Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Ανασκόπηση – Χώσιμο – Καλή Χρονιά.

Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας. Είχα δουλειά και κωλοβαρούσα αυτές τις μέρες ταυτόχρονα και με πάθος και είχα τύψεις που δεν είχα μπει καθόλου στο ίντερνετ, καθόλου όμως, καθόλου, καθόλου, καθόλου, ούτε τηλεόραση είχα δει, με το ζόρι μιλούσα και στο κινητό, χτυπούσε και συγχυζόμουν, δεν την ήθελα την τεχνολογία, ου αντικράιστ, αλλά πριν λίγο σηκώθηκα να κατουρήσω, μα κοιτάξτε, 7 η ώρα το πρωί είναι ακόμα, α, όχι, έχει πάει 7:30 μέχρι να αποφασίσω να σηκωθώ, είναι η τελευταία μέρα του χρόνου, αυτό δε λέει τίποτα σε ένα ζώο, σε εμάς λέει ότι είναι η τελευταία μέρα του 2008 και κάποιοι από μας χέστηκαν, άλλοι τη βλέπουν να κάνουν ευχές, νέα ξεκινήματα κλπ. Εγώ την είδα να σηκωθώ από το κρεβάτι γιατί είχε σηκωθεί ο καλός μου και κρύωνα σα σκύλος στην άκρη του δρόμου, λες και ήμουν νεκρή και το κρεβάτι ήταν παγωμένο ρε πούστη, τι πράμα είναι αυτό ρε γαμώτη μου με σας τους άντρες, είστε για φάπες αλλά άμα κοιμάστε βράζετε. Μπορούμε να σας χρησιμοποιούμε και σα θερμοφόρες και να βγάζετε λεφτά, μην είστε μαλάκες, σκεφτείτε το. Λοιπόν, σηκώθηκα γιατί ήθελα να γράψω μία ανασκόπηση του 2008. Ναι καλά, μην χαίρεστε, δεν μπορώ να θυμηθώ την τύφλα μου τη μαύρη, σιγά μη θυμηθώ τίποτα γεγονότα τύπου ο Παναθλιακός με το Βουτηριακό έπαιξαν και ο πρώτος πήρε το πρωτάθλημα και τέτοια. Όχι, θα γράψω να εκτονωθεί το χέρι μου, να χαιρετήσω και γω επίσημα την τελευταία μέρα του χρόνου όπως την καταλαβαίνουν οι άνθρωποι και να σας προσφέρω ένα μικρό διήγημα σε όσους κρυώνουν και θέλουν να διαβάσουν κάτι να γελάσουν να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους. (Ας είναι Παναγία μου αστείο το κείμενο!)


Έτσι που λέτε αγαπητοί φίλοι. Ανασκόπηση 2008, Αναδρομή, πείτε το όπως γουστάρετε, εγώ έτσι κι αλλιώς, δεν ξέρω πως το λένε και γιατί. Φυσικά θα μιλήσω για τον εαυτό μου και για ότι μου κατεβαίνει στο κεφάλι 7:30 η ώρα το πρωί της τελευταίας μέρας του χρόνου. Θα μιλήσω για όσα θυμάμαι ότι συνέβηκαν το 2008, σίγουρα θα ξεχάσω καν και καν αλλά δεν έχει σημασία, προφανώς αυτά που θυμάμαι θα είναι και τα σημαντικά, θα μιλήσω για όσα θέλω και για όσα πρέπει αν το θυμηθώ.

Που λέτε. Το 2008 πέθανε η θεία μου. Ναι, είδατε, δεν ξεκινάω με κάτι ευχάριστο αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι ότι η θεία μου ήταν ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου και δεν έπρεπε να πεθάνει. Έτσι όπως ήταν χάλια δηλαδή έπρεπε, ησύχασε, αλλά βασικά δεν έπρεπε. Έπρεπε να είναι καλά, έπρεπε να είναι γαμάτα, έπρεπε να είχε γράψει στα τέτοια της το σύμπαν και να είναι καλά. Αλλά δεν ήταν και έφυγε. Την έχω δει στον ύπνο μου καλά οπότε ξέρω ότι έτσι είναι και δεν ανησυχώ. Απλά της λέω ότι την αγαπώ και της ζητάω εκ μέρους όλων όσων την πλήγωσαν, συγνώμη.


Το 2008, σκέφτηκα αρκετές φορές το θάνατο όπως και πολλές άλλες χρονιές. Δε φοβάμαι το θάνατο και χέστηκα αν πεθάνω. Αυτό που με φρικάρει είναι να σκέφτομαι ότι πεθαίνουν οι δικοί μου. Κι αυτό το σκέφτομαι όταν δεν είμαι καλά. Τους πιάνω έναν-έναν, σκέφτομαι ότι πεθαίνουν και κλαίω σαν τρελή. Δεν το κάνω για να κλάψω βέβαια. Το αποτέλεσμα είναι το κλάμα. Δεν ξέρω τι είδους ανωμαλία είναι αυτή ή αν το λες φυσιολογικό αυτό το πράμα, αλλά ξέρω πολύ καλά ότι δεν είμαστε αιώνιοι και ανά φάσεις προσπαθώ να το χωνέψω. Εννοείται πως πάντα ξεκινάω με το δικό μου θάνατο μπας και σταματήσω να στενοχωριέμαι και να σπάζομαι με τα εφήμερα και τις μαλακίες και να μη μαζεύω σκουπίδια και γκρινιάζω και να προσπαθώ να περνάω καλύτερα αλλά στο τέλος καταλήγει να σκέφτομαι το θάνατο των δικών μου ανθρώπων και να κλαίω. Κι όταν λέω δικών μου, δεν εννοώ μόνο τους συγγενείς, εννοώ και τους φίλους. Σκέφτομαι ποιοι θα πεθάνουμε πρώτοι, ποιοι τελευταίοι, αν θα πάθει κανείς μας μαλάκυνση, αν θα φοράμε μασέλες, τι παιδιά θα κάνουμε ή όσοι έχουν πως θα γίνουν και άλλα πολλά. Και τι να κάνεις όμως, έτσι είναι οι σκέψεις. Βγάζουν διάφορα συμπεράσματα, καταλήγουν κάπου κλπ.


Ο θάνατος λοιπόν ήταν ένα θέμα του 2008 (όπως και κάθε άλλης χρονιάς). Το γαμήσι ήταν ένα άλλο θέμα. Γιατί θέλησα να γαμήσω πολύ κόσμο. Όχι κυριολεκτικά, ήμαρτον. Για νοητικό γαμήσι λέω. Για τις πράξεις που κάνουν κάποιοι και σου καίνε τον εγκέφαλο επειδή δεν καταλαβαίνεις γιατί γαμώ την πουτάνα τη ζωή τους κάνουν τέτοιες μαλακίες και συ από την τσαντίλα σου θες να τους ανοίξεις το κεφάλι με ένα σφυρί, να πάρεις στουπί και οινόπνευμα και αν τους ανάψεις φωτιά στον εγκέφαλο. Να δώσω ένα παράδειγμα, όχι τίποτα, αλλά είναι μια πληροφορία που σε κάποια φάση είχα πει ότι θα σας πω αλλά το ξέχασα ως γνωστόν. Και δε θέλω να πάει χαμένη. Όχι, όχι, αυτό πρέπει να μαθευτεί. Γιατί 3 μεγάλοι πούστηδες που τους εύχομαι τα χειρότερα για το 2009 και να πάθουν ακριβώς τα ίδια σε μεγέθυνση, μου γάμησαν μερικές μέρες, και μήνες μη σου πω, από τη ζωή μου και δεν πρόκειται να τους ξεχάσω ποτέ. Πρώτος, ένας πουστάρας γέρος που δεν πλήρωσε εμένα κι αρκετούς άλλους για μια δουλειά. Δεύτερος, ένας άλλος πουστάρας που δεν πλήρωνε λεφτά που μου ανήκαν με αποτέλεσμα να μετράω τα ψιλά μου στις διακοπές και τώρα, με τέτοια οικονομική καταστροφή, να ψάχνομαι και να έχω πάρει τα αρχίδια μου οικονομικά, εξαιτίας του. Και τρίτο και καλύτερο, οι γαμημένοι υπάλληλοι του ΟΤΕ και της Hewlett Packard της αντιπροσωπείας στο Σταυρό μετά την Αγία Παρασκευή (μη βιαστείτε να σκεφτείτε ότι μένω εκεί, δε μένω εκεί, εκεί βρήκα αντιπροσωπεία το καλοκαίρι που μου είπε ότι θα είναι ανοιχτή και σκέφτηκα να συνδυάσω τις διακοπές μου με την επισκευή του υπολογιστή μου). Η συγκεκριμένη αντιπροσωπεία μαζί με τους υπαλλήλους της, είναι κλέφτες και παρακαλώ να μην πάει κανένας. Πήγα τον υπολογιστή μου εκεί γιατί έκανε conflict με το μόντεμ, άνοιγα τον υπολογιστή και τρελαινόταν το μόντεμ, τέτοια βλάβη δεν είχε ακούσει ποτέ κανείς τεχνικός, να χαρώ εγώ τεχνικούς, πήρα πρώτα τον ΟΤΕ, σκέφτηκα μήπως έφταιγε το μόντεμ, με 10 άτομα μιλήσαμε, κανείς δεν ήξερε, στράφηκα στη Hewlett Packard. Και μου είπαν ότι φταίει η κάρτα δικτύου, με ρώτησαν να τη φτιάξουν, ε αφού φταίει φτιάξτε τη είπα, την έφτιαξαν, λέμε τώρα, και πλήρωσα 200φεύγα ευρώ. Το καλύτερο; Ο υπολογιστής μου είχε κι άλλο πρόβλημα που ήξερα κι επέλεξα να μην το φτιάξω γιατί προτίμησα την κάρτα δικτύου. Το παίρνω σπίτι μετά από ένα μήνα ενώ μου είχαν πει ότι θα κάνουν 5 μέρες και γι’ αυτό είχα επιλέξει αυτή τη γαμημένη αντιπροσωπεία και τους έπαιρνα κάθε τρεις και λίγο και η γαμιόλα, η ξεκωλιάρα, η πουτάνα που να της γαμηθεί ο κώλος και να μην μπορεί να χέσει για 6 μήνες, να της κρεμάσει το κωλάντερο να το κάνει ζώνη η πουτάνα η γαμιόλα που σήκωνε το τηλέφωνο, ήταν τόσο αγενής, μα τόσο αγενής που ένα καλό μπουνίδι θα ήταν το μόνο που έπρεπε να λάβει που μου μιλούσε λες και μιλούσε στη δούλα της τη μαύρη η ρατσίστρια η ξεκωλιάρα. Είχαν το μηχάνημά σου τρισήμιση βδομάδες παραπάνω από την ημερομηνία που είπαν, θα πλήρωνες ποσό ίσα με τις τρίχες της κεφαλής σου κι αυτή ήταν αγενής. Σημείωση: εννοείται όποτε έβαζα τον καλό μου να πάρει, έσταζε το μουνί της γλύκα την πουτάνα που να της πέσουν τα βυζιά και να τα πατήσει η καριόλα και να σπάσει τη μούρη της. Παίρνω λοιπόν τον υπολογιστή σπίτι. Και μετά από μία εβδομάδα ακριβώς, παθαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και μου γυρίζει ο εγκέφαλος. Χάνω τον κόσμο. Τι έγινε τώρα; Αρχίζω με τον πουστοΟΤΕ. Δεν ήθελα να ξεκινήσω με τους πουσταράδες και την πουτάνα. Κι ένας, ο πρώτος που σήκωσε το τηλέφωνο στον ΟΤΕ, ήξερε το πρόβλημα, «βέβαια, υπάρχει αυτό, έχετε Windows XP έτσι; Ανοίξτε εκεί... μάλιστα, Service Pack 3 έχετε έτσι; Ξέρετε, το Service Pack 3 των Windows XP με το μόντεμ που έχετε, Bauteck δεν έχετε (δεν είμαι σίγουρη για την ορθογραφία, Μπάουτεκ το φώναζαν οι γαμημένοι), κάνει conflict. Είναι αναγνωρισμένο πρόβλημα και η λύση του υπάρχει στην ιστοσελίδα του ΟΤΕ. Μπείτε και φτιάξτε το μόνη σας». Και μου έχουν πέσει τα αρχίδια κάτω. Πρώτον, το πρόβλημα, που δεν ήξερε κανείς κατά τα άλλα, υπήρχε και ήταν γραμμένο στην ιστοσελίδα του ΟΤΕ αλλά κανείς από τους υπαλλήλους που μίλησα, δεν ήξερε ότι το γράφει η ιστοσελίδα τους. Δεύτερον, η κάρτα δικτύου μου δεν είχε τίποτα και είχα τον υπολογιστή μου σε μια αντιπροσωπεία από πουσταράδες που μου είπαν ψέματα ότι είχε πρόβλημα, μου είπαν ότι το έφτιαξαν και μου έκλεψαν 200φεύγα ευρώ. Τι κάνεις; Ποιον γαμείς; Πας στο συνήγορο του πολίτη; Να σας πω αυτό με το συνήγορο πριν λίγο το σκέφτηκα γιατί είμαι ηλίθια. Για μήνες ήμουν τόσο τσαντισμένη που δεν ήξερα πως να τους γαμήσω που δεν το σκέφτηκα. Και ποιον να γαμήσεις; Και τους δύο; Ήρθαν τελικά και μας άλλαξαν μόντεμ γιατί δεν μπορούσα να το λύσω μόνη μου και δούλεψαν όλα κανονικά. Και το χειρότερο; Ένα σωρό άνθρωποι μου είπαν μετά ότι είχαν ένα γαμημένο μόντεμ να μου δανείσουν να δω τι γίνεται. Και το άλλο; Που εκείνη την περίοδο, από την παραλαβή του υπολογιστή μου μέχρι να το ξαναπάθει, αγόρασα ένα μικρό υπολογιστάκι, αυτό του ενός κιλού, το έφερα σπίτι και είχε κι αυτό Service Pack 3 (που δεν το ήξερα) και έκανε πανικό με το μόντεμ και αφού μου είχαν πει από Hewlett ότι έφταιγε η κάρτα δικτύου μου, το πήγα πίσω, έκανα ολόκληρη φασαρία να μου το αλλάξουν, στο μαγαζί να δουλεύει, φασαρία εγώ, μου δίνουν άλλο γιατί ολόκληρη παράσταση έκανα και μου άξιζε, φέρνω το δεύτερο, τα ίδια, το πάω πίσω, παίρνω αντιγραφικό dvd (που σημειωτέον ακόμα πληρώνω), γυρίζω πίσω και σε δυο μέρες, παθαίνει ο υπολογιστής μου το ίδιο, παίρνω τηλέφωνο τον ΟΤΕ και μου λέει ο ένας και μοναδικός υπάλληλος για το Service Pack 3 και το μόντεμ μάρκας Μπάουτεκ. Να σκίζεις τις σάρκες σου η κατάσταση. Έχεις όρεξη να ξεκινήσεις μηνύσεις να σου πάρει ο ΟΤΕ και η Hewlett Packard από ένα σπίτι και τρεις νοσοκόμες να σου κάνουν μασάζ για να μάθουν άλλοι φορά; Και πως θα αποδείξεις πως όντως στη Hewlett δεν σου άλλαξαν την κάρτα; Γιατί μπορεί και να την άλλαξαν. Μπορεί και όχι όμως. Πώς θα αποδείξεις ότι στον ΟΤΕ όντως κανείς δεν ήξερε τίποτα; Υπάρχει στη σελίδα το πρόβλημα θα σου πουν, ας έψαχνες. Μιλάμε για θάνατο η κατάσταση. Βλέπω SOPRANOS των τελευταίο καιρό και συμφωνώ σε πάρα πολλά μαζί τους. Είναι κάποιες καταστάσεις που δεν μπορείς να πεις τίποτα, απλά σηκώνεις το γκάνι και ησυχάζεις Θε μου συχώρα με. Φυσικά και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό και άρα κάθεσαι και σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σιχτιρίζεις και μια ωραία μέρα, βγαίνεις στους δρόμους να φωνάξεις και τελικά σκοτώνουν εσένα μπάτσοι ή κανένας άλλος ηλίθιος. Άρα, ποιο είναι το συμπέρασμα; Προφανώς ότι το 2008 είχε πολύ γαμήσι. Κι έτσι, αφού δεν έκανα τίποτα και στους 3 παραπάνω υπόλογους και φταίχτες και λωποδύτες και μεγάλα λαμόγια κι αυτοί θα συνεχίσουν να κλέβουν, να λένε ψέματα και να είναι άσχετοι, τους ενημερώνω ότι γαμούν το κάρμα τους και τους εύχομαι ότι χειρότερο. Και τους λέω επίσης, πως κάποιος θα βιδωθεί καμιά ώρα και θα τους γαμήσει κανένα μουνί, κανένα κώλο, δεν ξέρω, έτσι νομίζω. Αν δεν καίγονται αιώνια στα καζάνια της κόλασης.


