Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010
Peiraus the mission.
Ήρθε μαζί μου ένας πολύ καλός μου φίλος που να'χει την ευχή μου το παλικάρι, που να είναι ευτυχισμένος μέχρι τα βαθιά του γεράματα Παναγία μου που ήρθε παρέα μου. Με την παρέα λοιπόν, το πρόβλημα αυτομάτως μίκρυνε κατά 50%. Γιατί εμένα κυρίως μου την έδινε που θα έπρεπε να κάνω αυτή τη μαλακία μόνη μου βραδιάτικο. Άσε που φαντασιωνόμουν ένα ερημικό τοπίο, χωρίς πλάκα τώρα, αλήθεια, έτσι το σκεφτόμουν, ένα ερημικό τοπίο που λέτε, κατασκότεινα, ένα καράβι κει με 5 φώτα, να ακούγεται η θάλασσα φλουτς φλουτς και μια ουρά αυτοκίνητα που κάνει κύκλο το λιμάνι 6 φορές. Ούτε κόσμο είχε η φαντασίωσή μου, ούτε τίποτα. Μόνο εγκληματίες, δολοφόνους και μακελάρηδες κρυμμένους πίσω από κάδους σκουπιδιών και μια ατελείωτη ουρά αυτοκινήτων. Στην φαντασίωση, είχα προσθέσει και ατελείωτο περπάτημα γύρω στο 20λεπτο σε ερημικό δρόμο, αφού θα άφηνα το αυτοκίνητο με χίλια βάσανα μετά από 16 ώρες, για να πάω στον σιδηροδρομικό σταθμό, αν επιζούσα από τους εγκληματίες με τα τσεκούρια. Φυσικά, δεν θα υπήρχε τρένο γιατί θα είχε περάσει η ώρα και θα αναγκαζόμουν να πάρω ταξί να πληρώσω τον κώλο μου. Παρακάτω δεν πήγε η φαντασίωση γιατί με όλα αυτά, υπέφερα αρκετά, δεν ήθελα να βάλω και τον ταξιτζή να είναι αιμοσταγής δολοφόνος ο οποίος θα με έκλεβε, θα με σκότωνε και θα με πετούσε σε κανένα χαντάκι όπου θα έβρισκαν το αθώο μου κορμάκι αδίστακτοι σατανιστές και θα το έκοβαν φέτες τις οποίες θα πουλούσαν τη μεθαύριο στην αγορά στην Αθηνάς για γκουρμέ.
Και τώρα, θα σας πω τι έγινε. Ξεκινήσαμε από το σπίτι. Εγώ μέσα στο άγχος. Πριν μπω, μου είπα να χαλαρώσω (από μέσα μου το είπα γιατί αν έλεγα απ' έξω μου "χαλάρωσε" θα με ρωτούσε το φιλαράκι μου "γιατί, τι έκανα;" και μετά θα έπρεπε να εξηγώ και γω δεν ήμουν σε θέση εκείνη τη στιγμή να αναλύω τι και πως, είχα άγχος λέμε). Οπότε μου λέω να χαλαρώσω και χαλαρώνω επιτόπου. Αρκετό ήταν το όλο σενάριο που είχα σκεφτεί, δεν ήθελα να το τελειώσω μόνη μου πεθαίνοντας από άγχος πριν γίνουν όλα όσα περιέγραψα παραπάνω.
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πάω να βάλω τη θέση μπροστά. Παπάρια. Δεν πήγαινε και πολύ μπροστά με αποτέλεσμα το πόδι μου να πρέπει να τεντώσει για να φτάσει το ντεμπραγιάζ. Σύγχυση. Ρίχνω κει κάτι μπινελίκια. Βέβαια στην πρόταση του φίλου μου να οδηγήσει, είπα όχι. Είμαι λίγο μαζόχα, το ξέρω, θέλω να το ζω για να μπορώ να το περιγράφω καλύτερα, με καταλαβαίνετε. Άντε και ξεκινάμε. Το πήγα λίγο στο γάμο του καραγκιόζη σε πρώτη φάση καθώς κοιτούσα όπου να' ναι εκτός από το δρόμο για λίγα μέτρα. Αλλά ο χάρος κατουρούσε εκείνη τη στιγμή και ο φύλακας άγγελος μου καθώς και των πεζών της περιοχής, ήταν απίκο. Δεν είχα χαλαρώσει. Αντιλήφθηκα ότι μαλακίζομαι και άρχισα να προσέχω. Πάλι καλά. Σε λίγα λεπτά, με το πόδι πάντα τεντωμένο σε πλιέ πως τα λένε αυτά οι μπαλαρίνες, το είχα και οδηγούσα κανονικά. Κυρίως το κατάλαβα αυτό γιατί ο συνοδηγός μου ήταν κουλ, μου μιλούσε και δεν τον είδα να ιδρώνει σε αντίθεση με τον κουμπάρο μου το μεσημέρι που τον πήγα στις δύο ρόδες μέχρι την Εθνική Άμυνα για να πάρει το μετρό για το αεροδρόμιο. Ε, το δικό μου αυτοκίνητο το ξέρω και το πάω καλά, είναι δικό μου, με ακούει, με συμπαθεί κλπ. Με τα ξένα αυτοκίνητα δεν έχουμε γνωριστεί, να κάτσουμε να τα πούμε, καταλαβαίνετε. Τέλος πάντων, πάμε μέχρι τον Πειραιά χαλαρά κι ωραία, δεν είχε κίνηση, δόξα να'χει ο Μεγαλοδύναμος. Μια στιγμή μόνο είχε κάπου φανάρι που δεν το είχα δει και νόμιζα ότι ξεκινάει από κει η ουρά για τα καράβια (5 χιλιόμετρα από το λιμάνι ήμασταν) και κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό αλλά το γλίτωσα γιατί άνοιξε το φανάρι και κινηθήκαμε. Πάλι καλά. Μαλακία να πεθάνω από εγκεφαλικό 5 χιλιόμετρα πριν το λιμάνι.
Φτάνουμε στο καράβι. Ουρά. Όχι μεγάλη. Η γνήσια ελληνίδα όμως, παρακάμπτει την ουρά διακριτικά και πάει μπροστά μεταξύ θάλασσας και καραβιού, όχι για να κλέψει την ουρά αλλά επειδή είχε ασυνόδευτο να ρωτήσει, γιατί υπέθεσε ότι τα ασυνόδευτα για τον τελευταίο προορισμό του καραβιού θα μπουν πρώτα. Πάω, σταματάω, ανοίγω παράθυρο, λέω ασυνόδευτο για Σητεία, κλείσε φώτα λέει και πάρκαρε εκεί που είσαι και μου βάζει 2 μακρόστενες κόλλες χαρτί στους υαλοκαθαριστήρες που έλεγαν ΣΗΤΕΙΑ και ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΟ. Όχι ρε πούστη, σκέφτομαι, πόσο θα περιμένουμε; Παρόλα αυτά, σβήνω φώτα, μηχανή, τραβάω χειρόφρενο εκεί που ήμουν, βγαίνουμε έξω, κλειδώνω αυτοκίνητο, πάω παίρνω φυστίκια και καθόμαστε σταυροπόδι εγώ και ο φίλος μπροστά στο καπό και τρώμε κοιτώντας τι γίνεται. Περιττό να πω ότι στο σημείο αυτό, γλαρώσαμε. Εγώ πρίστηκα ελαφρώς από τα φυστίκια αλλά ντάξει, είχα το νου μου μη φωνάξει ΣΗΤΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑ και δεν ακούσω. Φώναζαν λοιπόν ΚΑΣΟΣ ΜΗΛΟΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ και άλλα, γιατί το καράβι αυτό θα περάσει απ'όλη την Ελλάδα πριν φτάσει Κρήτη και σε κάποια φάση πάω σε κύριο να ρωτήσω. Γιατί εγώ είμαι απ' αυτούς. Που μου λέει κάποιος να περιμένω και σε κάποια φάση δεν περιμένω άλλο αλλά πάω και ρωτάω. Συνήθως όχι αυτόν που μου είπε να περιμένω γιατί δίκιο θα' χει να με κοιτάξει με λύπη ή μίσος (γιατί ή μαλάκας είσαι που ρωτάς αφού σου είπαν να περιμένεις ή ηλίθιος). Πάω λοιπόν σε κυριούλη και... παραθέτω στιχομυθία:
-Γεια σας. Για Σητεία τι λέει;
-Καλά, εσύ;
-Όλα καλά, εσείς;
-Μια χαρά, χαχαχαχα!
-Χαχαχαχαχα!
-Πότε θα μπούμε, ξέρετε; Έχω ασυνόδευτο.
-Μπες, τόση ώρα φωνάζω!
Αυτά είναι. Πού φώναζε τόση ώρα; Από μέσα του; Μήλο και Κάσο φώναζε. Τέλος πάντων. Να γιατί πάω και ρωτάω. Φωνάζω τον φίλο, "περίμενε!" του λέω, "μπαίνω!" Πάω, βάζω μπροστά, μπαίνω καράβι. Μου κόβουν το εισιτήριο απ' έξω, μπαίνω μέσα, με ξαναρωτάνε μέσα που πάω, λέω τι είμαι και που πάω, αν και το είχαν και τα ταμπελάκια απ'έξω, "πάνω!" μου λένε και πάω για πάνω στη μπάρα που ανεβαίνει σε όροφο. Ανεβαίνω πάνω. Δυο τρεις εργάτες εκεί, "έλα δω, πήγαινε κει, έλα, έλα, έλα, όπα!", κουλάντριζαν τα αυτοκίνητα. Έρχονται και σε μένα. "Εδώ, εδώ, εδώ, εδώ", πάω. "Όπισθεν τώρα" μου λέει. Πάω να βάλω όπισθεν, δεν έμπαινε. Όχι ρε πούστη! Κόντεψα να τον βγάλω τον λεβιέ. "Τι έγινε", μου λένε. "Δεν είναι δικό μου το αυτοκίνητο (μη ξεφτιλιστούμε τελείως), τους λέω, και δεν μπαίνει η όπισθεν!" Εντωμεταξύ με όλη τη γλύκα στη μούρη, καταλαβαίνετε. Το αθώο το κοτοπουλάκι, άχου το, ζε μπολεί να βάλει την όπισθεν μωλέ! "Ελάτε να με βοηθήσετε!" τους λέω και τους λυπόμουν γιατί έτρεχε ο ιδρώτας τους ποτάμι. Η φάτσα του αθώου κοτόπουλου όμως έπιασε και με συμπάθησαν ευθύς αμέσως και έτρεξε ένας κύριος να με βοηθήσει. (Ναι, το ξέρω ρε μαλάκες, έπρεπε να φύγω και από τη μέση που ήμουν κάθετα και δεν μπορούσαν να φτιάξουν τα άλλα αυτοκίνητα!)
Μπαίνει ο κυριούλης μέσα και αρχίζει να τραβολογάει το λεβιέ λες και προσπαθούσε να ξηλώσει πάσαλο χωμένο 20 μέτρα στη γη. Παναγιά μου, σκέφτομαι, αυτός είναι χειρότερος από μένα, θα το σπάσει! και τότε μου έρχεται η φαεινή ιδέα ότι ο κωλολεβιές έχει ένα πουστοδαχτυλίδι που το τραβάς πάνω και βάζεις την όπισθεν. Έφαγα φλας με την κουμπάρα μου να το οδηγεί και να τη βλέπω. Του το λέω με τα χέρια σηκωμένα "ΕΧΕΙ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΕΧΕΙ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ, ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ!" το βρίσκει, το πατάει, βγαίνει, μπαίνω. Κάνω όπισθεν, μόνο που μόλις έκανα, μου είπαν να μην κάνω και παραλίγο να πέσω πάνω σε έναν άλλο αλλά ντάξει, το προλάβαμε. Και τώρα αρχίζει το γλέντι. Πάνε να με κουλαντρίσουν. Εμένα. Λοιπόν, όποιος καταφέρει να με κουλαντρίσει εμένα, του χαρίζομαι για πάντα. Το λέω και το δηλώνω. "Δεξιά το τιμόνι" να μου λένε, αριστερά εγώ. "Αριστερά το τιμόνι" να μου λένε, δεξιά εγώ, καταλαβαίνετε, οχτάρια έκανα εκεί μέσα. Αυτοί βέβαια γλυκύτατοι μαζί μου, δεν τα είχε πάρει κανείς. Έπαιζε σερί και η γλυκιά φάτσα του αθώου κοτόπουλου, μην ξεχνιόμαστε, έτσι; Επειδή είδα ότι δεν πρόκειται να γίνει δουλειά, ρωτάω "που θέλετε να το βάλουμε;" και μου λένε "εκεί πίσω, μπροστά από κείνο". Έτσι πες μου άνθρωπέ μου, σκέφτομαι και με δυο κινήσεις το πάω κοντά. "Όπα!"μου λέει ένα παλικάρι (ο γκόμενος της υπόθεσης, αυτός που ρίχνει τις τουρίστριες, ξανθός, μακρύ μαλάκι, γαλάζια μάτια, καταλάβατε), "περίμενε εδώ μισό λεπτό". Κουλαντρίζει τον πίσω μου και μου κλείνει τους καθρέφτες. Εκεί κόντεψα να πάθω ανακοπή γιατί μ' αυτούς λειτουργώ εγώ, δεν γυρίζω μέσα στο αμάξι σαν το κοριτσάκι του Εξορκιστή για να δω τι γίνεται πίσω και γύρω μου, ούτε καν στο παρκάρισμα. Παρκάρω γαμάτα μόνο με τους καθρέφτες δίπλα μου και τέλος. Και τώρα; Θα έπρεπε να τον κοιτάω σαν να είναι ο θεός γιατί αυτός θα με κουλάντριζε. Όχι ρε πούστη, σκέφτομαι, τώρα σε λίγο θα ακούσω το ιιιιιιιιιιιιιιιι που κάνουν οι λαμαρίνες όταν γρατζουνιούνται, πάνε τα αμάξια, όχι, όχι, όχι!
