω της και ο Μάκης έλειπε. Κοίταξε πιο κει και τον είδε πάνω σε ένα δέντρο. «Έλα γρήγορα!!!» άρχισε να της φωνάζει! «Έλα γρήγορα γαμώ την καταδίκη μου!!! Τρέχα σου λέω!!!!» «What?» του είπε η Λόνα και ο Μάκης της έριξε ένα φάσκελο. «Καμ χίαρ μωρήηηη!!!!!» της είπε με έντονο ύφος και η Λόνα πήρε μπροστά. Τα τεράστια, μαύρα, τριχωτά πλάσματα είχαν φτάσει μισό μέτρο μπροστά της. Πριν σηκωθεί, είδε πως είχαν ένα τεράστιο στόμα γεμάτο κοφτερά δόντια. Ο ανατριχιαστικός ήχος ιιιιιιιιιιιιιιχχχχχ που έκαναν άρχισε να δυναμώνει. Έκλεισε τα αυτιά της με τα χέρια και άρχισε να τρέχει. Μισό δευτερόλεπτο πριν την ακουμπήσουν, είχε φτάσει στο δέντρο και άρπαξε το χέρι του Μάκη που τη βοήθησε να ανέβει. Τα τεράστια, μαύρα, τριχωτά πλάσματα άρχισαν να πίνουν το αίμα που είχε χυθεί στην άμμο από το πόδι της. Οι ήχοι που έβγαζαν ήταν απίστευτοι. Ανατριχιαστικοί, φρικτοί, πρωτόγονοι.
Ο Μάκης, έστρωσε τα αρχίδια του πάνω στο κλαρί και είπε στη Λόνα: «Τώρα τι κάνουμε;» «What?» του είπε η Λόνα από το άλλο κλαρί. «Τι γουάτ και γουάτ μωρή μας έπριξες τα αρχίδια! Δε βλέπεις τι γίνεται; Εδώ θα πεθάνουμε!» «I can’t understand you Makis and I’m so afraid!!!» του είπε η Λόνα και δύο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της. «Μη κλαις γαμώ την κοινωνία μου γαμώ την πουτάνα μου γαμώ!» «What?» η Λόνα. «Ντοντ κράι γαμώ την κηδεία μου! Ντοντ κράι!» «What are we going to do Makis?», «Ι ντοντ νόου γαμώ τη σύφιλή μου. Κάτσε να σκεφτώ».
Μέχρι να σκεφτεί ο Μάκης, τα τεράστια μαύρα τριχωτά πλάσματα, είχαν πιει το αίμα και είχαν φάει και ένα μεγάλο μέρος της άμμου. Τότε γύρισαν όλα προς το μέρος που ήταν το δέντρο με το Μάκη και τη Λόνα και άρχισαν πάλι να κάνουν εκείνο το φρικιαστικό ήχο ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιχχχχχχχχχχχχ!!!!! Ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιχχχχχχχχ!!! Ο Μάκης και η Λόνα έκλεισαν τα αυτιά τους και τα κοίταζαν μη ξέροντας τι να κάνουν. Τότε, είδαν αυτό που θα τους άλλαζε τη ζωή τους για πάντα.
Η θάλασσα ήταν πολύ ήρεμη. Τα ιιιιιιιιιιιιιιιιχχχχχχχχχχχχ!!!! των τεράστιων μαύρων τριχωτών τεράτων είχαν υποδουλώσει τη φύση. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν, ο άνεμος είχε σταματήσει, τα σύννεφα είχαν παγώσει. Τότε, η θάλασσα άρχισε να ταράζεται γύρω στα 3-4 μέτρα από την παραλία. Ο Μάκης το πρόσεξε πρώτος, τόσα χρόνια στη θάλασσα ήξερε πια όλες τις κινήσεις της. Αλλά αυτό, δεν το είχε ξαναδεί…
Δύο τεράστια μάτια φάνηκαν μέσα από το νερό. Μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια. Ο Μάκης και η Λόνα τα είδαν και το αίμα άρχισε να παγώνει στις φλέβες τους. Το πλάσμα με τα τεράστια, μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια μάτια φάνηκε λίγο περισσότερο. Ήταν γκρι και γυαλιστερό. Άρχισε να κινείται προς την παραλία. Τα τεράστια, μαύρα, τριχωτά πλάσματα, είχαν σταματήσει τον φρικιαστικό τους ήχο και είχαν γυρίσει προς το μέρος της θάλασσας. Είχαν παραταχθεί σε σειρές. Η παραλία είχε μαυρίσει. Ήταν πάνω από χίλια. Το γκρι γυαλιστερό πλάσμα φάνηκε στην όχθη. Τα μάτια του, τεράστια, μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια, ήταν καρφωμένα πάνω στο Μάκη και τη Λόνα. Ο Μάκης και η Λόνα, έχασαν τη φωνή τους. Έβλεπαν να ξεβράζεται στην παραλία ένα γιγαντιαίο χταπόδι. Η διαφορά του με τα άλλα χταπόδια όμως, πέρα από το μέγεθός του, ήταν τα πλοκάμια του. Τεράστια, τουλάχιστον 20 μέτρων το ένα, δεν ήταν πλοκάμια αλλά αηδιαστικοί γκρι πούτσοι με μπλε σκληρές και τεράστιες τρίχες που γυάλιζαν στον ήλιο. Το τεράστιο, μεταλλαγμένο φρικτό, υγρό, γκρι, γυαλιστερό χταπόδι με τα τεράστια, μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια μάτια, άρχισε να γατζώνει τους τεράστιους, αηδιαστικούς, γκρι πούτσους του με τις μπλε, σκληρές και τεράστιες τρίχες του, στην άμμο και να κινείται προς το μέρος τους. Ο Μάκης γύρισε προς τη Λόνα και της είπε: «Πιστεύεις στο Θεό μωρή; Κάνε το σταυρό σου, τελειώσαμε». Η Λόνα δεν πίστευε αυτό που έβλεπαν τα μάτια της και κλαίγοντας, αναφωνούσε: «OH MY GOD! OH MY GOD! OH MY GOD!»
Το τεράστιο, μεταλλαγμένο, φρικτό, υγρό, γκρι, γυαλιστερό χταπόδι με τα τεράστια, μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια μάτια, τους κοίταζε και άρχισε να επιταχύνει. Η Λόνα άρχισε να ουρλιάζει και ο Μάκης να λέει το Πάτερ Ημών. Τότε, δύο χιλιοστά πριν δύο πλοκάμια-πουτσοκέφαλα τους αρπάξουν, ένα τεράστιο ακόντιο ήρθε από το πουθενά και κάρφωσε το ένα πλοκάμι στον κορμό του δέντρου. Το τεράστιο, μεταλλαγμένο, φρικτό, υγρό, γκρι, γυαλιστερό χταπόδι με τα τεράστια, μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια μάτια και τους 8 τεράστιους αηδιαστικούς, γκρι πούτσους με τις τεράστιες, μπλε και σκληρές τρίχες, άρχισε να ουρλιάζει από τους πόνους και προσπάθησε να τραβήξει το χτυπημένο πλοκάμι-πουτσοκέφαλο με αποτέλεσμα να ταρακουνάει το δέντρο με τους δύο ανθρώπους. Η Λόνα και ο Μάκης είχαν γαντζωθεί από τα κλαριά τους με νύχια και με δόντια και ούρλιαζαν η μία: «OH MY GOD! OH MY GOD! OH MY GOD!!!» και ο άλλος το Πάτερ Ημών. Τότε ένα ακόμη τεράστιο ακόντιο από το πουθενά, καρφώθηκε και έκοψε το πλοκάμι-πουτσοκέφαλο του τεράστιου, μεταλλαγμένου, φρικτού, υγρού, γκρι, γυαλιστερού χταποδιού με τα τεράστια, μαύρα, σκοτεινά, υγρά και άγρια μάτια και τους 8 τεράστιους, αηδιαστικούς, γκρι πούτσους με τις μπλε, τεράστιες και σκληρές τρίχες. Το χταπόδι, με τα 7 πλοκάμια-πουτσοκέφαλα πλέον, άρχισε να κινείται βιαστικά προς τη θάλασσα. Το ίδιο και τα τεράστια μαύρα τριχωτά τέρατα. Ο Μάκης και η Λόνα τα κοίταξαν να απομακρύνονται και τότε τους είδαν. Ο Λεωνίδας και οι 300, στέκονταν παραταγμένοι μπροστά στην παραλία σε φάλαγγα εμποδίζοντας τα τέρατα να περάσουν. Με ενωμένες ασπίδες, χτυπούσαν τα δόρια τους στην άμμο δημιουργώντας έναν υπόκωφο ενοχλητικό γδούπο. Τότε ο Λεωνίδας φώναξε με τη βαριά, βαθιά φωνή του στα αρχαία ελληνικά: «Spartans, tonight monsters, will dine in HELL!!!!!!». Τότε, οι ατρόμητοι παιδαράδες στρατιώτες του ατρόμητου παιδαρά Λεωνίδα, διέλυσαν όλα τα τέρατα! Πλοκάμια-πουτσοκέφαλα, μασέλες, τρίχες, κόκαλα, αίμα, αίμα, αίμα, αίμα παντού!!!! Η Λόνα και ο Μάκης πάνω στο δέντρο, πιτσιλισμένοι με αίμα, κοιτούσαν με γουρλωμένα μάτια μην μπορώντας να πιστέψουν αυτό που βλέπουν. Οι Σπαρτιάτες πετσόκοβαν γελώντας τα τέρατα και όλη η φύση αντιλαλούσε τα χτσσς χτσσς χτσσσς από τα σπαθιά και τα δόρατα.
Η παραλία γέμισε από το αίμα των τεράτων το οποίο άρχισε να κυλάει στη θάλασσα.
Ένα χιλιόμετρο πιο κει, ένας παππούς καθόταν και μάζευε πεταλίδες να ταΐσει την φτωχή του οικογένεια. Ο καημένος, δεν είχε μοίρα στον ήλιο. Όταν όλοι αγόραζαν χωράφια και τα έκαναν μαγαζιά στο νησί, αυτός γυρνούσε με γκόμενες. Τώρα, όλοι αυτοί είχαν χεστεί στο τάλιρο και αυτός μάζευε πεταλίδες. Έτσι έβλεπε να καταλήγει και ο Μάκης ο ανιψιός του. Του τα’ λεγε αλλά που ν’ ακούσει ο Μάκης. Που μυαλό να μαζέψει κανένα φράγκο. Νομίζει ότι όλη του τη ζωή θα έχει τη βάρκα τη Ζουζού 5763 και θα βγάζει ψάρια. Αμ δε! Η βάρκα θέλει λεφτά και συντήρηση. Όταν θα γεράσει και θα είναι ανίκανος να βγει στα ανοιχτά, τι θα κάνει; Αντί να πάει να νοικιάσει ένα μαγαζάκι και σιγά-σιγά να προχωρήσει, κάθεται ο αχαΐρευτος και τα τρώει σε ποτά και τουρίστριες. Τότε, τη σκέψη του διέκοψε μια έντονη μυρωδιά. Τράβηξε το χέρι του από το νερό και το είδε λουσμένο στο αίμα. Ανατρίχιασε ολόκληρος, κοίταξε τη θάλασσα που ήταν μέσα στο αίμα, έκανε δυο βήματα πίσω, στάθηκε στην άμμο, σήκωσε τα χέρια του ψηλά και αναφώνισε: «Και ο δεύτερος άγγελος εσάλπισε, και ως όρος μέγα πυρί καιόμενον εβλήθη εις την θάλασσαν, και εγένετο το τρίτον της θαλάσσης αίμα! …Η έβδομη σφραγίδα!!! Αποκάλυψη!!!». Το αίμα άρχισε να βγαίνει προς τη στεριά, ο παππούς πισωπάτησε τρομοκρατημένος, σκουντούφλησε πάνω σε μία πέτρα, έπεσε με το κεφάλι πάνω σε μία άλλη και πέθανε.
Ο Λεωνίδας, βοήθησε τη γυμνή καλλονή να κατέβει από το δέντρο. Η Λόνα κατέβηκε και προσγειώθηκε στην αγκαλιά του. Το γυμνό της σώμα τρίφτηκε πάνω στο ιδρωμένο και γυμνασμένο κορμί του ατρόμητου παιδαρά. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Στάθηκε στην αγκαλιά του για λίγο και του είπε κοιτώντας τον στα μάτια: «My hero!» Ο Λεωνίδας τραβήχτηκε γιατί ήταν παντρεμένος και της είπε στα αρχαία ελληνικά: «I don’t speak your language woman!». «What?» είπε η Λόνα. Ο Μάκης εντωμεταξύ είχε κατέβει κι αυτός από το δέντρο με τη βοήθεια ενός πρωτοπαλίκαρου του Λεωνίδα. «Ποιοι είστε; Οι 300 του Λεωνίδα; Πώς είναι δυνατόν; Προχτές σας είδα σε παράνομο dvd στο καφενείο του Γιάννη του μαραγκού!!» « I don’t understand you mortal. We are ghosts. And we are going back to Adis. Now you have to come with us. Move.» του είπε το πρωτοπαλίκαρο στα αρχαία ελληνικά και ο Μάκης που δεν κατάλαβε γρι, απάντησε: «Συνεννόηση μπουζούκι».
Ο Λεωνίδας και οι 300 του, πήραν τη Λόνα και το Μάκη μαζί τους και τους οδήγησαν στον Άδη. Η Λόνα έκλαιγε και ο Μάκης έλεγε το Πάτερ Ημών. Περπατούσαν αργά προς τα μέσα, μέχρι που χάθηκαν τα κεφάλια τους μέσα στα βάθη της θάλασσας. Από τότε, δεν τους ξαναείδε ποτέ κανείς.
Παρασκευή 30 Μαρτίου 2007
Πέμπτη 29 Μαρτίου 2007
Τρέιλερ.
Welcome to the beach 2. Η ανατροπή.
Μετά από παρακλήσεις χιλιάδων θαυμαστών ανά τον κόσμο, της βραβευμένης με 28 Όσκαρ ταινίας «Welcome to the beach», η τεραστίου καλλιτεχνικού βεληνεκούς Κωλόγρια, μας χαρίζει τη συνέχεια του ερωτικού θρίλερ και ταράζει τα νερά! Από την Παρασκευή στους κινηματογράφους! Μην το χάσετε!
Υπόθεση
Η Λόνα με το Μάκη βρίσκονται μόνοι απέναντι στα πλοκάμια διεστραμμένων εξωγήινων μεταλλαγμένων τεράτων. Θα σωθούν;
Κριτικές κοινού (18)
Floros *****
Μιλάμε, ΤΑ ΣΠΑΕΙ!!!! ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 1! ΘΑ ΤΟ ΞΑΝΑΔΩ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ!!! ΜΗΝ ΑΚΟΥΤΕ ΤΟΥΣ ΦΛΩΡΟΥΣ!!!! ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ!!!!!
Magas 0
Ναι, Μαρία, μη χάσεις να δεις και την επόμενη. Παιδιά, πιο μεγάλη μαλακία κι από επεισόδιο βραζιλιάνικης σαπουνόπερας που δεν έχω δει. Κοιμήθηκα. Ευτυχώς που ήμουν σε σινεμά με άνετες θέσεις.
Maria**
Εντάξει, καλό ήταν, θα μπορούσε όμως να είναι και καλύτερο. Πάντως, περιμένω με ανυπομονησία την επόμενη ταινία της Κωλόγριας γιατί άκουσα ότι είναι σούπερ!!
Kaiti 0
Poli malakia. Min pate. Tsampa lefta.
Ypourgos*****
Καταπληκτική ταινία, με εσωτερικότητα, πάθος, όνειρα… Εξαιρετική. Τη βάζω δίπλα σε Ταρκόφσκι, Μπέργκμαν, Ταραντίνο και Φώσκολο. Καταπληκτική. Μπράβο Κωλόγρια!
Venia*****
Emena, me pigan me to zori kai emeina malakas!! Tainiara!!! Deite ti!!!
Tolis 0
Ήθελα να’ ξερα αυτή η μαλακισμένη τι σκατά έχει στο μυαλό της. Λέμε είναι άρρωστη. Πολύ μεγάλη μπουρούχα. Άμα έχετε λεφτά για πέταμα, καλύτερα πετάξτε τα παρά να πάτε να τη δείτε.
Anonymos
Gianni, mallon esy eisai malakas pou pas kai vlepeis tetoies pipes kai sou aresoun ki apo pano.
Giannis*****
Τι λες ρε μαλάκα ανώνυμε, γαμώ τις ταινίες είναι!!!
Anonymos**
Ntaxei, den trellathika, ena oraio tainiaki san xiliades alla.
Rania*****
Καταπληκτικές ερμηνείες, αξιοθαύμαστη σκηνοθεσία, καταπληκτική φωτογραφία! Την προτείνω ανεπιφύλακτα!
Nontas*****
Mou allaxe ti zoi. Deite to.
Soula 0
Η μεγαλύτερη πατάτα όλων των εποχών.
Apopsi 0
Το σινεμά έχει καταντήσει ξενοδοχείο άρρωστων προσωπικοτήτων με καλεσμένους ψωνάρες! Αίσχος!
Abba*
Ότι και να πω θα είναι λίγο. Σκηνοθεσία; Σιγά την ιδέα! Ερμηνείες; Σιγά που είχαν και τίποτα σοβαρό να κάνουν! Φωτογραφία; Κι εγώ να πάω σε νησί, αυτά θα δείξω! Δεν το περίμενα από την Κωλόγρια. Με είχε συνηθίσει αλλιώς. Κρίμα.
Dolores*****
Μετά το It, το Misery, το Christine, το Ψυχώ και την 6η αίσθηση, το καλύτερο θρίλερ έβερ! Επιτέλους και λίγο καλό σινεμά!
Kririkos0
Moufa.
Delfini 0
Ντάξει παιδιά, μεγάλη μαλακία. Καθόμουν και κοίταζα τους διπλανούς που ήταν με το στόμα ανοιχτό και αναρωτιόμουν τι τους άρεσε. Τελικά, όταν άνοιξαν τα φώτα, είδα ότι κοιμόντουσαν.
Μετά από παρακλήσεις χιλιάδων θαυμαστών ανά τον κόσμο, της βραβευμένης με 28 Όσκαρ ταινίας «Welcome to the beach», η τεραστίου καλλιτεχνικού βεληνεκούς Κωλόγρια, μας χαρίζει τη συνέχεια του ερωτικού θρίλερ και ταράζει τα νερά! Από την Παρασκευή στους κινηματογράφους! Μην το χάσετε!
Υπόθεση
Η Λόνα με το Μάκη βρίσκονται μόνοι απέναντι στα πλοκάμια διεστραμμένων εξωγήινων μεταλλαγμένων τεράτων. Θα σωθούν;
Κριτικές κοινού (18)
Floros *****
Μιλάμε, ΤΑ ΣΠΑΕΙ!!!! ΠΟΛΥ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 1! ΘΑ ΤΟ ΞΑΝΑΔΩ ΜΕ ΤΑ ΧΙΛΙΑ!!! ΜΗΝ ΑΚΟΥΤΕ ΤΟΥΣ ΦΛΩΡΟΥΣ!!!! ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ!!!!!
Magas 0
Ναι, Μαρία, μη χάσεις να δεις και την επόμενη. Παιδιά, πιο μεγάλη μαλακία κι από επεισόδιο βραζιλιάνικης σαπουνόπερας που δεν έχω δει. Κοιμήθηκα. Ευτυχώς που ήμουν σε σινεμά με άνετες θέσεις.
Maria**
Εντάξει, καλό ήταν, θα μπορούσε όμως να είναι και καλύτερο. Πάντως, περιμένω με ανυπομονησία την επόμενη ταινία της Κωλόγριας γιατί άκουσα ότι είναι σούπερ!!
Kaiti 0
Poli malakia. Min pate. Tsampa lefta.
Ypourgos*****
Καταπληκτική ταινία, με εσωτερικότητα, πάθος, όνειρα… Εξαιρετική. Τη βάζω δίπλα σε Ταρκόφσκι, Μπέργκμαν, Ταραντίνο και Φώσκολο. Καταπληκτική. Μπράβο Κωλόγρια!
Venia*****
Emena, me pigan me to zori kai emeina malakas!! Tainiara!!! Deite ti!!!
Tolis 0
Ήθελα να’ ξερα αυτή η μαλακισμένη τι σκατά έχει στο μυαλό της. Λέμε είναι άρρωστη. Πολύ μεγάλη μπουρούχα. Άμα έχετε λεφτά για πέταμα, καλύτερα πετάξτε τα παρά να πάτε να τη δείτε.
Anonymos
Gianni, mallon esy eisai malakas pou pas kai vlepeis tetoies pipes kai sou aresoun ki apo pano.
Giannis*****
Τι λες ρε μαλάκα ανώνυμε, γαμώ τις ταινίες είναι!!!
Anonymos**
Ntaxei, den trellathika, ena oraio tainiaki san xiliades alla.
Rania*****
Καταπληκτικές ερμηνείες, αξιοθαύμαστη σκηνοθεσία, καταπληκτική φωτογραφία! Την προτείνω ανεπιφύλακτα!
Nontas*****
Mou allaxe ti zoi. Deite to.
Soula 0
Η μεγαλύτερη πατάτα όλων των εποχών.
Apopsi 0
Το σινεμά έχει καταντήσει ξενοδοχείο άρρωστων προσωπικοτήτων με καλεσμένους ψωνάρες! Αίσχος!
Abba*
Ότι και να πω θα είναι λίγο. Σκηνοθεσία; Σιγά την ιδέα! Ερμηνείες; Σιγά που είχαν και τίποτα σοβαρό να κάνουν! Φωτογραφία; Κι εγώ να πάω σε νησί, αυτά θα δείξω! Δεν το περίμενα από την Κωλόγρια. Με είχε συνηθίσει αλλιώς. Κρίμα.
Dolores*****
Μετά το It, το Misery, το Christine, το Ψυχώ και την 6η αίσθηση, το καλύτερο θρίλερ έβερ! Επιτέλους και λίγο καλό σινεμά!
Kririkos0
Moufa.
Delfini 0
Ντάξει παιδιά, μεγάλη μαλακία. Καθόμουν και κοίταζα τους διπλανούς που ήταν με το στόμα ανοιχτό και αναρωτιόμουν τι τους άρεσε. Τελικά, όταν άνοιξαν τα φώτα, είδα ότι κοιμόντουσαν.
Τετάρτη 28 Μαρτίου 2007
Δεν είναι όλοι για όλους.
Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε πως δεν ταιριάζουμε όλοι με όλους. Και πως οι σκέψεις μας και τα πιστεύω μας, δεν συμπίπτουν επίσης. Θα μου πείτε, καλημέρα, το ξέραμε. Τότε, γιατί άμα μας την πέφτει κάποιος συγχυζόμαστε και αντιδράμε; Δεν ξέρω, πραγματικά. Διαβάζω μπλογκς περίπου 1 χρόνο και έχω δει τα χίλια μύρια. Κατηγορίες, άσχημα σχόλια, καλά σχόλια, μαλάκες, καλούς ανθρώπους. Την κοινωνία μας δηλαδή. Απλά εδώ μέσα –στο ίντερνετ εννοώ- είναι πολύ κοντά όλοι ο ένας στον άλλο, ενώ έξω είμαστε πιο «αραιωμένοι». Ή μήπως συμβαίνει το ανάποδο; Πάλι δεν ξέρω. Τι ζόρι τραβάω; Τι θέλω να πω; Τι έγινε; Διαπιστώνω πράγματα, απλώς. Μέσα στα μπλογκς, με το θάρρος της ανωνυμίας, οι περισσότεροι τουλάχιστον βγάζουν τον πιο «εσωτερικό» εαυτό τους. Ενώ έξω, λίγο η ντροπή, λίγο η ανασφάλεια, λίγο το ένα, λίγο το άλλο, προσέχουμε περισσότερο. Εδώ, βάζω ένα anonymous ή ένα Λέτα ή ένα Κωλόγρια και λέω ό,τι μα ό,τι γουστάρω. Έτσι πρέπει; Εγώ προσωπικά πιστεύω πως όχι, δεν πρέπει έτσι. Πρέπει να προσέχω τι λέω και για ποιον γιατί υπάρχει περίπτωση να επηρεάσω κάποιους. Αρνητικά. Και να τους θίξω. Να τους προσβάλλω. Και δεν το θέλω. Βέβαια, πάντα υπάρχει πιθανότητα να μην καταλάβει ο άλλος αυτό που λες γιατί σαφώς δεν είναι μέσα στο μυαλό σου, και τελικά να θιχτεί και παίζει να πει μαλακίες. Δεν τρέχει. Συμβαίνουν αυτά. Μήπως όμως να ξανακοίταζε αν έχει δίκιο; Αξίζει να ασχοληθεί; Οι απόψεις σαφώς και είναι σεβαστές. Αλλά όχι το βρίσιμο. Το να μειώνεις τον άλλο. Το να τον πεις για παράδειγμα αγράμματο. Γιατί μπορεί να είναι. Και να έχει μόνη του διέξοδο το μπλογκ του. Εκεί που δε μπορεί να τον μειώσει κανείς μιας και στη ζωή του, τον μειώνουν ή τον μείωναν συνέχεια. Εσύ, ο «γραμματιζούμενος» τι το παίζεις ακριβώς; Σου φαίνεται μαλάκας; Γιατί ασχολείσαι; Πραγματικά δεν καταλαβαίνω. Αλλά η ζωή είναι έτσι και μπορεί και συ ο ίδιος, ο αγράμματος, να θίξεις κάποιον χωρίς να το θες. Και το φοβερό είναι ότι δε θα χάσουν ευκαιρία να στο τονίσουν. Να σε προσβάλλουν. Φοβερό. Σε ένα μου ποστ, έλεγα ότι οι κομμώτριες ακούνε λαϊκά. Δεν το έβαλα για να θίξω τις κομμώτριες. Το έβαλα γιατί γενικά λέω χοντράδες και κάνω πλάκα. Πολλές, πολύ καλές μου φίλες είναι κομμώτριες, μακιγιέζ κλπ. Δεν έχω καμία φίλη πρύτανη στο πανεπιστήμιο. Εμφανίστηκε λοιπόν μια κοπέλα και μου είπε ότι δεν ακούνε όλες οι κομμώτριες λαϊκά και καπάκι μου έκανε υπέροχο σχόλιο για το κείμενο. Και ντράπηκα. Και της είπα ότι είναι γαμώ τα παιδιά και το εννοώ, γιατί κανονικά θα έπρεπε να με βρίσει. Επίσης, παρατηρώ πως αν κάποιος υπογράφει με το κανονικό του όνομα και τυγχάνει να είναι γνωστός, βλέπε περίπτωση Αντώναρου, τον σκίζουν. Τι ζόρι τραβάει ο κοσμάκης δεν ξέρω. Να μπω εγώ τώρα στο μπλογκ του άλλου και να αρχίσω να τον κατηγορώ γιατί το ένα και γιατί το άλλο. Καταρχάς, θα ντρεπόμουν. Κατά δεύτερον, αν τον θεωρώ μαλάκα, μαλάκας γίνομαι εγώ δυο φορές που ασχολούμαι μαζί του. Δεν καταλαβαίνω. Καθόλου. Τέλος πάντων. Με είπαν διανοητικά καθυστερημένη και αγράμματη και στενοχωρήθηκα. Αυτό είναι όλο. Γιατί παίζει να είμαι. Καθυστερημένη. Αγράμματη είμαι σίγουρα. Αλλά, αναρωτιέμαι, πειράζει; Καλή πλάκα δεν κάνουμε; Από κει και πέρα τι; Θα μου πεις, εδώ κατηγορούν κόσμο ότι εκμεταλλεύεται ασθένειες, πάθη και δεν ξέρω και γω τι άλλο για να είναι λέει πρώτοι σε αναγνωσιμότητα… Άκου ρε… Υπάρχει πρόβλημα τελικά… Μεγάλο πρόβλημα… Και τι έγινε άμα βγεις πρώτος, ρωτάω εγώ τώρα. Παίρνεις καμιά επιταγή; Πραγματικά δεν καταλαβαίνω.
Είναι δύσκολο να εκτίθεσαι και να λες πράγματα για σένα γιατί στο φινάλε, αυτά που γράφεις, από σένα βγαίνουν, δικά σου είναι. Κι όταν τα προσβάλλουν, προσβάλλουν εσένα. Ένας καλός τρόπος να δείξεις ότι κάτι δε σου άρεσε είναι να το πεις με όμορφα λόγια ή να μην πεις τίποτα. Η απουσία έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη μαλακία. Τι να πω. Δεν έχω σκοπό να κάνω επίσημη ψυχανάλυση εδώ μέσα σε μένα ή σε άλλους γιατί δεν έχει νόημα και έχει μεγάλη ευθύνη. Απλά, βλέπω πολλά, μα πάρα πολλά καλά άτομα και πολλούς άλλους με μεγάλη άνεση να σε προσβάλλουν. Πονεμένοι άνθρωποι που θέλουν να πονέσουν και τους υπόλοιπους; Απλά παρεξήγησαν; Σαφώς φταις κι εσύ. Πάντα χρειάζονται δύο για να χορέψεις ταγκό λένε. Δεν ξέρω. Εντυπωσιάζομαι συνέχεια και αυτό ήθελα να πω.
Είναι δύσκολο να εκτίθεσαι και να λες πράγματα για σένα γιατί στο φινάλε, αυτά που γράφεις, από σένα βγαίνουν, δικά σου είναι. Κι όταν τα προσβάλλουν, προσβάλλουν εσένα. Ένας καλός τρόπος να δείξεις ότι κάτι δε σου άρεσε είναι να το πεις με όμορφα λόγια ή να μην πεις τίποτα. Η απουσία έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη μαλακία. Τι να πω. Δεν έχω σκοπό να κάνω επίσημη ψυχανάλυση εδώ μέσα σε μένα ή σε άλλους γιατί δεν έχει νόημα και έχει μεγάλη ευθύνη. Απλά, βλέπω πολλά, μα πάρα πολλά καλά άτομα και πολλούς άλλους με μεγάλη άνεση να σε προσβάλλουν. Πονεμένοι άνθρωποι που θέλουν να πονέσουν και τους υπόλοιπους; Απλά παρεξήγησαν; Σαφώς φταις κι εσύ. Πάντα χρειάζονται δύο για να χορέψεις ταγκό λένε. Δεν ξέρω. Εντυπωσιάζομαι συνέχεια και αυτό ήθελα να πω.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2007
Κι άλλες 5. Μου’ χετε πρίξει τ’ αρχίδια!
Ο Σπιτόγατος, μου έδωσε, λες και μου χρώσταγε, 5 λέξεις να γράψω μία γαμημένη ιστορία. Οι πουτάνες οι λέξεις είναι: κώλος, μπαλκόνι, φορτηγό, γλειφιτζούρι, πληγώνω.
Λοιπόν, μου έχετε πρίξει τα αρχίδια. Όποιος πούστης ή πουτάνα, μου ξαναδώσει 5 λέξεις να γράψω ιστορία, τον/την παρακαλώ να μη μου τις δώσει, αλλά να τις γράψει μία-μία σε ένα κενό αρχείο word, να τις τυπώσει σε ένα χαρτόνι, να κόψει το περίγραμμά τους και μετά ΝΑ ΤΙΣ ΒΑΛΕΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΟΥ /ΤΗΣ. Ευχαριστώ.
Ακούστε τώρα τι έγινε χτες. Η μανούλα έφτιαξε ένα γαμηστερό στιφάδο. Αλλά όχι με κρέας! Όοοοχι!! Στιφάδο με μανιτάρια. Συνταγή Μαμαλάκη. Καλά, ο Μαμαλάκης έχει μπει στη ζωή μας. Βλέπουμε την εκπομπή και είμαστε όλο γούτσου-γούτσου, Αχ Ηλία μου, και τέτοια. Βλέπει λοιπόν τη συνταγή, τη φτιάχνει και μου φέρνει και μένα ένα ταπεράκι να δοκιμάσω… Γυρνάω από τη δουλειά που λέτε, πλακώνω το στιφάδο κει με ψωμί, της πουτάνας έγινε. Τελειώνω, πατάω ένα βαρβάτο ρέψιμο και ξαπλώνω στην κρεβάτα να κουλάρω… Ξαφνικά, αρχίζω να φουντώνω. Ζέστη ρε πούστη, πολύ ζέστη. Κάτσε να τα βγάλω λέω κι αρχίζω να γδύνομαι. Τα βγάζω και μένω ξεβράκωτη. Ξαναξαπλώνω, ζέστη. Ρε γαμώ την κοινωνία μου, τι να κάνω; Μπαίνω στο μπάνιο και κάνω ένα ντους. Έλα όμως που το νερό ήταν χλιαρό και ψιλοπάγωσα… Βγαίνω από το μπάνιο, φοράω το μπουρνούζι και τότε… αρχίζει να γουργουρίζει περίεργα η κοιλιά μου. Γρρρρ και γρρρ, τι έγινε ρε πούστη λέω; Και τότε πήρε φωτιά ο κώλος μου! Αμολάω μια κλανιά και πετάγομαι μπροστά! Ω ρε πούστη, τι έγινε;; λέω! Γρρρρ και δεύτερη! Αυτή τη φορά, παραλίγο να χτυπήσω στον τοίχο! Ω ρε πούστη, γαμώ! αναφωνώ και πάω στο διάδρομο να έχω χώρο. Ακούω γρρρρ, ψιλοκλείνω τα γόνατα, μαζεύω τους αγκώνες, σφίγγομαι και πέταξα 2 μέτρα πάνω από το έδαφος ρε μαλάκες!!!! Ο κώλος μου έγινε τουρμπίνα!!! Άρχισα να γουστάρω τρελά και ευχόμουν να μην τελειώσει γρήγορα! Καπάκι σκέφτηκα ότι δε θα τελειώσει γιατί με το ντουζάκι πάγωσα, οπότε στιφάδο + κρύο νερό = κλάσιμο πάνω από 5 ώρες!!!! ΚΑΙ ΓΑΜΩ!!!!
