Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Αστείο! ...με Update!

Λόγω του ότι κάποιοι από εσάς είτε έχουν μια άλφα βλάβη είτε είναι απλά άτυχοι και δεν μπορούν να δουν την υπερπαραγωγή ενώ μπορώ εγώ που είμαι ο καραγκιόζης άσχετος, την έφερα εδώ. Απολαύστε και ήμαρτον, κάντε κάτι, δεν ανοίγει το λινκ και δεν ανοίγει το λινκ. Εμένα πως ανοίγει που δεν ξέρω ούτε πως ανοίγουν οι πόρτες; Ήμαρτον ξανά!


Επειδή είμαι γνωστός παπαγάλος και μαϊμού, κάνω δηλαδή ό,τι οι άλλοι, παπαγαλίζω και μαϊμουδίζω, είδα και γω το Ναρίτα και τον Spy να έχουν τραβήξει βιντεάκι τα ποστ τους και είπα να το κάνω κι εγώ. Α βέβαια! Άμα δω να κάνει κάτι κάποιος και μου αρέσει, το κάνω κι εγώ. Δεν κλέβω φυσικά, αντιθέτως διαφημίζω και θεοποιώ όποιον το έκανε και το πήρα απ’ αυτόν. Σιγά να μην κλέψω, χέστηκα. Και σιγά να μην κάνω ότι το σκέφτηκα εγώ. Μα θα ήμουν μεγάλος μαλάκας! Γιατί στην τελική, όταν βλέπεις κάποιον, π.χ. να βάζει τούρτα στο χτυπημένο χέρι του και να του περνάει, ε του πούστη, θα είσαι ηλίθιος αν δεν δοκιμάσεις κι εσύ! Ποτέ δεν ξέρεις με τα γιατροσόφια! Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα πράγματα. Άμα δεις κάποιον να φοράει ένα κασκόλ γύρω από τη μέση και τον βλέπεις και σου αρέσει, γιατί να μην το κάνεις; Θα είσαι αντιγραφέας κι έτσι; Σιγά ρε φίλε! Ήμαρτον!


Έτσι που λέτε. Είπα κι εγώ να φιλμάρω το ποστ μου και προσπάθησα. Αν και σκυλοντρεπόμουν να ανεβάσω αυτό το βίντεο, μιας και δεν θα έμπαινε κατευθείαν εδώ παρά πρώτα θα περνούσε από το youtube και άρα θα ξεφτιλιζόμουν σε περισσότερα ζευγάρια μάτια γιατί εδώ μέσα, πόσοι θα μπουν; Εμείς κι εμείς είμαστε, δεν είναι όλοι αυτοί εκεί στο youtube που γινόμαστε τσιμπούκι, εδώ έχω και την προειδοποίηση κι άμα είναι κανείς πολύ παρθένος, κωλώνει και δεν μπαίνει και μ’ αυτά και μ’ αυτά, γλιτώνεις την υπέρτατη ξεφτίλα. Παρόλα αυτά, κάτι περίεργο που με διακατέχει σήμερα-όλη μέρα, με οδήγησε να σας το δείξω κι ελπίζω να μη με μουντζώνετε και να μη με φτύνετε στα μούτρα. Ντρέπομαι όμως, το ξαναλέω, γιατί ακούγομαι σαν τελειωμένη μπεκρού γριά και αφήνω και διάφορους ήχους χωρίς να το καταλαβαίνω και ζητάω ειλικρινά συγνώμη γι’ αυτούς. Βασικά μόλις είχα ξυπνήσει και με είχε πιάσει μια μαλακία, ένα πράγμα, λύσσαξα. Βάλε και την αλλεργία που με πιάνει κάθε πρωί και φταρνίζομαι γύρω στις 60.000 φορές.... βάλε το ένα, βάλε το άλλο, πρέπει να είστε επιεικείς. Πάντως, είχα κάτι σαν καλή διάθεση αλλά η αλήθεια είναι ότι παραμένει αδιευκρίνιστο το τι μου συνέβαινε ακριβώς (και μου συμβαίνει ακόμα δηλαδή...). Ο καλός μου είχε φρικάρει, μου έλεγε να σταματήσω, να κάνω πιο σιγά, με παρακαλούσε να μην τσιρίζω και να μην πέφτω πάνω στα έπιπλα, αλλά εγώ τίποτα. Στο τέλος παραμιλούσε και παρακαλούσε να φύγω, πράγμα που τελικά έγινε, αλλά μέχρι τότε, είχα αναστατώσει το σύμπαν, είχα τραβήξει βιντεάκι και έτρωγα μια μπανάνα. Πάντως, να είστε επιεικείς μαζί μου. Σας παρακαλώ, βρέθηκα σε στιγμή τρελής ευφορίας χωρίς λόγο και παρότι έχει βραδιάσει, αυτή η διάθεση δε λέει να φύγει. Όλη μέρα ήμουν έξω, είδα και μία καταπληκτική και υπέροχη φίλη που είχε έρθει από τα Βόρεια, γύρισα και η μαλακία δε με άφησε. Για περίπτερο, βίντεο κλαμπ και κάτι άλλα, ανέβηκα και κατέβηκα τους ορόφους 4 φορές, δηλαδή σύνολο 8 πάνω-κάτω. Με τα πόδια κινήθηκα 4 φορές, με το ασανσέρ άλλες τρεις και μία στις μύτες και ακουμπιστά από τοίχο σε τοίχο κι από όροφο σε όροφο για να βρω ποιος γαμιόλης ανάβει τα ηλεκτρικά του αρχίδια και ακούω σε άσχετες ώρες αυτό το ουουουουου που να ουίζουνε τα αυτιά του, του πούστη, ή της πουτάνας γαμώ το σπίτι τους μέσα τα αρχίδια. Κι όλα αυτά τα ανέβα-κατέβα γιατί τα θυμόμουν ένα-ένα. Καταπληκτικό! Κι όμως. Η μαλακία δεν έφυγε. Έτσι, άρχισα πάλι να κάνω φασαρία και μετά έκατσα στον υπολογιστή χωρίς να μπορώ να σταματήσω.


Όταν είδα τα κείμενά τους φιλμαρισμένα, ψήθηκα και είπα να το κάνω κι εγώ. Και προσπάθησα. Το ποστ του βίντεο, ολόκληρο, βρίσκεται κάτω από το βίντεο, όχι μέσα στο βίντεο.


Απολαύστε.


Η ιστορία που αφηγούμαστε παρακάτω, είναι ένα αστείο. Όχι, δεν είναι ανέκδοτο, είναι ένα αστείο γεγονός για το πως η κωλόγρια δεν είναι θύμα και κότα, αλλά μια δυνατή και γενναία γυναίκα που δεν μασάει τίποτα μπροστά στο δίκιο. Είναι μια κοπέλα γεμάτη θάρρος. Μια κοπέλα με ήθος. Μια κοπέλα μοναδική που δεν κωλώνει μπροστά σε τίποτα. Μια κοπέλα που αν δεν σταματήσει να κάνει μαλακίες, στο τέλος θα τη δέσουν και θα χάσει και το δίκιο της.


Το βίντεο.






Η ιστορία ολοκληρωμένη.

Προχτές μαλάκες περπατούσα στο δρόμο. ΟΚ; Περπατούσα, εντάξει; Και κει που πήγαινα βλέπω έναν μπούστη να έχει παρκάρει που αλλού; Πάνω στη διάβαση των πεζών ρε μαλάκες! Πρωτότυπο! Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα στην Αθήνα! Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, έγινα τούρμπο και ρουκέτα αναμμένη με φυτίλι. Κάποιος λοιπόν του είχε σηκώσει τους υαλοκαθαριστήρες αλλά από κει και πέρα τίποτα άλλο. Βγαίνω στο δρόμο για να περάσω και παράλληλα σκέφτομαι γιατί να μην έχω μαζί μου γάντια κι ένα φτυάρι να μαζέψω τα σκυλοκούραδα από το πεζοδρόμιο και να του τα τρίψω στο καπό και στα τζάμια και παράλληλα ετοιμάζομαι να κολλήσω αυτοκόλλητο, πράγμα που είχα μαζί μου φυσικά. Την ώρα που ανοίγω την τσάντα και πιάνω το αυτοκόλλητο, βλέπω ένα περιπολικό στη γωνία. Κοιτάω και παρατηρώ πως οι αστυνομικοί που ήταν μέσα δεν έκαναν καμία οποιαδήποτε κίνηση και υπέθεσα πως ούτε καν έχουν δει το μαλάκα παρκαρισμένο έτσι, οπότε βγάζω το αυτοκόλλητο, ξεκολλάω την πίσω πλευρά με την ησυχία μου (καμία κίνηση οι αστυνομικοί), κάνω κουβάρι αυτά που ξεκόλλησα (καμία κίνηση οι αστυνομικοί), πιάνω το αυτοκόλλητο στην άκρη του (καμία κίνηση οι αστυνομικοί), το κολλάω (καμία κίνηση οι αστυνομικοί), το πατικώνω καλά-καλά (καμία κίνηση οι αστυνομικοί) και γυρίζω να φύγω (καμία κίνηση οι αστυνομικοί). Και μόλις έχω κάνει 3 βήματα, ακούω: «συγνώμη δεσποινίς...» ‘...Ουπς! Γαμώ την πουτάνα μου!’