Παρατάω την άρνηση γιατί είχα δουλειά και πριν αρχίσει το κουλάντρισμα με ρωτάει: "Θα σου αφήσω τόσο λίγο χώρο, θα μπορέσεις να βγεις;" "Μωρέ κι από το παράθυρο βγαίνω!" του λέω. Εντωμεταξύ με έβαζε δίπλα στα κάγκελα της ανόδου προς τον όροφο. Πώς να βγω από το παράθυρο; Αν το έκανα αυτό, θα μιλούσαν αύριο οι εφημερίδες για το αθώο αγγελούδι που πήγε να κάνει μια εξυπηρέτηση και σκοτώθηκε πέφτοντας από τον πρώτο όροφο του πάρκινγκ με αποτέλεσμα να μην ταξιδέψει το καράβι και να γίνονται ανακρίσεις, συν τους εκατοντάδες επιβάτες που ρίχνανε άπειρα γαμοστολίδια για το μαλακισμένο που πήγε και σκοτώθηκε, τώρα ρε πούστη, που βρήκαν να πάνε αυτοί διακοπές! Αλλά λέω, θα μου αφήσει χώρο. Άντε τον κοιτάω με προσήλωση, παρκάρω γαμάτα και πάω να ανοίξω την πόρτα. Από κείνο το χώρο, μόνο ο Τιραμόλα χωρούσε, άντε και 10 σελίδες Α4. Τον κοιτάω και του λέω: "Δε χωράω!" Και μου λέει: "Δεν είπες ότι θα βγεις από το παράθυρο;" Ουπς! Είμαι περήφανη εγώ, καταλαβαίνετε, κάνω έτσι, αρπάζω την τσάντα μου, του τη δίνω με χαμογελάκι του τύπου "κοίτα φίλε τι χέλι είμαι γω" και αρχίζω να βγαίνω από το παράθυρο. Να'χω κλάσει εντωμεταξύ γιατί μπορεί να είμαι χέλι αλλά είμαι και επιρρεπής σε ηλίθια ατυχήματα. Έχει γούστο λέω τώρα να κολλήσει π.χ. το παπούτσι στην ασφάλεια της πόρτας και να αδειάσει άδοξα το χέλι στο πάτωμα του κάτω ορόφου. Για να μην πω για τη βερμούδα που μου έπεφτε γιατί έφυγα βιαστικά από το σπίτι χωρίς να βάλω ζώνη και να σκέφτομαι ότι δε φτάνει που θα σκοτωθώ, θα φαίνεται και το βρακί μου. Αλλά ευτυχώς φορούσα μια σχετικά μακριά μπλουζίτσα. Πάλι καλά. Γατζώνομαι από τα κάγκελα και μου δίνει το χέρι του το παλικάρι να κρατηθώ. Νο γουέι μάι φρεντς. Είμαι υποχόνδρια, δεν υπήρχε περίπτωση να κρατήσω αυτό το χέρι, μ' αυτό το χρώμα που είχε. Αλλά αυτό δεν μπορούσα να το πω, με έσωσε όμως η φάτσα της περηφάνειας. Γατζώνομαι που λέτε από τα κάγκελα, το ένα πόδι μέσα, το άλλο έξω, να σκέφτομαι να μη φανεί και το βρακί μου, πατικώνομαι σαν κατσαρίδα ανάμεσα από πόρτα και κάγκελα και βγήκα! Γιέα!!! Ήταν ένας παππούς εντωμεταξύ εκεί που έβλεπε το όλο σκηνικό και είχε εντυπωσιαστεί και σχολίαζε όση ώρα έκανα την αποστολή λέγοντας "δε χωράει!" "πώς θα βγει;" "από το παράθυρο;!" "πώς;!" "Θα σκοτωθεί!" "Εσύ πως θα μπεις;!" και λέει το παλικάρι "θα μπω εγώ, μη σε νοιάζει". Τώρα πως θα μπει, πως θα βγει, ας κάνει ό, τι θέλει, δε με νοιάζει, εγώ βγήκα από κει μέσα και τέλος. Πάω να φύγω, θυμάμαι ότι θέλω πληροφορίες για να τις πω στη μαμά της κουμπάρας μου που θα παραλάβει το αυτοκίνητο. Κι αρχίζω:
-Τι ώρα φτάνει;
-Κατά τις 3:30 με 4 αύριο το μεσημέρι.
-Που θα έρθει να το πάρει; Εδώ θα ανέβει;
-Όχι, θα το κατεβάσουμε.
-Θα ζητήσει κάποιον συγκεκριμένα;
Και στο σημείο αυτό, μου λέει ένα όνομα. Έλα όμως που εγώ δε θυμάμαι ονόματα. Μα δε θυμάμαι! Το θυμόμουν δηλαδή για λίγα δευτερόλεπτα αλλά βιάστηκα να φύγω. Ρώτησα ξανά κάτω τι ώρα φτάνει και κάποιους άλλους για σιγουριά και βγήκα έξω από το καράβι σκεπτόμενη όσα έγιναν κάνοντας το σήμα της νίκης ενώ ο φίλος μου χειροκροτούσε. Δεν είχε δει τι έγινε αλλά αφού με είδε να κάνω το σήμα της νίκης, θα κατάλαβε, με ξέρει.
Περιττό να πω ότι δεν είπα στη μαμά της κουμπάρας μου ότι ξέχασα το όνομα, είπα ότι δεν ξέρουν από ποιον θα το παραλάβει. Ελπίζω να το βρει...
Ούτε ο σταθμός ήταν μακριά από κει. Περπατήσαμε 5 λεπτά, άντε 7. Και το τρένο έφυγε με το που μπήκαμε. Και ο ταξιτζής που πήρα να έρθω σπίτι μου ήταν ένας από τους πιο γλυκούς ανθρώπους που έχω συναντήσει ποτέ. Το τι τον συμπάθησα δε λέγεται. Υπέροχος άνθρωπος, να είναι καλά. Και ήρθα. Και ζω. Όλα καλά. Όλο γκρίνια είμαι ρε πούστη, να το κοιτάξω!
Πειραιάς.
Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010
Τροχονόμος Κωλόγρια.
Κοιτούσα και δεν πίστευα αυτό που έβλεπα. Όχι σκέτο τροχονόμο θα έπρεπε να έχει εκεί, τροχονόμο με δυο μέτρα καυλί, με το συμπάθιο, έπρεπε να έχει. Αυτά τα ασυνείδητα αρχίδια που έκλειναν το δρόμο, δεν έκλειναν μόνο το δρόμο, αλλά έκλεβαν και την σειρά από τους μαλάκες των 2 χιλιομέτρων που σας είπα νωρίτερα ότι περίμεναν και είχαμε προσπεράσει. Το βενζινάδικο φυσικά στο μουνί του. Πελάτες να μπαίνουν και χέστηκε για την ουρά. Άσε που τους έβλεπα τους ηλίθιους να βάζουν βενζίνη και μετά να κάθονται να μετράνε ένα ένα τα ευρώ λες και δεν είναι κανείς εκεί, λες και δεν ουρλιάζουν οι κόρνες, λες και δεν τρέχει τίποτα. Τι μαλάκες είμαστε ρε πούστη, τι ξεφτίλες, τι ταγάρια!! Τα είδα όλα αυτά που λέτε και καθόμουν και σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να κάνω. Να πέφτουν εντωμεταξύ χριστοπαναγίες αβέρτα. Να γελάω εγώ αλλά σκεφτόμουν. 4 αυτοκίνητα πίσω ήμασταν. Δύσκολη η κατάσταση. Τελικά, κάποια στιγμή, φεύγει μια χαμούρα που δεν μπορούσε να στρίψει, ανοίγει λίγο, φεύγει ένα λεωφορείο. Και κάνει τσουπ και κλείνει το δρόμο μπροστά μου ένας μαλάκας. Αυτό ήταν. Σκύβω στο παράθυρο του συνοδηγού και του λέω "φύγε όπως είσαι!" Με κοιτάει και λέω "ΈΦΥΓΕΣ!" κι έφυγε μαλάκες!! Χαχαχαχαχα! Ωραία! Περνάνε άλλα δύο αυτοκίνητα. Έρχεται ο επόμενος και κλείνει το δρόμο! "Με συγχωρείτε, του λέω, βλέπετε ότι κλείνετε το δρόμο και δεν μπορεί να περάσει κανείς;" "Και τι να κάνω αφού θέλω να βάλω βενζίνη, τόση ώρα περιμένω!", "Σοβαρά;" του λέω, "ξέρετε ότι απέναντι είναι άνθρωπος που περιμένει να πάει νοσοκομείο και δεν μπορεί γιατί όλοι εσείς κλείνετε το δρόμο;" Ψάρωσε. Και έκανε τσουπ και στριμώχτηκε. Άλλα δύο αυτοκίνητα πέρασαν. Έρχεται ξεκωλιάρα με χαμούρα συνοδηγό, τα συνηθισμένα τσουλάκια που μισώ. Της λέω ότι κλείνει, στο μουνί της. Της λέω για τον άρρωστο, στο μουνί της. Η επόμενη κίνηση ήταν να τη σκοτώσω αλλά δε γουστάρω να λερώνω τα χέρια μου με σκουπίδια. Μετά κουλάντρισα άλλους δύο τρεις εκεί να στρίψουν γιατί ήταν άχρηστοι και τελικά, έφτασε ο κουμπάρος, μπήκα μέσα και φύγαμε!!!
Τι αίσχος! Τι αίσχος! Εντάξει ρε παιδιά, να με συγχωρείτε, εγώ θα ντρεπόμουν επειδή θέλω βενζίνη να κλείσω μια ολόκληρη διασταύρωση. Θα καθόμουν στο φανάρι μου και την κατάλληλη στιγμή θα πήγαινα. Ή θα είχα βάλει νωρίτερα βενζίνη, πώς σας φαίνεται αυτό; Ή θα έψαχνα στο ίντερνετ όλα τα βενζινάδικα της περιοχής μου και μη ακούγοντας το νέο και θα έψαχνα. Τέλος πάντων, συγνώμη, αλλά υπάρχουν λύσεις. Αυτό που είδα να εκτυλίσσεται μπροστά μου ήταν απαράδεκτο. Τέλος. Μαλάκες Έλληνες.
Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010
Αστέρια Τόπλες.
Σκέφτομαι στην Κεφαλονιά που φτάσαμε εκείνο το βράδυ στην παραλία που δεν υπήρχε φως ούτε για δείγμα και βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, σήκωσα το κεφάλι μου και έκανα αααα.... Αστέρια; Γαλαξίες; Και ένα μαύρο χρώμα ο ουρανός, άλλο πράμα. Αγκύλωση κόντεψα να πάθω τόση ώρα που κοιτούσα πάνω. Αλλά αναγκάστηκα να επανέλθω γιατί είχαμε πράγματα να κουβαλήσουμε προς τις σκηνές, οπότε τι να έκανα; Εδώ στην Αθήνα δεν βλέπω τόσα αστέρια και ο ουρανός είναι ψιλομπλέ, τα φώτα της πόλης βλέπεις. Αλλά τα αεροπλάνα έρχονται και φεύγουν και ακολουθούν τις λεωφόρους τους και τις διαδρομές τους και το γενικότερο πλάνο δεν μπορώ να πω ότι με χαλάει και πολύ. Όταν κατεβάζω λίγο το κεφάλι μου βέβαια, βλέπω τις γαμοκεραίες των πολυκατοικιών και ρίχνω κανένα μπινελίκι ή καμιά μούντζα μόνη μου, αλλά τι να γίνει; Ξανανεβάζω το κεφάλι και συνεχίζω την ονειροπόληση.
Είχε έρθει η ξαδέρφη μου αυτές τις μέρες από το νησί και τη φιλοξένησα. Καθόμασταν λοιπόν μαζί στη βεράντα και χαζεύαμε και μου έλεγε που είχαν πάει στην Ιορδανία και είχαν μείνει ένα βράδυ στην έρημο σε σκηνές και είχαν δει από τη μία άκρη μέχρι την άλλη αστέρια. Το φαντάζεστε πόσο ονειρεμένο θα είναι αυτό; Γύριζες το κεφάλι σου λέει δεξιά πάνω αριστερά, και από τη μία άκρη μέχρι την άλλη είχε αστέρια, γαλαξίες και πίσσα σκοτάδι. Κάτω σου, η έρημος. Γάμησέ τα. Φανταστικό.
Έχω ωραίο μπαλκόνι και είπα να το εκμεταλλευτώ. Σήμερα βγήκα και έκανα ηλιοθεραπεία. Μ' ένα βρακί. Όχι, δε βγήκα με το βρακί, ντυμένη βγήκα, έπεσα κάτω και έμεινα με το βρακί. Εννοείται πριν κάτσω έκανα την έρευνά μου να δω από που φαίνομαι κι από που δε φαίνομαι. Έβαλα και κατι σεντόνια έτσι αλλιώς κι αλλιώτικα και πασαλιμανιώτικα για να αποφύγουμε τυχόν χειροκροτήματα ή μάσημα πατατακίων, σάμαλι και κοκ σε μπαλκόνια και την έπεσα σε ψάθα και πετσέτα. Α όλα κι όλα. Θα πάω Κύπρο τον Αύγουστο που έχει 78 βαθμούς κι έτσι και πάω άσπρη σαν το γάλα, θα γίνω κώλος, τα ξέρω αυτά. Οπότε είπα να μαυρίσω λίγο να προλάβω το κακό. Για να δούμε τι θα κάνουμε. Πάντως παίδες, γαμάει ο ήλιος, καίει πολύ. Να προσέχετε όσοι τον γουστάρετε και σας λείπει γιατί γαμάει και δέρνει και όχι με την καλή έννοια. Αυτά που λέτε, συγκλονιστικά πράγματα πάλι. Κοίτα να δεις δηλαδή.
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Κέφι. Ημέρες 8η, 9η κι επιστροφή στη Μπουρδελούπολη.
Ημέρα 8η.
Τίποτα. Ήρθε η φίλη μου και ο γάτος το έπαιζε βαρύ πεπόνι και δεν πήγαινε σε καμιά μας και σε φάση που πήγα να τον χαϊδέψω, ούτε γουργούρισε και με γρατσούνισε κιόλας. Μετά που έφυγε φίλη μου για δουλειά, ήρθε πάλι και τριβόταν. Άκου την κουφάλα. Να τα λες και να μη σε πιστεύουν. Μεγάλη κουφάλα μιλάμε. Μην μας δουν κι έτσι. Γιατί ρε, γκόμενά σου είναι η φίλη μου και φοβάσαι μη μας παρεξηγήσει; Τς τς τς τι να πεις, άντρες.
Μετά είπα να πάω Ληξούρι αλλά τελικά το είδα σε φωτό στο ίντερνετ και παρατήρησα ότι είχε κάτι μεγάλους δρόμους και μόνο που φαντάστηκα να τους περπατάω έγινα πτώμα, με καταλαβαίνετε, οπότε βαρέθηκα να περπατήσω από δω 5 λεπτά, πάρω καράβι, κάνω 30 λεπτά, κατέβω από καράβι, περπατήσω όλους αυτούς τους μεγάλους δρόμους συν τα σοκάκια, πάρω καράβι, κάνω 30 λεπτά, περπατήσω 5 λεπτά, έρθω πίσω. Α πα πα. Έχω κι αύριο, τελευταία ευκαιρία.
Βασικά είδα μια λίμνη-σπηλιά στο ίντερνετ που μου άρεσε πολύ, το λιμνοσπήλαιο Μελισσάνης, πατήστε στις εικόνες στο google να δείτε αριστούργημα, και δεν το ήξερα να πάω να το δω και συγχύστηκα, οπότε γάμα το, τι να πάω να δω μια πόλη να περπατάω να με φάει η ζέστη, εδώ έχασα το καλύτερο. Τέλος πάντων, δε γαμιέται, εδώ έχω πάει στην άκρη του κόσμου και έχω χάσει ένα σωρό, εδώ θα τα χαλάσουμε; Ξανάρχομαι άμα γουστάρω.
Ημέρα 9η.
Τίποτα. Ξύσιμο, πέσιμο από το γάτο, βόλτες, ξύσιμο, πέσιμο από το γάτο, βόλτες, ξύσιμο από κουνούπια, πέσιμο από το γάτο, βόλτες, μάζεμα τα πράγματα. Πέσιμο από το γάτο, το ξέχασα.
Ταξίδι επιστροφής. Αναζήτηση του νοήματος της ζωής.
