Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Τα απομεινάρια μιας νύχτας.

Έλα τι λέει; Καλά; Εγώ έχω βάλει ένα τραχανά να κάνω που λέει 15 λεπτά αλλά βασικά θέλει καμιά ώρα. Ε άμα σου λέει μία κούπα τραχανάς θέλει 7 κούπες νερό και γω έχω βάλει 2 κούπες άρα 14 κούπες νερό, κάτσε, περίμενε, μέχρι το βράδυ θα έχει πήξει. Ενδεχομένως να έχω πέσει πάνω στο πληκτρολόγιο βέβαια από την πείνα και ξαφνικά να διαβάζετε ξσκλσξδφισλσαλα αλλά θα δείξει στην πορεία. Έτσι, μιας και είμαι στο περίμενε, δε γράφω για την προχθεσινή επική καφρίλα; Έχω λίγο χρόνο. 

Που λέτε. Θα σας έχει τύχει, σίγουρα θα σας έχει τύχει αυτό που λέτε πάω μια βόλτα και μετά γίνεται της γαμιόλας σ αυτήν την απλή βόλτα; Τύπου περπατάς και πέφτεις σε ένα πάρτυ και λες δε μπαίνω και μπαίνεις και τελικά καίγονται οι στέγες και τα στρώματα και ναρκωτικά σε καζανάκια μπάτσοι κυνηγάνε κόσμο πουτάνες τρέχουν μια μαϊμού πηδάει στον ώμο σου.. καμία σχέση παιδιά. Στην Αθήνα είμαστε, γριές γυναίκες, ντάξει είπαμε. 

Που λέτε. Η διάθεση στο πάτωμα. Ούτε τη σκόνη που πέφτει δε σκουπίζει. Τόσο μαλακία. Ολόκληρο καλοκαίρι στην Αθήνα, πλην 4 ημερών που ήταν μαγευτικές και λίγο λέω καθότι πήγα στο νησί και ήμουν όχι αρντάν, όχι τούμπα κι ανάσκελα, ρούφηξα αυτές τις 4 μέρες με το καλαμάκι. Κάτσε ν ανακατέψω λίγο τον τραχανά γιατί θα φάω λάσπη στο τέλος, μισό.

...Συγνώμη, κάνει αφρό ο τραχανάς; Εμένα γιατί ο τραχανάς μου έκανε αφρό; Τι θα φάω Παναγία μου; Αμάν ρε παιδιά. Αμάν. (Σε δυο φίλους μου μιλάω. Που έχουν τη θεία που φτιάχνει ΤΟΝ τραχανά. Εγώ τραχανά δεν έτρωγα. Μέχρι που μου έδωσαν ΑΥΤΟΝ τον τραχανά. Και μια μέρα που είχε πέσει ψωμόλυσσα λέω δε γαμιέται, κάτσε να φτιάξω. Τι ήταν αυτό; Πωω μιλάμε δεν έχω λόγια. Βελούδο. Πωπωπωπω. Και από τότε έχω γίνει τρελή πρήχτρα. Και που είναι ο τραχανάς, τι έγινε η θεία, καλά είναι και τέτοια. Και τα παιδιά βέβαια, δε με ξεχνάνε. Πάντα μου φέρνουν. Άσε που, ΦΥΣΙΚΑ, γαμώ το Μέρφυ μου, την πρώτη φορά έπιασε μαμούνι γιατί ναι μωρή ηλίθια, φρέσκο πράμα είναι, στο ψυγείο το βάζουν, πάει ο τραχανάς, δέκα μέρες τον έκλαιγα. Τη δεύτερη φορά, τον φυλούσα σαν τα μάτια μου, πάω να φάω, κάνει έτσι το βάζο, πέφτει και σπάει. Φυσικά. Εννοείται. 4 ώρες έκλαιγα πάνω από τα συντρίμμια. Τώρα είπα, μόλις μου δώσουν, σε πλαστικό σακούλι, μετά σε βάζο, μετά το βάζο σε μπαμπλ ραπ και μετά όλο αυτό στο ψυγείο. Ε μα.) Ας περάσουμε όμως στο θέμα μας.

