Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Τσιν Τσιν, εδώ δεν χαζεύουμε, πίνουμε.

Κωωω...λόοο..γρια... Πουου...ρόοο..γριααα... τα πράσινά σου φύλλα
Αχ πως πίιι...νεις και δε μεθάαας...
Κωωω..λόοο...γρια... Πουου...ρόοο..γριααα... Θα καταντήσεις τζάνκιιι...

Βασικά για τις χτεσινές πομπές θέλω να γράψω αλλά θα ξεκινήσω απ' αλλού γιατί ως γνωστόν τρελαίνομαι να πηγαίνω μέσω Λαμίας. Τις τελευταίες μέρες που λέτε, πιάνω πουλιά στον αέρα. Όχι από εξυπνάδα, σας παρακαλώ, με προσβάλλετε, από νεύρα. Κι όχι μόνο εγώ απ' ότι έχω δει, γενικώς παίζει ένας εκνευρισμός, αλλά τέλος πάντων. Που λέτε λέω. Εκεί που είμαι καλά και όμορφα, σε μια καταστολή άλφα ρε παιδί μου, κάτι μπορεί να δω, μάλλον κάτι μπορεί να μου πεις, εσύ ο αθώος άνθρωπος απέναντί μου και τότε ξαφνικά, θα σηκωθεί το δεξί μου και θα κλείσει γερά γύρω από το λαιμό σου. Το χαμόγελό μου θα είναι παγωμένο και τα μάτια μου θα έχουν εισβάλλει στα έγκατα της ψυχής σου μέσα από τα δικά σου μάτια. Τρόμαξες; Γι' αυτό σου λέω, μη με εκνευρίζεις. Που λέτε ξανά. Έχω ένα εκνευρισμό. Αλλά δεν πειράζει. Το ξέρω, τον έχω εντοπίσει και τον πιάνω έγκαιρα. Όχι που θα με κορόιδευε εμένα το πουστράκι. Παρόλα αυτά, για μερικά δευτερόλεπτα, μέχρι να τον πιάσω, την πατάω. Είναι εκείνα τα δευτερόλεπτα που μάλλον θα σε έχω πνίξει αγαπητέ αθώε άνθρωπε.

Παράδειγμα. Έχω ένα φίλο που του μιλάω πάρα πολύ άσχημα. Αλλά το θέλει, το ζητάει και του αρέσει αρχίζω να πιστεύω πλέον. Δηλαδή, εγώ είμαι πάρα πολύ καλή μαζί του, αλλά, ειδικά τέτοιες μέρες που υπάρχει ένας περιρρέων εκνευρισμός, με φτιάχνει και τον αρχίζω σε κάτι μπινελίκια που δεν υπάρχουν. Αλλά τα θέλει ο κώλος του, την ψάχνει, το ξαναλέω. Να τώρα π.χ. θα διαβάσει το ποστ και θα με πάρει τηλέφωνο να με βρίσει. Ε δεν την ψάχνει; Που λέτε. ...Όχι, τα λέω αυτά για να δείτε ότι ναι μεν υπάρχει ο εκνευρισμός, αλλά πρέπει να βρεθεί και ο λόγος για να βγει προς τα έξω. Παίρνω που λέτε το φίλο αυτό τηλέφωνο χτες να του πω ότι έχω φαΐ και γλυκό διαθέσιμο άμα γουστάρει να έρθει να μασαμπουκιάσει. Με χαμόγελο έπαιρνα, αλήθεια το λέω. Και το σηκώνει. "ΕΕΕΕΛΑΑΑΑΑΑ!!!" ούρλιαξε σα βλάχος στη ραχούλα που καλεί τα πρόβατα. Αυτό ήταν. Το κουμπί που έχω στο κούτελο με τίτλο "εκνευρισμός" άρχισε να αναβοσβήνει. Παρόλα αυτά. Με περισσή γλυκύτητα του λέω, χωρίς να φωνάζω: "Τι φωνάζεις βρε μαλάκα; Μη φωνάζεις". Και τι λέει; "ΕΕΕΕΕΕΛΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!" πιο δυνατά. Όπως καταλαβαίνετε η επόμενη απάντησή μου ήταν "ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΣΚΑΣΕ ΣΚΑΣΕ ΣΚΑΣΕ ΜΗ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΚΩΛΟΒΛΑΧΕ ΤΣΟΜΠΑΝΗ ΤΑΓΑΡΙ" κι αυτός από πάνω επειδή γούσταρε που με είχε τσαντίσει, γελούσε και φώναζε "ΕΛΑΑΑΑ ΕΛΑΑΑΑ ΕΛΑΑΑΑ ΕΛΑΑΑ", καταλαβαίνετε, πουτάνα όλα. Κι εκείνη τη στιγμή που φωνάζαμε, χτυπάει το κινητό. Κόπηκαν οι φωνές μαχαίρι και του λέω με γλύκα "έλα, σκάσε, σε κλείνω και σε ξαναπαίρνω", σηκώνω κινητό, από τον ΟΤΕ. Μέσα στην ευγένεια με τον ΟΤΕ, την δουλειά μου ήθελανα κάνω, όχι ότι έγινε, λέμε τώρα, κλείνω το κινητό. Ξαναπαίρνω το φίλο. Δε φώναξε αυτή τη φορά, το σήκωσε κανονικά, είχα ξεχάσει το πριν εγώ και μιλούσαμε ανθρώπινα, τι κάνεις, τι γίνεται κλπ. Αφού λέμε τα πριν και τα προσεχώς, του λέω "έχεις φάει σήμερα;" Και τι μου απαντάει αν έχετε το Θεό σας. "Τι εννοείς;" Λοιπόν, αυτή η ερώτηση σε ερώτηση που πιο σαφής δε γίνεται, μπορεί να με στείλει στην κόλαση, πραγματικά όμως. Και μου την κάνει συνέχεια. Τον ρωτάω τέτοια πράγματα, απόλυτα απλά και με ρωτάει πίσω τι εννοώ. Εννοείται φυσικά ότι η απάντησή μου 99% έχει να κάνει με πούτσους και κώλους. Όπως χτες. Με το που ακούω το "τι εννοείς;" στο "έχεις φάει σήμερα;" απάντησα: "ΤΙ ΕΝΝΟΩ! ΤΙ ΝΑ ΕΝΝΟΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ! ΕΧΕΙΣ ΦΑΕΙ ΠΟΥΤΣΟ ΤΩΡΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ;" Ναι, γίνομαι απαίσια το ξέρω αλλά μόνο με αυτούς που μπορώ και διασκεδάζουμε μαζί, ουδέποτε θα έκανα έτσι με άλλους που δεν είναι στην ίδια φάση. Εγώ μ' αυτό το φίλο μου δεν έχουμε πρόβλημα, με εκνευρίζει αφάνταστα, δε λέω, αλλά μάλλον το κάνει επίτηδες για να βλέπει αντιδράσεις και να γελάει. Φυσικά με την απάντηση γέλασε και μου είπε ότι δεν έχει φάει, του είπα να έρθει να φάει άμα θέλει και τι μου είπε; Α ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΜΩΡΗ. Τον γαμάς; Όχι πείτε μου, φταίω εγώ μετά να τονε βάλω κάτω και να τον πατήσω στο λάρυγγα; Όχι πείτε μου. Πείτε μου σας παρακαλώ δηλαδή. ΤΩΡΑ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ;; συνεχίζει. Εκεί άρχισε να ξεφεύγει το πράγμα. Θα έβαζα το χέρι μέσα στο ακουστικό και θα τον έβγαζα από το σπίτι του στο σαλόνι μου. Αλλά τελικά εντάξει όλα κομπλέ. (Τον απείλησα ευγενικά με χαμηλή φωνή, φοβήθηκε και ντάξει).

Τώρα εγώ γιατί τα έγραψα όλα αυτά;... Α! Για τον εκνευρισμό. Ναι... και τι σχέση έχει ο εκνευρισμός με τις χτεσινές πομπές; ...Δεν ξέρω, κάποια σχέση θα έχει, θα δούμε. Που λέτε.

Τι έλεγα ότι κοιμάμαι 800 ώρες αυτές τις μέρες; Ε, πάνε αυτά, περάσανε φίλοι μου. Δυο μέρες κράτησε το πάρτυ του ύπνου. 3 ώρες έχω κοιμηθεί σήμερα. Και ούτε. 3:30, 4 παρά χτες και σήμερα ξύπνησα στις 6. Δηλαδή τα ξημερώματα όλα αυτά, όχι τύπου χτες το μεσημέρι έπεσα σε κώμα και ξύπνησα σήμερα στις 6, όχι, καμία σχέση. Σήμερα στις 3 και σήμερα στις 6. Το πάλεψα μιάμιση ώρα μετά μπας και κοιμηθώ αλλά δε μπορούσα. Και όχι, δεν είχα κανένα εκνευρισμό, μια χαρά ήμουν, απλώς τα γαμόξυδα τα κάνουν αυτά. Τι τα πίνεις τα γαμημένα, θα μου πείτε, αφού βλέπεις τα χάλια σου γριά γυναίκα. Μωρέ να σας πω κάτι; Μου έφταιγε και το τασάκι στο κεφάλι μου. Τέτοια μπόχα δεν την αντέχω. Το τι απορροφούν τα μαλλιά από τσιγαρίλα δε λέγεται. Αηδία. Και μου έρχονται στο πρόσωπο και τρελαίνομαι. Οπότε καταλαβαίνετε, δε γινόταν. Και έκανα την αηδία δύο μέρες σερί. (Εξού και η παραλλαγή του "Έλατου" στην αρχή αυτού του ποστ) Προχτές έπινα από τις 5 έως τις 11 (αλλά μετά κοιμήθηκα κούκλα 850 ώρες) και χτες πάλι τα ίδια από τις 10 έως τις 2:30. Αλλά μάλλον κάτι το απανωτό, δύο μέρες αποτσίγαρα στο κεφάλι μου (όχι δε λούστηκα ΚΑΙ χτες, έχουμε και δουλειές, είχα λουστεί προχτές, ολόκληρη βελέντζα έχω στο κεφάλι μου, ήξερα ότι θα βγω πάλι, τι νόημα είχε να αρωματίζομαι δεν καταλαβαίνω, είναι σα να σηκωθείς από τα σκατά και είναι να ξαναπέσεις. Γιατί να πλυθείς; Άλλο το μπάνιο. Για το λούσιμο λέω. Εντάξει, είμαι βρωμιάρα, μη με κάνετε παρέα, χέστηκα. ...Μαλάκες... μέρα παρά μέρα λούζομαι, ήμαρτον. Άσε που φταίνε τα κωλοχημικά αφροί και τέτοια. Σταμάτησε το Μπόντι Σοπ να βγάζει τον αφρό και αναγκάζομαι να χρησιμοποιώ μαλακίες χημικές που είναι σαν κόλλα για μύγες τα γαμημένα, ουστ κωλοχημείες, θα βρω φυτικό πράμα πάλι, δε βρωμάει έτσι το μαλλί λέμε. ..Γιατί, δεν έβγαινα παλιότερα; Χτες ξεκίνησα; Δεν ξέρω; Αυτά φταίνε, τα χημικά τα κωλοπροϊόντα, μακριά!) Τι έλεγα; Ξέχασα. Α ναι. Για τον λίγο ύπνο. Ε τα γνωστά πάλι. Τώρα που έχω δουλειές σήμερα, ραντεβού, μαλακίες, να πλέξω γιατί πρέπει να παραδώσω μια παραγγελία, θα βαράω ντάγκλες από τις 11 το πρωί, στάνταρ. Αλλά δε γινόταν, τι να κάνω; Να πιω ναρκωτικά; Σηκώθηκα, άναψα θερμοσίφωνα, μπανιαρίστηκα και έκατσα να γράψω εδώ την ιστορία της ζωής μου μπας και νυστάξω και πέσω να κοιμηθώ τύπου 10-12. Που λέτε. Χτες.