Τρέχω, ντύνομαι, σφίγγω τον κώλο να μην κλάσω και χτυπήσω σε καμιά ντουλάπα όσο ντύνομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι. Έχω μεγάλο μπαλκόνι οπότε θα έκανα εκεί τα πετάγματά μου χωρίς φόβο μη χτυπήσω. Βγαίνω έξω που λέτε και αρχίζω να κάνω σόου για πάρτη μου. Έπαιρνα στάσεις Σούπερμαν, Μπάτμαν, έκανα ανάποδες τούμπες κι όλα αυτά με την κωλοτουρμπίνα!! Κάποια φάση εκεί που πετάω δεξιά αριστερά, κάνω έτσι και τι να δω; Ένα γλειφιτζούρι. Το μουνί της μάνας, του πατέρα, του σογιού και της κοινωνίας τους. Οι καριόληδες από πάνω, δε φτάνει που μου πετάνε τα άλλα σκουπίδια τους, τώρα μου πετάνε και γλειφιτζούρια να με φάνε οι μύγες και τα μυρμήγκια! ΤΩΡΑ ΘΑ ΔΟΥΝ! σκέφτηκα, έπιασα το γλειφιτζούρι, έκατσα σε στάση Σούπερμαν κοιτώντας προς τα πάνω και με το επόμενο γρρρρρ!!! άφησα τον κώλο να αναπνεύσει και πέταξα! Με τη μία, βρέθηκα να στέκομαι στα κάγκελα του από πάνω μπουρδέλου. Και τι να δω; Το σκύλο με δύο κατακόκκινα γυαλιστερά μάτια να έρχεται κατά πάνω μου! Ακούω γρρρ, σφίγγομαι, δεύτερο γρρρ, αφήνω και με μία κίνηση καράτε, πηδάω πάνω του, τον ακινητοποιώ και του βάζω το γλειφιτζούρι στον κώλο! Τα «κάι, κάι, κάι» που άκουσα, μπορώ να πω ότι με ευχαρίστησαν τα μάλα! Εν συνεχεία, πάω στη μπαλκονόπορτα και χτυπάω ευγενικά το τζάμι. Η καριόλα ήταν εκεί και με το που με βλέπει, μένει σύξυλη. Φωνάζει και την υπόλοιπη μπουρδελοοικογένειά της, έρχονται όλοι τρέχοντας στο σαλόνι και κοιτάνε προς το μέρος μου. Με βλέπουν και με μάτια γεμάτα φωτιά και χείλη που βράζουν, τρέχουν προς τα μένα. Κάνω λίγο πίσω, βγαίνουν έξω και ξεκινάμε! Νταν! Μπουπ! Ντον! Ντιν! Γκλοπ! Φιτ! Φατ! Ντουπ! Τους ξεκατίνιασα! Γρρρρρρρ έλα καλή μου κλανιά πάρε μια κλωτσιά! Γρρρρρρρρρ έλα καλή μου κλανιά πάρε μια ανάποδη! Γρρρρρρρρρρρρρρρρ έλα καλή μου κλανιά πάρε μια ξανάστροφη! Όσο τους έδερνα και δεν ήξεραν από πού τους έρχεται, άκουσα από το δρόμο να περνάει ένα φορτηγό. Με σπάνια τεχνική και απίστευτη δύναμη, τους αρπάζω όλους από τα πόδια και με δύο φούρλες, τους εκτοξεύω από το μπαλκόνι! Ε άμα πια αρχίδια! λέω και στέκομαι με τα χέρια στη μέση. Η κωλοτουρμπίνα γάμησε και έδειρε! Αναρωτήθηκα που ήταν ο σκύλος. Έκανα έτσι και τον βλέπω στην άλλη γωνία να γλύφει τον κώλο του. Εμ βέβαια, ολόκληρο γλειφιτζούρι είχε ανακαλύψει! Σιγά να μην το άφηνε!
Με περισσή ευχαρίστηση, άκουσα ένα γρρρρρρρρρρρρρ, την αμολάω, και με ένα πέταγμα πρωταθλητή καταδύσεων με διπλή ανάποδη τούμπα, βρίσκομαι στο μπαλκόνι μου. Μπαίνω μέσα και σκέφτομαι πόσο μ’ αρέσει όταν πληγώνω τέτοιους ανθρώπους… Τα γρρρρρρρρρρ άρχισαν να εξασθενούν αλλά για καλό και για κακό, δέθηκα στο κρεβάτι μην χτυπήσω στο ταβάνι… Τέτοιο γαμάτο ύπνο δεν έχω ξανακάνει… Σήμερα άκουσα πως βρέθηκε μια ολόκληρη οικογένεια πεταμένη στη χωματερή Άνω Λιοσίων με χοντρό σοκ και τους πήγαν στο ψυχιατρείο. Τον σκύλο έρχονται να τον πάρουν από τη Φιλοζωική, πήρα τηλέφωνο. Στη μανούλα πήρα λουλούδια και μην ξεχάσω να στείλω στο Μαμαλάκη μία ευχαριστήρια κάρτα με ευχές για υγεία, ευτυχία, ευημερία, χαρά και όλα τα καλά του κόσμου.
Λοιπόν, μου έχετε πρίξει τα αρχίδια. Όποιος πούστης ή πουτάνα, μου ξαναδώσει 5 λέξεις να γράψω ιστορία, τον/την παρακαλώ να μη μου τις δώσει, αλλά να τις γράψει μία-μία σε ένα κενό αρχείο word, να τις τυπώσει σε ένα χαρτόνι, να κόψει το περίγραμμά τους και μετά ΝΑ ΤΙΣ ΒΑΛΕΙ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΤΟΥ /ΤΗΣ. Ευχαριστώ.
Ακούστε τώρα τι έγινε χτες. Η μανούλα έφτιαξε ένα γαμηστερό στιφάδο. Αλλά όχι με κρέας! Όοοοχι!! Στιφάδο με μανιτάρια. Συνταγή Μαμαλάκη. Καλά, ο Μαμαλάκης έχει μπει στη ζωή μας. Βλέπουμε την εκπομπή και είμαστε όλο γούτσου-γούτσου, Αχ Ηλία μου, και τέτοια. Βλέπει λοιπόν τη συνταγή, τη φτιάχνει και μου φέρνει και μένα ένα ταπεράκι να δοκιμάσω… Γυρνάω από τη δουλειά που λέτε, πλακώνω το στιφάδο κει με ψωμί, της πουτάνας έγινε. Τελειώνω, πατάω ένα βαρβάτο ρέψιμο και ξαπλώνω στην κρεβάτα να κουλάρω… Ξαφνικά, αρχίζω να φουντώνω. Ζέστη ρε πούστη, πολύ ζέστη. Κάτσε να τα βγάλω λέω κι αρχίζω να γδύνομαι. Τα βγάζω και μένω ξεβράκωτη. Ξαναξαπλώνω, ζέστη. Ρε γαμώ την κοινωνία μου, τι να κάνω; Μπαίνω στο μπάνιο και κάνω ένα ντους. Έλα όμως που το νερό ήταν χλιαρό και ψιλοπάγωσα… Βγαίνω από το μπάνιο, φοράω το μπουρνούζι και τότε… αρχίζει να γουργουρίζει περίεργα η κοιλιά μου. Γρρρρ και γρρρ, τι έγινε ρε πούστη λέω; Και τότε πήρε φωτιά ο κώλος μου! Αμολάω μια κλανιά και πετάγομαι μπροστά! Ω ρε πούστη, τι έγινε;; λέω! Γρρρρ και δεύτερη! Αυτή τη φορά, παραλίγο να χτυπήσω στον τοίχο! Ω ρε πούστη, γαμώ! αναφωνώ και πάω στο διάδρομο να έχω χώρο. Ακούω γρρρρ, ψιλοκλείνω τα γόνατα, μαζεύω τους αγκώνες, σφίγγομαι και πέταξα 2 μέτρα πάνω από το έδαφος ρε μαλάκες!!!! Ο κώλος μου έγινε τουρμπίνα!!! Άρχισα να γουστάρω τρελά και ευχόμουν να μην τελειώσει γρήγορα! Καπάκι σκέφτηκα ότι δε θα τελειώσει γιατί με το ντουζάκι πάγωσα, οπότε στιφάδο + κρύο νερό = κλάσιμο πάνω από 5 ώρες!!!! ΚΑΙ ΓΑΜΩ!!!!
Τρέχω, ντύνομαι, σφίγγω τον κώλο να μην κλάσω και χτυπήσω σε καμιά ντουλάπα όσο ντύνομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι. Έχω μεγάλο μπαλκόνι οπότε θα έκανα εκεί τα πετάγματά μου χωρίς φόβο μη χτυπήσω. Βγαίνω έξω που λέτε και αρχίζω να κάνω σόου για πάρτη μου. Έπαιρνα στάσεις Σούπερμαν, Μπάτμαν, έκανα ανάποδες τούμπες κι όλα αυτά με την κωλοτουρμπίνα!! Κάποια φάση εκεί που πετάω δεξιά αριστερά, κάνω έτσι και τι να δω; Ένα γλειφιτζούρι. Το μουνί της μάνας, του πατέρα, του σογιού και της κοινωνίας τους. Οι καριόληδες από πάνω, δε φτάνει που μου πετάνε τα άλλα σκουπίδια τους, τώρα μου πετάνε και γλειφιτζούρια να με φάνε οι μύγες και τα μυρμήγκια! ΤΩΡΑ ΘΑ ΔΟΥΝ! σκέφτηκα, έπιασα το γλειφιτζούρι, έκατσα σε στάση Σούπερμαν κοιτώντας προς τα πάνω και με το επόμενο γρρρρρ!!! άφησα τον κώλο να αναπνεύσει και πέταξα! Με τη μία, βρέθηκα να στέκομαι στα κάγκελα του από πάνω μπουρδέλου. Και τι να δω; Το σκύλο με δύο κατακόκκινα γυαλιστερά μάτια να έρχεται κατά πάνω μου! Ακούω γρρρ, σφίγγομαι, δεύτερο γρρρ, αφήνω και με μία κίνηση καράτε, πηδάω πάνω του, τον ακινητοποιώ και του βάζω το γλειφιτζούρι στον κώλο! Τα «κάι, κάι, κάι» που άκουσα, μπορώ να πω ότι με ευχαρίστησαν τα μάλα! Εν συνεχεία, πάω στη μπαλκονόπορτα και χτυπάω ευγενικά το τζάμι. Η καριόλα ήταν εκεί και με το που με βλέπει, μένει σύξυλη. Φωνάζει και την υπόλοιπη μπουρδελοοικογένειά της, έρχονται όλοι τρέχοντας στο σαλόνι και κοιτάνε προς το μέρος μου. Με βλέπουν και με μάτια γεμάτα φωτιά και χείλη που βράζουν, τρέχουν προς τα μένα. Κάνω λίγο πίσω, βγαίνουν έξω και ξεκινάμε! Νταν! Μπουπ! Ντον! Ντιν! Γκλοπ! Φιτ! Φατ! Ντουπ! Τους ξεκατίνιασα! Γρρρρρρρ έλα καλή μου κλανιά πάρε μια κλωτσιά! Γρρρρρρρρρ έλα καλή μου κλανιά πάρε μια ανάποδη! Γρρρρρρρρρρρρρρρρ έλα καλή μου κλανιά πάρε μια ξανάστροφη! Όσο τους έδερνα και δεν ήξεραν από πού τους έρχεται, άκουσα από το δρόμο να περνάει ένα φορτηγό. Με σπάνια τεχνική και απίστευτη δύναμη, τους αρπάζω όλους από τα πόδια και με δύο φούρλες, τους εκτοξεύω από το μπαλκόνι! Ε άμα πια αρχίδια! λέω και στέκομαι με τα χέρια στη μέση. Η κωλοτουρμπίνα γάμησε και έδειρε! Αναρωτήθηκα που ήταν ο σκύλος. Έκανα έτσι και τον βλέπω στην άλλη γωνία να γλύφει τον κώλο του. Εμ βέβαια, ολόκληρο γλειφιτζούρι είχε ανακαλύψει! Σιγά να μην το άφηνε!
Με περισσή ευχαρίστηση, άκουσα ένα γρρρρρρρρρρρρρ, την αμολάω, και με ένα πέταγμα πρωταθλητή καταδύσεων με διπλή ανάποδη τούμπα, βρίσκομαι στο μπαλκόνι μου. Μπαίνω μέσα και σκέφτομαι πόσο μ’ αρέσει όταν πληγώνω τέτοιους ανθρώπους… Τα γρρρρρρρρρρ άρχισαν να εξασθενούν αλλά για καλό και για κακό, δέθηκα στο κρεβάτι μην χτυπήσω στο ταβάνι… Τέτοιο γαμάτο ύπνο δεν έχω ξανακάνει… Σήμερα άκουσα πως βρέθηκε μια ολόκληρη οικογένεια πεταμένη στη χωματερή Άνω Λιοσίων με χοντρό σοκ και τους πήγαν στο ψυχιατρείο. Τον σκύλο έρχονται να τον πάρουν από τη Φιλοζωική, πήρα τηλέφωνο. Στη μανούλα πήρα λουλούδια και μην ξεχάσω να στείλω στο Μαμαλάκη μία ευχαριστήρια κάρτα με ευχές για υγεία, ευτυχία, ευημερία, χαρά και όλα τα καλά του κόσμου.
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2007
Τα’ θελα και τα’ παθα ή Η εκδίκηση του γύφτου.
Βαριέμαι να σας εξηγήσω τώρα τι ήθελα και το’ παθα, πάντως παρακάτω είναι μία ιστορία με 5 λέξεις από τον Καιρό. Ή μάλλον όχι. Θα σας εξηγήσω. Ο Καιρός με προσκάλεσε να γράψω 7 αγαπημένες ταινίες και γω του είπα ότι ήδη έχω γράψει ένα έπος για το σινεμά και δεν το ξανακάνω και αν θέλει, να μου βάλει 5 λέξεις να γράψω μία ιστορία. Του έδωσα παράδειγμα τι λέξεις να βάλει και μου έβαλε τις ίδιες. (Να γιατί: τα’ θελα και τα’ παθα και ποια είναι η εκδίκηση του γύφτου. Γύφτος δεν είναι ο Καιρούλης, η έκφραση είναι έτσι. Άντε γαμηθείτε που θα με γεμίζετε τύψεις συνέχεια!) Οι καταπληκτικές λέξεις είναι κώλος, παπάρες, βυζί, σήμερα, αύριο.
Δώστε κλώτσο να γυρίσει, μαλακία να αρχινήσει:
-Κώλος… παπάρες. Βυζί… τα ίδια. Σήμερα… αύριο…;
-Τι μονολογείς μωράκι μου γυμνή στον καθρέφτη;
-Μου’ χει πέσει ο κώλος και το βυζί και πρέπει να τα φτιάξω λίγο. Τώρα πότε να το κανονίσω δεν ξέρω…
-Τι βλακείες είναι αυτές γαρδένια μου; Εσύ είσαι μια θεά.
-Κάνε μας τη χάρη που έχεις κι άποψη. Όταν λέω, έχουν πέσει, έχουν πέσει.
-Μα μωράκι μου, τα βυζάκια σου είναι υπέροχα. Η ρόγα κοιτάει στο ταβάνι. Το κωλαράκι σου; Στητό και σφιχτό σαν πέτρα!
-Θέλεις να αρχίσω τίποτα μπινελίκια; Βούλωνε και δρόμο. Θα πάρω τηλέφωνο να κανονίσω ραντεβού.
-Καλά. Τι να σου πω; Άμα θες να χαλάσεις το κορμάκι σου, πάρε.
-Ρε μαλάκα, τυφλή είμαι, όχι κουλή!
Δώστε κλώτσο να γυρίσει, μαλακία να αρχινήσει:
-Κώλος… παπάρες. Βυζί… τα ίδια. Σήμερα… αύριο…;
-Τι μονολογείς μωράκι μου γυμνή στον καθρέφτη;
-Μου’ χει πέσει ο κώλος και το βυζί και πρέπει να τα φτιάξω λίγο. Τώρα πότε να το κανονίσω δεν ξέρω…
-Τι βλακείες είναι αυτές γαρδένια μου; Εσύ είσαι μια θεά.
-Κάνε μας τη χάρη που έχεις κι άποψη. Όταν λέω, έχουν πέσει, έχουν πέσει.
-Μα μωράκι μου, τα βυζάκια σου είναι υπέροχα. Η ρόγα κοιτάει στο ταβάνι. Το κωλαράκι σου; Στητό και σφιχτό σαν πέτρα!
-Θέλεις να αρχίσω τίποτα μπινελίκια; Βούλωνε και δρόμο. Θα πάρω τηλέφωνο να κανονίσω ραντεβού.
-Καλά. Τι να σου πω; Άμα θες να χαλάσεις το κορμάκι σου, πάρε.
-Ρε μαλάκα, τυφλή είμαι, όχι κουλή!
Παρασκευή 23 Μαρτίου 2007
Κι άλλες 5.
Ο Mithradir μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο με 5 λέξεις και το έγραψα. Καλά που δεν έβαλα μόνες τους τις 5 λέξεις στη σειρά. Το παραδίδω λοιπόν να το φτύσετε και να το πετάξετε στη φωτιά. Άμα το φτύσετε πολύ όμως, δε θα καεί, γιατί θα είναι βρεγμένο :) Οι λέξεις είναι σνομπισμός, αμαρτωλός, ιδεαλιστής, ξεχωρίζω, μαχαίρι.
Δε γουστάρω κανένα. Όλοι είναι μαλάκες. Πίνοντας την τελευταία γουλιά καφέ, χαμογέλασα και σκέφτηκα πως είμαι ο καλύτερος. Κάποτε ένας μου είπε ότι φταίει ο τεράστιος σνομπισμός. Εγώ πάλι σκέφτηκα ότι και αυτός είναι αμαρτωλός. Εγώ απλά είμαι ένας ιδεαλιστής. Και όταν το μαχαίρι ενός μισάνθρωπου μου τρύπησε την καρδιά και πέθανα, επιβεβαιώθηκα. Τόσο μαλάκες είναι όλοι.
Αίσχος! Που λέει και ο κολλητός μου! Αίσχος μωρή κωλόγρια!!! Χαβούζα!!!!
Αλλά τι να κάνω; Πάλι έμπνευση μηδέν!!
Μπορώ να ξαναδοκιμάσω όμως, για να δω μέχρι που φτάνει η κατάντια μου:
Ο σνομπισμός δεν είναι καλό πράγμα. Το άκουσα που το έλεγε η κυρία Τούλα. Όμως αυτή είναι φτωχή και άσχημη και δεν είναι δυνατόν να μου πει εμένα τι είναι κάτι και τι δεν είναι. Ο αμαρτωλός πάλι, είναι αυτός που καταπατάει κάποια από τις 10 εντολές. Π.χ. λέει ψέματα για να μη στενοχωρήσει κάποιον. Ή βρίζει τη μάνα του που τον πέταξε στα σκουπίδια όταν γεννήθηκε. Ή σκότωσε το δολοφόνο του παιδιού του. Ο ιδεαλιστής είναι αυτός που έχει πολλές ιδέες όπως εγώ. Άρα είναι πολύ καλός και έξυπνος άνθρωπος και με μεγάλη χαρά θα τον έκανα φίλο μου. Αρκεί να μη μου ζαλίσει τα αρχίδια με τα ιδανικά του. Τώρα, το αν ξεχωρίζω, είναι κάτι που θέλει συζήτηση. Αν με βάλεις, για παράδειγμα, ανάμεσα από μπασκετμπολίστες, δε θα ξεχωρίζω. Αν με βάλεις, ανάμεσα από παιδάκια 3 ετών, σίγουρα θα ξεχωρίζω.
Το μαχαίρι είναι αυτό που πρέπει να χρησιμοποιείς άμα θες να κόψεις το φαγητό σου, χόρτα ή συχνά, τις μαλακίες που λες. Άρα, το κόβω μαχαίρι:)
Δε γουστάρω κανένα. Όλοι είναι μαλάκες. Πίνοντας την τελευταία γουλιά καφέ, χαμογέλασα και σκέφτηκα πως είμαι ο καλύτερος. Κάποτε ένας μου είπε ότι φταίει ο τεράστιος σνομπισμός. Εγώ πάλι σκέφτηκα ότι και αυτός είναι αμαρτωλός. Εγώ απλά είμαι ένας ιδεαλιστής. Και όταν το μαχαίρι ενός μισάνθρωπου μου τρύπησε την καρδιά και πέθανα, επιβεβαιώθηκα. Τόσο μαλάκες είναι όλοι.
Αίσχος! Που λέει και ο κολλητός μου! Αίσχος μωρή κωλόγρια!!! Χαβούζα!!!!
Αλλά τι να κάνω; Πάλι έμπνευση μηδέν!!
Μπορώ να ξαναδοκιμάσω όμως, για να δω μέχρι που φτάνει η κατάντια μου:
Ο σνομπισμός δεν είναι καλό πράγμα. Το άκουσα που το έλεγε η κυρία Τούλα. Όμως αυτή είναι φτωχή και άσχημη και δεν είναι δυνατόν να μου πει εμένα τι είναι κάτι και τι δεν είναι. Ο αμαρτωλός πάλι, είναι αυτός που καταπατάει κάποια από τις 10 εντολές. Π.χ. λέει ψέματα για να μη στενοχωρήσει κάποιον. Ή βρίζει τη μάνα του που τον πέταξε στα σκουπίδια όταν γεννήθηκε. Ή σκότωσε το δολοφόνο του παιδιού του. Ο ιδεαλιστής είναι αυτός που έχει πολλές ιδέες όπως εγώ. Άρα είναι πολύ καλός και έξυπνος άνθρωπος και με μεγάλη χαρά θα τον έκανα φίλο μου. Αρκεί να μη μου ζαλίσει τα αρχίδια με τα ιδανικά του. Τώρα, το αν ξεχωρίζω, είναι κάτι που θέλει συζήτηση. Αν με βάλεις, για παράδειγμα, ανάμεσα από μπασκετμπολίστες, δε θα ξεχωρίζω. Αν με βάλεις, ανάμεσα από παιδάκια 3 ετών, σίγουρα θα ξεχωρίζω.
Το μαχαίρι είναι αυτό που πρέπει να χρησιμοποιείς άμα θες να κόψεις το φαγητό σου, χόρτα ή συχνά, τις μαλακίες που λες. Άρα, το κόβω μαχαίρι:)
Πέμπτη 22 Μαρτίου 2007
Για να μαθαίνουμε.
Διαβάστε τις μαλακίες μου, αλλά πρώτα απ' όλα, μπείτε στο blog της ΚυραΛίνας (δείτε Ατομάρες δίπλα) και διαβάστε το Φτάνει Πια και παρακάτω το Γράμμα ενός Φοιτητή.
Γαμημένη Χώρα Μπουρδέλο το Μεγαλείο σου.
Γαμημένη Χώρα Μπουρδέλο το Μεγαλείο σου.
Στο μυαλό του Τζον Κωλογρίεβιτς.
Βγήκαν οι πουτάνες οι σκέψεις!! Και τρέχουν!!! Παιδιά κάντε στην μπάντα!! Λερώνω και δεν πληρώνω! Άκρη λέμε! Άκρη ρε!!!! Νααα Μαλάκα! Και σου’ πα άκρη! Τζον Στάμος. Τζον Μπον Τζόβι! Μπαντ Μέντισιν!!!
I ain' t got a fever got a permanent disease
It'll take more than a doctor to prescribe a remedy
I got lots of money but it isn't what I need
Gonna take more than a shot to get this poison out of me
I got all the symptoms count 'em 1,2,3
First I need
That's what you get for falling in love
Then you bleed
You get a little but it's never enough
On your knees
That's what you get for falling in love
And now this boy's addicted cause your kiss is the drug
Your love is like bad medicine
Bad medicine is what I need
Shake it up, just like bad medicine
There ain't no doctor that can
Cure my disease
Bad, bad medicine
Bad, bad medicine
I don't need no needle
To be giving me a thrill
And I don't need no anesthesia
Or a nurse to bring a pill
I got a dirty down addition
It doesn't leave a track
I got a jonse for your affection
Like a monkey on my back
Δεν το βάζω όλο μη σας σπάσω και τ’ αρχίδια!
Τζον Τέιλορ! Ντουράν Ντουράν!! Γουάιλντ Μπόις!!!
The wild boys are calling
On their way back from the fire
In august moon's surrender to
A dust cloud on the rise
Wild boys fallen far from glory
Reckless and so hungered
On the razors edge you trail
Because there's murder by the roadside
In a sore afraid new world
They tried to break us,
Looks like they'll try again
Wild boys never lose it
Wild boys never chose this way
Wild boys never close your eyes
Wild boys always shine
Καλά το βίντεο κλιπ το θυμάστε οι γέροι; Γιατί τα άλλα είστε μικρά, αρχίδια θυμάστε γιατί εκεί ήσασταν ακόμα χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!! Τι μαλάκω που είμαι ε; ε; ε; ε; ε; ε; ε; Βγαίνουν με κλωτσοπατινάδα οι σκέψεις και γίνεται μαδομούνι!!!!!
Τζον Τζον. Πεταλώνω γάτες! Βάζω ρόδες στις μύγες και σπινιάρουν στο γιαούρτι!! Τσόκαρα βάζω και κάνω κλάπα κλούπα κλάπα κλούπα! Ερώτηση:
Έχετε σκεφτεί πόσο χρόνο έχετε φάει να διαβάζετε τις ασυναρτησίες μου;;;; Αν πλέκατε, θα μπορούσατε να έχετε φτιάξει ένα ζιπουνάκι και δυο ζευγάρια κάλτσες. Τόσα για όσους έχουν διαβάσει μερικά από τα κουλά μου. Όποιος τα έχει διαβάσει όλα, θα μπορούσε να έχει πλέξει μία προίκα. Έι οπ! Έι οπ! Έι οπ! Φφφφρρρρ!!! (χορεύω και σφυρίζω).
Ρε μπας και άρχισαν να πίνουν τίποτα ντρόγκες οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι; Α! Τώρα το θυμήθηκα!! Παλιά είχα κάνει ένα εγκεφαλογράφημα (όταν ήμανε νέα, είχα περάσει αεροσυνοδός ρε χαμένα, αμέ τι νομίζατε, από φωνή μουνί κι από μουνί φωνάρα, παλιά όχι τώρα, αλλά ήμουν γκαβή και πήρα τα αρχίδια μου) και το’ χω σπίτι! Βασικά, φωτογραφία του εγκεφάλου είναι. Δεν ξέρω αν είναι ειδική εξέταση, αυτό πάντως έχει χρώματα και δείχνει τα ποσοστά που πρέπει να έχουν τα χρωματιστά ζουμιά του εγκεφάλου για να είσαι στα καλά σου. Πώς είναι η χοληστερίνη; Το φυσιολογικό από τόσο μέχρι τόσο; Ε, έτσι και τα χρώματα στο εγκεφαλογράφημα. Εντωμεταξύ και αυτά που λένε για την αριστερή και δεξιά πλευρά, ισχύουν. Να δείτε στον εγκέφαλό μου, δεξιά άλλο νουμεράκι το πρασινάκι, άλλο αριστερά! Χα! Κι εντωμεταξύ, είχα απαντήσει και σε κάτι ψυχοερωτήσεις (πρέπει να κάνεις αυτές τις εξετάσεις, γιατί άμα είσαι αεροσυνοδός και είσαι ψυχοπαθής και συμβεί κάτι, γάμα τα. Σκεφτείτε ότι οι αεροσυνοδοί πρέπει να βρουν λύση σε όλα εκεί πάνω. Σε μαλάκες που τσιρίζουν, που ξερνάνε, φοβούνται κλπ.) Απάντησα λοιπόν σ’ αυτές τις ψυχοερωτήσεις και μπήκα στον ψυχίατρο, ψυχολόγος, τι ήταν αυτός. Οι απαντήσεις ήταν σαν multiple choices, έλεγε π.χ. «Έχει σκοτώσει άνθρωπο κάποιος συγγενής σας;» (δεν κάνω καθόλου πλάκα, είχε πολλές τέτοιες ερωτήσεις-το τι γέλιο είχα ρίξει!) και δίπλα είχε κουτάκια με ναι, όχι, ίσως ή κάτι τέτοιο. Απάντησα λοιπόν, και τα χαρτιά με τις ερωτήσεις (μιλάμε ήταν πολλές σελίδες, 2 ώρες απαντούσαμε!!) τις περνούσαν από ένα μηχάνημα και αυτό έβγαζε κάποιο ποσοστό, κάτι έβγαζε, που αυτό κοίταζε ο γιατρός και σε έβγαζε ικανό να πετάξεις ή όχι. Όταν ήρθε λοιπόν η σειρά μου, μπήκα μέσα, με κοιτάει (μαλάκας ήταν, το λέω να το ξέρετε, είχε ένα υφάκι και καλά σε ψαρώνω) και μου λέει: Κα Κωλόγρια, κάτι μας κρύβετε… Και το’ ξερα ρε πούστη!! Το’ ξερα! Είχα απαντήσει τόσο τέλεια στις ερωτήσεις που είχα βγει ο τέλειος άνθρωπος! Και την ώρα που απαντούσα, το σκεφτόμουν. Ό,τι πολύ τέλεια απαντάω αλλά τι να κάνω; Να βάλω ότι έχω στην οικογένειά μου δολοφόνους, ναρκομανείς, ορφανούς, δυστυχισμένους, καταφρονεμένους και ξέρω τον Oliver Twist για να φανώ φυσιολογική; Όχι, με συγχωρείτε. Εγώ έκανα το μόκο όταν μου είπε ότι κάτι κρύβω, είπε και κάτι άλλα που δεν τα συγκράτησα γιατί σκεφτόμουν πόσο τέλεια είχα απαντήσει και πέρασα. Για να με κόψει ο οφθαλμίατρος το αρχίδι. Θα πιάσω λοιπόν αυτό το εγκεφαλογράφημα από το σπίτι και θα είναι η πρώτη φωτογραφία που θα βάλω εδώ μέσα! Και γαμώ! (αρκεί να μη διαβάσει το μπλογκ μου και τη δει κανένας ψυχίατρος ..μμμ.. θα το ξανασκεφτώ…) Λυγαριά, λυγαριά εσένα έχω στην καρδιά (δις). Κόρη καραβοκύρη, κόρη καραβοκύρη, κόρη καραβοκύρη κι όμορφη κοπελιά. Κορμί κυπαρισσένιο, λυγά σα λυγαριά (δις) έι οπ! Έι οπ! Έι οπ!
Υ.Γ. Έλεγα να κάνω μία προσπάθεια για την τσόντα-θρίλλερ που τόσο αγαπήσατε αλλά είδα ότι έχω γράψει πάλι 20 σελίδες οπότε σας λυπάμαι:)
Τρέιλερ:
Αύριο και Δευτέρα έρχονται οι παραγγελιές Mithradir και Καιρού που μου έδωσαν 5 λέξεις να γράψω ιστορίες και τις έχω κάνει αίσχος! Αίσχος! Αίσχος! Χο χο χο… μέρι κρίστμαν!
I ain' t got a fever got a permanent disease
It'll take more than a doctor to prescribe a remedy
I got lots of money but it isn't what I need
Gonna take more than a shot to get this poison out of me
I got all the symptoms count 'em 1,2,3
First I need
That's what you get for falling in love
Then you bleed
You get a little but it's never enough
On your knees
That's what you get for falling in love
And now this boy's addicted cause your kiss is the drug
Your love is like bad medicine
Bad medicine is what I need
Shake it up, just like bad medicine
There ain't no doctor that can
Cure my disease
Bad, bad medicine
Bad, bad medicine
I don't need no needle
To be giving me a thrill
And I don't need no anesthesia
Or a nurse to bring a pill
I got a dirty down addition
It doesn't leave a track
I got a jonse for your affection
Like a monkey on my back
Δεν το βάζω όλο μη σας σπάσω και τ’ αρχίδια!
Τζον Τέιλορ! Ντουράν Ντουράν!! Γουάιλντ Μπόις!!!
The wild boys are calling
On their way back from the fire
In august moon's surrender to
A dust cloud on the rise
Wild boys fallen far from glory
Reckless and so hungered
On the razors edge you trail
Because there's murder by the roadside
In a sore afraid new world
They tried to break us,
Looks like they'll try again
Wild boys never lose it
Wild boys never chose this way
Wild boys never close your eyes
Wild boys always shine
Καλά το βίντεο κλιπ το θυμάστε οι γέροι; Γιατί τα άλλα είστε μικρά, αρχίδια θυμάστε γιατί εκεί ήσασταν ακόμα χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!! Τι μαλάκω που είμαι ε; ε; ε; ε; ε; ε; ε; Βγαίνουν με κλωτσοπατινάδα οι σκέψεις και γίνεται μαδομούνι!!!!!
Τζον Τζον. Πεταλώνω γάτες! Βάζω ρόδες στις μύγες και σπινιάρουν στο γιαούρτι!! Τσόκαρα βάζω και κάνω κλάπα κλούπα κλάπα κλούπα! Ερώτηση:
Έχετε σκεφτεί πόσο χρόνο έχετε φάει να διαβάζετε τις ασυναρτησίες μου;;;; Αν πλέκατε, θα μπορούσατε να έχετε φτιάξει ένα ζιπουνάκι και δυο ζευγάρια κάλτσες. Τόσα για όσους έχουν διαβάσει μερικά από τα κουλά μου. Όποιος τα έχει διαβάσει όλα, θα μπορούσε να έχει πλέξει μία προίκα. Έι οπ! Έι οπ! Έι οπ! Φφφφρρρρ!!! (χορεύω και σφυρίζω).