Και μετά το θάνατο και το γαμήσι για το 2008, έχουμε το φαί. Τι άλλο; Έχω πάρει κάτι κιλάκια εδώ και 70 χρόνια και δεν μπορώ να τα χάσω. Μα γιατί; Όχι ότι κάνω δίαιτα αλλά λέμε τώρα. Τι πακέτο κι αυτό. Και πεινάω τώρα. 8:30 έχει πάει η ώρα, ήμαρτον, πεινάω, γουρουνόπουλο μπορώ να φάω και γω θα τη βγάλω με γάλα, μαρμελάδα και μαλακίες. Φέρε κει μια μπριζόλα να γουστάρω, να στανιάρω πρωινιάτικο! Αλλά όχι, ντάξει, θα φάω κυριλέ πρωινό, κανονικό, τι να κάνω, θα φερθώ κόσμια.


Τέλος πάντων, τι άλλο για το 2008; Δε θυμάμαι κάτι συναρπαστικό εκτός από τις διαδρομές που έκανα στα κάμπινγκ πήγαινε έλα το καλοκαίρι και στο Λονδίνο πήγαινε έλα με τα μπαγκάζια και τις δύο φορές, τη μία φορά στους 100 βαθμούς Κελσίου και την άλλη στους -100 βαθμούς Κελσίου. Πριν λίγες μέρες έκανα τη συνδυαστική αυτή σκέψη και για μία ακόμα φορά κούνησα το κεφάλι μου πάνω κάτω σα θεία και είπα «αμάν ρε πούστη, όλα πρέπει να κάνουν τον κύκλο τους;» Ω ναι, έτσι φαίνεται. Άσε με το Μέρφυ. Δε θα μιλήσω για τον πούστη. Χρόνια Πολλά του εύχομαι, να είναι καλά να πορεύεται όπως μόνο αυτός ξέρει.


Αυτά που λέτε, δε θυμάμαι άλλα και προχωράω γιατί μόλις βρήκα ένα κείμενο που το έγραψα πριν μερικές μέρες και το προόριζα για ποστ και αποφάσισα να σας το δώσω δωράκι, δύο ποστ σε ένα την τελευταία μέρα του χρόνου. Να μην αφήνω και γω υπόλοιπα. Να ξεκινήσω με νέες μαλακίες κανονικά το καινούριο έτος γιατί άμα το βάλω μετά από 5 μέρες ενώ το έχω γράψει πριν 10, καταρχάς δε θα αισθάνομαι πια έτσι, ήδη είμαι λίγο μακριά και λίγο καλύτερα, πολύ λίγο, γι’ αυτό απολαύστε. Όποιος βαριέται, ας πάει κατευθείαν στην τελευταία παράγραφο που έχει τις ευχές.


Εδώ ξεκινάει το μπαγιάτικο ποστ. Είναι ωραίο, εμένα που άρεσε. (Είμαι ψώνιο).


Δε μπορώ να βρίσω γαμώ το στανιό μου. Δεν μπορώ να χώσω γαμώ το σπίτι, τη ζωή και τον κώλο τους γαμώ. Έχω κατάθλιψη γιατί γαμιούνται πατόκορφα οι κωλάθρωποι και έχω χάσει τη φόρα μου γαμώ την πουτάνα τη ζωή τους μέσα. Δεν μπορώ να πάω γιόγκα εδώ και μερικές μέρες γιατί θέλω να χτυπήσω τη δασκάλα μου. Δεν μπορώ να πάρω το μετρό γιατί θέλω να γαμήσω τους καθυστερημένους που τους δίνεις το εισιτήριο που δε θα χρειαστείς άλλο και που έχει περιθώριο μίας ώρας και ενός τετάρτου ακόμα κι αυτοί αντιδρούν λες και τους δίνεις ένα χαρτί που λέει «ΕΧΩ AIDS. ΜΗ ΜΕ ΠΙΑΣΕΙΣ, ΘΑ ΚΟΛΛΗΣΕΙΣ». Δεν μπορώ να κάτσω σπίτι μου γιατί κολλάει η σύνδεση, κολλάει το dvd, γαμιέται το μουνί που τον πέταγε του γείτονα και κάνει θόρυβο, στην πλατεία απέναντι η καριόλα η καθαρίστρια του δήμου παίζει με το κινητό της ενώ σακούλες με σκατά πετάνε στον αέρα και καταλήγουν στα μούτρα μικρών παιδιών, δεν μπορώ να πάω για καφέ γιατί είναι πανάκριβος και ταυτόχρονα κινδυνεύω να φάω στη μούρη καμιά μολότοφ, κανένα δακρυγόνο, ή στην καλύτερη να φάω στη μούρη τον όποιον μαλάκα τελευταίο την είδε να μας σπάσει τον πούτσο σήμερα κάνοντας την όποια μαλακία.


Και τι θα κάνεις μωρή δυστυχισμένη;


Θα βρίζω.

Αφού λες ότι δεν μπορείς.

Θα το παλέψω. Θα μπορέσω.

Αρχίδια.

Στον κώλο σου.


Τα κατάφερα. Έβρισα. Κάτι έκανα. Έβρισα λίγο. Μα πρέπει να προσπαθήσω κι άλλο. Τόσο μόνο δε φτάνει. Θέλει κι άλλο. Αυτό το χάλι με βρίσιμο μπορεί να δοκιμαστεί. Γιατί να φαγωθεί δε γίνεται με τίποτα. Ένα μπουρδέλο και μισό η χώρα. Σήμερα ένα δευτερόλεπτο είδα ειδήσεις, πρόλαβαν οι πούστηδες να μου την πετάξουν την πληροφορία. Θα χρεωθούμε λέει τόσα λεφτά από Ευρώπη κλπ που δε θα ξεχρεώνουνε ούτε τα τρισέγγονά μας. Μέχρι να κάνω ανάποδο μπλουζόν και τρία λουπ για να την κλείσω την πουτάνα να μη βλέπω, είχα προλάβει να σκεφτώ πως ήδη χρωστάμε. Φύγε, λέω, κακιά σκέψη, δε μπορώ να βρίσω. Και πιάνω την εφημερίδα. Και πριν προλάβω να την ανοίξω, πέφτει το μάτι μου στην πρώτη σελίδα, γαμώ την πουτάνα μου, πάντα καταφέρνω να την αποφύγω, και βλέπω ότι θα πληρώσουμε τόσους φόρους που θα γαμιόμαστε ολημερίς και ολονυχτίς θα πηγαίνουμε πίπα κώλο εμπλοκή. Γαμώ την κηδεία μου δε μπορώ να βρίσω γαμώ το σπίτι σας γαμώ την ψυχή σας τη μαύρη γαμημένοι άνθρωποι γαμώ γαμιέστε γαμώ τα πάντα σας, τη ζωή σας, τον κώλο σας, τα βυζιά σας, τις σκατόφατσές σας και τα πούστικα τα μάτια σας παλιογαμημένοι γαμιόληδες. Πάω γρήγορα στα γενικά και ησυχάζω για λίγα λεπτά. Και ξαναφρικάρω πριν τελειώσει η βαθιά ανάσα που πήρα. Στα γενικά λέει πως δε γυμναζόμαστε, δεν τρεφόμαστε σωστά, πως έχουν μπαζώσει τα ποτάμια στην Αθήνα και πως δεν αναπνέουμε σωστά, δεν πάει πουθενά το νερό της βροχής, πως το ένα, πως το άλλο, γαμιέστε ρε γαμημένοι, γρήγορα στα βιβλία. Και πήγα στο ένθετο με τα βιβλία και χαλάρωσα. Και μόλις χαλάρωσα έβαλε η ξεκωλιάρα η γειτόνισσα το air condition κι άρχισε ο σεισμός στην πολυκατοικία που να της καεί το γαμημένο για κλιματιστικό και να της πιάσει φωτιά το μουνί να δει χαρά στα σκέλια της η καριόλα κι αυτή. Πετάγομαι στον αέρα γιατί τρόμαξα και βγαίνω στο μπαλκόνι να πάρω λίγο αέρα. Αλλά περνάει το σκουπιδιάρικο απογευματιάτικο γιατί έτσι γουστάρει κι αντί αέρα ρουφάω κουραδιασμένα κωλόχαρτα, σάπιες λεμονόκουπες, ληγμένα γιαούρτια και φαγωμένα κρέατα. Βαστάω την αναπνοή μου, κλείνω τα μάτια μου κι όπως τα ξανανοίγω πέφτουν πάνω στον πούστη απέναντι που πάει δώδεκα φορές την ημέρα πέρα δώθε το αυτοκίνητό του για να πιάνει θέση και για το άλλο αυτοκίνητο της οικογένειας. Κι αν λείπουν και τα δύο αυτοκίνητα, βάζει καβάτζα το μηχανάκι. Μόνο που δεν το διαλύει να το βάζει βίδα-βίδα και τσιμούχα-τσιμούχα απλωμένο για να πιάσει δύο θέσεις αυτοκινήτων, γιατί αυτοί βλέπεις είναι οι γαμιάδες της γειτονιάς και πρέπει να παρκάρουν κάτω από το σπίτι τους. Όλοι οι υπόλοιποι που ψάχνουμε και κάνουμε βόλτες και στο τέλος κάνουμε χέρια σαν το μακρύ του καραγκιόζη από τις σακούλες και τα ψώνια που κουβαλάμε, είμαστε μαλάκες. Και θέλω να του πετάξω τη μεγάλη γλάστρα που έχουμε στη γωνία. Αλλά είναι δεμένη και θ’ αργήσω να τη λύσω. Και δε μπορώ και να βρίσω. Κυριολεκτικά αυτή τη φορά. Τι να του φωνάξω από το μπαλκόνι; «ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΜΩΡΗ ΠΟΥΣΤΑΡΑ ΠΑΛΙΟΞΕΚΩΛΙΑΡΗ ΜΗΝ ΚΑΤΕΒΩ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΣΕ ΓΑΜΗΣΩ ΟΡΘΙΟ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΤΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΩΛΑΜΑΞΟΥ ΣΟΥ ΠΑΛΙΟΓΑΜΙΟΛΗ»; Δε μπορώ. Θα με μάθει όλη η γειτονιά και θα χωρίσω και με τον καλό μου. Γι’ αυτό μπαίνω μέσα. Ο σεισμός από το air condition συνεχίζεται. Θα φύγω γαμώ την κηδεία σας ολονών θα φύγω. Και φεύγω. Κι αρχίζει η ίδια λούπα. Οι ηλίθιοι στο δρόμο, οι πορείες, τα αιτήματα, η θλίψη, το τίποτα, όλα πάνω στο τίποτα και γω αρχίζω να παθαίνω αγκύλωση στα δάχτυλα και προσεχώς τενοντίτιδα γιατί τα δάχτυλά μου είναι συνέχεια τεντωμένα σε μούντζες. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να βρίσω. Και δε μπορώ να βρίσω γιατί έχω κατάθλιψη. Πού πάμε; Πού; Πάμε κάπου; Γνωριζόμαστε από κάπου για να πάμε μαζί; Άντε και να πάμε. Θα τα βρούμε; Αυτά σκεφτόμαστε όμως κι έτσι δεν πάμε πουθενά. Βγάλε άκρη. Μπουρδέλο. Και να μην μπορείς να βρίσεις. Δεν αντέχεται γαμώ την ψυχή τους γαμώ το μυαλό τους το σκατομένο το βρωμερό το σιχαμερό και το τρισάθλιο.


Τράβα μωρή σε κανά χωριό να τσαπίζεις κανένα κήπο να ηρεμήσεις. Άιντε από κει. Μαλάκω.