Γυρίζω και βλέπω ένα καθυστερημένο κουβά με στολή και γυαλιά ηλίου της δεκαετίας του ’80. Πιο κοντός από μένα (που είμαι κοντή) και πιο νέος από μένα (που είμαι νεότατη). «Δικό σας είναι;» Χωρίς να έχω κουνηθεί ένα βήμα και απλά γυρίζοντας προς το μέρος του, κοινώς τα πόδια μου έβλεπαν μπροστά και η μέση - πλάτη - κεφάλι πίσω (είχα περίεργη στάση είναι η αλήθεια αλλά την κράτησα γιατί έδειχνε πράγματα, του έδειχνε ρε παιδί μου ότι ‘απορώ γιατί μου απευθύνεις το λόγο, δε θα σου μιλήσω για πολύ, φεύγω, κοίτα, έχω ήδη στραφεί προς τον προορισμό μου’), του απαντάω γεμάτη αυτοπεποίθηση: «Όχι βέβαια!» και πάω να φύγω. Και με ξανασταματάει με ένα: «Και τι κάνατε εκεί;» Αρχίζω να συγχύζομαι αλλά του απαντάω, στην ίδια στάση πάντα: «Τίποτα, ένα αυτοκόλλητο του κόλλησα». «Για ελάτε εδώ» μου λέει και στο σημείο αυτό νιώθω να μου ασκείται τρομακτική ψυχολογική βία ενώ παράλληλα βλέπω την άσκηση εξουσίας να εξασκείται. ‘Εμ εγώ φταίω που δεν σας έδωσα σημασία, αφού ξέρω τι μαλάκες είστε’ σκέφτηκα και πήγα προς τα κει αφού με ανάγκασε με τα λόγια του. Μου είχε γυρίσει το μάτι. Καταρχάς από τη μαλακία μου να κολλήσω αυτοκόλλητο μπροστά τους. Αφού ξέρω! Η φάτσα μου ήταν πλέον ψυχρή. Ανέκφραστη. Σα νεκρή. Ζεν. ΟΜ. Άνοιξα τα τσάκρας και απήγγειλα μάντρα. Αλλά αυτή η ηλίθια μούρη του, με τη σοβαρότητα του κώλου και τον επαγγελματισμό της πούτσας, ήθελε πολύ μεγάλη προσπάθεια και εκείνη την ώρα πεινούσα κι είπα να αφήσω τις υπεράνθρωπες απόπειρες ψυχικής γαλήνης και να μείνω απλώς ανέκφραστη μπας και σωθώ γιατί εγώ συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις δεν το βουλώνω αλλά τσιρίζω σαν το κοκόρι και λέω τη γνώμη μου ή πετάω τόσες μαλακίες που και δίκιο να έχω, το χάνω και θέλουν να με μαζέψουν. Μου λέει: «Γιατί το κολλήσατε αυτό;» «Για να το δει μπας και καταλάβει να μην το ξανακάνει». «Είναι δική σας δουλειά να το κάνετε αυτό;» «Γιατί; Δεν έκανα τίποτα. Δεν έκανα καμία ζημιά, αυτοκόλλητο του κόλλησα». «Είναι δουλειά της αστυνομίας αυτό». «Θα του κόψετε κλήση;» «Ναι». «Χαίρομαι πάρα πολύ γι’ αυτό» λέω και χαμογελάω πλατιά. «Βγάλτε το» λέει ο τσόγλανος ενώ κοιτάει το μπλογκάκι του και γράφει. ‘Ε βέβαια κυρία μου, που πας; Εξέφρασες άποψη και ήθελες να μη σε ‘μαλώσει’; Αχ, χαζούλα. Βγάζε τώρα το αυτοκόλλητο’. Τσαντίλα; Τσαντίλα; Με καταλαβαίνετε. Άσε που το είχα πατικώσει καλά-καλά και δεν ξεκόλλαγε το γαμημένο. «Είδατε που δεν ξεκολλάει τώρα;» μου λέει. ‘Στο μυαλό μου σ’ έχω ρε φίλε!’ σκέφτομαι αρχίζοντας να ξύνω με το νύχι το παρμπρίζ του μαλάκα και του λέω: «Αυτός είναι ο σκοπός. Να μη βγαίνει». Κι εντωμεταξύ να ξύνω με το νύχι το παρμπρίζ του αρχιδιού. Μιλάμε για νεύρα. Και μου βγαίνουν λόγια από το στόμα μου. Όχι τίποτα, αλλά γιατί μου είπε ότι είναι δουλειά της αστυνομίας να βάζει σε τάξη τέτοιους μαλάκες: «Στην Κυψέλη έχετε πάει;» Με κοιτάει. «Γιατί εκεί είναι παρκαρισμένος ο ένας πάνω στον άλλο και δε βλέπω να κόβει κανένας κλήσεις». Το νύχι σταθερά στο παρμπρίζ του κωλομαλάκα. Ξαναγυρίζει στο μπλογκάκι του και λέει: «Ναι, να αφήσουμε τα ναρκωτικά και ταααα......» ‘Ποια ρε φιλε; Για πες μου. Ποια να αφήσετε; Τι είναι ταααα...’ σκέφτομαι και συνεχίζω πιο φορτσάτη με το νύχι στο παρμπρίζ του αρχιδόπουστα και δόλωμα αυτό που μου είπε: «Στην πλατεία Βικτωρίας έχετε πάει; Καθημερινά έμπορες μπουλάνε πρέζα και δε βλέπω να τους σταματάει κανείς». Φυσικά δεν απάντησε, τράβηξα και γω το νύχι μου από το παρμπρίζ του γαμιόλη τίγκα στη μάκα κι έφυγα.

Τα νεύρα μού έφυγαν λίγα μέτρα παρακάτω που βρήκα ένα μπουγατσάδικο και χτύπησα μια μπουγάτσα (με κρέμα) άλλο πράμα.

Είδατε ρε πούστη μου; Να μην κάνει κανείς τίποτα σ’ αυτή τη γαμόχωρα, οι μπάτσοι να βαράνε και να σκοτώνουν, σε λίγο κοντά σας και με ηλεκτροπληξία (διάβασα ότι η αστυνομία θα εφοδιαστεί με μηχανάκια που προκαλούν ηλεκτροπληξία. Αυτά ρε, που έχετε δει σε ταινίες! Αυτοί λοιπόν, που θα έχουν στην κατοχή τους αυτά τα μηχανάκια, αναρωτιέμαι, θα ξέρουν ότι αν επιμείνεις λίγο παραπάνω απ’ ότι χρειάζεται κι έχεις πέσει «κατά τύχη» στο μέρος της καρδιάς, ίσως να σκοτώσεις;), το κράτος να αδιαφορεί και κάποιος να βγάζει πάντα τους ίδιους αλλά δεν είμαι εγώ, δεν είσαι συ, δεν είναι αυτός, τότε ποιος πούστης είναι, αναρωτιέμαι, να πηγαίνεις λοιπόν μέσα σε τέτοιο μπουρδέλο που γίνεται της πουτάνας το κάγκελο (εδώ έχω να σημειώσω ότι σέβομαι απόλυτα τα μπουρδέλα και τις πόρνες καθότι τα μπουρδέλα έχουν σειρά, καθαριότητα, άδεια, τσατσά και οι πουτάνες υποφέρουν και κάνουν μια πολύ μαλακισμένη δουλειά. Οπότε είναι άστοχη παρομοίωση και ζητάω ειλικρινά συγνώμη και παρακαλώ όποιον έχει μια καλύτερη έκφραση που θα ζωγραφίζει αυτό το πράμα που λέγεται Ελλάδα, ας μου το πει παρακαλώ πολύ), είναι που λέτε δυνατόν μέσα σ’ αυτό το πράμα, να κολλάς ένα αυτοκόλλητο ή να μην έχεις εισιτήριο ή να κλέβεις μία κονσέρβα από το σούπερ μάρκετ και να σε πιάνουν να σε τιμωρήσουν; Μπράβο πρέπει να σου πουν έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα! Και μιλάω για τώρα! Που η κατάσταση είναι τραγική. Πιο τραγική δε γίνεται. Μέλλον δε βλέπουμε ούτε για πλάκα. Και τι; Να σε πιάσει ο μπάτσος επειδή κόλλησες αυτοκόλλητο; Ρε συ κάτσε, κάθε μέρα πόσοι μπάτσοι φυλάνε τις κωλάρες των υπουργών και πόσοι άνθρωποι φωνάζουν και παραπονιούνται ότι δεν υπάρχει αστυνόμευση και τους έχουν κλέψει μέχρι τα σώβρακα από τα συρτάρια και συ θα μου βάλεις χέρι που κάνω τη δουλειά σου; Άσε μας ρε φίλε! Βέβαια, εδώ θα μου πεις ότι όταν βλέπεις αστυνομία, τι το θες το αυτοκόλλητο; Εντάξει ρε παιδιά, τόσες φορές έχω δει μπάτσους να αδιαφορούν πλήρως για καταστάσεις που συμβαίνουν μπροστά μου. Μηχανάκια να τρέχουν πάνω στο πεζοδρόμιο ανάμεσα από πεζούς και κουλούρια και δίπλα από μπάτσους, επίδοξους Σουμάχερ να περνάνε το κόκκινο ανάμεσα από καροτσάκια με μωρά και τυφλούς ξυρίζοντας το γένι του μπάτσου και κανείς δεν έχει κάνει τίποτα. Εντάξει, μια φορά είδα μπάτσους στην Ερμού να κυνηγάνε ένα κλέφτη, καμιά δεκαριά ήταν και τελικά του έριξε μία ένας πεζός και έπεσε φαρδύς πλατύς αλλά βοήθησαν οι αστυνομικοί γιατί φώναζαν «πιάστε τον, πιάστε τον!». Κατά τα άλλα, όσες άλλες φορές έχω δει κι έχω ακούσει να κάνουν κάτι οι αστυνομικοί, είναι μαλακίες. Και σας παρακαλώ, μη μου πείτε το άλλο, ότι όταν λειτουργούν σωστά τα πράγματα δεν μας αρέσει και πως αν δεν ξεκινήσει ένας να δουλεύει με το γράμμα του νόμου, πότε θα καλυτερεύσει αυτός ο τόπος κλπ κλπ κλπ. Αν πρόκειται κάποιος να κάνει τη δουλειά του και να λέει τον εαυτό του επαγγελματία σ’ αυτή τη χώρα, (επαγγελματίας: άγνωστη λέξη που δεν γνωρίζουν οι Έλληνες της αρπαχτής και γνώστες της δουλειάς του άλλου), τον παρακαλώ να την κάνει σωστά, να μαθαίνει, να ενημερώνεται, να εκπαιδεύεται και να μη μου λέει σε ερωτήσεις που θα έπρεπε να έχει την απάντηση: «Να αφήσουμε τα ναρκωτικά και ταααα...» όταν πνίγεται η χώρα στην πρέζα, γιατί θα συγχυστώ. Σας παρακαλώ δηλαδή. Τίποτα. Πιστεύω πως αυτή τη στιγμή, έτσι όπως είναι τα πράγματα, πρέπει να βοηθάει ο ένας τον άλλο και όχι να βγάζει ο ένας το μάτι του άλλου. Αλλά τα πράγματα έχουν λοξοδρομήσει τόσο που όλη η μαλακία, όλη η καφρίλα, όλη η δηθενιά της πούτσας, έχει βγει προς τα έξω και σέρνεται σαν ιός γύρω μας. Αλλά εμείς εκεί. Είμαστε νόμιμοι, άμα ξεφύγουμε και κολλήσουμε κανένα αυτοκόλλητο σε κανένα παρμπρίζ, μας κάνουν παρατήρηση, αν κάνουμε κάτι άλλο μας βάζουν χοντρό χέρι, αν κάνουμε κάτι άλλο μας δέρνουν και αν κάνουμε κάτι άλλο, ή μας βάζουν φυλακή ή μας σκοτώνουν κατευθείαν. ΟΚ. Όλα αυτά τα αρχίδια όμως που τρώνε, τρώνε, τρώνε κι ακόμα να ανατιναχτούν, γιατί δεν τα πιάνει κανείς; Γιατί τους πάμπλουτους τους απαλλάσσει η εφορία; Επειδή από τα 7657382 εκατομμύρια που έχουν, έδωσαν το 1 σε δωρεά; Και γιατί γαμάει η εφορία το μαλάκα που έχει ένα σπίτι και βγάζει 12000 το χρόνο; Ξέρω γιατί! Γιατί δεν έχει να δώσει σε δωρεά! Αυτή δεν είναι η λογική; Ε, καλά να πάθει! Γιατί το ελληνικό κράτος κύριοι, είναι ένας κράτος μέριμνας, ένας κράτος που σέβεται τον πολίτη, ένα κράτος.... δε μπορώ άλλο, θα ξεράσω. Αλλά ποιο κράτος; Εδώ μεταξύ μας δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Ο Σώζων εαυτόν Σωθήτω παίδες!