Ρε μπας και άρχισαν να πίνουν τίποτα ντρόγκες οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι; Α! Τώρα το θυμήθηκα!! Παλιά είχα κάνει ένα εγκεφαλογράφημα (όταν ήμανε νέα, είχα περάσει αεροσυνοδός ρε χαμένα, αμέ τι νομίζατε, από φωνή μουνί κι από μουνί φωνάρα, παλιά όχι τώρα, αλλά ήμουν γκαβή και πήρα τα αρχίδια μου) και το’ χω σπίτι! Βασικά, φωτογραφία του εγκεφάλου είναι. Δεν ξέρω αν είναι ειδική εξέταση, αυτό πάντως έχει χρώματα και δείχνει τα ποσοστά που πρέπει να έχουν τα χρωματιστά ζουμιά του εγκεφάλου για να είσαι στα καλά σου. Πώς είναι η χοληστερίνη; Το φυσιολογικό από τόσο μέχρι τόσο; Ε, έτσι και τα χρώματα στο εγκεφαλογράφημα. Εντωμεταξύ και αυτά που λένε για την αριστερή και δεξιά πλευρά, ισχύουν. Να δείτε στον εγκέφαλό μου, δεξιά άλλο νουμεράκι το πρασινάκι, άλλο αριστερά! Χα! Κι εντωμεταξύ, είχα απαντήσει και σε κάτι ψυχοερωτήσεις (πρέπει να κάνεις αυτές τις εξετάσεις, γιατί άμα είσαι αεροσυνοδός και είσαι ψυχοπαθής και συμβεί κάτι, γάμα τα. Σκεφτείτε ότι οι αεροσυνοδοί πρέπει να βρουν λύση σε όλα εκεί πάνω. Σε μαλάκες που τσιρίζουν, που ξερνάνε, φοβούνται κλπ.) Απάντησα λοιπόν σ’ αυτές τις ψυχοερωτήσεις και μπήκα στον ψυχίατρο, ψυχολόγος, τι ήταν αυτός. Οι απαντήσεις ήταν σαν multiple choices, έλεγε π.χ. «Έχει σκοτώσει άνθρωπο κάποιος συγγενής σας;» (δεν κάνω καθόλου πλάκα, είχε πολλές τέτοιες ερωτήσεις-το τι γέλιο είχα ρίξει!) και δίπλα είχε κουτάκια με ναι, όχι, ίσως ή κάτι τέτοιο. Απάντησα λοιπόν, και τα χαρτιά με τις ερωτήσεις (μιλάμε ήταν πολλές σελίδες, 2 ώρες απαντούσαμε!!) τις περνούσαν από ένα μηχάνημα και αυτό έβγαζε κάποιο ποσοστό, κάτι έβγαζε, που αυτό κοίταζε ο γιατρός και σε έβγαζε ικανό να πετάξεις ή όχι. Όταν ήρθε λοιπόν η σειρά μου, μπήκα μέσα, με κοιτάει (μαλάκας ήταν, το λέω να το ξέρετε, είχε ένα υφάκι και καλά σε ψαρώνω) και μου λέει: Κα Κωλόγρια, κάτι μας κρύβετε… Και το’ ξερα ρε πούστη!! Το’ ξερα! Είχα απαντήσει τόσο τέλεια στις ερωτήσεις που είχα βγει ο τέλειος άνθρωπος! Και την ώρα που απαντούσα, το σκεφτόμουν. Ό,τι πολύ τέλεια απαντάω αλλά τι να κάνω; Να βάλω ότι έχω στην οικογένειά μου δολοφόνους, ναρκομανείς, ορφανούς, δυστυχισμένους, καταφρονεμένους και ξέρω τον Oliver Twist για να φανώ φυσιολογική; Όχι, με συγχωρείτε. Εγώ έκανα το μόκο όταν μου είπε ότι κάτι κρύβω, είπε και κάτι άλλα που δεν τα συγκράτησα γιατί σκεφτόμουν πόσο τέλεια είχα απαντήσει και πέρασα. Για να με κόψει ο οφθαλμίατρος το αρχίδι. Θα πιάσω λοιπόν αυτό το εγκεφαλογράφημα από το σπίτι και θα είναι η πρώτη φωτογραφία που θα βάλω εδώ μέσα! Και γαμώ! (αρκεί να μη διαβάσει το μπλογκ μου και τη δει κανένας ψυχίατρος ..μμμ.. θα το ξανασκεφτώ…) Λυγαριά, λυγαριά εσένα έχω στην καρδιά (δις). Κόρη καραβοκύρη, κόρη καραβοκύρη, κόρη καραβοκύρη κι όμορφη κοπελιά. Κορμί κυπαρισσένιο, λυγά σα λυγαριά (δις) έι οπ! Έι οπ! Έι οπ!
Υ.Γ. Έλεγα να κάνω μία προσπάθεια για την τσόντα-θρίλλερ που τόσο αγαπήσατε αλλά είδα ότι έχω γράψει πάλι 20 σελίδες οπότε σας λυπάμαι:)
Τρέιλερ:
Αύριο και Δευτέρα έρχονται οι παραγγελιές Mithradir και Καιρού που μου έδωσαν 5 λέξεις να γράψω ιστορίες και τις έχω κάνει αίσχος! Αίσχος! Αίσχος! Χο χο χο… μέρι κρίστμαν!
Τετάρτη 21 Μαρτίου 2007
Κενό.
Δεν έχω σεντόνι αυτή τη φορά. Έχω κουβέρτα. Μάλλινη. Με κέντημα αριστερά και δεξιά από το κέντρο, σε ένα καταπληκτικό ντεσέν, από τα βάθη της Αυστροουγγαρίας την εποχή του Τσόρτσιλ του 5ου. Το μπορδοροδοκόκκινο είναι το χρώμα που επικρατεί και στα κρόσσια έχει ένα καταπληκτικό κιτρινοροδακινί με λευκές αποχρώσεις. Επιπλέον έχει σετ, δύο χαλάκια στα ίδια χρώματα, μάλλινα, να πατάτε τα ποδαράκια σας και να χουχουλιάζετε. Αλλά δεν τελείωσε εδώ. Έχει κι άλλο. Και μαξιλαροθήκες και σεντόνια πάνω και κάτω, σε δύο καταπληκτικά χρώματα. Μπλε ρουά ματ και καφεχρυσοκίτρινο ηλεκτρίκ. Όλα στη τιμή κανενός.
Όχι, δεν έχω τι να πω. Ο εγκέφαλός μου είναι τίγκα και δεν βγαίνει τίποτα. Φανταστείτε τον εγκέφαλο σαν ένα σπίτι με μία πόρτα. Η πόρτα είναι το στόμα. Μέσα στο σπίτι λοιπόν, είναι οι σκέψεις. Άμα μαζευτούν χιλιάδες και όλες θέλουν να βγουν πρώτες, στριμώχνονται στην πόρτα από το σπρώξε-σπρώξε και δε βγαίνει καμία. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα αρχίζουν και τσακώνονται, παίζουν ξύλο… Οπότε, τώρα περιμένω να πεθάνουν μερικές, του τύπου Θύρα 7, να βγουν οι υπόλοιπες, να ησυχάσω. Ουφ! Καριόλες με φάγατε…
Όχι, δεν έχω τι να πω. Ο εγκέφαλός μου είναι τίγκα και δεν βγαίνει τίποτα. Φανταστείτε τον εγκέφαλο σαν ένα σπίτι με μία πόρτα. Η πόρτα είναι το στόμα. Μέσα στο σπίτι λοιπόν, είναι οι σκέψεις. Άμα μαζευτούν χιλιάδες και όλες θέλουν να βγουν πρώτες, στριμώχνονται στην πόρτα από το σπρώξε-σπρώξε και δε βγαίνει καμία. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα αρχίζουν και τσακώνονται, παίζουν ξύλο… Οπότε, τώρα περιμένω να πεθάνουν μερικές, του τύπου Θύρα 7, να βγουν οι υπόλοιπες, να ησυχάσω. Ουφ! Καριόλες με φάγατε…
Τρίτη 20 Μαρτίου 2007
Welcome to the beach.
Welcome to the beach.
Η Λόνα έφτασε στο νησί ένα ζεστό Αυγουστιάτικο βράδυ. Καιγόταν ο τόπος. Το ίδιο και η Λόνα. Ήταν Σκανδιναβή και δεν ήξερε από Μεσογειακή ζέστη. Το μπλουζάκι είχε κολλήσει πάνω της και το σορτς της είχε μπει στ’ απόκρυφα.
Ήταν πολύ ευτυχισμένη που επιτέλους είχε φτάσει σ’ αυτό το παραδεισένιο μέρος. Είχε μεγάλη ανάγκη να ξεχάσει, να ξεκουραστεί και να γεμίσει τις μπαταρίες. Ήταν έτοιμη τώρα να προχωρήσει μπροστά, να δει τα πράγματα με άλλο μάτι, να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή. Και η αρχή θα γινόταν σε αυτό το μαγικό νησί.
Η Λόνα ήταν πολύ όμορφη. Αυτό το γνώριζε καλά. Και ήταν αποφασισμένη να ξεδώσει. Αρκετά με τον ανόητο Ρότζερ. Δε φτάνει που πλήρωνε αυτή όλα τα έξοδα στο σπίτι, την κεράτωνε κιόλας το γουρούνι! Βαρέθηκε. Και είχε υποσχεθεί στον εαυτό της, από δω και πέρα, να γλεντάει τη ζωή της και να μη δίνει σημασία σε λεπτομέρειες.
Πήγε στο ξενοδοχείο, έκανε ένα δροσερό ντους, φόρεσε ένα ανάλαφρο μίνι φόρεμα και τις σαγιονάρες της και βγήκε έξω. Θα πήγαινε για ποτό. Μόνη; Γιατί όχι; Κι αν της έκανε κόρτε κανείς; Σιγά το πράγμα!
Πήγε στο δρόμο με τα μπαράκια και μπήκε σ’ αυτό που έπαιζε ρέγκε. Η Λόνα λάτρευε τη ρέγκε. Μπορούσε να χορεύει ώρες. Παρήγγειλε αμέσως ποτό στο μπαρ κι έκατσε σε ένα ψηλό σκαμπό. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι ένας χωριάτης ήρθε και κάθισε δίπλα της.
Ο Μάκης ήταν ο λεβέντης του νησιού. Ομορφάντρας, δουλευταράς με το σωστό μήκος μουστάκι. Καμάρι του νησιού. Δούλευε στην τράτα από τα μικράτα του. Οι ξανθές του μπούκλες πλαισίωναν το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Όλες οι κοπέλες του νησιού ήθελαν το Μάκη. Αλλά αυτός ήταν αφοσιωμένος στην βάρκα του. Δεν την άλλαζε με τίποτα. Η Ζουζού 5763 ήταν όλη του η ζωή. Την έτριβε και τη γυάλιζε όλη μέρα. Τη φρόντιζε σαν την ωραιότερη γυναίκα. Μ’ αυτή έβγαινε παρέα το χειμώνα να ψαρέψει και μ’ αυτή το καλοκαίρι να πάει τους τουρίστες στις παραλίες.
Όταν μπήκε στο στέκι, είδε τη θέση του πιασμένη από μία γκόμενα. Όλοι στο νησί ήξεραν ότι στη θέση αυτή κάθεται ο Μάκης. Τι έγινε τώρα; Αποφάσισε να μην κάνει αμέσως φασαρία αλλά να πάει από κοντά να δει τι έπαιζε. Κάθισε δίπλα της κι αυτή γύρισε αμέσως και τον κοίταξε. Αυτό ήταν. Έπαθε πλάκα. Τέτοιο κόμματο είχε καιρό να δει το νησί. Ε, τέτοια γυναίκα ας καθόταν στο σκαμπό του. Χαλάλι.
Η Λόνα σοκαρίστηκε με τον τύπο που καθόταν δίπλα της. Καταρχάς, μύριζε θάλασσα και αγρίμι μαζί, πράγμα πολύ παράξενο. Κατά δεύτερον, την κοίταζε τόσο έντονα που αισθανόταν ένοχη για κάτι. Λες και του’ χε κλέψει τη θέση! Το βλέμμα του όμως ήταν ανεπανάληπτο. Κι αυτά τα χέρια… σίγουρα τα στήθια της χωρούσαν τέλεια μέσα.. Μα τι σκεφτόταν;! Κοκκίνισε και γύρισε από την άλλη.
‘Τι έπαθε η γκόμενα και τινάζεται; Θα της έπιασε το στρινγκ καμιά τρίχα’’ σκέφτηκε ο Μάκης κι ερεθίστηκε. Έγειρε μπροστά και φώναξε το μπάρμαν: «Εεεε..!!! Αρτέμη!!». Έρχεται ο Αρτέμης και του λέει ο Μάκης σιγά: «Ποιο είναι το μωρό;» και με νόημα του δείχνει δίπλα. «Καινούρια» λέει ο Αρτέμης. «Κέρασε ποτό» πρόσταξε ο Μάκης.
Όταν ήρθε το ποτό μπροστά της, δεν κατάλαβε. Το κοίταξε, κοίταξε τον μπάρμαν και τον ρώτησε: «What’s this?». «Ke-ra-sme-no!» της λέει ο Αρτέμης και της δείχνει με τα φρύδια το Μάκη. Φυσικά η Λόνα δεν κατάλαβε τι της είπε αλλά με το νόημα το’ πιασε. Γάτα η Λόνα. Χαμογέλασε στο Μάκη κι άρχισε να πίνει το ποτό της. Κάπνιζε κι έπινε χωρίς να της έχει μιλήσει. Μα την αλήθεια, δεν τους καταλάβαινε τους ξένους! Γιατί την είχε κεράσει αφού δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν; Ή μήπως ενδιαφερόταν κι όλο αυτό ήταν ένα παιχνίδι; Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη της και ήρθε το επόμενο ποτό. Άρχιζε να της αρέσει της Λόνα αυτή η ιστορία. Του χαμογελούσε, έπινε και κάπνιζε και δεν έλεγαν τίποτα.
Ο Μάκης είχε σχέδιο στο μυαλό του. Θα την πότιζε καλά-καλά και μετά θα της έριχνε. Ποτέ δεν είχε έφεση στις ξένες γλώσσες. Γύρευε τώρα τι γλώσσα θα μίλαγε αυτή. Μόνο «I love you» ήξερε να λέει. Δεν πειράζει, θα της το έλεγε μετά το σεξ.
Η Λόνα άρχισε να ζαλίζεται. Του χαμογέλασε και σηκώθηκε να πάει τουαλέτα. Όταν σηκώθηκε προς νερού της, ο Μάκης τρελάθηκε. Είχε υποψιαστεί ότι είχε τέλειο πάτο, αλλά αυτό που έβλεπε ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Θα περίμενε να βγει και θα της την έπεφτε.
Η ώρα περνούσε και η Λόνα δεν έβγαινε από την τουαλέτα. Ο Μάκης βαρέθηκε και σηκώθηκε να πάει να τη βρει. Μπαίνει στην τουαλέτα, κανείς. ‘‘Τη βρώμα’’ σκέφτηκε ‘‘έφυγε!’’ και τότε βλέπει στον καθρέφτη της τουαλέτας κάτι γραμμένο με κραγιόν στ’ αγγλικά. Αγγλικά όμως ο Μάκης δεν καταλάβαινε. Φωνάζει καπάκι την Τούλα τη σερβιτόρα που τη μιλούσε την αγγλική να του εξηγήσει. Η Τούλα διάβασε φωναχτά: «Thanks for the drinks baby! See you tomorrow!» « Δε θα ρίξεις σήμερα Μάκη» του λέει η Τούλα. «Η γκόμενα σ’ ευχαριστεί για τα ποτά και λέει ότι θα τα πείτε αύριο» συμπλήρωσε. Καντήλια ο Μάκης. Από την άλλη όμως, γούσταρε τη μαγκιά της. Μπράβο της. Δεν έκατσε με την πρώτη. Αύριο όμως θα της το’ ριχνε διπλό.
Η επόμενη μέρα ήταν κολασμένη. Τέτοια ζέστη είχε χρόνια να κάνει. Η Λόνα ξύπνησε και αμέσως πήγε στο μπάνιο να κάνει ένα κρύο ντους. Μπορεί το δωμάτιο να είχε air condition αλλά αυτή η ζέστη ήταν το κάτι άλλο! Την ώρα που έκανε μπάνιο σκεφτόταν τον αγροίκο και ερεθίστηκε. «Λες να θύμωσε που έφυγα χτες;» σκέφτηκε στα σκανδιναβικά.
Με μπόλικο αντηλιακό, καπέλο κι ένα παρεό κατέβαινε τα σκαλιά προς το λιμάνι. Ήταν πολύ χαρούμενη. Σήμερα θα πήγαινε στην παραλία «Αχινοί». Η φίλη της η Σύλβια της είχε πει ότι ήταν ερημική παραλία και μπορούσες να κάνεις γυμνή μπάνιο χωρίς να σε βλέπει κανείς. Η Σύλβια είχε έρθει πριν δύο χρόνια στο νησί και είχε περάσει φανταστικά. Θα ακολουθούσε κατά γράμμα το πρόγραμμά της! Τώρα λοιπόν, έπρεπε να βρει τον τύπο με τη βάρκα που πάει τον κόσμο στις παραλίες! Θα του έδινε 20€ και θα την πήγαινε χωρίς δεύτερη κουβέντα!
Ο Μάκης περίμενε να γεμίσει η Ζουζού 5763 και να φύγει για τις παραλίες. Καθάριζε τα νύχια του με ένα αγκίστρι στη σκιά και περίμενε υπομονετικά τους τουρίστες να βγάλουν τις φωτογραφίες τους και να μπουν. Τότε είδε την ξανθιά οπτασία να τρέχει προς το μέρος του. Κρύφτηκε να μην τον δει.
Η Λόνα έφτασε στη βάρκα και μπήκε μέσα μ’ ένα σάλτο. Μετά από λίγο η βάρκα ξεκίνησε. Ένα παιδαρέλι γυρνούσε γύρω-γύρω και μάζευε τα χρήματα. Όταν η Λόνα του είπε που πηγαίνει, το παιδαρέλι γούρλωσε τα μάτια και της είπε: «Μπος ντάζεντ γκο δεαρ. Ιτς ντέιντζερους». Η Λόνα τότε ζήτησε να δει τον καπετάνιο και το πιτσιρίκι πήγε να τον φέρει.
Ο Μάκης τράβηξε μια σφαλιάρα στο Βαγγελάκη και του’ πε: «Ρε τσόγλανε γιατί της είπες ότι δεν πάω κει; Τράβα πες της ότι θα πάμε. Αλλά πρώτα θα πάμε όλους τους άλλους στις άλλες παραλίες και μετά στους Αχινούς».
Η σέξι Σκανδιναβή περίμενε τον καπετάνιο να του τα σούρει ένα χεράκι αλλά είδε το παιδάκι να έρχεται προς το μέρος της. Ικανοποιήθηκε πλήρως με αυτά που άκουσε και δεν την ένοιαζε καθόλου να πάει τελευταία στην παραλία. Καλύτερα. Ήθελε πάρα πολύ την ησυχία της!
Ο Μάκης φρόντισε να μην τον δει καθόλου η όμορφη γυναίκα μέχρι να φτάσουν. Περίμενε πως και πως να δει την έκφρασή της όταν θα τον έβλεπε! Την κρυφοκοίταζε όποτε μπορούσε και χαμογελούσε. Πόσο όμορφη ήταν! Τι καμπύλες ήταν αυτές που είχε! Έτσι όπως καθόταν, τον αναστάτωνε για τα καλά! Αισθανόταν το αίμα του να βράζει.
Ήταν τόσο όμορφη η θάλασσα. Η Λόνα την έβγαλε την περισσότερη ώρα μπρούμυτα στη βάρκα για να έχει τα χέρια της μέσα στο νερό. Πόσο την αγαπούσε τη θάλασσα! Ήταν υπέροχα! Το μυαλό της είχε αδειάσει. Δεν υπήρχε ο Ρότζερ, ούτε οι δουλειές, ούτε τίποτα. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και χαλάρωσε ακόμα περισσότερο. Θα την έπαιρνε ο ύπνος έτσι όπως καθόταν..
Οι «Αχινοί» φάνηκαν μπροστά τους. Ο Μάκης, ο Βαγγελάκης και η Λόνα οι μόνοι επιβαίνοντες στη βάρκα. Η Λόνα κοιμόταν, ο Βαγγελάκης χαζογελούσε κοιτώντας τον κώλο της Λόνα και ο Μάκης του έριξε ακόμα μία σφαλιάρα και του είπε: «Δώσε προσοχή κι άσε το μάτι. Άσε μας εδώ, πάρε τη βάρκα, συνέχισε τα δρομολόγια, μεγάλος άντρας είσαι πια ξέρεις να τα κάνεις μόνος σου κι έλα κατά τις εννιά να μας πάρεις. Μην πεις σε κανένα που είμαι, με ποιον και τα λοιπά. Θα έχεις 100€ γι’ αυτό.» «Α ρε αφεντικό» είπε ο Βαγγελάκης «πολύ τυχερός είσαι. Δε τη ρωτάς μήπως κάνει κέφι και μένα που δεν έχω ακουμπήσει ποτέ γυναίκα; Κάποτε πρέπει να κάνω και γω την αρχή!». Μόλις έφαγε την τρίτη, τελευταία και τυχερή του σφαλιάρα ο Βαγγελάκης, τους άφησε, πήρε τη βάρκα κι έφυγε.
Ο Μάκης πήρε αγκαλιά την καταπληκτική αυτή κορμάρα η οποία κοιμόταν και βγήκε προσεκτικά από τη βάρκα. Περπατούσε μες τη θάλασσα και κοίταζε συνέχεια μην πατήσει κανένα αχινό. Η Λόνα αισθάνθηκε κάτι περίεργο, σαν να αιωρείται, σαν να πετάει… μισάνοιξε τα μάτια και τι να δει! Το μούτσο να την έχει αγκαλιά και να της χαμογελάει! «Bastard!» του κάνει αυτή χαμογελαστή και τον αρπάζει από το λαιμό κι αρχίζει να τον φιλάει με πάθος στο στόμα. Τα χάνει ο Μάκης, παραπατάει, πάρ’ τους και τους δυο μέσα. Είχε και λίγο κυματάκι, απομακρύνθηκαν. «Όχι κοντά στα βράχια..!! no no konta sta vraxia!!» της φώναζε ο Μάκης «Νo what? No what?» φώναζε η Λόνα. «Αχινοίοιοιοι..!!» φώναζε ο Μάκης, «Yia yia axinoi!!» φώναζε η Λόνα και γελούσε. Άκουσε τα ουρλιαχτά της λίγο πριν την πλησιάσει.
Σ’ αυτή την παραλία έπεφταν τα λύματα από το κοντινό εργοστάσιο. Οι αχινοί και κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός είχε μεταλλαχτεί. Αυτός ήταν ο λόγος που η παραλία ήταν μοναχική. Ο Μάκης το ήξερε και είχε πάει εκεί για να γλεντήσει το κορίτσι. Όχι για να μπανιαριστούν. Αλλά τώρα το κακό είχε γίνει.
Η Λόνα φώναζε κι έκλαιγε μέχρι να την βγάλει έξω ο Μάκης. Ένας αχινός υπερβολικού μεγέθους ήταν καρφωμένος στο μπούτι της. Ο Μάκης έπιασε κάτι φύκια για να προστατέψει το χέρι του και τον έβγαλε από πάνω της. Η Λόνα σταμάτησε το κλάμα, τον κοίταξε και του χαμογέλασε. «Take me» του είπε και ξάπλωσε στην άμμο ανοίγοντας τα χέρια της. Ο Μάκης δεν κατάλαβε τι του είπε αλλά ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε.
Έπεσε με πάθος πάνω της. Εκεί στην άμμο ο γεροδεμένος μούτσος τη φίλησε παντού. Η όμορφη ξένη βογκούσε και αναστέναζε κι έλεγε «yes yes yes» όλη την ώρα και του τα ζάλιζε. Ο ξανθός μουστακαλής την έβαλε με τη μούρη στην άμμο μπας και σταματήσει τα yes yes. Ο αρρενωπός άντρας καθόταν και η Λόνα ήταν γονατιστή μπροστά του. Τότε πίσω της είδε κάτι φρικιαστικό. Μια λίμνη αίματος να φεύγει από το πόδι της, να καταλήγει στη θάλασσα και χιλιάδες μαύροι αχινοί να κυλάνε προς τα έξω στην κατεύθυνση του αίματος βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο.. Ιιιιιιιιιιχχχχ...... Αυτό που τους περίμενε δεν το είχαν φανταστεί ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα.
Η συνέχεια του δραματικού θρίλερ στο επόμενο...
Η Λόνα έφτασε στο νησί ένα ζεστό Αυγουστιάτικο βράδυ. Καιγόταν ο τόπος. Το ίδιο και η Λόνα. Ήταν Σκανδιναβή και δεν ήξερε από Μεσογειακή ζέστη. Το μπλουζάκι είχε κολλήσει πάνω της και το σορτς της είχε μπει στ’ απόκρυφα.
Ήταν πολύ ευτυχισμένη που επιτέλους είχε φτάσει σ’ αυτό το παραδεισένιο μέρος. Είχε μεγάλη ανάγκη να ξεχάσει, να ξεκουραστεί και να γεμίσει τις μπαταρίες. Ήταν έτοιμη τώρα να προχωρήσει μπροστά, να δει τα πράγματα με άλλο μάτι, να ξεκινήσει τη ζωή της από την αρχή. Και η αρχή θα γινόταν σε αυτό το μαγικό νησί.
Η Λόνα ήταν πολύ όμορφη. Αυτό το γνώριζε καλά. Και ήταν αποφασισμένη να ξεδώσει. Αρκετά με τον ανόητο Ρότζερ. Δε φτάνει που πλήρωνε αυτή όλα τα έξοδα στο σπίτι, την κεράτωνε κιόλας το γουρούνι! Βαρέθηκε. Και είχε υποσχεθεί στον εαυτό της, από δω και πέρα, να γλεντάει τη ζωή της και να μη δίνει σημασία σε λεπτομέρειες.
Πήγε στο ξενοδοχείο, έκανε ένα δροσερό ντους, φόρεσε ένα ανάλαφρο μίνι φόρεμα και τις σαγιονάρες της και βγήκε έξω. Θα πήγαινε για ποτό. Μόνη; Γιατί όχι; Κι αν της έκανε κόρτε κανείς; Σιγά το πράγμα!
Πήγε στο δρόμο με τα μπαράκια και μπήκε σ’ αυτό που έπαιζε ρέγκε. Η Λόνα λάτρευε τη ρέγκε. Μπορούσε να χορεύει ώρες. Παρήγγειλε αμέσως ποτό στο μπαρ κι έκατσε σε ένα ψηλό σκαμπό. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά κι ένας χωριάτης ήρθε και κάθισε δίπλα της.
Ο Μάκης ήταν ο λεβέντης του νησιού. Ομορφάντρας, δουλευταράς με το σωστό μήκος μουστάκι. Καμάρι του νησιού. Δούλευε στην τράτα από τα μικράτα του. Οι ξανθές του μπούκλες πλαισίωναν το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Όλες οι κοπέλες του νησιού ήθελαν το Μάκη. Αλλά αυτός ήταν αφοσιωμένος στην βάρκα του. Δεν την άλλαζε με τίποτα. Η Ζουζού 5763 ήταν όλη του η ζωή. Την έτριβε και τη γυάλιζε όλη μέρα. Τη φρόντιζε σαν την ωραιότερη γυναίκα. Μ’ αυτή έβγαινε παρέα το χειμώνα να ψαρέψει και μ’ αυτή το καλοκαίρι να πάει τους τουρίστες στις παραλίες.
Όταν μπήκε στο στέκι, είδε τη θέση του πιασμένη από μία γκόμενα. Όλοι στο νησί ήξεραν ότι στη θέση αυτή κάθεται ο Μάκης. Τι έγινε τώρα; Αποφάσισε να μην κάνει αμέσως φασαρία αλλά να πάει από κοντά να δει τι έπαιζε. Κάθισε δίπλα της κι αυτή γύρισε αμέσως και τον κοίταξε. Αυτό ήταν. Έπαθε πλάκα. Τέτοιο κόμματο είχε καιρό να δει το νησί. Ε, τέτοια γυναίκα ας καθόταν στο σκαμπό του. Χαλάλι.
Η Λόνα σοκαρίστηκε με τον τύπο που καθόταν δίπλα της. Καταρχάς, μύριζε θάλασσα και αγρίμι μαζί, πράγμα πολύ παράξενο. Κατά δεύτερον, την κοίταζε τόσο έντονα που αισθανόταν ένοχη για κάτι. Λες και του’ χε κλέψει τη θέση! Το βλέμμα του όμως ήταν ανεπανάληπτο. Κι αυτά τα χέρια… σίγουρα τα στήθια της χωρούσαν τέλεια μέσα.. Μα τι σκεφτόταν;! Κοκκίνισε και γύρισε από την άλλη.
‘Τι έπαθε η γκόμενα και τινάζεται; Θα της έπιασε το στρινγκ καμιά τρίχα’’ σκέφτηκε ο Μάκης κι ερεθίστηκε. Έγειρε μπροστά και φώναξε το μπάρμαν: «Εεεε..!!! Αρτέμη!!». Έρχεται ο Αρτέμης και του λέει ο Μάκης σιγά: «Ποιο είναι το μωρό;» και με νόημα του δείχνει δίπλα. «Καινούρια» λέει ο Αρτέμης. «Κέρασε ποτό» πρόσταξε ο Μάκης.
Όταν ήρθε το ποτό μπροστά της, δεν κατάλαβε. Το κοίταξε, κοίταξε τον μπάρμαν και τον ρώτησε: «What’s this?». «Ke-ra-sme-no!» της λέει ο Αρτέμης και της δείχνει με τα φρύδια το Μάκη. Φυσικά η Λόνα δεν κατάλαβε τι της είπε αλλά με το νόημα το’ πιασε. Γάτα η Λόνα. Χαμογέλασε στο Μάκη κι άρχισε να πίνει το ποτό της. Κάπνιζε κι έπινε χωρίς να της έχει μιλήσει. Μα την αλήθεια, δεν τους καταλάβαινε τους ξένους! Γιατί την είχε κεράσει αφού δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν; Ή μήπως ενδιαφερόταν κι όλο αυτό ήταν ένα παιχνίδι; Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη της και ήρθε το επόμενο ποτό. Άρχιζε να της αρέσει της Λόνα αυτή η ιστορία. Του χαμογελούσε, έπινε και κάπνιζε και δεν έλεγαν τίποτα.
Ο Μάκης είχε σχέδιο στο μυαλό του. Θα την πότιζε καλά-καλά και μετά θα της έριχνε. Ποτέ δεν είχε έφεση στις ξένες γλώσσες. Γύρευε τώρα τι γλώσσα θα μίλαγε αυτή. Μόνο «I love you» ήξερε να λέει. Δεν πειράζει, θα της το έλεγε μετά το σεξ.
Η Λόνα άρχισε να ζαλίζεται. Του χαμογέλασε και σηκώθηκε να πάει τουαλέτα. Όταν σηκώθηκε προς νερού της, ο Μάκης τρελάθηκε. Είχε υποψιαστεί ότι είχε τέλειο πάτο, αλλά αυτό που έβλεπε ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Θα περίμενε να βγει και θα της την έπεφτε.
Η ώρα περνούσε και η Λόνα δεν έβγαινε από την τουαλέτα. Ο Μάκης βαρέθηκε και σηκώθηκε να πάει να τη βρει. Μπαίνει στην τουαλέτα, κανείς. ‘‘Τη βρώμα’’ σκέφτηκε ‘‘έφυγε!’’ και τότε βλέπει στον καθρέφτη της τουαλέτας κάτι γραμμένο με κραγιόν στ’ αγγλικά. Αγγλικά όμως ο Μάκης δεν καταλάβαινε. Φωνάζει καπάκι την Τούλα τη σερβιτόρα που τη μιλούσε την αγγλική να του εξηγήσει. Η Τούλα διάβασε φωναχτά: «Thanks for the drinks baby! See you tomorrow!» « Δε θα ρίξεις σήμερα Μάκη» του λέει η Τούλα. «Η γκόμενα σ’ ευχαριστεί για τα ποτά και λέει ότι θα τα πείτε αύριο» συμπλήρωσε. Καντήλια ο Μάκης. Από την άλλη όμως, γούσταρε τη μαγκιά της. Μπράβο της. Δεν έκατσε με την πρώτη. Αύριο όμως θα της το’ ριχνε διπλό.
Η επόμενη μέρα ήταν κολασμένη. Τέτοια ζέστη είχε χρόνια να κάνει. Η Λόνα ξύπνησε και αμέσως πήγε στο μπάνιο να κάνει ένα κρύο ντους. Μπορεί το δωμάτιο να είχε air condition αλλά αυτή η ζέστη ήταν το κάτι άλλο! Την ώρα που έκανε μπάνιο σκεφτόταν τον αγροίκο και ερεθίστηκε. «Λες να θύμωσε που έφυγα χτες;» σκέφτηκε στα σκανδιναβικά.
Με μπόλικο αντηλιακό, καπέλο κι ένα παρεό κατέβαινε τα σκαλιά προς το λιμάνι. Ήταν πολύ χαρούμενη. Σήμερα θα πήγαινε στην παραλία «Αχινοί». Η φίλη της η Σύλβια της είχε πει ότι ήταν ερημική παραλία και μπορούσες να κάνεις γυμνή μπάνιο χωρίς να σε βλέπει κανείς. Η Σύλβια είχε έρθει πριν δύο χρόνια στο νησί και είχε περάσει φανταστικά. Θα ακολουθούσε κατά γράμμα το πρόγραμμά της! Τώρα λοιπόν, έπρεπε να βρει τον τύπο με τη βάρκα που πάει τον κόσμο στις παραλίες! Θα του έδινε 20€ και θα την πήγαινε χωρίς δεύτερη κουβέντα!
Ο Μάκης περίμενε να γεμίσει η Ζουζού 5763 και να φύγει για τις παραλίες. Καθάριζε τα νύχια του με ένα αγκίστρι στη σκιά και περίμενε υπομονετικά τους τουρίστες να βγάλουν τις φωτογραφίες τους και να μπουν. Τότε είδε την ξανθιά οπτασία να τρέχει προς το μέρος του. Κρύφτηκε να μην τον δει.
Η Λόνα έφτασε στη βάρκα και μπήκε μέσα μ’ ένα σάλτο. Μετά από λίγο η βάρκα ξεκίνησε. Ένα παιδαρέλι γυρνούσε γύρω-γύρω και μάζευε τα χρήματα. Όταν η Λόνα του είπε που πηγαίνει, το παιδαρέλι γούρλωσε τα μάτια και της είπε: «Μπος ντάζεντ γκο δεαρ. Ιτς ντέιντζερους». Η Λόνα τότε ζήτησε να δει τον καπετάνιο και το πιτσιρίκι πήγε να τον φέρει.
Ο Μάκης τράβηξε μια σφαλιάρα στο Βαγγελάκη και του’ πε: «Ρε τσόγλανε γιατί της είπες ότι δεν πάω κει; Τράβα πες της ότι θα πάμε. Αλλά πρώτα θα πάμε όλους τους άλλους στις άλλες παραλίες και μετά στους Αχινούς».
Η σέξι Σκανδιναβή περίμενε τον καπετάνιο να του τα σούρει ένα χεράκι αλλά είδε το παιδάκι να έρχεται προς το μέρος της. Ικανοποιήθηκε πλήρως με αυτά που άκουσε και δεν την ένοιαζε καθόλου να πάει τελευταία στην παραλία. Καλύτερα. Ήθελε πάρα πολύ την ησυχία της!
Ο Μάκης φρόντισε να μην τον δει καθόλου η όμορφη γυναίκα μέχρι να φτάσουν. Περίμενε πως και πως να δει την έκφρασή της όταν θα τον έβλεπε! Την κρυφοκοίταζε όποτε μπορούσε και χαμογελούσε. Πόσο όμορφη ήταν! Τι καμπύλες ήταν αυτές που είχε! Έτσι όπως καθόταν, τον αναστάτωνε για τα καλά! Αισθανόταν το αίμα του να βράζει.
Ήταν τόσο όμορφη η θάλασσα. Η Λόνα την έβγαλε την περισσότερη ώρα μπρούμυτα στη βάρκα για να έχει τα χέρια της μέσα στο νερό. Πόσο την αγαπούσε τη θάλασσα! Ήταν υπέροχα! Το μυαλό της είχε αδειάσει. Δεν υπήρχε ο Ρότζερ, ούτε οι δουλειές, ούτε τίποτα. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και χαλάρωσε ακόμα περισσότερο. Θα την έπαιρνε ο ύπνος έτσι όπως καθόταν..
