Τετάρτη 27 Απριλίου 2011
Πάει.
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Μεγάλη Παρασκευή.
Έχετε κατάθλιψη; Θέλετε να ξεριζώσετε τα εντόσθιά σας και να τα πετάξετε στον πιο κοντινό σας κάδο; Είστε έτοιμοι να πέσετε από το μπαλκόνι; Σκέφτεστε να γίνετε αλκοολικοί ή ναρκομανείς; Κανένα πρόβλημα κυρίες και κύριοι και καλώς ήρθατε! Σήμερα θα δούμε μαζί τι κάνει ένας άνθρωπος που είναι σκατά, να μην είναι σκατά. Δεν τα καταφέρνει φυσικά και συνεχίζει να είναι σκατά αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Γιατί και μόνο η προσπάθεια αγαπητοί μου φίλοι αρκεί για να ρίξει ένα λιθαράκι στην καλυτέρευση του εαυτού, στην απόκτηση συνειδητότητας, στην παύση επιτέλους της απεριόριστης μαλακίας που δέρνει το νου και δεν αφήνει την ψυχή ν’ απολαύσει την μακαριότητα που ήδη έχει.
Αγαπητοί μου φίλοι. Ας υποθέσουμε πως είστε σκατά. Πως εκεί που κάθεστε, κοιτάτε τα ψαλίδια που έχετε και φαντάζεστε να σας έμπαιναν στην κοιλιά. Φοβάστε τα αίματα. Δε λέει. Βγαίνετε να ποτίσετε. Είστε αρκετά ψηλά. Χαζεύετε το κάτω. Φαντάζεστε τον εαυτό σας να αδειάζει στο πεζοδρόμιο. Κι αν μείνετε φυτό; Αφήστε το σοκ που θα πάθει πόσος κόσμος. Μπα, αφήστε σας λέω. Συν ότι, κατά τις γραφές πολλών φιλοσόφων, διαλογιστών, μυστικιστών, αγίων και παντογνωστών, αν αυτοκτονήσετε, θα ξανάρθετε στη ζωή και θα ξαναβγάλετε δόντια, θα ξαναπάτε σχολείο, θα ξαναπεράσετε εφηβεία, σπυράκια, αγαμίες, μαλακίες, και ό,τι άλλο τέλος πάντων έχετε περάσει και δεν σας πολυάρεσε. Συν ότι θα κουβαλάτε τον παλιό σας εγκέφαλο γιατί δεν τον εξελίξατε αλλά πήγατε και πεθάνατε. Σας αρέσει αυτό; Όχι, μαλάκες είστε; Οπότε τι κάνετε αγαπητοί μου φίλοι; Το παλεύετε. Αλλά πως; Κάθεστε σπίτι σας και παίζετε την Εκάβη χωρίς κοινό; Βγαίνετε στο δρόμο και τσαμπουκαλεύεστε με τον καθένα; Αρχίζετε να πίνετε ποτά/ ναρκωτικά/ τσιγάρα; Πιάνετε την προσφορά του σινεμά της γειτονιάς σας κάθε Τετάρτη στα δυο εισιτήρια το ένα δώρο, πάτε μόνος/η σας και κλαίτε απαρηγόρητοι στις ταινίες τρώγοντας ένα ποπ κορν γίγα, ένα νάτσος με τυρί και πίνετε τρεις μπύρες με αποτέλεσμα να έχετε γεμίσει μύξες, να κλάνετε, να ρεύεστε και να μην καταλαβαίνετε την ταινία και να σας διώξουν κι από πάνω; Πάτε και τρώτε όλα σας τα λεφτά σε πουτάνες/ στα μπουζούκια/ σε ναρκωτικά/ αυτοκίνητα/ κότερα/ σπίτια/ δεν ξέρω τι; Ό,τι από τα παραπάνω επιλέξατε, είναι μαλακία γιατί έτσι η θλίψη δε θα σας φύγει, το λέω και το υπογράφω αγαπητοί μου φίλοι. Μόνο αν θέλετε πραγματικά να τη διώξετε και γυρίσετε να την κοιτάξετε στα μάτια, μόνο τότε έχετε αρχίσει πραγματικά να τη διώχνετε. Κοινώς φεύγει μόνη της γιατί σπάστηκε που την αποδεχτήκατε και άρα την απαξιώσατε. Ποιοι είστε εσείς καταρχήν που κοιτάτε την θλίψη στα μάτια και δεν παίζεται μια Εκάβη, έστω μια Ηλέκτρα για πάρτη της, όχι, πείτε μου ποιοι είστε! Η θλίψη θέλει την ίντριγκά της, θέλει το αίμα και το δάκρυ της. Κι εσείς, έτσι, στεγνά, με το ύφος του μαλάκα που κοιτάει σαν τον Φόρεστ Γκαμπ, τολμάτε να την ατενίζετε; Ποιοι νομίζετε ότι είστε κυρίες και κύριοι που το κάνετε αυτό;! Κι όμως. Αυτή φεύγει αγαπητοί μου φίλοι, παίρνει τα μπογαλάκια της και φεύγει. Αρκεί φυσικά να θέλετε. Γιατί άμα δε θέλετε, κάνετε τα παραπάνω ή απλώς δεν αρπάζετε τις ευκαιρίες που σας εμφανίζονται, (γιατί εμφανίζονται) και μένετε κολλημένοι στα ίδια για να αποδείξετε στον εαυτό σας ή μάλλον στο νου σας πόσο δίκιο είχε να πιστεύει ότι είστε θλιμμένοι μοναχικοί καουμπόιδες/ σσες. Όπως επιθυμείτε μπορείτε να πράξετε αγαπητοί μου. ...Ή μπορείτε να επιλέξετε ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:
1. Παίρνετε τηλέφωνο τους φίλους σας και κλαίτε γοερά και τους σπαράζετε την καρδιά με αποτέλεσμα να μην μπορούν να δουλέψουν, να φάνε, να κοιμηθούν και να σας σκέφτονται συνέχεια, να ανησυχούν, να σας παίρνουν τηλέφωνα και στο τέλος να τους βρίζετε επειδή σας παίρνουν τηλέφωνο και σας έχουν σπάσει τα αρχίδια ντριν και ντριν όλη την ώρα.
2. Ψάχνετε που πουλάνε τα πιο λαχταριστά γλυκά στην περιοχή σας και αφού τα βρίσκετε, απαξιείτε να τα αγοράσετε γιατί σκέφτεστε ότι δε θέλετε να παχύνετε επειδή έχετε κατάθλιψη μιας και άμα γίνετε χοντροί φακλάνες, τότε σίγουρα θα αυτοκτονήσετε. Τουλάχιστον αν είναι να σβήσει το κεράκι της ζωής σας, να σβήσει ενώ είστε σικ.
3. Επειδή πρέπει να φάτε γλυκό γιατί δε γίνεται, αδύνατο να τη βγάλετε γιατί στο τέλος θα δώσετε καμιά μπουνιά σε κανένα φίλο σας που σας είπε «καλημέρα», αποφασίζετε να φάτε γλυκό του κουταλιού που είναι πιο υγιεινό και στις δύο κουταλιές γκώνεις, μπουχτίζεις, πρήζεσαι και σκας και δε μπορείς άλλο. Αλλά εσείς τρώτε μία... δύο... στην τρίτη νιώθετε τη ζάχαρη να ανεβαίνει στα ματοτσίνορά σας... στην τέταρτη έχει πλημμυρίσει ζάχαρη ο εγκέφαλος και είστε λίγο πριν την ινσουλίνη... στην πέμπτη που έχει τελειώσει (ευτυχώς) το γλυκό, τα έχετε ξεπεράσει όλα πια και σκέφτεστε πως είναι κρίμα να πετάξετε το σιρόπι και θέλετε να γυρίσετε το βάζο και να το πιείτε. Δεν αηδιάζετε γιατί το γλυκό που τρώτε είναι βύσσινο οπότε είναι μια χαρά να πιείτε το σιρόπι... η ιδέα σας ανακατεύει... είναι ώρα να φύγετε και πρέπει να πάρετε μιαν απόφαση... ρίχνετε νερό στο βάζο.... μμμ... έγινε βυσσινάδα, τώρα μπορείτε αλήθεια να το πιείτε.... μμμ... ρίχνετε απορρυπαντικό στο βάζο και φεύγετε.
4. Πάτε με τους κολλητούς σας βόλτα, πίνετε τον Βόσπορο και τα νησιά του Αιγαίου, τρώτε 20 καράβια φυστίκια και την άλλη μέρα κάνετε διάρροιες διαβάζοντας VITA.
