Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Τραγικά Συνηθισμένα

 

Έχουν συμβεί πολλά ευχάριστα πράγματα αυτές τις μέρες, όπως το να κερδίσει ο Λούλα τις εκλογές στη Βραζιλία ή να μπουν στη Βουλή οι Σέρβοι φοιτητές, αλλά και πολλά δυσάρεστα, όπως ότι εμείς εδώ καθόμαστε και ξύνουμε πάπαρο και δεν αντιδράμε σε όλο αυτό το χάος που συμβαίνει ή ότι πέθανε μια γειτόνισσά μου στο διαμέρισμά της και δεν την αναζήτησε κανείς, για 20 ολόκληρες μέρες.

Τραγικό ε; Και ότι εμείς δεν κάνουμε απολύτως τίποτα, στο τέλειο ξεπούλημα της χώρας κι ότι πλέον, δουλεύουμε για τους τουρίστες και δεν μπορούμε να κάτσουμε μαζί τους στα καφέ ή στις παραλίες, γιατί είναι όλα πανάκριβα και απλησίαστα -δίκαια μας λένε την Ασία της Ευρώπης- κάθε φορά άλλωστε που πάω κάπου στην Ασία, βλέπω ότι εκεί που κάθομαι εγώ, δεν κάθεται κανένας ντόπιος, παρά μόνο μου σερβίρει και έχω παρατηρήσει σε διακοπές στην Ελλάδα, να είμαι η τυχερή με το φίλο ή τη φίλη που καθόμαστε και πίνουμε κάτι και ΟΛΟΙ γύρω μας είναι τουρίστες, χωρίς κανέναν άλλο Έλληνα και νιώθουμε σαν Κροίσοι το οποίο είναι εντελώς παντελώς εξολοκλήρου, λάθος.

Το ίδιο λάθος είναι, να πεθαίνει μια γυναίκα στο διαμέρισμά της και να μην την αναζητήσει κανείς για 20 ολόκληρες μέρες και να τη βρουν επειδή οι γείτονες, παρατήρησαν πολλές μύγες. Πόσο βαθιά λυπητερό είναι αυτό. Και το περνάμε έτσι, σαν κάτι που συμβαίνει, σαν κάτι φυσιολογικό. Δεν είναι.

Μου έλεγε ένας φίλος που του το είπα, ότι όταν είχε πάει στη Βαρκελώνη σε κάποια φάση, είχε πετύχει αναταραχές στην πόλη, σχετικές με τη διαβίωση, τους τουρίστες, τα άδεια διαμερίσματα τα ακριβά ενοίκια κλπ και του έλεγαν οι ντόπιοι ότι, Ξέρεις πόσοι νεκροί είναι σ’ αυτά τα άδεια διαμερίσματα;; Ουουυ..! Πόσο τραγικό.

Γιατί συνηθίζουμε την ασχήμια και την καταστροφή; Γιατί συνηθίζουμε το κακό και την καταπίεση; Γιατί δεν κάνουμε τίποτα; Γιατί ακόμα λέμε, άστο, δε γίνεται τίποτα; Εγώ δεν το λέω κι όταν το φωνάζω, μου λένε άντε ρε. Δεν είναι άντε ρε. Στην περιοχή μου, όταν κάτι χαλάει, στέλνω μέηλ στο Δήμο, σε ένα σωρό μέηλ, για οτιδήποτε, για μια τρύπα στο πεζοδρόμιο, για φώτα που δεν ανάβουν, για ένα σπασμένο δέντρο, για ο-τι-δή-πο-τε και μαντέψτε: το διορθώνουν άμεσα. Και το κάνω μόνο εγώ. Πού το ξέρω; Γιατί έχει τύχει να παρατηρώ καμένες λάμπες στο δρόμο, σε κεντρικότατο σημείο ή τρύπες στο πεζοδρόμιο, ανοιγμένες για ένα μήνα, να λείπω άλλο ένα μήνα, να γυρίζω και οι τρύπες να είναι εκεί και οι λάμπες να είναι ακόμα καμμένες. Και στέλνω ένα μέηλ με φωτογραφίες και σε μερικές μέρες, άντε σε μια εβδομάδα αν αφορά τρύπες, διορθώνεται. Και αναρωτιέμαι, γιατί ασχολούμαι μόνο εγώ, σε μια γειτονιά που μένουν χιλιάδες άνθρωποι;