Η ζωή είναι ωραία, δύσκολη, απλή, γεμάτη απαντήσεις, αναζητήσεις, μεγάλη πουτάνα; Ο θάνατος τι είναι; Το τέλος; Η αρχή μιας άλλης ζωής που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά της; 8:30 το πρωί μέσα στο καράβι διάλεξα να στοχαστώ βαθιά. Και που κατέληξα; Πουθενά. Είναι πολύ νωρίς, έχω πονοκέφαλο, περίεργη διάθεση, βαριέμαι και είπα να πιάσω τα βαθυστόχαστα. Χωρίς να καταλήξω πουθενά. Πολύ βαθύς στοχασμός μιλάμε. Αλλά και που να καταλήξω; Στο ότι αντιπαθώ βαθιά να βλέπω τηλεόραση το πρωί και μέσα στο καράβι αναγκάζομαι τουλάχιστον να την ακούω; Φυσικά κι έχω επιλογές. Να πάω έξω που φυσάει και δεν μπορείς να σταθείς ή να βάλω τη μουσική τέρμα στ’ αυτιά μου και να με πιάσει χειρότερος πονοκέφαλος. Αυτό μοιάζει σαν να μην έχω επιλογές. Ή όχι, έχω ακόμα μία. Τον συνδυασμό των ως άνω επιλογών. Λίγο μέσα, λίγο έξω, μουσική και πέρασε η ώρα. Όλα αυτά μοιάζουν παντελώς γελοία όταν άνθρωποι πεθαίνουν τώρα που γράφω, άλλοι βασανίζονται, παιδιά τα τρώνε οι μύγες ή τα πηδάνε χοντροί κοιλαράδες στην Ασία, αλλά τι να κάνω; Ντρέπομαι να κάνω τις σκέψεις που κάνω ώρες-ώρες όταν συμβαίνουν αυτά, αλλά έτσι πάει, αυτό το ξέρουμε. Ο καθείς και ο πόνος του. Να, ήμουν το πρωί κακοδιάθετη ενώ περίμενα το λεωφορείο να φύγω και τυχαία έκατσε δίπλα μου μια μαυρούλα, ένα κοριτσάκι που μόλις είχε φύγει από ένα σπίτι που δούλευε (μιλούσε στο τηλέφωνο και τα άκουγα) άπειρες ώρες την ημέρα, καθάριζε, έπλενε, μαγείρευε, σιδέρωνε για 10 τουλάχιστον άτομα και της έδιναν 700 ευρώ. Πάλι καλά που δεν τη γαμούσαν θα μου πείτε. Ναι, βέβαια, έτσι όπως είναι τα πράγματα, έχουμε φτάσει να λέμε ευχαριστώ για τα δεδομένα. Στενοχωρήθηκα που την άκουσα να λέει πως δε θα πεθάνει για να δουλεύει και πως την εκμεταλλεύτηκαν γιατί είναι καλή και δεν μιλάει αλλά δεν άντεξε άλλο και θα ψάξει να βρει άλλη δουλειά που να βγάζει καλά λεφτά μιας και στο σπίτι αυτό πήγαινε πολλές φορές από τις 7 το πρωί μέχρι τις 12 το βράδυ. Καταλάβατε πόσο μαλάκες είμαστε οι άνθρωποι. Πολλές φορές αισθάνομαι μαλάκω, γελοία και ηλίθια, όταν παραπονιέμαι για πίπες, δεν εννοώ φυσικά τις μαλακίες που γράφω για να γελάμε, μιλάμε γι’ αυτά που πραγματικά με πειράζουν και δεν αναφέρω εδώ, εδώ είμαστε μόνο για τη γκρίνια και το χαβαλέ, για την εκτόνωση του όλου. Νιώθω ηλίθια όταν παραπονιέμαι για πράγματα τα οποία μπορούν να είναι περαστικά, μπορούν να λυθούν, μπορούν να ξεπεραστούν, μπορούν να πολεμηθούν, μπορούν να συζητηθούν κι αν δεν μπορούν, μπορώ εγώ να τα γράψω στ’ αρχίδια μου γιατί απλώς μπορώ. Γνωρίζουμε άραγε πόσο τύχη λέγεται αυτό; Να μπορείς ντε να γράψεις κάτι στ’ αρχίδια σου. Ξέρουμε πόσοι είναι αυτοί που δεν μπορούν; Που παλεύουν για την τροφή τους ή για να γλιτώσουν από το ξύλο, το βασανισμό, το κυνήγι, τη φτώχεια, το θάνατο; Το χόντρυνα πρωί-πρωί. Τι να πεις. Βαριές κουβέντες, δύσκολη η ζωή αλλά και ωραία όταν μπορείς να την έχεις ωραία. Είμαστε παντελώς μαλάκες όταν μπορούμε να έχουμε μια ωραία ζωή και τη δυσκολεύουμε μόνοι μας. Παντελώς μαλάκες όμως και για φάπες. Όταν νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε την τύφλα μας τη μαύρη, όταν είμαστε εγωκεντρικοί και πεισματάρηδες και γαμούμε τις στιγμές μας τυλιγμένοι στο φόβο και στο ψέμα και αφήνουμε τις μέρες να περνάνε έτσι, χωρίς λόγο και αιτία, χωρίς να βλέπουμε ότι μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι με απλά πράγματα, ότι όπως στρώνουμε κοιμόμαστε και άρα ας κανονίσουμε επιτέλους να στρώσουμε σωστά μπας και κοιμηθούμε καλά μια φορά.
Τι μας λες μωρή Κωλόγρια, μας τα έχουν ξαναπεί αυτά και καλύτερα από σένα. Το ξέρω φίλοι μου, δεν είπα ποτέ ότι κατέχω απαντήσεις. Ερωτήσεις μόνο έχω εγώ, σας το έχω πει πολλές φορές. Είμαι γεμάτη απορίες και μόνο. Οι απαντήσεις έχουν δοθεί φυσικά, με λίγα λόγια και συμπυκνωμένα, σαν το γάλα που μου αρέσει να το τρώω με το κουτάλι. Παχύ, γευστικό και χορταστικό. Παρόλα αυτά εγώ έχω απορίες. Τέλος πάντων, πάω μια βόλτα έξω ή δεν ξέρω, θα κάτσω να στοχαστώ κι άλλο... μπα.. έξω πάω, έξω, έξω, να δω τα κύματα της θάλασσας που με μαγνητίζουν. Αρκεί να μην πέσω.
6 ώρες από την Κεφαλονιά μέχρι την Αθήνα, και 1 ώρα στη Λεωφόρο Αθηνών, πρώην Καβάλας για 100 νούμερα. Από το 200 μέχρι το 100 τα μετρούσα ένα προς ένα. Αυτός ο κωλόδρομος, αυτός ο φριχτός δρόμος, αυτό το αίσχος της Αττικής, μου θύμισε την Ινδία, το Νεπάλ και την Αίγυπτο, με μόνη διαφορά ότι εμείς έχουμε φανάρια και δεν κορνάρουμε τόσο. 10 αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο να προσπαθούν να μπουν σε 2 λωρίδες, συγνώμη, αλλά θα έπρεπε να λέγεται Λεωφόρος Ασίας, Αφρικής, Υπανάπτυκτων, Λεωφόρος του Μαλάκα του Δύστυχου Οδηγού που Έκανε το Λάθος να Μπει, δεν ξέρω, πάντως όχι Αθηνών.
Ζω. Και είμαι Αθήνα. Και ζεσταίνομαι. Και αναγκάστηκα πρωί-πρωί να αλλάζω μια κουρτίνα και έριξα το μπινελίκι της αρκούδας. Την είδε η μάνα μου όσο έλειπα να πάει και να μου βάλει μια άλλη, έτσι για να την αλλάζω μετά εγώ, σε δουλειά να βρισκόμαστε, πως το λένε ελληνικά. Επίσης χτες ένιωσα το σεισμό το βράδυ και χέστηκα πάνω μου. Τι να πει κανείς.
Τρίτη 13 Ιουλίου 2010
Κέφι. Ημέρες 5η, 6η και 7η. Περιγραφές, σεξουαλική παρενόχληση, φασαρία και ιστορίες γι’ αγρίους.
Η Κεφαλονιά είναι όμορφη. Οι θάλασσες μέσα στη βρώμα. Βέβαια φυσούσε κιόλας μαλακισμένος αέρας που έφερε μπόλικη σκατίλα αλλά τι πάει να πει αυτό; Εγώ περίμενα να έρθω και να βρω κρύσταλλα και διαμάντια αλλά βρήκα μπουχό και μπίχλα, πράγμα που με στενοχώρησε ιδιαίτερα καθώς αυτό σημαίνει ότι έχει μολυνθεί σε τέτοιο βαθμό η θάλασσα που δεν περιγράφεται. Δεν είναι δυνατόν να βλέπεις από μακριά υπέροχες παραλίες με απίθανο χρώμα, να πηγαίνεις κοντά και να βλέπεις φυσαλίδες, πίσσα, γλίτσα πάνω στις πέτρες, φύκια, μπουκάλια, πόρτες, ξύλα και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Σας το είπα ότι τις προάλλες ξεβράστηκε σε μια παραλία ένα ψυγείο; Σας το είπα νομίζω. Ανεπίτρεπτο. Οι άνθρωποι, γενικότερα, είναι μίασμα, μόλυνση και ιός, τέρμα και τελείωσε. Κάντε μπάνιο στο Αιγαίο λοιπόν όσο προλαβαίνετε, δεν έχει φανεί ο μεγάλος μπουχός ακόμα εκεί, μπορείτε να παραμυθιαστείτε ελεύθερα. Βέβαια, εδώ στην Κεφαλονιά παίζουν άπειρες παραλίες που έχεις πρόσβαση μόνο με σκάφος, πράγμα που σημαίνει πως αδυνατώ να τις δω όλες. Σαν νησί είναι πολύ όμορφο και με πολύ πράσινο, πράγμα που κάνει απολαυστικές τις διαδρομές με το αυτοκίνητο. Ένα άλλο μείον για όσους βαριούνται. Η υπόθεση εδώ θέλει αυτοκίνητο ή μηχανάκι γιατί τα ΚΤΕΛ είναι για τα πανηγύρια, κάθε μία ώρα και άμα, και τα ταξί για κλωτσιές με τις τιμές που έχουν.
Στην Κεφαλονιά τα περισσότερα χωριά τελειώνουν σε –ΑΤΑ. Σβορωνάτα, Δαυγάτα, Αννιτάτα, Ντομάτα (αλήθεια! Έχει κι ένα που λέγεται Κρεμμύδι, γαμάτο;) κλπ. Οι περισσότεροι άντρες λέγονται Γεράσιμοι και άλλοι Πετράγγελος, Αγαθάγγελος, Γιωργόκωστας και τέτοια. Νομίζω πως είναι πάρα πολύ ευγενικοί και καλοί, εγώ τουλάχιστον όσες φορές ρώτησα κάτι, ήταν ευγενέστατοι και εξυπηρετικότατοι μαζί μου. Βέβαια, περαιτέρω σχέσεις μαζί τους δεν απέκτησα για να βγάλω έξτρα συμπεράσματα. Πάντως άνθρωποι που δεν έχουν καταγωγή από δω αλλά κατοικούν χρόνια, λένε ότι είναι λίγο μυστήριοι, μπορεί να σε κάνουν παρέα αλλά δε σε βάζουν εύκολα σπίτι τους, τους μη ντόπιους τους λένε ξένους, όπως εμείς λέμε ξένους τους ξένους, τους άγγλους, τους γάλλους κλπ. Αυτά τα ολίγα. Εμένα καλοί μου φαίνονται. Γελαστοί κι ωραίοι. Επίσης το ξέρατε ότι ο Καββαδίας ήταν από δω; Εγώ δεν το ήξερα.
Σημαντική σημείωση: η φίλη μου έχει κάνει πολύ ωραία παρέα εδώ, που μαζεύονται και παίζουν κιθάρες, τζουράδες, τραγουδάνε και τέτοια. Πάνε στην παραλία, παίρνουν την κιθάρα, κάθονται στα σπίτια τραγουδάνε, πάνε στην ταβέρνα, πιάνουν τα όργανα και γουστάρει ο κόσμος. Μου είπαν και μένα να τραγουδήσω αλλά τους είπα ότι δε θέλω να φύγει ο κόσμος και μαζί μ’ αυτούς και οι ίδιοι και έτσι δεν επέμειναν και γω απολάμβανα. Τι ωραία να ξέρει μουσική κάποιος, τι ωραία!
Ο γάτος κοιμάται όλη μέρα και το βράδυ θα με γαμήσει, να το δείτε. Επίσης με τσίμπησε κουνούπι και στο χέρι. Τι να κάνω δηλαδή, να φοράω αντικουνουπικό όλη μέρα; Γαμώ την πουτάνα μου δηλαδή.
Ημέρα 5η
Αυτή η μέρα ήταν μια απλή μέρα. Δεν έκανα τίποτα. Περίμενα να περάσει ο πόνος στο πόδι μου, πήγα μέχρι το σούπερ μάρκετ, γύρισα και αντιμετώπιζα τον γκέι γάτο ο οποίος μου την έπεφτε στεγνά όλη την υπόλοιπη μέρα. Κι όταν λέμε όλη, εννοούμε ΟΛΗ. Καθόταν πάνω μου και τριβόταν, εγώ δεν ακουμπούσα, τριβόταν αυτός, σου λέει δε γίνεται, θα με ακουμπήσει η άσπλαχνη πουτάνα, εγώ είμαι αυτή, ε και δίκιο είχε. Πόσο να σου τρίβονται πια και να μην ακουμπάς; Τον άρχισα λοιπόν και γω στα άγρια μπας και φύγει και αυτός ήταν ανάσκελα και γρατζουνούσε τον αέρα μέχρι που... καύλωσε! Ε όχι. Εκεί τον πέταξα από πάνω μου και πήγα στην αιώρα. Ναι, έχει και αιώρα στη βεράντα. Ήρθε φυσικά και κει και τριβόταν κάτω από την αιώρα και νιαούριζε, σου λέει τι με παράτησες μωρή έτσι, δώσε λίγο ακόμα, άσε με ρε φίλε να διαβάσω το βιβλίο μου, σήκω φύγε, τίποτα, πήδηξε μέσα στην αιώρα, τον έβγαλα έξω, το έκανε αυτό 6 φορές στα καπάκια. Εγώ όμως ανένδοτη. Μαδάει κιόλας ο πούστης και μ’ έχει κάνει κώλο, γάμα τα. Τελικά τυλίχτηκα σαν κουκούλι και ησύχασα. Που λέει ο λόγος ησύχασα γιατί καθόταν απ’ έξω, με κοίταζε και νιαούριζε. Μετά, βαρέθηκα να είμαι ξαπλωμένη στην αιώρα και τραβήχτηκα να ξαπλώσω πιο οριζόντια γιατί τόσες ώρες ήμουν πιο κουρμπαριστή, καταλαβαίνετε. Εκεί, πολέμησα με τα κουνούπια. Φαίνεται τους αρέσει η γεύση του αντικουνουπικού που χρησιμοποιώ, τι να πω. Άλλη μία στο δεξί πόδι και άλλη μία στο λαιμό. Μου την πέφτει το ζωικό βασίλειο, αυτό είναι σαφές. Το σκέφτομαι σοβαρά. Άμα είναι να αφεθώ στα τριψίματα του γάτου και στα τσιμπήματα των κουνουπιών, να μην αντιδράω ρε γαμώτο, να το ζήσω, αφού αυτό μου δόθηκε...
...Δεν πιστεύω να σας κάνει εντύπωση που είμαι σε νησί και δεν πάω για μπάνιο και κάθομαι μέσα και βαριέμαι, έτσι; Για μένα μιλάμε άλλωστε. Όχι για άλλον. Γιατί για μένα είναι πολύ συνηθισμένο αυτό. Άμα βαριέμαι να τραβηχτώ, βαριέμαι και τελείωσε. Στο κάτω-κάτω αυτό είναι διακοπές. Να βαριέσαι. Όχι να τρέχεις σαν τον τρελό όλη μέρα. Άσε που είδα μπόλικα πράγματα μαζεμένα, φτάνει. Θα δω κι άλλα, έχω μερικές μέρες ακόμα, οπότε είμαστε κομπλέ, που να τρέχω;
Ημέρα 6η.
Επικίνδυνη μέρα γιατί βαριέμαι και σήμερα και πρέπει να το σώσω. Δεν πρέπει να κάτσω μέσα, πρέπει να βγω και θα βγω. Θα πάω για μπάνιο, βόλτες, θα μαγειρέψω, θα ξαναπάω βόλτες... α πα πα... κουράστηκα, πτώμα έγινα...
Έχω ξεχάσει να σας πω τη μέγιστη μαλακία που έκανα. Μαζί με το άδειο μπουκαλάκι ενάντια στα τσιμπήματα των κουνουπιών και το φακό της σκηνής, βάλτε κι αυτό το οποίο είναι ισάξιο με το μπουκαλάκι: δεν πήρα μαζί μου το δίπλωμα οδήγησης. Πώς με βρίσκεται; Γαμάτη; Και μου έδινε η φίλη μου το αυτοκίνητό της, σκεφτόμουν και γω να νοικιάσω κανένα αυτοκίνητο να πάω έτσι καμιά βόλτα, αλλά αρχίδια. Αφού είμαι ηλίθια. Αντί να κάνω περικοπές σε άλλα, κάνω στα βασικά. Τελείως χαζή. Τι να πω πια.
