Αυτά τα πράγματα απλά δεν συμβαίνουν. Μια μαλακία και μισή η όλη φάση. Θα τα πω γρήγορα γιατί όλα αυτά είναι toomuch ακόμα και για μένα.
Γύρισα από διακοπές και κει που πήγαινα για καφέ, παίρνω τη μαμά μου τηλέφωνο. Ήταν στο χωριό υποτίθεται για κάτι δουλειές. Στα μισά του τηλεφωνήματος αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν στο χωριό, αλλά Αθήνα, και προσπαθούσε με ασθενοφόρα να σώσει την αδερφή της και θεία μου που ήταν σε κωματώδη κατάσταση. Όπως καταλαβαίνετε, το να παίρνεις τη μάνα σου τηλέφωνο να δεις αν έκοψε κανά σύκο να φάει και να ρωτήσεις αν κάνει ζέστη και να καταλήγει σε ασθενοφόρα και φρίκες, δεν είναι και ότι καλύτερο.
Η θεία μου ήταν πολύ χοντρή. Έκανε μανίκι λοιπόν, αυτή την εγχείρηση που σου ράβουν το στομάχι, και πήγε σπίτι της. Ο γιατρός της είχε πει να τρώει τα πάντα λιωμένα, να πίνει πολλά υγρά και όλα αυτά σιγά-σιγά και πολλές φορές την ημέρα. Αυτή δεν μπορούσε, ό,τι έτρωγε το έκανε εμετό και άρα σταμάτησε να τρώει. Έμενε μόνη της, χάσαμε επαφή για μερικές μέρες, την βρήκαν ξερή με αφυδάτωση, ασιτία και νεφρική ανεπάρκεια. Γαμάτα ως εδώ.
Μπήκε νοσοκομείο. Ψιλοσυνήλθε αλλά δεν μας γνώριζε. Ούτε ήξερε πόσο χρονών είναι, ούτε που μένει, ούτε τίποτα. Επίσης, δεν μπορούσε να κινηθεί. Τόσο βαρύς άνθρωπος δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Φρίκη. Όσο περνούσαν οι μέρες καλυτέρευε. Και οι εξετάσεις της έδειχναν καλύτερα από πριν. Σαν να έκανε μια γαμάτη αποτοξίνωση. Πέρασαν όλα, τώρα δεν είχε ούτε καν ζάχαρο, ενώ πριν είχε. Παράξενα πράγματα. Άρχισε σιγά-σιγά να επικοινωνεί και με το περιβάλλον. Όλα καλά ή όλα καλύτερα ως εδώ. Ε, σήμερα πέθανε. Ζωή σε λόγου μας. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω τι έγινε. 53 χρονών χαιρέτησε. Έτσι απλά.
Κι έτσι πολύπλοκα, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και μας πήραν όλους παραμάζωμα. Έχετε δει την ταινία με τη Βλαχοπούλου που περιμένουν πως και πως το θείο να πεθάνει να κληρονομήσουν τίποτα, αρχίζουν να τραβομαλλιούνται γύρω-γύρω από το φέρετρο και σηκώνεται ο θείος και τους τραβάει χέσιμο; Μακάρι να γίνει έτσι και τώρα αν και υπολογίζω πως θα γίνει μόνο το τραβομάλλιασμα χωρίς την «ανάσταση».