....Καταλαβαίνετε πως είστε τυχεροί που δεν έγραψα στο βίντεο όλο αυτό το πράγμα γιατί θα με ζήλευε ο Αγγελόπουλος τόσες ώρες που θα βλέπατε. Άσε που θα τα είχα κάνει πουτάνα με την κρίση που με είχε πιάσει το πρωί. Τυχερούληδες. ...Βέβαια, θα μπορούσα να σας το κάνω βιντεάκι όλο αυτό το σκηνικό, παραλλαγμένο, ξέρετε, στο τέλος να τεζάρω τον αστυνομικό με 2 κινήσεις καράτε, αλλά δεν είχα ηθοποιό. Ντάξει, συγνώμη, την άλλη φορά θα προσπαθήσω να είμαι περισσότερο οργανωμένη. Εδώ στο βίντεο είδατε, μέχρι ρεψίματα μου έφευγαν, δεν ήμουν ικανή να γυρίσω ταινία, ας είστε επιεικείς...

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Τι γίνεται;

Το έχουμε αντιληφθεί όλοι και τα έχουμε ξαναπεί. Αλλά όλη αυτή η καντίφλα, η μιζέρια, η μαυρίλα, η κακία και η μαλακία που κυριαρχεί τον τελευταίο καιρό, είναι άνευ προηγουμένου! Με όποιον και να μιλήσω, όποιον και να δω, όλοι έχουν να μου πουν μία φάση ξενερώματος. Τι πράμα είναι αυτό ρε παιδιά; Τι σκατά γίνεται;


Δεν έχω καμία όρεξη. Σήμερα έβαλα πλυντήριο, πήγα για ψώνια, γύρισα, έκανα ρυζόγαλο και πανακότα (που ήταν έτοιμη σκόνη και προσέθετες κρέμα γάλακτος και γάλα σε μια σειρά κι άμα πήξει αυτή εμένα ελάτε σειρά ένας-ένας να με χέσετε, στα σκουπίδια θα καταλήξει ή θα την πιω με καλαμάκι) κι άμα είχα λεφτά, θα αγόραζα και πεντακόσια υλικά να κάνω όλες τις συνταγές του Παρλιάρου. Να φάω τα κέικ και τις λεμονόπιτες και τα σοκολατάκια και τους χαλβάδες όλου του κόσμου, να πρηστώ και να ψοφήσω ευτυχισμένη. Γιατί αν μη τι άλλο, όλοι ξέρουν πως τα γλυκά φτιάχνουν τη διάθεση γαμώ το σπίτι όλων των μαλακισμένων μέσα γαμώ!

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Περί Ανέμων και Υδάτων.

Κακόκεφη και πάλι. Κουρασμένη, βαρεμένη, κομπιασμένη, στραβωμένη και με ένα καρούμπαλο στο κεφάλι σαν τον πύργο της Πίζας. Έσκασα χτες μία καλή σε ένα μαρμάρινο παπάρι στην κουζίνα και το γάμησα το κεφάλι μου. Έσκυψα να βάλω κάτι μαλακίες κάτω από το μαρμάρινο παπάρι, σηκώθηκα απότομα και εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ένα δεύτερο κεφάλι. Το κεφάλι στο κεφάλι της Κωλόγριας. Πόνος; Έβαλα τα κλάματα, περιττό να το πω, εννοείται. Αλλά δεν είμαι γι’ αυτό κακόκεφη. Είμαι γιατί έτσι. Είμαι κακόκεφη. Και πολύ κουρασμένη. Δούλευα, έχω κοιμηθεί λίγο και δεν έχω και πολλές δυνάμεις τώρα, με αποτέλεσμα να έχω ανοίξει την τηλεόραση και να έχω αποκαεί. Μαλάκες δεν υπάρχουν αυτά που λένε! Τι διάλογοι της πούτσας είναι αυτοί βαγγελίστρα μου; Εντωμεταξύ βρωμάνε και οι πουτάνες οι παντόφλες μου, είναι γούνινες βλέπεις, όχι που βρωμάνε τα πόδια μου! Σας παρακαλώ τώρα μη γαμήσω! Γαρδένιες μυρίζουν τα ποδαράκια μου! Αλλά οι κωλοπαντόφλες, πριν μια βδομάδα τις έπλυνα τις γαμημένες και είναι τόσο όμορφες, γούνινες, γούνινες και φουσκωτές και μυρίζουν αυτό το κλεισούρα-γούνα-κάλτσα, ίσως το ξέρετε, που δε μου αρέσει καθόλου. Έχω και ευαίσθητη μύτη, όλα τα μυρίζω από ένα χιλιόμετρο γαμώ το στανιό μου! ....Όπα, τηλέφωνο. Μισό............ Η μαμά μου ήταν. Με πήρε για 856η φορά να μου πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό όπως ότι το σκυλάκι μας έχεσε 2μιση κουράδες παρά τέταρτο, η γειτόνισσα φταρνίστηκε και το άκουσε όλη η γειτονιά, ναι, και; μπορώ να κάνω κάτι; της λέω, κάτι άλλο έχεις να μου πεις; Όχι αγάπη μου, φιλάκια. Βγάλε άκρη τώρα.


Πω πω ακόμα έχω την τηλεόραση ανοιχτή. Μα τι μαζόχα είμαι ρε πούστη! Όχι ντάξει, την άνοιξα για να βάλω να δω κάτι που έχω γράψει, μετά αντί να το βάλω να το δω, άρχισα να ράβω κάτι, μετά που τελείωσα το ράψιμο, αντί να το δω, έβαλα πλυντήριο -ναι, έβαλα πλυντήριο με τη νεροποντή έξω- μετά έκατσα να γράψω αλλά η τηλεόραση, τηλεόραση! Μαλάκες δείτε ατάκες που πέφτουν:


-Η Λέτα; Πάει και την παίρνει ο Πάνος κάθε βράδυ γιατί δουλεύει σε μπαρ!

-Δουλεύει σε μπαρ;

-Τι λέει αυτός ρε συ;

-Ξέρω γω; Δουλεύει σε μπαρ;

-Νομίζω πως έσπασαν τα νερά!

-Έσπασαν τα νερά;

-Ναι, ναι! Έσπασαν τα νερά!


Χαχαχαχαχαχα χαχαχαχαχαχα αίσχος! Αίσχος!! Και βγάζουν εκατομμύρια ρε πούστη ρε πούστη ρε πούστη απ’ αυτές τις μαλακίες!

Δείτε και το άλλο το οποίο μου τη δίνει απεριόριστα και παίζει κατά κόρον στα σήριαλ:


-Αλήτη! Ήσουν με τη Νόνη χτες!

-Εγώ με τη Νόνη; Είσαι τρελή;

-Εγώ τρελή; Με τα ίδια μου τα μάτια σε είδα!

-Με παρακολουθείς;


Αυτό το «με παρακολουθείς;» μου διαλύει το νευρικό σύστημα λέμε! Όταν το ακούω σε σήριαλ μου έρχεται να τα σπάσω όλα! Θέλω να αρχίσω να ουρλιάζω και να τα κάνω όλα πουτάνα! Δε φτάνει ρε μαλάκα που κεράτωνες, πας να βγεις και από πάνω; Τι μέγιστη μαλακία! Ποιος θα την έλεγε και δε θα του έχωνες ότι υπήρχε στο σπίτι στον κώλο; Όχι πείτε μου! ...Πω πω μαλάκα έπεσε μία βροντή, έτριξε το γραφείο και είμαι μόνη! Έχω κλάσει μαλλί μαλάκες! Φοβάμαι τις βροντές! Α πα παα....! Να δω που θα απλώσω τα πλυμένα. Στον κώλο μου θα τα απλώσω. Θα πιάσω δυο κωλότριχες, θα τις τεντώσω και θα τα βάλω. Που έχω βάλει και σεντόνια η μουρόχαβλη. Δεν έβαζα μαγιό να κατέβω στον (υποτιθέμενο) κήπο της πολυκατοικίας να κάνω μπάνιο μέσα στις λάσπες και τα σκουπίδια; Πιο έξυπνο θα ήταν απ’ το να βάλω πλυντήριο μ’ αυτό τον καιρό εκεί έξω!!! Τώρα θα τα βάλω στην απλώστρα και θα κάνω το σπίτι στάνη. Απλά πράγματα. Το κακό είναι με τη γαμημένη την τηλεόραση ότι εκεί που σου καίει το μυαλό με τις μαλακίες που παίζει, παφ! πετάει και τρέιλερ με τις ειδήσεις και σε αποτελειώνει! «Εφάπαξ 300 ευρώ, από 1700 € κι απάνω φρενάρουν οι αυξήσεις, φρένο και στις προσλήψεις», στο γαμήσι που μας ρίχνουν γιατί δε μας λέει πότε θα βάλουν φρένο; Άντε ρε γαμηθείτε! ...Πω, πω κάτι φλασιές! Έχω κλάσει μαλλί! Δε μαζεύεστε όπως είστε όλοι να έρθετε από δω να μου κάνετε παρέα; Μπρρρρ! Θα κρυφτώ κάτω από τον καναπέ σαν το σκυλάκι μας!


Δείτε ρε ωραίο βιντεάκι που πέθανα να γελάω, όχι σαν τις δικές μου τις μαλακίες! Αυτός είναι πατέρας που γελάει με το γιο του! Και αναρωτιέμαι: τι σκατά έδωσε ο γιατρός του παιδιού; Δείτε!


Πάω να δω αυτό που έγραψα. Που δε λέω τι είναι γιατί θα με δουλεύετε μέχρι να πεθάνω. Και γιατί να πω; Όλοι έχουν δικαίωμα στη μαλακία!


Μπρρρρ!!! Βροντές! Κλάνω μαλλί!


Υ.Γ. Οι επικές ατάκες συνεχίζονται:

-Η κόρη μου γεννάει.... μόνη της.

(σημείωση: η κόρη του είναι στο καλύτερο νοσοκομείο της Αθήνας με 75 νοσοκόμες από πάνω της, έχει τον άντρα της μαζί, τους φίλους της, αυτό θα πει μοναξιά!!!) Χαχαχαχαχαχαχα τι μαλακία!!!

Υ.Γ. Όταν βρέχει τόσο πολύ, πάντα σκέφτομαι τα αδέσποτα και τους άστεγους. Πώς να μην είμαι κακόκεφη;





Κι άλλα εδώ.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

Παιχνίδι....

....με το μπούτσο και τ’ αρχίδι! Χαχαχαχαχα!! Τι καταπληκτικό χιούμορ έχω ρε πούστη μου, με συγκινώ ώρες-ώρες! Μην πτοείστε, ένα καφέ έχω πιει και μου έχουν τιναχτεί τα μυαλά στον αέρα! Έχω πάθει κρίση και κατά πάσα πιθανότητα μέχρι να παίξω το παιχνίδι που με έβαλαν το αλάνι η Τανίλα και η γλυκιά Μαρίνα, θα σας πρήξω τ’ αρχίδια με μαλακίες. Αλλά έτσι είναι η ζωή, πουτάνα.