Ήρθαμε και στο χτες. Καταρχήν πήγαμε και είδαμε ένα πάρα πολύ ωραίο έργο. Το "Ο θαυματοποιός". Άχου, πολύ ωραίο. Είναι κινούμενα σχέδια και είναι του ίδιου που έφτιαξε το "Τρίο της Μπελβίλ". Νομίζω πως δεν είναι ωραίο όσο το Μπελβίλ αλλά είναι ακριβώς το ίδιο καταθλιπτικό. Για να καταλάβετε, κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ταινίας που έβλεπα μια μίζερη φιγούρα να σέρνεται χωρίς κανένα νόημα σ' αυτή τη ζωή, σκέφτηκα πως τώρα θέλω ενάμιση κιλό σοκολάτα και 3 μπουκάλια αλκοόλ. Ακριβώς μετά από τη σκέψη μου, ο ήρωας έβαλε θηλιά στο λαιμό του και ένα τελευταίο ποτήρι ουίσκι. Το τι αναστεναγμό άκουγες μέσα στο σινεμά δε λέγεται. Αναστέναζα εγώ, αναστέναζαν οι φίλες μου, αναστέναζαν οι μπροστινοί, οι δίπλα, γάμα τα. Αλλά είναι πολύ ωραία φτιαγμένο. Γενικά μιλώντας πάντως, αν θέλετε να αυτοκτονήσετε, καλύτερα μην πάτε να το δείτε. Αν έχετε έτσι μια γλυκιά διάθεση και γουστάρετε να δείτε κάτι πολύ όμορφο, πάτε, είναι πολύ ωραίο. Κι αφού δεν κρεμάστηκα εγώ μετά απ' αυτό, ντάξει είμαστε, κομπλέ.

Μετά που λέτε από το έργο, πήγαμε να πιούμε. Και να μη θέλαμε δηλαδή, έτσι όπως μας έκανε, πάλι θα πηγαίναμε. Στην αρχή ήμασταν ολίγον κηδείες. Σιγά σιγά όμως αρχίσαμε να γινόμαστε και πάλι άνθρωποι. Μόνο που έκανε πολύ ζέστη εκεί μέσα ρε παιδί μου. Τέλος πάντων. Άλλο ήταν το θέμα.

Φανταστείτε ότι σκοπός του ποστ ήταν να είναι γραμμένο τύπου Σεξ εντ δε Σίτι, πως γράφει η Κάρι τα άρθρα της, έτσι, να έγραφα κάτι σαν ΤΕΛΙΚΑ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΕΣ ή ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΑΛΑΚΕΣ; ή ξερωγώ.. ΤΟ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΠΕΦΤΟΥΝ ΟΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ή ΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΦΛΕΡΤ; και διάφορες τέτοιες μαλακίες αλλά το γάμησα και τώρα μέχρι και γω έχω κουραστεί, άσε που είναι μαύρο χάραμα, έχω αρχίσει να πεινάω και με βαραίνει και η πετσέτα στο κεφάλι (...λούσιμο; Χελόου, πλύθηκα; Καθαρή; Μυρίζω ωραία κι έτσι; Α μπράβο. Μέχρι και μαξιλαροθήκες άλλαξα, όχι για να μη με λέτε βρωμίλω). Που λέτε. Τελειώνω, εντάξει. Αν κι έχει πολύ ψωμί η φάση αλλά θα το κάνω ψωμάκι, μπουκίτσα.

Το λοιπόν. Καθόμαστε εκεί, πίναμε και να ο σερβιτόρος μας φέρνει σφηνάκια. Κι αρχίζουν οι άλλες "και πως σε κοιτάει! σε γουστάρει! αχ για σένα τα έφερε" και τέτοια. Τις κοιτάω, κοιτάω και γύρω μου και διαπιστώνω πολύ σωστά πως στ' αρχίδια του μ' έχει γραμμένη εμένα και πως έχει πάει σφηνάκια σε όλο το μαγαζί. Τους το λέω. "Ναι καλά, σε γουστάρει σου λέω, αφού εσένα μιλάει όταν έρχεται". "Μου μιλάει γιατί είμαι πιο κοντά του ρε μαλάκες, πάτε καλά;" "Όχι, μην είσαι τέτοια, κρίμα το παιδάκι", "τι κρίμα το παιδάκι ρε παιδιά, τι είμαι γω, άσυλο για καταφρονεμένους;" και κάπως έτσι πήγε η κουβέντα και βασικά είχαμε πέσει κάτω και γελάγαμε από τις μαλακίες που λέγαμε. Αργότερα, όχι τίποτα, αλλά είχαμε διαφωνία, σε γουστάρει, όχι δε με γουστάρει, χέστηκα, παράτα με, ώχου, κλπ, αποφάσισα να κάνω το ίδιο σ' αυτές με άλλους εκεί μέσα. Έπιανα λοιπόν με το βλέμμα μου κάτι τελειωμένους τους καημένους, άσχημους, χάλια, σκουντούσα την κολλητή μου, της έκλεινα το μάτι και της έλεγα "κοίτα, σε γουστάρει, έλα μωρέ τον καημένο, κρίμα" και γελούσαμε και στο καπάκι της έκοβα το γέλιο λέγοντάς της πως δεν ήταν σωστό που γελάμε γιατί και μας μπορεί να μας έδειχναν κάποιοι και να έλεγαν ''μ' αυτές; εμείς ποτέ, κοίτα πως είναι" και μετά γελούσαμε πάλι γιατί λέγαμε αποκλείεται με τέτοια ομορφιά και κάπως έτσι γίναμε τύφλα. Το καλύτερο είναι ότι όταν φεύγαμε και πληρώναμε, το αγοράκι σερβιτόρος φίλησε στο μάγουλο την άλλη φίλη και ντάξει, τα έσπασα, βρήκα πάτημα και λύσσαξα, νααααα, που εμένα ήθελε, εσένα ήθελε τελικά, ναααααα!!! και φύγαμε παραπατώντας. Βέβαια το καημένο ήθελε να μας φιλήσει και τις τρεις με τόσα που είχαμε πιει και του λέγαμε βλακείες και είχαμε γίνει "φίλοι" και καλά, αλλά έτσι όπως τον κοίταξα εγώ, δεν υπήρχε να με πλησιάσει, είμαι λίγο τρομακτική όταν θέλω.

Παραπατώντας και παραπαίοντας λοιπόν, περάσαμε και από το διπλανό μπαρ, ήπιαμε ένα καραφάκι (σφηνάκια) και γυρίσαμε σπίτια μας. Κι εγώ ακμαιότατη. Τι αλκοολική έχω γίνει δεν ξέρω. Καλά, δεν πίνω και τίποτα βαριά πράγματα αλλά μαζί με σφηνάκια θα έπρεπε να είχα ένα θέμα. Μπα.. μια ελαφριά ζαλάδα, γλυκιά διάθεση, έτσι.. με αγάπη, δε θύμωνα ρε παιδί μου. Θα μου πεις τι να θυμώσεις ρε κακομοίρα, άμα θύμωνες και κείνη την ώρα, θα είχες μεγάλο θέμα. Σωστό κι αυτό. Άσε που πήρα ταρίφα και άρχισε την κουβέντα για τις φωτιές που μπήκαν πριν 2-3 χρόνια πότε ήταν στη Πελοπόννησο, Πάρνηθα κλπ. Τι θυμήθηκε ο άνθρωπος. Και γω, μια χαρά, φωνάζαμε εκεί μέσα, λέγαμε πόσο κάφροι είμαστε οι Έλληνες και πόσο ξύλο θέλουμε και χάρηκε ο άνθρωπος, έβγαινα από το ταξί και μου μιλούσε. Άσε σου λέω, κομπλέ όλα. Άλφα Άλφα. (Ανώνυμοι Αλκοολικοί δηλαδή).

Πολύ ωραία περάσαμε, να το ξανακάνουμε σε 7-8 βδομάδες γιατί δεν παίζει, μου άρεσε που κοιμόμουν τόσες ώρες, ζε σέλω άλλο αλκοόλ.

Καλημέρα σας. Και εις άλλα με υγεία. ...Και μη βαράς την πόρτα γείτονα μη βγω και σε γαμήσω πρωνιάτικο.

Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Των υπό του Ηρώδου αναιρεθ. 14.000 νηπίων.

Δεν είχα τι τίτλο να βάλω και έβαλα αυτό που γράφει το ημερολόγιο. Μα 14.000 νήπια; Κακός άνθρωπος.