Να πάω. Πώς να πάω; Με ποιες ελπίδες; Και ποιος είπε ότι έχω τα αρχίδια να το κάνω; Και να φύγω και να μην παλέψω για την πόλη μου; Και παλεύω για την πόλη μου κάνοντας τι; Κάνω κάτι τελικά; Και το κάνω όντως; Και είναι αρκετό; Ας είναι και μια σταγόνα στον ωκεανό, κάτι είναι; Α ναι; Αρκεί;


Γάμησέ τα. Υπάρχει ανάγκη για εκτόνωση. Πρέπει να βρίσω και να σπάσω. Σκέφτομαι να αρχίσω να κυκλοφορώ με καδρόνια. Γιατί οι άλλοι και όχι εγώ; Γιατί δηλαδή να πρέπει να κολλήσω ένα όμορφο διακριτικό αυτοκόλλητο που λέει «Πάρκαρα πάνω σε διάβαση πεζών; Χέστηκα!» σε ένα ηλίθιο μαλάκα πούστη γαμημένο ξεκωλιάρη που έχει παρκάρει πάνω σε διάβαση πεζών και αντ’ αυτού να μην του σπάσω το αυτοκίνητο να το φχαριστηθώ κιόλας; Κι άμα ξαναπαρκάρει ο συγκεκριμένος σε διάβαση πεζών να με χέσετε.


Αλλά δεν το κάνουμε. Κωλώνουμε. Και διαλέγουμε και το πιο άχρηστο κράτος κάθε φορά που δε μπορεί να λειτουργήσει γιατί μόνο τρώει, τρώει, τρώει, δείτε τους, όλοι χοντροί είναι, μπουχέσες, σκατοσάκουλα, δυο τρεις είναι λεπτοί, όλοι οι υπόλοιποι σκατοσάκουλα γεμάτα μύγες είναι, και άρα δεν ισχύουν οι νόμοι και ο βούρκος γίνεται όλο και πιο βαθύς και στο τέλος βγαίνουμε έξω νέοι, γέροι, παιδιά, βρέφη, ανάπηροι, χαζοί, έξυπνοι, ηλίθιοι, καλοί και κακοί και φωνάζουμε, σπάμε, εναντιωνόμαστε και μετά γυρίζουμε σπίτι, κάνουμε τις ίδιες μαλακίες ακριβώς, ψηφίζουμε ακριβώς τους ίδιους ηλίθιους και άντε πάλι η ίδια λούπα.


Τώρα εγώ τι να κάνω που δε μπορώ να βρίσω και τα δάχτυλά μου έχουν πάθει αγκύλωση από τις μούντζες; Γράφω με τα δάχτυλα των ποδιών. Κι ευτυχώς που έγινε αυτό, γιατί σε λίγο για να πιάνεις δουλειά και να παίρνεις αξιοπρεπή λεφτά, γύρευε τι ακροβατικά θα πρέπει να κάνεις. Ποια πανεπιστήμια και μαλακίες. Δε βλέπετε δω ότι όλοι οι άχρηστοι, οι άσχετοι και οι ηλίθιοι διαπρέπουν; Τι; Είσαι σ’ αυτή τη χώρα έξυπνος, εύστροφος και σωστός; Έλα να σε ξεζουμίσουμε και μετά τον πούλο. Εφόσον σε πάρουμε χαμπάρι. Γιατί το πιθανότερο είναι να μη σε πάρουμε χαμπάρι και απλά να πεθάνεις μόνος και έρημος με τις ωραίες ιδέες σου βαθιά βαλμένες μέσα στον κώλο σου από το φόβο μη σου της κλέψει κανένας πονηρός.


Έχω φρικάρει και δε μπορώ να βρίσω. Κι έχω κατάθλιψη. Και σας αφήνω εδώ. Και Χρόνια Πολλά σε όλους. Να ζήσουμε να την δούμε όλη τη σκατίλα.


Εδώ τελείωσε το μπαγιάτικο ποστ. Δεν ήταν πολύ ωραίο; (Ψωνάρα!)


Το ξαναδιάβασα κι εγώ μαζί σας. Σιγά τη μαλακία. Δε μπορώ να βρίσω! Φυσικά και μπορώ! Άντε και γαμηθείτε όλοι όσοι είστε μαλάκες, ευτυχείτε οι υπόλοιποι! Καλή Νέα Χρονιά Ατομάρες, να είστε Καλά, να σκέφτεστε τους Άλλους και το Περιβάλλον! Οπωσδήποτε αυτά για αρχή και μετά σκεφτείτε πως ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να πέσουμε νεκροί, πως η ζωή είναι όμορφη άμα θέλουμε, πως μπορούμε να την ομορφύνουμε χωρίς να έχουμε ή να κάνουμε σχεδόν τίποτα, οι θετικές σκέψεις είναι αρκετές, όσο μπορούμε, όποτε μπορούμε, σκεφτείτε πως η αγάπη είναι το μέγιστο καλό και σκεφτείτε ότι σας κάνει καλύτερους ανθρώπους να το κάνετε πράξη!


Να είστε Καλά, Καλή Χρονιά, ας ελπίσουμε όλοι μαζί σε ένα Καλύτερο Αύριο στην κωλόχωρα που ζούμε και θα τα πούμε του Χρόνου. Σε λίγες μέρες δηλαδή. Φιλιά σε όλους!


(Άντε να πάω να φάω, μου πρήξατε τα αρχίδια).


(Όχι για να δείτε ότι και Θεός υπάρχει και Μέρφυ, μόλις έκλεισα την πάνω πρόταση, πήγα στην κουζίνα και θέλησα να ανοίξω το μπουκάλι με το γάλα να πιω. Το καπάκι ήταν από κείνα τα παλιά που είναι σαν αλουμινόχαρτο που χώνεις το δάχτυλό σου για να ανοίξει ή βάζεις κάποιο μαχαίρι. Εγώ από την πείνα και τη λύσσα μου, έβαλα το δάχτυλό μου και ξέρετε τι έγινε βέβαια ε; Το γάλα εκτινάχθηκε σε απίστευτα ύψη και στη συνέχεια έσταζε από τα ντουλάπια, από τις άκρες των μαλλιών μου, είχε γεμίσει την κουζίνα και το πάτωμα. Ένας αναστεναγμός αρκεί. Πρέπει να είμαστε καλοί άνθρωποι και να μη λέμε ούτε κακίες γαμώτ#&*&^%$#$%#@!!!)


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Επιτέλους!

Γεια σας φίλοι μου!! Χρόνια Πολλά και καλά κι ευτυχισμένα με υγεία, χαρά, όλα καλά βρε!


Είμαι φοβερά κουρασμένη και βαράω ντάγκλες και δεν μπορώ να σας γράψω έπος και δεν ξέρω πότε θα μπω να σας δω, να σας ευχηθώ κλπ αλλά θα το κάνω, θα το παλέψω, θα το προσπαθήσω, θα το καταφέρω!


Μετά από πολύ κόπο, λόγω μαλακίας, βλακείας και μιας μικρής μαλάκυνσης, κατάφερα να βάλω στο youtube δυο βιντεάκια. Θυμάστε που σας έλεγα τα του Λονδίνου που βρεθήκαμε σε σταθμό τρένου που δεν υπήρχε ψυχή και κάναμε τα έκτροπα; Ε, απολαύστε!

...Α και που ’στε! Στο πρώτο βίντεο, ακουγόμαστε (εγώ κυρίως) ψευδή, ήμαρτον! We are not!


Θα τα πούμε πολύ σύντομα, φιλάρες σε όλους!!










Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

Τώρα...

...έρχομαι! Έχει πέσει δουλειά ρε παιδιά Χριστουγεννιάτικο, απίστευτο, να κωλοβαράω όλο το χρόνο και να δουλέυω στις γιορτές. Τι να πω, ο Μέρφυ θέλει να τα φτιάξουμε αλλά εγώ δε μασάω με τίποτα. Έρχομαι μεθαύριο με μπόλικο stuff, θέλω και να σας διαβάσω, έχω χάσει δυο χιλιάδες επεισόδια γαμώ το φελέκι μου, φεύγω τώρα έχω να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω να ξυπνήσω στις 6! Ήμαρτον!

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Ουφ!

Νέο ποστ θα βρείτε στο allwe.

Παρεμπιπτόντως να πω πως η λίρα έχει πέσει κάτω από το ευρώ και μου έχουν γυρίσει τα μάτια τούμπα. Δεν είχα που δεν είχα λεφτά, χάλασα και παραπάνω! Όποιος πάει τώρα, θα τρίβει τα αρχίδια του. Όποιος πάει τώρα, να πάει γυμνός με τρεις βαλίτσες άδειες! Κι όποιος δεν πάει, να κατέβει Αθήνα να διαμαρτυρηθεί για το χάλι μας. Έλεος! Δεν αντέχω άλλο τόση θλίψη! Κάτι πρέπει να κάνουμε όλοι λέμε!

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

Κάτι ψιλά και Λονδίνο, η επιστροφή 2.

Αν και το μαδομούνι συνεχίζεται και καλά κάνει γιατί κάτι μου είπε η Sanity Loss Era που οι αστυνομικοί μη χέσω παίρνουν από πίσω τους ανθρώπους, κυρίως τους νέους με περίεργη εμφάνιση και αυτό είναι για χοντρό γαμίσι, θέλω να συνεχίσω παρακάτω στις γνωστές μαλακίες μου αλλά πρώτα απ' όλα έχω να προτείνω πως καλό θα ήταν όλη η πόλη να αλλάξει το μαλλί και το ρούχο να πάθουν νταράκουλο οι μαλάκες. Να δω ποιον θα πρωτοέπαιρναν από πίσω να του κάνουν τι. Να του κλάσουν ας πούμε; Όχι τίποτα, γιατί τον τελευταίο καιρό, ακόμα κι εγώ που δε μασούσα, τους βλέπω και σκιάζομαι. Κι ας είναι κάτι καθυστερημένα 25 χρονών με το ζόρι. Ε άει σιχτίρι. Όσο για τους άλλους, τους μεγάλους, καμία παραίτηση, τίποτα, η ακρίβεια, ακρίβεια, η μαλακία, μαλακία, οπότε ΔΕ ΓΑΜΙΟΜΑΣΤΕ ΛΕΩ ΓΩ Ν' ΑΣΠΡΙΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΧΩΡΑ; Πουτάνα όλα τώρα! Αυτό είναι το σύνθημα! ΠΟΥΤΑΝΑ ΟΛΑ!


Και πάμε παρακάτω γιατί μ' εχει πιάσει πονοκέφαλος κι έχω και το ποστ με το Λονδίνο έτοιμο από τότε που ήρθα και έχει μπαγιατέψει, ήμαρτον δηλαδή. Λοιπόν αρχίζουμε κανονικά, σεμνά, όμορφα.


Γειαααα σαααας... Τι κάνετε; Όλα καλά; Νιώθετε και σεις τη θλίψη που πετάει γύρω μας; ...Ωχ, λάθος το πήγα. Ξαναρχίζω. Η τηλεόραση φταίει που την έχω ανοιχτή μέσα στο αυτί μου και λέει για το Βατοπέδιο και μου' χουν στρίψει τ' άντερα. Κάτσε να την κλείσω τη γαμημένη. .....Αααααα.... μέλι. Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε σαν αθρώποι ή μάλλον να γυμνάσω τα δάχτυλά μου. Γιατί έτοιμο το ποστ από τα τότε, αλλά όλο και κάτι προσθέτω. Έτσι που λέτε. Παραδίδω. Λονδίνο, η επιστροφή 2. Σήμερα θα διαβάσετε τις υπόλοιπες μέρες. Η πρώτη, βρίσκεται εδώ για όποιον θέλει να μαζοχιστεί.


Συνεχίζουμε ακάθεκτοι.

Την Πέμπτη που έφτασα, είπαμε. Έκανα το γύρο του κόσμου σε 4 ώρες και μετά βόλτα.

Το επόμενο πρωί, ημέρα Παρασκευή, είπαμε να πάμε να κόψουμε κίνηση στα μαγαζιά στο Portobello που ήμασταν ήδη, στην Oxford, στο Soho και τέλος στο Covent Garden. Χέσε ψηλά κι αγνάντευε δηλαδή. Εννοείται πως δε γίνεται να δεις όλα τα μαγαζιά αυτών των περιοχών, θες μια μέρα στο καθένα και λίγο λέω, αλλά εμείς -ο κολλητός δηλαδή- ξέρει το Λονδίνο πολύ καλά και τσακ τσακ τσακ βρισκόμασταν γρήγορα εκεί που θέλαμε στα μαγαζιά που θέλαμε. Το ίδιο βράδυ, είχα κατάθλιψη. Γιατί απαγορεύεται ρητά και κατηγορηματικά να πας Λονδίνο χωρίς λεφτά. Τι ήταν αυτά ρε πούστη; Μου βγήκαν τα μάτια. Και φτηνά ρε μαλάκες! Έχει φτάσει και η λίρα σχεδόν όσο το ευρώ, όλα εντωμεταξύ σε πολύ καλύτερες τιμές, π.χ. πανάκριβά παπούτσια ελάχιστα που εδώ όλα κάνουν 120, 150, 200 και 300 ευρώ! Σιγά ρε μαλάκες! Τραβάτε κει να δείτε τι γίνεται! Τα περισσότερα 60 λίρες, 70 λίρες, άσε με! Πίκρα. Ο κολλητός βέβαια με θαύμασε για την αυτοσυγκράτησή μου αλλά να το χέσω. Η καρδούλα μου ξέρει πως αισθανόμουν να τον συνοδεύω στα ψώνια του αντί να είμαι η βασίλισσα της σπατάλης. Όσοι με ξέρουν, αυτό που λέω σίγουρα δεν το πιστεύουν.

Γιατί πάντα, έπαιρνα και τα ράφια από τα μαγαζιά, όχι μόνο τα ρούχα και τα παπούτσια. Γιατί, θα μου πείτε, είχες τόσα λεφτά; Ναι αμέ. Αφού δούλευα καταρχάς κι έκανα το σκατό μου παξιμάδι κατά δεύτερον για δυο τρεις μήνες πριν το ταξίδι, μάζευα τα πάντα, πήγαινα και τα γαμούσα όλα. Όλα. Και για να μην έχω υπέρβαρο στο αεροπλάνο, τα φορούσα μετά και ήμουν σαν το ανθρωπάκι της Μισελέν. Τώρα όμως, ούτε σκατό δεν έχω να κάνω παξιμάδι. Μόνο κλάνω. Και άρα τι μαζέψω; Τον αέρα; Επομένως, χωρίς λεφτά στο ναό του shopping, αποκτάς μόνο κατάθλιψη αφού δεν μπορείς να αποκτήσεις τίποτα άλλο. Και το βράδυ που λέτε, που γυρίσαμε στο σπίτι με τον κολλητό να έχει αγοράσει 2 ζευγάρια παπούτσια, ένα παλτό, καμιά εβδομηνταριά ψιλικοκό (μπλούζες, κάλτσες κλπ) κι εγώ τρία σουτιέν λες και δεν είχα που να βάλω τα βυζιά μου και βρήκα στο Λονδίνο, έκατσα στον καναπέ και δεν ήθελα να κάνω τίποτα. Έτσι, έκατσα σπίτι και έβλεπα ταινίες ενώ οι άλλοι βγήκαν και πήγαν βόλτα. (Βασικά ο αληθινός λόγος που δεν βγήκα είναι γιατί ήμουν πτώμα αλλά βάζω και λίγο σάλτσα για να γίνει πιο λυπητερή η ιστορία μπας και με λυπηθεί κανείς και μου δώσει κανά φράγκο).