5. Πάτε με τους κολλητούς σας για καφέ, είστε σαν κλαμένο μουνί, τους τη λέτε, βγάζετε γλώσσα και είστε αναιδείς και αυτοί σας λένε ατάκες όπως «θα σε βαρέσω» ή «σ’ έχει καβαλήσει σήμερα, θα φας ανάποδη» ή «σκάσε ρε μαλακισμένο». Μετά, πάτε στο Mall όπου πραγματικά εκεί δοκιμάζετε τις αντοχές σας μιας κι έχει την Άρτα, τα Γιάννενα και τις γύρω περιοχές να αγοράσετε, εσείς δεν έχετε λεφτά, θέλετε να κόψετε τις φλέβες σας επιτόπου και να αρχίσετε να χοροπηδάτε γύρω-γύρω να τα κάνετε όλα κώλο με το αίμα σας να μην καθαρίζουν με τίποτα, να αρχίσουν να ξερνάνε και όλοι και μετά να πέσετε ηρωικά μέσα στα λευκά μπλουζάκια του ΖΑΡΑ. (Εκεί θα έχετε καταλήξει αφού πρώτα περάσατε από το PULL N BEAR και το STRADIVARIUS). Αλλά δε θα το κάνετε. Βρίσκεστε σε ένα χώρο όπου δοκιμάζονται οι αντοχές σας και τώρα είναι η ευκαιρία να αποδείξετε αν θέλετε πραγματικά να αποφύγετε τη θλίψη. Θα την αποφύγετε αγοράζοντας; Σκεφτείτε. Τα ρούχα είναι απέναντί σας και σαν πουτάνες μπροστά σε εξαρτημένο στο σεξ, κουνιούνται μπροστά σας νωχελικά και σεις τα θέλετε, τα ποθείτε, γαμώ την πουτάνα σας, σφίγγετε τις γροθιές σας, ιδρώνετε, τα πιάνετε, τα αφήνετε, δεν έχετε λεφτά, δεν γίνεται να τα πάρετε, ναι, αλλά τα θέλετε, και οι κολλητοί σας είναι εκεί, θα τους ζητήσετε λεφτά, τα θέλετε, ω, είναι τόσο όμορφα... και τότε, ξυπνάει ο Βουδιστής μέσα σας αγαπητοί μου φίλοι. Γιατί είπαμε. Επιθυμείτε να λυτρωθείτε. Επιθυμείτε να ελευθερωθείτε. Θέλετε αγάπη, τρυφερότητα, φροντίδα. Κι αυτά δεν είναι στα ρούχα περασμένα από κλίβανο με εσάνς αποσμητικό χώρου τουαλέτας. Τι κάνετε λοιπόν; Υποκύπτετε γιατί σκέφτεστε ότι θα πλύνετε τα ρούχα με το αγαπημένο σας μαλακτικό και τότε ναι, θα μπορούν να σας προσφέρουν όλη την αγάπη που χρειάζεστε; Παύση. Διακοπή των σκέψεων. Ώρα να τα κοιτάξετε κατάματα. Σταματάτε να ιδρώνετε και να ξεϊδρώνετε και τα κοιτάτε απλώς. Ρούχα. Μάλιστα. Ε και; Τόσα έχετε. Κι άλλα; Τα κοιτάτε. Ναι είναι ωραία. Κι αυτό θα σας πήγαινε πολύ. Πάτε και το δοκιμάζετε. Και φοράτε και παπούτσια από κάτω. Και παίρνετε πόζες μπροστά στον καθρέφτη. Και χαμογελάτε. Και τα βγάζετε. Και τα πάτε και πίσω γιατί οι πωλήτριες τον πίνουν και τις λυπάστε. Έχετε τόσα. Αύριο μπορεί να πεθάνετε, τι σημασία έχουν όλα αυτά; Σήμερα είναι η ζωή. Και δεν σας λείπουν τα ρούχα. Όσο και να τα πλύνετε δεν θα βγάλουν ηρεμία, σιωπή και εσωτερική γαλήνη. Αφήνετε τα ρούχα πίσω. Πάτε στους κολλητούς σας. Τα καταφέρετε. Μόνο που τώρα θέλετε ένα προφιτερόλ σε σχήμα κουβά, εκείνο συγκεκριμένα από τα MAX PERRY με ένα κουτάλι να το χτυπήσετε όλο. (Εντάξει, είπαμε, πόσο Βούδας να είναι ένας άνθρωπος;)
6. Συναντάτε τον/ την κολλητό/ ή που ήρθε επιτέλους από τα ξένα που περνάει πολύ καλά κι αφού ευχαριστήσετε το Θεό που υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος που περνάει πολύ καλά, απολαμβάνετε την παρέα του/ της και πέφτετε κάτω από το γέλιο όταν σας λέει ότι η παραμυθένια πόλη που ζει, μια ωραία μέρα μύριζε σκατίλα. Ολόκληρη η πόλη. Γελάτε χωρίς να υπάρχει αύριο. Για την ακρίβεια ξαπλώνετε πάνω στο τραπεζάκι και γελάτε όσο δεν έχετε γελάσει μέρες τώρα. Και μόνο που σκέφτεστε αυτή την συγκεκριμένη πόλη να μυρίζει σκατίλα απ’ άκρη σ’ άκρη, κλαίτε. Φαντάζεστε τους χαμογελαστούς καλοντυμένους ανθρώπους με τα ποδήλατα, τα σκυλάκια και τα λουλουδάκια, τα πουλάκια, τις χήνες και τις πάπιες, τα ελαφάκια και τα σκιουράκια, να μυρίζουν όλα σκατίλα. Γελάτε όλο και πιο πολύ. Η απάντηση για τη σκατίλα είναι κάτι στάβλοι λίγο παραπέρα που όταν φυσάει ένας συγκεκριμένος άνεμος φέρνει τη σταβλοσκατίλα στην μαγική αυτή παραμυθένια πόλη. Γελάτε κι άλλο και σκέφτεστε πως ναι, τίποτα δεν είναι τέλειο. Και σας φτιάχνει λίγο η διάθεση. Μέχρι να διαπιστώσετε πως η σοκολάτα που πήρατε κοστίζει 5.5 ευρώ κι ας είστε στα εξωτικά Εξάρχεια. Ε ναι. Τίποτα δεν είναι τέλειο. Ή μήπως είναι;
7. Πάτε σε ένα πάρκο, ξηλώνετε όλα τα λουλούδια να μην έχει να τα χαίρεται ο κόσμος, γεμίζετε τις τσέπες και τον κόρφο σας, σας πιάνει φαγούρα γιατί γεμίζετε μαμούνια, πεταλουδάκια και μυρμήγκια αλλά αντέχετε το μαρτύριο, πάτε σπίτι, ξαπλώνετε στο κρεβάτι, στολίζεστε και κάνετε τον Επιτάφιο να ταιριάζετε γάντι με τη διάθεσή σας.
8. Επειδή σας έπιασε κατούρημα κάποια στιγμή στην προηγούμενη στάση και αναγκαστικά χάλασε το σκηνικό συν ότι έχετε να σκουπίσετε τώρα και όλη τη γύρη από το δωμάτιο, παίρνετε τηλέφωνο τους γονείς σας και γίνεστε κώλος Πασχαλιάτικο, γιατί αυτοί φταίνε για όλα είναι σαφές και κατανοητό αυτό, θα έπρεπε να έχουν υποστεί στείρωση και να μην σας έχουν κάνει να βασανίζεστε τώρα σ’ εποχές φρίκης, μοναξιάς και οικονομικής κρίσης, οπότε μαγειρεύετε να έχετε φαγάκι να τρώτε γιατί θέλετε να κάτσετε μόνοι να κλάψετε τη μοίρα σας. Το φαΐ σας λασπώνει, εσείς αδιαφορείτε και το τρώτε με κουτάλι όρθιοι πάνω από την κατσαρόλα, μετά κάνετε χειροτεχνία βλέποντας σαβούρες στην τηλεόραση, μετά δεν έχετε χέρια από την πολλή χειροτεχνία και σας πέφτουν τα αντικείμενα στο πάτωμα με αποτέλεσμα να σκύβετε 2-3 φορές σε κάθε διαδρομή από το σαλόνι στην κουζίνα κι από την τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο για να μαζεύετε διάφορα που σας έπεσαν από τα χέρια, μετά πάτε για ύπνο και μετά ξυπνάτε τ’ αξημέρωτα και κάθεστε και γράφετε μαλακίες στον υπολογιστή σας. Και δε φτάνει αυτό, τα δημοσιεύετε κιόλας.
Να σας πω κάτι; Είστε τελείως μαλάκες. Με το μυαλό που κουβαλάτε, καλά να πάθετε! Α μα πια!
Τρίτη 19 Απριλίου 2011
Ξανά μανά περίπου.
Ε ναι, ξανά στο μπαρ,(ντάξει μόνο μια φορά από την τελευταία φορά που σας έγραψα), ξανά ίντριγκες ξανά προς τη δόξα τραβήξαμε. Βασικά δεν έγινε και τίποτα συναρπαστικό, αν εξαιρέσεις ότι κάτσαμε 9 ώρες αυτή τη φορά και ζήσαμε μια εμπειρία αντάξιας της δεκαετίας του ’80. Εμείς πάντως ήμασταν σοβαρές, ούτε πολλά-πολλά κάναμε, ήρεμες ήμασταν, συζητούσαμε, αφού να φανταστείτε με έβλεπε ο φίλος ο μπάρμαν ήσυχη και με ρωτούσε συνέχεια γιατί είμαι λυπημένη. Συμβαίνει αυτό καμιά φορά. Άμα γελάς συνέχεια και σταματήσεις, οι άνθρωποι αναρωτιούνται αλλά δε πειράζει, αφού είχαμε πιάσει σοβαρή συζήτηση, (ναι, στο μπαρ, υπάρχει πρόβλημα;), τι να γίνει; Τέλος πάντων. Εκεί που καθόμαστε λοιπόν και το αναλύουμε το 65ο θέμα της βραδιάς εξονυχιστικά, κάνει μια λούπα ο χρόνος και μας ρίχνει στο 1986 περίπου και μας στέλνει δίπλα τον Πάνο Μιχαλόπουλο, το Σταμάτη Γαρδέλη και το Νίκο Παπαδόπουλο χωρίς την Σοφία Αλιμπέρτη, την Έφη Πίκουλα και την Καίτη Φίνου. Δεν ξέραμε όμως ότι η τύχη, η μοίρα, αυτή ξελογιάστρα μάγισσα του πεπρωμένου των ανθρώπων, είχε ορίσει εμάς σ’ αυτούς τους ρόλους. Βέβαια εμείς αυτή τη φορά ήμασταν δύο και όχι τρεις (η τρίτη είχε λυσσάξει που δεν κατάφερε να έρθει και με πυροβολούσε χωρίς οίκτο με αλλεπάλληλες ριπές θεϊκών μηνυμάτων στο κινητό) αλλά αυτό μάλλον δεν ένοιαξε τους τύπους από τη δεκαετία του ’80. Έτσι λοιπόν, εκεί που καθόμασταν ωραία και καλά, στο μπαρ φυσικά, νιώθω ένα χέρι στο μπράτσο μου και βλέπω ένα κεφάλι να ξεπροβάλλει από πίσω μου κοντά στο πρόσωπό μου. Το νιώθω, κοιτάω τη φίλη μου με βλέμμα «να του τη σκάσω ή το ’χουμε;» και πριν προλάβει να κάνει οτιδήποτε, ακούμε το άτομο να μας λέει την εκπληκτικής έμπνευσης ατάκα: «Κορίτσια, εμείς γουστάρουμε, εσείς γουστάρετε φάση;» Αφού δεν φτύσαμε τις μπύρες στα μούτρα η μία της άλλης, δεν πέσαμε από τα σκαμπό, δεν είχαμε μαζί μας βάτες και λαστιχένιες ζώνες να φορέσουμε και καταφέραμε να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, γυρίζω ελαφρώς και του λέω: «Μπαα.. μιλάμε μωρέ..» και η κολλητή «ευχαριστούμε πολύ!» και κάνει ο τύπος: «Καλά, σας τη σπάμε ε; Δεν πειράζει, να είστε καλά», μου έκανε και πατ-πατ στην πλάτη και έφυγαν. Ο φίλος μπάρμαν που είχε στηθεί μπροστά μας στο σκηνικό κι έστριβε ένα τσιγάρο με το ύφος «τι παίζει εδώ, τρέχει κάτι;» μας κοίταξε, τον κοιτάξαμε, είπαμε πως έπρεπε να τους πούμε «Come with me για να τη βρεις, να γλεντήσομε together κι η ανάμνηση απ’ τη Greece θα σου μείνει για forever» και αρχίσαμε να χτυπιόμαστε και να γελάμε. Να ’ναι καλά τα παιδιά, μας έφτιαξαν τη διάθεση.
Αργότερα, εκεί που αναλύαμε το 78ο θέμα συζήτησης (ναι, στο μπαρ), βλέπουμε το μπάρμαν να τρέχει και να φρενάρει μπροστά μας με πλαγιοφρενάρισμα σπινιαρίζοντας τις σόλες του και μας κάνει «κορφούλα κορφούλα!» και με τα δάχτυλά του, έχει σχηματίσει ένα κυκλάκι (αντίχειρα, δείκτη). Τον κοιτάμε απορημένες γιατί ήμασταν τρελά απορροφημένες στη συζήτηση, σηκώνουμε και τα φρύδια, απορούμε γενικώς, αυτός έρχεται πιο κοντά με το ίδιο σχήμα σα δάχτυλα, το κουνάει μπροστά μας και ξαναλέει «κορφούλα κορφούλα!!» Τι κορφούλα ρε πούστη μου, αναρωτιόμαστε, τον κοιτάμε, μας κάνει νόημα με τα μάτια, κοιτάμε πίσω μου και είναι μια κοπέλα κατά τα άλλα σενιαρισμένη, αλλά το μαλλί σα να της έχεις ρίξει μία με τηγάνι και έχει κάνει ένα ολοστρόγγυλο ήλιο με ακτίνες γύρω-γύρω το μαλλί της. Αυτό ήταν. Αφήσαμε πνεύμα εκεί πέρα. Όχι τόσο για την αχτένιστη, (ήμαρτον όμως με τις κορφές, δε σημαίνει ότι επειδή δεν τις βλέπεις ούφο, δεν υπάρχουν κιόλας), αλλά για την πώρωση του φίλου μπάρμαν. Θεός.