Που λέτε. Ωραίες αυτές οι γιορτές. Πανσέληνοι, εκλείψεις μετά από 268267187391 χρόνια, γλέντια τρελά, φαΐ μέχρι να σκάσεις, για όποιον έχει δηλαδή, γιατί παίζει και το φαινόμενο πια να μην έχουν κάποιοι να φάνε, ποτά, ύπνος, πόσος ύπνος Θεέ μου, μιλάμε κοιμάμαι μέχρι του Αγίου ανήμερα. Φλερτ με την κατάθλιψη; Κούραση; Διαθέσιμος χρόνος; Δεν ξέρω. Πάντως τις τελευταίες μέρες νομίζω πως έχω πεθάνει, δεν κοιμάμαι απλώς. Βέβαια όταν σηκώνομαι, φτιάχνω μερικά ταψιά με γλυκά για να έχω καβάτζα, λίγο φαγητό και κάτι αλκοολούχα, όπως Λιμοντσέλο. Ε τι να κάνω. Πήγα στον κολλητό και αποψίλωσα την υπέροχη λεμονιά τους και τα κανόνισα εγώ τα λεμονάκια στο σπίτι. Αποτέλεσμα βέβαια της αποψίλωσης ήταν να έχω μια κουζίνα γεμάτη λεμόνια χωρίς φλούδα τα οποία δεν έχω τι να τα κάνω αλλά μάλλον προς λεμονάδα θα πάνε, τι άλλο;

Τα Χριστούγεννα τι έπαθα... Πήγα σε ένα φιλικό σπίτι που έπαιζαν φίλοι διάφοροι της εκεί οικογένειας, μαμάδες, μπαμπάδες κλπ. Ε, είχε μια φίλη το βιβλίο μου και επειδή είναι περήφανη για μένα, το έδωσε στη μαμά της να το διαβάσει. Έφαγε μερικές μούντζες, όχι τίποτα αλλά γιατί η μαμά της με ξέρει από πιτσιρίκι και σίγουρα η γυναίκα αποκλείεται να υποπτευόταν ότι ο συγγραφέας του βιβλίου και γω, είμαστε το ίδιο πρόσωπο. Παρόλα αυτά, το διάβασε η γυναίκα, της άρεσε και όταν με είδε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με γλυκοφίλησε και άρχισε να μου λέει δυνατά ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ, ΠΟΥ ΤΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕΣ ΑΥΤΑ ΒΡΕ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΟΥ και γω εντωμεταξύ να φρικάρω και να λέω δυνατά άλλες λέξεις άσχετες να την καλύπτω να μην ακούσουν οι άλλοι κλπ. Αλλά το άκουσαν και άρχισαν: "Έγραψες βιβλίο;" "Όχι" να τους λέω μέσα στην ψυχραιμία πίνοντας κρασί, να κοιτάει η μαμά, να απορούν οι άλλοι και να σκέφτονται γιατί κάποιος που έχει γράψει βιβλίο το κρύβει, να το ακούει άλλος να μπαίνει στην κουβέντα: "Τι; έγραψε βιβλίο η ....; Έγραψες βιβλίο;!", "Ναι, ναι!" να λέει η περήφανη φίλη, "Όχι, όχι, μαλακίες λέει" να λέω εγώ, να πίνω κρασί και να δείχνω τη φίλη, να μας κοιτάνε οι άλλοι και προφανώς να σκέφτονται τι μαλάκες είμαστε. Τελικά, η φίλη μου που δεν μπορούσε να καταλάβει ότι δεν το κάνω από μετριοφροσύνη αλλά απλώς θέλω να προστατέψω την ανωνυμία μου, σηκώθηκε, έφερε το βιβλίο και άρχισε να το δείχνει: "Να'το! Και στο εξώφυλλο είναι η ίδια! Κοιτάξτε!" Τσιμπούκι εγώ. Μου ήρθε να της δαγκώσω το χέρι, μα πραγματικά. Τελικά το έμαθαν όλοι, με επιβεβαίωσαν ότι θα το διαβάσουν και γω ήπια μισό μπουκάλι κρασί και χαμογελούσα σκεπτόμενη τι σοκ θα πάθουν που γνώρισαν μία γλυκύτατη γερόντισσα και γύρευε τι θα περιμένουν που ουδέποτε έχουν δει το μπλογκ μου και θ' ανοίξουν το βιβλίο και θα πέσουν πάνω σε ανυπέρβλητη βία, άπειρο μπινελίκι, σεξ και πάθη. Τι να πω. Δεν πειράζει, όλα καλά, ζωή να' χουμε να φτιάχνουμε πράγματα και να δημιουργούμε, δε γαμιέται. Μ' αρέσει που είναι περήφανοι οι φίλοι μου. Και μου αρέσει που αρέσει το βιβλίο μου, είναι συγκινητικό. Ξέρετε πόσες φορές την ημέρα με κάνει να χαμογελάω αυτό; Πολλές. Και ευχαριστώ όλους αυτούς (εσάς) που μου έδωσαν (δίνετε) αυτή τη χαρά:)

Τι άλλο; Που λέτε. Έχει κουνούπια. Με έχουν δαγκώσει και στα δύο πόδια, στις γάμπες. Εντάξει φίλοι μου, δεν παίζει, δεν είναι δυνατόν, Χριστούγεννα έχουμε, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ! Άντε γαμίδια. Επίσης στο σπίτι μου κάνει κρύο. Πολύ κρύο. Πάρα πολύ κρύο. Όταν έχει κρύο, όχι τώρα. Και το έστρωσα. Μέσα στο χαλί και τη φλοκάτη είναι. Και εννοείται ότι απαγορεύεται δια ροπάλου να πατήσει άνθρωπος με παπούτσια εδώ μέσα. Έχω παντόφλες στην είσοδο και ξηγιούνται όσοι είναι, δεν παίζει να καθαρίζω να μου πέφτει το νεφρί, ξεχάστε το μάγκες. Εκτός αν έκανα πάρτυ. Εκεί θα γινόταν το σπίτι μπουρδέλο αλλά δε με νοιάζει, πάρτυ θα ήταν. Ενώ τώρα, γιατί τσάμπα γαμίσι; Όχι, συγνώμη. Που λέτε. Σας φιλώ. Πολύ. Όλους. Καλή Χρονιά. Πιο καλή απ' αυτή.

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Μοναξιά-γιορτές, σημειώσατε τι;

Πρώτα απ' όλα θέλω να σας ευχηθώ χρόνια πολλά επειδή συνηθίζεται αυτές τις μέρες. Να σας ευχηθώ να περάσετε καλά, να γελάσετε και να είστε ευχαριστημένοι με ό,τι και αν κάνετε.

...Σας βγαίνει μια μίνι μιζέρια στην ευχή μου; Και μένα. Γιατί άλλα θέλω να πω. Θέλω να μιλήσω για τη μοναξιά. Για όσους και σε όσους θα είναι μόνοι τους αυτές τις γιορτές, (αλλά και σε άλλες στο παρελθόν).

Αγαπητοί μου μοναχικοί φίλοι, γεια σας. Δεν ξέρετε πόσο σας σκέφτομαι. Και δεν σας σκέφτομαι μόνο τις γιορτές, σας σκέφτομαι όλο το χρόνο. Γιατί δε θεωρώ τίποτα σημαντικότερο από την αγάπη και το να τη μοιράζεσαι με αγαπημένα σου πρόσωπα. Έλα όμως που κάποιες φορές οι επιλογές μας θες, η "τύχη" (που κατά εμέ δεν υπάρχει αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο), η "μοίρα" (που επίσης διαφωνώ με το θέμα αλλά άλλο κεφάλαιο και αυτό), τα γεγονότα, οι επιλογές άλλων, το ό,τι τέλος πάντων, μας οδηγεί κάποια στιγμή στο να είμαστε μόνοι μας. Κάποιοι από μας είναι μόνοι συνέχεια. Άλλοι περιστασιακά. Άλλοι ποτέ. Μόνο το μέσον θεωρώ υγιές. Κάποιος που βγαίνει συνέχεια και κάποιος που είναι συνεχώς μόνος, πιστεύω ότι έχει πρόβλημα. Δε γίνεται να μη θες να κάτσεις λίγο με τα νώτα σου, ούτε να κάθεσαι συνέχεια μ' αυτά, αν με καταλαβαίνετε. Αλλά δε θα μιλήσουμε ούτε γι' αυτό. Θέλω να σας αγκαλιάσω όλους όσους είστε μόνοι και να σας φιλήσω. Έτσι, γιατί γουστάρω.

Αγαπητοί μου φίλοι. Αν τις γιορτές θέλετε να αποκεφαλίσετε όλους αυτούς που γελάνε, χοροπηδάνε, ανάβουν λαμπάκια και φιλιούνται κάτω από γκι, ξεπεράστε το γιατί έτσι γουστάρουν και κάπου πρέπει κι αυτοί να βγάλουν την έντασή τους, κάπως πρέπει κι αυτοί να το ευχαριστηθούν και ω, παραδεχτείτε το επιτέλους, θα θέλατε κι εσείς να γελάσετε και να διασκεδάσετε λίγο, έλα τώρα. Ναι, ναι, ξέρω πολύ καλά τι θα μου πείτε, και οι μαλάκες που βγαίνουν και κάνουν έτσι, και του Αγίου Βαλεντίνου τα ίδια, η παγκοσμιοποίηση, η κοινωνία, ανεργία, δόσεις, σε τι κόσμο να φέρω τα παιδιά, σιγά μην κάνω, τι τη θέλω τη γκόμενα/το γκόμενο να μου σπάει τ' αρχίδια, ναι, ναι, ΟΚ, πρώτη εγώ τα λέω αυτά εκτός του ότι τα έχω ακούσει πολλές πολλές φορές γιατί τυγχάνει οι φίλοι μου να είναι ολίγον τι μυστήριοι.

Αλλά. Εδώ αγαπητοί μου μιλάμε για το συναίσθημα. Αυτό που σου ζεσταίνει την καρδιά και σου μαλακώνει το πρόσωπο. Αυτό που σε κάνει να χαμογελάς, αυτό που σε κάνει να κάθεσαι πιο χαλαρά και να απλώνεσαι στον καναπέ, δεν ξέρω αν ξέρετε τι εννοώ. Πάντως αν δεν ξέρετε τι εννοώ, έχουμε πρόβλημα. Σημαίνει πως έχετε πολύ καιρό να το νιώσετε και αυτό δεν είναι πολύ καλό σημάδι γιατί όλοι μας, μα όλοι μας, όσο και να το παίζουμε γαμάτοι και δεν μας νοιάζει και ντάξει, κομπλέ, θέλουμε αγάπη. Όταν δεν την έχουμε, μας πιάνει λύσσα και κακία και αντίδραση και ο κακός μας ο φλάρος.