Την επόμενη μέρα, Σάββατο, ήταν να πάμε σε μια περιοχή στο Νότιο Λονδίνο (αν δεν κάνω λάθος) που είναι όλη η καινούρια φάση, τρεντουριά κι άγιος ο Θεός, με βικτίμια με περούκες και κάθε λογής μαλακίες πάνω τους, και τρελό παζάρι όπως Portobello και Camden αν και τα προαναφερόμενα θεωρούνται πολύ passé, οπότε καταλαβαίνετε. Νέος πόλεμος, νέα κατάθλιψη. Βέβαια, σκεφτόμουν πως στα παζάρια οι τιμές είναι πολύ χαμηλές οπότε αναπτερώθηκα λίγο. Τέλος πάντων, μέσα σ’ όλα, έχω κι ένα άλλο πρόβλημα. Το πρωί ξυπνάω νωρίς. Δε πα να έχω κοιμηθεί στις 5; 9, το πολύ 10 θα ξυπνήσω. Θα κουτουλάω, θα βρίζω, θα σιχτιρίζω, θα νυστάζω, αλλά θα ξυπνήσω και δε θα μπορώ να ξανακοιμηθώ. Και το Σάββατο ξύπνησα πριν απ’ όλους. Ε ρε πούστη. Τι να κάνω; Α! θα ντυθώ και θα πάω μια βόλτα εδώ στα μαγαζιά. Μα είμαι στο Portobello ρε γαμώτο! Ντύνομαι λοιπόν, κατεβαίνω και ο μαλάκας είχα ξεχάσει ότι το παζάρι του Portobello είναι Σάββατο! Και κατεβαίνω και είναι όλα στα πόδια μου! Αααααααα!!!! Κρίιιιισηηηηηη!!! Κρίση!! Κρίση!!!!! Αφήνιασα! Μου γύρισαν τα μάτια! Έβγαλα αφρούς, άπλωσα τα χέρια κι άρχισα να περπατάω σαν τον Φρανκεστάιν που έχει πάρει γραμμή τη νύφη του. Κατά δεύτερον, άρχισα να τραγουδάω λες και ήμουν η Μαίρη Πόππινς και με είχαν αμολήσει σε κανένα λιβάδι με λουλούδια. Εννοείται πως ψώνισα. Ένα φόρεμα κι ένα άλλο γαμάτο πράγμα σα γιακά που δεν έχετε εσείς εδώ στη βλαχιά αν και ο καλός μου μού είπε ότι το είδε σε ένα σικ μαγαζί (μμμ... του κώλου) στου Ψυρρή και συγχύστηκα λίγο αλλά θέλω να πάω να δω πόσο σας το πουλάει γιατί και παλιότερα είχαν εμφανιστεί μάγκες, πριν ανοίξει το H&M στην Ελλάδα, που έφερναν τις τσάντες Divided οι οποίες κόστιζαν 15 ευρώ και τις πουλούσαν 100!! Καλό;;, Οπότε, θα πάω να δω πόσο πουλάει αυτό που μοιάζει μ’ αυτό που πήρα και άμα είναι πανάκριβο, θα ξηγηθώ για πάρτη σας. Πήρα επίσης μια γαμάτη δερμάτινη μαύρη γραβάτα θερμόμετρο στο πρόσωπο και γυρίζω πίσω ευτυχισμένη. Εντάξει, όχι τρισευτυχισμένη γιατί κανονικά θα έπρεπε να είχα γυρίσει με 2 σκουπιδοσακούλες γεμάτες ρούχα όπως παλιότερα αλλά εντάξει, από το τίποτα, κάτι ήταν κι αυτό, μην το συζητάς. Επιστρέφω, μόλις είχαν ξυπνήσει τα παιδιά, ετοίμαζαν πρωινό, μπερκέτι μου έκατσε, σαβουρώνουμε και φεύγουμε εγώ και ο κολλητός για την καυλοπεριοχή του Νότιου Λονδίνου που λέγαμε. Φτάνουμε, συναντάμε μια φίλη Ελληνίδα και κινάμε για παζάρι, μαγαζιά κλπ. Άλλη κόλαση εκεί. Αν και βρήκαμε το ένα παζάρι κλειστό, το άλλο δεν το βρήκαμε καν, δεν έχει σημασία γιατί βρήκαμε άλλα πράγματα και πάθαμε υστερία. Χαθήκαμε μέσα στα ρούχα, κόλαση. Πήρα από μαγαζί με μεταχειρισμένα ένα καστόρινο λαδί παλτό με 10 λίρες, δηλαδή 11 ευρώ. Κούκλα η Μαρίτσα, μην το συζητάς σου λέω, κούκλα. Πήρα και κάτι τιράντες γαμάτες, ένα βιβλίο, ο κολλητός προσκύνησε στο ναό με τους δίσκους και τα εφτάιντσα και η ελληνίδα φίλη κουνούσε το κεφάλι με τα πεινασμένα από την Αθήνα. Μετά φάγαμε σούπα και ήπιαμε τσάι σε μια γαμάτη παμπ να την πω; Σε ένα μαγαζί τέλος πάντων σαν... πως να το πω... καφετέρια αγγλική που έμοιαζε με παμπ, κάτσε, την έχω φωτό, θα σας τη δείξω, γενικά θα σας δείξω φωτό, κόλαση λέμε, μετά βρεθήκαμε και μ’ άλλους Έλληνες και πήγαμε σε παμπ για μπύρες και σε κάποια φάση ξέχασα ότι ήμουν Αγγλία γιατί ήμασταν πόσοι Έλληνες που γκαρίζαμε. Μέχρι που πήγα τουαλέτα και είδα τη μπίχλα και συνειδητοποίησα που βρίσκομαι. Μετά από όλα αυτά, εγώ και ο κολλητός, θα φεύγαμε μόνοι, θα παίρναμε το τρένο και θα πηγαίναμε σε κάποια προάστια του Λονδίνου που ζούσε ένας φίλος του κολλητού (γαμώ τα παιδιά) με την κοπέλα του (γαμώ τα παιδιά). Τα ψώνια μας τα αφήσαμε στα παιδιά που μέναμε που ήταν μαζί μας, ευτυχώς. Και πήγαμε. Άλλος κόσμος εκεί, άλλη φάση. Πιο κουλ. Πήγαμε στα παιδιά, κλασίκ αγγλικό σπίτι, λίγο κατεστραμμένο αλλά θα το έφτιαχναν, εμένα μου άρεσε πάντως, στο ίδιο σπίτι έχει γράψει ο Λουί Ντε Μπερνιέ το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι ο οποίος έχει κονέ με την οικογένεια του φίλου που τρώγαμε σπίτι του, όχι για να μη νομίζετε ότι είμαστε όποιοι κι όποιοι, τς! Είπα να ανέβω σε κάποια φάση άνω να δω μπας και είναι κανένα πνεύμα και δίνει έμπνευση, μπας και γράψω τίποτα και γίνω παμπλούτου αλλά ντράπηκα, τι να πεις; Κάφρος, κάφρος, οι ντροπές μου λείπουν. Τέλος πάντων, περάσαμε γαμάτα, ρίξαμε πολύ γέλιο, οι άνθρωποι έχουν φοβερό χιούμορ δεν το συζητάμε, ήταν γαμώ. Και πάμε να πάρουμε τρένο. Εδώ έπεσε το γέλιο της αρκούδας. Καταρχάς, μια σημείωση. Τη μέρα που φτάσαμε δεν είχε κρύο. Φορούσα μια μακρυμάνικη μακό και το μπουφάν, και μη φανταστείτε κανένα μπουφάν αρκούδα, παπάρια, ένα νορμάλ μπουφάν, ούτε κασκόλ, ούτε γάντια, ούτε σκούφο και ήμουν τζετ. Βέβαια θα μου πεις, έκανες και καμιά 40ριά χιλιόμετρα με τα πόδια, που να κρυώσεις, αλλά ντάξει. Όσο νύχτωνε έκανε κρύο. Τη δεύτερη μέρα άρχιζε να ξυρίζει λίγο περισσότερο, ε, εκείνο το βράδυ του Σαββάτου, γαμούσε το κρύο. Είχε βγει έξω με ξυράφια και σκορπούσε χάος. Και πάμε λοιπόν να πάρουμε το τρένο να γυρίσουμε. Η ώρα εντωμεταξύ 11:30 το βράδυ, παπάρια νυχτερινό μετρό έχει. Μόνο νυχτερινά λεωφορεία έχει, όχι μετρό. Συγνώμη αθηναϊκό μετρό, σ’ αγαπώ. Και περιμένουμε. Κανείς. Ψυχή. Άνθρωπος. Λες και ζούμε το «28 μέρες μετά». (Αν δεν το έχετε δει, να το δείτε. Δείχνει το Λονδίνο εγκαταλειμμένο μετά από μία καταστροφή). Σε κάποια φάση, εμφανίζονται κάτι άνθρωποι αλλά ως επί το πλείστον ο κανένας. Και λέει τη χρυσή ατάκα ο κολλητός: «Το ξέρεις ότι έχεις τρελή ευκαιρία για φωτογραφίες ε; Άδειο τρένο; Δεν υπάρχει αυτό». Και μια λάμψη φάνηκε στα μάτια μου. Και βγάζω τη μηχανή. Μαλάκες, με τόσο ψωλόκρυο ίδρωσα. Το τι γέλιο έπεσε, δεν μπορώ να σας περιγράψω. Λυσσάξαμε. Λυσσάξαμε κανονικότατα. Δείτε φωτό. Έγιναν κι άλλα πολλά εννοείται. Μαγικές στιγμές. Και σε κάποια φάση φεύγει. Άδειο το βαγόνι. Μόνο εμείς μέσα. και το διπλανό άδειο. Λίγο σπούκι αλλά γελούσαμε. Εντάξει, στην επόμενη στάση, μπήκε και κανάς άνθρωπος. Σπίτι, τηλεόραση, κουβέντα, ύπνος.