Τι άλλα; Την επόμενη πήγα στο Silent Sound Party του BIOS και λυσσάξαμε. Πολύ γέλιο. Δεν ξέρω αν το ξέρετε ή το έχετε ακούσει. Μπαίνεις στην είσοδο, σου δίνουν ακουστικά, τα φοράς, αυτά έχουν δύο κανάλια, παίζουν δύο dj’s, αναλόγως το κανάλι που πατάς, ακούς και τον dj που θες. Αποτέλεσμα; Ένας χώρος που έχει απόλυτη ησυχία και κόσμος που τραγουδάει στίχους και χορεύει. Γαμάτο; Και το πιο αστείο είναι ότι μπορεί εσύ να τραγουδάς Αναπάντητες κλήσεις παντού (Παπαρίζου) κι ο άλλος Οne way or another (Blondie) χαχα. Και είσαι όλη την ώρα κλίτσι-κλίτσι κλίτσι- κλίτσι κι αλλάζεις κανάλια. Φίλος μου είπε ότι δεν του άρεσε αυτό γιατί ήμασταν σαν παραπληγικά και δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε. Εγώ πάλι δεν συμφωνώ γιατί μια χαρά επικοινωνούσαμε, ήμουν με την άλλη κολλητή και μου έβγαζε τα ακουστικά ή το χειρότερο έβερ, μου έκλεινε τον ήχο το κωλόπαιδο εκεί που ήμουν πάνω στο καλύτερο. Και κάθε φορά γελούσα. Και άντε πάλι. Βασικά εμένα ένα ήταν το θέμα μου. Ότι εκεί μέσα δεν μπορούσες να κλάσεις. Τέλος πάντων, τι να γίνει. Επίσης, μια παρατήρηση σε περίπτωση που με διαβάσει κάποιος που έχει σκοπό να παίξει μουσική κάποια άλλη φορά σε παρόμοιο πάρτυ που θα γίνει εκεί. Παιδιά, όταν παίζουμε μουσική σε τέτοια φάση, βάζουμε καρέκλες και αηδίες, δεν κάνουμε τέχνη και βάζουμε ambient και κουλτούρα για να δείξουμε τι ωραία μουσική ακούμε, χαβαλέ προσπαθούμε να κάνουμε να γουστάρει ο κόσμος. Γι’ αυτό άδειασε και νωρίς σχετικά. Ας βάζατε τίποτα σκυλάδικα από τη μία και από την άλλη καρέκλες και τραπέζια και θα βλέπατε τι θα γινόταν. Και σας παρακαλώ δηλαδή, μην μιλάτε συνέχεια στο μικρόφωνο μέσα στ’ αυτί μας. Για λίγο είναι καλά, το συνέχεια όμως σπάει αρχίδια. Αυτά. Κατά τα άλλα η διάθεσή μου είναι σκατά. Πάω να πεθάνω να ταιριάξω με το κλίμα. Α! Κι αν δεν τα ξαναπούμε προσεχώς, Καλό Πάσχα, να περάσετε υπέροχα. Υγιαίνετε.
Τρίτη 12 Απριλίου 2011
Ωδή στο Φαληράκι (Με Υ.Γ. Debtocracy).
Τρεις φίλες. Τρεις κόσμοι. Τρεις πλανήτες. Ήρθαν, η μία από το Reading του Berkshire, η άλλη από το Glastonbury του Somerset και η τρίτη από το Leeds του West Yorkshire αν και τα τελευταία χρόνια μένει στο Oxford του Oxfordshire, χωρίς αυτό να έχει σημασία. Χρόνια μαθημένες στα φεστιβάλ που λάμβαναν χώρα στις πόλεις τους κι έχοντας πιει τόνους μπύρας, αποφάσισαν να επισκεφτούν το Φαληράκι της Ρόδου. Εννοείται πως ήταν η τρίτη επίσκεψή τους στην Ελλάδα μετά το Λαγανά της Ζακύνθου και τα Μάλια της Κρήτης όπου είχαν περάσει φανταστικά. Τι είχαν κοιμηθεί στο δρόμο με τα βυζιά τους να ακουμπάνε το δρόμο (με αποτέλεσμα να σφηνώσει ένα χαλικάκι στο δόντι ενός συμπατριώτη τους από το Barry του South Wales και να του σπάσει), τι είχαν σκίσει τα ρούχα τους στα βράχια και είχαν πέσει και είχαν ανοίξει το κεφάλι τους (με αποτέλεσμα να πάθει ανακοπή ένας γέρος ψαράς που είχε βγει για να ρίξει τα δίχτυα του και είδε μέσα στο σκοτάδι ματωμένους ανθρώπους να γελάνε), τι είχαν περάσει για πλάκα το δρόμο με κόκκινο για τους πεζούς (με αποτέλεσμα ένα φορτηγό νταλίκα φορτωμένο με καύσιμα να καρφωθεί πάνω σε μια ψησταριά που μόλις είχε ανάψει τα κάρβουνα και να ανατιναχτεί όλη η περιοχή), είχαν περάσει υπέροχα, αυτή είναι η αλήθεια, όλα άλλωστε υπήρχαν σε φωτογραφίες. Και τις είχαν μαζί τους. Όταν βρέθηκαν στο Heathrow Airport του London και περίμεναν να έρθει η ώρα να μπουν στο αεροπλάνο και να φτάσουν στην Athens της Greece, τις χάζευαν και σκέφτονταν πως είχαν ακόμα μια ευκαιρία για ονειρεμένες διακοπές. Για διακοπές που θα έπιναν όλη μέρα και θα έκαναν παιδιάστικες ανοησίες.
Όταν έφτασαν στην Athens της Greece ή της Hellas που μου αρέσει περισσότερο να τη λέω, πήραν το μετρό και κατέβηκαν Σύνταγμα. Πήγαν στο ξενοδοχείο τους, άφησαν τα πράγματά τους, φρεσκαρίστηκαν και βγήκαν να κάνουν έκτροπα. Το καράβι για Ρόδο έφευγε την επόμενη το πρωί. Με το που βγήκαν έξω άρχισαν να ρωτάνε στα αγγλικά που είναι καλά να πάνε. Τους είπαν. Και πήγαν εκεί που ήμασταν εμείς. Και τότε οι δύο παρέες, αυτές και μεις, κατάλαβαν η καθεμία κάτι από την άλλη. Αυτές κατάλαβαν ότι οι Ελληνίδες είναι πιο ωραίες και βγαίνουν και σε διαφορετικά σχέδια (έντονο ρατσιστικό σχόλιο α πα πα) και μεις καταλάβαμε ότι με τόση μπύρα, και λίγα είναι αυτά που κάνουν τα καλοκαίρια τα Αγγλάκια. Και που το ξέραμε; Το δοκιμάσαμε στο αίμα μας. Παρακολουθήστε.
Κουίζ:
Την Πέμπτη βγήκα. Την Παρασκευή βγήκα. Το Σάββατο βγήκα. Την Κυριακή βγήκα. Τη Δευτέρα βγήκα. Ποια μέρα απ’ αυτές μέθυσα; Μαντέψτε.
Απάντηση: Λίγο απ’ όλα και την Παρασκευή ΚΩΛΟΣ.
Αφού σήμερα κάπως βρήκα χρόνο να κάτσω να γράψω, καταλαβαίνετε, είμαι σε μια κατάσταση τύπου μέσα έξω, δουλειές, φρίκες, δουλειές, φρίκες, φρίκες, δουλειές, έξοδος, ποτά, ουφ. Χτες εντάξει, ήταν πολιτική βραδιά, δεν μέθυσα, ήμαρτον, άλλωστε νομίζω πως πλησιάζω το επίπεδο που θα πίνω και δε θα καταλαβαίνω μία, κοντά είμαι. Αλλά ας μιλήσουμε για την Παρασκευή.
Την Παρασκευή είπα να βγω. Έτσι μωρέ, για τη φάση. Δεν είχα όμως καλή διάθεση. Και μόλις πήρα κι αυτό το γαμολεωφορείο να κατέβω κέντρο με όλη την εξαθλίωση εκεί μέσα να μυρίζει ποδαρίλα, ξινίλα και σκατά στη μούρη τους, μου ερχόταν να κλάψω ειλικρινά και να αρχίσω να αναρωτιέμαι τι δουλειά έχω εκεί μέσα, γιατί μένω εκεί που μένω, γιατί κάποια συμβαίνουν έτσι κι όχι αλλιώς, γιατί δε μου μιλάει ο ένας, γιατί μου μιλάει ο άλλος και το μουνί της Χάιδως. Μόλις έφτασα στο κέντρο όμως και είδα την ομορφιά, τον κόσμο να κινείται, να χαμογελάει, να μυρίζει όμορφα, συνήλθα. Και περίμενα την κολλητή μου κοντά στο μετρό. Και όσο περίμενα, λέω αχά, πάω κάτω να αγοράσω εισιτήρια και καλά για να χαλάσω το πενηντάρικο που είχα πάνω μου. Κατεβαίνω, κυρία η δικιά σου, παραγγέλνω τα εισιτήρια, κάνω έτσι, δεν είχα πάρει λεφτά μαζί μου! Είχα τύπου 25 λεπτά όλα κι όλα. «Άκυρο» λέω του εισιτηριά, «δεν έχω λεφτά πάνω μου». Γελάει ο τύπος, ‘πιάτσα θα κάνει αυτή για να βγάλει το βράδυ της’ σκέφτεται και μαζεύει τα εισιτήρια πίσω. Ανεβαίνω πάνω και αρχίζω τα τηλέφωνα και την κλάψα. Παίρνω την άλλη κολλητή μου, που ήθελα να έρθει έτσι κι αλλιώς αλλά δεν ήταν σίγουρο, να της κλαφτώ. Την παίρνω, της κλαίγομαι, κλείνω. Αρχίζουμε τα τηλέφωνα και τα μηνύματα με την άλλη που ερχόταν. «Δεν έχω λεφτά» εγώ, «Γνωστό το κόλπο, θα πλύνεις πιάτα» να μου λέει, «θα πάω στο φίλο μου τον μπάρμαν και θα του πω πότισέ με τσάμπα, δώσε μου και λεφτά να πάω σπίτι και στα φέρνω αύριο, δε σε έχω ανάγκη» εγώ και «δεν έχω, πεινάω, είναι ένας κύριος εδώ που παίζει μουσική θα αρχίσω να χορεύω δίπλα του, σώσε με, μη μου το κάνεις αυτό» και τέτοια. Όταν έφτασε και γω την είδα που ανέβαινε τις σκάλες, καθόμουν δίπλα σε μια γραμμή από σουσάμι που μόλις είχε αφήσει ένας κουλουράς που μάζευε τα κουλούρια του με βλέμμα κουταβιού και μόλις ήρθε κοντά μου της λέω, «έτοιμη ήμουν να φάω λίγο φαγάκι, βοήθησέ με, σε παρακαλώ, έχεις λεφτά;» «Χαχαχαχα, Ναι!» «Ωραία, πάμε να πιούμε!». Και την αρπάζω από το χέρι και φεύγουμε με τα μαλλιά μας να ανεμίζουν στον όμορφο ορίζοντα.