Που λέτε. Θέλω να πω κάτι γιατί θα σκάσω άμα δεν το πω. Σήμερα που ήμανε στο μετρό, κατέβαινα κέντρο για καφέ με μία φίλη, κόντεψα να ξεράσω η μαύρη. Γιατί; Γιατί ήμασταν πίτα εκεί μέσα, γαμώ το σπίτι τους, και γω στεκόμουν δίπλα σε μια κίτσα εκεί πέρα που ήταν πιο ψηλή από μένα. Μαζί μ’ αυτή την κίτσα ήταν και 2 φίλες της, μια μαμά, ξέρω γω, ήταν εκεί με κάτι θείες τελείως κι απ’ αυτά που έλεγαν, κατάλαβα ότι θα πήγαιναν αύριο να διαλέξουν νυφικό. Κατά πάσα πιθανότητα η κίτσα που λέμε (αχ μη με ρωτάτε γιατί τη λέω κίτσα, σαν κίτσα ήταν, συν ότι είχε ένα τέτοιο όνομα, κίτσα, πίτσα, πιπίτσα, κικίτσα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων) παντρεύεται, να ζήσει το κορίτσι, να’ ναι καλά, αλλά αυτό που με ενόχλησε ήταν άλλο. Είχε ένα κιλό τυρί στ’ αυτιά της! ΗΜΑΡΤΟΝ ΚΥΡΙΕ! Πήγαινε μωρή να βγάλεις τη φέτα από τ’ αυτί σου και μετά παντρέψου! Έτσι θα ξαπλώνεις δίπλα στο γαμπρό μωρή; Με το τυρί να στάζει; Μου ήρθε να ξεράσω ότι έχω φάει από τα γεννοφάσκια μου σας λέω! Και το γαμημένο μου το μάτι να πέσει αμέσως στα σκατά! Ούτε στα βυζιά της, ούτε στα ρούχα της, ούτε στα σκουλαρίκια της! Στο τυρί στ’ αυτιά της πήγε! Το γαμημένο για μάτι! Πάντα στα σκατά πέφτει, τι πράμα είναι αυτό ρε πούστη;;!!! Χίλια άτομα να είναι σε ένα μέρος, θα γυρίσω και θα δω αυτόν που ξύνει το πουλί του, αυτόν που βγάζει σκατά από τη μύτη του, αυτόν που τρώει τις ψείρες του, ΗΜΑΡΤΟΝ ΔΗΛΑΔΗ!!!


Τέλος πάντων, το είπα. Ελπίζω να μην ξεράσατε. Και τώρα στο παιχνίδι μας. Μου είπαν να γράψω 5 πράγματα που με ενοχλούν. Ναι καλά τώρα. Που να τα βρω τα 5; Εμένα στην ερώτηση «Τι σε ενοχλεί;» η απάντησή μου είναι «Όλα» και τέλος η υπόθεση. Τώρα που πρέπει να σκεφτώ 5 πράγματα δυσκολεύομαι ιδιαίτερα και μου έρχεται να βρίσω. Όχι τίποτα, αλλά μόλις τελειώσω το ποστ και το βάλω, θα θυμηθώ άλλα που μου τη σπάνε εξίσου αλλά τέλος πάντων, θα κάμω την καρδιά μου βράχο και θα προσπαθήσω να σκεφτώ τι μου τη σπάει περισσότερο.


Το λοιπό:


1. Πεθαίνω από νεύρα όταν μιλάω στο τηλέφωνο και μου μιλάνε από πάνω. Πεθαίνω. Μου έρχεται να πλακώσω όποιον το κάνει. Και πιο πολύ που τη δίνει όταν μιλάω, μου μιλήσουν, κάνω νόημα ότι μιλάω κι αυτός/ή συνεχίσει να μου μιλάει!! Καμιά φορά νομίζω πως αν καμιά φορά κρατάω μαχαίρι και μιλάω και κάποιος μου μιλήσει, θα τον ξεκοιλιάσω.


2. Τρελαίνομαι όταν μου μιλάνε από άλλο δωμάτια ή μόλις έχω βγει από το δωμάτιο θυμούνται να μου πουν κάτι. Αυτό, δε με κάνει να θέλω να σκοτώσω, αλλά να πάω να αυτοκτονήσω. Και θέλω να σκοτωθώ γιατί όταν στο κάνει κάποιος, θεωρώ ότι το κάνει γιατί του έχεις δώσει να καταλάβει ότι είσαι πάντα εκεί και ποτέ δεν κάνεις τίποτα άλλο παρά είσαι κει, μόνο εκεί γι’ αυτόν/ή. Άρα είναι δικό σου λάθος και άρα πρέπει να πεθάνεις. Προσοχή: Δεν εννοώ να σε φωνάξει κάποιος με το όνομά σου, τύπου έλα δω, κάτι σε θέλω, εννοώ να σου μιλάει λες και είσαι κει και ακούς!! ΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!


3. Μου τη δίνει απίστευτα η ασυνειδησία του κόσμου, ο σταρχιδισμός και αυτό δεν το αναλύω περαιτέρω γιατί το έχω γαμήσει το θέμα. Μου τη δίνει να μη σκέφτεσαι τον άλλο. Υπεραγαπώ όσους σκέφτονται τους άλλους. Τους αγαπώ. Για πάντα.


4. Να τώρα. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο που μου τη σπάει. Ορίστε τι μου κάνετε. Αλλά κάτι θα βρω. Μισό να σκεφτώ. ................ σκέφτομαι................ σκέφτομαι................... σκέφτομαι................. αλλά δε βρίσκω τίποτα. Μισό να ξανασκεφτώ. ...................Η μαλακία που με δέρνει με ενοχλεί πάρα πολύ, που γκρινιάζω όλη την ώρα και δεν κάνω τίποτα γι’ αυτό. Αλλά αυτό είναι δικό μου, δεν είναι αλλονών. Κι έχω πολλά δικά μου που μου τη σπάνε αλλά νομίζω ότι παιχνίδι είναι να πεις τι στη σπάει γενικώς και όχι στον εαυτό σου. Ω ρε πούστη, με βασανίζετε και μου τη σπάτε! Τι μου τη σπάει ρε πούστη; Βασικά τα παραπάνω μου τη σπάνε. Και η ασυνειδησία τα περικλείει όλα, οπότε τι να πω; Αααααααα!!!!!! Βρήκα κάτι που μου τη σπάει τρομακτικά!! Να με σκουντάνε όταν θέλουν να μου μιλήσουν! Ταράζεται το νευρικό μου σύστημα σας λέω!! Να κάθεται κάποιος δίπλα μου, να τον κοιτάω, να μου μιλάει και παράλληλα να με σκουντάει να δώσω προσοχή! ΑΦΟΥ ΣΕ ΚΟΙΤΑΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ, ΤΙ ΣΚΟΥΝΤΑΣ;;;;


Τώρα ξέρετε τι να μου κάνετε για να μου σπάσετε τα αρχίδια άμα συναντηθούμε ποτέ. Να μου μιλήσετε μόλις πιάσω το κινητό, να μου φωνάζετε και να λέτε ό,τι σας κατέβει μόλις απομακρυνθώ από κοντά σας και να με σκουντάτε όσο μου μιλάτε. Να προσέχετε όμως μην κρατάω τίποτα αιχμηρό και κυρίως μην απορήσετε άμα δεν σας ξαναμιλήσω ποτέ. Έτσι, για να ξηγιόμαστε.


Και 5. Μου τη σπάνε τρελά οι κακοντυμένοι και κυρίως οι λέχρες. Μου έρχεται να τους δώσω μια γερή κλωτσιά στον κώλο. Ειδικά οι χοντρές τύπισσες με κωλάρες γεμάτες κυτταρίτιδα που φοράνε λευκά κολάν, κάτι άλλες πατσαβούρες με σκατά πόδια, σπασμένα νύχια και φτέρνες σαν βράχους που φοράνε πέδιλα να μας δείξουν την ομορφιά τους, κάτι άλλες με ξασμένα ξανθά μαλλιά και μαύρη ρίζα αλλά αυτές που μου τη δίνουν περισσότερο και ακόμα χειρότερα είναι αυτές που φοράνε αυτά τα γαμημένα μπλουζάκια με τη ραφή κάτω από το βυζί λάθος. Πώς λάθος τα φοράνε; Με τη ραφή πάνω στο βυζί ρε παιδιά! Ήμαρτον δηλαδή! Γιατί την έχει κυρά μου τη ραφή; Για να τη βάλεις πάνω στις ρόγες σου να τους κάνεις τσάκιση; Είσαι με τα καλά σου κοπελιά; Είσαι; Όχι πες μου, είσαι; Η ραφή είναι κει για να τη βάλεις από κάτω από τα βυζά σου. Κι αν τα βυζά σου είναι τεράστια, κακώς την αγόρασες την μπλούζα. Κι επειδή αυτές μου τη σπάνε χοντρά, έκανα και βιντεάκι για πάρτη τους γιατί κάποτε πρέπει να μαθευτεί ο σωστός τρόπος που φοριέται αυτή η γαμημένη για μπλούζα. Δείτε εδώ. Ε μα πια!


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Προειδοποίηση μάι ας!

Γεια σας άρχοντες φίλοι μου, μικροί μου ήρωες, ω ρε σεις παλικάρια! Άργησα να γράψω γιατί ήθελα πρώτα να αντιγράψω όλα μου τα ποστ και όλα σας τα σχόλια από τότε που άνοιξα το μπλογκ ετούτο και μετά να ποστάρω γιατί συγχύστηκα τόσο πολύ που είδα ότι μου έβαλαν προειδοποίηση που θα βρίσω τόσο πολύ και μπορεί να μου το κλείσουν τελείως οπότε ας έχω εγώ καβάτζα τα πάντα και χέστηκα πατόκορφα. (4 γραμμές πρόταση χωρίς τελεία. Μάλιστα...)


Κι επιστρέφουμε στο θέμα μας.


Οι μαλάκες. Οι μουνόψειρες. Οι στραβοχυμένοι. Ποιος είσαι ρε μουνί εσύ και αποφασίζεις αν έχω βρωμόλογα στο μπλογκ μου ή όχι; Η στραβογαμημένη κοινωνία και το παγκόσμιο μπουρδέλο δε σε πειράζει γαμώ την ελευθερία της έκφρασης γαμώ; Γιατί βάζεις ειδοποίηση ρε μαλάκα, ρε πούστη, ρε σκατοσακούλα, ρε πουστογαμιόλη κωλομπαρά και αναγκάζεις τον κοσμάκη να πατάει ένα και δύο κουμπάκια παραπάνω για να διαβάσει μια μαλάκω που προσπαθεί να εκτονωθεί; Ποιος είσαι συ ρε μαλάκα που αποφασίζεις; Γιατί δε μας λες το όνομά σου να μπορούμε να σου στείλουμε ένα μέηλ με την εμπεριστατωμένη γνώμη μας παρά κρύβεσαι πίσω από ονόματα εταιριών που κατά τα άλλα υποστηρίζουν την ελευθερία της άποψης και τα αρχίδια του καράμπελα να είναι πάντα φουσκωτά και φρέσκα σαν φρατζόλες; Ε; Ποιος είσαι ρε παλιογαμιόλη, πες μου!