Ημέρα τρίτη, Κυριακή. Ο κολλητός μου έχει δηλώσει πως θα πάει με τα παιδιά τη γνωστή βόλτα στο ποτάμι στην Tate και σε άλλες γκαλερί, μουσεία κλπ και γω του έχω πει «στ’ αρχίδια μου, εγώ θα πάω Camden». Έψαχνα βλέπετε κάτι συγκεκριμένες Doc Martens κι εκεί είχε ένα μαγαζί σχετικό εκτός αυτού στο Covent Garden όπου είχαμε πάει ήδη. Όχι ότι δε βρωμούσε όλο το Λονδίνο από Martens αλλά εγώ εκεί ήθελα να πάω. ... Ωωωω εντάξει, εντάξει, έτσι κι αλλιώς ήθελα να πάω Camden! Τι σκατά τουρίστας είμαι άμα δεν πάω;! Σηκώθηκα λοιπόν κλασικά νωρίς και πήγα. Κι επειδή είμαι τρισμέγιστη, έκοψα και δρόμο, ε ναι, είχα μάθει πια να κινούμαι άνετα. Και φτάνω. Και βρέχει. Βρέχει, βρέχει, βρέχει, βρέχει. Το τσουρ τσουρ το αγγλικό, ξέρετε, αλλά συνέχεια. Εννοείται πως έχω ομπρέλα. Κι εννοείται επίσης πως δεν την ανοίγω γιατί αντιπαθώ τις ομπρέλες που έτσι κι αλλιώς δε σου προσφέρουν και καμιά προστασία εκτός κι αν είσαι ακίνητος και η βροχή πέφτει απαλά και κάθετα. Αν φυσάει, τι να την κάνεις αφού σου σκάει το νερό από παντού; Έχω ανεβάσει την κουκούλα του μπουφάν και πάω. (Αυτές οι πληροφορίες με τις ζέστες, κρύα, βροχές, είναι μια ένδειξη για τους λόγους τους οποίους τώρα έχω ροχάλες, μύξες και κλανιές). Τι καύλα το Κάμντεν ωρέ;! Τι πώρωση; Χάος! Της πουτάνας! Απορώ γιατί το σνομπάρουν. Εντάξει, έχει ένα σωρό μαλακίες αλλά έχει και πολύ καλό πράμα, σόρι κιόλας. (Θα συζητήσουμε παρακάτω τα κοινωνικοπολιτικά και τα συμπεράσματα που βγήκαν από συζητήσεις, σε άλλο ποστ δηλαδή, μην τρομάζετε). Ψωνίζω λοιπόν από ένα μαγαζί στην Κάμντεν τις θεϊκές Μάρτινς του καλού μου, (που βρήκα σε εξαιρετική τιμή παρεμπιπτόντως), ψήνομαι να πάρω κι εγώ, σκέφτομαι τα λεφτά, τις αφήνω πίσω, με ψήνει ο πωλητής, τίποτα εγώ, βράχος, φεύγω. Και συνεχίζω τη βόλτα με πρόθεση να επιστρέψω προς τα πίσω, αφήσω πράγματα, πάω ποτάμι, βρω φίλους. Εντωμεταξύ έχω γίνει ψιλοκώλος από τη βροχή αλλά μασάνε ωρέ τα παλικάρια; Όχι! Ψωνίζω και κάτι άλλες μαλακιούλες να γουστάρω να λέω ότι ψώνισα και κινάω να βρω το άλλο μαγαζί με τις Μάρτινς. Ε τι; Να μείνω με την απορία; Ρωτάω που είναι, μου λένε πάλι δεξιά αριστερά δεξιά αριστερά πάνω κάτω ευθεία, λέω καλά, ευχαριστώ, κοιτάω το flyer που είχα και βλέπω ότι είμαι ηλίθια γιατί το flyer είχε χάρτη πάνω. Πάω, το βρίσκω, δέος. Ένα μαγαζάκι μια κλανιά, ένα εκατομμύριο Μάρτινς μέσα. Μέσα δύο άτομα. Ένας άνδρας και μία γυναίκα. Ο άνδρας ο κλασικός τύπος άγγλου χούλιγκαν που δέρνεται έξω από παμπ σε κακόφημη περιοχή σε ταινία του Μάικ Λι και η γυναίκα, μια μαστουρωμένη κοπέλα με 2.500 τρύπες στο πρόσωπο, ροζ μοϊκάνι με άπειρα τσιμπιδάκια πουά, καρό και ριγέ και κάτι ρουχαλάκια που τώρα δε θυμάμαι γιατί κοιτούσα τις Μάρτινς. Εντωμεταξύ, κρατούσα τη σακούλα με τις Μάρτινς που ήδη είχα αγοράσει και φαινόταν ελαφρώς το κουτί. Η σακούλα ήταν μια πουτσοσακούλα κει του κώλου πράσινη χωρίς όνομα, απλά λίγο φαινόταν μόνο το κουτί με τις Μάρτινς. Και τις βλέπει ο τύπος. Και τα παίρνει στο κρανίο. Και μου λέει με χαρακτηριστική ευγένεια: «Τι είναι αυτό; Μάρτινς ε; Πήγες πήρες απ’ αλλού και μετά ήρθες εδώ;», «Ναι, δεν ήξερα να σε ρωτήσω πρώτα» ήθελα να του πω αλλά τα είχε πάρει τόσο στο κεφάλι που φοβήθηκα μη με σουγιαδιάσει κι έχουμε άλλα μετά. Και απτόητος συνέχισε: «Δεν είναι ορίτζιναλ αυτές που πήρες! Μόνο οι δικές μου είναι ορίτζιναλ! Είμαστε το μόνο κατάστημα που πουλάει ορίτζιναλ Μάρτινς στην Αγγλία και μπλα μπλα μπλα μπλα» μου’πριξε τα αρχίδια, τσαντίστηκα γιατί μου έβαλε φτιλιές ότι πήρα μούφα Μάρτινς, πράγμα πολύ πιθανό αλλά στα αρχίδια μου καθότι εγώ τις πήρα 50 λίρες ενώ αυτός τις πουλούσε τις ίδιες 100 που σημαίνει ότι εγώ με 100 παίρνω δύο ζευγάρια συν ότι εντάξει ρε φίλε, συγνώμη, αλλά έχω και 2500 ζευγάρια παπούτσια, ειλικρινά στο λέω, δε θα τις φοράω συνέχεια για να μου χαλάσουν και να μουντζώνομαι που δεν πήρα τις ορίτζιναλ και στο κάτω-κάτω, δε γαμιέσαι που καθόμαστε τώρα και ασχολούμαστε με μαλακίες ενώ πεθαίνει κόσμος δεξιά αριστερά; Κι όπως μιλούσε κρανιωμένος ενώ έβαζε σε ένα κουτί ένα ζευγάρι κι έλεγε ότι ο τύπος που μου πούλησε τις μούφα Μάρτινς θα διωχθεί ποινικά, σκύβω με περίσσιο θάρρος και έχοντας τη μύτη μου αρκετά κοντά στη δική του, του λέω: «Κοίταξε να δεις, το ορίτζιναλ κατάστημα Μάρτινς είναι στο Covent Garden δεν είναι εδώ». Με κοίταξε, φλέβες πετάχτηκαν στο κούτελο αλλά επειδή δεν τον έπαιρνε γιατί μάλλον έλεγα αλήθεια, συνέχισε σαν τις γριές που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν να λέει τα δικά του. Κίνησα προς την έξοδο και με πλησιάζει η κοπέλα. «Εδώ έχουμε μόνο ορίτζιναλ (άντε πάλι, σκέφτομαι αλλά την παρακολουθώ γιατί αυτή είναι ευγενική) δεν πουλάμε μούφα, κοίτα εδώ (πιάνει ένα ζευγάρι ξεπατωμένες Μάρτινς προφανώς κάποιου φίλαθλου της Μάντσεστερ που κλωτσούσε επί χρόνια καθίσματα και μύτες και μου δείχνει τη σόλα που κρέμεται), βλέπεις; Κοίτα πως είναι οι μούφα. Ενώ οι δικές μας (μου δείχνει ένα καινούριο ζευγάρι και σκέφτομαι αν με δουλεύει η με θεωρεί κι εμένα πιωμένη) κοίτα, (την κουνάει), μια χαρά. «Ναι, ΟΚ, σε ευχαριστώ πολύ, γεια» λέω και φεύγω. Συγχυσμένη μπορώ να πω παρότι βρήκα το θάρρος και αντιμίλησα σε ένα πιθανό δολοφόνο. Τελικά, τώρα που το σκέφτομαι, πιο πολύ θάρρος έχω να μιλήσω σε ένα νονό της νύχτας, παρά σε μια κατίνα. Φοβερό πράγμα.


Και γυρίζω σπίτι. Πτώμα. Και την πέφτω για ύπνο. Κυρία η δικιά σου. Στον πούτσο μου και η Tate και το ποτάμι. Είχα αρχίσει να αρρωσταίνω βλέπεις, είχα φάει βροχή με το κουτάλι και ήμουν από το πρωί στους δρόμους. Να σας πω κάτι; Αυτό το πράμα, με τους 40.000 βαθμούς Κελσίου μέσα στα σπίτια λες και είσαι μέσα σε ηφαίστειο, δεν είναι κατάσταση. Μέσα φούρνος, έξω ψώλος, δε γίνεται. Εγώ εντωμεταξύ, δε μπορώ την πολλή ζέστη. Ούτε το πολύ κρύο μπορώ, αλλά στο κρύο ντύνεσαι, στη ζέστη τι να βγάλεις; Την πέτσα σου; Κι αν είσαι σε ξένο σπίτι, πως να κυκλοφορήσεις; Με δύο στρας στα βυζιά και λίγο κωλόχαρτο με σελοτέιπ στα απόκρυφα; Δε γίνεται. Ντυνόμουν να βγω και ίδρωνα λέμε. Αφού σε κάποιες φάσεις, το πουλόβερ πάνω από την μακρυμάνικη, μπουφάν και λοιπά αξεσουάρ, τα έβαζα στο διάδρομο. Ε δε γινόταν. Έβγαινα εντωμεταξύ έξω ξεκούμπωτη, αναμμένη από την ψωλόζεστη και κόντρα στον άνεμο δεν κουμπωνόμουν αλλά έκανα αααχ ααααχ επιφωνήματα ευχαρίστησης κι έτσι την πάτησα με τις μαλακίες μου. Τέλος πάντων, μ’ αυτά και μ’ αυτά είχα αρχίσει να αρρωσταίνω και δεν άντεχα να ξαναβγαίνω έξω εκείνη τη στιγμή και προτίμησα να θυσιάσω την Tate, η οποία εκεί θα ήταν, και να την πέσω για ύπνο. Και εδώ που τα λέμε, χέστηκα για την Tate που ναι, από τη μία ντρέπομαι που δεν έχω δει ενώ έχω πάει τόσες φορές εκεί, αλλά είπαμε, εκεί θα είναι, θα πάω την άλλη φορά, εδώ έχασα μια εκθεσάρα που την έψαχνα από πέρσι και κάνει το γύρο του κόσμου και ήταν στο Λονδίνο τις μέρες που πήγα (και θα είναι δηλαδή μέχρι τον Αύγουστο αλλά θα ξαναπάω μέχρι τον Αύγουστο;) αλλά ήταν μακριά και στο ίντερνετ έδειχνε πως δεν είχε εισιτήρια. Η έκθεση αυτή λέγεται Body Worlds και κάτι άλλο παρακάτω που δε θυμάμαι τώρα και είναι ενός ολλανδού γιατρού ο οποίος έχει πάρει νεκρούς, έχει βγάλει το δέρμα, έχει τοποθετήσει σε διάφορες στάσεις και βλέπεις το ανθρώπινο σώμα εκ των έσω. Θεϊκό. Νομίζω πως έχει και ζώα. Και μπαίνει ορισμένος αριθμός ανθρώπων κάθε μισή ώρα για λόγους υγιεινής γιατί νομίζω ότι είναι κανονικοί άνθρωποι διατηρημένοι σε διάφορα χημικά και δεν ευνοούνται από την πολυκοσμία. Τι να πω. Σύγχυση που δεν πήγα, σύγχυση. Αλλά 10 χρόνια τώρα κινείται. Κάπου θα την πετύχω. Τέλος πάντων, την πέφτω για ύπνο, σηκώνομαι και πάμε με αυτοκίνητο να συναντήσουμε άλλους φίλους για μπόουλινγκ. (Μιλάμε για τρελή χλίδα, α ρε παιδιά, να είστε καλά!!) Λέγαμε κει διάφορες μαλακίες, ρωτούσα πως ήταν στην αρχή που ξεκίνησαν να οδηγούν εκεί και μου έλεγαν ότι συνηθισμένοι από Ελλάδα, όταν ήθελαν να αλλάξουν ταχύτητα, άνοιγαν το παράθυρο και γελούσαμε τρελά αλλά τους καταλαβαίνω. Εγώ δεν ξέρω αν θα μπορούσα να οδηγήσω εκεί. Πραγματικά. Αν εδώ με καβαλάει ο εξαποδώ, φαντάσου να με βάλεις να λειτουργήσω εντελώς καθρέφτης. Α πα πα. Το σκέφτομαι και ανατριχιάζω. Εντωμεταξύ κάθε φορά που είμαι σε χώρες που οδηγούν από την άλλη την πατάω γιατί π.χ. βλέπω ένα αυτοκίνητο να κινείται και τον τύπο να διαβάζει εφημερίδα και μου σηκώνεται η τρίχα γιατί νομίζω ότι οδηγεί και διαβάζει ενώ κανονικά οδηγεί ο διπλανός του. Τι να πεις.


Και πήγαμε για μπόουλινγκ. Φυσικά και δεν έπαιξα γιατί είμαι ξενέρωτη από τα γεννοφάσκια μου. Βασικά ήμουν ψιλοάρρωστη, αυτή είναι η αλήθεια, και δεν ήθελα να κοπιάσω μη γίνω χειρότερα. Αλλά έβγαζα φωτό, έβλεπα αντιδράσεις, πως δεν μαλλιοτραβήχτηκαν στο τέλος, ένας Θεός ξέρει. Πάει κι αυτό, σπίτι, κουβέντα, ταινίες, ύπνος.


Κι έρχεται η μέρα της επιστροφής. Και μπήκα στο κωλοαεροπλάνο και με γάμησαν τα αυτιά μου, έκλαιγα, έφτασα, τρένο, σπίτι, ααααααα, ξεκούραση. Επιπλέον μύξες, κλανιές, ροχάλες. Καλώς ήρθατε στην όμορφη πόλη μας. Και εις άλλα με υγεία.


Σε επόμενο ποστ, ήθελα να σχολιάσω ντύσιμο, μαγαζιά, κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, συμπεράσματα αλλά με όλα αυτά που έχουν γίνει εδώ, δεν ξέρω τι θα κάνω. Πάντως, πέρα απ' αυτά, αν είναι κανείς εδώ και διαβάζει τόση λογοδιάρροια, τον ευχαριστώ. Είναι καλός άνθρωπος, να το ξέρει.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Ρεντίκολο.

Αυτό έχουμε γίνει. Ρεντίκολο και ρόμπα και ξεφτίλα και τσιμπούκι στο παγκόσμιο. Εμείς που διδάξαμε τον πολιτισμό, τη δημοκρατία, που όλοι μιλάνε με πόσες ελληνικές λέξεις στο λεξιλόγιό τους, που γαμούμε, δέρνουμε, σπέρνουμε, θερίζουμε, αλωνίζουμε, είμαστε οι πιο γαμιάδες, οι πιο ωραίοι, οι πιο έξυπνοι, με την πιο ωραία χώρα στον κόσμο, οι καλύτεροι του σύμπαντος, έχουμε πάρει τα αρχίδια μας γιατί ουσιαστικά δεν είμαστε τίποτα από τα παραπάνω και θέλουμε φτύσιμο στη μούρη.

Θα πω λίγα ακόμα γιατί κοντεύω να πνιγώ από τα τόσα που γίνονται αυτές τις μέρες και μετά θα επανέλθω στα Λονδίνα και στο μικρόκοσμό μου με τόση χαρά, με δαιμονισμένη χαρά και ευτυχία. Θα ασχολούμαι με ό,τι μαλακία μπορείς να φανταστείς και με τα μεγάλα, τα βαρβάτα ας ασχοληθεί κανένας άλλος που το κατέχει κιόλας. Εγώ κατέχω τα μικρά και με αυτά θα ασχοληθώ. Άει σιχτίρι. Τα έχω πάρει στο κρανίο!

Τι έχει γίνει, έχετε πάρει χαμπάρι; Ξέρετε το τι έχω ακούσει αυτές τις μέρες; Σιγά, θα μου πείτε, εγώ να δω τι έχετε ακούσει εσείς αυτές τις μέρες! Μπορείτε να μου τα πείτε στα σχόλια να φρικάρω κι άλλο, εγώ εδώ θα σας πω τι είδα, τι άκουσα και άλλα φρικτά.

Καταρχάς δεν κατάφερα να πάω να φωτογραφίσω άλλο γιατί δεν έχουν σταματήσει να γαμούν δεξιά αριστερά όλοι όλους, οπότε που να πάω. Πήγα γιόγκα όμως και ήταν καύλα. Πάμε παρακάτω.

Στη μικρή βόλτα που κατέβηκα είδα μια Αθήνα άδεια, φοβισμένη, και που και που μικρές ομάδες ανθρώπων να σχολιάζουν τα γεγονότα χαμηλόφωνα, κυρίες στο μετρό σχολίαζαν μεγαλόφωνα, πιτσιρικάδες που κουνούσαν τα κεφάλια τους στο ρυθμό της μουσικής του mp3 τους, αστυνομικοί με χαμηλωμένα κεφάλια να μιλάνε στον ασύρματο. Άκουσα, πρόσεξα, έδωσα σημασία στα πρόσωπα, σ' αυτά που έλεγαν, στην όλη εικόνα η οποία είναι τραγική. Οι κύριοι που συζητούσαν χαμηλόφωνα κορόιδευαν αυτούς που τα σπάνε και μετά παραπονιούνται για τον τρόπο που τους φέρονται οι αστυνομικοί, "δηλαδή τι θέλουν να τους πουν; Παρακαλώ περάστε στην κλούβα;"συμφωνούσαν οι άλλοι και γελούσαν όλοι μαζί. Οι κυρίες φωναχτά έλεγαν πως "Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό! Μα γιατί δεν τους μαζεύει κανείς;" και όπως όλοι καταλάβαμε, ακόμα κι αν είχαν δίκιο όσοι προκάλεσαν τις ζημιές, τώρα βγαίνουν μαλάκες και για μία ακόμη φορά οι λοβοτομημένοι κάτοικοι αυτής της χώρας, συμφωνούν με τις κλαπαρχιδιές που τους λένε.