Άντε γεια τώρα να πα να ξεκινήσω τη μέρα μου. Ωχ βαρεμάρα Παναγιά μου!
Δώρο: ακόμα ένα τσίμπημα πάνω στη φλέβα του αριστερού μου ποδιού. Τα παρατάω και αφήνομαι. Τέλος.
Βράδυ της ίδιας μέρας:
Δεν έκανα απολύτως τίποτα εκτός από μια βόλτα στην κεντρική πλατεία και τα μαγαζιά τα οποία ήταν κλειστά! Ε ναι λοιπόν, είναι τρελοί! Κυριακή να είναι κλειστά, ναι, αλλά όχι σε νησί! Νησί ρε παιδιά, νησί, πως να το πω, αυτό που έχει στεριά και γύρω-γύρω θάλασσα και πάνε τουρίστες που γουστάρουν τα απογεύματα να κάνουν βόλτες στα μαγαζιά; Ε όχι, εδώ Κυριακές μαγαζιά κλειστά. Δεν υπάρχει. Είναι για πάρτη τους οι τύποι, τέλος.
Ημέρα 7η: Η μέρα της Δημιουργίας.
Ξύπνησα από την άπειρη φασαρία των γειτόνων. Οι αποκάτω ξυπνάνε στις 4:30 και με τσεκούρια ανοίγουν τα παράθυρα και τις πόρτες. Μετά, σέρνουν όλα τα έπιπλα ένα προς ένα, μετά βάζουν τηλεόραση τέρμα και μετά αρχίζουν να μιλάνε πάνω από την ένταση της τηλεόρασης ενώ χτυπάνε τις κουτάλες στα τσουκάλια. Αυτό που δεν έχουν σκεφτεί μόνο είναι ότι είναι οι ΑΠΟΚΑΤΩ κι ότι άμα τα πάρουν οι ΑΠΟΠΑΝΩ μπορούν να τους γαμήσουν. Αλλά εγώ είμαι φιλοξενούμενη και τη γλίτωσαν. Τέτοια κωλοφαρδία. Έβαλα ωτασπίδες και συνέχισα να κοιμάμαι μετά από κάμποσα μπινελίκια. Δεν άργησε όμως να βάλει μπροστά ο απέναντι γείτονας το ηλεκτρικό πριόνι να καθαρίσει όλα τα κλαράκια που είχαν τα δεντράκια του. Έτσι, κούνησα τον κώλο μου και σηκώθηκα, έβαλα αντηλιακό και πήγα να περιμένω το ΚΤΕΛ να πάω στην παραλία. Όση ώρα ετοιμαζόμουν, με θυμήθηκε το 65% των φίλων μου και με πήρε τηλέφωνο ο ένας μετά τον άλλο. Τους έλειψα γιατί λείπω επειδή έφυγα το καταλαβαίνουμε όλοι αυτό. Και γω μιλούσα ενώ τριβόμουν με αντηλιακό, μιλούσα ενώ έβαζα μαγιό, μιλούσα ενώ μάζευα τα πράγματα, μιλούσα ενώ κλείδωνα, μιλούσα ενώ περπατούσα, μιλούσα όταν ήρθε το λεωφορείο κι έκλεισα για να παίξει η εξής φανταστική στιχομυθία:
Σηκώνω χέρι.
Σταματάει λεωφορείο.
Ρωτάω οδηγό: Γεια σας! Πάτε παραλία;
Οδηγός: Όχι.
Φεύγει λεωφορείο.
Ξαναμιλάω στο τηλέφωνο και συνεχίζω να μιλάω μέχρι που με πόνεσε το κεφάλι μου κι έκλεισα επιτέλους.
ΚΤΕΛ ήρθε. Οδηγούσε γυναίκα ετών 50-55 γαμάτη, την αγάπησα. Γίναμε φίλες. Τη ρώτησα ποιο είναι τι, που, γιατί, μου έλεγε, εγώ ξεχνούσα επιτόπου και αυτή μου ξανάλεγε χωρίς να με διαολοστείλει. Πολύ καλή. Αυτή είναι μια δουλειά που θα μπορούσα να κάνω αν κατοικούσα επαρχία. Την κοιτούσα και τη θαύμαζα.
Επιτέλους αυτή η παραλία (δύο είναι αλλά ενώνονται- Μακρύς και Πλατύς γιαλός) είναι γαμάτη! Καθαρά νερά, άμμος, αλλά κατά τα άλλα, 2500 ξαπλώστρες. Κι εκεί που έκατσα εγώ όμως, φτηνές! 3 ευρώ μία ξαπλώστρα με την ομπρέλα. Έτσι πρέπει! Ευτυχώς δεν παίζανε ρακέτες και μαλακίες.
Μετά σπίτι. Με τον γάτο. Μετά δεν ξέρω. Θα δω. Λιώσιμο. Κοντεύω να τελειώσω το δεύτερο βιβλίο μου. Αμελί Νοτόμπ (Amelie Nothob). Είναι καταπληκτική. Έχω διαβάσει όλα όσα έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Τώρα διαβάζω την Υγιεινή του Δολοφόνου. (Το πρώτο της είναι αυτό, τα διαβάζω μπερδεμένα). Την πουτάνα, ένα κι ένα είναι τα βιβλία της. Το άτομο δεν υπάρχει. Καταπληκτική. Διαβάζονται απνευστί λέμε. Προτείνω.
Τα λέμε. Βαριέμαι. Θέλω να πάω και Ληξούρι. Λες;
Το ίδιο βράδυ:
Αρχίδια Ληξούρι πήγα. Έπεσα και κοιμήθηκα αφού έφαγα ένα στρέμμα μακαρόνια και μετά σηκώθηκα γιατί ο καλός γείτονας ξεκίνησε να κόψει και τα υπόλοιπα κλαδάκια των δέντρων του γαμώ τον κήπο του γαμώ. Έφυγα λοιπόν και πήγα βόλτα, ψώνισα κάτι παπουτσάκια και πήρα ένα παγωτό και το χτύπησα αλύπητα. Τώρα σπίτι, μου την πέφτει στεγνά ο γάτος, μιλάμε τέτοιο στεγνό μαρκάρισμα δεν μου έχει ξανασυμβεί, τι πράμα είναι αυτό Παναγία μου. Όλο γύρω-γύρω με πάει και μόλις γυρίσω το κεφάλι μου μισή μοίρα ανεβαίνει πάνω μου. Τον κατεβάζω, νιαουρίζει (γιατί μωρή άσπλαχνη, μου λέει) και προσπαθεί να ανέβει. Όχι, του λέω, με κοιτάει, νιαουρίζει. Προσπαθεί, όχι εγώ, προσπαθεί, όχι εγώ, αυτή η δουλειά όλο το βράδυ. Εγώ να λέω όχι κι αυτός να το παλεύει ακούραστος. Τελικά τον άφησα κανά δυο φορές αλλά καύλωνε, αν είναι ποτέ δυνατόν και δε γινόταν δουλειά, το καταλαβαίνετε, ήμαρτον δηλαδή. Μπας και είμαι γάτα, τι μυρίζω Θεούλη μου, είναι το αντικουνουπικό ερωτικό κάλεσμα για τις γάτες; Ήμαρτον Κύριε!
Ντροπής πράγματα είναι αυτά. Εγώ μια κυρία, τς τς τς!
Τρίτη έρχεται η φίλη μου (πιστεύω ότι έχετε αντιληφθεί ότι διαβάζετε μέρες που έχουν ήδη περάσει, έτσι;), Τετάρτη εδώ και Πέμπτη γυρίζω Αθήνα να μυρίσω λίγο καυσαέριο και να δω τσιμέντο γιατί μου έλειψε. Οπότε, τα λέμε από κει πια με περιγραφές για την 8η και 9η μέρα συν μπόνους το ταξίδι της επιστροφής, εκτός πια αν γίνει τίποτα θεαματικό μέχρι την Τετάρτη το βράδυ και δεν μπορέσω να κρατηθώ να μην το γράψω και να το βάλω στα καπάκια, όπως πχ. τα έφτιαξα τελικά με το γάτο και φύγαμε μαζί προς τις στέγες νιαουρίζοντας και πλάκωνα εγώ στις μάπες τους άλλους γάτους (λόγω μεγέθους μασούσαν) και ο δικός μου γάτος με λάτρευε που τον προστάτευα αλλά τελικά βαρέθηκα γιατί εγώ γουστάρω να με προστατεύουν και όχι να προστατεύω και τελικά τον γύρισα στη φίλη μου και γύρισα και γω Αθήνα να σκεφτώ ή πήρα κάτι ομοιοπαθητικά που μου γύρισαν το κεφάλι και έχωσα το ηλεκτρικό πριόνι στον κώλο του γείτονα και η φίλη μου με φυγάδευσε με αεροπλάνο στα αραβικά εμιράτα που έπεσε το αεροπλάνο αλλά εγώ σώθηκα και γυρνούσα με κουρελιασμένα ρούχα την έρημο διψώντας τρελά και βλέποντας νεκροκεφαλές και σκελετούς και γύπες να με περιτριγυρίζουν και με έπιασαν κάτι άγριοι με καμήλες και με έβαλαν φυλακή αλλά ο εμίρης με βρήκε πολύ όμορφη και θέλησε να με κουτουπώσει και γω του έκοψα τ’ αρχίδια από τη ρίζα με το μαχαίρι που είχε στη ζώνη του και μετά με πήγαν σε μια πλατεία να με σφάξουν αλλά άκουσε τα ουρλιαχτά μου και με βοήθησε ο Ρομπέν των Δασών ο 125ος που περνούσε από κει και με πήρε στο άλογό του και μ’ άρεσε γιατί ήταν ωραίος και όχι βλάχος σαν τον Ράσελ Κρόου και τέτοια, καταλαβαίνετε.
Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010
Κέφι. Ημέρα 4η. Η κουτσάβλω και ο γκέι.
Είμαι Αργοστόλι στο σπίτι της φίλης μου. Είναι 10:30 το πρωί, είμαι ξύπνια και χες κοιμήθηκα σις 4. Δηλαδή κοιμήθηκα σήμερα στις 4 και ξύπνησα σήμερα στις 10. Γιατί; Να σας πω. Γιατί είμαι ταμένη. Με τάμα ρε παιδί μου. Είμαι ταμένη να ξυπνάω, να μου σπάνε τ’ αρχίδια, να μου ζαλίζουν τον έρωτα, να δημιουργούνται καταστάσεις από το τίποτα, είμαι ταμένη. Κάτι σαν τον άνθρωπο που περπατάει κι έχει μόνιμα ένα σύννεφο με βροχή; Ε, αυτό. Και δε βρίζει. Το έχει συνηθίσει. Σου λέει εκεί είναι, θα το λουστώ. Α έτσι είναι παιδιά. Μέχρι ένα σημείο πάνε όλα. Πόσο να συγχυστείς που είσαι βρεγμένος; Μία, δύο, τρεις, ογδόντα, εξακόσιες εβδομήντα χιλιάδες εννιακόσιες πενήντα μία, ε μετά βαριέσαι, το παίρνεις απόφαση και λες, είμαι βρεγμένος ο πούστης γαμώ την καταδίκη μου και συνεχίζεις.
ΣΚΑΣΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!!!!!
Δεν το λέω σε μένα, το λέω στο πουστράκι που με ξύπνησε παίζοντας βιολί που να του μπει στον κώλο ν’ αρχίσει να λαλάει ν’ ακούσουμε και τη φωνή του! Θέλω να πάω να το βρω και να κάνω σαν κάτι τρελούς σε αμερικάνικες ταινίες που τους τη δίνει ο γείτονας και πάνε με χαμόγελο, αρπάζουν το βιολί στην προκειμένη περίπτωση, το σπάνε, το αφήνουν κάτω στο χαλί ευγενικά, με μισοκλείσιμο γονάτου, σικ, χαμογελάνε και φεύγουν. Εγώ βέβαια, επειδή είμαι Ελληνίδα και όχι Αμερικάνα, θα του τραβήξω και μία στη μούρη πριν το σπάσω, έτσι, για το άχτι. Άμα αυτό παιδιά είναι παίξιμο βιολιού, σας προσκαλώ όλους στο Σύνταγμα την ερχόμενη εβδομάδα να παρακολουθήσετε το κονσέρτο μου. Γαμώ το σπίτι σου κωλόπαιδο ΣΚΑΣΕΕΕΕΕΕ από τις 10 το πρωί άρχισες. Τι Άσπρα Καράβια τα όνειρά μας έχει πιάσει, τι Καρέζη σε ελληνικές ταινίες, του αγοριού απέναντι περιμένω όπου να’ ναι, να πάρω τίποτα πιάτα να πάω να του τα βάλω στο κώλο. Πριν τα σπάσω. Χτυπώντας το κωλόπαιδο κάτω. Σιγά μην του τα έβγαζα απ’ τον κώλο να τα σπάσω, είστε καλά; Θα μου πείτε, καλά θα παίζει για να καταλαβαίνεις τα κομμάτια. Ναι, κοιτάξτε, τα καταλαβαίνω, αλλά είναι σε αρρωστημένη εκτέλεση, αυτή που θα έβαζε κάποιος σε θρίλερ για να τρομάξει κάποιος. ΙιιιιΟυουουΙιΙΙΙΙιΙΙΙιιι... Αν αυτό είναι τραγούδι, εντάξει. Ω Παναγία μου, Ω Θεέ μου μεγαλοδύναμε, δώσε μου κουράγιο ν’ αντεπεξέλθω στη ζωή αυτή που μου χάρισες. Τώρα παίζει ένα που δε θυμάμαι πως το λένε, πολύ γνωστό, αυτό που είναι ερωτίκ, αισθαντίκ σε κάτι ελληνικές ταινίες με τη Ναθαναήλ. Να πέσω από το μπαλκόνι να σκοτωθώ ή λέτε θα κυλήσω στα κεραμίδια και απλώς θα σκάσω κάτω αποκτώντας μόνο έξτρα μώλωπες; Το πιο πιθανό με μένα αυτό θα είναι. Δε με παίρνει ο Χάρος να ησυχάσω, μόνο να βασανίζομαι πρέπει. Τώρα σταμάτησε το αντιχριστάκι να πάρει μια ανάσα και προς αντικατάσταση πέρασε ένας με ντουντούκα και μας είπε να πάμε όλοι στην πλατεία το βράδυ να αντισταθούμε στο ΔΝΤ με ροκ συγκρότημα και κάτι άλλα. Μάλιστα. Και το ανωμαλάκι συνεχίζει. Έχω ανατριχιάσει, έλεος, μου θύμισε τα κάλαντα που έπαιζαν στον Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη, θυμάστε; Έτσι παίζει. Όσοι δεν το έχετε δει ή γκαντέμηδες είστε ή άσχετοι, να πάτε να το βρείτε να το δείτε τώρα!