Οι «Αχινοί» φάνηκαν μπροστά τους. Ο Μάκης, ο Βαγγελάκης και η Λόνα οι μόνοι επιβαίνοντες στη βάρκα. Η Λόνα κοιμόταν, ο Βαγγελάκης χαζογελούσε κοιτώντας τον κώλο της Λόνα και ο Μάκης του έριξε ακόμα μία σφαλιάρα και του είπε: «Δώσε προσοχή κι άσε το μάτι. Άσε μας εδώ, πάρε τη βάρκα, συνέχισε τα δρομολόγια, μεγάλος άντρας είσαι πια ξέρεις να τα κάνεις μόνος σου κι έλα κατά τις εννιά να μας πάρεις. Μην πεις σε κανένα που είμαι, με ποιον και τα λοιπά. Θα έχεις 100€ γι’ αυτό.» «Α ρε αφεντικό» είπε ο Βαγγελάκης «πολύ τυχερός είσαι. Δε τη ρωτάς μήπως κάνει κέφι και μένα που δεν έχω ακουμπήσει ποτέ γυναίκα; Κάποτε πρέπει να κάνω και γω την αρχή!». Μόλις έφαγε την τρίτη, τελευταία και τυχερή του σφαλιάρα ο Βαγγελάκης, τους άφησε, πήρε τη βάρκα κι έφυγε.
Ο Μάκης πήρε αγκαλιά την καταπληκτική αυτή κορμάρα η οποία κοιμόταν και βγήκε προσεκτικά από τη βάρκα. Περπατούσε μες τη θάλασσα και κοίταζε συνέχεια μην πατήσει κανένα αχινό. Η Λόνα αισθάνθηκε κάτι περίεργο, σαν να αιωρείται, σαν να πετάει… μισάνοιξε τα μάτια και τι να δει! Το μούτσο να την έχει αγκαλιά και να της χαμογελάει! «Bastard!» του κάνει αυτή χαμογελαστή και τον αρπάζει από το λαιμό κι αρχίζει να τον φιλάει με πάθος στο στόμα. Τα χάνει ο Μάκης, παραπατάει, πάρ’ τους και τους δυο μέσα. Είχε και λίγο κυματάκι, απομακρύνθηκαν. «Όχι κοντά στα βράχια..!! no no konta sta vraxia!!» της φώναζε ο Μάκης «Νo what? No what?» φώναζε η Λόνα. «Αχινοίοιοιοι..!!» φώναζε ο Μάκης, «Yia yia axinoi!!» φώναζε η Λόνα και γελούσε. Άκουσε τα ουρλιαχτά της λίγο πριν την πλησιάσει.
Σ’ αυτή την παραλία έπεφταν τα λύματα από το κοντινό εργοστάσιο. Οι αχινοί και κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός είχε μεταλλαχτεί. Αυτός ήταν ο λόγος που η παραλία ήταν μοναχική. Ο Μάκης το ήξερε και είχε πάει εκεί για να γλεντήσει το κορίτσι. Όχι για να μπανιαριστούν. Αλλά τώρα το κακό είχε γίνει.
Η Λόνα φώναζε κι έκλαιγε μέχρι να την βγάλει έξω ο Μάκης. Ένας αχινός υπερβολικού μεγέθους ήταν καρφωμένος στο μπούτι της. Ο Μάκης έπιασε κάτι φύκια για να προστατέψει το χέρι του και τον έβγαλε από πάνω της. Η Λόνα σταμάτησε το κλάμα, τον κοίταξε και του χαμογέλασε. «Take me» του είπε και ξάπλωσε στην άμμο ανοίγοντας τα χέρια της. Ο Μάκης δεν κατάλαβε τι του είπε αλλά ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε.
Έπεσε με πάθος πάνω της. Εκεί στην άμμο ο γεροδεμένος μούτσος τη φίλησε παντού. Η όμορφη ξένη βογκούσε και αναστέναζε κι έλεγε «yes yes yes» όλη την ώρα και του τα ζάλιζε. Ο ξανθός μουστακαλής την έβαλε με τη μούρη στην άμμο μπας και σταματήσει τα yes yes. Ο αρρενωπός άντρας καθόταν και η Λόνα ήταν γονατιστή μπροστά του. Τότε πίσω της είδε κάτι φρικιαστικό. Μια λίμνη αίματος να φεύγει από το πόδι της, να καταλήγει στη θάλασσα και χιλιάδες μαύροι αχινοί να κυλάνε προς τα έξω στην κατεύθυνση του αίματος βγάζοντας έναν ανατριχιαστικό ήχο.. Ιιιιιιιιιιχχχχ...... Αυτό που τους περίμενε δεν το είχαν φανταστεί ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα.
Η συνέχεια του δραματικού θρίλερ στο επόμενο...
Δευτέρα 19 Μαρτίου 2007
Ανάλυση της υπερπαραγωγής στην Ελλάδα του σήμερα.
Γεια σας. Χτες το βράδυ ανακάλυψα κάτι που μου επιβεβαίωσε πως κανείς δεν δουλεύει σε αυτή τη χώρα. Επίσης, το ίδιο αυτό που ανακάλυψα, μου επιβεβαίωσε πως είμαστε όλοι εγωιστές και θέλουμε οι άλλοι να είναι απίκο στις επιθυμίες μας και φυσικά μόνο ό,τι ώρα θέλουμε εμείς. Να συμπληρώσω πως και σήμερα το πρωί, κάποιος μου είπε στο δρόμο ότι γαμιέται το σπίτι μου και πέρα από τη μούτζα που του έδωσα, έτσι για να μη θιχτεί ο εγωισμός μου (να, αυτά που λέγαμε για τους εγωισμούς) νομίζω πως ναι, είχε απόλυτο δίκιο καθώς μου έχουν γαμήσει το σπίτι αυτοί από πάνω και δε μπορώ να σταθώ. Βέβαια, αναρωτιέμαι αυτός που το ήξερε, αλλά υποψιάζομαι ότι μου το είπε μάλλον γιατί έκανα παντιλίκια σ’ όλη την Κηφισίας και ήταν και αυτός ένας που προσπέρασα. Τι κομπλεξικός κόσμος Θεέ μου! Μη σας περάσει ένα κοριτσάκι και πόσο μάλλον μία κωλόγρια! Τούρκοι εξολοθρευτές γίνεστε! (παλιακιά έκφραση, την αλλάζω ευθύς:) Αμερικάνοι φιλειρηνιστές γίνεστε! Τέλος πάντων, σας παραθέτω ένα γράμμα που έστειλα μέσω μέηλ στην κολλητή μου κάποια στιγμή, το 2003, επειδή δε με πήρε τηλέφωνο μία μέρα και κάτι ώρες. Φυσικό ήταν να μην το αντέξω, όπως καταλαβαίνετε, και της έγραψα το παρακάτω που θα δείτε. Θα μου πείτε που το βρήκες. Τς! Σε τα μας; Ορέ πάτε καλά; Όλα τα έχω. Δεν είναι τυχαίο ότι συμπαθώ τους ρακοσυλλέκτες. Εννοείται πως το παρακάτω γράμμα, συνοδεύεται από καμιά τετράδα απαντήσεις αλλά δεν τις βάζω γιατί θα’ ρθείτε σπίτι μου και θα ζητάτε τα ρέστα και λεφτά δεν έχω. Τώρα, αν παρ’ ελπίδα σας αρέσει τόσο πολύ, πείτε μου να σας βάλω και τα άλλα. Αλλά δε νομίζω. Είναι απλά η απόδειξη ότι κανείς μα κανείς δε δουλεύει σε αυτή τη χώρα. Ε, δεν εξηγείται αλλιώς άνθρωπος να έχει κάτσει να γράψει τέτοιο πράγμα ενώ έχει δουλειά. Άλλο παράδειγμα όλη εσείς αυτή τη στιγμή. Δουλεύετε; Όχι. Διαβάζετε blogs. Και καλά κάνετε. Η έρευνα που έκαναν και άκουγα τα αποτελέσματά της σήμερα στο ραδιόφωνο, δεν ξέρω που κολλάει. Οι Έλληνες λέει, είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοί που έχουμε το περισσότερο άγχος. Που το βρήκαμε; Εγώ τους βλέπω όλους να κοιμούνται και μόνο τους διευθυντές των ιδιωτικών εταιρειών να σκίζουν τα ρούχα τους να βγάλουν κι άλλα λεφτά να τα φάνε στον ψυχίατρο. Αυτούς ανέλυσαν; Μάλλον. Τι να πω. Λοιπόν, σας παραθέτω το γράμμα και εν συνεχεία μια μικρή τσοντούλα να χαλαρώσετε. (Ο τίτλος μούφα, για να κομπλάρουν οι άσχετοι). Καλή ανάγνωση. Κι αν βαρεθείτε, μη ντραπείτε. Πάρτε τον πούλο :) Τώρα είδα πως είναι σεντόνι από τα λίγα, οπότε την τσοντούλα αύριο, γιατί σας λυπάμαι:)
Αγαπητή κα Γραψαρχίδου, καλησπέρα σας.
Είμαι η γραμματέας της πρώην φιλενάδας σας και θα ήθελα με το γράμμα μου αυτό να
σας ενημερώσω για μερικά όχι και τόσο ευχάριστα συμβάντα.
Κατ' αρχήν, να σας πω το όνομα μου και μετά προχωράω στα υπόλοιπα.
Ονομάζομαι Νίτσα Πίπογλου, είμαι 24 χρονών και από σήμερα, εκτελώ χρέη
γραμματέως για την Κα Καραπιπερίμ. Η κα Καραπιπερίμ πήρε μερικές αποφάσεις και
είμαι στη δύσκολη θέση να σας τις μεταφέρω εγώ και λυπάμαι πολύ γι'αυτό. Όμως αυτή
είναι η δουλειά μου και θα κάνω το χρέος μου.
Λοιπόν, θα ήθελα να σας πω ότι η πρώην φίλη σας ,ζητάει να της ταχυδρομήσετε τα
πράγματα της το συντομότερο δυνατόν διότι αλλάζει κατοικία και πόλη. Την πονέσατε
βαθιά κι ανεπανόρθωτα και θέλει να ξεφύγει. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να την
μεταπείσω αλλά δυστυχώς αυτό είναι αδύνατο. Οπότε, σας παρακαλώ πολύ, κάνετε
αυτό που πρέπει και τίποτα παραπάνω. Αρκετά την πληγώσατε. Θα σας κατηγορούσα
και η ίδια, αλλά το μόνο που με αποτρέπει είναι ότι κι εγώ θέλω ν' αλλάξω πόλη και
κατοικία και δεν έχω πρόβλημα να την ακολουθήσω όπου και να πάει γιατί κατάλαβα
αμέσως πόσο σπάνιος άνθρωπος είναι. Ενώ εσείς όχι. Τέλος πάντων, δεν είναι
αρμοδιότητα μου να λέω τη γνώμη μου, αλλά όπως καταλαβαίνετε, μερικές φορές το
δίκιο πνίγει.
Στη συνέχεια, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, να μην την ξαναενοχλήσετε με κανένα
τρόπο, έμμεσο ή άμεσο καθώς και να σβήσετε τα τηλέφωνα της από την ατζέντα σας, τη
διεύθυνση κατοικίας της και την ηλεκτρονική της διεύθυνση. Σας τταρακαλώ κυρία
Γραψαρχίδου, κάνετε αυτό που σας λέω και όχι κάτι άλλο. Βαδίζει ήδη σε πολύ δύσκολο
δρόμο. Μην το κάνετε χειρότερο. Αλλωστε, πραγματικά πιστεύω ότι θα βρει μπροστά
της πολύ κόσμο να την αγαπήσει και να την βοηθήσει να σας ξεχάσει. Ήδη βρήκε έναν.
Εμένα. Οπότε, σας παρακαλώ και πάλι, ξεχάστε τη κι εσείς. Αν και από όσο ξέρω ,το
έχετε κάνει ήδη και δεν θα σας είναι και ιδιαίτερο πρόβλημα. Με συγχωρείτε που και
πάλι εκφράζω άποψη για εσάς, δεν σας ξέρω και λυπάμαι γι'αυτό, αλλά αν τη βλέπατε,
θα καταλαβαίνατε.
Μου ζήτησε επίσης να σας ευχαριστήσω για τις ξεχωριστές και πραγματικά
μοναδικές στιγμές που περάσατε μαζί και να σας μεταφέρω ότι δε θα σας ξεχάσει ποτέ,
αν και θα το προσπαθήσει πολύ...Με συγχωρείτε, πάω να φυσήξω τη μύτη μου γιατί η
συγκίνηση και τα δάκρυα δε μ'αφήνουν να συνεχίσω......
Με συγχωρείτε για την αναμονή. Το έργο μου είναι πραγματικά δύσκολο και υποφέρω που είμαι εγώ αυτή που πρέπει να το φέρω εις πέρας αλλά τελικά το κάνω μόνο και μόνο για χατίρι της τόσο αξιολάτρευτης κυρίας Καραπιπερίμ. Θα ήθελε επίσης να σας αποκαλύψει κάτι συνταρακτικό. Παρακαλώ, αν δεν κάθεστε, καθίστε αμέσως, αν καπνίζετε, ανάψτε τσιγάρο κι αν δεν έχετε χαρτομάνδηλα κοντά σας, πάρτε.
Ελπίζω να είστε έτοιμη...
Λοιπόν, αγαπητή κα Γραψαρχίδου. Έχω να σας δηλώσω ότι είστε υιοθετημένη και υπεύθυνη της τύχης και της ανατροφής σας είναι η μοναδική κυρία Καραπιπερίμ. Αν πέσατε, παρακαλώ σηκωθείτε. Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να συνεχίσουμε. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το 1973, η κα Καραπιπερίμ, έκανε ένα ταξίδι στα Χάιλαντς της Σκωτίας που τόσο της άρεσε. Εκεί συνάντησε πολύ κόσμο ,φτωχικό, που ήξερε από προηγούμενα ταξίδια της. Συμπαθούσε ιδιαίτερα μια πολύ φτωχή οικογένεια ,τους Μακ Ντόρμαντ, που είχαν 14 παιδιά. Η κα Μακ Ντόρμαντ ήταν έγκυος για ακόμα μία φορά και ετοιμόγεννη. Την περίοδο εκείνη υπήρχε μεγάλο πρόβλημα πείνας και φτώχειας στη Σκωτία, καθώς μαινόταν κι ένας εσωτερικός πόλεμος ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Το πράγμα ήταν πολύ μεγάλο και ο κάθε φτωχός προσπαθούσε να σωθεί με όποιο τρόπο μπορούσε από τους κακούς πλούσιους. Δεν ήταν εύκολο όμως διότι πεινούσαν, διψούσαν, έπρεπε να βγουν έξω να γυρέψουν φαγητό. Η έξοδος όμως τις πρωινές ώρες ήταν απαγορευμένη για τους φτωχούς. Μία αποφράδα μέρα λοιπόν, που η κα Καραπιπερίμ εφιλοξενείτο από την οικογένεια Μακ Ντόρμαντ (της άρεσε να κοιμάται στο σταύλο με τα ζώα ,πάντα ήταν απλός άνθρωπος, το γνωρίζετε νομίζω αυτό), η ετοιμόγεννη μητέρα δεν αισθανόταν καλά. Η κα Καραπιπερίμ έλειπε για μια βόλτα στην πόλη κι έτσι η κα Μακ Ντόρμαντ ένιωσε πως πρέπει να πάει στο γιατρό. Ο πατέρας Μακ Ντόρμαντ, προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψει και να της πει ότι κινδυνεύουν αν βγουν έξω, αλλά η κα Μακ Ντόρμαντ επέμενε κι έλεγε πως αισθάνεται τιάρα πολύ άσχημα και πρέπει να βγει. Με τα πολλά, βγήκε από το σπίτι η μητέρα Μακ Ντόρμαντ και αμέσως την ακολούθησε κι ο πατέρας Μακ Ντόρμαντ. Όπως καταλαβαίνετε κα Γραψαρχίδου, τα παιδιά δε θα μπορούσαν να μείνουν μόνα τους κι έτσι ακολούθησαν κι αυτά. Ήταν όμως μέρα μεσημέρι και 16 φτωχοί στο δρόμο, είναι ένα θέαμα που δεν περνούσε απαρατήρητο. Στη διαδρομή συνάντησαν πολλούς πλούσιους που είχαν μείνει έκπληκτοι με το θράσος αυτών των "βρωμιαραίων" όπως χαρακτηριστικά τους είπαν. Όσο προχωρούσε η οικογένεια Μακ Ντόρμαντ στα σοκάκια, όλο και περισσότεροι πλούσιοι τους έβλεπαν και όλο και περισσότερη αναστάτωση προκαλούσαν. Ώσπου τελικά συνέβη το μοιραίο. Πριν φτάσουν στο σπίτι του γιατρού, τους είχαν ακολουθήσει τουλάχιστον 150 έξαλλοι πλούσιοι με ξύλα και δάδες στα χέρια. Σαν μαινόμενοι ταύροι έπεσαν πάνω τους και τους χτύπησαν μέχρι θανάτου. Το θέαμα ήταν σκληρό, αλλά το πάθος των κακών πλουσίων εναντίον των φτωχών, τους εμπόδιζε να δουν τις κατάπτυστες πράξεις τους. Στο σημείο εκείνο της πόλης που γινόταν το κακό, για κακή της τύχη ήταν και η κα Καραπιπερίμ. Ήταν μέσα σ' ένα μαγαζί με παιχνίδια και διάλεγε δώρα για τα παιδάκια της οικογένειας Μακ Ντόρμαντ. Ακουσε τη φασαρία ,βγήκε γρήγορα από το μαγαζί αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Το κακό είχε γίνει ήδη. Έχασε τον κόσμο από τα πόδια της. Οι πολυαγαπημένοι της φίλοι χάθηκαν εν ριπή οφθαλμού από ένα μάτσο παρανοϊκούς! Τη στιγμή που χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και εκατοντάδες φωνές τρύπαγαν τ'αυτιά της, άκουσε ένα ανεπαίσθητο κλάμα μωρού λίγο πιο μακρυά από τον πανικό. Αρχισε να ψάχνει με μανία από που ερχόταν και τελικά ανακαλύπτει ένα κοριτσάκι μέσα στα αίματα με κόκκινα μαλλάκια και τον ομφάλιο λώρο ακόμα , δίπλα του. Αμέσως κατάλαβε ότι πρόκειται για το νεογέννητο κοριτσάκι της οικογένειας Μακ Ντόρμαντ. Κατάλαβε ότι χτύπησαν τόσο πολύ τη μητέρα Μακ Ντόρμαντ που της έσπασαν την κοιλιά και το μωρό πετάχτηκε μακρυά. Η κα Καραπιπερίμ, με την αποκάλυψη αυτή, δεν άντεξε, γύρισε αμέσως με το μωρό στην αγκαλιά, έκανε εμετό ,σήκωσε το κεφάλι κι άρχισε να τρέχει. Να το γλυτώσει από τους τρελλούς.
Έτσι σώθηκε το πανέμορφο κοριτσάκι. Φαντάζομαι ότι το μυαλό σας δε μπορεί να πάει
εκεί που πρέπει, έτσι; Κι αν πήγε ,έχετε δίκιο. Το κοριτσάκι που σώθηκε, είστε εσείς.
Ναι, γλυκιά κυρία Γραψαρχίδου, εσάς έσωσε η τύχη και κα Καραπιπερίμ και σας
βοήθησε να συνεχίσετε τη ζωή σας. Δεν καταλαβαίνετε πως βρεθήκατε εδώ που είστε
τώρα; Μα είναι τόσο απλό...
Η κα Καραπιπερίμ ήρθε στην Ελλάδα και σας έφερε και σας μαζί της. Δεν μπορούσε
όμως να σας κρατήσει αλλά έκανε τα πάντα να σας βρει την κατάλληλη μητέρα. Έτσι σε
μία βόλτα της στο Χολαργό, συνάντησε τη συμπαθέστατη κα Ειρήνη όπου από
κει και πέρα γνωρίσατε ως μητέρα σας. Η κα Καραπιπερίμ δεν έχασε ποτέ τα ίχνη σας
και πάντα σας βοηθούσε οικονομικά, αν και η αλήθεια είναι ότι οι θετοί γονείς σας,
πολύ περήφανοι άνθρωποι, από ένα σημείο και μετά δεν επιθυμούσαν να τους δίνει
λεφτά γιατί ισχυρίζονταν ότι είσαστε ένα λατρεμένο κοριτσάκι με χρυσή ψυχή και σας
αισθάνονταν σαν δικό τους παιδί. Έτσι, η αγαπημένη κα Καραπιπερίμ, σταμάτησε να
τους δίνει λεφτά, αλλά δε σταμάτησε ποτέ να καταθέτει για λογαριασμό σας στην
τράπεζα. Έτσι, αυτή τη στιγμή, έχετε ένα βιβλιάριο, όπου και θα σας στείλουμε
σύντομα, με 978.925.274 €.
Αυτή ήταν η ιστορία που έπρεπε να μάθετε και λυπάμαι πολύ που δεν καταλάβατε ποτέ
πόσο σας αγαπούσε.
Γι αυτούς τους λόγους λοιπόν που διαβάσατε παραπάνω, θα ήθελα να μην την
ξαναενοχλήσετε. Έκανε τόσα πολλά για σας κι αυτή το μόνο που ζήτησε ήταν να μην την
ξεχνάτε. Αλλά, νιάτα. Νιάτα ατίθασα, ανώριμα και απερίσκεπτα. Θα μου πείτε και εγώ
νέα είμαι, αλλά ευτυχώς έχω την αίσθηση να καταλαβαίνω πότε αξίζει κάποιος ενώ
εσείς όχι. Λυπάμαι γι'αυτό, γιατί χάνετε πάρα πολλά.
Αυτά είχα να πω, λυπάμαι πραγματικά που γνωριστήκαμε με αυτόν τον τρόπο, αλλά έτσι
όπως τα καταφέρατε, ήταν ο μοναδικός.
Σας εύχομαι καλή ζωή και το κρίμα στο λαιμό σας.
Με τιμή,
Πίπογλου Νίτσα.
Αγαπητή κα Γραψαρχίδου, καλησπέρα σας.
Είμαι η γραμματέας της πρώην φιλενάδας σας και θα ήθελα με το γράμμα μου αυτό να
σας ενημερώσω για μερικά όχι και τόσο ευχάριστα συμβάντα.
Κατ' αρχήν, να σας πω το όνομα μου και μετά προχωράω στα υπόλοιπα.
Ονομάζομαι Νίτσα Πίπογλου, είμαι 24 χρονών και από σήμερα, εκτελώ χρέη
γραμματέως για την Κα Καραπιπερίμ. Η κα Καραπιπερίμ πήρε μερικές αποφάσεις και
είμαι στη δύσκολη θέση να σας τις μεταφέρω εγώ και λυπάμαι πολύ γι'αυτό. Όμως αυτή
είναι η δουλειά μου και θα κάνω το χρέος μου.
Λοιπόν, θα ήθελα να σας πω ότι η πρώην φίλη σας ,ζητάει να της ταχυδρομήσετε τα
πράγματα της το συντομότερο δυνατόν διότι αλλάζει κατοικία και πόλη. Την πονέσατε
βαθιά κι ανεπανόρθωτα και θέλει να ξεφύγει. Προσπάθησα με κάθε τρόπο να την
μεταπείσω αλλά δυστυχώς αυτό είναι αδύνατο. Οπότε, σας παρακαλώ πολύ, κάνετε
αυτό που πρέπει και τίποτα παραπάνω. Αρκετά την πληγώσατε. Θα σας κατηγορούσα
και η ίδια, αλλά το μόνο που με αποτρέπει είναι ότι κι εγώ θέλω ν' αλλάξω πόλη και
κατοικία και δεν έχω πρόβλημα να την ακολουθήσω όπου και να πάει γιατί κατάλαβα
αμέσως πόσο σπάνιος άνθρωπος είναι. Ενώ εσείς όχι. Τέλος πάντων, δεν είναι
αρμοδιότητα μου να λέω τη γνώμη μου, αλλά όπως καταλαβαίνετε, μερικές φορές το
δίκιο πνίγει.
Στη συνέχεια, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, να μην την ξαναενοχλήσετε με κανένα
τρόπο, έμμεσο ή άμεσο καθώς και να σβήσετε τα τηλέφωνα της από την ατζέντα σας, τη
διεύθυνση κατοικίας της και την ηλεκτρονική της διεύθυνση. Σας τταρακαλώ κυρία
Γραψαρχίδου, κάνετε αυτό που σας λέω και όχι κάτι άλλο. Βαδίζει ήδη σε πολύ δύσκολο
δρόμο. Μην το κάνετε χειρότερο. Αλλωστε, πραγματικά πιστεύω ότι θα βρει μπροστά
της πολύ κόσμο να την αγαπήσει και να την βοηθήσει να σας ξεχάσει. Ήδη βρήκε έναν.
Εμένα. Οπότε, σας παρακαλώ και πάλι, ξεχάστε τη κι εσείς. Αν και από όσο ξέρω ,το
έχετε κάνει ήδη και δεν θα σας είναι και ιδιαίτερο πρόβλημα. Με συγχωρείτε που και
πάλι εκφράζω άποψη για εσάς, δεν σας ξέρω και λυπάμαι γι'αυτό, αλλά αν τη βλέπατε,
θα καταλαβαίνατε.
Μου ζήτησε επίσης να σας ευχαριστήσω για τις ξεχωριστές και πραγματικά
μοναδικές στιγμές που περάσατε μαζί και να σας μεταφέρω ότι δε θα σας ξεχάσει ποτέ,
αν και θα το προσπαθήσει πολύ...Με συγχωρείτε, πάω να φυσήξω τη μύτη μου γιατί η
συγκίνηση και τα δάκρυα δε μ'αφήνουν να συνεχίσω......
Με συγχωρείτε για την αναμονή. Το έργο μου είναι πραγματικά δύσκολο και υποφέρω που είμαι εγώ αυτή που πρέπει να το φέρω εις πέρας αλλά τελικά το κάνω μόνο και μόνο για χατίρι της τόσο αξιολάτρευτης κυρίας Καραπιπερίμ. Θα ήθελε επίσης να σας αποκαλύψει κάτι συνταρακτικό. Παρακαλώ, αν δεν κάθεστε, καθίστε αμέσως, αν καπνίζετε, ανάψτε τσιγάρο κι αν δεν έχετε χαρτομάνδηλα κοντά σας, πάρτε.
Ελπίζω να είστε έτοιμη...
Λοιπόν, αγαπητή κα Γραψαρχίδου. Έχω να σας δηλώσω ότι είστε υιοθετημένη και υπεύθυνη της τύχης και της ανατροφής σας είναι η μοναδική κυρία Καραπιπερίμ. Αν πέσατε, παρακαλώ σηκωθείτε. Το ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να συνεχίσουμε. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το 1973, η κα Καραπιπερίμ, έκανε ένα ταξίδι στα Χάιλαντς της Σκωτίας που τόσο της άρεσε. Εκεί συνάντησε πολύ κόσμο ,φτωχικό, που ήξερε από προηγούμενα ταξίδια της. Συμπαθούσε ιδιαίτερα μια πολύ φτωχή οικογένεια ,τους Μακ Ντόρμαντ, που είχαν 14 παιδιά. Η κα Μακ Ντόρμαντ ήταν έγκυος για ακόμα μία φορά και ετοιμόγεννη. Την περίοδο εκείνη υπήρχε μεγάλο πρόβλημα πείνας και φτώχειας στη Σκωτία, καθώς μαινόταν κι ένας εσωτερικός πόλεμος ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Το πράγμα ήταν πολύ μεγάλο και ο κάθε φτωχός προσπαθούσε να σωθεί με όποιο τρόπο μπορούσε από τους κακούς πλούσιους. Δεν ήταν εύκολο όμως διότι πεινούσαν, διψούσαν, έπρεπε να βγουν έξω να γυρέψουν φαγητό. Η έξοδος όμως τις πρωινές ώρες ήταν απαγορευμένη για τους φτωχούς. Μία αποφράδα μέρα λοιπόν, που η κα Καραπιπερίμ εφιλοξενείτο από την οικογένεια Μακ Ντόρμαντ (της άρεσε να κοιμάται στο σταύλο με τα ζώα ,πάντα ήταν απλός άνθρωπος, το γνωρίζετε νομίζω αυτό), η ετοιμόγεννη μητέρα δεν αισθανόταν καλά. Η κα Καραπιπερίμ έλειπε για μια βόλτα στην πόλη κι έτσι η κα Μακ Ντόρμαντ ένιωσε πως πρέπει να πάει στο γιατρό. Ο πατέρας Μακ Ντόρμαντ, προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αποτρέψει και να της πει ότι κινδυνεύουν αν βγουν έξω, αλλά η κα Μακ Ντόρμαντ επέμενε κι έλεγε πως αισθάνεται τιάρα πολύ άσχημα και πρέπει να βγει. Με τα πολλά, βγήκε από το σπίτι η μητέρα Μακ Ντόρμαντ και αμέσως την ακολούθησε κι ο πατέρας Μακ Ντόρμαντ. Όπως καταλαβαίνετε κα Γραψαρχίδου, τα παιδιά δε θα μπορούσαν να μείνουν μόνα τους κι έτσι ακολούθησαν κι αυτά. Ήταν όμως μέρα μεσημέρι και 16 φτωχοί στο δρόμο, είναι ένα θέαμα που δεν περνούσε απαρατήρητο. Στη διαδρομή συνάντησαν πολλούς πλούσιους που είχαν μείνει έκπληκτοι με το θράσος αυτών των "βρωμιαραίων" όπως χαρακτηριστικά τους είπαν. Όσο προχωρούσε η οικογένεια Μακ Ντόρμαντ στα σοκάκια, όλο και περισσότεροι πλούσιοι τους έβλεπαν και όλο και περισσότερη αναστάτωση προκαλούσαν. Ώσπου τελικά συνέβη το μοιραίο. Πριν φτάσουν στο σπίτι του γιατρού, τους είχαν ακολουθήσει τουλάχιστον 150 έξαλλοι πλούσιοι με ξύλα και δάδες στα χέρια. Σαν μαινόμενοι ταύροι έπεσαν πάνω τους και τους χτύπησαν μέχρι θανάτου. Το θέαμα ήταν σκληρό, αλλά το πάθος των κακών πλουσίων εναντίον των φτωχών, τους εμπόδιζε να δουν τις κατάπτυστες πράξεις τους. Στο σημείο εκείνο της πόλης που γινόταν το κακό, για κακή της τύχη ήταν και η κα Καραπιπερίμ. Ήταν μέσα σ' ένα μαγαζί με παιχνίδια και διάλεγε δώρα για τα παιδάκια της οικογένειας Μακ Ντόρμαντ. Ακουσε τη φασαρία ,βγήκε γρήγορα από το μαγαζί αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Το κακό είχε γίνει ήδη. Έχασε τον κόσμο από τα πόδια της. Οι πολυαγαπημένοι της φίλοι χάθηκαν εν ριπή οφθαλμού από ένα μάτσο παρανοϊκούς! Τη στιγμή που χιλιάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και εκατοντάδες φωνές τρύπαγαν τ'αυτιά της, άκουσε ένα ανεπαίσθητο κλάμα μωρού λίγο πιο μακρυά από τον πανικό. Αρχισε να ψάχνει με μανία από που ερχόταν και τελικά ανακαλύπτει ένα κοριτσάκι μέσα στα αίματα με κόκκινα μαλλάκια και τον ομφάλιο λώρο ακόμα , δίπλα του. Αμέσως κατάλαβε ότι πρόκειται για το νεογέννητο κοριτσάκι της οικογένειας Μακ Ντόρμαντ. Κατάλαβε ότι χτύπησαν τόσο πολύ τη μητέρα Μακ Ντόρμαντ που της έσπασαν την κοιλιά και το μωρό πετάχτηκε μακρυά. Η κα Καραπιπερίμ, με την αποκάλυψη αυτή, δεν άντεξε, γύρισε αμέσως με το μωρό στην αγκαλιά, έκανε εμετό ,σήκωσε το κεφάλι κι άρχισε να τρέχει. Να το γλυτώσει από τους τρελλούς.
Έτσι σώθηκε το πανέμορφο κοριτσάκι. Φαντάζομαι ότι το μυαλό σας δε μπορεί να πάει
εκεί που πρέπει, έτσι; Κι αν πήγε ,έχετε δίκιο. Το κοριτσάκι που σώθηκε, είστε εσείς.
Ναι, γλυκιά κυρία Γραψαρχίδου, εσάς έσωσε η τύχη και κα Καραπιπερίμ και σας
βοήθησε να συνεχίσετε τη ζωή σας. Δεν καταλαβαίνετε πως βρεθήκατε εδώ που είστε
τώρα; Μα είναι τόσο απλό...
Η κα Καραπιπερίμ ήρθε στην Ελλάδα και σας έφερε και σας μαζί της. Δεν μπορούσε
όμως να σας κρατήσει αλλά έκανε τα πάντα να σας βρει την κατάλληλη μητέρα. Έτσι σε
μία βόλτα της στο Χολαργό, συνάντησε τη συμπαθέστατη κα Ειρήνη όπου από
κει και πέρα γνωρίσατε ως μητέρα σας. Η κα Καραπιπερίμ δεν έχασε ποτέ τα ίχνη σας
και πάντα σας βοηθούσε οικονομικά, αν και η αλήθεια είναι ότι οι θετοί γονείς σας,
πολύ περήφανοι άνθρωποι, από ένα σημείο και μετά δεν επιθυμούσαν να τους δίνει
λεφτά γιατί ισχυρίζονταν ότι είσαστε ένα λατρεμένο κοριτσάκι με χρυσή ψυχή και σας
αισθάνονταν σαν δικό τους παιδί. Έτσι, η αγαπημένη κα Καραπιπερίμ, σταμάτησε να
τους δίνει λεφτά, αλλά δε σταμάτησε ποτέ να καταθέτει για λογαριασμό σας στην
τράπεζα. Έτσι, αυτή τη στιγμή, έχετε ένα βιβλιάριο, όπου και θα σας στείλουμε
σύντομα, με 978.925.274 €.
Αυτή ήταν η ιστορία που έπρεπε να μάθετε και λυπάμαι πολύ που δεν καταλάβατε ποτέ
πόσο σας αγαπούσε.
Γι αυτούς τους λόγους λοιπόν που διαβάσατε παραπάνω, θα ήθελα να μην την
ξαναενοχλήσετε. Έκανε τόσα πολλά για σας κι αυτή το μόνο που ζήτησε ήταν να μην την
ξεχνάτε. Αλλά, νιάτα. Νιάτα ατίθασα, ανώριμα και απερίσκεπτα. Θα μου πείτε και εγώ
νέα είμαι, αλλά ευτυχώς έχω την αίσθηση να καταλαβαίνω πότε αξίζει κάποιος ενώ
εσείς όχι. Λυπάμαι γι'αυτό, γιατί χάνετε πάρα πολλά.