Συχνά λέω ότι ο κόσμος έχει πεθάνει και δεν το ξέρει. Και δυστυχώς έχω αρχίσει να το πιστεύω. Θα μου πεις ο άλλος τρέχει όλη μέρα να βγάλει 5€ για να φάει 6€ στο σούπερ μάρκετ και να βγει και χρεωμένος κι εσύ μου λες για λάμπες; Το ξέρω. Αλλά τίποτα δεν θ αλλάξει αν δεν αλλάξουμε εμείς την πραγματικότητά μας. Και οι άνθρωποι στη Βραζιλία ή τη Σερβία, οργανώθηκαν ενάντια στη φτωχοποίηση, στη βία. Και αυτοί στην Αλβανία, άλλοι θεοί από κει. Κι εμείς, τίποτα. Η Ασία της Ευρώπης, έχει ήλιο και θάλασσα. Που δε βλέπει γιατί είναι κλεισμένη μέσα σε ένα γραφείο και καταλήγει να έχει έλλειψη βιταμίνης D και δεν κολυμπάει γιατί όλα είναι πανάκριβα. Οπότε τι;

Γιατί είμαστε νεκροί συναισθηματικά; Γιατί το επιτρέπουμε; Από πότε είναι οκ να πεθαίνει ένας άνθρωπος 20 ολόκληρες γαμημένες μέρες και να το θεωρούμε οκ; Γιατί είναι οκ να χωνόμαστε στα προβλήματά μας και να μην παίρνουμε ένα τηλέφωνο τους δικούς μας; Τους φίλους μας; Έχω μια φίλη με ζωή πηγμένη μέχρι το κόκκαλο κι όμως, κάθε μέρα, φεύγοντας απ τη δουλειά της, μέχρι να φτάσει σπίτι της, με παίρνει τηλέφωνο. Κάθε μέρα. Έχω κι άλλους φίλους που πήζουν πολύ. Και με παίρνουν τηλέφωνο όταν οδηγούν ή όταν περπατούν. Εγώ είμαι τηλεφωνάκιας, δεν πιάνομαι, τους παίρνω όλους τηλέφωνο, όσους αγαπώ. Ή θα στείλω μήνυμα, πάντως δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αφήσω κάποιον μόνο του, εκτός αν το θέλει φυσικά. Και είναι αλλιώς να ξέρεις ότι ένας άνθρωπος έχει πολύ κόσμο γύρω του και είναι αλλιώς να ξέρεις ότι κάποιος είναι καταμόναχος. Αν ξέρεις ότι κάποιος είναι μόνος, καλά θα κάνεις να στέλνεις ένα μήνυμα την εβδομάδα, αν είσαι τόσο πολύ πηγμένος που δε μπορείς να πάρεις ένα τηλέφωνο.

Γιατί επιτρέπουμε στις δουλειές και τις υποχρεώσεις να μας φάνε ζωντανούς; Γιατί δε δίνουμε χρόνο στη διασκέδαση; Γιατί κατηγορούμε ή και θαυμάζουμε, τους ανθρώπους που βγαίνουν, ταξιδεύουν, περνάνε καλά, ενώ θα έπρεπε όλοι να το κάνουν αυτό;

Τέλος πάντων, με έχει πειράξει πολύ η αδρανοποίηση των κατοίκων της χώρας μου, όπως με πείραξε ο θάνατος αυτής της γυναίκας. Κι σιχάθηκα τη ζωή μου, όταν προχτές, αφού είχαν τελειώσει όλα, ερχόμουν απ έξω και στην είσοδο της πολυκατοικίας, είχε αρκετούς ανθρώπους, μάλλον απ’ το Δήμο γιατί λέει πρέπει να έρθει ειδικό κλιμάκιο να καθαρίσει και σταματάει μπατσικό και λέει ο μπάτσος-οδηγός σ’ αυτούς τους ανθρώπους: Για το πτώμα ήρθατε;