Νομίζετε ότι κάνω τόση μανούρα μόνο γι’ αυτό; Πτωχά τέκνα του ελέους. Γιατί δε σηκώνομαι να φύγω να πάω σε καμιά παραλία να λιώσω; Να κάνω καμιά βόλτα; Κάτι ρε παιδί μου. ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΚΟΥΤΣΗ ΓΑΜΩ ΤΟ ΞΕΣΤΑΥΡΙ ΜΟΥ! Ναι, εννοείται, δεν μπορώ να περπατήσω. Προς το παρόν βέβαια, γιατί εγώ θα το παλέψω, είμαι αντράκι εγώ (αρχίδια καλαβρέζικα). Μα τι έγινε;! Να σας πω ελεεινοί γκαντέμηδες, γρουσούζηδες, κομπλεξικοί σκατιάρηδες, που δεν τολμάει να πάει ένας άνθρωπος διακοπές, αμέσως να τον φάτε. ...Τι; Τι το χάψατε; Νιώσατε δυνατοί προς στιγμή; Νομίσατε για λίγο ότι μπορείτε να επηρεάσετε κάτι ή κάποιον; Γελοίοι! Όχι βέβαια! Για ό,τι περνάω, αποκλειστική ευθύνη έχω εγώ και η μαλακία μου! Ακούς εκεί! Τώρα θα σας περιγράψω τι έγινε και τώρα είμαι κουτσή εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι, ευτυχώς ωραίο, αλλά με θόρυβο.
Λοιπόν, χτες πήγαμε σε ένα χωριό, την Άσσο, υπέροχο μιλάμε, χτισμένο πάνω σε χερσόνησο, θάλασσα στη μέση, βουναλάκι τίγκα στο δέντρο απέναντι και πάνω ένα κάστρο, μόλις 1.8 χλμ από κάτω. Το βρήκαμε λοιπόν φανταστική ιδέα εγώ και η φίλη μου να ανεβούμε. Εγώ δηλαδή της είπα, έλα ρε, 1.8 χλμ είναι μόνο! Ναι, σωστή σκέψη, μόνο που ήταν 2 το μεσημέρι και φορούσα κάτι πλαστικά παπουτσάκια της πούτσας, τα οποία έκαιγαν από την άσφαλτο και φούσκιασε η δεξιά μου πατούσα. Ε, το αριστερό πόδι γεμάτο τσιμπήματα και το δεξί τίποτα, δεν έλεγε. Οπότε τσίμπησε κι αυτό μια φούσκα να γουστάρω. ...Μάλλον μπορεί να πάω να ζητιανέψω το βράδυ στην πλατεία τώρα που το σκέφτομαι. Θα κάτσω κάτω με κακόμοιρο ύφος, θα γείρω και λίγο, θα έχω το μπατζάκι του αριστερού ποδιού σηκωμένο και δε θα φοράω παπούτσι στο δεξί. Κάτι θα μαζέψω, δε μπορεί. Μόνο ελπίζω να μην έρθει κανείς και μου πει «Μωρή Κωλόγρια, θες να πηδηχτούμε;» Όχι το λέω γιατί λένε πως οι κουτσές κάνουν καλό κρεβάτι. Μπα. Θα ήταν ντροπή να το πεις αυτό σε μια ζητιάνα.
Παναγία μου παίζει το Μινόρε της Αυγής το ανώμαλο, σούπερ βιασμένο. Τόσο που σου έρχεται να κλαις ενώ κάνεις εμετό. Μπράβο παιδί μου.
Και δεν είναι μόνο αυτά. Όχι. Είμαι εγκλωβισμένη λοιπόν στο σπίτι, προς το παρόν λέω πάντα, σιγά μην κάτσω μέσα, κουτσή ξεκουτσή εγώ θα βγω. Απλώς δεν ξέρω πότε. Τώρα όχι ακόμα, βαριέμαι. Δεν είναι μόνο αυτό που λέτε. Έχω εδώ και τον γκέι γάτο της φίλης μου. Α καλά. Δεν υπάρχει αυτός ο γάτος. Δεν είναι αληθινός. Δεν το έχετε ξαναδεί αυτό το πράμα. Μιλάμε ο τύπος νιαουρίζει συνέχεια και γυρίζει σαν γιουβαρλάκι στο πάτωμα για να τον χαϊδέψεις. Αλλά μιλάμε για συνέχεια. Κι αν δεν δώσεις σημασία ανεβαίνει πάνω σου και κουτουλάει στο κεφάλι σου ενώ ζυμώνει τα μπούτια σου, την κοιλιά σου, τα χέρια σου, την καρέκλα, ό,τι πιάσει. Μόνος του όλα αυτά. Έτσι τώρα και τον χαϊδέψεις, μιλάμε κάνει σαν μηχανή και τρίβεται πάνω σου τρελά, μιλάμε τρίβεται, τρίβεται, τρίβεται, σε κουτουλάει, ζυμώνει, τρίβεται, ο τύπος είναι εντελώς πούστης. Σα ρωμαίος αυτοκράτορας που θέλει όλο χάδι και σταφύλια. Τώρα κοιμάται ανάποδα στον καναπέ και σε φάσεις με κοιτάει να δει αν κουνήθηκα. Γιατί αν τολμήσεις και κουνηθείς και πας π.χ. τουαλέτα, αρχίζει το παράπονο. Νιάουουουοοοοοονιιιιιι, επεξήγηση, που πας και φεύγεις γιατί δεν έρχεσαι να με χαϊδέψεις κλπ. Μιλάμε είναι φανταστικό αυτό που κάνει. Κάθεσαι. Κάθεται. Ησυχία. Σηκώνεσαι. Σηκώνεται. Ανοίγεις πόρτα, μπαίνεις μέσα, τον αφήνεις απ’ έξω. Ακούς νιααααουουουοοοοοιιιιοοοοουουουουνιιιι. Ανοίγεις πόρτα, βγαίνεις, ησυχία. Ανοίγεις άλλη πόρτα, μπαίνεις μέσα, τον αφήνεις έξω, νιάουοουουιιιιι, ξαναμπαίνεις στο δωμάτιο, ησυχία. Μιλάμε αξίζει τον κόπο να τραβήξω βίντεο με τον τύπο και μένα να ανοιγοκλείνω πόρτες και να μπαινοβγαίνω να δείτε πως κάνει. Σε πρώτη φάση, τράβηξα βίντεο χτες το βράδυ που ήρθα και θα σας το δείξω μάλλον να δείτε πόσο ήθελε παρέα ο κακομοίρης και πώς έκανε. Με μένα που δε με ξέρει καν.
Έτσι που λέτε. Είμαι μια κουτσή σε ένα σπίτι με μπόλικη φασαρία και ένα γκέι γάτο.
Τώρα συνέβη κάτι υπέροχο. Έκανα τσίρλα και μπήκα στο μπάνιο να πλυθώ για να μη χαλάσω ένα χιλιόμετρο χαρτί, ήμαρτον δηλαδή. Μόλις έγινα κώλος από τα νερά, συνειδητοποίησα ότι η πετσέτα μου είναι κρεμασμένη στο μπαλκόνι. Έτσι, χάλασα τελικά το χιλιόμετρο που λέγαμε. Ωραία. Πολύ ωραία. Τουλάχιστον κοιμάται ο γκέι γάτος και το δαιμονισμένο το βούλωσε.
Ημέρα 4η.
Και ξεκινάμε να δούμε πώς περάσαμε και αυτήν την ημέρα. Το πρωί ξύσαμε τους όρχεις μας πανηγυρικά με 2 τσουγκράνες. Υπήρξε ένας καυγάς πάνω στο ξύσιμο γιατί ήθελαν να μου πάρουν την μία τσουγκράνα για να καθαρίσουν την παραλία αλλά εγώ δεν την άφηνα μέχρι που πείνασα και πήγα 11:30 το πρωί να φάω μπιφτέκια γεμιστά με τυρί και ντομάτα με συνοδευτικό πατάτες. Εξαιρετικό. Επέστρεψα στην παραλία με κρύο τσάι, τσιγάρο και βιβλίο και συνέχισα το ξύσιμο. Μετά με πήρε η υπέροχη φίλη μου να με πάει τσάρκα στα περίχωρα. Πήγαμε στο χωριό Άσσος το οποίο, όπως προείπα, είναι υπέροχο, ποιο Φισκάρδο και μαλακίες. Εκεί απέκτησα τη φούσκα, κάναμε μπάνιο και φάγαμε καλαμαράκια, χταποδάκι, πατάτες και ντάκο. Κλέφτες όμως γιατί οι μερίδες ήταν για το πέος και οι τιμές τσουχτερές. Μετά, πήγαμε στο Μύρτο που είχε υπέροχο χρώμα η θάλασσα, ένα γαλάζιο ψεύτικο, υπέροχο, και τα βράχια σκαμμένα, σαν πίνακας ήταν, αν εξαιρέσεις την παραλία που την είχαν χτενίσει με τσατσάρα, είχε αυτοκίνητα και ομπρέλες και ηλίθιους με ρακέτες. Αν άδειαζες την παραλία, θα μιλούσαμε για ένα υπέροχο άγριο τοπίο. Τώρα μιλάμε για ένα βιασμένο άγριο τοπίο που δε θέλω να δω ποτέ τον Αύγουστο. Το ξέρετε ότι στο Μύρτο πνίγονται αβέρτα; Κάθε χρόνο λέει 25 άτομα... αμέ. Κι εγώ φρίκαρα. Έχει ρεύματα τρελά λέει. Αφού βγάζουν σημαίες. Αν δεις κόκκινη, δε μπαίνεις με τίποτα. Πέρσι λέει πνίγονταν δύο και είχαν φτιάξει ανθρώπινες αλυσίδες και πάλευαν να τους σώσουν και κει που είχαν πιάσει τον ένα, τον άλλο τον έπαιρνε το κύμα ο οποίος κατάλαβε ότι τελείωνε το έργο γι’ αυτόν και τους κουνούσε το χέρι, τους χαιρετούσε. Πόσο τρομακτικό...
Μετά το Μύρτο πήγαμε στην Αγία Ευφημία στο σπίτι κάτι φίλων όπου ξύσαμε και πάλι τους όρχεις μας κοιτώντας τη θάλασσα. Μετά πήγαμε για φαΐ. Ε τι είχα φάει όλη μέρα; Τίποτα. Έτσι, τσίμπησα λίγο κοντοσούβλι εκεί και τέτοια και μετά πήγαμε Σάμη να φύγω εγώ με το ΚΤΕΛ για Αργοστόλι και να παραλάβει η φίλη μου μια άλλη φίλη τηςαπό το καράβι που ερχόταν από Πάτρα. Έφτασα Αργοστόλι και μπροστά στην άρνησή μου να πάρω ταξί να πληρώσω τον κώλο μου, περπάτησα από την άκρη της πόλης μέχρι το σπίτι, στα μισά της πόλης με τη φούσκα και φορτωμένη σαν το ζώο. Εγώ ξέρω τι τράβηξα. Μπήκα σπίτι και ο γκέι γάτος τριβόταν πάνω μου μέχρι τελικής πτώσης. Σήμερα τα βιολιά του τρόμου, σκεύασμα που μοιάζει με καφέ και είναι φανταστικό και προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους όσους θέλουν να ξυπνάνε αλλά δεν πίνουν καφέ, το οποίο λέγεται WAKE UP, εδώ το βρήκαμε στο σούπερ μάρκετ, στην Αθήνα ενδεχομένως σε μαγαζιά με βιολογικά προϊόντα, δεν ξέρω. Περιέχει βύνη, κριθάρι, κιχώριο, σίκαλη, σύκα, γκουαράνα και μοιάζει με καφέ. Το αγαπώ. Είναι της εταιρίας Whole Eart. Επίσης έμαθα για ένα σάιτ, το http://www.hotpants.gr/ οδηγό πρακτικής γυναικολογίας που έχει τιπς και συμβουλές ωραιότατες για όποια δε θέλει να μπουκώνεται φάρμακα με το πρώτο κλάσιμο.
Αυτά προς το παρόν. Σα να είναι καλύτερα το ποδαράκι μου. Σας κλείνω να φτιάξω πρόγραμμα. Κατεβάζω και τις φωτογραφίες που θα βάλω στο facebook. Επειδή εδώ δεν έχω photoshop και τέτοια να μικρύνω τις φωτό, γι’ αυτό δεν τις βάζω στο μπλογκ, θα το κάνω άμα είναι όταν γυρίσω. Και δε βαριέμαι. Όποιος μπαίνει όμως facebook, μπορεί να δει. Τσίρς φίλοι μου, τα λέμε αύριο, μεθαύριο.
Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Κέφι. Ημέρες 2η και 3η. Ο σημαδεμένος.
Και πάμε από την αρχή.
Ημέρα 2η.
Αργοστόλι. Όλη μέρα έξυνα το πέος που δεν έχω, καθήμενη στη βεράντα της φίλης κοιτώντας το άπειρο ενώ κωλοβαρούσα στο ίντερνετ. Ήρθε η φίλη, μαζί της ήρθε και άλλη φίλη, και ένας άλλος φίλος αλλά εγώ εκεί, ακάθεκτη. Μου μιλούσαν και γω έκανα «μμμ...» ευγενέστατα και συνέχιζα αυτό που έκανα. Βαρέθηκα να πάω για μπάνιο γιατί έπρεπε να περπατήσω κανένα 20λεπτο ή να πάρω λεωφορείο μιας και η φίλη δούλευε μέχρι το μεσημεράκι και μετά θα έπρεπε να ετοιμαστούμε να πάμε να κάνουμε αυτά που θα σας πω παρακάτω. Οπότε, βαριέμαι που βαριέμαι που ζω και αναπνέω, σιγά να μην κουνιόμουν. Γι’ αυτό γουστάρω άλλωστε τα νησιά που μπορείς να πας παντού με τα πόδια. Εδώ οι συγκοινωνίες είναι, ευγενικά πάντα μιλώντας, για τον πούτσο και για χέσιμο μαζί. Π.χ. απ’ το Φισκάρδο, έχει μία συγκοινωνία την ημέρα για Αργοστόλι, στις 6:15 το πρωί. Πόσο καμένο είναι αυτό; Λίγο, πολύ ή σούπερ ντούπερ έξτρα λαρτζ γάμησέ τα Πολυχρόνη; Εγώ διαλέγω το τρία. Και το διαλέγω σίγουρη ότι θα κερδίσω γιατί όχι μόνο έχει αυτήν την καμένη ώρα λεωφορείο, αλλά πας στη Σάμη με αυτό και αλλάζεις μετά για να πας Αργοστόλι. Ε; Καλό;
Πάμε παρακάτω. Στο σπίτι που κωλοβαρούσα, μου είπε η φίλη μου να διαβάσω το ποστ του Πρόβατου. Την άκουσα και το έκανα. Και δεν το μετάνιωσα. Έπεσα χάμω, έκλαιγα, σας παρακαλώ, διαβάστε το αν θέλετε να κλαίτε μέρες (της Τρίτης 6 Ιουλίου, τα καινούρια δεν τα έχω προλάβει). Εγώ γέλασα την ώρα που το διάβασα, γέλασα το απόγευμα στη διαδρομή για το πάρτυ και γέλασα και το βράδυ πριν κοιμηθώ. Αν δεν σας φτάνει αυτό, μην το διαβάσετε, χέστηκα. Να σας πω, και τώρα που το σκέφτομαι γελάω και με βλέπουν εδώ στην ταβέρνα που κάθομαι και γράφω και γελάω και θα νομίζουν ότι με ευχαριστούν πολύ αυτά που γράφω. Σκεφτείτε για πόσο ψώνιο θα με περνάνε. Αλλά που να ξέρουν αυτοί.
Πάμε παρακάτω. Το απόγευμα έχεσα στις 17:15... πλάκα κάνω, απλώς επειδή το blog είναι ημερολόγιο είπα να κάνω λίγο χιούμορ γινόμενη υπέρ του δέοντος αναλυτική αλλά κανείς δε γέλασε, ούτε εγώ που το έγραψα. Άσε που γάβγισε ξαφνικά ο σκύλος πίσω μου και σείστηκε το μέσα μου, τρόμαξα ρε παιδί μου. Του είπα όμως «όχι αγάπη μου» και σταμάτησε. Αυτά είναι. Ή μιλάς στα ζώα, ή όχι. Δεν το έχουν όλοι, μη λέμε μαλακίες.