Στο σημείο αυτό θέλω να πω πως πάλι καλά λέω κι ευχαριστημένη είμαι που δεν με έκοψαν τελείως όπως έκαναν με άλλους χωρίς λόγο και αιτία αλλά από την άλλη σπάζομαι γιατί ειδοποίηση φόρα παρτίδα έχω βάλει κι από μόνη μου συν ότι τον τελευταίο καιρό δε βρίζω πια και τόσο πολύ, τι σκατά, τώρα το θυμήθηκαν; Στο Φουντούλη και στον Τιτίζα; Τι σκατά μήνυμα βρήκαν κρυμμένο πίσω απ’ αυτό το γελοίο κείμενο; Το μουνί που σας πέταγε όλους εσάς μουνόπανα ξεκωλιάρηδες στραβοψωλιασμένους του ίντερνετ; Αυτό είδαν; Γιατί εγώ μαλακίες έλεγα και τόσο καιρό (το ξαναλέω) δε βρίζω τόσο όσο έβριζα. Έτσι νομίζω δηλαδή. Τόσο καιρό, έχω πει τα τέρατα, τα αισχρά, τα ανείπωτα και τώρα; Στο Φουντούλη; Μα στο Φουντούλη; Το μουνί που σας πέταγε λοιπόν για να έχετε λόγο που το κάνατε. Και όλα αυτά τα γράφω αφού έχω σώσει όλα μου τα ποστ και όλα μου τα σχόλια όπως προείπα και άμα είστε και πολύ μουνόπανα, παίρνω τα μπογαλάκια μου και πάω και σ’ άλλη παραλία όπως το allwe, την κωλόγρια στο wordpress αν κι αυτό καλό μπουρδέλο είναι συν την καλόγρια που δεν θυμάμαι πως μπαίνω αλλά θα το βρω άμα είναι να σας γράψω στις τεράστιες τριχωτές αρχιδάρες που δεν έχω. Για να μην πω ότι μαλακία κάνατε γιατί μπορεί ο καθένας από μας να παρακάμπτει αυτή τη μαλακία που βάλατε συν ότι δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να κάνω δική μου, ολοδική μου σελίδα και να γράφω ότι θέλω χωρίς να έχω τσολιάδες στα αρχίδια μου.


Α σιχτίρ μαλάκες κομπλεξικοί τσιμπουκάκηδες, πουτάνες με στημένο κώλο, γαμιόλες, ξεκωλιάρες και χυμένες τσούλες!


Α σιχτίρ γαμώ το σπίτι σας γαμώ. Μισώ που μισώ όλους τους ανθρώπους σχεδόν. Τώρα καταφέρατε να μισήσω και σας. Μπράβο! Όχι ότι ήθελε και ιδιαίτερη προσπάθεια γιατί δεν σας αγαπούσα κιόλας αλλά τώρα το παραγαμήσατε αγάμητοι καραφλοί κώλοι! Σκατά να φάτε και σκατά να πιείτε! Άντε παλιογαμιόληδες, όλα τα ’χαμε μας ζαλίσετε τις παπάρες και σεις. Τώρα σας έπιασε η ευγένεια και η προκοπή. Μάθετε ελληνικά πρώτα ρε μαλάκες και μετά ελάτε να μας λογοκρίνετε. Φλώροι, μαλάκες.

«Νομίζετε κυρία μου πως έτσι ομιλείται η ελληνική γλώσσα;» θα μπορούσατε να μου πείτε αν ήσασταν σωστοί τζέντλεμαν και μιλούσατε ελληνικά και καταλαβαίνατε τι έγραφα και τότε ίσως μπορούσαμε να ανοίξουμε σοβαρότερη συζήτηση. Αλλά τώρα, έτσι όπως μου τη σπάσατε, μόνο μπινελίκια θα βλέπετε και το χειρότερο; Θα τα λούζεστε χωρίς καν να καταλαβαίνετε τι γράφω! Τόσο μαλάκες είστε κύριοι.

Και να κάνω μια τελευταία ερώτηση που φυσικά και δε θα μου απαντηθεί ποτέ όπως χιλιάδες άλλες ερωτήματα που έχω. Ποιοι είναι αυτοί δηλαδή που επικοινώνησαν μαζί σας και σας είπαν ότι έχω απρεπές περιεχόμενο; Η Ελένη Λουκά; Και στο κάτω-κάτω, αυτοί, αν κι εφόσον υπάρχουν, πόσο ανώμαλοι είναι που κάθονται και διαβάζουν όσα δεν τους αρέσουν και μετά καρφώνουν κιόλας; Γιατί δεν μας στέλνετε ένα προσωπικό μέηλ να μας πείτε, γεια σας, είμαστε από την μπουρδελοεταιρία Τάδε, μας λένε Πίπα Τσιμπούκη και Τόλη Γαμιόλη και οι κύριοι: Αγάμητος, Ξεκωλιάρης, Δοσίλογος και Κομπλεξικός μας έστειλαν μέηλ πως αυτά που γράφετε προσβάλλουν το ήθος τους, το εξετάσαμε, συμφωνούμε μαζί τους γι’ αυτούς κι αυτούς τους λόγους και σας ενημερώνουμε πως θα σας βάλουμε μια ανώδυνη προειδοποίηση περιεχομένου αν δεν βάλετε άμεσα εσείς. Αυτή είναι εξήγηση παλιομαλάκες ηλίθιοι. Όχι να κυκλοφορεί όλη η πλέμπα του σύμπαντος μέσα στο ίντερνετ, όλοι οι παιδεραστές, όλοι οι ανώμαλοι, όλοι οι ψυχάκηδες και να την πέφτετε σε δυο τρεις ηλίθιους που προσπαθούν να πουν καμιά μαλακία να περάσει η ώρα. Θέλετε να μου πείτε ότι ελέγξατε το περιεχόμενο και το βρήκατε αισχρό; ΟΚ, άντε και γαμηθείτε με τους σκύλους της γειτονιάς σας για να γίνει λίγο γιατί εγώ αισχρό δεν το βρίσκω. Όπως και πολλοί-πολλοί άλλοι. Και στην τελική, σε ποιον μιλάω; Σε κανέναν. Οπότε ας βρίσω λίγο ακόμα μπας και εκτονωθώ. Γαμιέστε τσιμπούκηδες, τσιμπουκάκηδες και τσιμπουκοξεκωλιάρηδες! Άντε και γαμηθείτε πατόκορφα! Κλείστε το μου ρε! Να και μένα! Θα τα πάρω όλα έτσι όπως είναι και θα πάω αλλού! Χέστηκα! Πατόκορφα!


Το μόνο που έχω να πω τελικά σε σας φίλοι μου, που με διαβάζετε, είναι, συγνώμη αλλά τον παίρνουν. Και ότι η αλήθεια είναι ότι πάμε σκατά, λάθος, αρμενίζουμε στραβά και γέρνει ο κώλος μας. Φίλοι μου, ό,τι και να κάνουμε πια, ό,τι και να γίνεται, κάποιοι λίγοι καθυστερημένοι θα μας κυβερνούν, κάποιοι λίγοι ξέρουν τι ώρα κλάνουμε, κάποιοι λίγοι κανονίζουν τα πάντα από μας για μας κι όσο και να αντιδράμε, δε γίνεται τίποτα. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να σταματήσουμε να αντιδράμε! Γι’ αυτό ας απαντήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή: ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!!!!!!


Α στο καλό. Συγχύστηκα.


Υ.Γ. 1. Κι επειδή δε μου πέρασαν τα νεύρα, συνεχίζω βρίσιμο εδώ, με άλλο θέμα.


Υ.Γ.2. Ρε σεις, τώρα που μπήκα στο μπλογκ μου, δεν είχε προειδοποίηση. Λέτε να το πήραν πίσω και τώρα μετά από τόσο βρίσιμο να τα χάλασα όλα;; Ποιος ξέρει. Για κάθε ενδεχόμενο όμως, σημειώστε εσείς τις άλλες μου διευθύνσεις μόλις μπείτε, αριστερά, που γράφω ΜΟΥ κι άμα χαθεί αυτό το μπλογκ μια μέρα ξαφνικά, μακριά από μας, κούφια ή ώρα που το διαβάζει, να πάτε κει. Γιατί εγώ είτε δω, είτε κει, είτε παραπέρα, θα είμαι παρούσα για να λέω, να λέω, να λέω μέχρι να βαρεθώ! Σιγά μη με πτοήσει ένα αρχιδοσάιτ για μπλογκ! Ου ρε!


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ο Φουντούλης κι ο Τιτίζας στο καζίνο.

Προσοχή, πληροφορία για όποιον βαριέται να διαβάσει ένα τρένο λέξεις (γιατί ήδη είχαμε τα πρώτα παράπονα για την ποιότητα και το μέγεθος) και θέλει να δει μια μαλακία βίντεο: Ας περάσει Εδώ!

Και η ιστορία αρχίζει...

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ο Τιτίζας. Ο Τιτίζας είχε ένα πάρα πολύ καλό φίλο, το Φουντούλη. Ο Φουντούλης έμενε κάτι χιλιόμετρα μακριά από τον Τιτίζα και δεν βλέπονταν συχνά γιατί μόνο ο Τιτίζας μπορούσε να πάει να τον δει κι ας ήτανε τιτίζας. Έτσι έγινε και τώρα και κίνησε μια ωραία μέρα και πήγε. Όταν έφτασε στην πόλη του Φουντούλη, σκέφτηκε πως δεν γκρίνιαξε, ούτε έβρισε κανένα όση ώρα ταξίδευε. Κι αυτό του έκανε εντύπωση γιατί η αλήθεια είναι πως «τιτίζας» σημαίνει γκρινιάρης, τζόρας, ψώρας, γρουσούζης, υποχόνδριος και μίρλας. Σήκωσε τους ώμους ψηλά ο Τιτίζας σκεπτόμενος πως κι αυτό ακόμα μπορεί να συμβεί αν κι εδώ που τα λέμε, σε 45 λεπτά πτήση, τι θα μπορούσε να γίνει πια, και πήγε στο Φουντούλη. Μόλις συναντήθηκαν, εντυπωσιασμένος ο Τιτίζας για μία ακόμη φορά με το Φουντούλη που είχε ομορφύνει ακόμα περισσότερο αλλά ήταν αναμενόμενο αφού «φουντούλης» σημαίνει κοκέτης, κυριλές και σενιαρισμένος άλφα άλφα, τον φίλησε, τον αγκάλιασε κι έκατσε να πούνε τα νέα τους. Έτσι πέρασε η πρώτη μέρα του Τιτίζα και του Φουντούλη. Ήσυχα. Για την επόμενη όμως, τα σχέδια ήταν άγρια. Ο Φουντούλης σαν φουντούλης που ήταν, σκέφτηκε να πάνε στα μαγαζιά και μετά στο καζίνο. Ο Τιτίζας έριξε κάτι χοντρομπινελίκια πρώτης τάξης από μέσα του, αλλά επειδή είχε καιρό να δει το Φουντούλη, το μπούκωσε κι είπε ντάξει. Και κίνησαν. Και πήγαν. Και στα μαγαζιά, και για καφέ με καταπληκτικούς καινούριους φίλους και τελικά φτάσανε κατά τις 6 το απόγευμα στο καζίνο.