Τι σκουπίδι. Τι απανθρωπιά. Αν ήταν η μάνα του, έτσι θα έλεγε; Γιατί το είπε με απαξίωση. Ήταν σα να έλεγε, για τα σκατά ήρθατε; Και είπαν ναι αυτοί και μετά άρχισαν να μιλάνε, αλλά εγώ μπήκα μέσα αηδιασμένη. Είναι συνηθισμένοι, θα τους δικαιολογήσει κάποιος, στο θάνατο, στους τραυματισμούς, στο αίμα. Κι εγώ καταλαβαίνω γιατί τους σιχαινόμαστε όλοι, δε θα ξεχάσω ένα βίντεο που έβλεπα στη Γαλλία, τώρα που έχουν αναταραχές, που 4 μπάτσοι κλωτσούσαν και χτυπούσαν με γκλομπ, μια κοπέλα που δεν έβλεπε, για να προστατευτεί, γιατί έτσι όπως την τραβούσαν, της είχε βγει η μπλούζα και της είχε καλύψει το πρόσωπο. Και τη στρίμωξαν μεταξύ δύο βαν της αστυνομίας και τη χτυπούσαν. Άρχισα να κλαίω βλέποντάς το, πόση απανθρωπιά. Για το πτώμα ήρθατε; Ναι παλιομαλάκα. Ναι ανθρώπινο σκουπίδι. Ναι, για έναν άνθρωπο που πέθανε μόνη της και δεν την αναζήτησε κανείς.

Συγγνώμη τώρα αν σας χάλασα τη διάθεση, αλλά με απασχολούν πολύ αυτά. Γιατί σκέφτομαι συχνά ότι και μένα θα με βρουν σέκο στο σπίτι ή θα ψοφήσω σε κανένα δρόμο σε καμιά Ασία, καμιά Ευρώπη, κάπου, και απλώς θα με σπρώξουν σε χαντάκι και τέλος, κι όταν το λέω, με κάποια πίκρα ομολογουμένως, που βγαίνει επειδή δεν έχω οικογένεια, ούτε αδέρφια, μόνο τους φίλους μου, με κράζουν (οι φίλοι μου). Αλλά ξέρω ότι είναι πιθανό να γίνει. Και γι’ αυτό κοιτάω να περνάω καλά, να βοηθάω, να φτιάχνω τέλος πάντων το περιβάλλον γύρω μου, όμορφο. Γιατί θέλω να ζω σε ωραίο περιβάλλον. Και θέλω οι άνθρωποι να είναι καλά, να είναι χαρούμενοι. Γιατί έτσι ο κόσμος θα είναι καλύτερος. Σας προσκαλώ λοιπόν, να είστε καλά. Να στρέφετε το βλέμμα στη χαρά και τη διασκέδαση. Την αγάπη και την καλοπέραση. Όχι εγωιστικά, όχι μαλακισμένα, όχι παρτάκικα (για την πάρτη μου, που λένε). Έτσι όπως θα έπρεπε να είμαστε. Και ναι, καμιά φορά (πάντα), θέλει μάχη, για να βγεις απ τη μπίχλα και να συναντήσεις τη χαρά. Με το “δε γίνεται τίποτα”, δεν αλλάζει και τίποτα. Και αυτό θα πω και τελειώνω την Οδύσσεια που έγραψα με το ότι: Αν δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει και πρόβλημα. Το ένα, είναι αλληλένδετο με το άλλο. Φιλιά και τα ξαναλέμε με περισσότερες μαλακίες. Και επιστροφή στη Φύση ρε. Ας ανέβουμε στα δέντρα επιτέλους, κακώς κατεβήκαμε.