Αυτά είχα να πω, λυπάμαι πραγματικά που γνωριστήκαμε με αυτόν τον τρόπο, αλλά έτσι
όπως τα καταφέρατε, ήταν ο μοναδικός.
Σας εύχομαι καλή ζωή και το κρίμα στο λαιμό σας.
Με τιμή,
Πίπογλου Νίτσα.
Παρασκευή 16 Μαρτίου 2007
Μουσακάς. (Έπρεπε να βάλω Παστίτσιο).
Εγώ σήμερα ξύπνησα μια χαρά. Αλήθεια. Σηκώθηκα και τραγουδούσα, δεν είχα κανένα θέμα. Μέχρι που κατέβηκα στο δρόμο για να έρθω στη δουλειά. Πόσα χιλιόμετρα είναι; 7 νομίζω; Ε, μέσα σε 7 χιλιόμετρα, μου διαλύθηκαν τα νεύρα και τώρα μ’ έχει πιάσει νύστα. Έτσι πάει. Μετά από πολύ ανέβασμα, ο οργανισμός χαλαρώνει.
Παράκληση: μην ξανακούσω κανέναν να μου πει ότι η Αθήνα είναι πανέμορφη, πανέξυπνη, ονειρική, μαγεμένη κλπ. Δε ζω ούτε στην Εκάλη με 250 τετραγωνικά κήπο και 2 κηπουρούς, ούτε στο Κολωνάκι να έχω τα 4 κάμπριο στο γκαράζ, ούτε στο Σούνιο να έχω θέα το ναό. Ξηγηθήκαμε; Θα μου πεις, δε σου λέει κανένας τίποτα γιατί σ’ έχουν χεσμένη. Κανένα πρόβλημα παίδες.
Διάβασα λοιπόν τις προάλλες και από τότε που το διάβασα το σκέφτομαι συνέχεια και ειδικά όταν γκρινιάζω για την Αθήνα, ότι όποιος την κατηγορεί, είναι ανίκανος να την αγαπήσει. Δεν την έχει αγαπήσει, έχει ο ίδιος πρόβλημα κλπ. Συμφωνώ πως όλοι είμαστε προβληματικοί. Κανείς μα κανείς δεν είναι τέλειος. Όπως επίσης, ο καθένας είναι υπεύθυνος για την ποιότητα ζωής του μέχρι το σημείο που μπορεί να είναι φυσικά. Γιατί αν ο ένας έχει γεννηθεί στην Κηφισιά και ο άλλος στην Τρούμπα, λογικό είναι να υπάρχει μια διαφορά, έτσι; Ή αν κάποιος μπόρεσε και βρήκε δουλειά δίπλα στο σπίτι του και πάει με τα πόδια και δεν ασχολείται με αυτοκίνητα, λεωφορεία κλπ, και ο άλλος κάνει 20 χιλιόμετρα κάθε μέρα να πάει στη φάμπρικα, πάλι είναι διαφορετικό. Φυσικά και παίζει ρόλο, το μεγαλύτερο θα έλεγα, ο χαρακτήρας. Εγώ, μέσα σε 5 δευτερόλεπτα γίνομαι τούρμπο. Άλλος, μπορεί να τον χτυπάς με τον βούρδουλα χρόνια ολόκληρα και λίγο πριν πεθάνει από τα χτυπήματα να πει το πολύ: «δε μου φέρθηκες καλά». Βάζω τα άκρα, γιατί είμαι στο άκρο. Θυμώνω εύκολα. Και μου περνάει το ίδιο εύκολα. Αυτό, το ίδιο κείμενο που γράφω τώρα, ξέρετε πως θα ήταν αν το έγραφα μέσα στο Μετρό πριν ακριβώς μισή ώρα; Δεν μπορείτε να φανταστείτε.
Αλλά. Αυτή την πόλη τη σιχάθηκα. Πραγματικά τη σιχάθηκα. Για να είσαι χαρούμενος σε αυτό το μέγιστο μπουρδέλο, πρέπει να μη δουλεύεις, να μην έχεις ιδιαίτερες υποχρεώσεις, τη μισή μέρα να ξύνεσαι οπωσδήποτε και να απολαμβάνεις τον ήλιο. Ντε φάκτο. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έχεις δουλειές να κάνεις, να είσαι αγχωμένος δηλαδή και να μη διαλυθούν τα νεύρα σου. Δε σε βοηθάει τίποτα. Τίποτα ρε πούστη. Τίποτα. Το πρωί, κατέβηκα στο δρόμο και η πρώτη εικόνα είναι η εξής: Να σκάβουν μία οδό απέναντι, το φανάρι να είναι πράσινο και μία γριά σε ένα αυτοκίνητο να κοιμάται και να μη φεύγει με αποτέλεσμα να κορνάρουν όλοι από πίσω και το κομπρεσέρ παράλληλα να βαράει. Ξαναλέω, μέχρι εκείνο το σημείο τραγουδούσα. Πλέον, και να ούρλιαζα, με τόσο θόρυβο δε θα με άκουγε κανείς. Μπροστά από την πολυκατοικία, παίζει κάδος σκουπιδιών. Χτες, όταν επέστρεψα σπίτι, ήταν ένα σακούλι από γαριδάκια μπροστά στον κάδο, χάμω φυσικά και όλα τα γαριδάκια στο πεζοδρόμιο απλωμένα. Εντάξει, καταλαβαίνω ότι σε κάποιο πιτσιρίκι θα έπεσαν και τα πιτσιρίκια όταν τους συμβαίνουν αυτά δεν ξέρουν τι να κάνουν ΕΚΤΟΣ αν τους έχουν μάθει οι γονείς τους να μην τρώνε γαριδάκια και να μαζεύουν τις βρωμιές τους. Όμως, δεν έχουν όλα τα παιδιά γονείς, ούτε έχουν όλα γονείς που αξίζουν να είναι γονείς. Σήμερα το πρωί, τα γαριδάκια ήταν μαζεμένα μέσα στο σακουλάκι και μαζί με δεύτερο σακουλάκι, ήταν ακουμπισμένα στη ράχη του κάδου. Εξηγήστε μου τώρα εμένα γιατί κάποιος έκατσε και τα μάζεψε και δεν τα πέταξε. Ο επόμενος που θα ανοίξει τον κάδο, θα τα ξαναρίξει έξω. Όχι εγώ δεν τα μάζεψα γιατί μαγεύτηκα απ’ όλη τη σκατίλα και το σκέφτηκα αργότερα. Νομίζω ότι το βράδυ που θα επιτρέψω θα τα βρω χάμω οπότε τα μαζεύω τότε.
Έρχεται τρόλεϊ. Κάθε πρωί, επειδή αηδιάζω να μπαίνω σε τρόλεϊ με τόσο ελεεινό κόσμο, συνήθως περπατάω μέχρι το τρένο. Αλλά είναι κάποιες φορές ρε πούστη, που είμαι κουρασμένη, πονάει η μέση μου, έχω αργήσει και πρέπει να πάρω. Τι είπαμε παραπάνω; Ότι δε βοηθάει τίποτα σε αυτήν την πόλη αν βιάζεσαι; Ε, με τα πόδια να πας κούκλα μου. Μπαίνω στο τρόλεϊ και τελείωσε. Έσπασαν τα νεύρα μου. Γέροι άρρωστοι (νοητικά θέλω να πω) να σπρώχνουν με τη μαγκούρα να μην τους ακουμπήσεις, χοντρές να βήχουν μέσ’ τη μούρη σου, κοριτσάκια με τρία κιλά μάσκαρα να έχουν διαπασών μουσική στ’ αυτιά τους, θείες που δεν μπορούν να κρατηθούν και παίζουν το ντόμινο, 2 στάσεις έμεινα εκεί μέσα και σιχάθηκα τη ζωή μου. Και το τραγούδι μου κόπηκε και όλα. Και μόλις κατέβηκα, μου ήρθαν όλα.
Δεν υπάρχει πρόνοια. Δεν υπάρχει ευγένεια, τακτ, τίποτα απολύτως δεν υπάρχει, ζούμε μια απόλυτη αναρχία. Αμολυτοί άρρωστοι άνθρωποι επικίνδυνοι πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό τους, ζητιάνοι παντού, σε μορφή πρεζάκιδων, γέρων, γριών, αρρώστων, και όλοι να σε γεμίζουν τύψεις εκεί που κάθεσαι και να μην ξέρεις ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα, λεωφοριατζήδες που δε σταματάνε στη στάση γιατί έτσι γουστάρουν, καριόληδες στο δρόμο που σε βλέπουν με σακούλες και πέφτουν πάνω σου γιατί δε μπορούν να κάνουν 2 χιλιοστά πιο κει, βρωμιάρηδες, ανώμαλοι, γέροι, τσογλάνια, αδέσποτα, σκουπίδια, τρύπες, λακούβες, ΣΙ-ΧΑ-ΘΗ-ΚΑ. Πραγματικά. Γιατί κι εγώ, αλήθεια το λέω, άμα δε δουλεύω και προχωράω στο δρόμο για βολτούλα, δεν έχω πρόβλημα. Χοροπηδάω πάνω από τις λακουβίτσες, φτιάχνω ποιήματα κλπ. Για όσο φυσικά έχω την υγεία μου. Γιατί χωρίς λεφτά, μην κάνεις καμιά μαλακία και αρρωστήσεις. Κωλάθρωποι. Ελεεινοί. Κωλοκράτος. Ε, λογικό. Οι κωλάθρωποι, κωλοκράτος θα έφτιαχναν. Η σχέση της αρχαίας Ελλάδας με την τωρινή, είναι ίδια με ενός κομμάτι μουσακά (έπρεπε να βάλω παστίτσιο) και μίας κουράδας. Ο μουσακάς (έπρεπε να βάλω παστίτσιο) είναι φρέσκος, αφράτος, με το χοντρό του το μακαρόνι, τον κιμά του, τα μυρωδικά του, τη μπεσαμέλ του την ωραία. Όταν φαγωθεί, αυτόματα μετατρέπεται σε μια παχιά κουράδα. Ε, μέσα στην κουράδα, άμα την κοιτάξεις από κοντά, θα δεις ένα ίχνος από μακαρόνι, ένα ίχνος από μπεσαμέλ, ένα ίχνος πολιτισμού δηλαδή στο μπουρδέλο που ζούμε. Σκατά. Σιχαμένη πόλη. Σιχαμένοι άνθρωποι. Για να δεις φατσούλα στο δρόμο πρέπει να κάνεις τάμα. Μία ρε, μία κοπέλα συνάντησα στη ζωή μου όλη, πριν κανά μήνα που ενδιαφέρθηκε χωρίς λόγο για τον συνάνθρωπό της. Κοιτούσα το λεωφορείο που ερχόταν αλλά δεν έβλεπα το νούμερο και κάπως θα ήταν η φάτσα μου, δεν ξέρω, δεν την έβλεπα, και μία κοπέλα με κοιτάει, σταματάει και με ρωτάει: θέλεις βοήθεια; Είσαι καλά; Γύρευε πως ήμουν, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Μου ήρθε να τη φιλήσω. Και ο αντίποδας: Τις προάλλες χτύπησαν τη θεία μου κάτι μουνόπανα και έτσι χτυπημένη όπως ήταν, μέσ’ το αίμα, πήγε σε ένα περίπτερο να ζητήσει να πάρει το 100 και ξέρετε τι της είπε ο περιπτεράς; Δεν μπορώ, είμαι στο ίντερνετ. Live your myth in Greece.
Παράκληση: μην ξανακούσω κανέναν να μου πει ότι η Αθήνα είναι πανέμορφη, πανέξυπνη, ονειρική, μαγεμένη κλπ. Δε ζω ούτε στην Εκάλη με 250 τετραγωνικά κήπο και 2 κηπουρούς, ούτε στο Κολωνάκι να έχω τα 4 κάμπριο στο γκαράζ, ούτε στο Σούνιο να έχω θέα το ναό. Ξηγηθήκαμε; Θα μου πεις, δε σου λέει κανένας τίποτα γιατί σ’ έχουν χεσμένη. Κανένα πρόβλημα παίδες.
Διάβασα λοιπόν τις προάλλες και από τότε που το διάβασα το σκέφτομαι συνέχεια και ειδικά όταν γκρινιάζω για την Αθήνα, ότι όποιος την κατηγορεί, είναι ανίκανος να την αγαπήσει. Δεν την έχει αγαπήσει, έχει ο ίδιος πρόβλημα κλπ. Συμφωνώ πως όλοι είμαστε προβληματικοί. Κανείς μα κανείς δεν είναι τέλειος. Όπως επίσης, ο καθένας είναι υπεύθυνος για την ποιότητα ζωής του μέχρι το σημείο που μπορεί να είναι φυσικά. Γιατί αν ο ένας έχει γεννηθεί στην Κηφισιά και ο άλλος στην Τρούμπα, λογικό είναι να υπάρχει μια διαφορά, έτσι; Ή αν κάποιος μπόρεσε και βρήκε δουλειά δίπλα στο σπίτι του και πάει με τα πόδια και δεν ασχολείται με αυτοκίνητα, λεωφορεία κλπ, και ο άλλος κάνει 20 χιλιόμετρα κάθε μέρα να πάει στη φάμπρικα, πάλι είναι διαφορετικό. Φυσικά και παίζει ρόλο, το μεγαλύτερο θα έλεγα, ο χαρακτήρας. Εγώ, μέσα σε 5 δευτερόλεπτα γίνομαι τούρμπο. Άλλος, μπορεί να τον χτυπάς με τον βούρδουλα χρόνια ολόκληρα και λίγο πριν πεθάνει από τα χτυπήματα να πει το πολύ: «δε μου φέρθηκες καλά». Βάζω τα άκρα, γιατί είμαι στο άκρο. Θυμώνω εύκολα. Και μου περνάει το ίδιο εύκολα. Αυτό, το ίδιο κείμενο που γράφω τώρα, ξέρετε πως θα ήταν αν το έγραφα μέσα στο Μετρό πριν ακριβώς μισή ώρα; Δεν μπορείτε να φανταστείτε.
Αλλά. Αυτή την πόλη τη σιχάθηκα. Πραγματικά τη σιχάθηκα. Για να είσαι χαρούμενος σε αυτό το μέγιστο μπουρδέλο, πρέπει να μη δουλεύεις, να μην έχεις ιδιαίτερες υποχρεώσεις, τη μισή μέρα να ξύνεσαι οπωσδήποτε και να απολαμβάνεις τον ήλιο. Ντε φάκτο. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έχεις δουλειές να κάνεις, να είσαι αγχωμένος δηλαδή και να μη διαλυθούν τα νεύρα σου. Δε σε βοηθάει τίποτα. Τίποτα ρε πούστη. Τίποτα. Το πρωί, κατέβηκα στο δρόμο και η πρώτη εικόνα είναι η εξής: Να σκάβουν μία οδό απέναντι, το φανάρι να είναι πράσινο και μία γριά σε ένα αυτοκίνητο να κοιμάται και να μη φεύγει με αποτέλεσμα να κορνάρουν όλοι από πίσω και το κομπρεσέρ παράλληλα να βαράει. Ξαναλέω, μέχρι εκείνο το σημείο τραγουδούσα. Πλέον, και να ούρλιαζα, με τόσο θόρυβο δε θα με άκουγε κανείς. Μπροστά από την πολυκατοικία, παίζει κάδος σκουπιδιών. Χτες, όταν επέστρεψα σπίτι, ήταν ένα σακούλι από γαριδάκια μπροστά στον κάδο, χάμω φυσικά και όλα τα γαριδάκια στο πεζοδρόμιο απλωμένα. Εντάξει, καταλαβαίνω ότι σε κάποιο πιτσιρίκι θα έπεσαν και τα πιτσιρίκια όταν τους συμβαίνουν αυτά δεν ξέρουν τι να κάνουν ΕΚΤΟΣ αν τους έχουν μάθει οι γονείς τους να μην τρώνε γαριδάκια και να μαζεύουν τις βρωμιές τους. Όμως, δεν έχουν όλα τα παιδιά γονείς, ούτε έχουν όλα γονείς που αξίζουν να είναι γονείς. Σήμερα το πρωί, τα γαριδάκια ήταν μαζεμένα μέσα στο σακουλάκι και μαζί με δεύτερο σακουλάκι, ήταν ακουμπισμένα στη ράχη του κάδου. Εξηγήστε μου τώρα εμένα γιατί κάποιος έκατσε και τα μάζεψε και δεν τα πέταξε. Ο επόμενος που θα ανοίξει τον κάδο, θα τα ξαναρίξει έξω. Όχι εγώ δεν τα μάζεψα γιατί μαγεύτηκα απ’ όλη τη σκατίλα και το σκέφτηκα αργότερα. Νομίζω ότι το βράδυ που θα επιτρέψω θα τα βρω χάμω οπότε τα μαζεύω τότε.
Έρχεται τρόλεϊ. Κάθε πρωί, επειδή αηδιάζω να μπαίνω σε τρόλεϊ με τόσο ελεεινό κόσμο, συνήθως περπατάω μέχρι το τρένο. Αλλά είναι κάποιες φορές ρε πούστη, που είμαι κουρασμένη, πονάει η μέση μου, έχω αργήσει και πρέπει να πάρω. Τι είπαμε παραπάνω; Ότι δε βοηθάει τίποτα σε αυτήν την πόλη αν βιάζεσαι; Ε, με τα πόδια να πας κούκλα μου. Μπαίνω στο τρόλεϊ και τελείωσε. Έσπασαν τα νεύρα μου. Γέροι άρρωστοι (νοητικά θέλω να πω) να σπρώχνουν με τη μαγκούρα να μην τους ακουμπήσεις, χοντρές να βήχουν μέσ’ τη μούρη σου, κοριτσάκια με τρία κιλά μάσκαρα να έχουν διαπασών μουσική στ’ αυτιά τους, θείες που δεν μπορούν να κρατηθούν και παίζουν το ντόμινο, 2 στάσεις έμεινα εκεί μέσα και σιχάθηκα τη ζωή μου. Και το τραγούδι μου κόπηκε και όλα. Και μόλις κατέβηκα, μου ήρθαν όλα.
Δεν υπάρχει πρόνοια. Δεν υπάρχει ευγένεια, τακτ, τίποτα απολύτως δεν υπάρχει, ζούμε μια απόλυτη αναρχία. Αμολυτοί άρρωστοι άνθρωποι επικίνδυνοι πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό τους, ζητιάνοι παντού, σε μορφή πρεζάκιδων, γέρων, γριών, αρρώστων, και όλοι να σε γεμίζουν τύψεις εκεί που κάθεσαι και να μην ξέρεις ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα, λεωφοριατζήδες που δε σταματάνε στη στάση γιατί έτσι γουστάρουν, καριόληδες στο δρόμο που σε βλέπουν με σακούλες και πέφτουν πάνω σου γιατί δε μπορούν να κάνουν 2 χιλιοστά πιο κει, βρωμιάρηδες, ανώμαλοι, γέροι, τσογλάνια, αδέσποτα, σκουπίδια, τρύπες, λακούβες, ΣΙ-ΧΑ-ΘΗ-ΚΑ. Πραγματικά. Γιατί κι εγώ, αλήθεια το λέω, άμα δε δουλεύω και προχωράω στο δρόμο για βολτούλα, δεν έχω πρόβλημα. Χοροπηδάω πάνω από τις λακουβίτσες, φτιάχνω ποιήματα κλπ. Για όσο φυσικά έχω την υγεία μου. Γιατί χωρίς λεφτά, μην κάνεις καμιά μαλακία και αρρωστήσεις. Κωλάθρωποι. Ελεεινοί. Κωλοκράτος. Ε, λογικό. Οι κωλάθρωποι, κωλοκράτος θα έφτιαχναν. Η σχέση της αρχαίας Ελλάδας με την τωρινή, είναι ίδια με ενός κομμάτι μουσακά (έπρεπε να βάλω παστίτσιο) και μίας κουράδας. Ο μουσακάς (έπρεπε να βάλω παστίτσιο) είναι φρέσκος, αφράτος, με το χοντρό του το μακαρόνι, τον κιμά του, τα μυρωδικά του, τη μπεσαμέλ του την ωραία. Όταν φαγωθεί, αυτόματα μετατρέπεται σε μια παχιά κουράδα. Ε, μέσα στην κουράδα, άμα την κοιτάξεις από κοντά, θα δεις ένα ίχνος από μακαρόνι, ένα ίχνος από μπεσαμέλ, ένα ίχνος πολιτισμού δηλαδή στο μπουρδέλο που ζούμε. Σκατά. Σιχαμένη πόλη. Σιχαμένοι άνθρωποι. Για να δεις φατσούλα στο δρόμο πρέπει να κάνεις τάμα. Μία ρε, μία κοπέλα συνάντησα στη ζωή μου όλη, πριν κανά μήνα που ενδιαφέρθηκε χωρίς λόγο για τον συνάνθρωπό της. Κοιτούσα το λεωφορείο που ερχόταν αλλά δεν έβλεπα το νούμερο και κάπως θα ήταν η φάτσα μου, δεν ξέρω, δεν την έβλεπα, και μία κοπέλα με κοιτάει, σταματάει και με ρωτάει: θέλεις βοήθεια; Είσαι καλά; Γύρευε πως ήμουν, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Μου ήρθε να τη φιλήσω. Και ο αντίποδας: Τις προάλλες χτύπησαν τη θεία μου κάτι μουνόπανα και έτσι χτυπημένη όπως ήταν, μέσ’ το αίμα, πήγε σε ένα περίπτερο να ζητήσει να πάρει το 100 και ξέρετε τι της είπε ο περιπτεράς; Δεν μπορώ, είμαι στο ίντερνετ. Live your myth in Greece.
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2007
Τρία πουλάκια κάθονταν σε δύο καλώδια.
Έρχεται καλοκαίριιιιιι… λα λα λα λα λα λα λα λα λα έρχεται καλοκαίριιιιιιιιιι λα λα λα λα λα πόσο ωραία μυρίζει το σπανάκι με το ρύζι όι λα λα λα όι λα λα λα κρατώ μια μπύρα κι ανεβαίνω στα βουνά λα λα λα λα και πέφτω από ψηλά όι λα λα λα όι λα λα λα και κάνω τη βουτιά και πέφτω στα νερά και δροσίζω τα κωλομέριααααααα!!!!!!!!!! Άι άια άια άιαι Πουέρτο Ρίκο… Το θυμάστε αυτό το τραγούδι; Που έλεγαν οι Vaya Con Dios ή ελληνιστί οι Θεός μαζί μας; Μπράβο. Όχι, δεν ήθελα να πω τίποτα. Έτσι μου’ ρθε. (Είδατε, για το τραγούδι πιο πάνω, το’ κανα γαργάρα, μόκο, κιχ, νάδα. Είναι σε φάση, είμαι πίσω απ’ την σκηνή, λέω μόνη μου πιπόλοτζι και μόλις ανοίγει η ωραία βαριά κόκκινη κουρτίνα, αρχίζω το πρόγραμμα που και καλά είναι τυχαίο. Τι είπα πάλι ο πούστης. Αλήθεια; Σας το είπα αυτό; Είμαι τραβεστί και πρόσφατα μετακόμισα στη Μαδρίτη. Από κει σας γράφω. Εστάδας πινόκας λοσίδος μεκίνας).
Εντάξει μερικές φορές δεν έχεις να πεις κάτι, τι να γίνει; Και σου σκάνε άσχετα. Δηλαδή εμένα μονίμως μου σκάνε άσχετα. Άσε που συχνά κάνω απανωτές ερωτήσεις και μέχρι να απαντήσει ο άλλος ενδιάμεσα εγώ σκέφτομαι. Βέβαια μετά ξανακάνω τις ερωτήσεις και με βρίζουν αλλά αρχίζω το γλείψιμο και περνάει. Αυτά που λέτε. Έκοψα λίγο τα μαλλιά μου το είπα αυτό; Και να πάω βόλτα θέλω επίσης. Πολύ ωραίο καιρό έχει ρε πούστη. Α. Και να μετακομίσουν οι από πάνω. Ή εγώ. Πρώτα οι από πάνω να πάρω τη χαρά και μετά εγώ. Ή και πρώτα εγώ να μετακομίσω θέλω να είμαι εκεί όταν φεύγουν να τους βλέπω να χαίρομαι. Εντωμεταξύ, δε μου έφταναν τα μουνόπανα, τώρα άρχισαν να σκάβουν και το δρόμο από κάτω. Τι να πω πια. Αυτός ο Μέρφυ ο πούστης έχει λαδωθεί κανονικά να ασχολείται μόνο μαζί μου. Δεν εξηγείται αλλιώς. Βαριέμαι. Ας βάλω δυο καλώδια εγκεφάλου να τα πούνε, συγνώμη νευρώνες εννοώ, αλλά εγώ τα λέω καλώδια. Σάμπως έχω να πω και τίποτα καλύτερο;
-Καλημέρα!
-Μέρα!
-Πως πάνε τα κέφια;
-Πώς να πάνε; Έκλαιγε πάλι χτες. Δεν την είδες;
-Εγώ είμαι από την πλευρά της λογικής. Είχα δουλειά όσο έκλαιγε.
-Τι δουλειά μωρέ; Εάν δούλευες δε θα έκλαιγε! Κοιμόσουν.
-Ντάξει μωρέ τώρα με πήρε λίγο ο ύπνος και το κάνουμε θέμα! Σιγά! Στο κάτω-κάτω, το κλάμα κάνει καλό.
-Ναι, κάνει καλό, αλλά πέθανα στην κούραση. Ίδρωσα!
-Σώπα ρε τώρα, να χάσεις και λίγο, έχεις πάρει τον τελευταίο καιρό.
-Τι θες να πεις; Ότι δουλεύω λιγότερο από σένα; Θεωρείς ότι συναισθηματικά είμαι λίγος;
-Όχι ρε φίλε, προς Θεού, τι’ ναι αυτά που λες τώρα! Απλά, εντάξει, δεν είσαι και στην καλύτερη φόρμα.
-Τι θες να πεις; Μίλα καθαρά. Λογικός είσαι. Μην τα μασάς. Αυτή είναι δική μου δουλειά.
-Κοίτα, όταν σε βλέπω όλη μέρα να χαζεύεις και να ονειρεύεσαι και η αγαπημένη σου μουσική να είναι από το δίσκο «Στρουμφοχωρέψτε» και μετά την άλλη να κλαίει, σόρρυ, αλλά μου φαίνεται πως κάτι δεν κάνεις καλά.
-Εγώ; Ξέρεις δεν είμαι μόνο εγώ υπεύθυνος για ότι συμβαίνει εδώ μέσα. Και κυρίως πρέπει να συνεργάζομαι μαζί σου. Άρα αν λες πως δεν τα καταφέρνω καλά, έχεις κι εσύ ευθύνη.
-Πολύ λογική απάντηση! Είδες; Σου έχω κάνει καλό τελικά!
-Άρχισες πάλι; Είσαι λίγο ψωνισμένος νομίζω. Νομίζεις πως με τα συμπεράσματα έχεις βρει τη λύση σε όλα σου τα προβλήματα;
-Καταρχάς, δεν έχω προβλήματα. Έχω μόνο λύσεις.
-Επέτρεψέ μου να σου πω πως κάνεις λάθος. Δεν υπάρχουν λύσεις χωρίς προβλήματα. Άρα ή έχεις, ή δημιουργείς προβλήματα.
-Φίλε, εντάξει είπαμε, σου έχω κάνει καλό, αλλά άσε σε παρακαλώ τα λογικά συμπεράσματα. Είπαμε, αυτά είναι για μένα. Εσύ πες μου κάτι για καρδούλες, συννεφάκια και άλλα παρεμφερή.
-Αναφέρεσαι ειρωνικά στις καρδούλες και τα συννεφάκια; Πιστεύω πως όχι. Γιατί αν δεν ήταν αυτά, εσύ δε θα είχες σκοπό. Εγώ είμαι σαν ναρκωτικό φίλε μου. Θολώνω το μυαλό, κυριεύω την καρδιά, απλώνομαι παντού. Κι εσύ έρχεσαι και λες τα συμπεράσματά σου και άμα σ’ ακούσουν. Το ξέρεις ότι είμαι ισχυρός έτσι;
-Το ξέρω. Δεν είχα σκοπό να σε μειώσω.
-Εντάξει τότε. Νομίζω πως δε χρειάζεται να της προσφέρουμε άλλη μία σύγκρουση. Αρκετά δουλεύουμε τον τελευταίο καιρό.
-Συμφωνώ. Ας την αφήσουμε λίγο στη νιρβάνα της.
-Καλή ξεκούραση.
-Επίσης φίλε μου. Επίσης.
Εντάξει μερικές φορές δεν έχεις να πεις κάτι, τι να γίνει; Και σου σκάνε άσχετα. Δηλαδή εμένα μονίμως μου σκάνε άσχετα. Άσε που συχνά κάνω απανωτές ερωτήσεις και μέχρι να απαντήσει ο άλλος ενδιάμεσα εγώ σκέφτομαι. Βέβαια μετά ξανακάνω τις ερωτήσεις και με βρίζουν αλλά αρχίζω το γλείψιμο και περνάει. Αυτά που λέτε. Έκοψα λίγο τα μαλλιά μου το είπα αυτό; Και να πάω βόλτα θέλω επίσης. Πολύ ωραίο καιρό έχει ρε πούστη. Α. Και να μετακομίσουν οι από πάνω. Ή εγώ. Πρώτα οι από πάνω να πάρω τη χαρά και μετά εγώ. Ή και πρώτα εγώ να μετακομίσω θέλω να είμαι εκεί όταν φεύγουν να τους βλέπω να χαίρομαι. Εντωμεταξύ, δε μου έφταναν τα μουνόπανα, τώρα άρχισαν να σκάβουν και το δρόμο από κάτω. Τι να πω πια. Αυτός ο Μέρφυ ο πούστης έχει λαδωθεί κανονικά να ασχολείται μόνο μαζί μου. Δεν εξηγείται αλλιώς. Βαριέμαι. Ας βάλω δυο καλώδια εγκεφάλου να τα πούνε, συγνώμη νευρώνες εννοώ, αλλά εγώ τα λέω καλώδια. Σάμπως έχω να πω και τίποτα καλύτερο;
-Καλημέρα!
-Μέρα!
-Πως πάνε τα κέφια;
-Πώς να πάνε; Έκλαιγε πάλι χτες. Δεν την είδες;
-Εγώ είμαι από την πλευρά της λογικής. Είχα δουλειά όσο έκλαιγε.
-Τι δουλειά μωρέ; Εάν δούλευες δε θα έκλαιγε! Κοιμόσουν.
-Ντάξει μωρέ τώρα με πήρε λίγο ο ύπνος και το κάνουμε θέμα! Σιγά! Στο κάτω-κάτω, το κλάμα κάνει καλό.
-Ναι, κάνει καλό, αλλά πέθανα στην κούραση. Ίδρωσα!
-Σώπα ρε τώρα, να χάσεις και λίγο, έχεις πάρει τον τελευταίο καιρό.
-Τι θες να πεις; Ότι δουλεύω λιγότερο από σένα; Θεωρείς ότι συναισθηματικά είμαι λίγος;
-Όχι ρε φίλε, προς Θεού, τι’ ναι αυτά που λες τώρα! Απλά, εντάξει, δεν είσαι και στην καλύτερη φόρμα.
-Τι θες να πεις; Μίλα καθαρά. Λογικός είσαι. Μην τα μασάς. Αυτή είναι δική μου δουλειά.
-Κοίτα, όταν σε βλέπω όλη μέρα να χαζεύεις και να ονειρεύεσαι και η αγαπημένη σου μουσική να είναι από το δίσκο «Στρουμφοχωρέψτε» και μετά την άλλη να κλαίει, σόρρυ, αλλά μου φαίνεται πως κάτι δεν κάνεις καλά.
-Εγώ; Ξέρεις δεν είμαι μόνο εγώ υπεύθυνος για ότι συμβαίνει εδώ μέσα. Και κυρίως πρέπει να συνεργάζομαι μαζί σου. Άρα αν λες πως δεν τα καταφέρνω καλά, έχεις κι εσύ ευθύνη.
-Πολύ λογική απάντηση! Είδες; Σου έχω κάνει καλό τελικά!
-Άρχισες πάλι; Είσαι λίγο ψωνισμένος νομίζω. Νομίζεις πως με τα συμπεράσματα έχεις βρει τη λύση σε όλα σου τα προβλήματα;
-Καταρχάς, δεν έχω προβλήματα. Έχω μόνο λύσεις.
-Επέτρεψέ μου να σου πω πως κάνεις λάθος. Δεν υπάρχουν λύσεις χωρίς προβλήματα. Άρα ή έχεις, ή δημιουργείς προβλήματα.
-Φίλε, εντάξει είπαμε, σου έχω κάνει καλό, αλλά άσε σε παρακαλώ τα λογικά συμπεράσματα. Είπαμε, αυτά είναι για μένα. Εσύ πες μου κάτι για καρδούλες, συννεφάκια και άλλα παρεμφερή.
-Αναφέρεσαι ειρωνικά στις καρδούλες και τα συννεφάκια; Πιστεύω πως όχι. Γιατί αν δεν ήταν αυτά, εσύ δε θα είχες σκοπό. Εγώ είμαι σαν ναρκωτικό φίλε μου. Θολώνω το μυαλό, κυριεύω την καρδιά, απλώνομαι παντού. Κι εσύ έρχεσαι και λες τα συμπεράσματά σου και άμα σ’ ακούσουν. Το ξέρεις ότι είμαι ισχυρός έτσι;
-Το ξέρω. Δεν είχα σκοπό να σε μειώσω.
-Εντάξει τότε. Νομίζω πως δε χρειάζεται να της προσφέρουμε άλλη μία σύγκρουση. Αρκετά δουλεύουμε τον τελευταίο καιρό.
-Συμφωνώ. Ας την αφήσουμε λίγο στη νιρβάνα της.
-Καλή ξεκούραση.
-Επίσης φίλε μου. Επίσης.
Τετάρτη 14 Μαρτίου 2007
Σινεμά αγάπη μου!