Και τελικά, αναρωτιέμαι, είχαν δίκιο να τα κάνουν όλα πουτάνα;
Από προσωπικές μαρτυρίες φίλων που ήταν στις διαδηλώσεις-φασαρίες κλπ και από σχόλια δικά σας, έμαθα πως στις φασαρίες ήταν ο καθένας για το δικό του λόγο. Ο κοινός παράγοντας, ναι, είναι ο συσσωρευμένος θυμός που καλά κάνει και υπάρχει και ήταν λογικό κάποια στιγμή να ξεσπάσει, πάντως, αντίδραση για το παιδί που έφυγε, δεν ήταν. Το παιδί ήταν αφορμή.

Στις φασαρίες, ήταν οπαδοί άλλων κομμάτων και σπάζοντας γελούσαν και φώναζαν "τώρα θα φύγει ο χοντρός!". Στις φασαρίες ήταν χιλιάδες πεινασμένοι μετανάστες που τους φερόμαστε σκατά και άρα δεν μας αγαπάνε κιόλας και έκλεβαν ότι μπορούσαν. Στις φασαρίες ήταν άσχετοι που ήθελαν να γαμήσουν τη βιβλιοθήκη, να ξυλώσουν δέντρα κι όταν τους απέτρεπαν, ρωτούσαν "γιατί ρε μαλάκα, τι είναι εδώ;" Στις φασαρίες ήταν η κουτσή Μαρία που βγήκε να κάψει το αμάξι του γείτονα επειδή ο πούστης παρκάρει και της σκιάζει τη γλάστρα και δε μεγαλώνει το φυτό, τώρα θα δει ο μαλάκας.

Να με συγχωρείτε, αλλά εγώ αυτό δεν το λέω επανάσταση. Το λέω ανοργάνωτη μαλακία. Το μπουκώνουμε χρόνια ολόκληρα για όσα γίνονται, καίγονται δάση, βουλιάζουν πλοία και μολύνουν τη μισή Μεσόγειο, καταπατούνται δικαιώματα μεταναστών, εκμετάλλευση γυναικών, βιασμοί, ξύλο, νονοί της νύχτας, της πουτάνας το κάγκελο γίνεται, η αστυνομία από πίσω, υπουργοί, dvd, της πουτάνας, της καραπουτάνας γίνεται και μια ωραία μέρα, σκοτώνουν κι ένα παιδί. Κι εκεί, βγαίνουν κάποιοι πολύ σωστά να αντιδράσουν και όλοι όσοι δεν τόλμησαν ποτέ να μιλήσουν, βγαίνουν πίσω από τους άλλους, με μεγαλύτερα καδρόνια, περισσότερες φωτιές, χειρότερα νεύρα και κάνουν μεγαλύτερη ζημιά. Γιατί στην τελική, αν το ψάξεις, ούτε μόρφωση υπάρχει, ούτε πρόγραμμα, ούτε τίποτα. Είμαστε μια κοινωνία του φαίνεσθε, του τίποτα και μιας κουράδας με μύγες.

Τι λέω τόση ώρα; Με ποιον είμαι; Έλα μου ντε. Με κανέναν δεν είμαι. Με ποιον μπορώ να συμφωνήσω; Με τις μαλακίες που ακούω από τους πολιτικούς που δεν ντρέπονται να σηκωθούν να πλακώσουν στα χαστούκια ο ένας τον άλλο δημόσια και μετά να φύγουν τρέχοντας; Με τους άλλους που τους λείπουν καρέκλες και εκτυπωτές και μπαίνουν και τα κλέβουν από τα σπασμένα καταστήματα; Με τον καβλωμένο του ινστιτούτου Γκαίτε που πήγε κι έσπασε το γερμανικό βιβλιοπωλείο στην Ακαδημίας και βουτούσε βιβλία; Ήμαρτον κύριε! Χάος και ρόμπα. Έβλεπα τηλεόραση προχτές όλη μέρα, χτες δεν άντεξα να ανοίξω ούτε ένα λεπτό. Έβλεπα λοιπόν τη διαδήλωση και από τη μία έβριζα αυτούς που έκαιγαν και έσπαζαν ό,τι ναι'ναι, πλην των ΜακΝτόναλτς, Σταρμπακς, Εκδόσεις Λαμπράκη, Χόντου, όλα πουτάνα, αυτά αλώβητα, περίεργα πράγματα, εκτός αν κάηκαν σε δεύτερη φάση, και από την άλλη βλέπω έξω από τη βουλή τα ΜΑΤ να σπρώχνουν κάτι παππούδες με περίσσια βία. Διχάστηκα. Κόπηκα στα δύο. Ε ναι. Δε μπορώ να είμαι με κανένα γιατί καταρχάς κάποιος με δουλεύει. Βρε μπας και θέλουν να βρουν τρόπο να ξαναχτίσουν μερικά κτίρια για το συμφέρον τους και για να μαζέψουν λεφτά, βρήκαν αυτόν τον τρόπο, ήταν σίγουροι για την αντίδρασή μας, να τώρα, θα μας φορολογήσουν τα άπειρα, θα πληρώσουμε όλες τις ζημιές, θα βγάλουν κι από πάνω, δεν ξέρω, μήπως με δουλεύει κάποιος;;

Σήμερα μια κολλητή μου, που ο άντρας της δουλεύει σε κανάλι, ηχολήπτης είναι ο άνθρωπος, στα αρχίδια του όλα, η δουλειά του είναι αυτή, το παιδί τους αυτή τη στιγμή είναι στο νοσοκομείο, ημερών, λεφτά δεν έχουν οι άνθρωποι, κι αυτός τρέχει με το βαν για το κωλοκάναλο που τον πληρώνει τρεις κι εξήντα με καθημερινά δεκάωρα, να τραβάει ό,τι μαλακία συμβαίνει, κινδύνευσε λέει χτες γιατί πέταξαν πάνω στα βαν μολότωφ και πήρε φωτιά ένας τεχνικός άλλου καναλιού κι έπεσε πάνω του ένας Ζητάς κι έσβησε τη φωτιά. Ωραία ε; Έτσι εκδικείται κάποιος την τηλεόραση; Το να την πετάξει και να ανέβει στον Υμηττό και στην Πάρνηθα να γαμήσει τις κεραίες των καναλιών είναι εκδίκηση όχι να κάψει ένα εργαζόμενο. Αλλά από εγκέφαλο, πίτουρα. Από μόρφωση, σκατά. Από αντίληψη, αρχίδια.

Οι αστυνομικοί εκπαιδεύονται; Και τι είδους εκπαίδευση είναι αυτή; Γιατί κρατούν όπλα; Από ψυχίατρο περνάνε; Ο κάθε κακόμοιρος που οι συμμαθητές του τον έφτυναν στο σχολείο πάει και γίνεται αστυνομικός να βγάλει το άχτι του, άμα θέλει, έτσι; Γιατί, θα μου πεις, ο κάθε παιδέρας δεν μπορεί να γίνει δάσκαλος; Σάμπως περνάνε οι δάσκαλοι από ψυχίατρους; Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει αρκεί να έχει τύχη και μέσο. Γιατί άλλα εδώ δεν περνάνε.

Και να ρωτήσω και κάτι άλλο: τι μας προτείνουν ακριβώς, όταν βάζουν φωτιά σε εργαζόμενους στην τηλεόραση; Ότι η αντίδραση είναι να αφήσουμε όλοι τα πάντα, να μη δουλεύουμε, αφού μας φέρονται σκατά στις δουλειές, αλλιώς φωτιά στους ηλίθιους που έχουν ανάγκη και δουλεύουν. Και να ρωτήσω κάτι ακόμα γιατί είμαι και λίγο ηλίθια; Πώς θα τρώνε αυτοί που δε θα δουλεύουν ποια; Για παράδειγμα εγώ έχω δικό μου σπίτι και ένα πιάτο φαί το έχω αν μη τι άλλο, οπότε άμα δε γουστάρω, δε δουλεύω. Κάποιοι φίλοι μου, αν δε δουλέψουν, θα ψοφήσουν. Αυτοί πρέπει να καούν; Να ρωτήσω κάτι; Όσοι κράζουν ενάντια στις δουλειές, πως ζουν; Μήπως τρώνε τη σύνταξη της μανούλας; Μήπως έχουν δικό τους μαγαζάκι; Κι αν ναι, δεν πληρώνουν εφορία; Δεν τρώνε στη μούρη λογιστές; Γραφειοκρατία; Πώς ζούνε; Θα μου πει κάποιος; Εντάξει, ένας τρόπος είναι να κάνεις κατάληψη σε κάποιο οίκημα, να υποκλέψεις, οπότε, στέγη, ρεύμα, νερό, τσάμπα. Και φαί; Κλέβεις από μεγάλο σούπερ μάρκετ. Ωραία. Και να ρωτήσω τώρα, για πόσα χρόνια θα το κάνεις αυτό; Στα 50 θα συνεχίσεις; Στα 60; Στα 70; Στα 80;! Δεν ξέρω τι να πω. Όσα μου προτείνουν, μου φαίνονται μαλακίες. Άσε που νομίζω πως με δουλεύουν αλλά δεν είμαι και σίγουρη, φοβάμαι πως με τόση υπερπληροφόρηση, έχω μπερδέψει την πραγματικότητα με τη φαντασία. Αλλά τελικά, όντως κάποιοι με δουλεύουν. Και μένα και όλους τους υπόλοιπυς ηλίθιους που επιμένουν να ελπίζουν. Άσε το μέλλον. Αυτό μου φαίνεται μια πούτσα και μισή. Το περιβάλλον καταστρέφεται. Όλα καταρρέουν. Οι νέοι το καταλαβαίνουν αυτό, αλλά χωρίς παιδεία και με γονείς που πετάνε σκουπίδια και παρκάρουν πάνω σε ράμπες αντιδρούν σαν πεινασμένα ζώα που χτυπούσαν αλύπητα μέσα σε κλουβί και τα αμολάς ξαφνικά. Τα κράτη απανταχού είναι για φωτιά και ρίξιμο σε γκρεμό με καταράκτη. Σκατά.

Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύ. Δεν υπάρχει άμεση σωτηρία και οι υπερβολές δεν βοηθάνε. Πρέπει να γίνει επανάσταση, ναι, κανονική όμως, κανονικότατη, πρέπει να αλλάξουν όλα, όχι να αντιδράμε μια μέρα, δυο, τρεις και μετά να τα ξεχνάμε όλα και να βγαίνουμε με μπλε και πράσινες σημαιούλες στις εκλογές και να φωνάζουμε γελοία συνθήματα. Ντρέπομαι για τη χώρα μου, ντρέπομαι για τη δημοκρατία, ντρέπομαι γι' αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε και είμαστε ακριβώς το αντίθετό του. Ντρέπομαι και δε γουστάρω να ασχοληθώ άλλο. Από αύριο μόνο μαλακίες.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Δικαιοσύνη.



Εντάξει, καλό το Λονδίνο, θα συνεχίσω την ανταπόκριση αλλά δε μπορώ να μην πω τίποτα για όλα όσα έγιναν και όσα γίνονται ακόμα τώρα, την ώρα που γράφω αυτό το κείμενο στην Αθήνα. Θα πω ό,τι μου βγαίνει προς στιγμήν αν και τα συναισθήματά μου αλλάζουν σαν τρελά και θα συνεχίσω με το Λονδίνο κανονικά γιατί είναι γνωστή η παροιμία «εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται».


Έχω σοκαριστεί βαθιά, βλέπετε επιμένω να ζω στο στρουμφοχωριό μου και δε λέω να καταλάβω τη μαλακία γύρω μου και γι’ αυτό θυμώνω όλη την ώρα και βρίζω. Αλλά αυτό που συμβαίνει είναι πόλεμος, δεν είναι άντε ό,τι κι ό,τι. Τα νεύρα, η θλίψη, η ένταση, η φτώχεια, η δυστυχία έχουν γεμίσει τον κόσμο και είναι φυσιολογικό να υπάρξει ξέσπασμα. Αλλά έτσι; Γιατί; Δεν το καταλαβαίνω και δεν θα μπορέσω να το καταλάβω και ποτέ. Βέβαια, εγώ είμαι της λογικής, ειρήνη, αγάπη, ομόνοια και τέτοια και αντίδραση με σιωπή όπως κάνουν οι βουδιστές κλπ. αλλά απ’ ότι φαίνεται, ούτε αυτό βγάζει κάπου.


Αυτό που θα ήταν σωστό να γίνει είναι οι άλλοι αστυνομικοί να πιάσουν το αρχίδι που σκότωσε το παιδί και να τον λιώσουν μπροστά σε κάμερες. Μετά να προωθήσουν το βίντεο παντού. Αυτό μόνο νομίζω θα σταματούσε τη φρίκη που είδα σήμερα έξω και απ’ ό,τι ακούω συνεχίζεται. Σήμερα κατέβηκα στο κέντρο με τη φωτογραφική, πήγα Εξάρχεια και Σύνταγμα-Μοναστηράκι και φωτογράφησα. Καλά, δε θα μιλήσω τώρα για τα ζώα, τα μοσχάρια, τα στραβά τα δίποδα που έβλεπαν να κρατάω μηχανή και έμπαινανμπροστά μου σπρώχνοντάς με τις περισσότερες φορές. Μόνο ένας έκοψε την ώρα που φωτογράφιζε και δεν μπήκε μπροστά μου, τον κοίταξα και ήταν τουρίστας. Ε ναι. Δε θα πω ότι όλοι έβγαζαν φωτογραφίες τα καμένα, τα διαλυμένα, τα σπασμένα με κινητά, με φωτογραφικές με ό,τι γουστάρεις και απόρησα. Καλά, όλοι ρεπόρτερ και μπλόγκερς είναι; Μπράβο.