Δε συζητάμε ο Φουντούλης πόσο φουντούλης ήταν και με τι χλιδή άνοιξε τις πόρτες και βρόντηξε τα τακούνια του όταν μπήκε μέσα. Όλοι γύρισαν και τους κοίταξαν. Ντάξει, η αλήθεια είναι πως ήταν όμορφα παιδιά και πως σχεδόν όλοι μέσα στο καζίνο ήταν σα γαμώ το λιλί της θειας τους και ήταν λογικό που τους κοίταζαν. Ο Τιτίζας όμως που δε γούσταρε να τον κοιτάνε περίεργα, άρχισε να συγχύζεται πριν καν κλείσει καλά-καλά η δεύτερη πόρτα πίσω τους. Αλλά δε θα ασχοληθούμε με τα νεύρα του Τιτίζα γιατί έτσι κι αλλιώς εκνευρισμένος γεννήθηκε. Για την ακρίβεια, δεν ήθελε να γεννηθεί. Πέρασαν οι 9 μήνες κι αυτός δεν έβγαινε. Με το ζόρι τον έβγαλαν κι αυτός τσίριζε και έβριζε στα μωρουδίστικα. Τέλος πάντων, άλλο είναι το θέμα μας τώρα.


Με το που μπαίνουν που λέτε, πάνε για τσίσα. Ο Τιτίζας εντωμεταξύ είχε πάλι από κείνες τις πορδόλυσσες που τον ταλαιπωρούν κατά εποχές. Μιλάμε για τρελή πορδόλυσσα. Αμολούσε κάτι απίστευτες βροντερές κλανιές στο σπίτι και στο δρόμο αλλά πάντα με το σεις και με το σας, κύριος, δεν το συζητώ. Μπορεί να ήταν γρουσούζης και γκρινιάρης αλλά ακόμα και οι κλανιές του ήταν ευγενικές. Μπαίνουν που λέτε στις τουαλέτες, μπουκάρει ο Φουντούλης σε μία και ο Τιτίζας αντίστοιχα σε μια απέναντι διαγώνια. Μόλις ο Τιτίζας κατεβάζει το βρακί του και κάνει να κατουρήσει, ακούει την πόρτα δίπλα του. Εντάξει, μπήκε κάποιος να κάνει την ανάγκη του. Γυρίζει πάλι στον εαυτό του να συγκεντρωθεί να αδειάσει τη φούσκα του και τότε ακούει μια κλανιά, μα μια κλανιά, σα βροντή. Ο Τιτίζας ήθελε να γελάσει η αλήθεια είναι αλλά δε γέλασε γιατί σκέφτηκε πως στη στάση που βρισκόταν θα του έφευγε κι αυτουνού καμία συν ότι η κλανιά που ακούστηκε ήταν ακριβώς στο ύψος του κεφαλιού του. Αν δηλαδή έλειπε το γελοίο διαχωριστικό, η κυρία δίπλα, θα έκλανε μέσα στο αυτί του Τιτίζα. Έτσι, συγκρατήθηκε και με ένα απλό χαμόγελο, κατούρησε και βγήκε έξω. Ο Φουντούλης ήταν ακόμα μέσα αλλά δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα ήταν ότι ο Τιτίζας ήθελε να δει ποιος έκλασε να τον θαυμάσει. Οπότε, με αργές κινήσεις, έπλυνε τα χέρια του και με το ένα μάτι κοίταζε προς το μέρος της τουαλέτας που κλάνει. Πλένει τα χέρια του και ακούει μια πόρτα. «Όπα», σκέφτεται, «ή ο Φουντούλης είναι, ή ο Κλανιάρης, κάτσε να δούμε». Και ήταν ο κλανιάρης. Για την ακρίβεια, η κλανιάρα. Μια χοντρή τεράστια κυρία με ένα τεράστιο χαμόγελο, θα είχε χέσει μάλλον και θα το είχε ευχαριστηθεί, δεν γνωρίζουμε γιατί χαμογελούσε έτσι, έβγαινε από την τουαλέτα. Ο Τιτίζας αποσβολωμένος, τη θαύμαζε όσο τον προσπερνούσε (φανταστείτε τη σκηνή σε αργή κίνηση) ενώ ο ίδιος στεκόταν μπροστά στο μηχάνημα που στεγνώνει τα χέρια. Εκείνη τη στιγμή, γυρίζει η τεράστια χοντρή κυρία και λέει στον Τιτίζα: «Δε δουλεύει αυτό αγάπη μου, πήγαινε στο άλλο!» και φεύγει με το χαμόγελο από το ένα φρύδι στο άλλο. Ο Τιτίζας εκείνη τη στιγμή ερωτεύτηκε. Εντάξει, δεν ερωτεύτηκε αλλά τη συμπάθησε τρελά αυτή την τεράστια χοντρή κυρία που είχε κλάσει τόσο δυνατά και δεν είχε ντραπεί καθόλου μα καθόλου. Κι εκείνη τη στιγμή που ο άνεμος του δεύτερου μηχανήματος φυσούσε τα υγρά του χέρια και το μυαλό του ταξίδευε στην χοντρή κυρία, ακούει τη φωνή του Φουντούλη να του λέει: «Εσύ έκλασες ρε μαλάκα;» «Σσσσς!!!!!!!» του λέει ο Τιτίζας και του εξιστορεί καπάκι τα πράγματα με το νι και με το σίγμα.


Μ’ αυτά και μ’ αυτά, βγήκαν έξω να πάνε να παίξουν. Ο Φουντούλης δηλαδή γιατί ο Τιτίζας πεινούσε και πήγε καρφωτός για φαΐ. Κάθεται ο Φουντούλης κει σε ένα μηχανάκι, κουλοχέρη, πως τα λένε, κι ο Τιτίζας πάει για μάσα. Μπαίνει μέσα, κάθεται σε ένα τραπέζι μοναχός του και περιμένει να έρθει κάποιος να τον ρωτήσει τι θα πιει. Κανένας. Βλέπει κάτι σερβιτόρους να ξύνουν το μουνί τους, συγχύζεται, αλλά περιμένει. Και κοιτάει δεξιά αριστερά. Και τι βλέπει; Τη χοντρή κλανιάρα κυρία. Καθόταν κι έτρωγε. Για την ακρίβεια, έτρωγε τον άμπακα. Είχε μπροστά της 420 πιάτα και τα χτυπούσε αλύπητα. Οι καρδούλες στα μάτια του Τιτίζα, του θύμισαν την αγάπη του και είπε να την πάρει τηλέφωνο στην Αθήνα να δει τι κάνει. Εντωμεταξύ ακόμα να έρθει σερβιτόρος. Με το που πιάνει το κινητό κι αρχίζει να μιλάει, σκάει μια καθυστερημένη σερβιτόρα και αρχίζει να του μιλάει την ώρα που ο Τιτίζας μιλάει στο κινητό. Καλύτερα να του έχωνε το πιρούνι στην καρδιά παρά αυτό που έκανε. Γιατί ο Τιτίζας σπάζεται με πολλά, αλλά μισεί δυο πράγματα: Να του μιλάνε ενώ μιλάει στο τηλέφωνο και να του μιλάνε γκαρίζοντας από άλλα δωμάτια. Τη στιγμή λοιπόν που η καθυστερημένη σερβιτόρα του μιλούσε, ενώ του μιλούσε και η αγάπη του, ήθελε να ουρλιάξει: «ΕΙΣΑΙ ΤΥΦΛΗ ΜΩΡΗ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΗ; ΔΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΤΙ ΜΙΛΑΩ; ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΚΑΙ ΣΑΣ ΒΛΕΠΩ ΚΕΙ ΟΛΟΥΣ ΜΑΖΕΜΕΝΟΥΣ ΝΑ ΜΑΛΑΚΙΖΕΣΤΕ ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΝΑ ΠΙΑΣΩ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΗΡΘΕΣ, ΑΓΕΝΕΣΤΑΤΗ ΜΑΛΑΚΟΑΓΕΛΑΔΑ;» αλλά δεν είπε τίποτα γιατί σκέφτηκε πως μαζί με το ποτό του, θα ερχόταν και η ροχάλα της καθυστερημένης σερβιτόρας, οπότε με κόκκινα μάγουλα και φλέβες να πετάγονται στο κούτελό του, ζήτησε συγνώμη από την αγάπη του και της είπε με νεύρα: «Ένα νερό». Όχι ότι κατάλαβε τίποτα η μαλακισμένη, αλλά έφυγε. Έκλεισε κι ο Τιτίζας το τηλέφωνο και σκέφτηκε για μία ακόμη φορά πόσο ηλίθιοι και ρομπότ είναι οι άνθρωποι. Θυμήθηκε στο αεροδρόμιο της Αθήνας, μόλις την προηγούμενη μέρα, που συνέβη η ίδια ακριβώς φάση. Κατεβαίνει τις σκάλες να πάει στην πύλη του και χτυπάει το κινητό. Ήταν ο Φουντούλης. Εκεί που μιλάγανε και οι κυλιόμενες σκάλες τον κατέβαζαν στην πύλη, είδε μια αεροσυνοδό να στέκεται. Με το που τελειώνουν τα σκαλοπάτια, λες και είχε κουμπί η ηλίθια κι αυτή, άρχισε να μιλάει στον Τιτίζα. Ο Τιτίζας θόλωσε. «ΤΥΦΛΗ ΕΙΣΑΙ ΜΩΡΗ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΗ; ΔΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΤΙ ΜΙΛΑΩ; ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΘΑ ΚΛΑΣΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΧΩ ΣΤΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ ΕΣΕΝΑ;» ήθελε να της πει αλλά αντί αυτού, της έκανε νόημα πως δεν την ακούει. Η καθυστερημένη αεροσυνοδός, παρότι είδε το νόημα, συνέχισε αυτό που έλεγε μέχρι να το τελειώσει. Μάλλον ρομπότ ήταν. Κουρέλια τα νεύρα του Τιτίζα. Κλείνει το τηλέφωνο, στέκεται μπροστά της και αυτή αρχίζει πάλι το ποίημα. «Αν έχετε μάσκαρα, κραγιόν, λιπ γκλος, αρώματα, παρακαλώ, βάλτε τα σε αυτό το σακουλάκι γιατί θα σας τα πάρουν και είναι κρίμα». «Με βλέπεις βαμμένη μωρή ηλίθια;» ήθελε να της πει ο Τιτίζας αλλά αντί αυτού χαμογέλασε και πέρασε στα ενδότερα. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι μέσα σε δύο μέρες, δύο ηλίθιοι είχαν κάνει ένα από τα δύο πράγματα που μισεί ιδιαίτερα ο Τιτίζας. Τι να πεις.