Παρόλα αυτά. Δε γίνεται να έχουμε αγάπη επειδή απλώς το ζητήσαμε. Άμα ήταν έτσι, όλοι θα ήμασταν λες και έχουμε πέσει στο καζάνι του Οβελίξ. Οπότε. Τι κάνουμε. Καταρχάς ψάχνουμε λίγη αγάπη μέσα μας (γιατί εκεί είναι έτσι κι αλλιώς) για πάρτη μας. Μιζέρια, θα αυτοκτονήσω, θα μου πει κάποιος, και τι να κάνω, να αγκαλιάσω τον εαυτό μου, να του ευχηθώ χρόνια πολλά και να χαζέψω το δεντράκι ενώ ζεσταίνω το μοναχικό μου γεύμα και πάω να καθήσω στην τηλεόραση; Όχι, να μην αγκαλιάσεις τον εαυτό σου, χάρισέ του ένα χαμόγελο όπως περνάς από τον καθρέφτη, φάε το φαγητό σου, βάλε μια ωραία μουσική και διάβασε ένα βιβλίο ή παίξε wii. Κι αν δεν είσαι ελεεινός εγωιστής, ακόμα κι αν χτυπάει η καρδιά σου μέχρι να σπάσει, σήκω το κουλό σου και πάρε τηλέφωνο αυτόν, αυτή ή αυτούς που σκέφτεσαι. Ο εγωισμός σου σκέφτεται πως θα είναι χειρότερα αν σε κλάσουν ή σε αποπάρουν ή σου μιλήσουν απότομα ή, ή, ή, ή. ΟΚ, κάτσε μόνος σου λοιπόν και απόλαυσέ το. Τώρα αν δεν έχεις κανένα να πάρεις τηλέφωνο, ούτε σκέφτεσαι κανέναν ιδιαίτερα, αλλά θα ήθελες, τότε φίλε μου, πίστεψέ με, έχεις εκατοντάδες ευκαιρίες να γνωρίσεις κόσμο. Αρκεί να μην κάθεσαι κλειδαμπαρωμένος μέσα και περιμένεις να πιάσεις φιλίες με τον ντελιβερά που βιάζεται ο άνθρωπος. Μα, θα μου πεις, εσωστρεφείς άνθρωποι σαν κι εμάς, δεν πιάνουν εύκολα φιλίες. Δε με ακούς φίλε μου. Δε με ακούς. Είπα πριν, "θα ήθελες". Να θες πρέπει, τίποτα άλλο. Άμα δε θες και δυσκολεύεσαι, δεν πρόκειται. Και στο σημείο αυτό, μπορώ να σου μιλήσω για μένα. Που μπορώ να πιάσω κουβέντα και με το χορτάρι. Είναι φορές φίλε μου, που δε μου μιλάει άνθρωπος. Εκείνες τις φορές όμως είμαι γρουσούζα και το ξέρω. Το έχω δει το έργο ρε παιδί μου. Ξέρω όταν είμαι γρουσούζα δεν υπάρχει καμία δυνατότητα επικοινωνίας, ούτε προσέγγισης, ούτε τίποτα. Κανείς δε θέλει τη μιζέρια φίλε μου, ούτε συ ο ίδιος. Γι' αυτό πέταξέ τη από πάνω σου, έτσι απλά, ναι, είναι πανεύκολο άμα θες και μαλάκωσε το πρόσωπό σου, άρχισε να έχεις λίγο το χαμογελάκι της Τζοκόντα. Εγώ όταν είμαι ευχαριστημένη, έχω το χαμόγελο της Τζοκόντα και δεν ξέρεις πόσο γοητευτικό είναι, αμέ, εγώ στο λέω. Και δεν είναι μαλάκες όλοι αυτοί τόσα χρόνια που πάνε και τη χαζεύουν στο Λούβρο, έλα τώρα.

Ξέφυγα νομίζω, δίνω οδηγίες, λέω πράγματα που ξέρετε, απορώ αν διαβάζει ακόμα κανείς αυτό το ποστ. Κάτσε να δω: όποιος διαβάζει ακόμα αυτό το ποστ, είναι πουστράκι κραγμένο και μόλις κέρδισε ένα αυτοκίνητο, το δικό μου, με έξι βόλτες δωρεάν μαζί μου που θα φοράω σέξι καυτά εσώρουχα (θα έχω πλύνει τα σέξι καλύμματα εννοείται) και θα έχουμε μικρόφωνο και κάμερα. Σεξ και οποιαδήποτε άλλη επαφή δεν περιλαμβάνεται στο πρότζεκτ, ισχύει μάλιστα ο κανονισμός "απόσταση ασφαλείας 40 εκατοστά τουλάχιστον", καθώς έχω ορκιστεί αιώνια πίστη σε ένα δέντρο στα βάθη του Αμαζονίου που ενδεχομένως να έχει κοπεί τώρα και άρα δεν μπορώ να το βρω να πάρω πίσω τους όρκους μου, λυπάμαι.

Και συνεχίζω μοναχικοί μου φίλοι. Συγνώμη για το παραπάνω, ήταν για τους άλλους, αλλά ελπίζω να γελάσατε λίγο. Θέλω να γελάτε. Θέλω όλοι να γελάτε. Και γω θέλω να γελάω. Μου αρέσει πολύ να γελάω. Ένδειξη ευτυχίας και χαράς είναι το γαμίδι, γιατί να μη θέλω; Γι' αυτό γελάτε σας παρακαλώ. Εδώ ολόκληρο βιβλίο έγραψα με πρόθεση να γελάσετε κι εσείς ακόμα αρνείστε; (ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: ΠΑΡΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΩΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΦΤΗΝΟ ΚΑΙ ΚΑΛΟ, ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΠΟΥ ΘΑ ΘΕΛΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΟ - ΠΡΟΣΟΧΗ - ΜΗΝ ΤΟ ΑΓΟΡΑΖΕΤΕ ΣΕ ΠΟΥΡΙΤΑΝΟΥΣ - ΣΕ ΚΡΥΦΟΠΟΥΡΙΤΑΝΟΥΣ ΠΑΡΤΕ ΤΟ - ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ) Μα δεν αρνούμαι, θα μου πείτε, απλώς δεν κάθεται. Και με τι να γελάσω; Με αυτό, εκείνο, το άλλο (πολλοί δικαιολογημένοι λόγοι για να μην είμαστε χαρούμενοι). Προκάλεσέ το φίλε μου, κάνε κάτι, δεν ξέρω, μόνο άρχισε να γελάς. Υπάρχει άσκηση διαλογισμού με γέλιο, το ξέρεις; Στέκεσαι όρθιος, αρχίζεις να χοροπηδάς και να γελάς. Σε λίγα λεπτά, πίστεψέ με, μπορεί να έχεις κατουρηθεί ή να έχεις ξεσπάσει σε κλάματα. Κανένα πρόβλημα, πρέπει να ξεσπάσεις. Για να μη σου βγει σε αρρώστια στο λέω, όχι τίποτα άλλο. Ειδικά αν είστε δύο και κάνετε αυτό το διαλογισμό, θα πεθάνετε παίδες, θα λυθούν τα γόνατά σας, μιλάμε κατουριέσαι. ...Και ξέρετε γιατί είναι διαλογισμός το γέλιο; Γιατί όταν γελάς δε σκέφτεσαι φίλε μου, χελόου!! Γι' αυτό σου λέω, άκου με και δε θα χάσεις.

Είσαι λοιπόν μόνος στο σπίτι, όλοι έχουν κάτι να κάνουν, εσύ απλώς δε θες, δε μπορείς, δε γουστάρεις, δε σου λέει κάτι όλο αυτό και λες πως δε σε νοιάζει και καθόλου μιας και είναι ακόμα μία μέρα όπως όλες οι άλλες. ...Έλα τώρα που δεν αισθάνεσαι την ενέργεια γύρω σου. Κάθεσαι και μου τσαμπουνάς για εκλείψεις και πανσελήνους και το μουνί της Χάιδως και κατά τα άλλα δεν χαμπαριάζεις τίποτα; Να σε πληροφορήσω φίλε μου πως τα πάντα σ' αυτόν τον πλανήτη, κι εμείς, όλοι, όλα είναι ενέργεια, οπότε χέσε με σε παρακαλώ που δεν χαμπαριάζεις. Έχεις κλείσει τις αισθήσεις σου, απλώς. ΟΚ. Και να σου πω και κάτι; Όντως, μια ακόμα μέρα είναι. Σε κάποια άλλα μέρη του πλανήτη ολόκληρου, αυτήν την ίδια μέρα, γεννιούνται άνθρωποι, πεθαίνουν, δολοφονούνται, βιάζονται, κλέβονται, τραυματίζονται, κάνουν έρωτα, πλουτίζουν, φτωχαίνουν, κοιμούνται, ξυπνάνε, διαβάζουν, γαμοσταυρίζουν, χαζεύουν τη θέα από το παράθυρο, ζωγραφίζουν, ράβουν, πλέκουν, κεντάνε, αυτοκτονούν, χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο, παίρνουν χάπια, πλένουν, μαγειρεύουν, ψαρεύουν και χιλιάδες άλλα πράγματα. Όπως κάθε άλλη γαμημένη μέρα του χρόνου που δεν υπάρχει καν και μεις οι ίδιοι τον έχουμε βάλει να μας μετράει. Τόσο βλάκες.

Είσαι μόνος. Είμαι μόνη. Είναι μόνοι. Ε και; Μόνο να χαμογελάσουμε στον εαυτό μας πρέπει αυτές τις μέρες, να του προσφέρουμε αγάπη και να είμαστε ήρεμοι. Τα πάντα είναι επιλογή μας. Εμείς είμαστε οι άρχοντες και κύριοι του εαυτού μας. Κι εμείς μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε σ' αυτόν. Να τον κρατάμε δυστυχισμένο, μίζερο, άρρωστο, αδιάφορο, εγωιστή, μαλάκα, καλό, κακό, ευτυχισμένο, χαρούμενο, λυπημένο κλπ. Φυσικά και θα υπάρχουν διακυμάνσεις, τι είμαστε, ο Βούδας; Ή ο Χριστός (για να είμαστε και στο πνεύμα των ημερών). Όχι. Και κάποιοι από μας είναι περισσότερο γκρινιάριδες, γρουσούζηδες, εγωιστές κλπ. ΟΚ. Το θέμα είναι πόσο τη βρίσκεις μ' αυτό. Ή μάλλον πόσο το έχεις συνηθίσει, πόσο σε έχει καβαλήσει και δεν το έχεις πάρει χαμπάρι.

Σ' αγαπώ μοναχικέ μου φίλε. Και ξέρω πολύ καλά ποιος είσαι.
(Όλα τα άλλα τα λαμόγια που θα ξεσκιστείτε στο χαβαλέ, σας φιλάω στη μούρη, γουστάρω, χοροπηδάω στην πλάτη σας και γελάω μέχρι δακρύων. Σας αγαπώ:)

Να περάσετε όλοι καλά. Όσο γίνεται, όσο μπορείτε, όσο θέλετε. Και δώστε μια υπόσχεση στον εαυτό σας: Τον καινουριο χρόνο να γαμηθεί ο κωλοεγωισμός μας. Αμήν. Φιλιά πολλά σε όλους σας.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Μια βροχή, μερικά τραγούδια, τα κουζινικά μου και δυο μανίκια.