Διακοπές. Ποιες διακοπές; 4 μέρες δε μου έκλασαν. Μετά, όλον τον υπόλοιπο καιρό τον έβγαλα εδώ με ιλίγγους και πονοκέφαλο. Μου ήταν αβάσταχτη αυτή η ζέστη. Αβάσταχτη. Τέλος πάντων, πέρασε κι αυτό το μαρτύριο. Αλλά με βρήκε το τέλος του Αυγούστου, που άρχισαν να μαζεύονται οι φίλοι μου μαυρισμένοι και φρέσκοι και με έπαιρναν τηλέφωνο, ήρθαμε, ήρθαμε, μου λέγανε, πάμε βόλτα, και γω να σέρνομαι, κουρελιασμένη, με μαύρους κύκλους και τα ρέστα. Αλλά σιγά μην δεν πάω. Σε παρακαλώ. Και κάπως έτσι ξεκίνησε.

Με παίρνουν προχτές τα κορίτσια, έλα θα πάμε οι τάδε και οι τάδε εκεί, θες να έρθεις; Ήμουν κώλος, βαριόμουν, μετά λέω τι να κάτσεις, πήγα.

Κεραμεικός. Καθημερινή. Καφενεδομεζεδοπωλείο. Συναντιούνται 5 γκόμενες. Εγώ άργησα φυσικά γιατί όπως είπα σερνόμουν, οπότε πήγα με το αυτοκίνητο. Πάρκαρα απέναντι (Σημαντική Σημείωση Ένα). Μόλις είχαν κάτσει, κοιτούσαν τον κατάλογο. Τι θα πάρουμε, τι θα πάρουμε. Θα φάτε; ρωτάω. Ε ναι ρε, θα μας κόψει, μου λένε. Μπα, εγω δε θέλω φαΐ, λέω, κλασικά. (Στο σημείο αυτό, όσοι με γνωρίζουν καλά, τώρα γελάνε. Το μπα, εγώ δε θέλω σημαίνει πάρε ό,τι πάρεις διπλό γιατί θα σου φάω το φαΐ σου. Και τώρα που δεν τρώω κρέας, ή πρέπει να με ψήσεις ή να παραγγείλεις έτσι κι αλλιώς κάτι για μένα).

Συγνώμη, αλλά ο τραχανάς που έφτιαξα μυρίζει πολύ ωραία. Βέβαια η ποσότητα είναι για 5-6 άτομα τουλάχιστον.. τι να πω, τι έκανα εγώ τώρα τόσο φαΐ, πως θα το φάω, πόσες μέρες θα τρώω τραχανά; Ωχ Παναΐα μου, είμαι ελληνίδα μάνα χωρίς να έχω παιδιά.. Τέλος πάντων, επιστροφή στην ιστορία μας. Κεραμεικός. Γκόμενες. Παραγγέλνουν και μία λέει πως δε θέλει. Όλο τη δύσκολη να κάνω. Με πείθει η κολλητή μου δίπλα, έλα ρε μαλάκα κλπ. Τι να πιούμε; Μπύρες λένε οι άλλες, εγώ δε θέλω, μου λέει η κολλητή δίπλα μου, ρακί; Ναι ρε, ρακί!! της λέω με ενθουσιασμό για ένα και μόνο λόγο. Επειδή ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΙΩ, είπα ναι στη ρακή επειδή ακριβώς είναι δυσκολόπιοτη, καίει κλπ και την πίνεις αργά, δεν είναι σαν την μπύρα γλου γλου γλου γκράου (ρέψιμο) και πάει λέγοντας. Οπότε εμείς ρακί, οι άλλες μπύρα. Η άλλη κολλητή λέει εγώ θα πιω και μπύρα και ρακί. Αυτό ήταν. Μπέκρα την ανέβαζα, μπέκρα την κατέβαζα (Σημαντική Σημείωση Δύο). Έλα μπέκρα, να σου βάλω; της έλεγα αργότερα όταν έβλεπα το ποτηράκι της άδειο. 

Μ αυτά και μ αυτά, περνάει το βράδυ, να πίνω εγώ, να πίνω, να πίνω. Φέρε η κολλητή δίπλα μου, φέρε, φέρε. Σημαντική Σημείωση Τρία είναι που ρώτησε η κολλητή δίπλα μου τη σερβιτόρα, όταν έφερνε το πρώτο μισόκιλο, αν είναι καλή. Αυτή απάντησε πως δεν πίνει, άρα δεν ξέρει. Πάμε παρακάτω.