Η Αθήνα έρημη, η ατμόσφαιρα στα Εξάρχεια ήταν βαριά, έτσουξε ο λαιμός μου, τα αυτοκίνητα είχαν εξαφανιστεί κι αναρωτιέμαι, που τα πήγαν οι άνθρωποι, πόσο τους σκέφτομαι, χρόνια έμενα στο κέντρο, εκεί μεγάλωσα, το αγαπώ το κέντρο, δε μ’ αρέσει να υποφέρει, και σήμερα ήταν έρημο, βρωμιά, φόβος, καταστρεμμένα μαγαζιά, λυπήθηκα τόσο πολύ. Στην Ερμού, μαύροι να πουλάνε τσάντες, πορτοφόλια και ξύλινα αγαλματίδια παντού, σε όλο το μήκος της Ερμού, εικόνα που δε βλέπεις ποτέ, περιπολικό να περνάει δίπλα και να μην τους ενοχλεί.Εννοείται πως πάντα κάποιοι επωφελούνται μιας κατάστασης. Και στην περίπτωση αυτή, είμαι σύμφωνη. Επιτέλους οι άνθρωποι δεν έβλεπαν αστυνομικό και δεν έτρεχαν να βάλουν τους τεράστιους μπόγους στην πλάτη για να τρέξουν. Κάθονταν, πουλούσαν και συζητούσαν. Όμορφη εικόνα. Αλλά γιατί έπρεπε να τη δω εν μέσω καταστροφής; Τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών τους λυπήθηκα. Των καμένων μαγαζιών. Γιατί είδα ότι τα μαγαζιά που κάηκαν ήταν κατά τύχη επιλεγμένα. Εκτός αν τελειώσουν το κάψιμο και των υπολοίπων σήμερα. Δεν ξέρω. Το Ζάρα ανέγγιχτο, το Η&Μ μουνί. Το Μακ Ντόναλτς ανέγγιχτο, το Σπρίντερ και το Ίντερσπορτ καμένα ολοσχερώς. Τσιγγάνοι έκλεβαν καλώδια από καμένα αυτοκίνητα. Εικόνα που μου έκανε εντύπωση. Είπαμε, επωφελούνται. Όσο για τις κλεψιές που έγιναν χτες τι να πω; Καις για να εκδικηθείς ένα θάνατο και by the way αρπάζεις και κανά ρουχαλάκι; Αλλά είπαμε. Επωφελούνται.


Και οι άνθρωποι που ζουν σε αυτές τις περιοχές; Μίλησα χτες με μια φίλη μου που ζει στη Νεάπολη και ούρλιαζε, τηγάνισε ένα αυγό κι έκανε τη μαλακία να ανοίξει το παράθυρο να βγει η αυγουλίλα και μπήκε όλο το δακρυγόνο. Πίκρα. Η μαμά μου ήρθε να με δει και έφτυσε αίμα Κυριακάτικο να οδηγήσει 5 χιλιόμετ

ρα. Αυτή η χώρα είναι μπουρδέλο και υπάρχει μαζεμένη πολλή πίκρα. Ένας στους πέντε ζει κάτω από το όριο της φτώχειας κι αν τον ρωτήσεις τι ψηφίζει, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, θα σου απαντήσει. Βγάζει κανείς καμιά άκρη; Εγώ έχω μπερδευτεί. Κι έχω κι άλλες ερωτήσεις. Τη Βουλή γιατί δεν την καίνε; Τη φοβούνται; Κι ένα κουλουρά που είδα που τον έριξαν κάτω και του αναποδογύρισαν το καλάθι με

τα κουλούρια δεν τον φοβόντουσαν, ε; Μάλιστα. Και οι αστυνομία που κάθεται και κοιτάε

ι και η τηλεόραση με τις μαλακίες που λέει; Και ο κόσμος που υποφέρει; Κι αυτοί που δε φταίνε; Πάντα σε μια επανάσταση λένε, την πληρώνουν κι αυτοί που δε φταίνε. Μα, μιλάμε για επανάσταση; Τώρα άκουσα στην τηλεόραση πως συζητιέται να μπει η χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μάλιστα. Βαθιά πίκρα. Βαθιά. Έχουμε ανοίξει τον πάτο και σκάβουμε να πάμε πιο βαθιά.


Δεν ξέρω τι είναι δίκαιο και τι δεν είναι. Δικαιοσύνη δε υπάρχει, αυτό είναι βέβαιο. Δεν υπάρχει όμως ούτε λογική. Ούτε ευαισθησία. Τίποτα. Απ’ όλες τις μεριές. Μόνο θλίψη.


Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Λονδίνο, η επιστροφή.

Γεια σας, ήρθα. Είμαι κρυωμένη, βήχω, φτύνω, κλάνω, έχω μύξες και γι’ αυτό δεν εμφανίστηκα νωρίτερα. Αηδία η κατάσταση, πολύ μύξα, πολύ ροχάλα, χάλια.


Λονδίνο, μαδομούνι. Από που να ξεκινήσω, δεν ξέρω. Από την αρχή; Όλα; Τα κοινωνικοπολιτικά; Τώρα βέβαια με όσα έγιναν χτες στην Αθήνα, τα διάφορα με το Λονδίνο είναι σαν μπαγιάτικη φάρσα λίγο αλλά δε θα κάτσω να ασχοληθώ με όσα έγιναν μόνο και μόνο γιατί θλίβομαι υπερβολικά. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα, θλίβομαι, θλίβομαι, θλίβομαι. Γι' αυτό, δίνω με τεράστια απογοήτευση μια μούντζα και συνεχίζω με τις περιπέτειες του μικρόκοσμού μου τις οποίες έχω γράψει εδώ κι αρκετές μέρες αλλά δεν έχω το κουράγιο να κάνω όλη τη διαδικασία λόγω αρρωστίλας. Είμαι ειλικρινά συγχυσμένη με όσα συμβαίνουν και όλη αυτή η θλίψη, η παγκόσμια θλίψη που κυριαρχεί με έχει σκουντήξει και μένα, γερά με έχει σκουντήξει, απλά το παίζω μαλάκας έτσι για να γελάμε και λίγο, γιατί το γέλιο κάνει καλό παλικάρια, ανανεώνει. Και τι μας έμεινε; Να λέμε καμιά μαλακία να γελάμε. Γι’ αυτό, δε θα πω τίποτα θυμωμένο, λυπητερό, εξοντωτικά αντιδραστικό, θα πω μόνο τις περιπέτειές μου στο Λονδίνο. Χαλαρώστε, ξεχάστε τις πίπες που ζούμε για λίγο και απολαύστε πολυλογία. Βαστάτε φίλοι μου. Όλα θα πάνε καλύτερα, το ξέρω. (Ξεράδια).


Πονάει το κεφάλι μου και δεν μπορώ να αποφασίσω τι να πρωτογράψω. Έχω γυρίσει σχεδόν μια βδομάδα τώρα, δεν έλειπα οχτακόσια χρόνια που λυσσάξατε, για 4 μερούλες πήγα, τσουρούτικες εκεί, σιγά τα αυγά. Που είναι οι χλιδές που πηγαίναμε βδομάδες ολόκληρες... Φτώχεια, καταφρονεμένη κοινωνία πουτάνα.

Εδώ και μέρες υποφέρω από την αρρωστίλα, ούτε γιόγκα πήγα, φοβόμουνα μην πνιγώ στις ροχάλες και στις μύξες έτσι όπως θα ήμουν ξαπλωμένη, άσε που με τόση ντάγκλα μπορεί να με έπαιρνε ο ύπνος και να άρχιζα το ροχαλητό και το κλάσιμο. Α πα πα.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Αγαπητοί φίλοι πήγα Λονδίνο χωρίς λεφτά. Κανόνας βασικός, πρώτος και τελευταίος: Ποτέ κανείς δεν πρέπει να πηγαίνει στο Λονδίνο χωρίς λεφτά. Το πιθανότερο είναι να γυρίσει με κατάθλιψη. Εγώ βέβαια, δεν γύρισα με κατάθλιψη, γιατί η γιόγκα με έχει κάνει άνθρωπο συν ότι είμαι πολύ ώριμη και κατασταλαγμένη αλλά και πολύ λογική.


Βασικά δεν ξέρω από που να αρχίσω και λέω ό,τι να’ ναι με αποτέλεσμα να φαρδαίνει το ποστ αλλά χρόνο έχουμε, δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορείτε να διαβάζετε για δυο τρεις μέρες. Πείτε πως σας έκαναν δώρο ένα βιβλίο με τις περιπέτειες μιας γριάς που πήγε Λονδίνο και μαζί με το ταξίδι γράφει και τα σώψυχά της. Οπό

τε, μη γκρινιάζετε για το μέγεθος, απολαύστε το. Αφήστε που αυτό το βιβλίο δεν χρειάζεται να το κουβαλάτε! Άντε κουφάλες, πάλι σε ευκαιρία πέσατε.


Έφτασα Λονδίνο 2:30 το μεσημέρι της Πέμπτης. Πετούσα με EasyJet. Πούτσα πιλότους είχαν. Και στο πήγαινε και στο έλα. Οι τύποι όχι δεν ήξεραν να πιλοτάρουν, άχρηστοι τελείως ήταν. Αυτοί, έμαθαν να πιλοτάρουν με playstation οι μαλάκες. Ή με Wii. Για να μη πω σε κανένα Atari της δεκαετίας του ’80. Χάλια. Το μυαλό μου κόλλησε στο ταβάνι με τους ηλίθιους. Άσε τα αυτιά μου. Ειδικά στην επιστροφή έβαλα τα κλάματα από τους πόνους. Τσομπάνηδες, άχρηστοι. Κανείς δεν τους έμαθε ότι όταν κατεβάζουν αεροπλάνο πρέπει να το κάνουν ομαλά κι όχι σα να κάνουν επίδειξη σε παρέλαση, ούτε σα να κάνουν σκι σε απότομη πλαγιά; Κανείς; Ήμαρτον δηλαδή! Ανθρώπους έχετε μέσα ρε! Τι βουτιές ήταν αυτές;; Τόσα ταξίδια έχω κάνει, σε τόσα κωλομέρη έχω πάει, τόσα κωλοαεροπλάνα έχω πάρει, αυτό το χάλι το έχω ξαναδεί, θα εντυπωσιαστείτε τώρα, μόνο στη Lufthansa! Ω ναι, φοβερό; Βέβαια, με Lufthansa ταξίδεψα μία και μόνη φορά το ’93; Δε θυμάμαι πότε, αλλά θυμάμαι το

μυαλό μου που ήταν έτοιμο να

βγει από τα αυτιά μου κι εκείνους τους φρικτούς πόνους που πέρασαν μετά από ώρες... Α πα πα, καραγκιόζηδες, άσχετοι!


Φτάνω που λέτε 2:30 η ώρα το μεσημέρι και είμαι έτοιμη να οργώσω. Έχω μια σιγουριά, μια άνεση, λες και έφτασα σπίτι μου. Αλήθεια. Ήταν φοβερή αυτή η αίσθηση. Με το που έφτασα, δεν αισθανόμουν καθόλου ότι είμαιέξω, κάπου μακριά. Αισθανόμουν σα να ήμουν σπίτι μου. Με περίσσιο θάρρος λοιπόν και άνεση, πάω να πάρω το τρένο να φτάσω Βικτώρια (σα να λέμε Σταθμό Λαρίσης) κι από κει να πάρω άλλα τρένα να φτάσω στο σπίτι των παιδιών που θα μας φιλοξενούσαν το οποίο ήταν στο Portobello. Ω ναι, χλιδή και πολυτέλεια ασυζητητί. Όλα καλά μέχρι τη Βικτώρια όπου έφτασα 3:15. Ε, από κείνο το σημείο και πέρα, από τη Βικτώρια μέχρι το Πορτομπέλο, έκανανα φτάσω σχεδόν 2μιση ώρες. Γιατί; Γιατί η αυτοπεποίθηση και η άνεση θα με φάνε εμένα. Γιατί από την κούραση, διάβαζα μαλακίες στους χάρτες του μετρό και η περίσσια σιγουριά μου ότι τα κατέχω όλα στεγνά δε με άφησε να προσέξω καλύτερα με αποτέλεσμα να κατέβω στο γάμο του καραγκιόζη και να πρέπει να ξαναγυρίζω πίσω. Εντωμεταξύ το δίωρο το χάνεις για πλάκα αν σκεφτείς πως 4-5 σταθμούς πιο κει να θες να πας είναι γύρω στα 20 λεπτά, άντε να περάσεις μέσα από τους λαβύρινθους, να περιμένεις και κανά δεκάλεπτο στον κάθε σταθμό, ε, πάει.


Στο σημείο αυτό, θέλω να πως δυο λόγια για το μετρό.

Αγαπημένοι υπάλληλοι του αθηναϊκού μετρό, σας αγαπώ. Είστε οι ομορφότεροι, οι καλύτεροι και σας παρακαλώ να απεργείτε όποτε θέλετε. Παίρνω πίσω όλο το βρίσιμο που σας έκανα -πλην της αργοπορίας των 10 λεπτών στους σταθμούς για να κάνετε μια δεκάλεπτη διαδρομή- και σας ζητώ ταπεινά συγνώμη. Μετά από το μπουρδέλο μετρό του Λονδίνου που αν δεν αυτοκτονούσε κάποιος και είχε καθυστέρηση, όλο και κάτι άλλο θα γινόταν. Το τι αναμονή και καθυστέρηση έφαγα, συν την απόλυτη βρώμα, δε λέγεται. Το τι σκεφτόμουν το ποστ που είχα γράψει για το μετρό μας και ντρεπόμουν, δε λέγεται. Βέβαια, αν σκεφτείς πως το μετρό τους λειτουργεί 2 αιώνες και το δικό μας 4 χρόνια, μπορεί και να αναθεωρήσεις και να ξαναρχίσεις να βρίζεις, αλλά τέλος πάντων, δεν υπάρχει σύγκριση. Αν και μας ενημέρωναν από τα μεγάφωνα για το παραμικρό που γινόταν, έκαναν χιούμορ τα άτομα μ’ αυτό το φανταστικό τους χιούμορ που το λατρεύω, τύπου σε τιγκαρισμένο τρένο ρωτούσε από τα μεγάφωνα «τι έγινε; Μπήκαμε όλοι; Έλα λίγο, σπρώξε μεγάλε» και γελούσε μόνος του, θεός, παρόλα αυτά, το δικό μας μετρό παραμένει το ομορφότερο, το καλύτερο, το ευγενέστερο από όλα.