Το σύννεφ’ έφερε βρακί κι έχουμε μείνει μοναχοί. Έγιν’ η βροχή κουράδι, δεν πειράδει, δεν πειράδει. Το βρακάκι του στον ώμο για το δρόμο για το δρόμοΟοοοΟΟοοΟΟΟοο... μ’ αυτό ξύπνησα. Ή για την ακρίβεια, με το «έγιν’ η βροχή κουράδι, δεν πειράδει, δεν πειράδει». Καμιά φορά ξυπνάω και τραγουδάω κι εγώ, τι να κάνω. Αλλά το συνηθέστερο είναι να τραγουδάω ψευδά, να χορεύω ταυτόχρονα κλακέτες τύπου (αν ταιριάζει στο κομμάτι φυσικά και όλο αυτό μέχρι την τουαλέτα για κατούρημα), ή να σταυρώνω τα χέρια στο στήθος και να πετάω άριες (του κώλου, παράφωνες ενννοείται) και να σέρνω τα πόδια μου στο ρυθμό γέρνοντας από τη μία πλευρά μέχρι επίσης να πάω στην τουαλέτα, (θυμηθείτε κίνηση και φάτσα Τομ στους Τομ και Τζέρυ) αλί σε όποιον είναι μαζί μου εκείνη την ώρα πρωινιάτικο (αν και συνήθως γελάνε, πάλι καλά). Φυσικά, επειδή έχω αμνησία σε συνδυασμό με μαλάκυνση, εννοείται ότι ποτέ μα ποτέ μα ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ, ποτέ δε θυμάμαι ολόκληρο τραγούδι. Ποτέ όμως. ...Να, τώρα που σκέφτομαι, δε μου έρχεται κανένα ολόκληρο. Ούτε καν αυτά της Βουγιουκλάκη. Ούτε το shut the fucka uncla fucka που το λέω τόσες φορές και τόσο συχνά... Τι ντροπή. Τέλος πάντων. Επειδή λοιπόν δε θυμάμαι κανένα τραγούδι ολόκληρο ή για να είμαστε ακριβείς και ειλικρινείς, το μόνο που θυμάμαι συνήθως είναι ένας στίχος, άντε δύο το πολύ, άπαξ και πιάσω μια μελωδία, λέω τον ίδιο στίχο γύρω στις 80 φορές. Εδώ θέλεις γερό στομάχι άμα με κάνεις παρέα. Βέβαια, λόγω της ερμηνείας που συνοδεύεται από το τραγούδι, σε ξεγελάω και ενδεχομένως δε θα με χτυπήσεις φίλτατε συγκάτοικε, εσύ που αργότερα θα θες να με φιλοξενήσεις στην όμορφη βίλα σου με τις 4 πισίνες και τους 6 κήπους στην όμορφη Ουαλία. Άλλωστε, που θα με ακούς σε τέτοιο σπίτι; Ούτε που θα με βλέπεις είναι η αλήθεια. Να με καλέσεις σε παρακαλώ, ευχαριστώ.

Το «έγιν’ η βροχή χαλάζι δεν πειράζει δεν πειράζει» μου έχει μείνει εδώ και χρόνια γιατί έπαιξε σε πολύ κατάλληλο σκηνικό. Ήταν Αγγλία θυμάμαι, πριν πολλά, πολλά έτη πίσω. Ο κολλητός φιλοξενούσε μια ομάδα μπάσκετ με τους φίλους τους (εμάς δηλαδή) και όπως καταλαβαίνετε, για να πάνε να κατουρήσουν, να χέσουν, να μπανιαριστούν όλοι αυτοί συν τους ήδη υπάρχοντες συγκατοίκους του σπιτιού, το πρωί ήταν ένα θέμα να φύγουμε όλοι μαζί ταυτόχρονα. Υπήρχαν φορές που σκεφτόμασταν να χέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο κεντραρισμένοι μπας και γλιτώσουμε χρόνο. Καλά το κάνω μπάνιο, πλένεις δόντια κι ο άλλος χέζει, ...όχι δεν το κάναμε, αμέσως εσείς. Οι ιδιωτικές μας στιγμές, παραμένουν πάντα ιδιωτικές, σας παρακαλώ. Που λέτε. Είναι ένα πρωί λοιπόν που ετοιμαζόμαστε και κει που έχουμε βάλει τις στολές για το κρύο και ανοίγουμε την πόρτα, βλέπουμε να έρχεται το λεωφορείο. Εντωμεταξύ ρίχνει έπιπλα, όχι βροχή. Και αρχίζουμε να τρέχουμε να το προλάβουμε. Και εκείνη τη στιγμή βρίσκει ο κολλητός να τραγουδήσει δυνατά «ΕΓΙΝ’ Η ΒΡΟΧΗ ΧΑΛΑΖΙΙΙ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙΕΙΕΙ, ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙ» με τρεμάμενη φωνή κιόλας επειδή έτρεχε. Κόντεψα να πέσω κάτω, να κατουρηθώ κλπ. Πρώτον γιατί έριχνε γάτες, όχι βροχή και χαλάζι, και δεύτερον για την ώρα που διάλεξε να το πει. Ακόμα το θυμάμαι. Όπως θυμάμαι και το άλλο, το γαμάτο τραγούδι που του είχαμε γαμήσει τα πρέκια αλλά δε λέω με ποιον και που και τι, γιατί θα με κόψει η λογοκρισία. Το «μου λείπεις εσύ και μοιάζω να είμαι σα κλαμένο μουνί», το ξέρετε. Ή το άλλο, το «όλο το νησί, ένα βότσαλο στον κώλο σου, όλο το νησί...», το ξέρετε, το μισώ παρεμπιπτόντως, με χαιρεκακία το χαλάω κάθε φορά. Γενικά λατρεύω να χαλάω τα τραγούδια αλλά μου αρέσει να τα λέω και κανονικά. Καλά, μην πιάσω τραγούδι στο μπάνιο. Εκεί να δεις. Παλιότερα, μου έλεγε ο καλός μου ότι ακουγόμουν στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Εγώ φυσικά δεν τον πίστεψα και τον έβαλα να βγει έξω να ακούσει. Δε θυμάμαι τι έγινε, αλλά ότι και να έγινε, αφού το σκέφτηκα, το βρήκα γελοίο να ακούγομαι μέχρι εκεί, και συνέχισα να τραγουδάω. Άσε με κάτω. Τι θες δηλαδή, να είμαι γρουσούζα; Είναι πιο καλά; Να είμαι γραβατωμένη με το κουστούμι, με το σεις και με το σας; Σόρι, μη με κάνεις παρέα, είμαι τσίρκο. Όλα έχουν τα όριά τους θα μου πεις. Συμφωνώ. Κι επαυξάνω. Και συμφωνώ κι επαυξάνω γιατί εγώ η ίδια δεν έχω και πολύ μεγάλα όρια, υπομονή, ψυχραιμία κλπ. Κι αν προσθέσεις πως δεν θέλω να κάνω όσα δεν μου αρέσει να μου κάνουν, τότε βγαίνει το συμπέρασμα ότι άμα δω ότι ενοχλώ, το βουλώνω, το μπουκώνω και το ράβω και όταν φύγεις και μείνω μόνη, τα σπάω και τα πίνω όλα, ουίσκι χάπια και κόκα κόλα άμα λάχει, ευχαριστώ.

Τώρα εγώ σε κάποιον μιλάω τόση ώρα αλλά ειλικρινά δεν ξέρω σε ποιον. Αλήθεια τώρα. ...Αυτά παθαίνουν οι μοναχικές γριές μαλάκες. Αρχίζουν να παραμιλάνε στην αρχή, μετά να τα λένε και στους άλλους σα να είναι φυσιολογικά και μια ωραία μέρα τις βρίσκουν φαγωμένες από τις γάτες τους. Πω πω, ευτυχώς που δεν μου αρέσουν οι γάτες και προτιμώ τους σκύλους. Τουλάχιστον ο σκύλος θα γαβγίζει μέχρι να έρθει κάποιος, δε θα με φάει. Παναγία μου, τι λέω; Αλλάζω θέμα.

Λοιπόν, όταν πλένω τα πιάτα, ένα πράγμα μου τη δίνει στο κρανίο. Πολλά μου τη δίνουν δηλαδή, αλλά αυτό είναι από τα βασικά. Το οποίο φυσικά παίζει μόνο τις κρύες μέρες του χρόνου. Αυτές που φοράς μπλούζα με μακριά ΜΑΝΙΚΙΑ. Τα γαμημένα, τα κωλογαμημένα για μανίκια, λες και είναι δυο νεραϊδάκια κωλόπαιδα πάνω από κάθε μανίκι και μου τα κατεβάζουν επίτηδες την ώρα που πλένω τα πιάτα. Κι αν σταθεροποιηθεί το ένα, θα πέφτει το άλλο. Κι αν στρώσεις αυτό που έπεφτε, θ’ αρχίσει να χαλαρώνει αυτό που ήταν ντάξει και πάει λέγοντας. Και δώσε συ να κάνεις μπαλέτο με το σαγόνι, με το αυτί, με τη μύτη, με τον κώλο, με το στόμα να τα ανεβάσεις και σε λίγα δευτερόλεπτα, μόλις ακριβώς το ξεχάσεις, τσουπ, αρχίζουν να ξαναπέφτουν. Ρίχνεις μερικά γαμοστολίδια, σκουπίζεις τα χέρια σου, παίρνεις ένα μπλακεντέκερ, βάζεις ούπα στα χέρια και τα βιδώνεις και μετά από λίγο, μόλις ξεχαστείς, αρχίζουν να γλιστράνε. Να με δει κανείς από το απέναντι μπαλκόνι, αλλά σε καρέ, όχι συνεχόμενα. Στην αρχή, ήρεμη πάνω από το νεροχύτη. Cut. Λίγο εκνευρισμένη πάνω από το νεροχύτη με το ένα χέρι με το σφουγγάρι ψηλά. Cut. Περισσότερο εκνευρισμένη με το ένα χέρι κάτω από το σαγόνι και το άλλο με το σφουγγάρι ψηλά από την απέναντι πλευρά. Cut. Βρίζω φανερά εκνευρισμένη, έχει σαπούνια στα παράθυρα και σ’ όλα τα ντουλάπια και σκουπίζω τα χέρια μου στην πετσέτα. Cut. Ήρεμη πάνω από το νεροχύτη, cut κι όλα από την αρχή. ...Νομίζω παίδες πως τα μανίκια είναι ο λόγος που εφευρέθηκαν οι γυμνές γκόμενες που φοράνε μόνο μια ποδιά και κάνουν λάντζα και όχι γιατί θέλουν να το γλεντήσουν, συγνώμη που σας το χαλάω.