Προχωρούσε λοιπόν η βραδιά, ποια βραδιά, 7μιση το απόγευμα βρεθήκαμε, έπινα τέλος πάντων, έφαγα κι όλο το φαΐ ολονών εκτός των πτωμάτων που παρήγγειλαν, έφαγα το ψωμί που μου αναλογούσε και κοιτούσα και των άλλων αλλά κρατήθηκα και δε ζήτησα και έπινα, έπινα, έπινα. Και φυσικά συζητούσαμε. Κι επειδή οι κουβέντες που κάναμε ήταν πολύ ωραίες, είπα να πιω λίγο ακόμα. Κι έπινα, έπινα, έπινα. 

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, ξέρω ότι εκεί που καθόμασταν και μιλούσαμε, μου ήρθε εμετός. Ω ναι. ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΕΣΣΕΡΑ: Όσοι σιχαίνονται εμετούς και τα σχετικά, παρακαλούνται να αποχωρήσουν από το διάβασμα. Να ξέρουν όμως ότι θα χάσουν τα καλύτερα. Ευχαριστώ. Συνεχίζουμε. Μου ήρθε εμετός. Κάνω έτσι, πιάνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου, πάω σφαίρα απέναντι, ανοίγω αμάξι, κάθομαι κυρία στη θέση του οδηγού, τεντώνω ανοιχτή πόρτα, γυρίζω και ΜΠΔΟΥΑΑΑ πετάω την πρώτη ρουκέτα στο πεζοδρόμιο. Σε λίγα ελάχιστα δευτερόλεπτα ακούω φωνές γύρω μου. Ε ναι οι γλυκούλες μου. Ας πούμε στο σημείο αυτό, ότι με λένε Λέτα. Εγώ να είμαι για τον πούτσο, να θέλω απλά να σωριαστώ, μόλις έχω ξεράσει, δε μπορώ να μιλήσω και ν ακούω από την κολλητή που όλο το βράδυ αποκαλούσα Μπέκρα, Λετάκι Λετάκι είσαι καλά; Γιατί ήρθες εδώ; Δε μπορούσα να μιλήσω αλλιώς θα έλεγα, για να σκεφτώ ρε, για τι άλλο; Αντί αυτού, κάνω έτσι και ΜΠΔΟΥΑΑΑ δεύτερη ρουκέτα. Από το υπερπέραν να ακούω όπα, ρίχνει κι άλλη, τα μαλλιά της κράτα, τα μαλλιά της. Τι καλές..

Σωριάζομαι στη θέση του οδηγού, να θέλω να ξαπλώσω. Να τρέχουν τα κορίτσια για χαρτί, νερό, ξέρω γω, να ενημερώσει η μία την άλλη.. Εγώ μόνη στο αυτοκίνητο, τη βλέπω ότι αν δεν ξαπλώσω τώρα θα έχουμε κι άλλα προβλήματα, οπότε αρχίζω να ψάχνω το γαμημένο μοχλό που κατεβαίνει η θέση. Και να μην τον βρίσκω. Έπρεπε να είστε από μια μεριά να με βλέπετε. Θα είχατε πεθάνει. Αλήθεια. Πεσμένη πίσω ξερή με τα μάτια κλειστά, να έχω δώσει τέρμα τούρμπο δύναμη στα χέρια τα οποία έψαχναν, χάιδευαν, χούφτωναν το κάθισμα δεξιά αριστερά να βρουν αυτό το γαμημένο μοχλό. Εννοείται δεν τον έβρισκα ούτε και τον βρήκα ποτέ. Πλεημομπίλ είναι ρε πούστη, να σκέφτομαι μέσα στην τύφλα μου και ωχ να βογγάω. Οι φίλες μου οι γλυκούλες μου να ενδιαφέρονται και να τρέχουν μία κοντά μου μία στο μαγαζί να δουν τι πως.. Ευτυχώς είχαμε πληρώσει ήδη. Η κολλητή που καθόταν δίπλα μου, λίγο πριν σηκωθώ για την πρώτη ρουκέτα, είχε πάει για κατούρημα. Κι αυτή πίτα. Φαντάσου λοιπόν όταν βγήκε από την τουαλέτα τρικλίζοντας που δεν είδε κανένα στο τραπέζι..