Σε λίγα λεπτά φτάσαμε στο μπαρ που πάμε με τον καλό τον μπάρμαν με την ομπρέλα και το Μοχίτο όταν έβρεχε παλιά, καταλάβατε όσοι είστε διαβασμένοι. Όσοι δεν είστε πάτε πίσω, χέστηκα. Αρχικά η ομάδα είχε δύο κορίτσια λοιπόν. Αυτές που σας περιέγραψα ως άνω. Και μόλις μπήκαμε, πήγαμε στη μαγική θέση δίπλα στο μπαρ και σφηνώσαμε με ούπα σα μενίρ ακούνητα δίπλα στο μπαρ μπας και αδειάσει θέση. Αφού ούτε για κατούρημα δεν πηγαίναμε. Για να είμαστε σε θέση ετοιμότητας και οι δύο. Τελικά, αφού το είχε πάρει γραμμή το μισό μπαρ τι κάνουμε εκεί, ένα ευγενέστατο ζευγάρι που να το έχει ο Θεός καλά, μας είπε «σε λίγο φεύγουμε». Έτσι έγινε λοιπόν και βρήκαμε το θρόνο μας. Τη θέση όπου θα καθόμαστε για τις επόμενες 8μιση ώρες. Παραγγέλνω μπύρα. Συνήθως παίρνω μικρό ποτήρι. «Τι είναι αυτά ρε μαλάκα;» μου λέει η κολλητή με το χέρι ανοιγμένο σε μούντζα (περίπου) μπροστά στη μύτη μου δείχνοντας το χέρι μου που παράγγελνε στο φίλο μπάρμαν. «Κάτσε, μισό» λέω του μπάρμαν και γυρίζω για να διαπραγματευτώ. «Μικρές πίνω ρε συ». «Τι μαλακίες είναι αυτές, για να πιούμε δεν ήρθαμε;» Βρίσκω πολύ σωστή την τοποθέτησή της, γυρίζω στο φίλο και παραγγέλνω δύο βάζα. Αυτή ήταν η λάθος απόφαση. Έπρεπε να επιμείνω. Γιατί τα ξέρω εγώ αυτά, δεν τα ξέρω; Τα ξέρω. Και τα σφηνάκια παρακάτω τα ξέρω που ο τόσο καλός άνθρωπος θυμόταν ότι εμένα μου αρέσει η τεκίλα και μου έδινε τεκίλα και στους άλλους βότκα κι αηδίες κι εγώ το ζώο χαιρόμουν κι έπινα την τεκίλα και ρούφαγα το πορτοκάλι και έκανα γκριμάτσα... αλλά αυτό έγινε παρακάτω. Τώρα είμαστε ακόμα στην εξευγενισμένη κατάσταση του καθόμαστε στο μπαρ, παραγγέλνουμε και είμαστε νηφάλιες.
Όσο καθόμασταν, μιλούσαμε και πίναμε, δύο πράγματα συνέβησαν. Μία φίλη της κολλητής μου ήρθε μαζί με ένα φίλο της και γω προσπαθούσα να ψήσω την άλλη κολλητή μου να έρθει εκεί που ήμασταν. Όσο έψηνα την κολλητή μου και είχα πεθάνει στο γέλιο με το ψηστήρι κι αυτή να μου λέει ‘κάτσε το σκέφτομαι’, ‘α, κάθεστε στο μπαρ ε τότε να έρθω’, ‘μισό να βάλω το κραγιόν μου’ και τέτοια, συζητούσα με την παρούσα φίλη της κολλητής που ήδη ήταν εκεί, για αποτρίχωση με λέιζερ. Κάποτε πρέπει να πεθάνει ο Μπατσινίλας πάνω μας, δεν είναι κατάσταση αυτή, συγνώμη. Αφού λοιπόν το λύσαμε το θέμα και ήμασταν κάπου στη δεύτερη, τρίτη μπύρα, ούτε ξέρω, άρχισε η πορδόλυσσα. Κλανίδι ρε παιδί μου, πως το λένε. Αμολούσα με χαρά και γελούσα μόνη μου. Με ρωτάει η κολλητή τι έγινε, της λέω, αρχίζουμε να γελάμε. Και τότε, σκύβει και με ρωτάει ο φίλος της φίλης της κολλητής: «Τι συζητάνε τα κορίτσια μεταξύ τους;» «Μην του πεις!!» μου λέει η κολλητή και γω του απαντάω με χαρά: «Για κλανιές!». Κάγκελο ο άνθρωπος. Περίμενε να του πω για μαλλιά, γκόμενους, ξέρω γω, τέτοια προφανώς. «Κι εγώ νόμιζα ότι μιλάτε για άλλα πράγματα...» μου λέει όσο εγώ σκούπιζα τα δάκρυα από τα γέλια που έριχνα. «Όχι ρε συ, πας καλά;» Του λέω. «Για μπάλα μιλάμε, για κλανιές και τέτοια» και συνεχίζω να γελάω. «Εσείς τι λέτε μεταξύ σας;» του λέω, κάτι μου είπε αλλά δε θυμάμαι, είχα ήδη αρχίσει να γίνομαι κώλος. Αυτό που θυμάμαι στα σίγουρα είναι ότι έβαζε σε φάσεις το χέρι του ο άνθρωπος να με κρατήσει που γελούσα και έκανα πίσω για να μην πέσω. Εντωμεταξύ ήρθε και η κολλητή που έβαζε κραγιόν και μου έκανε τη δύσκολη. Και κάθεται. Αυτή είναι η πριγκίπισσα της ιστορίας. Α, όλα κι όλα.
Και πίνουμε. Και πίνουμε. Και πίνουμε. Και έχει αδειάσει το μπαρ και μεις πίνουμε. Έχει φύγει η φίλη της κολλητής με το φίλο κι έχουμε μείνει οι τρεις αγγλίδες λέμε τώρα. Εγώ με την πρώτη κολλητή είμαστε κώλος και η τρίτη, η πριγκίπισσα, ημίκωλος. Φυσικό είναι γιατί εμείς πίναμε από βάζα και η άλλη από ποτήρι.
Κι έρχεται η μαγική στιγμή που γίνεται το εξής και δω θέλω πραγματικά να σχολιάσω. Αγαπητοί συμπολίτες. Πρέπει να γνωρίζετε κάτι. Πως όταν μιλάτε με αγνώστους, πρέπει να σκέφτεστε και τις συνέπειες. Σε ποιον μιλάτε, π.χ. και πάνω απ’ όλα τι σκατά λέτε. Και προχωράω.
Έρχεται η μαγική στιγμή λοιπόν. Που είναι ώρα γάμα τα, είμαστε σχεδόν κώλος, λίγο πριν το ‘δεν έχω φως να δω’ και σκάει γκόμενα με γκόμενο δίπλα μας. Στ’ αρχίδια μας εμάς, κυρίες, δεν ενοχλούμε, λέμε μαλακίες μεταξύ μας, μιλάμε με τον μπάρμαν, πίτα για πάρτη μας, δεν κάνουμε τίποτα. Και μας μιλάει η άγνωστη γκόμενα. Πρώτα μίλησε στην κολλητή πριγκίπισσα (βρήκε άνθρωπο. Εδώ θα παρακολουθήσετε τους χαρακτήρες των ανθρώπων, είναι πολύ σημαντική στιγμή) και της λέει πως ο γκόμενός της τον έχει μικρό και τσαντίστηκε που τον δάγκωσε (όχι το πουλί του απ’ ότι έχω καταλάβει, κάπου αλλού τον δάγκωσε, στο λαιμό ξέρω γω, και αυτός τσαντίστηκε)!!! ΤΙ ΛΕΣ ΜΩΡΗ!! (αυτό είναι δικό μου σχόλιο. ΠΑΣ ΚΑΛΑ;; ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΛΕΣ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ;; δικό μου σχόλιο) Το ακούει η κολλητή μου και της λέει: «ε τον έχει μικρό, τσαντίστηκε που τον δάγκωσες, τι τον θες;» «Ε, μ’ αρέσει..» της λέει με νάζι η άγνωστη. «Ε τότε σκάσε και κάτσε» της λέει η κολλητή μέσα στο λιώμα της και γυρίζει πλάτη. Σωστή. Εγώ και η άλλη κολλητή που πίνουμε τα βάζα και είμαστε σε μιάμιση φορά χειρότερη κατάσταση, δεν έχουμε πάρει χαμπάρι. Έτσι, έρχεται και σε μας. Έρχεται σε μένα. Εγώ, η συναισθηματική. Κάτι μου λέει για δάγκωμα εμένα, δε μου είπε για μέγεθος τίποτα. Μου ανέφερε ότι είχε σχέση κάποια χρόνια πριν και τώρα είναι μ’ αυτόν και δεν ξέρει, δεν πολυκαταλάβαινα λόγω πίτας και από τη μία σκεφτόμουν ‘πόσο στ’ αρχίδια μου ρε κοπελιά, δεν σε ξέρω, πώς θα μπορούσα να σε βοηθήσω μέσα στο λιώμα μου γαμώ την πουτάνα μου;’ και από την άλλη κέρδισε ο συναισθηματισμός μου, αν είναι δυνατόν τέτοιες ώρες, και υπέθεσα ότι θα στενοχωριέται και την έπιανα και τη χάιδευα, ναι ρε σεις και της έλεγα «μη στενοχωριέσαι, όλα θα γίνουν» και τέτοια κι αυτή να μου λέει «δε στενοχωριέμαι» και γω ν’ αναρωτιέμαι ‘τότε γιατί μας ζαλίζει τ’ αρχίδια άμα δεν υπάρχει πρόβλημα’ και να πηγαίνει ο τύπος στην τρίτη κολλητή η οποία πλέον είχε μάθει τι γίνεται και να του λέει μέσα στην πίτα της «καλά και συ τσαντίστηκες που σε δάγκωσε; Δεν είσαι καθόλου kinky;» κι αυτός να λέει «μα να με δαγκώσει;!» «άσε ρε φίλε» η κολλητή, γάμα τα, τελικά δεν ξέρω τι έγιναν, αυτή πάντως η τύπισσα ήταν μαλάκω να κάθεται να λέει για τον γκόμενό της ότι τον έχει μικρό και είναι μαλάκας με λίγα λόγια . Άμα δε γουστάρεις πούλεψε και κυρίως μην πιάνεις κουβέντα με άγνωστες γιατί μπορεί να είναι η Κωλόγρια και να σε βγάλει παράρτημα! Όχι ότι θα σε νοιάζει γιατί προφανώς βγαίνεις από μόνη σου, αλλά λέω γω τώρα.
Δε θυμάμαι πως γύρισα σπίτι. Με ταξί γύρισα εννοείται. Αλλά πώς μπήκα και δεν κοιμήθηκα στο χαλάκι απ’ έξω δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι την άλλη μέρα σηκώθηκα από το κρεβάτι το απόγευμα. Ξέρω επίσης, ότι μιλούσα στο τηλέφωνο, ανήμπορη να σηκωθώ, με τις κολλητές, και είχε τραντάξει το μυαλό μου από το γέλιο τις φάσεις που ήμουν ξύπνια.
Τρεις κόσμοι. Τρεις ιστορίες μετά το μπαρ.
Ήταν πρωί όταν φύγαμε από κει. 6 παρά.