Ένα άλλο που μου ταράζει το νευρικό σύστημα στην κουζίνα, είναι η μπίχλα που μαζεύεται στο σουρωτηράκι του νεροχύτη που καλείσαι να το σηκώσεις και να πετάξεις τη μάκα του στον τενεκέ. Καλά μέχρι εδώ. Σιχαίνεσαι ξεσιχαίνεσαι πρέπει να το κάνεις. Το χειρότερο όμως είναι, με τα μανίκια να πέφτουν, μην ξεχνιόμαστε, που το κρατάς και γρήγορα γυρίζεις προς τον κάδο για να μη στάξουν νερά, πατάς το καυλί που τον ανοίγει και πετάς τη μπίχλα... μόνο που ο κάδος δεν άνοιξε καλά και έριξες όλη τη βρώμα στο καπάκι, στα πλακάκια και στο πάτωμα. Α βέβαια, στάνταρ. Όταν βιάζεσαι και θες να μη λερώσεις, θα λερώσεις και θα κάνεις διπλή δουλειά: Μέρφι κυρίες και κύριοι. Δεν πρέπει να θες τίποτα, ούτε να βιάζεσαι. Αυτόν τον απλό νόμο του σύμπαντος μας διδάσκει τόσα χρόνια ο Μέρφι, τίποτα εμείς, εκεί. Ε σκούπιζε.

Το άλλο που μου τη δίνει, και μου έχει συμβεί πάμπολλες φορές γιατί εγώ κι αν είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως όσον αφορά αυτόν τον τόσο απλό νόμο του Μέρφυ, συνήθως βιάζομαι. Αποτέλεσμα; Να κρατάω ποτήρι, κούπα, πιάτο, με κάτι μέσα τίγκα, να στουκάρω στη γωνία του τοίχου, μόνη μου, ναι, και να τινάζονται σταγόνες, λάδια, σοκολάτες, ό,τι έχει μέσα. Και να πεινάς τώρα έτσι; Και να μην έχει και επαρκή φωτισμό και να πρέπει να σκουπίσεις, καθαρίσεις κλπ. Άσε με, το σκέφτομαι και συγχύζομαι. Ή το άλλο, πάλι με μανίκια. Να είσαι στο γραφείο. Και να θες να πιάσεις το ποντίκι. Το ποντίκι ρε φίλε, τι είπα να πιάσω, τ’ αρχίδια σου; Όχι, θα πιαστεί το μανίκι στη γωνία του γραφείου και θα τιναχτείς γιατί θα εκνευριστείς εκεί που είσαι συγκεντρωμένος και γράφεις επειδή σε αποσυντονίζει κάτι, με αποτέλεσμα να κουνηθεί το γραφείο και να πέσουν πράγματα ή με το τίναγμα να ρίξεις σφαλιάρα στον υπολογιστή. Ή και να σκίσεις το μανίκι. Εγώ προχτές εκεί που έπλεκα, παλούκωσα το πουλόβερ μου, δίπλα στα πλευρά μου κι έκανα μία τρύπα να, μην το γελάτε καθόλου. Καλά που δεν τρύπησα τη σπλήνα μου δε λέτε.

Στο σημείο αυτό μπορεί να αναρωτηθείτε αν φοράω κελεμπία στο σπίτι ή μανδύα κι έχω τέτοιο πρόβλημα με τα μανίκια μου. Κάτι φαρδιά φοράω ρε άνθρωποι, όχι κελεμπίες, απλώς κάτι φαρδιά, τι να φοράω, τη στολή της catwoman; Σπίτι είμαι, μόνη μου, συγνώμη κιόλας. Άμα έρθει γκόμενος, πρώτα απ’ όλα δε θα πλύνω τα πιάτα, θα έχω άλλες δουλειές να κάνω. Αλλά ακόμα κι αν τα πλύνω, θα έχω κανονιστεί από πριν με τα μανίκια μου. Αν υπάρχουν, με καταλαβαίνετε, δε συνεχίζω.

Που λέτε. Ακόμα κάτι που με εκνευρίζει και κλείνω, πλάτιασα πάλι. Αλλά σάμπως έχετε και τίποτα να κάνετε; Σας παρακαλώ τώρα, όλοι με το άγχος, χαλαρώστε, απολαύστε λίγο διάβασμα, ήμαρτον δηλαδή. Πόσες φορές την ημέρα σας δίνεται η ευκαιρία να χαρίσετε λίγες στιγμές στον εαυτό σας; Ε, χαρίστε του τις γαμημένες!

Έλα ντάξει, κλείνω. Μόνο κάτι ακόμα. Μου τη δίνει απίστευτα όταν πετάς κάτι κάπου και πέφτει μονίμως αλλού. Πετάς ένα χαρτομάντιλο στον κάδο που βρίσκεται 12 πόντους από το χέρι σου; Θα πέσει έξω και θα πρέπει να σκύψεις. Πετάς ένα τετράδιο στο γραφείο; Θα γλιστρήσει, θα σαρώσει ό,τι υπάρχει στο γραφείο και θα πέσει κάτω μαζί με ό,τι σάρωσε. Θα πετάξεις ένα πουλόβερ στον καναπέ; Θα πέσει εκεί που είναι η περισσότερη μπίχλα, π.χ. πίσω από τον καναπέ. Θα πετάξεις πέτρα στη θάλασσα; Θα σου φύγει και θα πέσει πίσω σου. Δε γίνεται ρε παιδί μου, δεν πρέπει να θες τίποτα, πρέπει απλά να κάνεις ό,τι είναι και τέλος. Χωρίς σκέψη. Χαλαρά. Απλά. Τσακ και γεια σου. Κι αυτό έχει αποδειχτεί πάντα, μη μου λέτε όχι εμένα και τα πάρω, γιατί εκεί που όλα τα πετάς ενώ κεντράρεις μια ώρα και πάνε στο γάμο του καραγκιόζη, πας μια ωραία μέρα σε ένα μπιλιαρδάδικο κι ενώ δεν έχεις παίξει ποτέ, ζητάς να ρίξεις μια στεκιά και ξαφνικά μπαίνουν οι μισές μπάλες στις τρύπες. Συνεχίζεις, βάζεις και τις υπόλοιπες, άντε αφήνεις και μία, χαμογελάς και οι άλλοι σε μισούν. Εσύ αναρωτιέσαι ποιος έπαιζε στη θέση σου. Ή είσαι σε άλλο μέρος που παίζουν βελάκια. Και λες «να παίξω μία»; Ε, ακόμα παίζεις. Το ένα πάνω στο άλλο, όλα κέντρο. Ή περνάς δίπλα από το γήπεδο του γκολφ. Και σου φεύγει το μυξομάντηλο από τα χέρια. Και το πάει ο αέρας στην τρύπα του παίχτη, λίγο πριν το μπαλάκι του, που παίζει 66 χρόνια σερί κάθε απόγευμα ο άνθρωπος. Κατάλαβες; Αυτά γίνονται στον κόσμο. Ορίστε, κλείνω, λύσσαξες.

Υ.Γ. Τώρα μόλις μου ήρθε ένα τραγούδι που θυμάμαι ολόκληρο. Αυτό που λένε τα στρουμφάκια! Δευτέρα κάτι έχω, την Τρίτη δεν αντέχω, Τετάρτη πως βαριέμαι, την Πέμπτη δεν κρατιέμαι, Παρασκευή πρωί λαλαλαλαλα, απ’ όλες τις ημέρες η Κυριακή μ’ αρέσει!

...Μόλις έψαξα και είδα ότι ούτε αυτό το ξέρω ολόκληρο... το ρεφρέν ξέρω... να, δείτε και μόνοι σας...



Υ.Γ. Ξέρετε τι συνέβη μόλις τώρα. Το άκουσα, κόλλησα και το λέω δυνατά φωνάζοντας σα να έχω καταπιεί ήλιον. Α ρε κατακαημένοι γείτονες. (Το πιο ωραίο είναι ότι από πίσω παίζει κλασική μουσική...)

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Προεόρτια.

Καλώς ήρθατε στην εξωτική Γουατεμαλακία. Αγαπητοί μου φίλοι σήμερα θα σας ξεναγήσουμε στον εξωτικό αυτό τόπο, όπου προχτές καθόμασταν με μακρυμάνικο μακό, έξω, και πίναμε καταπαγωμένες μπύρες και χτες χιόνισε. Όπου κάθε μέρα πρέπει να γαμιόμαστε για να πάμε στις δουλειές μας λόγω απεργιών και διαμαρτυριών και γαμοσταυρίζουμε ό,τι και όποιον κινείται, ενώ ταυτόχρονα αγαπάμε τους πάντες και παίρνουμε δώρα, κάνουμε καμάκι και γουστάρουμε καυτά γκομενάκια και αμέσως μετά συνεχίζουμε τις χριστοπαναγίες να έρθουμε στα ίσα μας γιατί πολύ ώρα κράτησε η γλύκα και θα χαλάσουν τα δόντια μας.

Καλώς ήρθατε αγαπητοί φίλοι και συμπολίτες στην όμορφη αυτή χώρα όπου σκουπίδια είναι παντού και ομορφαίνουν τα άσχημα πεζοδρόμιά μας και ταυτόχρονα έχει γεμίσει λαμπάκια το σύμπαν όπου είναι πιθανό, αλλά πολύ χαριτωμένο, να πάθει κανείς επιληψία σε ανύποπτο χρόνο. Ελάτε όλοι μαζί να θαυμάσουμε το όμορφο κέντρο μας, πάνω απ' όλα, ένα κέντρο μιας πόλης γεμάτης ζωή αλλά και θάνατο. Εκατοντάδες πρεζάκια πέφτουν τέζα κάτω από τα όμορφα φωτάκια στο κέντρο της πόλης μας καθημερινά. Όλοι μπορείτε να πάρετε τις μηχανές σας και να τους φωτογραφίσετε. Να προσέχετε μόνο μην σας σπάσουν στο ξύλο άλλοι φτωχοί και σας κλέψουν. Εντυπωσιαστείτε από τις τόσο διαφορετικές εικόνες, τα τόσο διαφορετικά πρόσωπα αυτής της πόλης και των κατοίκων της. Μια πόλη Τζέκυλ-Χάιντ με κατοίκους Τζέκυλ-Χάιντ. Καταπληκτικό!