Ντρέπομαι και δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Η θεία έφυγε και όλοι κοιτάνε πως θα πάρουν, πως θα ξεζουμίσουν. Ξεφτίλα. Ούτε καν μπορώ να διανοηθώ να πηγαίνω σπίτι της και να κοιτάω τα πράγματά της, δεν μπορώ να το πιστέψω ότι πέθανε έτσι στο άσχετο, δε μπορώ να σκεφτώ έτσι, δε με αφορά όλο αυτό, δεν αντέχω άλλο θανατικό, άλλο νοσοκομείο, άλλη μαλακία. Και τώρα, έχω να τραβήξω χοντρό μανίκι με τις ρόμπες τους κληρονόμους. Γιατί η όλη φάση φαινόταν από το νοσοκομείο. Να είναι η γυναίκα σε φάση μαστούρα, που καταλαβαίνει και δεν καταλαβαίνει και δίπλα της να σφάζονται στο σιγανό «τόσο δεν πήρα εγώ την άλλη φορά», και τέτοια. Και γω να ντρέπομαι, να λυπάμαι τη θεία μου και να πηγαίνω να της πιάνω την κουβέντα που ανάθεμα κι αν θυμόταν ποια είμαι, ίσα-ίσα για να μην ακούει τις ρόμπες τις ξεκούμπωτες.
Τι να πω. Δεν έχω λόγια. Το πιο ωραίο είναι ότι ακύρωσα την Κεφαλονιά που θα πήγαινα σε μια φίλη επειδή μπήκε νοσοκομείο η θεία μου. Μετά, με πήρε η φίλη και μου είπε ότι τη μέρα που θα πήγαινα Κεφαλονιά, σκοτώθηκε ο πατέρας της. Την Τετάρτη, τώρα, έκλεισα να πάω στην κουμπάρα μου. Τετάρτη είναι η κηδεία. Άμα δεν πάθω εγώ σχιζοφρένεια, ποιος θα πάθει; Μακάρι να ήξερα. Και το ακύρωσα φυσικά και αυτό το ταξίδι. Είπαμε, too much όλα αυτά για μένα.
Σχόλια κλειστά σ’ αυτό, λυπάμαι. Ξέρω πως όλοι θα θέλατε να πείτε κάτι και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων. Αντί να μου γράψετε όμως, ευχηθείτε καλό ταξίδι στη θεία μου και είμαστε ντάξει. Σας φιλώ, ελπίζω να τα πούμε σύντομα με κάτι πολύ ελαφρύτερο..:)
Αντίο θεία μου. Μετανιώνω και πάλι για κάποια πράγματα. Έφυγε η άλλη θεία, έμεινε ένα κενό. Έφυγες τώρα και συ, αμάν ρε κορίτσια. Αμάν. Έμαθα όμως κάτι. Πως όταν σου έρχεται να κάνεις κάτι, να το κάνεις αμέσως και να μην περιμένεις αργότερα. Σοβαρή σοφία θα μου πεις. Εγώ τώρα το εμπέδωσα. Γεια σου και χαρά σου θεία σούπεργούμαν.
Μετά από το ευχάριστο αυτό διάλειμμα με τις φωτιές, ήρθε η ώρα να πούμε και τα των διακοπών, κοινώς καμιά μαλακία να περάσει η ώρα.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Το ποστ περιέχει σκατοσυζήτηση. Όποιος σιχαίνεται, να περάσει έξω παρακαλώ.