Πάμε παρακάτω. Το απόγευμα λοιπόν της ίδιας μέρας ξεκινήσαμε να πάμε σε ένα σπίτι να βοηθήσουμε που είχαν πράγματα για να πάμε όλοι μαζί στο παιδικό πάρτυ που ετοίμαζαν για το παιδάκι τους σε μια παραλία. Την ημέρα εκείνη εντωμεταξύ είχε πάρα μα πάρα πολύ ζέστη. Αυτήν την ζέστη που σε εκνευρίζει και θες όταν σου πει κάποιος «καλημέρα» να του τραβήξεις μία στη μούρη για να μάθει. Πήγαμε στο σπίτι και έμεινα πάλι μαλάκας γιατί και αυτοί, είχαν μια θέα, έναν κήπο, ένα δεντρόσπιτο, ένα μποστάνι, μια ησυχία, γαμώ την κηδεία μου δηλαδή. Μου ήρθε να τους χώσω μια μπουνιά και να τους το κάψω, επειδή ζεσταινόμουν υπερβολικά, αλλά δεν το έκανα, οι καλοί μου οι τρόποι να είναι καλά και η αγάπη μου για τα παιδιά που είναι σκληρό να μένουν ορφανά και άστεγα. Κάναμε κει τι ήταν να κάνουμε, οι άλλοι κουβαλούσαν δηλαδή και γω έβγαζα φωτογραφίες, και μετά πήγαμε στην παραλία. Και κει βαρέθηκα να μπω μέσα ενώ όλοι ξεβρακώνονταν και βουτούσαν αλαλάζοντας στη θάλασσα αλλά δε θα σας πω το γιατί δεν μπήκα, μπορείτε να το μαντέψετε από το νικ μου. Κωλόγρια. Γρουσούζα, μίζερη, σπαστικιά και μαλάκω. Αντί να μπω λοιπόν, καθόμουν, κάπνιζα και έκλανα περιμένοντας να φάω γιατί με τόση ταλαιπωρία όλη μέρα κάνοντας τίποτα, είχα πεινάσει. Η θάλασσα μου έλειπε. Έφεραν τα πιάτα και γω προσφέρθηκα να τα τακτοποιήσω μόνο και μόνο για να ανοίξω τα σελοφάν και να φάω την πρώτη στρώση. Δε γινόταν να φάω μόνο ένα γιατί θα φαινόταν ότι κάτι λείπει. Έτσι, έφαγα απ’ όλα την πρώτη στρώση, ξανάκλεισα τα σελοφάν και μετά έκανα την κυρία.
Το πάρτυ ξεκίνησε λίγο αργότερα και είχα εκνευριστεί και πάλι γιατί είχα ξαναρχίσει να πεινάω. Ευτυχώς πριν τους χτυπήσω ή γίνω εριστική σε ένα νεογέννητο, τα άνοιξαν επίσημα, έφεραν κι άλλα και ξανάφαγα. Μετά όμως νύσταξα και βαριόμουν. Αλλά τι να κάνω; Έκατσα στωικά και χάζευα. Μετά, αφού είχα φάει το καταπέτασμα, έφεραν φρέσκο τόνο ψημένο στα κάρβουνα και συγχύστηκα πάρα πολύ γιατί δε χωρούσε να φάω άλλο αλλά έφαγα ένα μικρό φιλέτο. Και γαμώ ήταν. Έβγαλα και την πιατέλα φωτογραφία, αμέ. Μετά πια ή ώρα ήταν 11 και είπαμε με τη φίλη μου να πάμε προς το ελεύθερο κάμπινγκ σε μια παραλία κοντά στο Φισκάρδο. Ξεκινήσαμε. Στη διαδρομή και βρισκόμενες στο νέο ασφαλτοστρωμένο δρόμο της περιοχής πάνω στο βουνό, κάποιος μαλάκας από την πόλη ή το χωριό εκεί κοντά, μας σημάδευε με λέιζερ και τα είδα όλα. Η φίλη μου, μου είπε ότι το έκαναν και στα διερχόμενα αεροπλάνα αφού προφανώς το βρίσκουν καταπληκτικό να τυφλώνουν τους πιλότους και να πέσει το αεροπλάνο να σκοτωθούν εκεί κάμποσοι. Γιατί; Δεν είναι αστείο; Της είπα να βγάλουμε φωτογραφία το σημείο που βγαίνει το φως και να το βάλουμε στο google maps να βρούμε από που ήρθε να δουν μετά ποιος θα γελάσει καλύτερα και το βρήκε γαμάτη ιδέα αλλά είχαμε απομακρυνθεί και τελικά πήρε τηλέφωνο μια άλλη φίλη για να δουν τι να κάνουν. Σημείωση: τα κορίτσια δουλεύουν στο αεροδρόμιο εδώ και γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τη σοβαρότητα του θέματος. Δεν είναι δηλαδή μόνο μια υπόθεση δοσίλογου και σπαστικού μαλάκα που θέλει να τη σπάσει σε δυο αθώα παιδιά που παίζουν με το λέιζερ. Ας παίξουν με το πουλάκι τους να δουν τι γίνεται όταν μεγαλώνει στο κάτω-κάτω, άει σιχτίρ.
Μετά, είδα το φανταστικό εξωγήινο σκηνικό και συγχύστηκα οικτρά που δεν είχα μια γαμάτη φωτογραφική μηχανή ή μια γαμάτη κάμερα να πάρω σε όλο του το μεγαλείο αυτό που είδα. Σταματήσαμε και έβγαλα φωτογραφίες και βίντεο που θα σας τα βάλω όταν δω πώς βγήκαν αλλά για μαλακία μου φαίνεται μιας και με το φλας έβγαινε σκοτάδι και χωρίς, κουνημένα. Στις 12 τη νύχτα λοιπόν, δούλευαν σε ένα λατομείο. Φανταστικό σκηνικό παιδιά. Μιλάμε φανταστικό. Έρεβος γύρω-γύρω, άπλετο φως μέσα στην τρύπα, το μαύρο περίγραμμα μιας τεράστιας μηχανής με πολλά πόδια που έσκαβε και γκρι καπνός από πάνω μέσα στο έρεβος. Και γαμώ τις φωτογραφίες γαμώ την πουτάνα μου και βγήκε κουνημένη. Βέβαια, μετά έμαθα ότι ήταν παράνομο αυτό που έκαναν που αυτό σημαίνει: ένα: καλά που δε με είδαν να βγάζω φωτογραφίες γιατί τώρα θα μπορούσε να ήμασταν εμείς θαμμένες μαζί με το αυτοκίνητο σε χαντάκι, δύο: θα διαβάσει κανείς σχετικός αυτό που γράφω και θα τους γαμήσει, τρία: μπορώ να πάω να τους απειλήσω με τη φωτογραφία και το βίντεο που τράβηξα, να με πληρώσουν για να μην τους καρφώσω. Στην περίπτωση τρία βέβαια, πάλι φοβάμαι το χαντάκι.
Ημέρα 3η.
Φτάσαμε στην παραλία μαύρη νύχτα. Καλά, μαύρη ήταν από ώρα, αλλά λέμε. Η φίλη με οδήγησε στη σκηνή αφού μου είπε πως έχει φίδια και ποντίκια. Μετά μου έδειξε τη σκηνή που θα κοιμόμουν μόνη μου η οποία, όπως προείπα, ήταν μέσα στα δέντρα και έφτανες σ’ αυτήν αφού έμπαινες μέσα από κάτι κρυφές φυλλωσιές. Κατούρησα πριν μπω αλλά τη νύχτα ξύπνησα και ήθελα πάλι κατούρημα. Η φίλη μου είχε δώσει φακό, εγώ είχα μπαταρίες, αλλά εκείνη την ώρα το ένα ήταν εδώ και το άλλο αλλού, (βλέπε πρώτη παράγραφο, είμαι σπίτι μου, βλέπω το φακό και δεν τον παίρνω, α ρε ένστικτο) και τελικά μου έδωσε το κινητό της που είχε φακό. Το κράτησα λοιπόν αλλά και πάλι, έξω δεν έβγαινα με τίποτα μπροστά στο φόβο ότι θα βγω και θα πατήσω ένα φίδι το οποίο θα τυλιχτεί στο πόδι μου και από το φόβο του κι αυτό, θ’ αρχίσει να με δαγκώνει και γω θα πέσω με τα μούτρα στο χώμα και μπροστά μου θα είναι ένα ποντίκι το οποίο θ’ αρχίσει να μου τρώει τα μάγουλα και τη μύτη ενώ τα κουνούπια που περίμεναν υπομονετικά τόσες ώρες που ήμουν κρυμμένη εκεί μέσα θα μου έπιναν όλο το αίμα. Για να μην σχολιάσω το γεγονός του ότι άκουγα όλη την ώρα έξω από τη σκηνή, χρουτς ρους, κλαπ κλαπ, σκραπ σκρουπ και να λέω, να’ το, έρχεται ο βόας, έρχεται ο κροταλίας, θα τυλίξει τη σκηνή και θα την καταπιεί μαζί με μένα, να’ το, έρχεται το τρωκτικό, θα μασουλήσει τη σκηνή, θα ανοίξει τρύπα γιατί του μυρίζει η μπανάνα που έχω θαμμένη στην τσάντα, θα μπει μέσα και θα με ακούσουν μέχρι την Ιθάκη. Αυτά παθαίνεις όταν δεν έχεις σχέση με τη φύση και δεν έχεις κανένα ειδικό φυσιοδίφη κει πέρα, να σου ξηγήσει να μην τρελαίνεσαι. Εγώ τώρα ξυπνούσα από τους άγνωστους θορύβους και έκλανα μαλλί και σκεφτόμουν ότι θα βγω να κατουρήσω και θα μου πετάγονται οι σαΐτες από τα δέντρα και θα με δαγκώνουν στη μούρη. Φίδια είναι οι σαΐτες ρε, από τα δηλητηριώδη που έχουμε στην Ελλάδα αλλά που να ξέρω αν έχει εδώ. Το κάθε μέρος έχει τη φάση του, δεν είναι όλα παντού. Γιατί, θα μου πεις, ο φυσιοδίφης θα ξέρει τι είδος ακρίδας παίζει στον Τίρναβο και τι στην Λευκάδα; Μάλλον, ξέρω γω; Τέλος πάντων, εγώ μόνη μου να ακούω κρίτσι κρίτσι φοβόμουν. Έτσι, έκατσα ακατούρητη το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, μη αντέχοντας πια στις 5 το πρωί που την είδα ότι ξημέρωσε τώρα και βλέπω και α γαμήσου τίποτα δε θα γίνει, βγήκα, τα έριξα αφού πρώτα μου μπήκαν πολλά ξυλάκια στον κώλο και ντάξει, τίποτα δεν έγινε. Το κακό που ανακάλυψα το πρωί ήταν ότι στα 8 μου τσιμπήματα από κουνούπια, είχαν προστεθεί άλλα 2. Πώς έγινε αυτό δεν ξέρω. Τι σκατά. Κάθονται όλη τη νύχτα και με περιμένουν τα γαμημένα; Αλλά δε χρειάζεται. Εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που αμολάς το κατούρι, φτάνουν για να μαζευτούν όλα πάνω σου και να σου ρουφήξουν το αίμα γαμώ το έλος που τα πέταγε. Το άλλο κακό είναι ότι στον ύπνο μου είχα ξυστεί τόσο πολύ που πλέον θα έπρεπε να φοράω κελεμπία και τίποτα άλλο. Μιλάμε για μακελειό γαμώ το μουνί που τα πέταγε για κουνούπια και γαμώ το ευαίσθητο πριγκηπικό μου δέρμα.
Έχω βγάλει φωτογραφία το πόδι που υπέστην την απόφραξη αίματος και δε βλέπεται. Ναι, τα 7 τσιμπήματα είναι στο ένα πόδι, 2 στο άλλο και 1 στο χέρι γι’ αλλαγή. Και είναι τόσο λευκό το δέρμα και τα καρούλια τόσο κόκκινα που θα με λυπηθείτε. Και δω ξαναπάμε στην πρώτη παράγραφο με τα δύο μπουκαλάκια ενάντια στα τσιμπήματα. Εγώ με τόση φαγούρα έχω ένα άδειο μπουκαλάκι στην κατοχή μου αυτή τη στιγμή. Καίγεται το είναι μου και δεν ξέρω τι να κάνω. Να πιάσω το πιτσιρίκι που είναι τώρα δίπλα μου και παίζει μπάλα και να του τη βάλω στον κώλο ή να σκίσω τις σάρκες μου; Δεν ξέρω τι να κάνω, ειλικρινά. Την πρώτη μέρα συνέβη αυτό το μακελειό, που πήγαμε στο σπίτι του φίλου με τον ωραίο κήπο και γω δεν σκέφτηκα να πάρω μαζί μου το αντικουνουπικό, 2 μπουκαλάκια τον αριθμό. Έτσι, έχοντας 2 μπουκαλάκια αντικουνουπικό και 1 άδειο για τα τσιμπήματα των κουνουπιών, καταλαβαίνετε πως νιώθω. Με τον Μέρφυ αγκαζέ να γελάει το μαλάκα. Από κείνη την ημέρα ορκίστηκα πως με το που μπαίνει Απρίλιος, θα έχω πάντα στην τσάντα μου αντικουνουπικό ό,τι και να γίνει. Δε βλέπονται τα ποδαράκια μου γαμώ την πουτάνα μου. Άσε που με πήρε ο ύπνος στη θάλασσα σήμερα μέσα στον ήλιο και τώρα με τρώει και η πλάτη μου. Ναι μωρέ, είχα βάλει αντηλιακό αλλά βάλε και 1 ακόμα τσίμπημα στην πλάτη, 11 είναι συνολικά τελικά, τώρα θυμήθηκα και αυτό, τώρα είμαι κομπλέ. Φαγουρίζομαι παντού. Η σημαδεμένη ψωριάρα θα με φωνάζουν, αυτό είναι σίγουρο.