Ελάτε φίλοι μου, όλοι μαζί, να γιορτάσουμε την αντίστροφη μέτρηση προς τις γιορτές και την έλευση του νέου έτους με μια χαρούμενη ατμόσφαιρα όπου ανθρώπινου μεγέθους Άη Βασίληδες που μοιάζουν σα να έχουν βαριά αναπηρία στα κόκκαλα, κρέμονται από τα μπαλκόνια ενώ δίπλα κρέμεται μια ωραία μπουγάδα με ξεχειλωμένα σώβρακα που έχουν ξεβάψει. Ας διασκεδάσουμε μαζί με τους χαριτωμένους άστεγους και ας γλεντήσουμε τη φτώχεια που πηγαίνει τους πάντες πίπα κώλο εμπλοκή ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες κόσμος επισκέπτεται τα mall και τα golden hall με αποτέλεσμα να κλείνουν τα μικρότερα μαγαζιά. Αλλά ας πρόσεχαν, τι να κάνουμε, εξέλιξη είναι αυτή. Είναι γιορτές αγάπης, μην το ξεχνάτε! Γι' αυτό θαυμάστε αγαπητοί μου φίλοι τον κόσμο που ετοιμάζεται να συμπτιχθεί σε μαγαζιά αγάπης πληρώνοντας τον κώλο και τις κιλότες τους πίνοντας μπόμπες, μόνο και μόνο για να μην πουν ότι δεν έκαναν τίποτα τις γιορτές. Σεβαστείτε αγαπημένοι φίλοι όλους αυτούς που θα πάνε στην πλατεία Συντάγματος την Πρωτοχρονιά. Χειροκροτήστε αγαπημένοι μου όλους αυτούς που θα κάνουν πλούσιες για μία ακόμη φορά τις εταιρίες κινητής τηλεφωνίας τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά με την ελπίδα ότι τα λεφτά τους θα πάνε σε φτωχούς και απόρους. Προσκυνήστε όλους αυτούς που θα κάτσουν για ώρες μέσα στα αυτοκίνητά τους την ίδια ώρα την παραμονή των μεγάλων μας γιορτών, ντυμένοι στην τρίχα με κίνδυνο να σπάσει η φούσκα τους και να γεμίσει κάτουρα το ακριβό τους ρουχαλάκι. Στείλτε φιλιά στα εξαιρετικά προγράμματα τηλεόρασης που παίζουν μέσα στις γιορτές και μπορούν να απολαύσουν όσοι άνθρωποι δεν μπορούν ή δεν θέλουν ή δεν έχουν την ευκαιρία να βγουν. Ίσως θα έπρεπε να μοιράζουν σ' αυτούς και μερικά όπλα, αλλά ίσως δεν το έχουν σκεφτεί ακόμα. Αλλά δεν πειράζει! Με την τηλεόραση έχουν νεκρωθεί πια, ούτε να αυτοκτονήσουν δε θέλουν.

Αγαπήστε φίλοι μου αυτήν την πόλη, αγαπήστε αυτή τη χώρα! Περπατήστε στο δρόμο, πετάξτε σκουπίδια παντού, πετάξτε τα λεφτά σας, πετάξτε τα ρούχα σας, ουρλιάξτε ξεβράκωτοι στο δρόμο να το φχαριστηθείτε! Έτσι κι αλλιώς σε λίγο, όλοι μας θα το κάνουμε αυτό. Να είστε όλοι καλά!!

(Επεξήγηση για όσους αναρωτιούνται πόσο μίζερη, γρουσούζα και παλιοσκατένια είμαι. Φυσικά και βρίσκω ομορφιά σε πολλά πράγματα. Για να πω την αλήθεια, σε πολλά περισσότερα απ' όσα μπορεί να νομίζει κανείς. Και ναι, ενδεχομένως να κάνω αρκετές από τις βλακείες που γράφω παραπάνω. Δε γίνεται διαφορετικά. Μπορώ όμως να παρατηρώ και τα υπόλοιπα έτσι; Δεν μπορώ να κοιτάω μόνο τα λαμπάκια και τον υπέροχο ουρανό, θα πονέσει ο αυχένας μου. Ευχαριστώ).

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Οι τιγρέ μύγες.

Χτες κατέβηκα για δουλειές στο κέντρο και εν συνεχεία πήγα στο μάθημα. Αλλά δεν προέβλεψα ο μαλάκας ότι ΠΑΛΙ θα είχαν πορεία και θα το έκοβα με τα πόδια φορτωμένη σαν γαϊδούρι. Αυτό το πράμα να έχουν πορεία κάθε τρεις και πέντε και να κόβουν τους δρόμους ό,τι ώρα τους καβλώσει, όποιοι θέλουν για οτιδήποτε, πολύ μου τη δίνει. Και δεν εννοώ μόνο τις πορείες που πες τώρα, μιλάει ο κόσμος για τα δικαιώματά του (αρχίδια, αφού μετά πάει και τους ψηφίζει). Εννοώ γενικά αυτό το μαύρο χάλι που ό,τι ώρα μας καυλώσει, κλείνουμε το δρόμο. Περπατάω πάλι τις προάλλες σαν το μούλο και βλέπω 10 κατεστραμμένους με ένα μαλάκα στη μέση να κάθονται στην Ομόνοια και γι' αυτό να έχει κλείσει το σύμπαν. Είναι δυνατόν; Ποιος είσαι ρε και κλείνεις την κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας; Που όποιος κι αν είσαι σε γράφω στ' αρχίδια μου και έρχομαι να σε γαμήσω κιόλας άμα γουστάρεις. (Αυτά δεν τα λέω εγώ, τα λέει θυμωμένος άντρακλας με πριαπισμό). Αλλά δε φταις εσύ ρε μαλάκα, φταίνε αυτοί που σε αφήνουν. Μετά θα μου πεις όμως άμα δε σε αφήσουν, θα βγεις και θα μιλάς για χούντα, φασισμό κλπ. ...Για να μη σχολιάσω όλους εμάς τους μαλάκες που έχουμε κάρτες απεριορίστων και τις πληρώνουμε και μονίμως δεν έχει ΜΜΜ. Από που να πάω να ζητήσω τα λεφτά που αντιστοιχούν στα εισιτήρια που χάνω κάθε φορά και στα υλικά για ποδόλουτρα; Α σιχτίρ και βγάλε άκρη γαμώ το σπίτι μας εδώ μέσα.

Ήρθε χτες ο Κέβιν Κόστνερ, ο Λέβι Στρος, ο Χάνεκε, ο Νιλς Χόλγκερσον πως τον λένε αυτόν το μαλάκα που ήρθε, πορεία πάλι. Θα έρθει αύριο ο πάπας της Ρώμης (παράδειγμα φέρνω, δεν θα έρθει, μην ετοιμάζεσαι κυρία Λουκά) θα κλείσουν όλους τους δρόμους να περάσουν οι αμαξάρες και θα μείνουμε εμείς να ξεροσταλιάζουμε και να φτιάχνουμε γάμπες στους δρόμους. Δε γαμιέστε; Δε γαμιέστε γιατί άμα πάτε και γαμηθείτε, μπορεί να αρχίσει να κυλάει λίγο αίμα στις φλέβες σας αναίσθητες κουράδες όλοι σας; Γιατί και καλά εγώ. Να πάω να πεθάνω εγώ. Αυτοί όλοι οι μαλάκες που δουλεύουν κάθε μέρα, τους σκέφτηκε κανείς; Που κάθονται και στριμώχνονται, και περπατάνε και ιδρώνουν και κουράζονται για να πάνε στη δουλειά τους και να γυρίσουν απ' αυτή; Στ' αρχίιιιιιδια μας. Καύλωσα; Κλείνω το κέντρο. Τέλος.

Τέλος πάντων, δε συνεχίζω γιατί θα κοπανίσω το λαπτοπ και δε μου φταίει. Άσε που μόλις έκαψα τη γλώσσα μου με το τσάι.

Χτες που λέτε, έκανα ψώνια πριν εκνευριστώ με την πορεία που ΔΕΝ ήξερα ότι θα λάμβανε χώρα εις το κέντρο της πόλης και θα με έκανε να περπατάω στο κέντρο της Σταδίου στις 6:30 το απόγευμα με περίσσια χαρά φορτωμένη σα ντάτσουν και μετά θα έστριβα στην Πατησίων και θα συναντούσα τη φωλιά των πρεζάκηδων στο Μουσείο, ναι, φυσικά, δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πρωτεύουσάς μας βρίσκεται ένα από τα εμπόρια της πρέζας, τα πρεζάκια και μπόλικη μυρωδιά κάτουρου. (Άλλο μέρος για αγορά πρέζας είναι φυσικά η κεντρική πλατεία της πρωτεύουσάς μας, η Ομόνοια. Τους εμπόρους, μπορείτε να τους βρείτε ως εξής: θα δείτε γύρω γύρω μπάτσους και στη μέση ο πρεζέμπορας. Εύκολο). Λίγο πιο πίσω στην περιοχή του Μουσείου θα βρείτε τις γνωστές κλούβες να κάθονται και τα μπατσάκια να στέλνουν μηνύματα ο ένας στον άλλο γιατί βαριούνται θανάσιμα. Ταυτόχρονα, οι στάσεις των λεωφορείων και των τρόλεϊ να είναι τίγκα στον κόσμο γιατί ΦΥΣΙΚΑ και ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ, πως κανείς δεν κάνει τον κόπο να ενημερώσει τους πάντες με κάθε τρόπο για τις πορείες κι έτσι κάποιοι άνθρωποι κάθονται και περιμένουν να περάσει ΜΜΜ μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Χτες νομίζω πως θα με ευχαρίστησαν νοητικά αρκετοί άνθρωποι γιατί από το Σύνταγμα μέχρι την Πατησίων που περπάτησα, σε κάθε στάση που δεν είχε οπτική ή καλή ακουστική να ακούς τις φωνές, έλεγα δυνατά "έχει πορεία στο κέντρο" με τα υπόλοιπα να εννοούνται.