Μας βλέπει βγαίνοντας από την τουαλέτα και το άλλο το λιώμα, θα την πούμε Γ., έρχεται προς το αυτοκίνητο, τη βλέπω εγώ μέσα στην τύφλα μου, να μην έχω σταματήσει εντωμεταξύ να χαιδεύω το κάθισμα και να ψάχνω το μοχλό, ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ της λέω. Γιατί, πως, τι, να μου λένε, ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ εγώ. Μπαίνει μέσα, κλείνει την πόρτα της, έχω κλείσει και γω τη δική μου. Παράθυρα ανοιχτά. Γυρίζω, την κοιτάω, και της λέω: Μαλάκα, πόσο για τον πούτσο είμαστε; Κι αρχίζουμε να γελάμε μαλάκα, νεκρές στα καθίσματα, να γελάμε κολασμένα. Και κει που γελάμε, κάνουμε ταυτόχρονα μία έτσι, βγάζουμε και οι δύο τα κεφάλια μας από τα παράθυρα και αρχίζουμε να ξερνάμε. Ντάξει, ρουκέτα ήταν, μη φανταστείτε. Πετάμε τις ρουκέτες μας, πέφτουμε ταυτόχρονα πίσω στα καθίσματα, βογγάμε και τότε λέω.. μαλάκα.. ξεράσαμε τις πόρτες του αυτοκινήτου.. και αυτό ήταν. Δεύτερος γύρος τρανταχτών γέλιων. (Φυσικά και δεν είχαμε ξεράσει τις πόρτες, έλεος δηλαδή, τι μας πέρασες, σαν κάτι αμερικάνους που τους ζωγραφίζουν μουστάκια και καυλιά στο κούτελο; Όχι χρυσή μου.. Λιώμα ναι, Κυρία ναι, Πτώμα Μπάζο ποτέ). Γριές γυναίκες μαλάαακαααα να λέει η φίλη μου δώσε ΧΑΧΑΧΑΧΑ γέλια.. Πραγματικά, η περιοχή του Κεραμεικού εκείνο το βράδυ και ειδικά όσοι μας άκουγαν, τι να πω..ήρωες. Ξερατά, γέλια. Ξερατά, γέλια. .......

Έρχεται η Μπέκρα, Λετάκι μου είσαι καλά; σε μένα. Θέλετε κάτι; Το μόνο που καταφέρνω να ψελλίσω είναι ...νερό... Φεύγει σούμπιτη, έρχεται με καράφα γεμάτη με νερό και δυο ποτήρια. Δίνει στις τελειωμένες από ένα, πίνουμε, πίνουμε, μόλις πίνω μπόλικο, την αρχίζω κι αυτή ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ, ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ! Όλες μέσα τις ήθελα, τι να πω. Να τις προστατέψω από τον κακό τον κόσμο, ξέρω γω; Μπαίνει κι η άλλη μέσα, στο πίσω κάθισμα. Ε αφού ήταν μέσα, εντάξει, δε χρειαζόταν να της μιλάω, οπότε συνέχισα με την Γ. να λέμε πόσο τελειωμένες είμαστε και να γελάμε. Κάποια φάση γυρίζω ελαφρώς πίσω να μιλήσω στην Μπέκρα (η οποία έχει γίνει αντιληπτό φαντάζομαι ότι ήταν η πιο νορμάλ που μας φρόντιζε, έτσι;) Αρχίζω, κάτι λέω, γυρίζει η Γ. και μου λέει, δεν είναι δω ρε μαλάκα.. Γυρίζω μέσα στην τύφλα, βλέπω το άδειο κάθισμα. Γυρίζω στη Γ. που πήγε; Ξέρω γω; Καταλαβαίνετε έτσι; Συζήτηση Αντρέας ο άνεργος τουλάχιστον..