Σήμερα το μεσημέρι πεταχτήκαμε για μια δουλίτσα που είχε ένας φίλος με τη μηχανή στο Φισκάρδο. Δεν μου άρεσε. Κοσμοπολίτικο, μέσα στα κότερα και τα ιστιοπλοϊκά, δεν τα θέλω εγώ αυτά. Έχει πολύ ωραία σπιτάκια με μπουκαμβίλιες, άλλα πολύχρωμα, άλλα παλιά κι ωραία αλλά να το χέσω όταν ο άλλος έχει κοτσάρει τέντα μπροστά και πουλάει σαγιονάρες. Βάλε ρε μεγάλε μέσα στο ωραίο κτίριο τις σαγιονάρες, μην το πηδάς, αλλά που. Ούτε το Αργοστόλι μου αρέσει πολύ. Έχουν μια παραλιάρα πόσα μέτρα και έχουν κάνει το δρόμο με τα μαγαζιά, τα καφέ και τα λοιπά στον από μέσα! Τι να πω. Λογική μηδέν. Έχουν ένα τόσο ωραίο λιμάνι, ένα δρόμο σαν γέφυρα μέσα στη θάλασσα και τα μαγαζιά είναι στον από μέσα. Στο δρόμο αυτό μπροστά στην παραλία έχουν μανάβικα και σούπερ μάρκετ τα οποία επίσης κοιτάνε προς το δρόμο με πλάτη τη θάλασσα. Συγνώμη, το μότο τους εδώ είναι «δε θέλουμε να βλέπουμε τη θάλασσα»; Θα ρωτήσω. Βέβαια το νησί έχει ένα πράσινο που γαμάει και δέρνει και οι διαδρομές του είναι υπέροχες, αλλά μέχρι εκεί. Η θάλασσα δεν είναι καλή επίσης. Θα πάω βέβαια και σε άλλες παραλίες να δω αλλά προς το παρόν, έχω δει φουσκάλες και βρώμα. Αυτό το απέραντο γαλάζιο των Κυκλάδων πουθενά, σόρυ. Και ο Μύρτος που ρώτησα, πέτρες έχει λέει, που καθόλου δε θέλω τις πέτρες, πονούνε τα πόδια και πας σαν παραπληγικό μέχρι να μπεις μέσα, μάλλον θα με πάει η φίλη μου αύριο να τον δω και θα σας πω. Σήμερα πάντως που φυσάει είναι μια μαλακία η θάλασσα, μέσα στο σκουπίδι, εδώ τουλάχιστον Μάλιστα μου είπαν ότι σε φάσεις βγάζει τρελά σκουπίδια, όπως προχτές λέει έβγαλε ένα ψυγείο. Χωρίς πόρτα. Η πόρτα ήρθε λίγο αργότερα. Τώρα αυτό πως σας φαίνεται και τι συμπέρασμα βγάζετε τελικά; Πόσο μολυσμένη είναι η θάλασσα; Πόσο μαλάκες είμαστε οι άνθρωποι και πόσο γρήγορα πρέπει να εξαφανιστούμε;
Θα γυρίσω αύριο Αργοστόλι αργά τη νύχτα, καλώς εχόντων των πραγμάτων και θα είμαι μόνη στο σπίτι της φίλης μου με τον γκέι γάτο, αφού αυτή θα μείνει μέχρι την Τρίτη εδώ. Εγώ εδώ δεν κάθομαι, θέλω να είμαι για τη φάση μου και να βολτάρω το νησί, κάνω τις εκδρομούλες μου, πάω δω και κει στις παραλίες, αράζω σε καφέ να διαβάζω τα βιβλία μου, γριά με βούλα. Κι εδώ παπάρια ελεύθερο κάμπινγκ είναι. Μιλάμε έχει μια ταβέρνα με μια τουαλέτα πεντακάθαρη με ντους, κωλόχαρτο, σαμπουάν, αφροντούς, κουρτίνα μπάνιου, λουλούδια σε βάζο και τέτοια, που δεν είναι λόγος το «ελεύθερο κάμπινγκ» να νομίζει κανείς ότι θέλω να φύγω. Μπα. Δε θέλω να κατσικωθώ σε μια παραλία. Για να το κάνω αυτό, θα έπρεπε η παραλία να είναι μαγευτική τουλάχιστον. Χωρίς αέρα. Και με άμμο. Και ελάχιστο κόσμο. Απλό.
Πω ρε πούστη με τρώνε τα καρούλια.
Ένα πρόβλημα βέβαια είναι πώς θα βάζω αντηλιακό στην πλάτη τώρα που θα είμαι μόνη μου. Αλλά δε νομίζετε ότι είναι ελαφρώς εξαθλίωση να μείνω κάπου μόνο γι’ αυτό; «Πώς πέρασες;» «Ωραία!». «Είδες το νησί;» «Όχι. Δεν πήγα πουθενά γιατί δεν είχα κάποιον να μου βάζει αντηλιακό». Γουάτ δε φακ! Νοτ! Θα κάνω τον ζογκλέρ. Θα ζητάω από άγνωστες, προσοχή, από άγνωστες, δε θέλω άντρες, άσε με τώρα, ξέρω γω, να είναι καμία ψυχοπαθής γκόμενα κανενός παραπέρα και να έχουμε άλλα; Γιατί είμαι και πρώτο μωρό, μη λέμε μαλακίες. Για να καταλάβετε, περνάω τη φίλη μου 11 χρόνια, λίγο ακόμα και θα μπορούσε να είναι παιδί μου, και χτες με ρώτησε ένας αν είμαστε συμμαθήτριες. Μα τι καλός κύριος. Αν δεν ήταν σίσκατα η φάτσα του, μπορεί να του χαμογελούσα πλατύτερα.
Ένα ακόμα πρόβλημα είναι ότι έφερα όλη μου την προίκα μαζί μου στο κάμπινγκ, προσοχή, χωρίς τη βαλίτσα, σε τσάντες και σακούλες, μιας και είχαμε αυτοκίνητο και μιας και δεν ήξερα αν θα θέλω να κάτσω εδώ όλες τις μέρες και αν δεν την έπαιρνα δε θα είχα τι να βάλω και θα φορούσα το μαγιό μου με αποτέλεσμα να κλάνω και να ξύνομαι όλη μέρα και να με λυπούνται. Τώρα όμως που την έφερα, πρέπει να την κουβαλήσω πίσω γιατί αν δεν το κάνω, δε θα έχω τι να βάλω στο Αργοστόλι καθώς η φίλη μου είναι καμιά 40ριά κιλά λεπτότερη από μένα, εντάξει, καμιά 10ριά, εντάξει, καμιά 5αριά, πάντως είμαστε πάνω στην αλλαγή νούμερου, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό. Αν βάλω μπλουζάκι της και αναστενάξω θα πεταχτούν τα βυζιά μου έξω, αν βάλω σορτσάκι της και μου πέσουν τα κλειδιά και σκύψω να τα πιάσω θα σκιστεί και θα πεταχτεί ο κώλος μου έξω και άρα θα πρέπει και πάλι να κυκλοφορώ με μαγιό, να ξύνομαι και να κλάνω και όλοι να με λυπούνται. Άρα, τώρα θα πρέπει να κουβαλήσω όλη μου την προίκα μόνη μου σε σακούλες και τσάντες μέσα στο ΚΤΕΛ και φτάνοντας 12 και τη νύχτα να το κόψω με το πόδι να γυρίσω σπίτι. Γύρευε τι έχει να πει το στόμα μου γι’ αυτό μετά, καταλαβαίνετε. Και μη μου πει κανείς τίποτα για ταξί γιατί το ξέρουμε, ΤΑ ΜΙΣΩ, ειδικά τώρα που μου είπαν εδώ ότι έχουν κάνει κονέ και κλίκες να μην έχει λεωφορεία για να παίρνει ο κόσμος ταξί. Μια απόσταση 10 χιλιόμετρα, 30 ευρώ. Καλό; Νοτ! Θα το κόψω με το πόδι που να πέφτω κάθε τρία μέτρα λιπόθυμη! Έτσι κι αλλιώς μέσα στα σημάδια είμαι, τι να αποκτήσω και πέντε έξι παραπάνω; Ποιος θα καταλάβει από τι είναι;
Τι άλλα; Τίποτα. Αυτά μέχρι εδώ. Το πρόγραμμα έχει λιώσιμο για σήμερα, αυτό που ήδη κάνω δηλαδή, πάω να διαβάσω το βιβλίο μου τώρα, γαμάτο, του Λένου Χρηστίδη το Μόνολογκ, γαμεί ο άνθρωπος, γελάω τρελά, το έχει τρελά, μονόχνωτος, γρουσούζης, πανέξυπνος, δε θέλει γυναίκα, καλύτερη η μοναξιά λέει, αλλά του λείπει όλη την ώρα μία, ταξιδεύει, περιγράφει, μονολογεί, ωραίος τύπος. Αύριο εκδρομή να μου δείξει η φίλη μου μέρη και παραλίες, μετά στο σπίτι κάτι φίλων και μετά Αργοστόλι να το παίξω Μάγια Τσόκλη, με τη μόνη διαφορά ότι εγώ θα πηγαίνω αγκομαχώντας σαν το ζύγι ενώ αυτή κουβαλάει εκεί καμιά φορά κανένα σακίδιο γεμάτο αέρα να δείχνει ότι κάτι κουβαλάει και τη βλέπεις, πιλαλάει στο βουνό χωρίς δυσκολία, πόσο φιτ είναι πια, που αν είναι μπράβο της και εύγε της, εγώ πάπαρς... ...καλά μωρέ μη με λυπηθείτε κιόλας, τα θέλει ο κώλος μου. Τα ίδια δεν έκανα και πέρσι στο νησί; Που έφυγα με ντάλα ήλιο και κουβαλούσα τα πάντα όλα από το ένα κάμπινγκ στο άλλο; Άσε τώρα!
Τα λέμε προσεχώς, φιλιά σας!
Υ.Γ. Είναι 5:43 το πρωί, ημέρα 4η και σας γράφω μέσα από τη σκηνή. Τα έχω πάρει στο κρανίο γιατί έχω ξυπνήσει από τις 5 θέλοντας να κατουρήσω, κάνω ότι δεν τρέχει τίποτα, έχει φτάσει 5:30 και αποφασίζω να βγω. Νεύρα. Έχοντας καταλάβει το παιχνίδι των κουνουπιών, έβγαλα το παντελόνι-σώβρακο που φορούσα, έβαλα αντικουνουπικό σε ολόκληρα τα πόδια μου από πάνω μέχρι κάτω γιατί βλέπεις το γαμημένο από τις 11 το βράδυ που έβαλα μέχρι τώρα έχει απορροφηθεί και δεν είχα πια, έβαλα παπούτσια, βγήκα, κατούρησα και τώρα ξύπνησα γαμώ τα πάντα όλα. Έτσι, άνοιξα να σας πω δυο κουβέντες. Αλλά δεν σας λέω τίποτα, ήδη το ποστ έχει φτάσει τα 3μιση μέτρα και μόλις το ποστάρω, θα έχει περάσει ήδη η 4η μέρα, θα έχω γράψει άλλα χιλιόμετρα, υποθέτω, θα θέλω να βάλω άλλο αλλά δε θα γίνεται γιατί θα πρέπει να είστε συντονισμένοι εδώ όλη μέρα μη χάσετε τις μαλακίες μου κι αυτό δε γίνεται κι έτσι τώρα θα είστε μια μέρα πίσω συνέχεια αλλά δεν πειράζει, δε με πληρώνει κανείς, ούτε έδωσα καμία υπόσχεση, απλώς είμαι ελαφρώς ψυχαναγκαστική, δεν είναι θέμα τώρα να το συζητάμε.
Είδατε ρε πούστη διαύγεια 6 παρά το πρωί; Μιλάμε είναι μαρτύριο να είναι τόσο ξύπνιο το μυαλό σου! Αλλά θα το παλέψω να κοιμηθώ. Θα φάω πρώτα ένα ψωμί που έχω χωμένο στην τσάντα μου με ελιές, τυρί και ντομάτα και μετά θα την πέσω ξανά, να πα να γαμηθεί. Εκτός αν βρω τίποτα εκατοντάδες μυρμήγκια μέσα στην τσάντα και με ακούσει η Ζάκυνθος μαζί με τη Λευκάδα. Μπα, όχι. Να, τώρα ακούω κάτι κριτς κριτς... κι έχω φως στη σκηνή... και ξαφνικά πληκτρολογώ πιο ήσυχα... αν και πρέπει να είμαι θέατρο σκιών αυτή τη στιγμή... να κάνω κωλοδάχτυλο λέτε στο άγνωστο; Δεν κάανω, το παίζω αφοσιωμένη στη δουλειά μου και δεν κουνιέμαι και καλά δεν άκουσα τίποτα... φρρρ... χρρρ... φύλλα, άνεμος, θάλασσα... τα παιδιά στην άλλη σκηνή απέναντι, έχεις δει πολλά θρίλερ... όλα καλά.
Α καλά. Ακούστε το καλύτερο και κλείνω. Αυτό να μου τύχαινε, θα πήγαινα με ανακοπή σε ταχύτατους ρυθμούς. (Κοίτα μαλάκα πως ξυπνάω αμέσως και είμαι έτοιμη για τα πάντα όλα και το κοάλα τίποτα γαμώ την πουτάνα μου γαμώ, μα συγχύζομαι, αλλά έχω κοιμηθεί και 200 ώρες, από τις 11, δεν είναι και τόσο άξιο απορίας τελικά, τέλος πάντων). Ακούστε τι έγινε. Πριν κανά χρόνο, δύο, δεν ξέρω, στο σημείο που είμαι τώρα, εδώ στην παραλία που έχει την ταβέρνα και το ελεύθερο κάμπινγκ, είχαν γουρούνια και κότες κάπου πίσω. Σε κάποια φάση ξαμολήθηκαν τα γουρούνια και κυκλοφορούσαν ελεύθερα. Το βράδυ λοιπόν, κοιμόταν ένας άνθρωπος στη σκηνή του και ξαφνικά ακούει έναν υπόκωφο ρόγχο κάτι σαν Μμμμμγκρρρρβρρρρ μαζί με ροχάλα ενώ η σκηνή του άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε. Πάγωσε η ψυχή του, του ανθρώπου καθώς νόμιζε ότι του την έπεσε ο αντίχριστος και μέχρι να συνέλθει να πάρει μαχαίρια να βγει έξω, πίστευε ότι ήρθαν να τον πάρουν για τα καζάνια της κόλασης. Αυτό που συνέβη όμως είναι ότι είχε σκάσει γουρούνι που μούγκριζε και προσπαθούσε να χώσει τη μουσούδα του κάτω από τη σκηνή και έσπρωχνε. Σκεφτείτε τώρα το ίδιο σκηνικό να είχε συμβεί σε μένα. Δεν υπάρχει μαλάκα. .....ρε σεις, κάτι ήρθε κοντά μου. Σαφέστατα... έκανε ένα μπραφ από τους θάμνους και μετά περπάτησε στο πίσω μέρος της σκηνής... έχουν ένα σκύλο εδώ και μπορεί να είναι αυτός, αλλά από την άλλη τον βλέπω δεμένο όλη μέρα... μπορεί να είναι ξαμολημένος τη νύχτα γι’ ασφάλεια... ποια νύχτα, 6 το πρωί είναι πια... τώρα σίγουρα δεν πρόκειται ν’ ανοίξω φαΐ να φάω εδώ μέσα και μου έρθει κανένα πούμα ουρλιάζοντας, σκίσει σκηνές στρώματα και με κάνει φέτες... ωωωω.. μόλις άκουσα το σκύλο από μακριά να γαβγίζει... και σίγουρα δεν πρόλαβε από την ώρα που άκουσα τα βήματα εδώ να έφτασε εκεί γιατί τότε μιλάμε για διακτίνηση. Άρα, τι ήταν αυτό που πετάχτηκε με πήδο και περπάτησε ήρεμα πίσω μου; Χτες η φίλη μου είπε ότι είδε ένα κουνάβι νομίζω... γαμώτο, δεν έχω δει... αλλά αυτό δεν είναι που αμολάει σκατίλα άμα φοβηθεί;; Μαλάκες αυτό είναι! Σκέφτεστε να βγω έξω να δω κουνάβι, να τρομάξω, να χεστώ κι αυτό να κλάσει;; Αααααχαχαχαχα χαχαχαχαχαχαχαχαχαχα, δεν υπάρχει!!!
Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010
Κέφι. Ημέρα Πρώτη. Το ταξίδι. Σκέψεις για το Heavy Metal.
Έχω ήδη γίνει τσιμπούκι ολκής. Είπα στην κοπέλα δίπλα από ευγένεια αν την ενοχλεί η μουσική μου, αν ακούγεται να μου το πει, σίγουρη εγώ ότι δεν ακούγεται και τι μου είπε; ‘Όχι εντάξει, είναι καλή μουσική, δεν πειράζει’!!!! Αααα!!! Ποια είναι η καλή μουσική; Το eye of the tiger, το papa don’t preach και το shut the facka uncla fucka;; Ό,τι καρέκλα μπορείς να φανταστείς ακούω τώρα. Ντάξει πετάχτηκε και μια Aretha Franklin και κάτι Cure εκεί οπότε ίσως να έσωσα λίγη από την αξιοπρέπειά μου. Αλλά όπως καταλαβαίνετε ντράπηκα γιατί βασικά δε θέλω να την ενοχλώ, οπότε το χαμήλωσα και ψιλοακούω τις άλλες αλλά προκειμένου να μην ενοχλώ, κάνω το μόκο. Είμαι τόσο καλός και ευγενικός άνθρωπος ρε πούστη, με συγκινώ ώρες-ώρες.