Διαβάζοντας την «Κοινωνιολογία του Κινηματογράφου» του Ν. Κολοβού, εκδόσεις Αιγόκερως, πάρτε το 7.5€ κάνει, ήρθε και η πρόσκληση του FuSmoker να ποστάρω 7 αγαπημένες ταινίες. Έχω όμως ένα μικρό πρόβλημα. Έχω δει άπειρες ταινίες κι έχω λατρέψει τόσες πολλές και αγαπώ τόσο πολύ το σινεμά που μόνο 7 δεν είναι οι αγαπημένες. Εγώ λοιπόν, θα πω όσες θυμάμαι τώρα και αγάπησα και όσες ξέχασα, τις ξέχασα. Αυτές που θα ξεχάσω, θα τις θυμηθώ φυσικά όταν θα έχω πια ποστάρει, αλλά τέλος πάντων. Λοιπόν. Ξεκινάμε. Λέω από τώρα, πως από κάτω, είναι ένας κατάλογος ταινιών. Όποιος βαριέται, μην κουράζεται τσάμπα, τόσα λινκς έχω δίπλα, αλέ.
-Η τριλογία του Κισλόφσκι, Μπλε, Λευκή, Κόκκινη. Απλά, το νόημα της ζωής. Ότι έχει κάνει ο Κισλόφσκι. Τον αγαπώ. Με ροδόνερο να του πλένουν οι άγγελοι τα φτερά του εκεί στον Παράδεισο! Η διπλή ζωή της Βερόνικα! Δεκάλογος!
-Ο Ήρωας. Έκλαιγα όλη την ώρα.
-Τίγρης και Δράκος. Ο αέρας γίνεται ταινία.
-28 μέρες μετά, Amores Peros, Fight Club, Μάτριξ (και τα τρία), άλλες της ίδιας στόφας, που τις βλέπει το ηλίθιο και χαίρεται και ο έξυπνος και προβληματίζεται, που δε θυμάμαι τώρα γιατί είμαι ούφο, μπορεί να μου έρθουν παρακάτω. Ταινίες, με νόημα, για όσους το κατάλαβαν.
-Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού. Έκλαιγα και τις 2 φορές που την είδα και θα κλαίω όσες τη δω ακόμα. Η πιο ωραία ερωτική ιστορία του κόσμου. Προσκυνώ ταινίες που το σενάριό τους ανήκει στον Τσάρλι Κάουφμαν> Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, Adaptation. Άπαιχτος.
-Ταξίδι στη Χώρα των θαυμάτων (τι αριστούργημα Θεέ μου!!!) και Κινούμενο Κάστρο. Του ιδίου Ιάπωνα αριστοτέχνη.
-Ants!
-Toy Story και τα δύο!
-Μπαμπούλας ΑΕ!
-Είναι κι άλλες από κινούμενα σχέδια και κολλάει το μυαλό μου!!!! Τα αγαπώ!!!
-Το εργαστήρι του δόκτορος Καλλιγκάρι. Λατρεύω εξπρεσιονισμό.
-Μετρόπολις. Αγαπώ τρελά ταινίες της ιδίας εποχής. Μόλις άρχιζαν όλα!
-Χορεύοντας στο βροχή!
-Βίκτορ-Βικτόρια!
-Πι, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, Αρονόφσκι ατομάρα άτομο μου έκαψε πολλά πολλά καλώδια!
-Eraserhead του 1977 Λυντς. ΤΙ ΤΑΙΝΙΑΡΑ!!! Από τις πιο αγαπημένες μου! Ταινιάρα!
-Χίτσκοκ!! Ω!!
-ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ!!! Η Πέπι, η Λούσι, η Μπομ και τα’ άλλα κορίτσια, Μίλα της, Ψηλά Τακούνια, σχεδόν όλες αγαπημένες, όχι όλες, αλλά τον αγαπώ.
-Απέραντο Γαλάζιο!
-Λάμψη!
-Κριστίν!
-Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα!
-Για ποιον χτυπάει η κουδούνα! (Το’ ριξα το επίπεδο; Άντε γαμηθείτε ρε!)
-Μια Ελληνίδα στο χαρέμι! Βλαχοπούλου! Ω! Ω! Ω! Ω! Ω! Κάθε φορά πέφτω κάτω. Μα κάθε φορά;
-Οι υπάλληλοι!
-Κι άλλες, πολλές-πολλές ανεξάρτητες παραγωγές που δυστυχώς δε θυμάμαι κι έχω προσκυνήσει.
-Υπέροχα ντοκιμαντέρ που είμαι ξεφτιλισμένη που δε θυμάμαι όπως εκείνο με το ταξίδι δύο Πακιστανών (αν δεν κάνω λάθος) από το Πακιστάν στο Λονδίνο απλά για μια καινούρια ζωή. Αριστούργημα! Πέθαινες μέσα στο σινεμά. Πέθαινες. Έβγαινες έξω και ζητούσες συγνώμη σε όποιον ξένο ήθελε να σου πουλήσει χαρτομάντηλα και να σου πλύνει το παρμπρίζ και του’ δινες και 100 ευρώ μίνιμουμ.
-Αγέλαστος Πέτρα!
-Το σπιρτόκουτο!
-Χορεύοντας στο σκοτάδι! Dogville!
Σίγουρα έχω ξεχάσει κι άλλες αγαπημένες! Είναι τόσες πολλές!! Πόσο αγαπώ το σινεμά!! ΤΟ ΑΓΑΠΩ! ΤΟ ΑΓΑΠΩ! ΤΟ ΑΓΑΠΩ! Κάποτε στα φεστιβάλ έβλεπα 5-6 ταινίες την ημέρα κάθε μέρα! Τώρα βλέπω 2 την ημέρα όταν μπορώ (σε dvd). ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ! ΣΜΟΥΤΣ!
-Η τριλογία του Κισλόφσκι, Μπλε, Λευκή, Κόκκινη. Απλά, το νόημα της ζωής. Ότι έχει κάνει ο Κισλόφσκι. Τον αγαπώ. Με ροδόνερο να του πλένουν οι άγγελοι τα φτερά του εκεί στον Παράδεισο! Η διπλή ζωή της Βερόνικα! Δεκάλογος!
-Ο Ήρωας. Έκλαιγα όλη την ώρα.
-Τίγρης και Δράκος. Ο αέρας γίνεται ταινία.
-28 μέρες μετά, Amores Peros, Fight Club, Μάτριξ (και τα τρία), άλλες της ίδιας στόφας, που τις βλέπει το ηλίθιο και χαίρεται και ο έξυπνος και προβληματίζεται, που δε θυμάμαι τώρα γιατί είμαι ούφο, μπορεί να μου έρθουν παρακάτω. Ταινίες, με νόημα, για όσους το κατάλαβαν.
-Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού. Έκλαιγα και τις 2 φορές που την είδα και θα κλαίω όσες τη δω ακόμα. Η πιο ωραία ερωτική ιστορία του κόσμου. Προσκυνώ ταινίες που το σενάριό τους ανήκει στον Τσάρλι Κάουφμαν> Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, Adaptation. Άπαιχτος.
-Ταξίδι στη Χώρα των θαυμάτων (τι αριστούργημα Θεέ μου!!!) και Κινούμενο Κάστρο. Του ιδίου Ιάπωνα αριστοτέχνη.
-Ants!
-Toy Story και τα δύο!
-Μπαμπούλας ΑΕ!
-Είναι κι άλλες από κινούμενα σχέδια και κολλάει το μυαλό μου!!!! Τα αγαπώ!!!
-Το εργαστήρι του δόκτορος Καλλιγκάρι. Λατρεύω εξπρεσιονισμό.
-Μετρόπολις. Αγαπώ τρελά ταινίες της ιδίας εποχής. Μόλις άρχιζαν όλα!
-Χορεύοντας στο βροχή!
-Βίκτορ-Βικτόρια!
-Πι, Ρέκβιεμ για ένα όνειρο, Αρονόφσκι ατομάρα άτομο μου έκαψε πολλά πολλά καλώδια!
-Eraserhead του 1977 Λυντς. ΤΙ ΤΑΙΝΙΑΡΑ!!! Από τις πιο αγαπημένες μου! Ταινιάρα!
-Χίτσκοκ!! Ω!!
-ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ!!! Η Πέπι, η Λούσι, η Μπομ και τα’ άλλα κορίτσια, Μίλα της, Ψηλά Τακούνια, σχεδόν όλες αγαπημένες, όχι όλες, αλλά τον αγαπώ.
-Απέραντο Γαλάζιο!
-Λάμψη!
-Κριστίν!
-Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα!
-Για ποιον χτυπάει η κουδούνα! (Το’ ριξα το επίπεδο; Άντε γαμηθείτε ρε!)
-Μια Ελληνίδα στο χαρέμι! Βλαχοπούλου! Ω! Ω! Ω! Ω! Ω! Κάθε φορά πέφτω κάτω. Μα κάθε φορά;
-Οι υπάλληλοι!
-Κι άλλες, πολλές-πολλές ανεξάρτητες παραγωγές που δυστυχώς δε θυμάμαι κι έχω προσκυνήσει.
-Υπέροχα ντοκιμαντέρ που είμαι ξεφτιλισμένη που δε θυμάμαι όπως εκείνο με το ταξίδι δύο Πακιστανών (αν δεν κάνω λάθος) από το Πακιστάν στο Λονδίνο απλά για μια καινούρια ζωή. Αριστούργημα! Πέθαινες μέσα στο σινεμά. Πέθαινες. Έβγαινες έξω και ζητούσες συγνώμη σε όποιον ξένο ήθελε να σου πουλήσει χαρτομάντηλα και να σου πλύνει το παρμπρίζ και του’ δινες και 100 ευρώ μίνιμουμ.
-Αγέλαστος Πέτρα!
-Το σπιρτόκουτο!
-Χορεύοντας στο σκοτάδι! Dogville!
Σίγουρα έχω ξεχάσει κι άλλες αγαπημένες! Είναι τόσες πολλές!! Πόσο αγαπώ το σινεμά!! ΤΟ ΑΓΑΠΩ! ΤΟ ΑΓΑΠΩ! ΤΟ ΑΓΑΠΩ! Κάποτε στα φεστιβάλ έβλεπα 5-6 ταινίες την ημέρα κάθε μέρα! Τώρα βλέπω 2 την ημέρα όταν μπορώ (σε dvd). ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ! ΣΜΟΥΤΣ!
Τρίτη 13 Μαρτίου 2007
Αποκάλυψη τώρα.
Αποφάσισα να σας αποκαλύψω ποια είμαι. Έτσι. Μου την έδωσε. Γουστάρω. Για να δω πως θα αντιδράσετε. Λοιπόν. Με ξέρετε όλοι. Νομίζω τουλάχιστον.
Είμαι η Μιμή Ντενίση!................... Προς τι η παύση;; Δεν κατάλαβα. Γιατί τι έχει η Μιμή Ντενίση; Εγώ την πάω! Και πολύ μάλιστα! Μαλάκες είστε όλοι. Είμαι… ο Λάκης Λαζόπουλος!.......... Πάλι παύση;; Άμε δε μου γαμιέστε ένας-ένας; Πάλι δεν το πιστεύετε; Γιατί; Δεν το κατάλαβα! Εντάξει. Είμαι ο Αλέξης Παπαχελάς!................. Πάλι μούγκα; Ε άντε γαμηθείτε! Δεν το πιάνω ρε μάγκες. Οι γνωστοί δηλαδή ή διάσημοι ή τέλος πάντων οι άνθρωποι που εκτίθενται δεν έχουν φαγούρα στα αρχίδια; Έτσι σας έχουν πει; Δεν τους πιάνει τσίρλα; Δεν κάνουν μαύρες σκέψεις; Δεν βρίζουν, έστω από μέσα τους; Δεν το κατάλαβα. Αλλά έτσι. Οι άνθρωποι είναι μαλάκες. Γιατί όσο δεν ξέρουμε ποιος είναι ο άλλος, χαχαχου και χουχαχα είμαστε. Άμα δούμε ονοματεπώνυμο ωωωπ! Αλλάζει το σενάριο. Όχι άδικο έχω; Άμα εγώ ήμουν η Μιμή δε θα γινόταν της καραπουτάνας; (Λέμε τώρα). Δε θα έλεγαν όλοι το μακρύ το κοντό το πλατύ και το χοντρό;; Όχι ρωτάω! Μιλάτε ρε! Γαμώ το στανιό σας μέσα! Αλλά μούγκα! Τι να πείτε! Σκάστε! Σκάστε! Όχι ρε. Η βασίλισσα Σοφία είμαι. Ναι ρε αυτή είμαι. Κι όταν βγάζω το στέμμα μου, ξαλαφρώνω τόσο πολύ που αμολάω 2 κλανιές στη σειρά που τραντάζεται το παλάτι! Ο βασιλιάς κάθε φορά μου λέει «Αμάν ρε Σοφάκι!!»…………… Παύση πάλι; Καααααλάααααα… Θέλετε να τα πάρω στο κρανίο ε; Έτσι θέλετε; Δεν το κάνω! Όχι ρε. Θα κάνω ό,τι θέλω ρε! Είμαι αντιδραστική και διαλυτικό στοιχείο και θα κάνω ό,τι γουστάρω! Ακούτε ρε; Ακούς εκεί δεν είμαι ούτε η Ντενίση, ούτε ο Λαζόπουλος, ούτε ο Παπαχελάς, ούτε η βασίλισσα… μαλάκες. Η Πάνια είμαι ρε! Η Δρούζα! Η Σοφία Σακοράφα είμαι ρε! Ο Αλέφαντος είμαι ρε παπάρες αρχίδια καλαβρέζικα! Μου τη δίνετε στον εγκέφαλο τώρα!! Γιατίιι; Όχιιι; Τι όχι; Μίλησε κανείς; ΜΙΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ; Άντε γαμηθείτε κότες. Εντάξει τότε. Είμαι εγώ, αλλά κακάσχημη. Και άμα με δείτε από κοντά, θα πάθετε κολούμπρα! Δεν υπάρχει πια η Μαρία η Άσχημη. Την έχω σβήσει από το χάρτη. Είμαι η Κωλόγρια το Τέρας. Κοπήκατε; Τι; Πάλι όχι; Σάλτα γαμηθείτε! Ναι γιατί; Δεν κατάλαβα! Δε μπορεί κάποιος να φαντάζει καλός, γλυκός ή συμπαθητικός, εφόσον δεν τον βλέπει και δεν τον ξέρει κανείς κι όταν βγει φόρα παρτίδα να είναι ο μέγιστος μαλάκας, ο πιο άσχημος, αυτός που μιλάει και φτύνει, ο χειρότερος όλων των εποχών; Τι είπατε; Βασικά στ’ αρχίδια σας πως είμαι, ποια είμαι και τι κάνω; ΧΑ! Τ’ ακούς; Τ’ ακούς;…. Δε μιλάω σε σας ρε ηλίθιοι, στον πούτσο μου μιλάω! Να ακούσει αυτά που λέτε να γελάσουμε παρέα! Άντε ρε γαμηθείτε ομαδικώς. Και είμαι άντρας.
Υ.Γ1. Μην παρεξηγήστε. Ήθελα να βρίσω και δεν είχα αφορμή. Με τον τρόπο αυτό, βρήκα αφορμή κι εκτονώθηκα. Ααααχ. Την ευχή μου να’ χετε. Η ευχή πιάνει γιατί είμαι νονά σε μία μπέμπα πολύ μουνάρα, κι όταν είσαι νονός/ά λέει, πιάνουν οι ευχές. Όποιος λοιπόν, έχει γιο γύρω στα 5-7 έτη να μου πει. Μιλάμε για γαμώ τις γκόμενες. Και… έχει και δίδυμη αδερφή εξίσου γκόμενα. Και… ένα τέλειο κούκλο αδερφό. Γενικά όποιος θέλει να συγγενέψει με θεϊκά πλάσματα να μου πει. Θα περάσει πρώτα από ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ εξετάσεις φυσικά, και άμα περάσει… θα καλοπεράσει :)
Υ.Γ2. Επίσης, φιλοξενώ στο σπίτι μου όποιον θέλει με τους εξής όρους:
-να καθαρίσει τους από πάνω και να μη μυριστεί κανείς τίποτα,
-να μη μου ακουμπήσει τίποτα μέσα στο σπίτι,
-άμα κατουρήσει, χέσει κλπ. να καθαρίσει την τουαλέτα.
Μοναδικό αντάλλαγμα:
καμιά μαλακία που θα πω, άμα μου έρθει.
Να είστε σίγουροι πως άμα ξεκαθαρίσετε τους από πάνω –σημείωση: δε θέλω να πεθάνουν, να φύγουν θέλω- και δεν μας πάρει γραμμή κανείς, όχι μαλακίες θα πω μόνο, θα χορέψω κλακέτες κρατώντας ακορντεόν και κάνοντας ανάποδη τούμπα διαβάζοντας βιβλίο κι έχοντας στο στόμα ένα τριαντάφυλλο.
Ευχαριστώ.
Είμαι η Μιμή Ντενίση!................... Προς τι η παύση;; Δεν κατάλαβα. Γιατί τι έχει η Μιμή Ντενίση; Εγώ την πάω! Και πολύ μάλιστα! Μαλάκες είστε όλοι. Είμαι… ο Λάκης Λαζόπουλος!.......... Πάλι παύση;; Άμε δε μου γαμιέστε ένας-ένας; Πάλι δεν το πιστεύετε; Γιατί; Δεν το κατάλαβα! Εντάξει. Είμαι ο Αλέξης Παπαχελάς!................. Πάλι μούγκα; Ε άντε γαμηθείτε! Δεν το πιάνω ρε μάγκες. Οι γνωστοί δηλαδή ή διάσημοι ή τέλος πάντων οι άνθρωποι που εκτίθενται δεν έχουν φαγούρα στα αρχίδια; Έτσι σας έχουν πει; Δεν τους πιάνει τσίρλα; Δεν κάνουν μαύρες σκέψεις; Δεν βρίζουν, έστω από μέσα τους; Δεν το κατάλαβα. Αλλά έτσι. Οι άνθρωποι είναι μαλάκες. Γιατί όσο δεν ξέρουμε ποιος είναι ο άλλος, χαχαχου και χουχαχα είμαστε. Άμα δούμε ονοματεπώνυμο ωωωπ! Αλλάζει το σενάριο. Όχι άδικο έχω; Άμα εγώ ήμουν η Μιμή δε θα γινόταν της καραπουτάνας; (Λέμε τώρα). Δε θα έλεγαν όλοι το μακρύ το κοντό το πλατύ και το χοντρό;; Όχι ρωτάω! Μιλάτε ρε! Γαμώ το στανιό σας μέσα! Αλλά μούγκα! Τι να πείτε! Σκάστε! Σκάστε! Όχι ρε. Η βασίλισσα Σοφία είμαι. Ναι ρε αυτή είμαι. Κι όταν βγάζω το στέμμα μου, ξαλαφρώνω τόσο πολύ που αμολάω 2 κλανιές στη σειρά που τραντάζεται το παλάτι! Ο βασιλιάς κάθε φορά μου λέει «Αμάν ρε Σοφάκι!!»…………… Παύση πάλι; Καααααλάααααα… Θέλετε να τα πάρω στο κρανίο ε; Έτσι θέλετε; Δεν το κάνω! Όχι ρε. Θα κάνω ό,τι θέλω ρε! Είμαι αντιδραστική και διαλυτικό στοιχείο και θα κάνω ό,τι γουστάρω! Ακούτε ρε; Ακούς εκεί δεν είμαι ούτε η Ντενίση, ούτε ο Λαζόπουλος, ούτε ο Παπαχελάς, ούτε η βασίλισσα… μαλάκες. Η Πάνια είμαι ρε! Η Δρούζα! Η Σοφία Σακοράφα είμαι ρε! Ο Αλέφαντος είμαι ρε παπάρες αρχίδια καλαβρέζικα! Μου τη δίνετε στον εγκέφαλο τώρα!! Γιατίιι; Όχιιι; Τι όχι; Μίλησε κανείς; ΜΙΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ; Άντε γαμηθείτε κότες. Εντάξει τότε. Είμαι εγώ, αλλά κακάσχημη. Και άμα με δείτε από κοντά, θα πάθετε κολούμπρα! Δεν υπάρχει πια η Μαρία η Άσχημη. Την έχω σβήσει από το χάρτη. Είμαι η Κωλόγρια το Τέρας. Κοπήκατε; Τι; Πάλι όχι; Σάλτα γαμηθείτε! Ναι γιατί; Δεν κατάλαβα! Δε μπορεί κάποιος να φαντάζει καλός, γλυκός ή συμπαθητικός, εφόσον δεν τον βλέπει και δεν τον ξέρει κανείς κι όταν βγει φόρα παρτίδα να είναι ο μέγιστος μαλάκας, ο πιο άσχημος, αυτός που μιλάει και φτύνει, ο χειρότερος όλων των εποχών; Τι είπατε; Βασικά στ’ αρχίδια σας πως είμαι, ποια είμαι και τι κάνω; ΧΑ! Τ’ ακούς; Τ’ ακούς;…. Δε μιλάω σε σας ρε ηλίθιοι, στον πούτσο μου μιλάω! Να ακούσει αυτά που λέτε να γελάσουμε παρέα! Άντε ρε γαμηθείτε ομαδικώς. Και είμαι άντρας.
Υ.Γ1. Μην παρεξηγήστε. Ήθελα να βρίσω και δεν είχα αφορμή. Με τον τρόπο αυτό, βρήκα αφορμή κι εκτονώθηκα. Ααααχ. Την ευχή μου να’ χετε. Η ευχή πιάνει γιατί είμαι νονά σε μία μπέμπα πολύ μουνάρα, κι όταν είσαι νονός/ά λέει, πιάνουν οι ευχές. Όποιος λοιπόν, έχει γιο γύρω στα 5-7 έτη να μου πει. Μιλάμε για γαμώ τις γκόμενες. Και… έχει και δίδυμη αδερφή εξίσου γκόμενα. Και… ένα τέλειο κούκλο αδερφό. Γενικά όποιος θέλει να συγγενέψει με θεϊκά πλάσματα να μου πει. Θα περάσει πρώτα από ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ εξετάσεις φυσικά, και άμα περάσει… θα καλοπεράσει :)
Υ.Γ2. Επίσης, φιλοξενώ στο σπίτι μου όποιον θέλει με τους εξής όρους:
-να καθαρίσει τους από πάνω και να μη μυριστεί κανείς τίποτα,
-να μη μου ακουμπήσει τίποτα μέσα στο σπίτι,
-άμα κατουρήσει, χέσει κλπ. να καθαρίσει την τουαλέτα.
Μοναδικό αντάλλαγμα:
καμιά μαλακία που θα πω, άμα μου έρθει.
Να είστε σίγουροι πως άμα ξεκαθαρίσετε τους από πάνω –σημείωση: δε θέλω να πεθάνουν, να φύγουν θέλω- και δεν μας πάρει γραμμή κανείς, όχι μαλακίες θα πω μόνο, θα χορέψω κλακέτες κρατώντας ακορντεόν και κάνοντας ανάποδη τούμπα διαβάζοντας βιβλίο κι έχοντας στο στόμα ένα τριαντάφυλλο.
Ευχαριστώ.
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2007
ΚΡΕΒΑΤΙ
-Άμα σου πω τι μου έκανε χτες ο Νώντας θα συγχυστείς πολύ άσχημα!
-Τι σου έκανε το κάθαρμα πάλι;
-Δε μου άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου να μπω και καθόμουν και περίμενα στη βροχή 10 ολόκληρα δευτερόλεπτα!
-Α πα πααα!!!! Και τι έγινε;
-Τι να γίνει; Μου φώναξε «Τι θα γίνει; Θα μπεις;» και μπήκα.
-Τι ηλίθιος! Και μετά τι έγινε;
-Δεν του μιλούσα καθόλου στη διαδρομή για να μάθει!
-Καλά του έκανες! Άντρες σου λέει μετά ο άλλος! Τους πλένουμε, τους καθαρίζουμε, τους μαγειρεύουμε και δε μας ανοίγουν μια πόρτα! Κατάλαβες κύριε;
-Να σου πω καλέ. Πλένεις εσύ, καθαρίζεις και μαγειρεύεις;
-Όχι!
-Ούτε γω!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Ααααχχχ!!! Κοίτα κάτι ωραία παπούτσια!!!!
-Ααααααχχ!!!! Πάμε να δοκιμάσεις! Μην το σκέφτεσαι! Τέτοια δεν έχεις!!
-Ναι! Ναι!!......Γεια σας!
-Γεια σας. Πως μπορώ να εξυπηρετήσω;
-Θα ήθελα να δοκιμάσω αυτές τις γόβες σας παρακαλώ!
-Τι νουμεράκι να φέρω;
-36, 37 και 38.
-…….!!!!
-Δεν ξέρω τη φόρμα της γόβας και θέλω να δω ποιο μου κάνει καλύτερα!
-(#$%^^$$#@@!!!!!!) Μάλιστα.
-Την είδες πως με κοίταξε;
-Ναι την είδα την γκιόσα!! Κακάσχημη ε;;
--Χάλια το τσόκαρο! Άιντε μωρέ δεν ξέρουν να κάνουν τη δουλειά τους οι ηλίθιες!!
-Σταμάτα! Έρχεται…
-Καθήστε εδώ να τα δοκιμάσετε…
-Προτιμώ να τα δοκιμάσω όρθια.
-(@#$%^&^&%^%$##@@!!!!!) Όπως θέλετε…
-Αχ κοίτα τι ωραίες!!!
-Ναι τέλειες!! Ποιο νούμερο φοράς;;
-Δεν ξέρω!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Δες καλέ ποιο είναι!
-Κάτσε καλέ θα πέσω! Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ!!!
-Κάτσε εδώ καρ καρ καρ!!
-Σιγά καλέ καρ καρ καρ καρ!!......Το 38 είναι.
-Σου κάνει;
-Ναι! Είναι τέλειο!
-Άμα σου είναι τέλειο το 38 γιατί της είπες να φέρει το 36;;
-Για να ρωτάν οι περίεργοι! Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ καρ!!! Θα τις πάρεις;
-Μπααα.. είναι ακριβές!
-Ναι μωρέ. Και σιγά την ποιότητα. Θα βρούμε καλύτερες!
-Ναι άντε πα να φύγουμε γιατί ίδρωσα με τόσο γέλιο!
-Ναι πάμε! ….Σας ευχαριστούμε!
-(@#$%$%^&*^%$$#@@!!!!!) Γεια σας.
-Τι λέγαμε;
-Δε θυμάμαι.
-Έχεις μετρήσει το…. ξέρεις… του Νώντα;
-Τι εννοείς;!
-Έλα τώρα, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!! Μεταξύ μας, έχω μετρήσει του Σάκη.
-Αλήθεια;;;!!!! Πώς;;;
-Τον χάιδευα μια μέρα και υπολόγιζα με τα δάχτυλα μου. Να. Τόσο είναι.
-Αλήθεια;;;;!!!! Εγώ δεν το έχω μετρήσει..
-Αλήθεια;;;!!! Κακώς! Πολύ κακώς! Πως θα το συγκρίνεις τότε;;
-Με τι να το συγκρίνω;
-Με το μπουρί της σόμπας! Με τι να το συγκρίνεις χρυσή μου; Με το…. τέτοιο των άλλων!
-Ε… δε έχω άλλους!
-Άσε μας καλέ δεν έχεις άλλους! Αφού το ξέρω!
-Που το ξέρεις;
-Έλα τώρα! Μην ανησυχείς που το ξέρω εγώ! Άλλος να ανησυχείς να μην το μάθει!
-Έχει κυκλοφορήσει για τον Τέλη; Θα τον χωρίσω! Το κάθαρμα! Αφού του είπα να μην πει τίποτα σε κανέναν!
-Κούκλα μου όχι μόνο το είπε, το βιντεοσκόπησε κιόλας!
-ΤΙ ΕΚΑΝΕ;;;!!!!
-Μη φωνάζεις καλέ μεσ’ την Ερμού και μας κοιτάει ο κόσμος! Προχώρα! Μη στέκεσαι!!
-ΤΙ ΕΙΠΕΣ;; ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΙ ΕΙΠΕΣ!!
-Είπα να μη φωνάζεις μέσα στην Ερμού και να προχωρήσεις!
-ΕΙΔΕΣ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ; ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΙΔΕ; ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΧΕΙ ΔΕΙ; ΛΕΓΕ!
-Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις.. Αρχίζεις να με τρομάζεις.. γυαλίζουν τα μάτια σου…
-ΑΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΛΕΓΕ!!
-Καλά.. καλά.. θα σου πω.. μόνο σε παρακαλώ μη φωνάζεις.. αν ήξερα ότι θα σε πείραζε τόσο πολύ δε θα στο έλεγα!
-ΑΝ ΘΑ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕ; ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΕΛΕΓΕΣ; ΚΑΛΗ ΚΑΡΙΟΛΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΟΥ!
-ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ;
-ΤΙ ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΩ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ ΠΟΥΤΑΝΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΑΡΕΑ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΙ ΔΕ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ!!!!
-ΝΑΙ ΩΡΑΙΑ ΦΙΛΗ ΕΙΣΑΙ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΥΟ ΓΚΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ΠΟΣΟΥΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΔΕ ΛΕΣ ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΗ ΦΙΛΗ ΣΟΥ!
-ΤΡΟΧΟΝΟΜΟ ΣΤΟ ΜΟΥΝΙ ΜΟΥ ΣΕ ΒΑΛΑΝΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ; ΛΕΓΕ! ΛΕΓΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΕ ΣΑΠΙΣΩ! ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΙΔΕ!
-Εεε.. είχαμε μαζευτεί προχτές στο σπίτι του Μίλου και ήταν η Νταίζη, η Τέτα, η Σούζι, εγώ, ο Κένι, ο Ρον, ο Τίλμπερτ και ο Τζον.
-ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ; ΠΟΥ ΤΟ ΒΡΗΚΑΤΕ;
-…..
-ΛΕΓΕ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ!
-ΜΕ ΠΟΝΑΣ! ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΗΣ ΕΚΕΙ! Χρμφ…σνιφ..κλαψ..
-ΗΤΑΝ Ο ΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΕΔΕΙΧΝΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ;; ΚΑΙ ΔΕ ΜΕ ΠΗΡΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ; ΚΑΙ ΚΑΘΟΣΟΥΝ ΚΑΙ ΕΒΛΕΠΕΣ ΝΑ ΠΗΔΙΕΜΑΙ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ; ΚΑΥΛΩΣΕΣ ΚΙΟΛΑΣ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ;
-Τι λόγια είναι αυτά… Χρμφ…σνιφ..κλαψ.. σε παρακαλώ…ΑΑΑΑΑΑΑ!!! ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑ!!!! ΜΕ ΣΚΟΤΩΝΕΙ!!!! ΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!
-ΡΕ ΚΟΡΙΤΣΙΑ!! ΤΙ ΓΙΝΕΤΕ;; ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!!!!
-ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΠΟΥΤΑΝΑ! ΚΑΙ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ!!!
-ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ!! ΜΗΝ ΤΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΝΑ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙ!! ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΛΗ!!
-ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ!!! ΧΡΑΟΥΤΣ!
-Ααααιιιιι!!!!! ΜΕ ΔΑΓΚΩΣΕ!! ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ ΚΑΠΟΙΟΣ! ΜΗΗΗ!!! ΚΟΡΙΤΣΙΑ!!!!
-ΠΑΡΕ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ!! ΠΑΡΕ!!!! ΝΑ!!! ΝΑ!!! ΝΑ!!!!
-Αααααααγκρπρργκλμμπππφφφ…
-Καριόλα… καριόλα.. καριόλα.. καριόληδες όλοι…
-ΕΝΑ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ! ΓΡΗΓΟΡΑ! ΕΝΑ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ! ΓΡΗΓΟΡΑ!!!!
-Καριόλα.. καριόλα.. καριόλα…
-…Μπαμπά… γιατί αυτή η κυρία είναι στο δρόμο και η άλλη έχει αίματα στα χέρια και λέει «καριόλα»; Τι είναι η «καριόλα» μπαμπά;
-Έλα παιδί μου.. προχώρα… τσακώθηκαν.. Και «καριόλα» σημαίνει κρεβάτι.
-Και γιατί λέει η μία την άλλη «κρεβάτι»;
-Ώχου ρε παιδί μου! Γιατί τους αρέσει! Προχώρα!
-…..Μπαμπά!! Κοίτα!! Ένα μαγαζί γεμάτο καριόλες!!!!
-Τι σου έκανε το κάθαρμα πάλι;
-Δε μου άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου να μπω και καθόμουν και περίμενα στη βροχή 10 ολόκληρα δευτερόλεπτα!
-Α πα πααα!!!! Και τι έγινε;
-Τι να γίνει; Μου φώναξε «Τι θα γίνει; Θα μπεις;» και μπήκα.
-Τι ηλίθιος! Και μετά τι έγινε;
-Δεν του μιλούσα καθόλου στη διαδρομή για να μάθει!
-Καλά του έκανες! Άντρες σου λέει μετά ο άλλος! Τους πλένουμε, τους καθαρίζουμε, τους μαγειρεύουμε και δε μας ανοίγουν μια πόρτα! Κατάλαβες κύριε;
-Να σου πω καλέ. Πλένεις εσύ, καθαρίζεις και μαγειρεύεις;
-Όχι!
-Ούτε γω!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Ααααχχχ!!! Κοίτα κάτι ωραία παπούτσια!!!!
-Ααααααχχ!!!! Πάμε να δοκιμάσεις! Μην το σκέφτεσαι! Τέτοια δεν έχεις!!
-Ναι! Ναι!!......Γεια σας!
-Γεια σας. Πως μπορώ να εξυπηρετήσω;
-Θα ήθελα να δοκιμάσω αυτές τις γόβες σας παρακαλώ!
-Τι νουμεράκι να φέρω;
-36, 37 και 38.
-…….!!!!
-Δεν ξέρω τη φόρμα της γόβας και θέλω να δω ποιο μου κάνει καλύτερα!
-(#$%^^$$#@@!!!!!!) Μάλιστα.
-Την είδες πως με κοίταξε;
-Ναι την είδα την γκιόσα!! Κακάσχημη ε;;
--Χάλια το τσόκαρο! Άιντε μωρέ δεν ξέρουν να κάνουν τη δουλειά τους οι ηλίθιες!!
-Σταμάτα! Έρχεται…
-Καθήστε εδώ να τα δοκιμάσετε…
-Προτιμώ να τα δοκιμάσω όρθια.
-(@#$%^&^&%^%$##@@!!!!!) Όπως θέλετε…
-Αχ κοίτα τι ωραίες!!!
-Ναι τέλειες!! Ποιο νούμερο φοράς;;
-Δεν ξέρω!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ!!
-Δες καλέ ποιο είναι!
-Κάτσε καλέ θα πέσω! Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ!!!
-Κάτσε εδώ καρ καρ καρ!!
-Σιγά καλέ καρ καρ καρ καρ!!......Το 38 είναι.
-Σου κάνει;
-Ναι! Είναι τέλειο!
-Άμα σου είναι τέλειο το 38 γιατί της είπες να φέρει το 36;;
-Για να ρωτάν οι περίεργοι! Καρ καρ καρ καρ!!
-Καρ καρ καρ καρ καρ!!! Θα τις πάρεις;
-Μπααα.. είναι ακριβές!