Έρχεται η Μπέκρα, ξαναμπαίνει μέσα. Εγώ να έχω ξεκινήσει δεύτερο γύρο αναζήτησης του μοχλού να μην τον βρίσκω. Αποφασίζω ότι αφού δεν μπορώ να ξαπλώσω εκεί, πρέπει να πάω σπίτι. Αρχίζουν τα κορίτσια μην οδηγήσεις Λετάκι μην οδηγήσεις Λετάκι, ξερές όμως κι αυτές. Εγώ όμως δεν βρίσκω το μοχλό να ξαπλώσω άρα πρέπει να πάω σπίτι, η μόνη σκέψη που είχα. Βάζω μπροστά. ΜΗΝ ΞΕΚΙΝΑΣ ΜΗΝ ΞΕΚΙΝΑΣ, αρχίζει να φωνάζει από πίσω η Μπέκρα. Έχω ήδη ξεκινήσει αλλά ρωτάω, Γιατί να μην ξεκινήσω; ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙΣ ΜΙΑ ΚΑΡΑΦΑ ΣΤΟ ΚΑΠΩ! Έχω ξεκινήσει, ξεπαρκάρω, προχωράω αλλά ρωτάω, Και γιατί έχω μια καράφα στο καπώ; ΣΤΑΜΑΤΑ ΣΤΑΜΑΤΑ να φωνάζει, εγώ αρχίζω δε μπαίνει δευτέρα δε μπαίνει δευτέρα, ΣΤΟΠ στη γωνία του δρόμου, φρενάρω, ΝΤΑΝ πέφτει η καράφα στο παρμπρίζ και χύνεται όλο το νερό πάνω στο τζάμι. Ανοίγει η Γ. την πόρτα, παίρνει μέσα την καράφα από το δρόμο. Γελάμε ακατάπαυστα. Κάνω στην άκρη, παρκάρω, είναι σαφές ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να οδηγήσει κανείς έτσι, στερεωνόμαστε σε δέντρα, κλαδιά, φράχτες, παρτέρια, η μία στην άλλη, μας κουβαλάει και τις δύο η Μπέκρα, γελάμε ατελείωτα, λυγίζουμε, βαστάει η μία λυγίζει η άλλη, εικόνα από τις λίγες. Έρχεται ταξί, μπαίνουμε, πάμε σπίτι. Δεν ξεράσαμε τ αθρώπου το ταξί. Εντάξει.

Η επόμενη μέρα. Ξυπνάω. Πίνω νερό. Πετάω άλλες 3-4 ρουκέτες. Συνέρχομαι ποτέ. Πρέπει να πάω να φέρω το αυτοκίνητο. Πάω. Μπαίνω μέσα να το φέρω πίσω. Μαστούρα κόκκαλο σκατά ακόμα. Οδηγώ κι ακούω από δίπλα ντιν νταν πλιτς κλατς, κοιτάω και βλέπω τη φωτό που βλέπετε. 
Δε θυμάμαι τίποτα. Τι κάνει η καράφα εδώ; Το ποτήρι; Τόσα μπουκάλια; Δε θυμόμουν τίποτα. Πήρα τηλέφωνο τη Μπέκρα, κώλος κι αυτή, και οι δύο στο κρεβάτι να μιλάμε, τι έγινε, ζεις; ζω, τι έγινε ρε χτες; Πω πω, μου λέει, δεν ήταν καλή η ρακί, κοίτα πως γίναμε.. ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ Η ΡΑΚH ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΗΠΙΑΜΕ 3 ΛΙΤΡΑ.. Ερμ.. ναι, νομίζω πως ήπιαμε περίπου 3 λίτρα.. μπορεί 2.. δεν ξέρω.. πάντως δεν έφταιγε η ρακή. Εγώ ειδικά δεν πίνω σχεδόν καθόλου, ήπια σίγουρα ένα λίτρο μόνη μου και μετά μου έφταιγε η ποιότητα της ρακής, ναι οπωσδήποτε! Μετά θυμάμαι, ρε μαλάκα, της λέω, είχα μια καράφα στο αυτοκίνητο, τι έκανε κει; ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΔΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΦΕΡΑ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΟΥΜΠΗΣΑ ΣΤΟ ΚΑΠΩ -Α ναι ρε μαλάκα χαχαχαχα και συ τι την ακούμπησες στο καπώ; (Ειλικρινά τώρα, ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ακουμπήσει ποτέ τίποτα σε καπώ. Θα το ξεχάσεις, θα γίνει μαλακία, δεν είναι σταθερό, ποια λογική να ακουμπήσεις κάτι στο καπώ; Θα μου πεις τι ήθελες να κάνει η κοπέλα την καράφα με το νερό; Είχε κάνει 70 διαδρομές μεζεδοπωλείο-αυτοκίνητο..) Μετά άρχισα να θυμάμαι. Και θυμήθηκα ξαφνικά που έλεγα δε μπαίνει δευτέρα δε μπαίνει δευτέρα! Βλέποντας τόσα μπουκάλια ποτήρια καράφες κατάλαβα. Κάτι από αυτά είχε πέσει δίπλα στο μοχλό, τον εμπόδιζε να κατέβει και γω αντί να κοιτάξω έλεγα μόνο δε μπαίνει δευτέρα δε μπαίνει δευτέρα. ΠΟΥ ΝΑ ΜΠΕΙ ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΩΡΗ ΠΙΤΑ; Δε λες που δεν κοπήκαμε; Ούτε ξέρω πως και γιατί έσπασε το ποτήρι..