Κι επανερχόμαστε στα του καζίνο. Ενώ λοιπόν ο Φουντούλης παίζει κι ο Τιτίζας τρώει, διάφοροι τελειωμένοι χάνουν, άλλοι κερδίζουν, άλλοι χαζεύουν κι άλλοι ονειρεύονται ξύπνιοι. Έτσι είναι η ζωή του καζίνο. Χωρίς παράθυρα, χωρίς ρολόγια και με πολλά ψιψιψίνια και ψοψομπλόκια που αναβοσβήνουν. Η ώρα όμως πέρασε κι ο Τιτίζας τέλειωσε το φαΐ του. «Και τώρα τι κάνουν;» σκέφτεται γιατί βαριόταν να παίξει, δεν πολυήθελε, δεν του έλεγε τίποτα το όλο σκηνικό. Άσε που δεν είχε λεφτά για χάσιμο. Είχε πάει για τη βόλτα, να φάει, να χαζέψει κλπ. Και είχε κάνει μάλιστα και συμφωνία με το Φουντούλη. «Μάξιμουμ 3 ώρες θα κάτσουμε». «Ναι;» «Ναι». Βγαίνει από το εστιατόριο, κοιτάζει γύρω-γύρω, λαμπάκια, αυτοκίνητα να γυρίζουν, τζακ ποτ εδώ, τζακ ποτ εκεί, τζακ ποτ και παραπέρα, πάει και κάθεται δίπλα στο Φουντούλη ο οποίος ροκανίζει το πρώτο του δεκάευρο. Κάθεται ο Τιτίζας και του πιάνει την ψιλοκουβέντα. «Τι παίζεις;», «Δε βλέπεις;», «Βλέπω», «Τότε τι ρωτάς;», «Έχεις νεύρα;», «Δε με χέζεις;» και κει τελείωσε η συζήτηση γιατί ο Τιτίζας κατάλαβε πως δεν πιάνεις την ψιλή με ανθρώπους που χάνουν δεκάευρα.


Αναστενάζει και αποφασίζει να παίξει τελικά. Σκέφτεται τι θα χαλούσε αν έβγαιναν και αποφασίζει να χαλάσει τόσα. 15 ευρώ. Μια χαρά. Όχι ότι του περίσσευαν αλλά διακοπές ήταν βρε αδερφέ, εντάξει, μην είμαστε και μαλάκες. Άσε που ο Φουντούλης τον είχε γαμήσει στα κεράσματα, οπότε δεν είχε χαλάσει μία από την ώρα που είχε πατήσει το πόδι του στην πόλη. Βγάζει το πρώτο πεντάευρο σχεδόν κλαίγοντας και το χώνει στο μηχάνημα. Με τι χαρά το μασούλησε το κωλομηχάνημα, δεν το συζητάμε. Και παίζει κανένα δεκάλεπτο. Κι όσο παίζει, κοιτάει το Φουντούλη που ακόμα παίζει το δεκάευρο. «Τι κάνει ο πούστης;» σκέφτεται ο Τιτίζας και ακούει ένα σκοπό. Γυρίζει δίπλα του να δει από που έρχεται η ενόχληση και βλέπει ένα κύριο με μαύρα νύχια να σιγοτραγουδάει σκυλάδικα παίζοντας στο διπλανό μηχανάκι. «Το σπίτι σου μέσα, μπορείς να το βουλώσεις γιατί μας φτάνει αυτή η μαλακισμένη μουσική που παίζει από τα ηχεία, δε θέλω άλλη στ’ αυτιά μου;» είναι το πρώτο πράγμα που θέλει να του πει αλλά η εικόνα που αντικρίζει δεν του επιτρέπει να πει τίποτα. Ποια ήταν η εικόνα; Το πάκο με τα δεκάευρα που τάιζε το μηχάνημα ο κύριος με τα μαύρα νύχια. Έτσι του ήρθε του Τιτίζα να του κλαφτεί, να του πει μια ιστορία με άρρωστο παιδί στο νοσοκομείο, εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, ανάπηρο σύζυγο και σπίτι παρασυρμένο απ’ το ρέμα, μπας και του δώσει τίποτα, αλλά δεν του είπε κουβέντα. Αντ’ αυτού, συνέχισε να παίζει κι έτσι όπως μασούλησε το πρώτο πεντάευρο, έτσι μασούλησε και τα άλλα δύο. Το κωλομηχάνημα. Είχε περάσει μόλις μισή ώρα από τότε που έκατσε, συν μισή ώρα το φαί, συν ένα τέταρτο και κάτι ψιλά το κατούρημα, το κλάσιμο κλπ, ήταν ακόμα 7:30 το απόγευμα. «Να σου γαμήσω», σκέφτηκε ο Τιτίζας, «τι θα κάνω μέχρι να τελειώσει το τρίωρο και αρχίσω να γκρινιάζω για να φύγουμε; Να σου γαμήσω». Και σηκώνεται. Δεν μπορούσε να πει τίποτα στο Φουντούλη, ο οποίος ακόμα μάσαγε το πρώτο δεκάευρο. «Τι κάνει ο πούστης;» σκέφτηκε ο Τιτίζας και ξεκίνησε να κάνει βόλτες ανάμεσα στον κόσμο, τα μηχανάκια, τις ρουλέτες και όλες αυτές τις λαμπερές μαλακίες που σου τρώνε τα λεφτά. Σκέφτηκε να πάει να ξανακατουρήσει μπας και ξανασυναντήσει την χοντρή κυρία που έκλανε να διασκεδάσει λίγο, αλλά δεν του ’ρχόταν. «Αχά!» του ήρθε φαεινή ιδέα του Τιτίζα. «Θα πάω να κυνηγήσω αυτές που φέρνουν ποτά, να πιω νερό, να μου ’ρθει κατούρημα!» Η ιδέα του ήταν καταπληκτική γιατί για να πετύχεις αυτές που σου φέρνουν ποτά, πρέπει να κάνεις τρία τάματα στον Άγιο Φανούρη και να κάθεσαι στην ίδια θέση, πάνω από 4 τέταρτα και 3 ώρες. Ξαναγυρίζει στον Φουντούλη. «Πάω αποστολή. Θες να πιεις κάτι;» «Κάτσε κι άμα περάσει καμία της κάνουμε νόημα» του λέει ο Φουντούλης με καρφωμένα τα μάτια στο μηχανάκι. «Όχι, σου λέω, πάω αποστολή. Τι θες να πιεις;» Τότε ο Φουντούλης τον κοίταξε με απορία αλλά τελικά του είπε μόνο «ένα ουίσκι με πάγο». «Σ’ωραίος» του είπε ο Τιτίζας και κίνησε για την αποστολή του. Για κακή του τύχη όμως, σε 15 δευτερόλεπτα περίπου, είχε βρει όχι μόνο σερβιτόρα, αλλά σερβιτόρα με τρόλεϊ γεμάτα ποτά, νερά, σάντουιτς, ό,τι σκατά ήθελες. «Φτου ρε πούστη, τώρα πως θα περάσει η ώρα;!» σκέφτηκε κι εκείνη την ώρα του ήρθε φτάρνισμα. Κλείνει τα μάτια να φταρνιστεί, του κόβεται, τα ανοίγει, πουθενά η σερβιτόρα, πουθενά και το τρόλεϊ. «Άμε γεια σου, τώρα μιλάμε σωστά» σκέφτεται ο Τιτίζας κι αρχίζει να πηγαίνει πάνω-κάτω να βρει κάποιον να παραγγείλει. Κανείς. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, τίποτα. Έχει αρχίσει να κουράζεται και να έχει άγχος γιατί είχε υποσχεθεί στο Φουντούλη να του φέρει ποτό. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, τίποτα. (Υποσημείωση: τα ποτά που σου φέρνουν οι σερβιτόρες που κινούνται πάνω-κάτω είναι δωρεάν, ενώ τα ποτά που παίρνεις από το μπαρ τα πληρώνεις). Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, τίποτα. «Να σου γαμήσω!» σκέφτεται ο Τιτίζας και τότε ανοίγει μια πόρτα και βγαίνει μια σερβιτόρα χωρίς τρόλει. «Να σας παραγγείλω;;!!» της λέει κάνοντας ένα τετραπλό τετακέ με οχταπλό λουπ για να βρεθεί μπροστά της. Δυσανασχετώντας η άλλη λες και της ζήτησε ένα αρχίδι σε γλάστρα, του λέει: «Ναι... εεε... μισό λεπτό... που κάθεστε;;» «Εδώ!» της λέει ο Τιτίζας και συνειδητοποιεί πως είναι όρθιος στη μέση 8 μηχανακίων. Τον κοιτάζει με απορία η σερβιτόρα αλλά στην τελική χέστηκε και του λέει: «Τι θα θέλατε;» «Ένα ουίσκι με πάγο κι ένα νεράκι». Και περίμενε εκεί 20 λεπτά. Όρθιος σα μαλάκας με γέρους να τον χαλβαδιάζουν. Για να μη συζητήσουμε πως ακριβώς μετά την παραγγελία του, πέρασαν 211 σερβιτόρες με 211 τρόλεϊ. Ευτυχώς του έφερε το νερό και το ουίσκι πριν πάθει φλεβίτη. (Γιατί άμα δεν παίζεις σε μηχανάκι, δε γίνεται να κάθεσαι χωρίς να κάνεις τίποτα. Οπότε, μένεις όρθιος σα μαλάκας. ...Βέβαια η αλήθεια είναι ότι ίσως θα μπορούσε ο Τιτίζας να ακουμπήσει έτσι λίγο το γοφό του σε ένα σκαμπό αλλά υπέφερε απ’ αυτό που λέμε «ψυχαναγκασμό» το οποίο ενδεχομένως να το εξετάσουμε σε άλλη ιστορία).