Και πάμε παρακάτω. Και φτάνω μετά από 3 ώρες στο σπίτι των παιδιών στο Πορτομπέλο. Σχετικά πτώμα. Και είμαι κάτω από το σπίτι τους. Σχετικά ημιθανής. Αλλά δεν ξέρω που να χτυπήσω και παίρνω τηλέφωνο. Και τι μου λένε; Α, δεν είμαστε σπίτι! Γουάτ δε φακ;! Κι έπρεπε να ξαναπάρω τα μπαγκάζια μου και να πάω αλλού να πάρω τα κλειδιά. Σε εκείνη τη φάση, μου γύρισαν τα μάτια. Καταρχάς κοιτούσα γύρω-γύρω να δω μήπως υπάρχει καμία καβάτζα να πετάξω τη βαλίτσα μου και να έρθω να τη βρω αργότερα. Αλλά παπάρες. Σύγχυση. Γιατί, όλο αυτό δεν θα το πέρναγα αν έκανα το πρόγραμμα που ήθελα να κάνω εξαρχής από την Αθήνα. Και ποιο ήταν αυτό; Να φτάσω, να κλειδώσω την τσάντα μου στη Βικτώρια (Σταθμός Λαρίσης), να κωλοβαρέσω στα μαγαζιά μέχρι αηδίας, να πιω καφέδες, να ξύσω τα παπάρια μου και όταν όλοι θα ήταν σπίτι, τότε να πήγαινα. Αλλά μου είπαν να πάω σπίτι όταν θα φτάσω, να αφήσω την τσάντα και μετά να βγω. Και μου φάνηκε σωστό. Αλλά ο Μέρφυ είναι μεγάλη αδερφή και πουστάρα. Γιατί κάτι σοβαρό έγινε, τα παιδιά έπρεπε να φύγουν, δεν επικοινώνησαν, εγώ χάθηκα ατελείωτες ώρες στο μετρό με αποτέλεσμα να κουραστώ και είχε πάει 6 η ώρα το απόγευμα από τις 2:30 που είχα φτάσει και ήμουν ακόμα με τη βαλίτσα να σιχτιρίζω. Εντωμεταξύ ο κολλητός έφτασε από Αθήνα μετά από μένα, πετούσαμε με διαφορετικές πτήσεις, και στη φάση που εγώ θα πήγαινα να πάρω τα κλειδιά, αυτός θα κοντοζύγωνε στο σπίτι. Άντε λοιπόν, ξαναπάω στο μετρό, αναμονή, καθυστέρηση, δεν έχω θυμώσει όμως παρόλα αυτά, κοίτα να δεις η γιόγκα, είμαι καλά, σκέφτομαι ότι όλο αυτό είναι μεγάλη ταλαιπωρία και το νιώθω, αλλά είμαι ταξίδι, δε χαλιέμαι, κι ας κουβαλάω, φτάνω, βρίσκω τη φίλη να πάρω τα κλειδιά. «Γιατί άργησες;!» μου λέει. «Από το σπίτι μέχρι εδώ είναι 10 λεπτά ποδαρόδρομος!» Μαλάκας εγώ! Και που να το ξέρω ρε γαμώτο;! «Έλα» μου λέει, «πάρε το λεωφορείο που περνάει από δω και σε πάει σπίτι σε 10 λεπτάκια, μην πάρεις το τρένο που κάνει 800 ώρες». «Άσε με» της λέω «να πάρω το τρένο τώρα που το έμαθα, μη με μπερδεύεις», «όχι ρε μαλάκα», μου λέει, με πείθει και παίρνω το λεωφορείο. Και κατεβαίνω αλλού φυσικά και δεν ξέρω που είμαι. Γιατί άμα λέω ότι όταν είμαι κουρασμένη κάνω μαλακίες, το λέω. Κι όχι τίποτα, πριν πάρω το λεωφορείο, έχω πάρει τον κολλητό και του έχω πει σε 10 λεπτά να είναι σπίτι γιατί μέχρι να φτάσω εγώ στα κλειδιά, είχε φτάσει κι αυτός κι έπινε καφέ. Κατάλαβες; Εγώ ρούφαγα ταλαιπώρια κι αυτός καφέ. Αλλά έτσι είναι αυτά. Άμα έχεις κολλητηλίκια με το Μέρφυ, αυτά παθαίνεις. Έχει σκοτεινιάσει. Έχω αρχίσει να κλάνω μαλλί γιατί έχω όλα τα λεφτά πάνω μου συν μπαγκάζια και είμαι και κορίτσι. Γαμώ τους στόχους ήμουν. Περπατάω, περπατάω και δεν ξέρω που πάω. Έχω μια υπόνοια, γιατί λειτουργώ λίγο σαν GPS άμα θέλω, αλλά βασικά δεν είμαι και πολύ σίγουρη που είναι εκεί που θέλω να πάω. Βρίσκω αστυνομικό τμήμα. Μπαίνω μέσα, εννοείται. Σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα, τους λέω «please, help me!» και τους λέω το δρόμο που ψάχνω. «Oh darling», μου λέει, «είναι μισή ώρα δρόμος on foot». Η απογοήτευση στα μάτια μου ολοφάνερη. Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες για 10 λεπτά απόσταση με τα πόδια, γαμώ την πουτάνα μου. Συμπληρώνει ο αστυνομικός: «Αφού θα ανέβεις και θα κατέβεις ένα λόφο darling» και με αποτελειώνει. Το πρόσωπό μου έχει κρεμάσει μέχρι το πάτωμα σαν πίνακας που του έριξες νερό και ξεβάφει. Με βλέπει και μου λέει κάτι, δεν τον καταλαβαίνω γιατί σκέφτομαι με 2500 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο ότι ο κολλητός θα είναι στο δρόμο έξω από το σπίτι και θα περιμένει όρθιος ενώ καθόταν μια χαρά κι έπινε καφέ στη ζέστη ο άνθρωπος ενώ εγώ έχω άλλη μισή ώρα περπάτημα. Ένα δάκρυ πλησιάζει την κόγχη του ματιού μου. Κοιτάω το μπάτσο και λέω «σόρυ, γουάτ;» και μου ξαναλέει «άμα σε κυνηγήσει, λέω, ένας σκύλος που γαβγίζει, arf, arf, θα φτάσεις σε 5 λεπτά». Γαμάτο αγγλικό χιούμορ. Να με κάνει να αισθανθώ καλύτερα ο γλυκούλης μου. Του γελάω και τον ρωτάω αν υπάρχει κανένα λεωφορείο. Ρωτάει ένα συνάδελφο, γυρίζει κι αρχίζει να μου λέει, στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά, στρίψε δεξιά, αριστερά, ευθεία, πάνω κάτω και επειδή είμαι πολύ κουρασμένη και δεν μπορώ να τον παρακολουθήσω, είμαι ήδη αποφασισμένη ότι θα περπατήσω το μισάωρο που λέγαμε στο λόφο πάνω-κάτω γαμώ την πουτάνα μου γαμώ έχει νυχτώσει είμαι κουρασμένη γαμώ την κοινωνία μου γαμώ γαμώ γαμώ και το δάκρυ επανέρχεται. Λέω ευχαριστώ, βγαίνω έξω και βγαίνει μαζί μου να μου δείξει προς τα που να πάω γιατί έχει πάρει γραμμή ο άνθρωπος την απογοήτευση. Εκείνη τη στιγμή, πέφτουν τα κλειδιά του σπιτιού των παιδιών από το τσαντάκι μου. Χωρίς να κουνηθώ. Μόνα τους. Τα κοιτάω και τρελαίνομαι. Ήμαρτον ρε πούστη, το φαντάζεσαι, να μην τα άκουγα που έπεσαν, να περπατούσα το μισάωρο, να έφτανα στο σπίτι σκουπίδι, να περίμενε και ο κολλητός, τα παιδιά να ήταν στις δουλειές τους κι εγώ να είχα χάσει κάπου, γύρευε που, τα κλειδιά τους; Αυτοκτονία. Τα πιάνω, ο αστυνομικός μου λέει να προσέχω τα υπάρχοντά μου και συμπληρώνει πως αν δω λεωφορείο να του κάνω νόημα να σταματήσει. Άσχετο. Γιατί ρε μεγάλε, σε χωριό είμαι και θα σταματήσει; Εδώ δε σταματάνε στην Αθήνα έτσι, πλάκα μου κάνεις; Δε λέω τίποτα, λέω μόνο χίλια ευχαριστώ και φεύγω με τα κλειδιά βαθιά μέσα στον κώλο μου. Μετά από 2-3 βήματα αρχίζω να κλαίω έτσι για τη φάση. Έκλαιγα και περπατούσα. Επειδή όμως μου κοβόταν η ανάσα, είπα να σταματήσω να κλαίω και να αρχίσω να τρέχω καλύτερα μπας και βρω τον κολλητό ζωντανό κι ουχί παγωμένο να τον κορφολογούν μαμούνια. Εντωμεταξύ, η βαλίτσα μου είχε ροδάκια, την κουβαλούσες όμως άμα ήθελες και στους ώμους. Ε, τρεις ώρες τώρα την είχα δει να την κουβαλάω κι όχι να τη σέρνω μη τη χαλάσω. Στο σημείο όμως αυτό, στην κατάσταση που βρισκόμουν, δε με ένοιαζε πια τίποτα. Τίποτα! Και κάνω τις απαραίτητες κινήσεις, απελευθερώνω τα ροδάκια, τραβάω το χερούλι κι αρχίζω να τρέχω. Να τρέχω, να τρέχω, να τρέχω ρε μαλάκες, να ανεβαίνω το λόφο τρέχοντας, να τον κατεβαίνω τρέχοντας, τη μισή ώρα την έκανα 15 λεπτά. Αυτή είναι γυμναστική. 4 ώρες περπάτημα-τρέξιμο και όλες με μπαγκάζια. Και φτάνω σπίτι. Φυσικά ο κολλητός είναι εκεί. Και μόλις τον βλέπω του λέω: «Να σου πω κάτι; Γαμώ το ξεσταύρι μου». Αυτός χαμογέλασε μεν, δεν έβγαλε κουβέντα δε ο καημένος γιατί φαντάστηκε ότι κάτι έγινε πάλι, του τα είπα σε fast forward και γελώντας πια μπήκαμε μέσα. Ε ναι ρε πούστη, είχαμε φτάσει!


Έτσι, για να καταλάβετε πως άμα θέλει το σύμπαν να σε δουλέψει χαλαρά και μετά να στο δείξει κιόλας, να σου δείξει πόσο τίποτα είσαι και πόσο μπορείς να πιαστείς κότσος έτσι για πλάκα, την τελευταία μέρα του ταξιδιού, συνειδητοποίησα πως το μέρος που κατέβηκα από το λεωφορείο κι έφτασα στο αστυνομικό τμήμα κλπ, ήταν το ίδιο μέρος που η φίλη με είχε βάλει στο λεωφορείο πριν 5 λεπτά. Ο σταθμός του Noting Hill Gate. Ήταν απλά το απέναντι πεζοδρόμιο. Για κάποιο λόγο το λεωφορείο, ξεκίνησε από κει (σταθμό Νότινγκ Χιλ), έκανε ένα κύκλο γύρω από ένα οικοδομικό τετράγωνο, πέρασε από το ίδιο μέρος (σταθμό Νότινγκ Χιλ), άφησε κόσμο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου κατέβηκα κι εγώ και μετά συνέχισε τη διαδρομή του. Γαμάτο; Και για να το εμπεδώσετε με ελληνικά δεδομένα, είναι σαν κάποιο ταγάρι όπως εγώ, να ανέβει σε ένα λεωφορείο που κάνει στάση πάνω στην Πανεπιστημίου πάνω στην Ομόνοια, κάνει ένα μικρό κύκλο και ξανακατέβει γωνία Πατησίων και Πανεπιστημίου. Αυτό ακριβώς έκανα. Και κοίταξα γύρω μου, μη νομίζετε, αλλά τι θα μπορούσαν να μου λένε τα κτίρια που είναι όλα ίδια και τα ονόματα κάποιων δρόμων; Τίποτα μήπως; Βάλε και την κούραση. Τα ονόματα των δρόμων μου έλεγαν ότι λέει και σε ένα τουρίστα το omonoia, panepistimiou, stadiou που τα διαβάζει και αμανάια, πανιπεστεμέαηα και σταντάηα. Τέλος πάντων, πάλι καλά που δεν έβρεχε! Ο μον ντιε! Το φαντάζεστε;!


Φτάσαμε που λέτε επιτέλους σπίτι και ω τι χαρά! Το σπίτι γαμάτο, μπράβο στα παιδιά, να το χαίρονται και να είναι ευτυχισμένοι! Αφήνουμε μπαγκάζια, εγώ σχεδόν νεκρή. Αλλά χαρούμενη. Φεύγουμε με τον κολλητό και πάμε βόλτα στο καπάκι. Είχα που είχα χάσει 4 ολόκληρες ώρες σε μαλακίες, να έχανα και το υπόλοιπο βράδυ; Νο φάκινγκ γουέι μάη φρεντς! Και πάμε. Portobello, Noting Hill, Soho. Καύλα. Μου βγήκαν τα μάτια έξω. Μπορεί να έκλειναν τα γόνατά μου από την κούραση, αλλά καύλα! Βόλτα, μετά φαΐ στο Wagamama, που έχει φτηνό γαμάτο ωραιότατο γιαπωνεζοκινεζικοταϋλανδοινδικό φαγητό και είναι λες και τρως σε οικοτροφείο ή στο στρατό που έχουν κάτι μακρόστενα τραπέζια και κάθονται όλοι μαζί, σκεφτείτε την τραπεζαρία στη σχολή του Χάρι Πότερ και το ’χετε, εντάξει, όχι τόσο μακριές σειρές τραπέζια αλλά κάπως έτσι, και μετά το φαί, καφέ στο Bar Italia. Μετά, ξανά βόλτα, μετά σπίτι ημιθανής. Κοιμηθήκαμε πολύ αργά όμως γιατί μιας έπιασε λογοδιάρροια και κατινοσυζήτηση με τον κολλητό και μ’ αυτά και μ’ αυτά την πέσαμε ώρα Ελλάδας 5.


Αυτή ήταν και η πρώτη μέρα. Ελαφρώς γεμάτη δε νομίζετε;


Η συνέχεια στο επόμενο γιατί σας λυπάμαι. Θα το βάλω γρήγορα, μην ανησυχείτε, τώρα έγινα καλά. (Παπάρια καλά έγινες).