Οι δύο κολλητές έφυγαν με μετρό και γω με ταξί. Επειδή δεν είχα λεφτά ως γνωστόν μαζί μου, είχα πάρει από την κολλητή 10 ευρώ για ταξί, το είχα ξεχάσει και της ζητούσα κι άλλα. Όταν μπήκα στο ταξί, κρατούσα το δεκάευρο σφιχτά στο χέρι γιατί ήξερα ότι θα ήταν αδύνατο να ψάξω τσαντάκι και να το ανακαλύψω εκείνη την ώρα της πληρωμής. Είχε κίνηση, ή έτσι μου φάνηκε. Δεν ξέρω πως ανέβηκα, δεν ξέρω τίποτα, πρέπει να γλίστρησα και στο χαλάκι μπροστά στο κρεβάτι μου και να χτύπησα το κεφάλι μου στο στρώμα. Δεν είμαι σίγουρη. Κατάντια. Το ξέρω, μη σχολιάζετε. Αργότερα το πρωί σκεφτόμουν κάτι πρεζάκια που έχω δει να πηγαίνουν με το στόμα μισάνοιχτο και τα πόδια πέρα δώθε σαν πάπιες για να κρατηθούν όρθια και μάλλον έτσι πήγα και γω μέχρι το ταξί, ω θεοί. Και καλός ο καημένος ο ταρίφας. Μου έδωσε τα ρέστα ακριβώς μιλάμε, ούτε να μου φάει έτσι όπως ήμουν. Καλά, μπορεί να φαινόμουν πολύ κυριλέ, ποιος ξέρει... αρκεί να μη με είδε να περπατάω.
Οι κολλητές πήραν το μετρό. Η πριγκίπισσα είχε παρκάρει κοντά και το σπίτι της ήταν ακόμα πιο κοντά. Αλλά έπρεπε να σηκωθεί πρωί να πάει σε κηδεία. Δεν υπάρχει.
Η άλλη είχε παρκάρει κοντά αλλά θα πήγαινε μακριά για να φτάσει σπίτι της και ήταν αυτή που μου ήθελε να πιούμε τα βάζα.
Η πριγκίπισσα όταν έφτασε έφαγε, ξεβάφτηκε, κοιμήθηκε 3 ώρες και ξύπνησε να πάει στην κηδεία. Δεν υπάρχει. Αφού δεν ξέρασε κανένα νεκρό πάλι καλά. Όταν γύρισε φυσικά, έπεσε σε κώμα.
Οι άλλες δύο. Εμείς. Με τα βάζα. Που δεν ξεβαφτήκαμε, ούτε φάγαμε. Εγώ βογκούσα και γελούσα σχεδόν 12 ώρες. Αυτές που βογκούσα κοιμόμουν ή γύριζα πλευρό και αυτές που γελούσα μιλούσα στο τηλέφωνο εναλλάξ με τις κολλητές και άκουγα ένα-ένα αυτά που θυμόντουσαν. Το πολύ γέλιο εντείνει τον πονοκέφαλο, σημείωση.
Η κολλητή που έπινε μαζί μου τα βάζα, ξέρασε σε πρώτη φάση έξω από το μετρό όταν έφτασε. Μετά, έκανε τεράστια χαρά που βρήκε το αυτοκίνητό της. Όπως μου είπε, έκανε όπως όταν το είχε πρωτοαγοράσει και χαιρόταν όταν το έβλεπε. Τώρα χαιρόταν γιατί απλώς το ανακάλυψε. Όσο οδηγούσε, είχε τα μάτια γουρλωμένα γιατί δε γινόταν αλλιώς. Ευτυχώς οι δρόμοι άδειοι, ναι, είναι εγκληματικό αυτό, δεν πρέπει να το κάνουμε ποτέ κι ας γελάμε τώρα. Αν σκοτωνόταν ή σκότωνε κάποιον δε θα γελούσαμε. Τα μάτια πάντως γουρλωμένα και το πρόσωπο κολλημένο στο παρμπρίζ μη χάσει τίποτα. Έβαλε το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Τη θαύμασα. Αφού δεν πήρε μαζί πόρτες, τοίχους, κάσες, ντουβάρια κλπ σημαίνει ότι είναι άξια. Αλλά το καλύτερο είναι άλλο. Ότι μέσα στην τύφλα της τη μαύρη, μετά που ξέρασε έξω από το μετρό μέσα στα φύκια τι είχε κει, γριά γυναίκα, θυμήθηκε ότι είχε χάσει ένα λαστιχάκι από τις ρόδες της, αυτά μωρέ που γεμίζεις αέρα, τις βαλβίδες, ξέρω γω, ένα λαστιχάκι. Άκου τώρα. Και για την ακρίβεια, δεν το θυμήθηκε, το είδε. !!!! Το είδε λέω!!!! Που το είδε και πως δεν ξέρω, όταν μου το έλεγε πάθαινα αναρρόφηση από το γέλιο. Και το καλύτερο έβερ; Έψαχνε ίδια μάρκα αυτοκίνητο στο πάρκινγκ για να κλέψει ένα.
Όχι πείτε. Δεν είναι ατομάρες οι φίλες μου; Η μία σε κηδεία και η άλλη να ψάχνει λαστιχάκι.
Αυτή λοιπόν με το λαστιχάκι, βρήκε τελικά ένα αυτοκίνητο και το πασπάτεψε αλλά προφανώς δεν τα κατάφερε τόσο κώλος που ήταν, το παράτησε και πήγε σπίτι της. Φυσικά, όλη αυτή την ιστορία που μου διηγήθηκε, δεν τη θυμόταν εξαρχής, όχι βέβαια, της ήρθε στο μυαλό απλώς όταν είδε πως τα χέρια της ήταν μαύρα και αναρωτιόταν γιατί.
Έκλαψα μ’ αυτό. Ειλικρινά έκλαψα.
Κι άκουσα και μαγευτική ιστορία με άλλο λιώμα. Πάντα όταν είσαι σε κάποια φάση, παίζουν ιστορίες με παρόμοια φάση για να γελάς, έτσι γίνεται.
Λιώμα πάει σπίτι του και του έχουν πει τ’ αδέρφια του ότι το κλειδί είναι στη γλάστρα. Έλα όμως που δεν έχει μία γλάστρα έξω από το σπίτι. Πάει το λιώμα λοιπόν, ψάχνει, δε βρίσκει, αρχίζει πετάει το χώμα έξω από τις γλάστρες, τα κάνει όλα πουτάνα, τελικά δε βρίσκει κλειδί και κοιμάται στο χαλάκι μέσα στα χώματα.
Έκλαψα.
Ρωτούσα την κολλητή αν ξέρασε άλλο, αν έκανε κακά, ε μετά το λιώμα χρειάζεσαι απόφραξη, εγώ μπορεί να ’κανα και 5 φορές κακάκια, χωρίς πλάκα. Δε θυμόταν. Η μόνη απόδειξη ήταν τα χαλάκια στο μπάνιο, πόσο στραβά ήταν. «Αχά, πέρασα κι από δω», η επιβεβαίωση.
Τι έχω πάθει; Δεν είναι δυνατόν. Κωλόγρια με έλεγε ο κολλητός στα 20 μου επειδή νύσταζα από τις 11 και δεν ήθελα να βγω. Τώρα τι; Που είσαι κολλητέ έφυγες και καταστρέφομαι και δε θέλει και κανείς να με σώσει, να με βγάλει από το βούρκο γαμώ την πουτάνα μου...
Μεγάλο και ξενέρωτο Υ. Γ. : Κοιτάξτε να δείτε. Σε περίπτωση που φαίνεται πως περνάω γαμάτα και δε με νοιάζει τίποτα, υπάρχει λάθος. Με νοιάζουν όλα πολύ, απλώς επιλέγω απόλυτα συνειδητά να μην αναφέρομαι σ’ αυτά μιας και όλοι έχουμε ανάγκη από γέλιο. Και η επιλογή μου αυτή, μου έχει βγει σε καλό. Γιατί γράφω εγώ μαλακίες ενώ μπορεί να είμαι σκατά, εσείς γελάτε, μου γράφετε μαλακίες και γελάω πίσω. Γαμάτο. Ή το γνωστό Πάρε-Δώσε ή Μάχαιρα έδωσες, Μάχαιρα θα λάβεις και στην περίπτωσή μας Μαλακία έδωσες-Μαλακία θα λάβεις που μια χαρά μου είναι, πολύ το γουστάρω. Άρα, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω πολύ. Φυσικά είναι φορές που θέλω να κόψω τις φλέβες μου και να χυθεί όλη η μαυρίλα να μας πλακώσει όλους, να μη βλέπει κανείς και να χαθεί για πάντα στο σκοτάδι μου, φορές που μου τη δίνει τόσο πολύ που βλέπω πως όλα θα μπορούσαν να είναι καλά κι όμορφα αλλά για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω δεν είναι και μου έρχεται να βγω έξω και ν’ αρχίσω να ουρλιάζω με άναρθρες κραυγές και μετά να πέσω από το μπαλκόνι γιατί απλώς έλιωσε έτσι όπως το έσφιγγα και να τσακιστώ κακήν κακώς πάνω στο παρμπρίζ ενός μαλάκα που δεν έχει καταλάβει την αξία της ζωής, αλλά τελικά τρώω ένα ολόκληρο Τερκενλή μέσα σε μία μέρα επειδή μου τον έφερε λάθος άνθρωπος (μια γριά τρελή φίλη της μάνας μου). Με νοιάζει λοιπόν πολύ που όλα είναι αίσχος και γι’ αυτό συνήθως δεν γράφω τίποτα για όλα αυτά. Κι έχω ανταμειφθεί γι’ αυτό, είπαμε. Αλλά θα ήθελα να σας παρακαλέσω κάτι γιατί τα πράγματα δυσκολεύουν και σφίγγουν οι κώλοι. Κι εγώ πιστεύω πως μόνο η αγάπη σώζει αλλά και πάλι δεν αρκεί. Πρέπει να σκεφτούμε όλοι σοβαρά τι θα κάνουμε μ’ αυτήν την χώρα που είναι η μόνη αυτή τη στιγμή που γαμιέται καθημερινά και όλη μέρα τώρα που είναι Άνοιξη και οι γάτες κάνουν νιααααα.. (αυτές οι γάτες πια..)
Είναι απαραίτητο φίλοι μου να οργανωθούμε και να κάνουμε κάτι να αντιδράσουμε. Ν’ αφήσουμε τη μαλακία και τους φραπέδες για λίγο, μόνο για λίγο, να τα κάνουμε όλα πουτάνα και μετά τα ξαναπιάνουμε ρε παιδί μου, δικά μας είναι, δεν μας τα παίρνει κανείς. Χτες πήγα στο BIOS, παρακολούθησα το ντοκιμαντέρ Debtocracy-Χρεοκρατία, δείτε το όποιος δεν το έχει δει, online, έτσι απλώς για να έχετε και σεις μια γνώμη, και σκεφτείτε τι μπορούμε να κάνουμε όλοι, στο πλαίσιο του χρόνου που διαθέτει ο καθένας, την όρεξη κλπ. Όχι ότι το ντοκιμαντέρ θα σας κάνει να αποφασίσετε να αντιδράσετε μιας και μπορεί ήδη να είστε φρικαρισμένοι και αποφασισμένοι να δράσετε. Όπως και να ’χει, κάτι πρέπει να γίνει. Προσωπικά δεν αντέχω να είναι όλα χάλια. Και σας το λέω τώρα που μπορώ να επικοινωνώ ακόμα. Γιατί σε λίγο μπορεί να μην μπορώ πια λόγω αλκοολισμού και μετά δεν ξέρω τι θα γίνει, δε θα με νοιάζει έτσι κι αλλιώς, θα κοιμάμαι στην πλατεία έξω από το δημαρχείο και θα ξυρίζω τα πόδια μου στο σιντριβάνι που είναι αριστερά όπως πας στην Αθηνάς προς Μοναστηράκι. Αυτά.
Παρασκευή 8 Απριλίου 2011
Νεκρός, Νεκρή, Νεκροί.
Σήμερα όμως, θέλω να σας μιλήσω για το νεκροταφείο. Τι έγινε, ανατριχιάσαμε; Ε, άμα ανατριχιάσαμε, καλύτερα να αποφύγουμε το περαιτέρω διάβασμα γιατί το σημερινό μας θέμα είναι ολίγον ντράκιουλα στάιλ.