Παιδιά άρπαξε φωτιά ο κώλος μας στο νησί. Μιλάμε για φωτιά, όχι μαλακίες. ...Όχι, δεν βιαζόμασταν, ούτε είχαμε δουλειές, απλώς κλάναμε. Και μιλάμε για πολλές, βροντερές, απίστευτες, προσβλητικές, βλάχικες κλανιές. Ούτε στη Βαλχάλα δεν πετούσαν τέτοιες κλανιές οι Σκανδιναβοί. Μόνο μπύρες, πέλεκυς και κοιλάρες μας έλειπαν. Γιατί από γέλιο και κλανιά, πηγαίναμε μια χαρά. Εγώ προσωπικά, έχω καταντήσει αηδία, αυτό είναι γνωστό. Τώρα, να με έχει φτάσει το ανιψάκι μου, αυτό δεν το περίμενα. Και να πεις ότι κλάνει κανείς προκλητικά μπροστά της με ύφος και καλά, κάνω κάτι τώρα, πολύ σημαντικό, δεν κλάνει. Κλάνουν όλοι όπως όλος ο κόσμος. Το ανασήκωμα βέβαια του κώλου από τον καναπέ είναι μια κίνηση που κάποιοι ίσως τη θεωρήσουν προκλητική, ή η ακινησία, που είναι κάποιος ξαπλωμένος στον καναπέ και κλάνει σα να μη συνέβη τίποτα, ίσως θεωρηθεί αναίδεια. Εγώ πάλι αυτά, αν συμβαίνουν μεταξύ φίλων και συγγενών, δεν τα θεωρώ πρόβλημα. Φυσικά και με ενοχλεί να κλάσει ένας άγνωστος δίπλα μου. Φυσικά και θέλω να τον κλωτσήσω και φυσικά είναι αγένεια και ασέβεια και μεγάλη μαλακία. Από την άλλη όμως, αν σου έρθει και πονάει η κοιλιά σου, τι να την κάνεις; Πρέπει να την αφήσεις. Καλό είναι όμως να την αφήσεις κάπου έξω. Που δε θα επιβαρύνεις την ατμόσφαιρα με τα βρωμερά σου αέρια σιχαμερή ύπαρξη. Τώρα πριν λίγο χάζευα ένα περιοδικό, το Focus νομίζω, σε ένα καφέ που ήμασταν, και έλεγε ότι ένα αεροπλάνο στην Αμερική έκανε αναγκαστική προσγείωση γιατί μία της πονούσε η κοιλιά και έκλανε ασύστολα και για να το καλύψει άναβε σπίρτα με αποτέλεσμα ο κυβερνήτης να μυρίσει το καμένο και να κατεβάσει το αεροπλάνο. Τώρα αυτή συγνώμη, αλλά έκανε μαλακία. Κλάνεις που κλάνεις μέσα σε κλειστό χώρο μωρή βρωμοκώλα, ανάβεις και σπίρτα; Ήμαρτον. Κανονικά αυτή έπρεπε να περάσει την πτήση μέσα και δίπλα στην τουαλέτα. Εντάξει δηλαδή, είπαμε.
Στο νησί που λέτε, εγώ έφτασα καλά. Δεν έκλανα. Δεν το σκεφτόμουν το ζήτημα. Δεν πήγα με την προοπτική να χεστούμε απάνω μας και να γελάμε. Έτσι όμως κατέληξε. Εντάξει, δεν χεστήκαμε απάνω μας, μεταφορικά το λέμε, πεθάναμε στα γέλια, εντάξει, δεν πεθάναμε, μεταφορικά το λέμε, κατουρηθήκαμε απάνω μας, εντάξει, δεν κατουρηθήκαμε, μεταφορικό είναι, καταλάβατε. Και ποιοι τα πάθαμε όλα αυτά; Εγώ και η ανιψιά μου. Γιατί οι υπόλοιποι είτε δεν ήταν μπροστά, είτε τους έπαιρνε ξόσφαλτσα.
Πάμε μια μέρα για μπάνιο. Με τη μικρή. Μόλις μπαίνουμε μέσα με τη μέθοδο «γιούρια» ή «όποιον πάρει ο χάρος» (μέθοδος η οποία χαρακτηρίζεται από έντονα ουρλιαχτά, πήδους και κινήσεις σηκώνοντας παλιρροιακά κύματα μέχρι να πέσεις με την κοιλιά μέσα στο νερό γελώντας), κολλάει πάνω στο μπούτι μου σαν σκυλάκι με σεξουαλική διάθεση, κάθεται για μερικά δευτερόλεπτα και μου λέει με περίσσια χάρη: «Σ’ αγαπώ Κωλογριάκι». Λιώνοντας εγώ σαν κεράκι της λαμπρής και με μάτια γεμάτα καρδούλες, της λέω: «Κι εγώ σ’ αγαπώ αγάπη μου». Και τότε, λες και ξύπνησε το τέρας μέσα της, απαγκιστρώνεται, απομακρύνεται λίγο και λέει με μάτια δαίμονα και σατανικό γέλιο: «ΣΕ ΚΑΤΟΥΡΗΣΑ!» Γουάτ δε φακ; Με κατούρησε; Εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβα γιατί ο εξαποδώ επιλέγει περισσότερο τα παιδιά για να κατσικώνεται μέσα τους. Γιατί πολύ απλά είναι εύκολο με αυτή την αγγελική φατσούλα που έχουν, να μας κοροϊδέψουν.