-Ναι μωρέ. Και σιγά την ποιότητα. Θα βρούμε καλύτερες!
-Ναι άντε πα να φύγουμε γιατί ίδρωσα με τόσο γέλιο!
-Ναι πάμε! ….Σας ευχαριστούμε!
-(@#$%$%^&*^%$$#@@!!!!!) Γεια σας.
-Τι λέγαμε;
-Δε θυμάμαι.
-Έχεις μετρήσει το…. ξέρεις… του Νώντα;
-Τι εννοείς;!
-Έλα τώρα, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις!! Μεταξύ μας, έχω μετρήσει του Σάκη.
-Αλήθεια;;;!!!! Πώς;;;
-Τον χάιδευα μια μέρα και υπολόγιζα με τα δάχτυλα μου. Να. Τόσο είναι.
-Αλήθεια;;;;!!!! Εγώ δεν το έχω μετρήσει..
-Αλήθεια;;;!!! Κακώς! Πολύ κακώς! Πως θα το συγκρίνεις τότε;;
-Με τι να το συγκρίνω;
-Με το μπουρί της σόμπας! Με τι να το συγκρίνεις χρυσή μου; Με το…. τέτοιο των άλλων!
-Ε… δε έχω άλλους!
-Άσε μας καλέ δεν έχεις άλλους! Αφού το ξέρω!
-Που το ξέρεις;
-Έλα τώρα! Μην ανησυχείς που το ξέρω εγώ! Άλλος να ανησυχείς να μην το μάθει!
-Έχει κυκλοφορήσει για τον Τέλη; Θα τον χωρίσω! Το κάθαρμα! Αφού του είπα να μην πει τίποτα σε κανέναν!
-Κούκλα μου όχι μόνο το είπε, το βιντεοσκόπησε κιόλας!
-ΤΙ ΕΚΑΝΕ;;;!!!!
-Μη φωνάζεις καλέ μεσ’ την Ερμού και μας κοιτάει ο κόσμος! Προχώρα! Μη στέκεσαι!!
-ΤΙ ΕΙΠΕΣ;; ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΙ ΕΙΠΕΣ!!
-Είπα να μη φωνάζεις μέσα στην Ερμού και να προχωρήσεις!
-ΕΙΔΕΣ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ; ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΙΔΕ; ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΧΕΙ ΔΕΙ; ΛΕΓΕ!
-Σε παρακαλώ, μη φωνάζεις.. Αρχίζεις να με τρομάζεις.. γυαλίζουν τα μάτια σου…
-ΑΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΛΕΓΕ!!
-Καλά.. καλά.. θα σου πω.. μόνο σε παρακαλώ μη φωνάζεις.. αν ήξερα ότι θα σε πείραζε τόσο πολύ δε θα στο έλεγα!
-ΑΝ ΘΑ ΜΕ ΠΕΙΡΑΖΕ; ΔΕ ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΕΛΕΓΕΣ; ΚΑΛΗ ΚΑΡΙΟΛΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΟΥ!
-ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ;
-ΤΙ ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΩ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ ΠΟΥΤΑΝΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΑΡΕΑ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΚΑΙ ΔΕ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ!!!!
-ΝΑΙ ΩΡΑΙΑ ΦΙΛΗ ΕΙΣΑΙ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΔΥΟ ΓΚΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ΠΟΣΟΥΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΔΕ ΛΕΣ ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΗ ΦΙΛΗ ΣΟΥ!
-ΤΡΟΧΟΝΟΜΟ ΣΤΟ ΜΟΥΝΙ ΜΟΥ ΣΕ ΒΑΛΑΝΕ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ; ΛΕΓΕ! ΛΕΓΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΕ ΣΑΠΙΣΩ! ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΙΔΕ!
-Εεε.. είχαμε μαζευτεί προχτές στο σπίτι του Μίλου και ήταν η Νταίζη, η Τέτα, η Σούζι, εγώ, ο Κένι, ο Ρον, ο Τίλμπερτ και ο Τζον.
-ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ; ΠΟΥ ΤΟ ΒΡΗΚΑΤΕ;
-…..
-ΛΕΓΕ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ!
-ΜΕ ΠΟΝΑΣ! ΗΤΑΝ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΗΣ ΕΚΕΙ! Χρμφ…σνιφ..κλαψ..
-ΗΤΑΝ Ο ΤΕΛΗΣ ΚΑΙ ΣΑΣ ΕΔΕΙΧΝΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ;; ΚΑΙ ΔΕ ΜΕ ΠΗΡΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ; ΚΑΙ ΚΑΘΟΣΟΥΝ ΚΑΙ ΕΒΛΕΠΕΣ ΝΑ ΠΗΔΙΕΜΑΙ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ; ΚΑΥΛΩΣΕΣ ΚΙΟΛΑΣ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ;
-Τι λόγια είναι αυτά… Χρμφ…σνιφ..κλαψ.. σε παρακαλώ…ΑΑΑΑΑΑΑ!!! ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑ!!!! ΜΕ ΣΚΟΤΩΝΕΙ!!!! ΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!
-ΡΕ ΚΟΡΙΤΣΙΑ!! ΤΙ ΓΙΝΕΤΕ;; ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!!!!
-ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΠΟΥΤΑΝΑ! ΚΑΙ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ!!!
-ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ!! ΜΗΝ ΤΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΝΑ ΜΕ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙ!! ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΛΗ!!
-ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ!!! ΧΡΑΟΥΤΣ!
-Ααααιιιιι!!!!! ΜΕ ΔΑΓΚΩΣΕ!! ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ ΚΑΠΟΙΟΣ! ΜΗΗΗ!!! ΚΟΡΙΤΣΙΑ!!!!
-ΠΑΡΕ ΜΩΡΗ ΚΑΡΙΟΛΑ!! ΠΑΡΕ!!!! ΝΑ!!! ΝΑ!!! ΝΑ!!!!
-Αααααααγκρπρργκλμμπππφφφ…
-Καριόλα… καριόλα.. καριόλα.. καριόληδες όλοι…
-ΕΝΑ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ! ΓΡΗΓΟΡΑ! ΕΝΑ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ! ΓΡΗΓΟΡΑ!!!!
-Καριόλα.. καριόλα.. καριόλα…
-…Μπαμπά… γιατί αυτή η κυρία είναι στο δρόμο και η άλλη έχει αίματα στα χέρια και λέει «καριόλα»; Τι είναι η «καριόλα» μπαμπά;
-Έλα παιδί μου.. προχώρα… τσακώθηκαν.. Και «καριόλα» σημαίνει κρεβάτι.
-Και γιατί λέει η μία την άλλη «κρεβάτι»;
-Ώχου ρε παιδί μου! Γιατί τους αρέσει! Προχώρα!
-…..Μπαμπά!! Κοίτα!! Ένα μαγαζί γεμάτο καριόλες!!!!
Παρασκευή 9 Μαρτίου 2007
300 (ώρες να σας βλέπω).
300. Η πιο τέλεια ταινία για την ημέρα της γυναίκας. Πήγα χτες. Δε θα μπορούσα να έχω καλύτερη βραδιά γεμάτη παιδαράδες μπροστά μου να παλεύουν. Τι ήταν αυτό; Ήμουν με τον καλό μου και κόντεψα να του σπάσω το χέρι από το σφίξιμο λόγω της βίας αλλά τα μάτια, γαρίδα. Του είπα και ευχαριστώ όταν βγήκαμε γιατί ήταν το καλύτερο δώρο για τη μέρα της γυναίκας. ΤΙ ΓΚΟΜΕΝΟΙ! ΤΙ ΠΑΙΔΑΡΑΔΕΣ! ΤΙ ΚΟΡΜΙΑ! ΤΙ ΜΑΤΙΑ! ΤΙ ΔΟΝΤΙΑ! ΤΙ ΧΕΡΙΑ! ΤΙ ΠΟΔΙΑ! ΠΩ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ! ΠΩ.ΡΕ.ΠΟΥΣΤΗ. Εντάξει, προσέξτε. Αυτοί εκεί μέσα, ήταν πραγματικοί άντρες ρε πούστοι. Όχι ενωμένα αδερφάτα. Άντρακλες. Πω ρε πούστη. Πετσόκοβαν και φτιαχνόμουν. Ναι, ναι, ωραία αισθητική, σαν κόμικ, νομίζω πως σ’ εμάς που ξέρουμε τη γνωστή ιστορία του Λεωνίδα, δε μας λέει τίποτα. Φαντάζομαι ότι έξω θα τους κάνει κάποια εντύπωση σαν ιστορία, το θάρρος κλπ. Αλλά σ’ εμένα έκαναν εντύπωση οι παίδαροι. (Μη συγχύζεσαι μωρό μου. Έχω εγώ κανέναν άλλο; Είσαι ο καλύτερος και ο ωραιότερος άντρας όλων. ΑΛΛΑ.) Παίδαροι. Παίδαροι. Παίδαροι. Καταρχάς, είχαν γαμώ τους στυλίστες στην ταινία τα άτομα. Τους έφτιαξαν πολύ ακριβώς όπως τους φανταζόμουν και όπως έχω διαβάσει ότι ντύνονταν, έφτιαχναν τα μαλλιά τους, έκοβαν το μούσι τους. Πω ρε πούστη. Είχαν τονίσει και τις ματάρες τους να είναι κατάλευκο το άσπρο, κατάμαυρα γυαλιστερά τα μάτια, κατάλευκα τα δόντια, χερούκλες, φέτες η κοιλιά, γραμμώσεις στα πόδια, ΠΩ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΛΕΜΕ! Μέχρι και τα βρώμικα με αίμα και χώμα δάχτυλα των ποδιών, ήταν ίδια με το άγαλμα του Απόλλωνα ή του Ερμή. ΠΩΩΩΩΩΩ ΡΕΕΕΕΕΕ ΠΟΥΣΤΗΗΗΗΗΗ!!!!!! Στέκονταν και τα 300 στη σειρά και έτρεχαν τα σάλια. Ναι, σκοτώστε με. Εσείς καθαρίστε με. Φάτε με ζωντανή. Κόψτε με φέτες. Ουρλιάξτε μπροστά μου ΣΠΑΡΤΙΑΝΣ ΤΟΥΝΑΙΤ ΓΟΥΙ ΝΤΑΙΝ ΙΝ ΧΕΕΕΕΕΕΕΕΛ!!!!!!!!!!! ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΝΑΙ! ΝΑΙ! Θέλω μαζί σας να ανέβω πάνω στα κομματιασμένα κορμιά των κωλόφλωρων των Περσών και να ουρλιάζουμε! Πω ρε πούστη! Αμαζόνα ήμουν πριν 800 ζωές! Πολύ γκόμενα με μυς και τους συνάντησα! Και έφερα τις άλλες αμαζόνες και κάναμε μία ομάδα όλοι μαζί και ουρλιάζαμε και πετσοκόβαμε και πιτσίλαγε το αίμα από τους εχθρούς και γελούσαμε και πεθάναμε στη μάχη!!!!!! Καλά και οι γυναίκες ήταν θεογκόμενες στην ταινία, αλλά χέστηκα. Η ταινία είναι για γυναίκες άνω των 30 που ξέρουν να εκτιμούν τον άντρακλα. Ξέρω ότι τα κοριτσάκια τώρα προτιμούν τα αγοράκια χωρίς τρίχες, με μαλακά δέρματα, πανέμορφα πλάσματα λεπτά, αέρινα. Κι εγώ, πιο μικρή ήθελα κάτι στο μέγεθός μου. Ξανθό, όμορφο, λεπτεπίλεπτο. Κι εγώ προτιμούσα τον Άδωνη αλλά τώρα προτιμώ τον Ήφαιστο! Τον Ποσειδώνα! Τον Ηρακλή! ΓΙΑΜ!!!! (Αγάπη μου, αγάπη μου, κι εσύ δε μιλάς για τις Τσέχες τις απόλυτες μουνάρες, τις Βραζιλιάνες με τους υπέροχους κώλους; Εγώ χαζεύω τους 300!) ΠΩ ΠΩ ΠΩ ΠΩ ΠΩ ΛΕΜΕ! Μία αγαπημένη μου φίλη συγκεκριμένα θα καταλάβει απόλυτα τι λέω και ευτυχώς από τη μία που δεν πήγαμε μαζί γιατί δε θα το βουλώναμε και θα βογκούσαμε σε όλη την ταινία. Τώρα, που ήμουν με το παλικάρι, είδα και λίγο ταινία. Του έπιανα και λίγο το μπούτι. Ενώ με την κολλητή μου, τι θα έκανα; Θα της έπιανα το μπούτι; Ε δε λέει. ΠΩ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ! Με το που άρχισε, βλέπω τα αγοράκια 7 χρονών να εκπαιδεύονται, μου βγήκαν τα μάτια. Τι’ ναι αυτό το αγρίμι; λέω. ΠΩ πω πω πω τι θα γίνει άμα μεγαλώσει. Και μεγάλωσε. Πω πω πω! ΑΛΦΑΔΙ! ΛΑΜΠΑΔΑ! ΚΟΛΟΝΑ! ΣΤΥΛΟΣ! ΚΟΝΤΑΡΙ! Πω πω πω! Τι πάθος έβγαζαν αυτά τα κορμιά. Πραγματικά, όποιοι γκέι ήταν στο συνεργείο, είμαι σίγουρη ότι τον έπαιζαν όσο πιο συχνά μπορούσαν. Βέβαια, δε θέλω να φανταστώ ότι κάποια τεκνά από κει μέσα είναι κοπελιές. Δε μπορώ. Βασικά δε θέλω. Πιθανό είναι αλλά δε με νοιάζει. Χέστηκα. Αλλά σαν εικόνα, ήταν ΓΑΜΗΣΤΕΡΗ. Το πάθος δόθηκε με εξαιρετικό τρόπο. Τους την έπεφταν χιλιάδες λέμε, η κόλαση η ίδια και γελούσαν! Η πιο ωραία σκηνή έβερ! Οι κορμάρες, αμάσητες, γεμάτες πάθος, το αίμα να κοχλάζει, οι μυς να πάλλονται, να παλεύουν πόσες ώρες και να γελάνε! Γελούσα κι εγώ! Τώρα, δεν έχουμε το θάρρος να ζητήσουμε τις υπερωρίες μας. Χόρτασα θάρρος! Ακόμα και οι αδερφόφατσες στην ταινία που έλεγες πριν ξεκινήσει η μάχη, πω αυτόν θα τους γαμήσουν, γαμούσε και έδερνε! Κοιτούσα δίπλα μου και έβλεπα τον κόσμο με μισάνοιχτα στόματα. Καλά, ήταν και η οθόνη βαλμένη ψηλά και έπρεπε να ακουμπάς το κεφάλι σου πίσω στη θέση οπότε λογικό είναι σε αυτή τη στάση να σου ανοίγει το στόμα, αλλά λέμε τώρα. Πω πω πω τι κορμιά ήταν αυτά. Βασικά το θάρρος και η ψυχή ήταν η υπόθεση γιατί από γκόμενους στη μεγάλη οθόνη, άλλο τίποτα. Στις περισσότερες ταινίες βλέπεις ένα γκόμενο με πολύ μυαλό καταρχάς, να παίζει ξύλο, να νικάει κλπ., σε άλλες βλέπεις φουσκωτούς γκόμενους να παίζουν μόνο ξύλο, αλλά σ’ αυτή, αχ σ’ αυτή, έβλεπες το θάρρος να σκοτώνει. Έβλεπες ανθρώπους-αγρίμια να σκοτώνουν! Όταν βγει η ταινία σε dvd πρέπει να την αντιγράψω να έχω να παίρνω τζούρες όταν βλέπω «άντρες» στο δρόμο, ή γνωστούς, που το παίζουν πολλά βαρύ και όχι, να το βάζω να βλέπω τι σημαίνει θάρρος, δύναμη, πάθος. Και να βλέπω και τις γυναίκες που ουσιαστικά ζούσαν μόνες τους αφού οι άντρες αλλά και τα αγόρια τους ήταν συνέχεια στην εκπαίδευση ή στον πόλεμο. Δύναμη ρε μαλάκες. Δύναμη.
Κατά τα άλλα, πρόκειται για μία ταινία, που κατά τη γνώμη μου, δεν έχει να μας πει και πολλά, καθώς το ξέρουμε το θέμα όπως είπα και άρα κοιτάς άλλα πράγματα. Όποιος ενδιαφέρεται λοιπόν να δει την αισθητική, τα ρούχα, τον τρόπο παιξίματος, αλλά και την εσωτερική τους δύναμη και πάθος, θα το δει. Εγώ πάντως χόρτασα θάρρος :)
Κατά τα άλλα, πρόκειται για μία ταινία, που κατά τη γνώμη μου, δεν έχει να μας πει και πολλά, καθώς το ξέρουμε το θέμα όπως είπα και άρα κοιτάς άλλα πράγματα. Όποιος ενδιαφέρεται λοιπόν να δει την αισθητική, τα ρούχα, τον τρόπο παιξίματος, αλλά και την εσωτερική τους δύναμη και πάθος, θα το δει. Εγώ πάντως χόρτασα θάρρος :)
Πέμπτη 8 Μαρτίου 2007
Μικρό στο μάτι.
Γεια σας. Είμαι ένα μικρό κοριτσάκι. Όλοι γύρω μου είναι ψηλοί. Είμαι μικρή και τους βλέπω έτσι. Μπορεί όταν μεγαλώσω να γίνω κι εγώ τόση. Άλλωστε η μαμά μου μ’ έχει πρήξει με το φαί. «Φάε να ψηλώσεις» και «φάε να ψηλώσεις». Αυτή δηλαδή που λέει ότι είναι κοντή, τι πρόβλημα έχει; Και ωραία είναι και όλα μια χαρά. Δεν καταλαβαίνω. Προχτές, ήταν κόσμος σπίτι μας και ήθελα να φάω παγωτό. Η μαμά μου, μου είπε να πάω να το ζητήσω από το θείο. Δεν ξέρω γιατί. Αυτός το είχε; Πήγα στο θείο και πολύ ευγενικά, έκατσα μπροστά του και του έστριβα το πουκάμισο με τα δαχτυλάκια μου και του έλεγα «θείε.. θείε.. θέλω παγωτό…». Ο θείος, δε μου έδινε σημασία γιατί δε με άκουγε με τόση φασαρία, ούτε με έβλεπε. Ήμουν σαν στρουμφάκι μπροστά του. Εγώ συνέχισα να του στρίβω το πουκάμισο και να του λέω «θείε.. θείε… θέλω παγωτό…» ώσπου κάποια φάση έκανε ένα «ΩΩΩΧΧΧ!» και τρόμαξα. Μετά κάτι είπαν και με κοιτούσαν, γελούσαν και μ’ αγκάλιαζαν. Μάλλον, μαζί με το πουκάμισο του είχα τσιμπήσει και τ’ αρχίδια. Μάλλον δηλαδή, γιατί το ύψος μου έφτανε μέχρι το πουλάκι του θείου και τα χεράκια μου ήταν εκεί. Τα αρχίδια μάλλον είναι το πουλάκι του άντρα. Νομίζω δηλαδή, γιατί μια φορά είχα δει έναν ηλίθιο γνωστό που έχουν οι δικοί μου και κάτι του είπαν και θύμωσε και είχε πει «Στ’ αρχίδια μου!» και είχε δείξει το πουλάκι του και με τα δυο του χέρια. Μάλλον γι’ αυτό γελούσαν και μ’ αγκάλιαζαν, αλλά εγώ έκανα ότι δεν κατάλαβα. Α! Μια άλλη φορά, κάτι με ρώτησε μια κυρία στο σπίτι, κάτι σαν «Πότε θα πας σχολείο;» και της απάντησα «Όποτε μου καυλώσει!» και έμεινε ακίνητη σαν μάρμαρο. Η μαμά μου με αγριοκοίταξε αλλά δεν κατάλαβα. Αφού είχα ακούσει να το λένε. Και είχα καταλάβει ότι το «όποτε μου καυλώσει» το λένε σε όλες τις ερωτήσεις που ξεκινάνε από «Πότε». Δεν τους καταλαβαίνω τους μεγάλους. Στο κάτω-κάτω, να προσέχουν τι λένε. Άμα πια. Πάντως το χειρότερο είναι το φαΐ και το διάβασμα. Δεν αντέχω άλλο! Όλο «φάε φάε φάε φάε φάε φάε και διάβασε διάβασε διάβασε διάβασε διάβασε!» Φάε και διάβασε εσύ! Ούτε να φάω θέλω ούτε να διαβάσω! Δε μ’ αρέσει το σχολείο! Μ’ αρέσει μόνο όταν κάνουμε χειροτεχνίες και παίζουμε. Και δε θέλω να τρώω. Αφού δεν πεινάω. Και στο σχολείο μού δίνει η μαμά μου φαί και γω το πετούσα στην τουαλέτα και τράβαγα και το καζανάκι. Μέχρι που ένα ηλίθιο με είδε, το είπε στην κυρία και αυτή στη μαμά μου και μετά και παλαμιές μου έδωσε και άρχισε τη μουρμούρα «πετάς το φαγητό σου, γιατί;», «πρέπει να τρως» και τέτοια. Αφού ΔΕ ΘΕΛΩ! Το ηλίθιο! Τώρα δεν ξέρω που να τα πετάω. Κι άμα αναγκαστώ να τα φάω, θα κάνω εμετό. Μια φορά, έφαγα μια μπανάνα κι έκανα εμετό στην τάξη! Ορίστε; Ήταν ωραίο τώρα αυτό; Αλλά δεν καταλαβαίνουν τίποτα οι μεγάλοι. Τίποτα. Τα ξέρουν όλα. Ναι, καλά. Και το διάβασμα. Γιατί να διαβάσω; Εγώ θέλω να ζωγραφίζω και να παίζω με τις κούκλες μου. Μου αρέσουν πολύ και τα Κλασσικά Εικονογραφημένα! Α! Και το Τραστ του Γέλιου! Είναι ένα ωραίο περιοδικό με γυμνές κυρίες απ’ έξω, μέσα πολλά σταυρόλεξα που τα κάνει η μαμά μου και ωραίες γελοιογραφίες που τις διαβάζω εγώ. Μια φορά όμως, ήμουν μαζί με τη γιαγιά μου, την άλλη, και με ρώτησε αν θέλω να μου πάρει κανένα περιοδικό Μίκυ Μάους κι εγώ της ζήτησα το Τραστ του Γέλιου. Αυτή τότε γούρλωσε τα μάτια και μου είπε «παιδί μου δεν κάνει να διαβάζεις τέτοια εσύ!» αλλά μου το αγόρασε. Καλά, τι νόμιζε ότι έχει μέσα; Ίσως την ενόχλησε η γυμνή κυρία απ’ έξω. Δεν ξέρω. Ωχ.. ωχ.. σας χάνω…
Μμμ… Γαμώ το κατούρημά μου νυχτιάτικο… τι ώρα είναι; 4:15. Τι έβλεπα ρε πούστη πάλι στον ύπνο μου… Ουααχχρρρ (χασμουρητό). Χρφλχρφλ Ωωωωωωωχχχχ!! (σήκωμα απ’ το κρεβάτι και πόνος μέσης). Χρουτς χρουτς (ξύσιμο κεφαλιού). Χρουτς χρουτς (ξύσιμο κώλου). Χχ-χχ-χχ-χχ (σύρσιμο παντόφλας). Τσουουουουουουουουουουουρρρρρρρρρρρρρρ (κατούρημα). Ααααααχ! Πρρρρρ!! Χαχαχα!! (ευχαρίστηση-κλανιά-γέλιο). Χρφλχρφλ μμμμμμ… χρρρ… (πέσιμο στο κρεβάτι-ευχαρίστηση-ύπνος).
Μμμ… Γαμώ το κατούρημά μου νυχτιάτικο… τι ώρα είναι; 4:15. Τι έβλεπα ρε πούστη πάλι στον ύπνο μου… Ουααχχρρρ (χασμουρητό). Χρφλχρφλ Ωωωωωωωχχχχ!! (σήκωμα απ’ το κρεβάτι και πόνος μέσης). Χρουτς χρουτς (ξύσιμο κεφαλιού). Χρουτς χρουτς (ξύσιμο κώλου). Χχ-χχ-χχ-χχ (σύρσιμο παντόφλας). Τσουουουουουουουουουουουρρρρρρρρρρρρρρ (κατούρημα). Ααααααχ! Πρρρρρ!! Χαχαχα!! (ευχαρίστηση-κλανιά-γέλιο). Χρφλχρφλ μμμμμμ… χρρρ… (πέσιμο στο κρεβάτι-ευχαρίστηση-ύπνος).
Τετάρτη 7 Μαρτίου 2007
5 λέξεις.
Είναι μερικοί άνθρωποι που σου προκαλούν κλάματα. Δεν το θέλουν. Και σου κάνουν καλό. Με τα δάκρυα, λυτρώνεται η ψυχή σου, βρέχεται το σώμα σου, αδειάζει το μυαλό σου. Όσο πιο γοερά τα κλάματά σου, τόσο μεγαλύτερη ανακούφιση θα λάβεις. Μπορεί και όχι. Μπορεί να θες να κλάψεις κι άλλο και ποτέ να μη θες να σταματήσεις. Μπορεί.
Απαντοχή το όνομά μου. Μ’ αυτό γεννήθηκα, μ’ αυτό μεγάλωσα, μ’ αυτό γερνάω. Το συνάντησα σε ποιήματα, σε εικόνες, σε ταξίδια. Το βλέπω στην ψυχή μου. Υπομονή. Πάνε μαζί. Και τελικά; Καθεύω. Ο φόβος μου κλείνει τα μάτια και δε μ’ αφήνει να νιώσω τη δύναμη της ζωής. Να νιώσω την αγάπη, την ηρεμία, τη γαλήνη, τη σοφία, την λάμψη, την αγάπη, όλα θηλυκά. Πάντα θηλυκά. Γιατί; Καθεύω χωρίς να μπορώ. Και τι περιμένω; Μια μαγγανεία; Θα διώξει ότι εμποδίζει; Μα πρέπει να υπάρχει εμπόδιο. Πώς θα μάθεις; Δε θέλω. Σταμάτα να αρνείσαι. Δέξου. Σου είπαν κάποτε να κοιτάς το δάσος κι όχι το δέντρο. Να κοιτάς το φεγγάρι κι όχι το δάχτυλο. Να κοιτάς γύρω σου κι όχι πάνω. Να κοιτάς μέσα σου κι όχι αλλού. Μόνο τότε θα καταλάβεις ότι δεν υπάρχει χρόνος.
Απαντοχή το όνομά μου. Μ’ αυτό γεννήθηκα, μ’ αυτό μεγάλωσα, μ’ αυτό γερνάω. Το συνάντησα σε ποιήματα, σε εικόνες, σε ταξίδια. Το βλέπω στην ψυχή μου. Υπομονή. Πάνε μαζί. Και τελικά; Καθεύω. Ο φόβος μου κλείνει τα μάτια και δε μ’ αφήνει να νιώσω τη δύναμη της ζωής. Να νιώσω την αγάπη, την ηρεμία, τη γαλήνη, τη σοφία, την λάμψη, την αγάπη, όλα θηλυκά. Πάντα θηλυκά. Γιατί; Καθεύω χωρίς να μπορώ. Και τι περιμένω; Μια μαγγανεία; Θα διώξει ότι εμποδίζει; Μα πρέπει να υπάρχει εμπόδιο. Πώς θα μάθεις; Δε θέλω. Σταμάτα να αρνείσαι. Δέξου. Σου είπαν κάποτε να κοιτάς το δάσος κι όχι το δέντρο. Να κοιτάς το φεγγάρι κι όχι το δάχτυλο. Να κοιτάς γύρω σου κι όχι πάνω. Να κοιτάς μέσα σου κι όχι αλλού. Μόνο τότε θα καταλάβεις ότι δεν υπάρχει χρόνος.
Τρίτη 6 Μαρτίου 2007
Υπάρχουν Άγγελοι σου λέω.
Πώς να μιλήσεις για αγγέλους και να μη σε παρεξηγήσουν; Πώς να δώσεις την ξεκάθαρη έννοια ενός αγγέλου και να μη γελάσουν; Ίσως αν προσπαθήσεις να πεις πως οι άγγελοι δε φορούν λευκά φορέματα κι έχουν φύλο να μην κατουρηθούν στα γέλια. Αν πεις ότι δεν έχουν φτερά μα κυκλοφορούν μεταξύ μας, ίσως προκαλέσεις σκέψεις. Μα τελικά, δεν έχει σημασία τι θα πεις ή τι θα κάνουν, αλλά αυτό που πιστεύεις. Πόσες φορές έχει τύχει σε μια απαίσια περίοδο της ζωής σου ή σε μία λιγότερο απαίσια, ίσως μόνο βασανιστική, να εμφανίζονται άνθρωποι που σε βοηθούν; Σε αγκαλιάζουν; Σε προστατεύουν; Σε ανυψώνουν; Βάζουν αυτοί σε σένα φτερά; Πολλές φορές. Τόσες, όσες να πιστέψεις πως οι άγγελοι φορούν την ανθρώπινη στολή και βγαίνουν βόλτα. Δεν το ξέρουν ότι είναι άγγελοι. Απλά ακουμπάνε σε θετικό πικ. Και σε φέρνουν στο πικ αυτό, για να επικοινωνήσουν μαζί σου. Κι εσύ, όσο ανεβαίνεις, τόσο σε πιάνει ίλιγγος, κατούρημα, ανασφάλεια και άγχος. Είναι δύσκολο να δεχτείς βοήθεια αλλά πρέπει. Είναι πιο καθαρή η ατμόσφαιρα από ψηλά και βλέπεις καλύτερα. Κάτω έχει πολύ νέφος, βαβούρα, κίνηση. Πάνω είναι ανάλαφρα και χωρίς να το καταλάβεις, χαμογελάς. Τους λες ευχαριστώ. Δεν το δέχονται. Δεν το έκαναν γι’ αυτό. Το έκαναν γιατί ήθελαν απλά να μιλήσουν μαζί σου. Τι υπέροχο κίνητρο αλήθεια!
Εγώ όμως δεν μπορώ να μην ευχαριστήσω όλους τους αγγέλους που ήρθαν, έφυγαν, είναι εκεί, έρχονται, θα έρθουν, θα φύγουν, θα είναι αλλού. Λέω ευχαριστώ μόνο και μόνο γιατί δεν ξέρω ποτέ τι πρόκειται να συμβεί και θέλω να ξέρουν πως όταν κλείνω τα μάτια μου, θα τους χαμογελάω και θα τους σκέφτομαι ακόμα κι αν έχω Αλτσχάιμερ.
Ένα μεγάλο Ευχαριστώ σε όλους αυτούς που είναι δίπλα μου είτε το γνωρίζουν είτε όχι.
Εγώ όμως δεν μπορώ να μην ευχαριστήσω όλους τους αγγέλους που ήρθαν, έφυγαν, είναι εκεί, έρχονται, θα έρθουν, θα φύγουν, θα είναι αλλού. Λέω ευχαριστώ μόνο και μόνο γιατί δεν ξέρω ποτέ τι πρόκειται να συμβεί και θέλω να ξέρουν πως όταν κλείνω τα μάτια μου, θα τους χαμογελάω και θα τους σκέφτομαι ακόμα κι αν έχω Αλτσχάιμερ.
Ένα μεγάλο Ευχαριστώ σε όλους αυτούς που είναι δίπλα μου είτε το γνωρίζουν είτε όχι.
Δευτέρα 5 Μαρτίου 2007
Διήγημα.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα φυτό. Όχι φυτό κανονικό, άνθρωπος φυτό. Όχι άρρωστος άνθρωπος, άνθρωπος μπάζο. Ούφο. Φυτό δηλαδή. Αυτός ο άνθρωπος ήταν κορίτσι. Αυτή η άνθρωπος φυτό-μπάζο-ούφο, έλεγε όλο μαλακίες. Κανείς δεν την έκανε παρέα. Ήταν συνέχεια μόνη της κι έκλαιγε. Όταν μεγάλωσε, της την έδωσε, πήρε ένα ηλεκτρικό πριόνι και καθάρισε 3. Την πήγαν στο ψυχιατρείο και πέθανε από το πολύ πότισμα (φαρμάκων).
…….. καταλάβατε ότι είχα μια ιδέα αλλά βαρέθηκα να την αναπτύξω ε;;…… καλά, ας το πάρω απ’ την αρχή:
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κορίτσι. Στρόφαρε γενικά αλλά όχι και τόσο. Δεν ήταν χαζή, καλή ήταν.