Πριν, που λέτε, γίνουν όλα αυτά, πέρασα καλά. Α δε λέω, στα μαγαζιά εγώ, πάντα περνάω καλά. Και μαρούλια στη λαϊκή να πάω να αγοράσω, πάλι περνάω καλά. Γουστάρω ρε παιδί μου. Και τίποτα να μην αγοράσω, πάλι γουστάρω, δεν είναι στον καταναλωτισμό το ζήτημα, είναι στο ψάξε, βρες, κοίτα τους άλλους κλπ. Με τη λογική χτες του "οφθαλμόλουτρου" λοιπόν, γιατί λεφτά δεν παίζουν, μπήκα σε ένα μαγαζί και άρχισα να δοκιμάζω παπούτσια. Εννοείται πως δεν ζητούσα από την υπάλληλο να μου φέρει νούμερο γιατί θα ήμουν πολύ μαλάκω αφού δεν είχα σκοπό να αγοράσω. Έτσι κι αλλιώς μου άρεσαν πολλά, οπότε φορούσα αυτά που ήταν στο νούμερό μου. Κάποια φάση, εκεί που δοκίμαζα, μπήκαν δυο κοπέλες. Ζήτησε η μία κάτι, δοκίμασε, εγώ δεν πολυέδινα σημασία γιατί κούτσαινα με το ένα πόδι με τακούνι και το άλλο με αθλητικό να πηγαίνω στον καθρέφτη, αν σηκώνω το παντελόνι με την τρίχα κάγκελο και να καμαρώνομαι. Γαμάτη φάση. Ήρθε και η πωλήτρια σε μια φάση και μου έλεγε πόσο μου πάει. Και δεν άντεξα και της είπα "και η τριχούλα σετάκι ε;" "Εεε.. ντάξει.. δεν είναι.. εεε.." κι έφυγε. Ε άσε μας κυρά μου να κάνουμε κει τα κουμάντα μας. Όχι ντάξει, γλυκύτατη ήταν.
Πάμε παρακάτω.

Είναι ακόμα εκεί εκείνη η άλλη που δοκίμαζε παπούτσια με τη φίλη της και λέει το επικό στην πωλήτρια:" Συγνώμη, μήπως μπορείτε να μου φέρετε το 37 γιατί το 39 είναι πολύ μεγάλο;" και στο σημείο αυτό μου δημιουργήθηκε μια απορία που διψούσα να την εκφράσω. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην τη ρωτήσω "με συγχωρείτε κυρία μου, πούτσο έχετε αντί για πόδι;" Όχι, γιατί από το 37 στο 39 είναι απόσταση και δικαιολογείται μόνο αν το πόδι αυξομειώνεται, συγνώμη κιόλας. Αφού γέλασα μόνη μου και χαιρέτησα νοητικώς την κυρία με τα πόδια-πούτσους, έφυγα και πήγα στο μάθημα, μετά οι πορείες και τέλος η χτεσινή μέρα.

Κι ερχόμαστε στο σήμερα που σηκώνομαι το πρωί να πάω στην Εφορία να πάρω το σήμα του αυτοκινήτου. Εφορία, λέω, μαλάκα, βάλε χαμόγελο, κάνε το σταυρό σου και πήγαινε. Έτσι κι έκανα. Πρόβες χαμόγελων στο δρόμο, πρόβες στη σκάλα, πρόβες έξω από την πόρτα και μπαίνω σε ένα γραφείο να ρωτήσω. Και είναι κάτι τελειωμένοι. (Τι άλλο θα ήταν;) Ρωτάω με όλη μου την ευγένεια και ένα λαμπερό χαμόγελο και κει αρχίζει το καμάκι. "Τι θέλει το κοριτσάκι;" και δως του το κοριτσάκι, και δως του να κοιτάνε, ειδικά ένας γλοιώδης αρχίδης, από πάνω μέχρι κάτω και γω μη φανταστείτε ότι έβαλα το χαμηλοκάβαλο λευκό κολάν με τις τρύπες στο πλάι, στρινγκ να προεξέχει στον κώλο, κοντό μπλουζάκι με αλυσιδίτσα στον αφαλό που να λέει "ΠΗΔΑ ΜΕ ΑΝΤΡΑΚΛΑ ΠΑΙΔΑΡΑ ΕΦΟΡΙΑΚΕ" και να έχω βαφτεί σαν μπουρδελού με κόκκινο κραγιόν από τη μύτη μέχρι το σαγόνι με τακούνια 36 πόντων με στρας, όχι, πιο νορμάλ δε γινόταν να είμαι. Αλλά άμα είναι μαλάκας ο άνθρωπος τι περιμένεις; Και γω εντωμεταξύ να θέλω να τους πιάσω από το λαιμό και ν' αρχίσω να τους ταρακουνάω αλλά έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου. Κι έτσι, συνέχισα να χαμογελάω, να κάνω χιούμορ και να λέω "ελάτε τώρα, πείτε μου, που να πάω για τα σήματα;" και να λέει ο ένας, "πάρ'τον από το χεράκι, αυτός εκεί είναι... έλα ρε, πήγαινε με το κοριτσάκι" και ο άλλος να λέει "ντρέπομαι, ανέβα συ κι έρχομαι, στον τρίτο είναι". Τι ανέβα κι έρχομαι ρε μονόσκυλο κωλομπαρά αρχίδι γαμώ το μουνί της μάνας σας εδώ μέσα γαμιόληδες ξεπατωμένοι πουσταράδες, ήθελα να πω, αλλά δεν είπα τίποτα απ' έξω παρά μόνο από μέσα μου κι ανέβηκα στον τρίτο. Εκεί υπήρχε μία (μόνο μία σε όλον τον όροφο) που Δόξα να'χει ο Παντοδύναμος δεν είχε κόσμο και με εξυπηρέτησε. Περιττό να πω ότι ο άλλος ανέβηκε μετά από 20 λεπτά και, το αρχίδι.

Αυτά. Επίσης, για να κολλήσει και ο τίτλος, έχω ή μάλλον είχα στην κουζίνα μου κάτι τιγρέ μύγες. Ήταν μικρές σε μέγεθος, αλλά μύγες, με τιγρέ φτερά. Μαστουρωμένες, κολλημένες στο ταβάνι που το πρωί κατέβαιναν στο τζάμι και κει τις καθάριζα. Ήταν πέντε κι έχει μείνει μία. Θα της ξηγηθώ αύριο αυτηνής. Το μόνο που σκέφτομαι μόνο είναι αν είναι σπάνιες κι αν θα έπρεπε να τις κρατήσω σε κανένα βάζο, να κάνω καμιά έκθεση, ξέρω γω;

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Δύσκολες μέρες με μαλλί.

Ενώ πλέκω, βλέπω τηλεόραση (δυστυχώς) ...όταν είμαι σπίτι βεβαίως βεβαίως. Γιατί όταν είμαι σε άλλο σπίτι και πλέκω, προφανώς μιλάω με τον όποιον μένει εκεί. Που λέτε, τι γίνεται εκεί έξω; Καταρχάς αρκετές φορές με παίρνουν τα κλάματα. Σκότωσαν τον ένα, είπαν έτσι στον άλλο, έπαθε καρδιά ο τρίτος γιατί τρόμαξε, ένα μωρό 2 μηνών κοιμάται με τους γονείς του στο δρόμο και η Πάνια έτρεξε να κάνει κάτι (αν είναι δυνατόν, μιλάμε για ΤΟ μπουρδέλο), ένας στους πέντε Έλληνες ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και σε κάποια χρόνια θα έχει λυθεί αυτό μας λένε... ε βέβαια ρε μαλάκες θα έχει λυθεί, αφού θα έχουν πεθάνει από την πείνα!

Δε λέει η τηλεόραση α πα πα. Κι έχω ένα κολλητό ο οποίος ούτε έχει τηλεόραση, ούτε ασχολείται μαζί της και πολλές φορές που δεν ξέρει πρόσωπα που υποτίθεται πως είναι γνωστά, τον κοροϊδεύω και γελάω αλλά ΠΟΣΟ ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΙ!

Τώρα το γύρισα γιατί δεν αντέχεται αυτό το πράμα και βάζω ταινίες να παίζουν. Μόνο που δεν μπορώ ακόμα να πλέκω και να κοιτάω και την τηλεόραση και γι' αυτό είχα και έπαιζε ελληνικές εκπομπές και μαλακίες για να ακούω τίποτα. Αλλά δε γίνεται σας λέω, δεν παλεύεται, θα πέσω σε κατάθλιψη. Θα έχω είκοσι κασκόλ και τριάντα μπλούζες αλλά θα παίρνω αντικαταθλιπτικά και δε λέει. Οπότε το γύρισα και γω σε ταινίες και ραδιόφωνο όταν πια κοντεύω να πάθω επιληψία από το βλέμμα μία στο πλεκτό μία στην ταινία για να καταλάβω τι γίνεται, κι έτσι ησύχασα. Α γαμήσου!

Και κάτι άσχετο. Τι είναι αυτό πάλι σήμερα με το κέντρο που το έκλεισαν μέχρι αύριο το πρωί; Τι μαλακίες είναι αυτές; Άντε, με το καλό, να μας απογορεύουν να είμαστε και πάνω από τρεις να μιλάμε. Μένω κέντρο και έχω βαρεθεί λέμε να το κόβω ποδαράτο κάθε φορά που θέλω να πάω κάπου. Εκτός του ότι πίνω όλο το καυσαέριο της Αθήνας, είναι μαστουρωμένοι οι περισσότεροι στο δρόμο με αποτέλεσμα να πρέπει να κάνω ένα σωρό ζικ ζακ αντί να πάω ευθεία, Χριστέ μου δηλαδή, λες και περπατάω σε πόλη χωρίς νόμους που κατοικούν ζόμπι!

Γι' αυτό, τώρα που ο κολλητός θα πάει ένα χρόνο Ολλανδία για διδακτορικό, το λέω να το ξέρετε, θα μετακομίσω και γω μαζί του. Στις λιμνούλες, στα πάρκα, στα τεράστια πεζοδρόμια, με τα δώδεκα μπουφάν και τα δεκατρία κασκόλ, χέστηκα, θα μυρίζω πράσινο και θα γράφω στο λαπτοπάκι μου. Α γαμήσου ξανά!

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Χαρά.

Βγαίνεις από "πόλεμο", σχεδόν γυμνός, με μώλωπες, γρατζουνιές, κοψίματα, κρυώνεις, φοβάσαι, δεν ξέρεις που πατάς. Προχωράς αργά, δε σε βαστάνε τα πόδια σου. Ανοίγεις την πόρτα και εκεί έξω σε περιμένουν πολλοί που άλλος σου δίνει ένα χάδι, άλλος ένα πουλόβερ, άλλος ένα κομμάτι κέικ, άλλος ένα ζευγάρι παπούτσια, άλλος σου χτενίζει τα μαλλιά, άλλος σου λέει σιγά στο αυτί ότι σε αγαπάει, άλλος σε σκεπάζει με μια κουβέρτα να κρύψει προσωρινά τη γύμνια σου, άλλος σε βοηθάει να προχωρήσεις, άλλος σου δίνει ένα ποτήρι νερό, άλλος σου ανοίγει την επόμενη πόρτα. Έτσι νιώθω κάποιες φορές. Πολύ τυχερή.