Με το που λέει ότι με κατούρησε, ξυπνάει και μένα μέσα μου ο δαίμονας γιατί σόρι κιόλας, αν νομίζετε ότι είμαι μεγαλύτερη από 8 χρονών που είναι η ανιψιά μου, κάνετε μεγάλο, τεράστιο, οικτρό λάθος. «ΜΕ ΚΑΤΟΥΡΗΣΕΣ;» της λέω με μάτια που έβγαζαν φωτιές. «ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕΣ!» Το «την πάτησες» για να ξέρετε, είναι η καλύτερη απειλή. Αφήνει τη φαντασία του παιδιού να οργιάσει και να φανταστεί μόνο του ότι θα πάθει αυτό που το ενοχλεί περισσότερο. Γιατί π.χ. αν του πεις, «θα σου σπάσω τα πόδια» μπορεί να σου πει «σκασίλα μου, καλύτερα, να μην πάω και σχολείο» και θα ξενερώσεις. Ενώ με το «την πάτησες», είσαι καλυμμένος. Ορμάς και πάνω του κατευθείαν και όλα πάνε όπως ακριβώς τα θες. Έτσι λοιπόν κι εγώ, της λέω «ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΕΣ» και ορμάω με μεγάλους πήδους καταπάνω της. Φρόντισα να είμαι και αρκετά άγρια και να περπατάω μέσα στο νερό με μεγάλα βήματα για να φέρνω κι άλλη ανακατωσούρα και κύματα (αλλά ήταν ρηχά και μπήκε άμμος στο μαγιό μου και συγχύστηκα προς στιγμήν κινδυνεύοντας να χάσω το στόχο μου) κι αυτή χέστηκε απάνω της. Και τι έκανε; Άρχισε να ουρλιάζει. Και να μας κοιτάει όλη η παραλία. Σειρά μου να χεστώ απάνω μου. «ΜΗ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ!» να της λέω με όση γλύκα μπορούσα ενώ παράλληλα χαμογελούσα σε κάτι θείες που με αγριοκοίταζαν και με απαλά βήματα πια και αθώο βλέμμα, πήγαινα κοντά της. Αυτή τίποτα. Απομακρυνόταν και ούρλιαζε. Έτσι είσαι; σκέφτηκα. Έχω τη λύση, μη σε νοιάζει. «Καλά, εγώ βγαίνω έξω» της λέω με σοβαρό-θυμωμένο ύφος. Να δεις για πότε ήρθε κοντά μου το χαμένο, σε dt. Και τότε καταλαβαίνετε τι έγινε. Τι μαγιό έφυγαν, τι νερό ήπιαμε, τι άμμος μπήκε στον κώλο μας, χαμός. Πτώμα έγινα. Και μόλις την άφησα να ξελαχανιάσω, ξανακόλλησε πάνω μου, μου ξαναείπε μια γλυκιά κουβέντα, ως θύμα εγώ ανταπέδωσα και με το ίδιο σατανικό βλέμμα μου δήλωσε ότι με ξανακατούρησε. Τελικά, ένα είναι σίγουρο. Δε βγαίνεις ποτέ νικητής με ένα παιδί.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά φέτος στο νησί που μου δόθηκε σήμα να αρχίσω να καταλαβαίνω την όλη κατάσταση. Γιατί τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα και κάθε χρόνος που περνάει αλλάζουν. Και συ αν τα βλέπεις μία-δυο φορές το χρόνο, χάνεις την ανάπτυξή τους, τον τρόπο σκέψης τους που εξελίσσεται και όλα αυτά τέλος πάντων που θα σε έκαναν ικανό να γνωρίζεις αυτό το παιδί.