Σας προτείνω ανεπιφύλακτα να πάτε όλοι σας με τη μαμά μου στο νεκροταφείο. Σας υπόσχομαι μια εμπειρία που δεν έχετε ξαναδοκιμάσει, εκτός βέβαια αν και οι δικοί σας γονείς ή συγγενείς είναι γότθοι, ντεθάδες ή ντάρκηδες. Γιατί εμένα είναι. Μπορεί να φανταστείτε μια μάνα ας πούμε με όρθιο μαλλί μαύρο που στις άκρες είναι φούξια, ξυρισμένο το μισό κρανίο, μαύρο κραγιόν, μια πεντάλφα στο λαιμό, μαύρα νύχια, μακριά φούστα με τούλια και κοθόρνους με καρφιά; Θα έχετε πέσει έξω κατά το ήμιση. Γιατί η μάνα μου είναι έτσι εσωτερικά. Εξωτερικά είναι νορμάλ. Εσωτερικά όμως ξεπερνάει κάθε φαντασία και είναι πραγματικά μια εκπληκτική εμπειρία η παρέα μαζί της.
Και τώρα μπορώ να σας πω την εμπειρία μου από το νεκροταφείο που πήγαμε χτες το πρωί.
Φτάσαμε στις 9μιση ώρα Ελλάδος. Ο αέρας φυσούσε με δύναμη ενώ γάτες έκαναν νιαααα.... νιααααααα.... το οποίο μου σήκωνε την τρίχα στην πλάτη κάγκελο. Τα πουλιά ααααα.... οι γάτες νιααααα... ο αέρας να φυσάει και γω ο μαλάκας μόλις είχα λουστεί και όλες οι μπούκλες ήταν όρθιες να μοιάζω με την Μέδουσα που τρώει κουλούρι (γιατί κουλούρι έτρωγα) και σκέφτεται "όχι γαμώ την πουτάνα μου" ενώ ακουγόταν το θρόισμα των φύλλων με το απαλό τρίξιμο των δέντρων που έριχναν τις σκιές τους στους λευκούς τάφους.
Βασικά περίμενα έξω από το γραφείο που πληρώνεις τα γαμησιάτικα, που ήταν η μάνα να κανονίσει να μην μας πετάξουν τους νεκρούς μας στα σκουπίδια επειδή αργήσαμε να πληρώσουμε μια μέρα. Ήμουν όρθια στη σκάλα με τα πόδια σταυρωμένα, έχοντας μπροστά μου λουλούδια κεριά και τα σχετικά (που δεν ξέρω τι είναι, η μάνα τα είχε σε σακούλες, εγώ κουβαλούσα) και έκανα τη Μέδουσα τρώγοντας κουλούρι. Και παρατηρούσα. Και ανατρίχιαζα. Νιααααα..... οι πουτάνες, χρατς χρουτς το κουλούρι, φφφφφφ ο αέρας, ααααα... τα πουλιά. Νεκροθάφτες, γέροι, γριές και τα σχετικά. Βγαίνει ένας γέρος από το γραφείο, κουνούσε το κεφάλι. Τον βλέπω. "Τι έγινε;'' του λέω. "Εκμετάλλευση;'' "Εκμετάλλευση!" μου λέει. "Άλλαξε ο δήμαρχος και δε βρίσκεις άκρη! Ευτυχώς βρήκα ένα παλιό και με εξυπηρέτησε". Είδες τι μαθαίνεις άμα ρωτάς; Πολύ κομπλέ. Ανοίγει η πόρτα να βγει μια γριά. Όπως άνοιξε η πόρτα άκουσα τη μάνα να φωνάζει. Ωχ. Κατεβαίνει η γριά. "Να σας βοηθήσω;'' τη ρωτάω. "Όχι παιδί μου, ευχαριστώ'' μου λέει και συνεχίζει. Μου έχει σηκωθεί η τρίχα. Κάνει ένα ψωλόκρυο άλλο πράμα. Άντε ρε μάνα, τελείωνε. Έρχεται νεκροθάφτης. Με κοιτάει. Μην τολμήσεις να κάνεις καμάκι τέτοια ώρα σε τέτοιο μέρος μεγάλε πραγματικά. Παίρνει το μήνυμα και προσπερνάει με ένα απλό στίχο τραγουδιού. (Αυτό που τραγουδάνε οι άντρες όταν περνάς από δίπλα τους δεν το έχω καταλάβει ποτέ. Εμένα προσωπικά μου έρχεται να τους τραβήξω κούτουλο, δεν ξέρω γιατί, σαν σπασμωδική κίνηση ένα πράγμα, σύνδρομο Τουρέτ, κάτι τέτοιο, δεν ξέρω, δεν ξέρω). Η μάνα ακόμα. Αρχίζω να χαζεύω. Και ακούω: "Δε χωράτε άλλοι εκεί μέσα ρε!!" και μου σηκώνεται η τρίχα. Γυρίζω και βλέπω νεκροθάφτη να κοροϊδεύει 5-6 που προσπαθούσαν να στριμωχτούν μέσα σε ένα βανάκι. Στο καπάκι, ακούω "πόσα κομμάτια έχει η κυρία" και οι ώμου μου κάνουν κύμα από μόνοι τους από την ανατριχίλα. Γυρίζω και βλέπω ένα παππού, τρελή φυσιογνωμία να το λέει σε έναν άλλο παππού τρελή φυσιογνωμία επίσης. Ούτε θέλω να μάθω τι εννοούσε. Βγαίνει η μάνα. Άντε ρε πούστη μου, κρύωσα, θα κλάνω μέχρι να πεθάνω! Πιάνουμε σακούλες, κινάμε προς τουα τάφους, η μάνα βρίζει. Παραθέτω διάλογο.
Μαμά- Τους γαμημένους!
Εγώ- Τι έγινε;
Μαμά- Ένα σωρό λεφτά οι γαμημενοι! Να με κάψεις παιδί μου και μένα και τον μπαμπά όταν πεθάνουμε, αυτό σου λέω μόνο! Άμα το κάνει ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, ευχής έργον θα είναι, αλλιώς Βουλγαρία, 9.000 ευρώ λέει κάνει.
Εγώ- Καλά, μέχρι να πεθάνετε βλέπουμε. Από που θα πάμε;
Μαμά- Από δω (μου δείχνει διαδρομάκι που βγαίνει εκεί που θέλουμε. Έλα όμως που εκεί είναι τα δωμάτια που προετοιμάζουν τους νεκρούς και τους έχουν στα φέρετρα. Βλέπω νεκρό σε φέρετρο, φρικάρω)
Εγώ- Από που με πας ρε μαμά!!! (Κρύβω με το χέρι μου το σημείο που φαίνεται ο νεκρός μέχρι να προσπεράσω)
Μαμά-Και που να έβλεπες παιδί μου τον παππού που τον είχαν χάμω.
Εγώ- (κατεβάζω ελαφρώς το χέρι και την κοιτάω) Χάμω;
Μαμά- Ναι αμέ, να τον στολίσουν.
Εγώ- (με μαλλιά όρθια και τρίχα στην πλάτη όρθια. Νιααα οι γάτες) Τι μαλακίες είναι αυτές που λες! Γιατί είχαν τον παππού χάμω; Αφού έχουν πάγκους! Γιατί δεν τον είχαν στο φέρετρο;
Μαμά-Αφού σου λέω είναι γαμημένοι παιδί μου! Δε με πιστεύεις; Να τον ετοιμάσουν τον είχαν, χάμω!
Εγω- Λες μαλακίες!
Μαμά- Καλά, μη με πιστεύεις. Είναι γαμημένοι. Μόνο να τα αρπάζουν ξέρουν. ...Πρέπει να είμαι εδώ 15 Μαΐου να βγάλουν τη θεία να τη βάλουν στη γιαγιά.
Εγώ- Τι εννοείς να είσαι εδώ; Θα είσαι εδώ να δεις να βγάζουν τη θεία;!! Θα είσαι μπροστά;;;!!
Μαμά-Δε χρειάζεται να είμαι μπροστά, να υπογράψω πρέπει, έχω δει τον παππού άλλωστε.
Εγώ- Τι εννοείς έχεις δει τον παππού; Να τον βγάζουν;
Μαμά-Ναι παιδί μου, άσε με, και δεν είχε λιώσει..
Στο σημείο αυτό άρχισε να με πονάει το στομάχι μου. Ίσως και το δικό σας, λυπάμαι πολύ.
Εγώ- και που το είδες αυτό;! Με φέρετρο δεν τους βγάζουν;!
Μαμά-... Όχι παιδί μου, σε καροτσάκι τους βάζουν, τρίκυκλο...
Εδώ μπορείτε να ξεράσετε. Το μεγαλείο των νεκροταφείων. ΤΑ μπουρδέλα. Μισώ τα νεκροταφεία, σας το έχω πει; Τα μισώ!! Όχι γιατί είναι τίγκα στους νεκρούς αλλά γι' αυτά που κάνουν όλοι αυτοί οι ξεφτιλισμένοι εκμεταλλευόμενοι τον πόνο των ανθρώπων και που συμπεριφέρονται στα κόκκαλα των ανθρώπων που έχουν φύγει σαν μπάζα οικοδομής. Με φτυάρι και στο καρότσι.
Εγώ-Μαμά τέλος, θα ξεράσω σου λέω!
Σταματάει η νεκρόφιλη συζήτηση, λέμε άσχετα, για λουλούδια, γειτόνισσες, φαγητά, ναι είμαστε του γιατρού το ξέρω, φτάνουμε στον πρώτο τάφο, αρχίζουμε να βάζουμε λουλούδια, καθαρίζουμε κλπ. Εγώ ψιλοχαζεύω, τα πολλά τα κάνει η μάνα που το'χει. Βλέπει ένα κυκλάμινο μέσα σε ένα ανοιχτό τάφο παραδίπλα.
Μαμά- Κοίτα... πέταξαν το κυκλάμινο...
Εγω-Θες να το πιάσω; (ευαισθητοποιημένη πάντα στα πεταμένα λουλούδια, ακομα κι αν είναι μέσα σε ανοιχτό τάφο)
Μαμά-Μην τολμήσεις! Έχει πεθαμένο μέσα!!
Εγώ- (με τρίχα όρθια ατσαλάκωτη, ίσιωσε όλη η μπούκλα και κοιτώντας εξεταστικά τον τάφο με το χώμα. Είχε μπάζα μέσα, πεταμένα κεριά, κλαδιά, το κυκλάμινο που λέγαμε..) Τι εννοείς έχει πεθαμένο μέσα;!
Μαμά- (ενώ συνεχίζει να σκουπίζει και να φροντίζει τα λουλούδια) Ένα παππού έχει. Περιμένουν να κάτσει το χώμα.
Εγώ- (μαλλί όρθιο, μισάνοιχτο στόμα, κοιτάω τον τάφο, ψάχνω με το βλέμμα να δω νεκρό αλλά δε βλέπω) Τι μαλακίες λες πάλι! Που είναι ο νεκρός;!
Μαμά- (τα λέει ενώ ξεψειρίζει τα λουλούδια και τα τακτοποιεί στα βάζα) Μέσα παιδί μου! Έχει φέρετρο εκεί! Έτσι κάνουν. Περιμένουν να κάτσει το χώμα για να ρίξουν και το υπόλοιπο, εδώ ήμουν όταν έκαναν την κηδεία σου λέω!