Πάμε Πάτρα τώρα. Σώωωαπα! Όχι το λέω γιατί έχει ωραία δέντρα αριστερά, (ακούω τη μουσική του Benny Hill τώρα, έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται, απορώ πώς φαίνομαι σ’ αυτούς που δεν με ξέρουν...),δέντρα λέω έχει ωραία, ο δρόμος πες ότι είναι εντάξει και δεξιά έχει θερμοκήπια. Α καλά, Adams Family τώρα. Και περάσαμε στα soundrack...
Ας περάσουμε όμως στο θέμα μας. Πήγαινα που λέτε μικρή με τον ξάδερφό μου και τα άλλα σκληροπυρηνικά μέταλλα και άκουγα χεβιμεταλιές. Ναι, ναι, ανάβαμε και κεριά, επικαλούμασταν τον αντίχριστο και ψήναμε παρθένες σε βωμούς αφού κάναμε παρτούζες. Ναι βέβαια, αυτό κάναμε μετά το σχολείο. Άσε ρε, χεβιμεταλάδες τα καλύτερα παιδιά. Εγγύηση λέμε! Να με πας σε συναυλία των Anthrax να με βάλεις μπροστά-μπροστά να με μαστιγώνουν τα μαλλάκια τους, γουστάρω! Αφού έτσι και το καταλάβουν ότι με χτύπησαν λίγο, θα μου ζητάνε συγνώμη, θα με φροντίζουν, θα κάνουν αλυσίδα να με βγάλουν έξω. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ χεβιμεταλά να μην είναι καταπληκτικό παιδί. Και μ’ αυτή μου την άποψη συμφωνούν πολλοί φίλοι μου και προσέξτε το αυτό: κανείς μας δεν ακούει χέβι μέταλ. Καλά για μένα τόση καρέκλα που σας έχω πει ότι ακούω τόση ώρα, το έχετε καταλάβει. Αν και ακούω Wim Mertens τώρα, σεβασμός.
Οι κουστουμαρισμένοι είναι για μπουνιές και κλωτσίδια, που είναι ψεύτες και λαμόγια και επειδή φοράνε κουστούμι και είναι κομψοί, μπορούν να γαμούν συνεργάτες, να απατούν τη γυναίκα τους, να ειρωνεύονται και άλλα που βαριέμαι να γράψω. Και δεν εννοώ γενικά τους κουστουμαρισμένους, άλλωστε έχει γίνει υποχρεωτικό σε πολλές δουλειές να φοράνε κουστούμι... βρε έχω δει αλήτες να φοράνε κουστούμι... και δεν εννοώ αυτούς. Τους φλώρους, τους μαλάκες κουστουμαρισμένους εννοώ, έχουμε καταλάβει. Προτιμώ λοιπόν τον μαλλιά με το κομμένο τζιν σε βερμούδα, τα σταράκια, το μπλουζάκι Metallica και το τζιν γιλέκο με ραμμένο στην πλάτη το Sepultura και την πιτυρίδα, που άμα με δει πεσμένη θα με βοηθήσει και δε θα με γαμήσει όπως ο κουστουμαρισμένος ψεύτης σκατόφλωρος.
Αυτά, κλείνω τώρα ώρα να απολαύσω μουσικούλα και διαδρομή.
Έλα τι έγινε; Όλα κομπλέ; Είμαι καράβι τώρα για Κεφαλονιά. Μέσα αράζω και κει που χάζευα, γυρίζω και βλέπω τύπο να φοράει μπλουζάκι που λέει «Το Μπουρμπουάρ δεν είναι πόλη της Γαλλίας» και από κάτω με μικρά, «Μπουρτζόβλαχοι». Χαχαχαχαχα χαχαχαχαχαχα!!! Δεν ξέρω αν έχω εγώ καλή διάθεση επειδή είμαι κοντά στη θάλασσα, για την ακρίβεια τώρα είμαι μέσα στη θάλασσα αφού είμαι πάνω στο σιδερένιο αυτό μεγάλο πράγμα που λέγεται πλοίο, ή είναι όντως αστεία αυτά που βλέπω. Καλά, θα το κάψω το μυαλό μου. Γράφω, παρατηρώ, τρώω, ακούω Depeche Mode και μετά George Michael, πάει, γάμα τα. ....Μαλάκα ξεκινήσαμε!!!! Ααααααααααααααααααααααααααααααααααααααα!!! Καράβι!!! Θάλασσα!!!! Τον πούλο!!!!!! Λοιπόν. Στο σημείο αυτό, θέλω να πω πως το ταξίδι με το λεωφορείο ήταν ωραιότατο, ανετότατο και μια χαρά καλό.
Εντυπωσιάστηκα λοιπόν γιατί μέχρι χτες νόμιζα, ήμουν σίγουρη μάλλον, ότι έχω πρόβλημα και δε μου αρέσει και δε γουστάρω και θα τα πάρω και δε θέλω και τέτοια. Έλα όμως που μου άρεσε και ήταν μια χαρά. Γι’ ακόμα μια φορά αποκαλύπτεται πως δεν πρέπει να είμαστε σίγουροι για τίποτα. Πότε πήγα τώρα εγώ με λεωφορείο και χαλάστηκα, θα είναι και 15 χρόνια και δε νομίζω καν ότι χαλάστηκα. Μη σου πω ότι μας είχαν κεράσει κιόλας χυμούς, κρουασάν και μας είχαν βάλει και ταινίες. Θεσσαλονίκη πήγα. Α! Και Βουδαπέστη έχω πάει με λεωφορείο! Και Ρουμανία!!! Ααα!!! Ένα-ένα τα θυμάμαι. Και δεν είχα πρόβλημα. Τότε; Πώς αποφάσισα ότι δε θέλω και δε μου αρέσει; Μήπως απλά κόλλησε το μυαλό μου μέσα σε συνδυασμούς του τύπου, είναι πολλές ώρες η υπόθεση ενώ υπάρχουν απλούστερες λύσεις όπως το αεροπλάνο, εμένα δεν μου άρεσε μέχρι πρότινος η οδήγηση, θυμόμουν ταξίδια που έκανα με τους γονείς μου και στη μισή διαδρομή μου ζάλιζαν τ’ αρχίδια, βάλε και μια δυο φορές ο εφιάλτης του τρένου, συμπέρασμα δεν συμπαθώ τα ΚΤΕΛ. Α! Είναι και στον Κηφισό που δυσκολεύεσαι να πας. Παπάρια μάντολες. Όλο αυτό είναι σαν αυτό που λένε ο Γιώργος έχει πάπιες, η λίμνη έχει πάπιες άρα ο Γιώργος είναι λίμνη ή κάπως έτσι και είναι μια μαλακία. Για τίποτα δεν πρέπει να είμαστε σίγουροι. Μέχρι χτες και μόνο στη σκέψη του ΚΤΕΛ βογκούσα. Τώρα αν με δεις, ακμαιότατη είμαι, καθαρή, φρέσκια, μια χαρά λέλουδο, κοιτούσα και τα μαλλιά μου πριν στην οθόνη του λαπτοπ πριν ανοίξει, ωραιότατα κ αυτά, τι θέλω, όλο γκρίνια, σιγουριά, δε μου αρέσει, δε θέλω, α μωρή, δοκίμασε να δεις! Το δοκίμασα και μ’ αρέσει! (Βεβαίως κρατάω την επιφύλαξη ότι άμα πήγαινα σε κανένα γκραβαροχωριό με τίποτα τυρογαλομπαστουνόβλαχους, μπορεί να έγραφα ολόκληρο μανιφέστο, γιατί τώρα για Κεφαλονιά όλοι κύριοι και κυρίες ήταν μέσα, αλλά υποτίθεται ότι βλέπεις που πας. Τι να πω πια. Θυμήθηκα εκείνο το τρένο που είχα μπει στην Πορτογαλία που ήταν μέσα ξέχειλο από φαντάρους διψασμένους για σάρκα και οι μόνοι θηλυκοί επιβάτες ήταν τα 23χρονα κορμάκια εμένα και τη φίλης που κάναμε interail και μια γριά 96 ετών. ...Spooky… Τώρα στο mp3 παίζει το if you wanna ride, ride the white horse, μάνα μου πως τη γλιτώσαμε. Επιζήσαμε, εμφανίστηκε φύλακας άγγελος, βαριέμαι τώρα να πω την ιστορία, σας έχω ζαλίσει και σας τ’ αρχίδια αλλά μην ξεχνάτε, αυτή είναι η Κωλόγρια.. τεράστια ποστ... δεν πιστεύω να μου συνηθίσατε τα μικρά που έγραφα τόσο καιρό και μου αρχίσετε... μη γαμήσω...
Σας αφήνω τώρα, ακούω το Billie Jean και θέλω να το απολαύσω. (Η αλήθεια είναι ότι πεινάω και θέλω να τσακίσω κάτι στρουμπουλά λαχταριστά κρουασανάκια κοιτώντας τη θάλασσα) she said that I’m the one oυουουου!!!
Υ.Γ. Η ιστορία της ζωής μου: Έχω φτάσει, με έχει πάρει η φίλη με το αυτοκίνητο, πάμε προς στο σπίτι, καθυστερούμε λίγο στο σούπερ μάρκετ και στη διαδρομή ποιον βλέπεικαι φρενάει το αμάξι να μπει μέσα;; ΤΗΝ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΤΑΝ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ!!!! Ααααααααααααααα δεν υπάρχει μαλάκες! Όλο τέτοια μου συμβαίνουν!! «Γεια σου και πάλι» της είπα όταν την είδα και σκάσαμε στα γέλια! Φίλη και συνάδελφος της φίλης μου. Και μη μου πείτε ντάξει, φυσιολογικό, γιατί 4 λεωφορεία έφυγαν από την Αθήνα, 200 άτομα δηλαδή σου λέω εγώ, βάλε κα 30.000 οι κάτοικοι τη Κεφαλονιάς, πόσο πιθανός είναι ο συνδυασμός που έγινε; Χέστε με, όλο τέτοια μου συμβαίνουν. Με ετοιμάζει το σύμπαν για αποστολή φαίνεται...
Υ.Γ. Είναι γαμάτα εδώ. Σπιταρόνα, βεραντάρα, ερωτικός γκέι γάτος (με το που σε βλέπει, γυρίζει ανάποδα και γουργουρίζει μόνος του), αυτοκίνητο, εκδρομές, κάμπινγκ σε παραλίες και η ξινίλα μου. Που στο τέλος θα δείξει τι θα υπερισχύσει. Η γκρίνια και η μίρλα ή όλα τ’ άλλα.
Υ.Γ. Καλά. Ξέρετε πόσο σιχαίνομαι την Αθήνα και είναι γνωστό πόσα ποστ έχω γράψει βρίζοντας και μουντζώνοντας αυτόν τον ελεεινό βούρκο που ζούμε μέσα. Χτες φτάνοντας, με πήρε η φίλη μου και με πήγε σε ένα σπίτι ενός φίλου (γαμώ τα παιδιά) να κάτσουμε κλπ. Μιλάμε φίλοι μου για ένα σπίτι μέσα σε ένα κήπο, όπου μόλις τον είδα, πήρα τη φωτογραφική και χάθηκα μέσα στα δέντρα. Γελούσε ο άνθρωπος, γελούσα κι εγώ και φωτογράφιζα λέγοντάς του «Δέντρα! Φυτά», «Η βλάχα από την Αθήνα!» και δώσ’ του «Δεν έχουμε τέτοια εμείς! Δέντρα!» Δεν υπήρχε αυτό. Κόψαμε και φάγαμε ντομάτες από κει, χοροπηδούσα μέσα στα φυτά, χάζευα, χάιδευα τα δέντρα και εννοείται ως τσιμεντόπληκτη που είμαι, μόλις ανέβηκε μυρμήγκι στο πόδι μου αναπήδησα. Μιλάμε με το που έφτασα εκεί, χαιρέτησα τον άνθρωπο που γνώριζα πρώτη φορά και κατευθείαν χώθηκα στον κήπο. Και μετά άρχισα τις ερωτήσεις. Τι είναι αυτό, τι κάνει εκείνο, τι το ένα, τι το άλλο, άσε με, αριστούργημα. Δεν τη θέλω την κωλόπολη, ένα τέτοιο σπίτι με κήπο θέλω. Με το που είδα τα δέντρα, «θέλω να τσαπίσω» σκέφτηκα. Και όταν τους άκουσα να λένε ότι θα φτιάξουν τσίπουρο, κρασί, θα μάθουν τζουρά το χειμώνα, θα πλέκουν, θα κάνουν μασάζ, τάι τσι και άλλα τέτοια, δε βρήκα λόγο να γυρίσω πίσω να κάνω τι; Να ακούω τα μηχανάκια; Γαμώ την Αθήνα την πιο γαμημένη άσχημη πόλη! Πουτάνα!! Χωριό! Κήπος! Τσίπουρο, τζουράς και τσάπισμα! Και μάζεμα φρέσκων φρούτων, μυρωδικών και οπωροκηπευτικών από τον κήπο σου! Α σιχτίρ κωλόπολη!!!!!
Υ.Γ. Αυτό είναι το τελευταίο υστερόγραφο γι’ αυτό το ποστ καθώς σε λίγο έρχεται η φίλη από τη δουλειά και έχουμε σκληρό πρόγραμμα να ακολουθήσουμε. Θα πάμε να πάρουμε δώρο σε ένα παιδάκι και μετά, θα πάμε σε ένα χωριό σε σπίτι με άλλο κήπο που ζει το παιδάκι που γιορτάζει μαζί με την οικογένειά του, θα φάμε φρέσκο τόνο, θα κοιμηθούμε σε τροχόσπιτο και αύριο μωρέ θα κάνουμε το γύρο της Κεφαλονιάς περνώντας από παραλίες και θα καταλήξουμε στο Φισκάρδο που έχει φίλους στην παραλία, σε μια παραλία, δεν ξέρω πως είναι εκεί και πόσες παραλίες έχει, που κάνουν κανό, γιόγκα και δεν ξέρω τι άλλα και θα κάνουμε ελεύθερο κάμπινγκ με όλα τα κομφόρ. Οπότε περιμένετε από Δευτέρα άλλο ποστ, εκτός αν μου τη βαρέσει και γυρίσω πίσω μόνη να κάνω τουρνέ γιατί είμαι και γω μυστήρια. Κι άμα γυρίσω την ερχόμενη εβδομάδα που έλεγα να με χέσετε.
Υ.Γ. Τελικά αυτό είναι το τελευταίο υστερόγραφο γιατί κάτι θυμήθηκα. Χτες όταν πήγαμε στο σπίτι με τον κήπο, αφού χάθηκα μέσα στον κήπο, με πήγε η φίλη μου και με αμόλησε σε μια παραλία που ξέχασα τώρα πια, αλλά θα μου την ξαναπεί και θα τη σημειώσω, και έλιωσα. Έλιωσα! Ξεβρακώθηκα, έπεσα στη θάλασσα, ήπια ένα λίτρο νερό και μετά βογκούσα από ευχαρίστηση διαβάζοντας το βιβλίο μου και απολαμβάνοντας τον καυτό ήλιο. Εκεί δίπλα είχαν φτιάξει με κάτι ξύλα κάτι σαν τεντούλες και είχε κάτι χαρτιά. Πήγα να δω τι γράφουν και ήταν φωλιές από καρέτα-καρέτα. Περιττό να σας πω ότι βαρούσα παλαμάκια και δάκρυσα από χαρά στην ιδέα και μόνο να πετύχω καμία. Δεν πέτυχα αλλά φωτογράφισα εννοείται. Θα κοιτάξω μήπως κατεβάσω τίποτα φωτογραφίες μπας και μπορέσω να τις βάλω πριν γυρίσω αλλά όχι τώρα, άσε με, τώρα κάθομαι στην βεράντα, βλέπω στέγες σπιτιών, θάλασσα και βουνό. Γαμιέται η Αθήνα πατόκορφα. Ζήτω η επαρχία. Τέλος.
Υ.Γ. Κέφι στον τίτλο, βάλε νικ της Κεφαλονιάς, έτσι για τη φάση!