Η ανιψιά μου είναι υπέροχη. Είναι ευγενέστατη, γλυκιά, όμορφη, καλή, ξέρει να μοιράζεται, είναι ένα πολύ καλό και αγαπησιάρικο παιδί τέλος πάντων. Τώρα γιατί ξυπνάει μέσα της ο αντίχριστος όταν με συναντάει, τι να σας πω, δεν ξέρω. Ίσως γιατί εμπνέω; Τα θέλει ο κώλος μου; Τα ζητάει ο οργανισμός μου; Τσιγκλάω και γω; Φέτος μου έκανε τρομακτική εντύπωση πως και το παιδί με έφτανε σε απίστευτα σημεία τσαντίλας μέχρι να βρίσω. Και μόλις έβριζα τελικά, γιατί δε γινόταν, θα με έσπαγε στα δύο, μετά έπεφτε κάτω και γελούσε. Και τελικά το αποφάσισα. Είμαι αστεία όταν τσαντίζομαι. Τι σκατά; Εγώ γίνομαι τούρμπο και οι άλλοι γελάνε; Ε, καλό δεν είναι αυτό; θα μου πεις. Εντάξει βρε παιδί μου, δε λέω, μ’ αρέσει, αλλά μου έκανε εντύπωση πως και το 8χρονο ανιψάκι μου, με κάποιο τρόπο, γούσταρε να με φουντώνει για να βρίζω. Εγώ εντωμεταξύ να προσέχω να μη βρίζω γιατί εντάξει, αρκετά ακούνε τα παιδιά δεξιά αριστερά, δε χρειάζεται να εμπλουτίζουμε και μεις τις γνώσεις τους. Αυτή όμως εκεί. Να με σέρνει, να με τραβάει, να με τσιγκλάει, να με βασανίζει μέχρι να φωνάξω και να πω: «ΤΙ ΘΕΣ ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ;;;!!!!» ή «ΑΣΕ ΜΕ ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΟΥ!!» και τότε με άφηνε και γελούσε, κυλιόταν κάτω το σκατό. Εγώ βέβαια, χειρότερες βρισιές δεν έβγαλα από το στόμα μου. Ήθελα να πω «άσε με γαμώ την πουτάνα μου γαμώ!» αλλά δεν το είπα. Όχι, α πα πα, τέτοια πράγματα δεν είπα. Γιατί και δεν έπρεπε και δεν ήθελα. Εντάξει, ίσως είμαι τσιγκλίσιμη (αρέσει στον κόσμο να με τσιγκλάει), αλλά γνωρίζω πως είναι και η ηλικία τέτοια που το παιδί ρωτάει, τσιγκλάει, ψάχνει και μαθαίνει. Και ρωτούσε διάφορα. Εμένα με ρώτησε τι είναι ο φούφουτος και της είπα ότι είναι «το πουλί του άντρα» και να μην το λέει (γελούσε κανένα τέταρτο), μετά μας ρώτησε με τη μαμά της τι είναι οι τσούλες και γιατί το λέει η Βίσση στο τραγούδι της (μόλις της εξήγησε η μαμά της τι είναι οι τσούλες, έκανε πως κρατούσε μικρόφωνο και τραγούδησε το ρεφρέν καμιά εξηνταριά φορές κοιτώντας μας) και άλλα τέτοια.