Εγώ έχω πάρει έκφραση γάμα τα, έχω σταυρώσει τα χέρια, κοιτάω τον τάφο και σκέφτομαι ''ε ρε γλέντια να παραπατήσεις, να πέσεις μέσα και να κάνεις γκντουπ! και να έχεις χτυπήσει στο ξύλο του φέρετρου...'' και τότε η μάνα, αφού με κοιτάει με λοξό βλέμμα, με πιάνει σε ευαίσθητη στιγμή, κρίνει ότι μπορεί να με αποτελειώσει μιας και με έχει πετύχει πρωί και αγουροξυπνημένη, έχει δει ότι δεν έχουμε τσακωθεί ακόμα γιατί με όλα αυτά που είπε, άλλη φορά θα είχαμε σκοτωθεί από το γραφείο, σιγά να μην είχαμε φτάσει μέχρι εδώ, λέει τη μαγευτική ατάκα με δράμα στο βλέμμα:
Μαμά- Και που να δεις, εδώ, στο δικό μας τάφο που είχε σπάσει μια γωνία, είχε κάνει τρύπα και έβαλα το χέρι μου μέσα και ακούμπησα ένα λουλούδι στο φέρετρο...
Αφού δεν άρχισα να ουρλιάζω να με ακούσουν μέχρι το Βόλο, πάλι καλά να λέτε. Ίσως γιατί μέχρι και τα φρύδια μου ήταν όρθια. Το μόνο που κατάφερα να πω ήταν:
Εγώ-Δεν πας καλά.
Και απομακρύνθηκα.
Μετά απ' αυτό και αφού πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να κάτσουν τα όρθια φρύδια όπως και οι υπόλοιπες τρίχες, πήγαμε στους άλλους τάφους, εγώ απέφυγα οποιαδήποτε συζήτηση είχε να κάνει με σπλάτερ χορτοφάγα ζόμπι και κομμένα μέλη πεταμένα σε χαντάκια, κινήσαμε να φύγουμε.
Μαμά- Που πάρκαρες;
Εγώ- Δίπλα σε μια νεκροφόρα.
Μαμά- Είχε νεκρό μέσα; (Όχι, δεν μπορείς ποτέ να αποφύγεις το μοιραιο με τη μάνα μου. Είναι σα να έχεις πιάσει κουβέντα με τους Μόντυ Πάιθονς)
Εγώ- Τι λες ρε μάνα;! Θα άφηναν το νεκρό στο πάρκινγκ;
Μαμά- Γιατί; Αφού είναι γαμημένοι!
Κάπως έτσι, τελείωσε η όμορφη αυτή βόλτα μας στο όμορφο αυτό νεκροταφείο την όμορφη αυτή μέρα που φυσούσε και οι γάτες έκαναν νιαααααα....
Δευτέρα 4 Απριλίου 2011
Πίνε πίνε!
Που λέτε. Εμείς δεν ξεκινάμε να πάμε να κλείσουμε 8ωρο, όχι βέβαια, απλώς πάμε, έτσι μωρέ, να βγούμε λίγο να ξεσκάσουμε, να πούμε κει καμιά μαλακία και τέτοια. Και η αλήθεια είναι ότι στις 3-4 ώρες έρχεται μια βαρεμάρα, ένα ωχ δεν πάμε σπίτι, αλλά εκεί είναι που δεν λέει κανείς τίποτα, κάθεσαι αμίλητος, χαζολογάς, κάτι σου'ρχεται ή του άλλου, πιάνεται την κουβέντα κι αυτό ήταν, οι άλλες 3-4 ώρες περνάνε νεράκι.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας πω που πάμε και σερνόμαστε τις τελευταίες φορές γιατί θα 'ρθείτε και θα μας δείτε-καταλάβετε-εντοπίσετε, ειδικά εμένα, γιατί κάνω ΤΙΣ μαλακίες. Η κολλητή μου είναι σοβαρή, δεν κάνει μαλακίες. Για την ακρίβεια, τώρα την τελευταία φορά, παρατηρώ σκηνικό όπου μιλάω με 3 άτομα και γελάω με κίνδυνο να πέσω από το σκαμπό και 2... 4... 6 χέρια απλώνουν να με πιάσουν μην πέσω ενώ η κολλητή είναι σοβαρή (γιατί μιλάει με ενδεχόμενο γκόμενο). Εγώ δε μιλάω με γκόμενους οπότε είμαι ντάξει και άρα μπορώ να κάνω μαλακίες, αυτό είναι και το μυστικό της επιτυχίας. Γιατί άμα μιλάς με γκόμενο σε πιάνει η σοβαρότητα και η μαλακία (λέμε τώρα) και κάθεσαι σα να έχεις καταπιεί μπαστούνι. Ή κάθεσαι έτσι γιατί έχεις πιει τον κώλο σου και δε θες να καταλάβει ο άλλος ότι είσαι για τους εμποροπανήγυρους.
Και της το'λεγα. Πίνε μπύρες ρε μαλάκα, δε σε χτυπάνε όπως τα ποτά. Λάου λάου, μέσα σε τόσες ώρες, κάνεις και τσίσα, κομπλέ είσαι. Όχι, αυτή, δεν είναι σικ. Με μπύρα να ξεκινήσεις αλλά μετά να πιεις τα ποτάκια σου. Ε αυτές τις μαλακίες έκανε και μετά καθόταν σοβαρή να μην πέσει χαχα. Άσε που όλο και κανένα σφηνάκι θα έρθει, όλο και κάτι άλλο θα σκάσει που θα σου δώσει ο μπάρμαν που είναι φίλος και καλό παιδί και σε προσέχει.
Μα τι καλό παιδί αυτός ο μπάρμαν! Είναι φίλος της κολλητής μου από παλιά και πιο πολύ διασκεδάζω που καθόμαστε εκεί και δεν του φτάνει η δουλειά που έχει, μας προσέχει κιόλας. Χαχα, είναι τέλειο αυτό. Την προηγούμενη φορά, είχε κάτσει ένα μαλακισμένο δίπλα μας, δίπλα στην κολλητή μου δηλαδή, ήταν δεν ήταν 20 χρονών το κακόμοιρο, και από το λιώμα του έβγαζε τη γλώσσα και καλά προστυχιά. Εγώ ούτε που τον είδα, καλά, άμα τον έβλεπα, θα γελούσα τόσο πολύ δείχνοντάς τον που θα ντρεπόταν και θα'φευγε μόνος του, αλλά τέλος πάντων δεν τον είδα. Η κολλητή μου στα παπάρια της, ούτε που κοιτούσε δίπλα της (κοιτούσε εμένα εννοείται). Και τον βλέπει ο μπάρμαν-φίλος. Και του κάνει ένα νόημα, μα ένα νόημα, όλο νόημα! Κάτι σαν ''θα σου κόψω τ' αρχίδια άμα συνεχίσεις τις μαλακίες μαλακιστήρι''. Ναι αμέ, γίνεται ένα νόημα να έχει τόσο νόημα, ακούστε που σας λέω. Εγώ είχα εντοπίσει μεν ότι πρόκειται για μαλακιστήρι γιατί είχε χυθεί στο μπαρ, είχε ξαπλώσει και μας κοιτούσε (είμαστε ελαφρώς πανέμορφες) αλλά τη γλώσσα δεν την είδα. Είδα όμως τον φίλο-μπάρμαν να κάνει το νόημα και κει ναι, άρχισα να γελάω, όπου ναι, το βλαμμένο ντράπηκε, το βούλωσε, ίσιωσε την πλάτη και σε λίγο έφυγε. Αυτά είναι. Ωραία πράματα να έχεις φίλους που σε προσέχουν.
Λοιπόν, θέλω να δουλέψω εκεί. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Ε ρε γλέντια άμα γίνει αυτό, αυτό σας λέω μόνο. 16, 3 βιβλία θα γράψω.
Και τώρα μια μικρή παρατήρηση. Κορίτσια με τσιριχτή φωνή. Σκάστε. Κάντε κάτι και μην τσιρίζετε. Δοξάζω τον Πανάγαθο που μου έδωσε μια βαριά νταλικιέρικη βραχνή φωνή που δεν τσιρίζει αλλά και πάλι, άμα με πιάσει υστερία, κάτι κάνω. Η τσιριχτή φωνή λοιπόν, κορίτσια, είναι προϊόν υστερίας. Πάρτε το χαμπάρι και κάντε κάτι. Εκτός του ότι είναι ντεκαβλέ γκράντε, σας ακούμε. Ακούμε όσα λέτε. Καπακώνετε τη μουσική ρε παιδί μου και τη βοή του κόσμου, είναι ποτέ δυνατόν; Πιάνω και ψηλές συχνότητες ρε πούστη μου, αυτό είναι ένα πρόβλημα, το ξέρω, με βασανίζει χρόνια αυτό, ακούω καλά, τι να κάνω η μαύρη, και οι τσιριχτές φωνές μου διαλύουν το νευρικό σύστημα.
Να, είμαστε προχτές στο μπαρ και καθόμαστε σε τραπεζάκι αρχικά. Έτσι κάνουμε. Πάμε και καθόμαστε σε τραπεζάκι και καλά κυρίες και μετά από λίγο σερνόμαστε και βάζουμε τους κώλους μας στο μπαρ σα γνήσιες μπεκρούδες. Καθόμαστε λοιπόν στο τραπέζι και ξαφνικά, εκεί που ακούς γενικά μια βοή, ένα μπλα μπλα γενικό με μουσική, αρχίζω και ακούω μια γκόμενα χαρτί και καλαμάρι. Όπα, στάσου, μύγδαλα, σκέφτομαι, τι'ναι αυτό; Κάνω έτσι και την εντοπίζω. Δε γίνεται, σκέφτομαι, να είναι εκεί και να την ακούω. Συνεχίζω ν' ακούω. Κοιτάω το στόμα της. Ω Θεοί! Αυτή ήταν! Ήταν αλήθεια! Αυτά που άκουγα και οι κινήσεις του στόματός της ταίριαζαν! Ε όχι! Σκάσε κοπελιά, ήθελα να της φωνάξω, αλλά ήταν μακριά δε θα με άκουγε. Ειρωνεία; Κι όμως.
Μετά από λίγο πήγαμε στο μπαρ. Κάτσαμε, μας έκαναν δύο ευχέλαια αυτοί που έκατσαν στο τραπέζι μας γιατί το'χουν ντροπή να κάθονται σε μπαρ κι αρχίσαμε την κουβέντα και να πίνουμε. Το δυστύχημα στην υπόθεση εδώ είναι, και άσχετο με όσα λέμε για τις τσιρίδες, είναι ότι έχω κόψει το κάπνισμα και άρα τρώω τρεις στάνες φυστίκια και πίνω λίγο παραπάνω από τον καπνιστή που έχω μαζί μου. Καθόμαστε λοιπόν και πίνουμε (τρώω εγώ, καπνίζει η κολλητή) κι αρχίζω ν' ακούω πάλι μια τσιριχτή φωνή. Να σου γαμήσω, δεν το βούλωσε; Κοιτάω, είχε φύγει η Τσιρίδα Νο1. Αυτή ήταν Τσιρίδα Νο 2. Και ήταν πίσω μου. Δηλαδή πίσω μου βρισκόταν η φίλη της που μιλούσε και δεν την άκουγα και η τσιρίδα Νο 2 πιο κει, αλλά ως Τσιρίδα την άκουγα χαρτί και καλαμάρι. Εκείνη τη στιγμή έκατσε και δεν λέγαμε κάτι παρά χαζεύαμε δεξιά αριστερά όσο ο καλός φίλος μπάρμαν μας χάριζε κανένα χαμόγελο και άρα έκατσα ν' απολαύσω τη συζήτηση της Τσιρίδας. Το τι τα είχε πάρει με ένα γκόμενο δε λέγεται. Που μου έστειλε αυτό σε μήνυμα και γω του απάντησα εκείνο (τραβάμε ζόρια τελικά οι άνθρωποι, αυτό να λέγεται) και μετά δε μου είπε τίποτα και σήμερα μου έστειλε αυτό και γω θυμάμαι τότε που του είχα στείλει ένα μήνυμα που έλεγε ΔΕΝ ΞΕΡΩ κι αυτός είχε πάθει πλάκα και με ρωτούσε τι ΔΕΝ ΞΕΡΩ και γω του απάντησα πάλι ΔΕΝ ΞΕΡΩ χαχαχα. Όπως καταλαβαίνετε δεν είχε κανένα ενδιαφέρον η φάση, δεν είχε κανένα παρατημένο παιδί, καμία δολοφονία, κανένα σχέδιο πλεξίματος να δώσω σημασία, κάτι ρε παιδί μου, οπότε είπα να της πω να σκάσει αλλά δεν είπα τίποτα, γύρισα στην κολλητή μου και ασχολήθηκα μαζί της.