……..Μπα δε μ’ αρέσει. Θίγω και τα παιδάκια με προβλήματα και δεν κάνει, το θεωρώ μέγιστη μαλακία. Πάμε πάλι:
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι για τα μπάζα. Όμορφο, καλό, γλυκό, δεν έκανε ζημιές αλλά ήταν για τα μπάζα. Γιατί; Μα γιατί ήταν η καλύτερη, δεν είχε κανένα ψεγάδι και όλοι τη ζήλευαν και γι’ αυτό την έλεγαν μπάζο. Το κοριτσάκι λοιπόν, πίστεψε πως ήταν για τα μπάζα και σιγά-σιγά, άρχισε να φέρεται έτσι. Είναι πολύ εύκολο να πιστέψεις αυτό που σου λένε οι άλλοι ότι είσαι. Έτσι λοιπόν, άρχισε να κάνει ζημιές και να μιλάει άσχημα. Τότε, άρχισαν όλοι να της λένε: «Εσύ; Που είσαι τόσο καλό κοριτσάκι; Γιατί τα κάνεις αυτά;» Το κοριτσάκι αισθάνθηκε πως ο εγκέφαλός της κουνήθηκε λίγο πιο έντονα. Δεν έδωσε σημασία. Όταν πέρασαν αρκετά χρόνια, κατάλαβε τι γίνεται και άρχισε πια να παίζει με τους άλλους ανθρώπους. Όταν ήθελε να δει πόσο μαλάκες είναι, έκανε μαλακίες κι αυτοί την επιβεβαίωναν για τη βλακεία τους, λέγοντάς της αυτά που περίμενε να ακούσει. Σιγά-σιγά, έμαθε να χειρίζεται πάρα πολύ καλά την ανθρώπινη ψυχολογία. Μόνο που άρχισε να βαριέται. Θανάσιμα. Είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει πολλές φορές. Μάλιστα είχε πάρει και βιβλίο με προτάσεις αυτοκτονίας. Αλλά, σου λέει, να κάνω απόπειρα και μία στο εκατομμύριο να μην πετύχει, να μείνω φυτό και να με φροντίζουν να τους τρώω και στη μάπα γιατρούς νοσοκόμες συγγενείς γνωστούς χωρίς να μπορώ να μιλήσω; Θα τρελαθώ και θα είμαι αναγκασμένη να ζω και δε θα μπορώ να πω τίποτα! Α πα πα. Με την αυτοκτονία υπήρχε πρόβλημα. Γιατί το κοριτσάκι, νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά ποια ήταν και τι άξιζε και ήταν και ωραιοπαθής. Αυτό άφηνε ένα και μοναδικό περιθώριο στην επιλογή τρόπου αυτοκτονίας. Τα χάπια. Αν έπεφτε απ’ το μπαλκόνι, θα διαλυόταν και δεν ήθελε καθόλου να τη μαζεύουν με το κουτάλι. Με τα χάπια όμως, πεθαίνεις κύριος. Εκτός αν είσαι γκαντέμης και αποτύχεις και μείνεις φυτό. Τότε παίρνεις τα αρχίδια σου. Μετά, σκέφτηκε, τι ήρθα εδώ; Για να φύγω πίσω χωρίς να έχω κάνει έργο; Κάτι ρε παιδί μου. Γιατί να αυτοκτονήσω; Αμαρτία. Οπότε την έχεσε την ιδέα της αυτοκτονίας. Μεγάλη μαλακία. Αλλά βαριόταν ρε πούστη μου. Πολύ βαριόταν. Βαριόταν πάρα πολύ. Πολύ βαριόταν. Φαεινή ιδέα της έσκασε! Δε βρίσκω γκόμενο;;;!! Ήδη ήταν ενήλικη κι όχι και τόσο μεγάλη να την πεις γεροντοκόρη. Για να βρει γκόμενο, ήταν όσο έπρεπε να είναι. Αλλά πως θα έβρισκε; Ήταν το γνωστό σε όλους, μπάζο. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, το βρήκε. Θα άλλαζε στέκια, γειτονιές κλπ. και θα έβρισκε όσους ήθελε. Ο τρόπος ήταν ένας. Χαζογκόμενα. Όταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς, δεν καταλαβαίνεις και πολλά, κάνεις τρελό σεξ, λες γλυκόλογα, συγκινείσαι την κατάλληλη στιγμή, χαμογελάς πολύ συχνά και γίνεσαι απαραίτητη. Τέλος. Βαρετό κι αυτό αλλά το’ κανε και βρήκε 10. Για την ακρίβεια, όσους ήθελε είχε. Βαριόταν. Τους έκλασε. Σκέφτηκε να πάει σε μοναστήρι. Πα πα βαρετό. Να ξυπνάει κι από τις 3. Στο Θεό μπορούσε να πιστεύει και να χαίρεται και τη ζωή. Τι να κάνει; Σκέφτηκε να κάνει φίλους. Εύκολο. Γλυκό χαμόγελο, ανοιχτά αυτιά, κολακείες, το’ χε. Βαρέθηκε. Βαρέθηκε οικτρά. Ποιο ήταν το πρόβλημα; (ότι γράφω μαλακία ποστ είναι το πρόβλημα αλλά τέλος πάντων) Το πρόβλημα ήταν ότι ήξερε τόσο καλά την ανθρώπινη ψυχολογία που ουσιαστικά έχανε το νόημά της. Δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τίποτα. Έμπαινε τόσο καλά στο ρόλο, που μόνο όταν γυρνούσε σπίτι της έβρισκε τον εαυτό της. Προσπαθούσε να δει πως δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι αλλά δεν μπορούσε. Καταλάβαινε από την αρχή τις προθέσεις, τις επιθυμίες, τα μειονεκτήματα και τα πάθη τους, που δεν είχαν να της πουν τίποτα. Και βαριόταν. Η πολλή ανάλυση, η εξυπνάδα, η διαίσθηση και η βλακεία των άλλων, την είχαν κάνει απάνθρωπη. Δεν έβρισκε στην παρέα κανενός ανθρώπου ευχαρίστηση. (ούτε γω βρίσκω ευχαρίστηση με αυτά που γράφω γιατί έχουν περάσει πάνω απ’ το κεφάλι μου 600 άτομα και συγνώμη δε γίνεται να γράφεις έτσι! Θα την σκοτώσω κι αυτήν την ανώμαλη να τελειώνουμε! Ή να σκυλοβρίσω όλους εδώ; Μπα, τι φταίνε οι άνθρωποι; Όχι μωρέ.. άντε προχωράμε στην ηλίθια χωρίς καμία ουσία ιστορία, μια απ’ τα ίδια, βαρετή πίπα, μπουρούχα που αν με άφηναν να σκεφτώ με την ησυχία μου θα ήταν γαμώ τις ιστορίες αλλά δε με έχουν εδώ να γράφω τα δικά μου, τα δικά τους με έχουν να γράφω που δε γουστάρω οπότε τα κάνω όλα σκατά και ησυχάζουμε).
Ναι, δεν έβρισκε ευχαρίστηση και βρήκε μια παρέα 4-5 ατόμων και μαζί με την παρέα βρήκε το νόημα της ζωής και τότε, όταν χαλάρωσε, βρήκε και γκόμενο που αγάπησε πραγματικά, πέρασαν και 2-3 κεφάλαια που εναλλάσσονται φάσεις με φίλους και γκόμενο, γελάς, κλαις και η ιστορία έχει χάπι έντ γιατί έτσι μου γουστάρει και άμα ποτέ γράψω μυθιστορήματα θα είναι και αυτή ένα και δε θα την αναγνωρίσει κανείς γιατί θα είναι πολύ καλύτερη και όχι τέτοια μαλακία. Αλλά τι περιμένεις με 600 μαλάκες πάνω απ’ το κεφάλι σου; Έρχεται ο ένας μου ακουμπάει την πλάτη θέλει αναπτήρα, μου κόβει το αίμα πάω να κλείσω το word κι αντί να το κλείσω το ανοίγω διάπλατα, ο άλλος γελάει γιατί γράφω λέει πολύ γρήγορα, γελάω κι εγώ γιατί είναι καλό παιδί, ο άλλος με ρωτάει αν προχτές είδα την Έφη Θώδη στην τηλεόραση, δε με χέζετε ρε σεις; Πώς να δημιουργήσω έτσι; Πώς να σας δώσω την εσάνς μιας τύπισσας που μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα; Πώς; Κρατάω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι και περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι δω.. Λύκε λύκε είσαι δω; Μετά κάθομαι στον καναπέ και βαθυστοχάζομαι πόσες κλανιές αμόλησα σήμερα.. 11;… 12;;….. 13 και το λουρί της μάνας; Ο καναπές βουλιάζει και η πλάτη του φτιάχνει μικρές λούμπες απ’ τους αγκώνες μου… αχ με τρώει η πατούσα μου… σκύβω να την ξύσω και πέφτω κάτω… πριν πέσω όμως, χτυπάω το κεφάλι στο τραπεζάκι του σαλονιού και κάνω ένα καρούμπαλο σαν τις πέτρες-πρόσωπα των Νήσων του Πάσχα. Βλέπετε με βρήκε και το σκαμπό εκτός από το τραπεζάκι.. Μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα πίνω το κρασί και ρεύομαι δυνατά.. Οι τοίχοι είναι λεπτοί και μ’ ακούν οι γείτονες και μου φωνάζουν Μόσχος! και γελάω. Δύο δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου… πόσο γλυκιά είναι η ζωή φωνάζω και οι γείτονες απαντούν γιατί ρε μαλάκα τι έγινε; Σφουγγίζω τα δυο μου δάκρυα και πιάνω το τηλέφωνο. Γαμώ το στανιό μου δεν έχει μπαταρία, πρέπει να σηκωθώ… Που να πάω, που να σταθώ, πα να κοιμηθώ.. Άμα λέμε χάλια, μιλάμε για χάλια.
…….. καταλάβατε ότι είχα μια ιδέα αλλά βαρέθηκα να την αναπτύξω ε;;…… καλά, ας το πάρω απ’ την αρχή:
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κορίτσι. Στρόφαρε γενικά αλλά όχι και τόσο. Δεν ήταν χαζή, καλή ήταν.
……..Μπα δε μ’ αρέσει. Θίγω και τα παιδάκια με προβλήματα και δεν κάνει, το θεωρώ μέγιστη μαλακία. Πάμε πάλι:
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι για τα μπάζα. Όμορφο, καλό, γλυκό, δεν έκανε ζημιές αλλά ήταν για τα μπάζα. Γιατί; Μα γιατί ήταν η καλύτερη, δεν είχε κανένα ψεγάδι και όλοι τη ζήλευαν και γι’ αυτό την έλεγαν μπάζο. Το κοριτσάκι λοιπόν, πίστεψε πως ήταν για τα μπάζα και σιγά-σιγά, άρχισε να φέρεται έτσι. Είναι πολύ εύκολο να πιστέψεις αυτό που σου λένε οι άλλοι ότι είσαι. Έτσι λοιπόν, άρχισε να κάνει ζημιές και να μιλάει άσχημα. Τότε, άρχισαν όλοι να της λένε: «Εσύ; Που είσαι τόσο καλό κοριτσάκι; Γιατί τα κάνεις αυτά;» Το κοριτσάκι αισθάνθηκε πως ο εγκέφαλός της κουνήθηκε λίγο πιο έντονα. Δεν έδωσε σημασία. Όταν πέρασαν αρκετά χρόνια, κατάλαβε τι γίνεται και άρχισε πια να παίζει με τους άλλους ανθρώπους. Όταν ήθελε να δει πόσο μαλάκες είναι, έκανε μαλακίες κι αυτοί την επιβεβαίωναν για τη βλακεία τους, λέγοντάς της αυτά που περίμενε να ακούσει. Σιγά-σιγά, έμαθε να χειρίζεται πάρα πολύ καλά την ανθρώπινη ψυχολογία. Μόνο που άρχισε να βαριέται. Θανάσιμα. Είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει πολλές φορές. Μάλιστα είχε πάρει και βιβλίο με προτάσεις αυτοκτονίας. Αλλά, σου λέει, να κάνω απόπειρα και μία στο εκατομμύριο να μην πετύχει, να μείνω φυτό και να με φροντίζουν να τους τρώω και στη μάπα γιατρούς νοσοκόμες συγγενείς γνωστούς χωρίς να μπορώ να μιλήσω; Θα τρελαθώ και θα είμαι αναγκασμένη να ζω και δε θα μπορώ να πω τίποτα! Α πα πα. Με την αυτοκτονία υπήρχε πρόβλημα. Γιατί το κοριτσάκι, νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά ποια ήταν και τι άξιζε και ήταν και ωραιοπαθής. Αυτό άφηνε ένα και μοναδικό περιθώριο στην επιλογή τρόπου αυτοκτονίας. Τα χάπια. Αν έπεφτε απ’ το μπαλκόνι, θα διαλυόταν και δεν ήθελε καθόλου να τη μαζεύουν με το κουτάλι. Με τα χάπια όμως, πεθαίνεις κύριος. Εκτός αν είσαι γκαντέμης και αποτύχεις και μείνεις φυτό. Τότε παίρνεις τα αρχίδια σου. Μετά, σκέφτηκε, τι ήρθα εδώ; Για να φύγω πίσω χωρίς να έχω κάνει έργο; Κάτι ρε παιδί μου. Γιατί να αυτοκτονήσω; Αμαρτία. Οπότε την έχεσε την ιδέα της αυτοκτονίας. Μεγάλη μαλακία. Αλλά βαριόταν ρε πούστη μου. Πολύ βαριόταν. Βαριόταν πάρα πολύ. Πολύ βαριόταν. Φαεινή ιδέα της έσκασε! Δε βρίσκω γκόμενο;;;!! Ήδη ήταν ενήλικη κι όχι και τόσο μεγάλη να την πεις γεροντοκόρη. Για να βρει γκόμενο, ήταν όσο έπρεπε να είναι. Αλλά πως θα έβρισκε; Ήταν το γνωστό σε όλους, μπάζο. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, το βρήκε. Θα άλλαζε στέκια, γειτονιές κλπ. και θα έβρισκε όσους ήθελε. Ο τρόπος ήταν ένας. Χαζογκόμενα. Όταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς, δεν καταλαβαίνεις και πολλά, κάνεις τρελό σεξ, λες γλυκόλογα, συγκινείσαι την κατάλληλη στιγμή, χαμογελάς πολύ συχνά και γίνεσαι απαραίτητη. Τέλος. Βαρετό κι αυτό αλλά το’ κανε και βρήκε 10. Για την ακρίβεια, όσους ήθελε είχε. Βαριόταν. Τους έκλασε. Σκέφτηκε να πάει σε μοναστήρι. Πα πα βαρετό. Να ξυπνάει κι από τις 3. Στο Θεό μπορούσε να πιστεύει και να χαίρεται και τη ζωή. Τι να κάνει; Σκέφτηκε να κάνει φίλους. Εύκολο. Γλυκό χαμόγελο, ανοιχτά αυτιά, κολακείες, το’ χε. Βαρέθηκε. Βαρέθηκε οικτρά. Ποιο ήταν το πρόβλημα; (ότι γράφω μαλακία ποστ είναι το πρόβλημα αλλά τέλος πάντων) Το πρόβλημα ήταν ότι ήξερε τόσο καλά την ανθρώπινη ψυχολογία που ουσιαστικά έχανε το νόημά της. Δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί τίποτα. Έμπαινε τόσο καλά στο ρόλο, που μόνο όταν γυρνούσε σπίτι της έβρισκε τον εαυτό της. Προσπαθούσε να δει πως δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι αλλά δεν μπορούσε. Καταλάβαινε από την αρχή τις προθέσεις, τις επιθυμίες, τα μειονεκτήματα και τα πάθη τους, που δεν είχαν να της πουν τίποτα. Και βαριόταν. Η πολλή ανάλυση, η εξυπνάδα, η διαίσθηση και η βλακεία των άλλων, την είχαν κάνει απάνθρωπη. Δεν έβρισκε στην παρέα κανενός ανθρώπου ευχαρίστηση. (ούτε γω βρίσκω ευχαρίστηση με αυτά που γράφω γιατί έχουν περάσει πάνω απ’ το κεφάλι μου 600 άτομα και συγνώμη δε γίνεται να γράφεις έτσι! Θα την σκοτώσω κι αυτήν την ανώμαλη να τελειώνουμε! Ή να σκυλοβρίσω όλους εδώ; Μπα, τι φταίνε οι άνθρωποι; Όχι μωρέ.. άντε προχωράμε στην ηλίθια χωρίς καμία ουσία ιστορία, μια απ’ τα ίδια, βαρετή πίπα, μπουρούχα που αν με άφηναν να σκεφτώ με την ησυχία μου θα ήταν γαμώ τις ιστορίες αλλά δε με έχουν εδώ να γράφω τα δικά μου, τα δικά τους με έχουν να γράφω που δε γουστάρω οπότε τα κάνω όλα σκατά και ησυχάζουμε).
Ναι, δεν έβρισκε ευχαρίστηση και βρήκε μια παρέα 4-5 ατόμων και μαζί με την παρέα βρήκε το νόημα της ζωής και τότε, όταν χαλάρωσε, βρήκε και γκόμενο που αγάπησε πραγματικά, πέρασαν και 2-3 κεφάλαια που εναλλάσσονται φάσεις με φίλους και γκόμενο, γελάς, κλαις και η ιστορία έχει χάπι έντ γιατί έτσι μου γουστάρει και άμα ποτέ γράψω μυθιστορήματα θα είναι και αυτή ένα και δε θα την αναγνωρίσει κανείς γιατί θα είναι πολύ καλύτερη και όχι τέτοια μαλακία. Αλλά τι περιμένεις με 600 μαλάκες πάνω απ’ το κεφάλι σου; Έρχεται ο ένας μου ακουμπάει την πλάτη θέλει αναπτήρα, μου κόβει το αίμα πάω να κλείσω το word κι αντί να το κλείσω το ανοίγω διάπλατα, ο άλλος γελάει γιατί γράφω λέει πολύ γρήγορα, γελάω κι εγώ γιατί είναι καλό παιδί, ο άλλος με ρωτάει αν προχτές είδα την Έφη Θώδη στην τηλεόραση, δε με χέζετε ρε σεις; Πώς να δημιουργήσω έτσι; Πώς να σας δώσω την εσάνς μιας τύπισσας που μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα; Πώς; Κρατάω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι και περπατώ εις το δάσος όταν ο λύκος δεν είναι δω.. Λύκε λύκε είσαι δω; Μετά κάθομαι στον καναπέ και βαθυστοχάζομαι πόσες κλανιές αμόλησα σήμερα.. 11;… 12;;….. 13 και το λουρί της μάνας; Ο καναπές βουλιάζει και η πλάτη του φτιάχνει μικρές λούμπες απ’ τους αγκώνες μου… αχ με τρώει η πατούσα μου… σκύβω να την ξύσω και πέφτω κάτω… πριν πέσω όμως, χτυπάω το κεφάλι στο τραπεζάκι του σαλονιού και κάνω ένα καρούμπαλο σαν τις πέτρες-πρόσωπα των Νήσων του Πάσχα. Βλέπετε με βρήκε και το σκαμπό εκτός από το τραπεζάκι.. Μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα πίνω το κρασί και ρεύομαι δυνατά.. Οι τοίχοι είναι λεπτοί και μ’ ακούν οι γείτονες και μου φωνάζουν Μόσχος! και γελάω. Δύο δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου… πόσο γλυκιά είναι η ζωή φωνάζω και οι γείτονες απαντούν γιατί ρε μαλάκα τι έγινε; Σφουγγίζω τα δυο μου δάκρυα και πιάνω το τηλέφωνο. Γαμώ το στανιό μου δεν έχει μπαταρία, πρέπει να σηκωθώ… Που να πάω, που να σταθώ, πα να κοιμηθώ.. Άμα λέμε χάλια, μιλάμε για χάλια.
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2007
Χάος.
Τελικά, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι δυνατόν να βαριέμαι όταν έχω δουλειές και να μη βαριέμαι όταν κάθομαι! Έχω πρόβλημα. Βλάβη. Είμαι ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι. Για να σκεφτώ; Θα μπορούσα ποτέ, στην πραγματικότητα όχι στα λόγια, μαγκιά κλανιά που είμαι γω, στ’ αλήθεια, να πετσοκόψω κανένα με πριόνι; Μπα αποκλείεται! Δε μπορώ τα αίματα. Α μωρή λινάτσα κάνεις και το μάγκα. Γιατί, τι έχει η λινάτσα; Είναι πολύ σταθερό ύφασμα, δεν κατάλαβα. Τέλος πάντων. Και γιατί να πετσοκόψω; Δεν έχω λόγο. Θα ήθελα να δείρω όμως. Ναι, να δείρω θα ήθελα ρε γαμώτη μου. Να δείρω κάτι αρχιδόμαγκες που με ύφος στη λένε εκεί που είσαι στην ησυχία σου. Επειδή δε γουστάρω (δεν μπορώ είναι η αλήθεια γιατί μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι) να σκεφτώ την απάντηση που αξίζουν και επειδή όλες οι σωστές ατάκες-τάπες θα μου έρθουν μετά από καμιά ώρα και θα της λέω μόνη μου στο σπίτι, ένα χέρι ξύλο είναι αυτό που τους αξίζει. Βέβαια, θέλω να δείρω αλλά να μη χτυπήσει κανονικά ο άλλος. Να είναι όπως τα καρτούν. Να τον γαμήσω στο ξύλο με μία τάβλα πιο μεγάλη από μένα, αλλά να μην πεθάνει. Να ζητάει έλεος. Λέτε ρε να είμαι σαδίστρια και να μην το ξέρω; Ω ρε πούστη! Δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Μπα, όχι. Καμία σχέση. Δε θέλω να βαρέσω τους πάντες. Καμία σχέση. Θέλω να βαρέσω όσους μου τη σπάνε. Και είναι πολλοί, είναι η αλήθεια, αλλά δεν είναι όλοι. Μπα, έχω πρόβλημα. Αλλά δε φταίω. Ομολογώ, δε φταίω. Οι άλλοι φταίνε. Πάντα οι άλλοι έφταιγαν. Εγώ ποτέ. Εγώ κάθομαι στην ησυχία μου κι έρχεται ο άλλος και ξύνεται στην γκλίτσα. Ε να μην τη σηκώσω να τον σαπίσω; Αφού το θέλει! Τι την κουνάς τη γαμημένη; Αφού βλέπεις, κάθομαι στο κονάκι μου κι αγναντεύω πεταλούδες. Σάλτα απ’ το φαράγγι! Αχ γιατί να μη ζει ο Φρόιντ να πάω;; Θα είχε λέμε γαμώ τις συνεδρίες το άτομο μαζί μου. Αν τον καταδεχόμουν φυσικά γιατί μέχρι ένα σημείο φτάνουν οι αντοχές μου. Είπαμε. Και να’ χα και λεφτά γιατί θα ήταν ακριβός ο πούστης. Αν άρχιζε όμως, να μου λέει τίποτα ψυχεδελικά, θα άρχιζα και γω να γελάω και γάμα τα. Καμία πρόοδος. Ή θα του έλεγα όλη την παράνοια του κόσμου κι αυτός θα έκανε μμμμ.. μμμμμ… μμμμ… τι μου ρε μαλάκα, μίλα θα του έλεγαν τα μάτια μου γιατί σιγά μην τολμούσα να του μιλήσω έτσι, αλλά στην τελική άμα ζούσε τώρα, δε θα ξέραμε ότι θα γίνει διάσημος και γαμηστερός και έτσι θα μπορούσα να πω ό,τι θέλω. Δεν ξέρω. Είναι αδύνατον.
Δεν υπάρχω. Η ύπαρξή μου είναι φαντασιακή. Και των φίλων μου επίσης. Όποιος γίνεται φίλος μου, εξαφανίζεται και εμφανίζεται στην μη ύπαρξη. Αυτό φταίει που είμαστε στον κόσμο μας και όλα τα άλλα μας φαίνονται πίπες ολκής. Οι άνθρωποι επίσης που θαυμάζω, βρίσκονται σε άλλες μη υπάρξεις. Σα να λέμε σε άλλες «μη υπαρκτές γειτονιές». Αλλά είναι γαμώ κι αυτοί. Γιατί το έργο έχει ως εξής: Οι μη υπάρξεις είναι οι καλύτερες. Καλά, δεν το συζητώ, κάνουν άπειρες μαλακίες, δεν είναι τέλειοι, αλλά είναι σκεπτόμενοι. Πριν κάνουν κάτι, το σκέφτονται από δω κι από κει ώσπου να φτάσει τα απέραντα βάθη της μη ύπαρξης του μυαλού τους. Φυσικά, βασανίζονται με αυτό, καθώς οι 786 σκέψεις που θα κάνουν, θα ανατραπούν και θα εμφανιστεί μια 787η όπου και θα γελάει στα μούτρα τους. Άρα, σκέφτονται οι μη υπάρξεις, δε χαλάρωνα να το απολαύσω που καθόμουν και μαλακιζόμουν; Λάθος, λάθος, λάθος. Γιατί τότε, θα ανήκες στην ύπαρξη χρυσό μου που τα δέχεται όλα έτσι όπως είναι και δε λέει τίποτα ή άντε, κάτι. Αυτό όμως, δε μας κάνει. Όχι. Η ζωή στη μη ύπαρξη είναι ωραία. Έχει πρασινάδες, ποτάμια, θάλασσες, ωραίες γκόμενες, σένια αγοράκια, φοβερό χιούμορ, ψωνάρες, ταλεντάρες, μαμάδες, μπαμπάδες, θείες, αδέρφια και πολλούς-πολλούς φίλους, σκύλους, γάτες και άλλα ζώα. Έχει και μαμούνια καμιά φορά αλλά όποιος δεν τα αντέχει, φωνάζει ένα φίλο και τα διώχνει. Νεύρα δεν υπάρχουν στη μη ύπαρξη, ούτε θυμός. Άμα θέλει να εκτονωθεί κανείς, πάει σε έναν δικό του άνθρωπο, αρχίζει να τον τσιγκλάει, ο άλλος του ρίχνει κανά χιλιάρι μπινελίκια, γελάνε και τελειώνει η υπόθεση. Όταν μη υπάρξεις συναντούν άλλες μη υπάρξεις σε άλλες «μη υπαρκτές γειτονιές», κάνουν μεγάλη χαρά καθότι κάθε φορά νομίζουν πως είναι μόνοι στον κόσμο και δε μπορούν να βρουν άλλους σαν κι αυτούς. Αλλά μόλις τους ανακαλύψουν, τρέχουν στις τουαλέτες, να χεστούν από τη χαρά τους με την ησυχία τους. Αυτός είναι και ο λόγος που στις «μη υπαρκτές γειτονιές», υπάρχουν πολλές καθαρές τουαλέτες.
Όταν κανένας άσχετος μπει κατά λάθος σε μία «μη υπαρκτή γειτονιά» κατηγορεί τις μη υπάρξεις ως ονειροπόλες, καλλιτέχνες, ανώριμους και μαλάκες. Το ίδιο κάνουν και οι μη υπάρξεις λέγοντάς τους μόνο μαλάκες.
Συχνό φαινόμενο είναι μία μη ύπαρξη να σχετιστεί με υπάρξεις και τότε το πράγμα γίνεται πολύ σοβαρό. Φεύγει ο κώλος. Η μη ύπαρξη δέχεται έναν φρικτό νοητικό πόλεμο και χρέος της είναι να το καταλάβει γρήγορα. Εάν μπερδευτεί από τα πολλά άσκοπα λόγια και έργα των υπάρξεων, πρέπει να βρει τη λύση μόνη της. Φυσικά, οι άλλες μη υπάρξεις προσπαθούν να βοηθήσουν αλλά δε μπορούν να κάνουν και πολλά καθώς τελικά, τίποτα δεν υπάρχει. Είναι υποχρεωτικό η μη ύπαρξη που αντιμετωπίζει το πρόβλημα, να βρει και τη λύση. Δυστυχώς. Αλλά τι να γίνει; Άλλωστε το συνηθισμένο είναι να βρίσκει λύση γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει πρόβλημα. Στην περίπτωση βέβαια, που κάποια μη ύπαρξη είναι υπερευαίσθητη, τότε πρέπει πραγματικά να βοηθήσουν οι άλλες μη υπάρξεις. Θα κάτσουν εκεί και θα πιπιλάνε ώρες ατελείωτες τα ανύπαρκτα προβλήματα μέχρι να τα λύσουν. Εντάξει, παίζει και η ιδιοφυία της υπερευαίσθητης μη ύπαρξης να αναγνωριστεί μετά την μετάβαση στην άλλη πλευρά, δηλαδή όταν ψοφήσει. Και πάλι, δεν τρέχει, καθώς από κει που είναι, θα βλέπει και θα χαίρεται. Και να μη βλέπει δηλαδή, χέστηκε γιατί όντας ψόφια, δεν θα καταλαβαίνει μία. Το θέμα φυσικά δεν είναι ποιος θα γίνει τι, αλλά ποιος την ώρα που θα κλείνει τα βλέφαρα για πάντα, θα χαμογελάσει. Βέβαια, εύλογο το ερώτημα, πώς να χαμογελάσει άμα του πέσει μια πέτρα πάνω στη σκηνή την ώρα που θα κοιμάται; Ή αν τον πατήσει αυτοκίνητο; Μα δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο «τυχαίο» γιατί απλά η μη ύπαρξη έχει ισχυρό ένστικτο, που αν το ακούει, θα ψοφήσει ήσυχη στο κρεβατάκι της ή τουλάχιστον, θα χαμογελάσει όπου και όπως κι αν την έβρει.
Κατόπιν τούτου, θα ήθελα να συμπληρώσω πως με ιδιαίτερη χαρά, ανακάλυψα πως υπάρχουν πολλές-πάρα πολλές μη υπάρξεις και πως όσο αφήνω τις κεραίες μου ανοιχτές, ανακαλύπτω κι άλλες. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως όλοι είναι μη υπάρξεις. Όμως φοβούνται. Και δεν το ανακαλύπτουν. Όσοι όμως το καταλάβουν, φαίνονται αμέσως. Και τότε, ένα μαγικό χέρι από την όποια «μη υπαρκτή γειτονιά», τον πιάνει και τον κάνει μέλος της. Έτσι, η μη ύπαρξη που αρπάχτηκε, χαίρεται τα μάλα. Αυτά.
Δεν υπάρχω. Η ύπαρξή μου είναι φαντασιακή. Και των φίλων μου επίσης. Όποιος γίνεται φίλος μου, εξαφανίζεται και εμφανίζεται στην μη ύπαρξη. Αυτό φταίει που είμαστε στον κόσμο μας και όλα τα άλλα μας φαίνονται πίπες ολκής. Οι άνθρωποι επίσης που θαυμάζω, βρίσκονται σε άλλες μη υπάρξεις. Σα να λέμε σε άλλες «μη υπαρκτές γειτονιές». Αλλά είναι γαμώ κι αυτοί. Γιατί το έργο έχει ως εξής: Οι μη υπάρξεις είναι οι καλύτερες. Καλά, δεν το συζητώ, κάνουν άπειρες μαλακίες, δεν είναι τέλειοι, αλλά είναι σκεπτόμενοι. Πριν κάνουν κάτι, το σκέφτονται από δω κι από κει ώσπου να φτάσει τα απέραντα βάθη της μη ύπαρξης του μυαλού τους. Φυσικά, βασανίζονται με αυτό, καθώς οι 786 σκέψεις που θα κάνουν, θα ανατραπούν και θα εμφανιστεί μια 787η όπου και θα γελάει στα μούτρα τους. Άρα, σκέφτονται οι μη υπάρξεις, δε χαλάρωνα να το απολαύσω που καθόμουν και μαλακιζόμουν; Λάθος, λάθος, λάθος. Γιατί τότε, θα ανήκες στην ύπαρξη χρυσό μου που τα δέχεται όλα έτσι όπως είναι και δε λέει τίποτα ή άντε, κάτι. Αυτό όμως, δε μας κάνει. Όχι. Η ζωή στη μη ύπαρξη είναι ωραία. Έχει πρασινάδες, ποτάμια, θάλασσες, ωραίες γκόμενες, σένια αγοράκια, φοβερό χιούμορ, ψωνάρες, ταλεντάρες, μαμάδες, μπαμπάδες, θείες, αδέρφια και πολλούς-πολλούς φίλους, σκύλους, γάτες και άλλα ζώα. Έχει και μαμούνια καμιά φορά αλλά όποιος δεν τα αντέχει, φωνάζει ένα φίλο και τα διώχνει. Νεύρα δεν υπάρχουν στη μη ύπαρξη, ούτε θυμός. Άμα θέλει να εκτονωθεί κανείς, πάει σε έναν δικό του άνθρωπο, αρχίζει να τον τσιγκλάει, ο άλλος του ρίχνει κανά χιλιάρι μπινελίκια, γελάνε και τελειώνει η υπόθεση. Όταν μη υπάρξεις συναντούν άλλες μη υπάρξεις σε άλλες «μη υπαρκτές γειτονιές», κάνουν μεγάλη χαρά καθότι κάθε φορά νομίζουν πως είναι μόνοι στον κόσμο και δε μπορούν να βρουν άλλους σαν κι αυτούς. Αλλά μόλις τους ανακαλύψουν, τρέχουν στις τουαλέτες, να χεστούν από τη χαρά τους με την ησυχία τους. Αυτός είναι και ο λόγος που στις «μη υπαρκτές γειτονιές», υπάρχουν πολλές καθαρές τουαλέτες.
Όταν κανένας άσχετος μπει κατά λάθος σε μία «μη υπαρκτή γειτονιά» κατηγορεί τις μη υπάρξεις ως ονειροπόλες, καλλιτέχνες, ανώριμους και μαλάκες. Το ίδιο κάνουν και οι μη υπάρξεις λέγοντάς τους μόνο μαλάκες.
Συχνό φαινόμενο είναι μία μη ύπαρξη να σχετιστεί με υπάρξεις και τότε το πράγμα γίνεται πολύ σοβαρό. Φεύγει ο κώλος. Η μη ύπαρξη δέχεται έναν φρικτό νοητικό πόλεμο και χρέος της είναι να το καταλάβει γρήγορα. Εάν μπερδευτεί από τα πολλά άσκοπα λόγια και έργα των υπάρξεων, πρέπει να βρει τη λύση μόνη της. Φυσικά, οι άλλες μη υπάρξεις προσπαθούν να βοηθήσουν αλλά δε μπορούν να κάνουν και πολλά καθώς τελικά, τίποτα δεν υπάρχει. Είναι υποχρεωτικό η μη ύπαρξη που αντιμετωπίζει το πρόβλημα, να βρει και τη λύση. Δυστυχώς. Αλλά τι να γίνει; Άλλωστε το συνηθισμένο είναι να βρίσκει λύση γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει πρόβλημα. Στην περίπτωση βέβαια, που κάποια μη ύπαρξη είναι υπερευαίσθητη, τότε πρέπει πραγματικά να βοηθήσουν οι άλλες μη υπάρξεις. Θα κάτσουν εκεί και θα πιπιλάνε ώρες ατελείωτες τα ανύπαρκτα προβλήματα μέχρι να τα λύσουν. Εντάξει, παίζει και η ιδιοφυία της υπερευαίσθητης μη ύπαρξης να αναγνωριστεί μετά την μετάβαση στην άλλη πλευρά, δηλαδή όταν ψοφήσει. Και πάλι, δεν τρέχει, καθώς από κει που είναι, θα βλέπει και θα χαίρεται. Και να μη βλέπει δηλαδή, χέστηκε γιατί όντας ψόφια, δεν θα καταλαβαίνει μία. Το θέμα φυσικά δεν είναι ποιος θα γίνει τι, αλλά ποιος την ώρα που θα κλείνει τα βλέφαρα για πάντα, θα χαμογελάσει. Βέβαια, εύλογο το ερώτημα, πώς να χαμογελάσει άμα του πέσει μια πέτρα πάνω στη σκηνή την ώρα που θα κοιμάται; Ή αν τον πατήσει αυτοκίνητο; Μα δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο «τυχαίο» γιατί απλά η μη ύπαρξη έχει ισχυρό ένστικτο, που αν το ακούει, θα ψοφήσει ήσυχη στο κρεβατάκι της ή τουλάχιστον, θα χαμογελάσει όπου και όπως κι αν την έβρει.
Κατόπιν τούτου, θα ήθελα να συμπληρώσω πως με ιδιαίτερη χαρά, ανακάλυψα πως υπάρχουν πολλές-πάρα πολλές μη υπάρξεις και πως όσο αφήνω τις κεραίες μου ανοιχτές, ανακαλύπτω κι άλλες. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως όλοι είναι μη υπάρξεις. Όμως φοβούνται. Και δεν το ανακαλύπτουν. Όσοι όμως το καταλάβουν, φαίνονται αμέσως. Και τότε, ένα μαγικό χέρι από την όποια «μη υπαρκτή γειτονιά», τον πιάνει και τον κάνει μέλος της. Έτσι, η μη ύπαρξη που αρπάχτηκε, χαίρεται τα μάλα. Αυτά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)