Τι να πω. Κατάλαβες; Μετά βλέπουμε τη νεολαία να κάνει μαλακίες και έχω το θράσσος, εγώ ειδικά, να σχολιάζω και να κοιτάω αφ' υψηλού .. Συχαρίκια.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Παράξενες μέρες.

Τι μέρες περίεργες είναι αυτές; Πόση μοναξιά! Τι θυμός. Πόσο απογοήτευση, τι εκνευρισμός. Ασθένειες που κακοποιούν τον εαυτό μας και μόνο. Δε λιώνεις άμα θυμώνεις συνέχεια; Δεν κακοποιείσαι όταν κλαις και στενοχωριέσαι; Ή όταν το παίζεις δυνατός και δεν ξεσπάς πουθενά, δεν κακοποιείσαι γεμίζοντας πόνο; Τελικά ποιο είναι το σωστό; Η ισορροπία. Που δεν έχουμε. 

Πόση μοναξιά έχει ο κόσμος. Κι όμως δεν κάνει τίποτα να την τερματίσει. Δεκάδες άνθρωποι μόνοι τους, παραπονιούνται, φωνάζουν, ωρύονται για την καταπιεσμένη τους σεξουαλικότητα, που δεν την κάνουν τίποτα και θα σκάσουν, για τις αγκαλιές που δεν έχουν που να τις δώσουν, τα χαμένα τους φιλιά, το χρόνο που τους κάνει όλο και πιο δύσκολους, δύστροπους, μονόχνωτους. Και δεν κάνουν τίποτα. Μόνο φωνάζουν. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κρυμμένοι στα καβούκια τους, φωνάζουν σε αγνώστους μέσω ίντερνετ και μετά; Τίποτα. Θέλω να σε δω. Αλλά δε θα σε πλησιάσω ποτέ. Μου λείπεις. Αλλά δε θα στο πω ποτέ. Τι να κάνω εδώ που είμαι, όπως είμαι; Κάτσε να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Ποια είναι αυτή, θα μας πει κάποιος;

Κόσμος θυμωμένος, που δεν αντέχει άλλο. Κι όμως. Μπλέκει στα ίδια, κάνει τα ίδια και μετά κατηγορεί και λέει, είδες; Είχα δίκιο, όλα σκατά είναι. Πόσο άδικο για τα άλλα που δεν πλησίασες ποτέ.

Πόσο κρίμα είναι. Τόσο γλυκά, καλά, ωραία παιδιά και να είναι σε τέτοια δυστυχία. Τόσος κόσμος. Πόσο λυπάμαι. Κάθομαι κοιτάω και απορώ. 

Δε θα σχολιάσω για την αρρώστια της μαλακίας, δε με αφορούν οι μαλάκες που δεν έχουν ίχνος εγκεφάλου μέσα στο κρανίο τους. Που δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν έχουν αντίληψη. Μ' αυτούς η μόνη απορία που είχα πάντα είναι το πως ζουν. Πώς κυκλοφορούν και καταφέρνουν να επιβιώνουν. 

Είναι μαγεία να καταφέρνεις να σκέφτεσαι θετικά, να μπορείς να βλέπεις τη θετική πλευρά στο κάθε πράγμα. Γιατί υπάρχει. Πάντα υπάρχει. Αλλά αυτό το πράγμα που γίνεται αυτό το διάστημα είναι τόσο μεγάλο, τόσο περίεργο, τόσο μα τόσο.. μα τόσο. 

Κόσμος κάνει σα μικρό παιδί. Νομίζει ότι θα ζήσει για πάντα. Κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Καμιά φορά λέω να τα πω έτσι χύμα όπως τα σκέφτομαι; Και τι έγινε; Μια ζωή την έχουμε έτσι όπως τη βλέπουμε τώρα. Γιατί να μην είσαι πηγαίος, αυθόρμητος; Και ακόμα και γω που το σκέφτομαι, κάνω πίσω. Γιατί σα να υποπτεύομαι την ανταπόκριση. Ερωτήσεις, απορίες.. ίσως και γω να φοβάμαι τελικά, όπως όλοι. Ε, ας κάτσουμε μόνοι μας λοιπόν όλοι. Αφού έτσι την έχουμε δει, ας μείνουμε μόνοι να ζήσουμε αυτές τις παράξενες μέρες σε όλο τους το μεγαλείο.