Αυτά με τις Τσιρίδες, σας παρακαλώ, μην υστεριάζετε. Κι αν σας πιάνει κρίση, όλους μας πιάνει, ηρεμία, ψυχραιμία, δεν ενδιαφέρει όλο το μαγαζί τι κάνετε. Κι αν θέλετε τελικά να το εκφράσετε με δύναμη, ελάτε την άλλη φορά με ένα ασύρματο μικρόφωνο να το μοιραστούμε σαν ομάδα ψυχανάλυσης και να βρούμε όλη μαζί μια λύση βρε αδερφέ!
Που λέτε. Λόγω αφραγκίας, εγώ μετρούσα πόσες μπύρες έπινα. Σε φάσεις λοιπόν, μ' άκουγε η φίλη μου να λέω 17! (Τα ευρώ ήταν αυτά). Μετά από λίγο... 24! Κι ένα ω ρε πούστη να συνοδεύεται. Σε κάποια φάση λοιπόν μεταξύ του 26 με 30, αρχίζουν τα κεράσματα. Από κει και πέρα όπως καταλαβαίνετε, σταματάς το μέτρημα. Είχαμε λοιπόν μπροστά μας, δύο μπύρες, ένα ποτό και ξαφνικά έρχεται ένα ποτήρι με ένα κόκκινο ωραίο ζουμί με δύο καλαμάκια. Το βλέπω και λέω στο φίλο-μπάρμαν, τι είναι αυτό; Και μου λέει το θετικό ενώ απομακρύνεται: ΠίνεΠίνε! Έτσι κολλητά, χωρίς κενό, ΠίνεΠίνε! Το τι γέλιο έριξα δε λέγεται. Τα καλαμάκια ήταν κοντά εντωμεταξύ με αποτέλεσμα να ακουμπάμε τα κεφάλια μας με την κολλητή, να πίνουμε και να κάνουμε ΜμΜΜμΜΜΜΜμμΜΜΜμμ γιατί ήταν πολύ ωραίο. Ντακίρι φράουλα ήταν. Ωραίο πράμα. Το ήπιαμε. Αποτέλεσμα: Αρχίσαμε τις μαλακίες. Η κολλητή πήγαινε συνέχεια για κατούρημα (εμ, δεν της έφταναν οι μπύρες, δεν ήταν πολύ σικ, ήθελε ποτά, έφαγε και το ντακίρι, ορίστε) και γω να κουνιέμαι δεξιά αριστερά μην μου πάρουνε τα σκαμπό. Έτσι, σε κάποια φάση, με σκουντάει ένας άνθρωπος, γυρίζω και μου δείχνει κάτω. Κάνω έτσι και τι να δω. Είχα ανεβάσει το σκαμπό μου πάνω στο πόδι του. Σε όλο του το πόδι. Τι γέλιο έριξα δε λέγεται. Τόσο γέλιο μιλάμε, αφού δάκρυσα. Μετά γύρισε το κορίτσι του φίλου-μπάρμαν που ήταν εκεί και μου είπε τι ωραίο γέλιο έχω και τη διασκεδάζω, χαμογέλασα ευγενικά και συνέχισα να κακαρίζω, ήρθε η κολλητή από το κατούρημα, της το είπα και έδειχνα και τον τύπο που του το έκανα και συνέχισα να κακαρίζω, έτσι πήγε για κανά δεκάλεπτο. Και μετά άρχισε να βρέχει.
Δεύτερος αγώνας γέλιου. Γιατί έβρεχε μόνο εκεί που ήμασταν. Είχε μαζευτεί νερό στην τέντα που ήταν από πάνω μας κι έσταζε. Και κάναμε σα να είμαστε από ζάχαρη. Βοηθούσαν και οι 24... 30... 36... που ήμουν σε ευρώ, μπύρες, συν το ντακίρι, βάλε και κάτι σφηνάκια βότκα (αηδία, τεκίλα είπαμε μας αρέσει), κα κα κα τα γέλια. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα. Ο πραγματικός μαραθώνιος γέλιου ξεκίνησε εκείνη τη στιγμή. Εκείνη τη στιγμή νομίζω πως πρέπει να με άκουσε όλη η περιοχή. Εντάξει, είχα γελάσει πολύ με το σκαμπό πάνω σε ΟΛΟ το πόδι του ανθρώπου, αλλά αυτό που μου είπε ο μπάρμαν, δεν το άντεξε η καρδιά μου. Είχα ξαπλώσει στο μπαρ με την μπύρα στην αγκαλιά μου, ανάμεσα από τα χέρια μου και σπάραζα με παλμικές κινήσεις δεξιά αριστερά (τα μανίκια δηλαδή να σκουπίζουν το μπαρ και να σπρώχνω τα ποτήρια δεξιά αριστερά σε απόσταση). Τι μου είπε.
Πρώτα απ' όλα του είπα δυνατά (λόγω σούρας) και μες το νάζι ΕΔΩ ΒΡΕΧΕΙ ΚΑΝΕ ΚΑΤΙΙΙιιιι κι αυτός ψύχραιμος σαν σοβαρός μπάρμαν που είναι ο άνθρωπος μου είπε το εξής: που να έβλεπες όταν δεν είχε την τέντα κι έβρεχε και φτιάχναμε μοχίτο με την ομπρέλλα κάτω από τη μασχάλη. Αυτό ήταν φίλοι μου. Τελείωσε. Απλώς το φαντάστηκα. Φαντάστηκα τον άνθρωπο να έχει την αντρική μαύρη ομπρέλλα με το γυριστό χερούλι να εφαρμόζει κάτω από τη μασχάλη και να χτυπάει το σέικερ.
Το καταλαβαίνετε ότι εκείνη την ώρα κάναμε φίλους. Με τόσο γέλιο που έπεσε, ήρθε κόσμος να δει ρε παιδί μου τι γίνεται εκεί, κάτι καλό θα γίνεται. Αλλά πως να το πεις; Πώς να το μεταφέρεις; Τίποτα δε μεταφέρεται το ίδιο όπως τη στιγμή που συμβαίνει. Κι όμως. Προσπάθησα. Ακουμπούσα πάνω τους, σχεδόν κλαίγοντας και το έλεγα κάπως έτσι: χαχαχαχα... άκου τι μου είπε.... χαχαχαχα x 35637... όταν δεν είχε τέντα λέει... χαχαχαχα x 667353728 κι έβρεχε.... χαχαχαχαχα x 321828919.... κρατούσε ομπρέλλα και έφτιαχνε κοκτέιλ αααααααααααχαχαχαχαχαχα x 2813643828749. Σ' εκείνη τη φάση ή με περνούσαν για ηλίθια κι έφευγαν ή κάθονταν. Εκεί η κολλητή πήγε στο ενδεχόμενο γκομενάκι, εγώ συνέχισα να γελάω, μετά άρχισαν να σκουπίζουν και έπρεπε να φύγουμε.
Τι σας νοιάζουν όλα αυτά, θα μου πείτε. Τι να σας κάνω. Το ξέρω. Αλλά δεν έχει πολύ γέλιο στις μέρες μας, γι' αυτό σας τα λέω, μπας και βγείτε και σεις λίγο ρε παιδί μου, πείτε καμιά μαλακία και γελάσετε. Και.... ΑΑΑΑΑ!! Μπορεί να συμβεί και τίποτα άλλο και να χαρείτε, ξέρω κι εγώ; Να βρείτε κανένα παλιό γνωστό ή, όπως συνέβηκε σε μένα, να σας κάνουν 25 χρονών ενώ είστε 400! Με έκαναν 25 χρονών! Τι χαρά! Τύφλα θα ήταν μην το ψάχνετε, αλλά δεν έχει σημασία. Εμ έτσι όπως έκανα, έχουν συνηθίσει τα πιτσιρίκια τους μεγάλους να είναι σοβαροφανείς και αγγουροφαγωμένοι (σα να έχουν φάει αγγούρι ολόκληρο και τους έχει κάτσει όρθιο και άρα τους προκαλεί πόνο και φαίνεται αυτό στην έκφρασή τους) και άμα δουν κανέναν άνθρωπο να κακαρίζει, ε, σου λέει, 25 χρονών είναι. Γαμάτο!
Έτσι που λέτε. Είναι που είναι όλα μπουρδέλο και μας έχει φάει η μαλακία, να γελάμε και λίγο καμιά φορά δεν είναι κακό. Γενικά λέει, πρέπει να γελάμε κάθε μέρα και να μας αγκαλιάζουν κάθε μέρα. Αρχίδια. Μακάρι να με αγκάλιαζαν κάθε μέρα και να γελούσα κάθε μέρα. Μακάρι όλοι μας δηλαδή. Γι' αυτό σας λέω. Άμα βρίσκετε την ευκαιρία, μην την αφήνετε! Μαλακία!!
Άσε που ο κόσμος δεν είναι συνηθισμένος στο χαμόγελο. Τους χαμογελάς και σε κοιτάνε παράξενα. Ειδικά εδώ. Δεν σας τα έλεγα την άλλη φορά που είχα συνηθίσει τόσο καιρό στην Ολλανδία που όποτε διασταυρωνόταν το βλέμμα με κάποιον, πάντα ο άλλος χαμογελούσε; Τι σου κοστίζει; Είναι πολύ ωραίο! Να, σήμερα στο μετρό, καθόμουν δίπλα σε έναν άνθρωπο. Γύρισε, με κοίταξε και ασυναίσθητα του χαμογέλασα. Και παραξενεμένος με ρώτησε ''μου χαμογελάσατε;!'' και του είπα ''ναι, γιατί;'' ''όχι, όχι, πολύ καλά κάνατε, δεν είμαστε συνηθισμένοι σε αυτό!'' και με κοιτούσε εντυπωσιασμένος. Σιγά ρε παιδιά. Χαμογελάτε, δείξτε τα δοντάκια σας. Όλοι έχουμε πίκρες και όλοι μπορεί να κλαίμε ή να γκρινιάζουμε σπίτια μας ή στους δικούς μας. Αλλά άμα το πάμε έτσι, είναι που είναι οι καιροί για τον πούτσο, τι θα γίνουμε; Γι' αυτό σας λέω, χαμογελάτε και άμα σας κάθεται και η ευκαιρία ξεκωλωθείτε και στο γέλιο. Μόνο αλκοολικοί μη γίνετε!
Φιλιά σας!