Παίρνει τα ποτά, πάει στο Φουντούλη και μόλις του το αφήνει μπροστά του, σκάει σερβιτόρα πάνω από το κεφάλι τους και λέει: «Να σας φέρω κάτι;» Δε θα αναφέρουμε εδώ τι είπε από μέσα του ο Φουντούλης αλλά μόνο αυτό που είπε απέξω του: «Όχι, ευχαριστούμε». Ο κύριος με τα μαύρα νύχια εντωμεταξύ ακόμα δίπλα, ακόμα να τρώει δεκάευρα κι ακόμα να τραγουδάει σκυλάδικα. Ο Φουντούλης δε, ευτυχώς γιατί θα τρελαινόμαστε, έχει περάσει στο δεύτερο δεκάευρο και είναι σχετικά εκνευρισμένος. Και η ώρα; 8. «Να σου γαμήσω!» σκέφτεται ο Τιτίζας και πάει για κατούρημα. Ούτε χοντρή κυρία, ούτε τίποτα. Μια ερημιά στις τουαλέτες, άλλο να σας λέω κι άλλο να το βλέπετε. Και ξανακινάει να κάνει βόλτες. Σε λίγο θα έκλεινε το τρίωρο και θα άρχιζε τη μίρλα. «Κάνε υπομονή Τιτίζα» είπε στον εαυτό του, «θα περάσει κι αυτό». Έκανε ζικ-ζακ ανάμεσα από τα μηχανάκια, έβλεπε τους ακίνητους κρουπιέρηδες να περιμένουν τα θύματα σαν τις αράχνες στον ιστό τους, κοιτούσε τα αυτοκίνητα να αιωρούνται στην ειδική βάση και σκεφτόταν αν έπεφταν τι μακελειό θα γινόταν και τι θα μπορούσες να κλέψεις εκεί πάνω στο μακελειό ώσπου φτάνει μπροστά σε ένα μηχανάκι. Το κοιτάει. Τον κοιτάει. Το κοιτάει. Τον κοιτάει. «Αυτό θα βγάλει λεφτά» σκέφτεται ο Τιτίζας μαγεμένος σα να του μίλησε το μηχανάκι και φεύγει. Αφού δεν υπήρχε περίπτωση να παίξει άλλο, σιγά μη χαλούσε λεφτά επειδή του μίλησε το μηχανάκι. Ξανά ζικ-ζακ, βαρέθηκε, έφτανε σιγά-σιγά η ώρα για το κλείσιμο του τρίωρου και το ξεκίνημα της γκρίνιας. Πάει στο Φουντούλη ο οποίος έχει χάσει ακόμα 2 δεκάευρα. Με το που κάθεται δίπλα του, βλέπει το Φουντούλη να τα μαζεύει κι ένα χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του. «Ωραία, φεύγουμε, ούτε να γκρινιάξω δε θα χρειαστεί, και γαμώ!» σκέφτεται και καπάκι του πέφτουν τα αρχίδια στο πάτωμα γιατί ο Φουντούλης με ένα χαμόγελο αστέρων του λέει: «Έλα, πάμε σε άλλο τώρα!» «Όχι ρε πούστη!» σκέφτεται ο Τιτίζας και το λέει και δυνατά. «Σκάσε» του λέει ο Φουντούλης, τον παίρνει από το χέρι και τον σέρνει. Και τότε ο Τιτίζας τρώει το φλας. Με ένα ανάποδο λουπ, αρπάζει τώρα αυτός το χέρι του Φουντούλη και αρχίζει να τον τραβάει λέγοντας: «Εδώ! Εδώ! Εδώ! Εδώ!» και τον πάει στο μηχανάκι που του είχε μιλήσει προηγουμένως. Ευτυχώς, δεν καθόταν κανείς. «Εδώ κάτσε!» λέει στο Φουντούλη και τον καθίζει με το ζόρι. «Θα βγάλει λεφτά!» Και είχε δίκιο. Ω ναι. Το μηχανάκι χάρισε στο Φουντούλη 75 ευρώ με τη μία. Και η ώρα έχει πάει 10. Κι ο Τιτίζας δε θέλει πια να φύγει. Για την ακρίβεια, έχει τραβήξει τέτοιο άγχος, τέτοιο στρες και τέτοια ένταση από την ώρα που άρχισε να βλέπει το μηχανάκι να ξερνάει ευρώ, που θέλει να κάτσει να διαλογιστεί και να συσκευθεί και να βρει ποια μηχανάκια θα βγάλουν και ποια όχι, μέχρι να φύγουν πλούσιοι. «Πάμε σ’ άλλο!» του λέει ο Φουντούλης μέσα στην ευτυχία που έχει βγάλει τα χαμένα κι έχει κερδίσει κι άλλα κι ο Τιτίζας δεν αρνείται, παρά λέει με μάτια γουρλωμένα και ρομποτική προφορά: «Ναι, ναι, ναι, ναι!» Έχει χαρεί απεριόριστα που ο Φουντούλης έχει κερδίσει γιατί πρώτον, τον αγαπάει πολύ και δεύτερον, γιατί του αξίζει! Πάνε σ’ άλλο. Ο Φουντούλης παίζει, παίρνει 5, χάνει 7, παίρνει 20, χάνει 15, παίρνει 23, χάνει 16, παίρνει 38, χάνει 22 και οι δύο φίλοι αρχίζουν να μπερδεύονται γιατί δεν είναι και οι πρώτοι στα μαθηματικά. Έχει έρθει η ώρα να υπολογίσουν τι σκατά γίνεται με τα λεφτά για να ξέρουν που πάνε. Και κάθονται να μετρήσουν τι έχασε ο Φουντούλης, τι του δάνεισε ο Τιτίζας, τι πήρε ο Φουντούλης, τι έδωσε στον Τιτίζα κι ένα έχω να σας πω. Ευτυχώς οου δεν ήσασταν εκεί. Θα χεζόσασταν. Θα πεθαίνατε. Θα σβήνατε από το χάρτη. Από το γέλιο φυσικά. Τα άτομα ήταν για τα πανηγύρια. Μόνο τις κάλτσες δεν έβγαλαν να μετρήσουν και με τα δάχτυλα των ποδιών. Τελικά βρήκαν ότι ο Φουντούλης ήταν χαμένος καμιά 100ριά ευρώ και δε χρωστούσε τίποτα στον Τιτίζα. Αφού είχαν ξεκωλωθεί να γελάνε καλά-καλά και μαζί μ’ αυτούς, όσοι τους άκουγαν να μετράνε και να υπολογίζουν, στράβωσαν γιατί κατάλαβαν ότι ήταν χαμένοι. «Όχι ρε πούστη!» λένε με μια φωνή και πάνε να βρουν ένα μηχανάκι που θα τους μιλήσει με λόγια που μόνο αυτό ήξερε να πει. Γουρλώνουν τα μάτια, σταματάνε να μιλάνε, συγκεντρώνονται, αρχίζουν να αιωρούνται και σιγά-σιγά να πετάνε σε χαμηλό ύψος ανάμεσα από τους άλλους. Και ναι. Ένα μηχανάκι μίλησε στο Φουντούλη αυτή τη φορά. Με το που το βλέπει, ανοίγει τις ματάρες του και λέει: «Δεν το πιστεύω! Αυτό παίζαμε στις διακοπές και είχε χεστεί να δίνει!» Και κάθεται. Και το μηχανάκι ξεκωλώθηκε. Λες και ήταν το ίδιο των διακοπών. 170 ευρώ έδωσε. Περιττό να πούμε πως οι δύο φίλοι ήταν ιν τρανς, μαγεμένοι, συγκλονισμένοι και είχαν να ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους όση ώρα κάθονταν εκεί. Η ώρα είχε πάει 1. Αφού παίρνει τα χαμένα και κερδίζει και πόσα άλλα ο Φουντούλης, γυρίζει στον Τιτίζα και του λέει: «Μαλάκα παίξε, θα κερδίσεις!» «Όχι!» του πετάει ο Τιτίζας γιατί ναι μεν ήταν μέσα στη μαγεία τόση ώρα αλλά η πραγματικότητα είναι μεγάλη πουτάνα κι ο Τιτίζας δεν είχε λεφτά για πέταμα στη συγκεκριμένη φάση. Η αλήθεια είναι βέβαια πως θα ήθελε να σκίσει τα ρούχα του από την πώρωση που τον είχε πιάσει και να χαλάσει μέχρι κάτι λεπτά που είχε στο πορτοφόλι του αλλά είπε ΟΧΙ! Ο Φουντούλης όμως κάτι ήξερε και του λέει: «Κάτσε μαλάκα, σου λέω!» «Όχι!» επιμένει ο Τιτίζας γυρίζοντας το κεφάλι στο πλάι, κλείνοντας τα μάτια, δαγκώνοντας το κάτω χείλος και σφίγγοντας τις γροθιές του μπροστά στο στήθος του. «Σου κερνάω 5 ευρώ να παίξεις!» του λέει ο Φουντούλης και μ’ αυτή του την κίνηση, συγκίνησε τόσο πολύ τον Τιτίζα που έσπρωξε πέρα το Φουντούλη, του πήρε το πεντάευρο από το πορτοφόλι πριν το βγάλει από την τσάντα κι έκατσε. Και κέρδισε 50 ευρώ. Εκεί να δείτε τι έγινε. οι δύο φίλοι είχαν ιδρώσει. δεν υπήρχε αυτό που συνέβαινε εκείνη την ημέρα. Ο Τιτίζας κόντεψε να χεστεί επάνω του. Μιλάμε για μεγάλη χαρά. Νομίζουμε πως ο Τιτίζας δεν έχει κερδίσει ποτέ στο καζίνο. Όχι ότι παίζει τα πολλά, αλλά όσα παίζει όποτε πάει, τα χάνει. Κι αυτή τη φορά, ω, τι υπέροχη αίσθηση να πάρεις τα χαμένα και να βγάλεις λίγα ακόμα! Σα να βρήκες λεφτά στο δρόμο!! Και τότε του είπε ο Φουντούλης να φύγουν. Αλλά ο Τιτίζας πλέον δεν πήγαινε πουθενά. Τον είχε καταλάβει ο δαίμονας του καζίνο. Και ξανάπαιξε. Και τα έχασε ο μαλάκας. Και τότε ο Φουντούλης τον τράβηξε απότομα, τον έριξε κάτω κι άρχισε να τον σέρνει από το πόδι στη μοκέτα γιατί φοβήθηκε ο καημένος. Το μάτι του Τιτίζα έλεγε «θα σε πουλήσω πουστάκι σε κάτι γέρους που σε γλυκοκοιτάνε και θα τσιμπήσω ένα 20ράκι να το παίξω». Εντάξει. Ευτυχώς που έφυγαν. Με το που βγήκαν έξω, ο Τιτίζας συνήλθε. Ο κρύος αέρας βλέπεις. Και ήταν χαρούμενοι. Γιατί τελικά ο Φουντούλης κέρδισε μια χαρά λεφτάκια κι ο Τιτίζας έχασε όσα χάλασε για φαΐ και τέτοια δηλαδή τίποτα. Η ώρα ήταν πια 2...


Προσοχή, όποιος τελικά δε βαρέθηκε να διαβάσει όλη αυτή τη μαλακία και θέλει να μαζοχιστεί κι άλλο, ας περάσει κι από δω!

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Γύρισα...

...πριν μερικές μέρες. Σιγά μην καθόμουν κανέναν αιώνα, θα με σκυλόβριζαν μέχρι και τα βαφτιστήρια! Ετοιμάζω κείμενο και βιντεάκι αλλά κάνω λες και θα είναι το τελευταίο έπος πριν πεθάνω. Όλο ξεκινάω να γράψω κι όλο το παρατώ, όλο βαριέμαι, όλο μαλακίζομαι, τι άνθρωπος!! Ελπίζω όλοι να περνάτε καλά!! Έρχομαι δριμύτερη!

ΑΑΑΑΑΑ!!! Καλό Μήνα σε Όλους!!!!!!!