Έτσι περνούσαν οι πρώτες μέρες των διακοπών μας, μέχρι που μια μέρα κάθομαι μαζί της στον καναπέ και διαβάζουμε ένα βιβλίο. Ξαφνικά, μου έρχεται μια σκατίλα, μα μια σκατίλα ανυπέρβλητη. «Τι έκανες ρε;» της λέω σπρώχνοντάς την μακριά μου με μια έκφραση αηδίας. Τι το ήθελα; Από κείνη τη στιγμή υπέγραψα την καταδίκη μου. Από κείνη τη στιγμή, έγινα ο ένας και αποκλειστικός αποδέκτης των πορδών της ανιψιάς μου. Γέλασε τόσο πολύ με τη φάτσα μου και με τον τρόπο μου, που δε σταμάτησε να κλάνει με χίλιους κι έναν τρόπους μπροστά μου, πάνω μου, δίπλα μου, όποτε έβρισκε την ευκαιρία. Την καταλαβαίνω να σας πω. Κι εγώ μάλλον το ίδιο θα έκανα. Όχι σκεφτείτε, δείτε την εικόνα από μακριά, έναν ενήλικα και ένα παιδί να κάθονται αγκαλιά μέσα στην αγάπη και να διαβάζουν ένα βιβλίο. Και ξαφνικά ο ενήλικας να σηκώνει το κεφάλι με μια φάτσα γεμάτη αηδία, το παιδί να συνεχίζει να κοιτάει το βιβλίο χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι τη μεταστροφή του ενήλικα, ο ενήλικας να γυρίζει στο παιδί και να το σπρώχνει και με τα δυο του χέρια με αποτέλεσμα το παιδί να πέφτει πίσω στον καναπέ και τα δυο του ποδαράκια να σηκώνονται ψηλά. Αμέσως μετά, ο ενήλικας να πέφτει πάνω στο παιδί με όλο του το βάρος και να το γαργαλάει, τσιμπάει, φιλάει ανηλεώς και όλα αυτά, μέσα σε μια εσάνς σκατίλας.
Τις επόμενες μέρες, τις πέρασα μέσα στις πορδές. Το χαμένο έβρισκε χίλιους τρόπους να με κλάνει. Παράδειγμα: ένα μεσημέρι, είμαι μόνη στο σπίτι και τρώω. Το μικρό κάνει μπάνιο. Τελειώνει και έρχεται με το μπουρνουζάκι του. «Τι κάνεις;» με ρωτάει. «Τούμπες» της λέω με τα φασολάκια να κρέμονται από τα χείλη μου. Γελάει. Με πιάνει κρίση. «Έλα δω να σε φάω» της λέω. Τι το ήθελα; Έρχεται σιγά-σιγά, γυρίζει τον κώλο της προς τα μένα, ανασηκώνει λίγο το μπουρνουζάκι και αμολάει μια κλανιά μέσα στη μούρη μου, που προηγούμενο δεν είχε. Σκατομένα φασολάκια έχετε φάει; Εγώ ναι, χάλια είναι. Με το στόμα μπουκωμένο φασολάκια, φέτα, σαρδέλα, ελιές, ψωμί και πατάτες, πήρα μια φάτσα που πραγματικά δεν ξέρω πόσο αστεία ήταν, αλλά αν κρίνω από το παιδί που έκλαιγε από τα γέλια, θα πρέπει να ήταν πολύ γάματα. Κι όταν της είπα ήρεμα «γιατί ρε συ; Θα σαπίσω, λυπήσου με» κρατιόταν από την καρέκλα και γελούσε. Κι όταν της είπα «θα σηκωθώ και θα σε χέσω, πραγματικά στο λέω» πια χτυπιόταν το κωλόπαιδο.
Εντωμεταξύ εγώ τη λυπόμουν να την κλάσω, γιατί η αλήθεια είναι πως εγώ είμαι και μιας ηλικίας. Οι κλανιές μου πια εμένα είναι ραδιενεργές, δεν είναι φρέσκες όπως του παιδιού. Το παιδί έκλανε και μύριζε κοπριά. Γελούσαμε, παίζαμε καμιά σφαλιάρα και τέλος. Εγώ άμα έκλανα, δεν ξέρεις τι θα γινόταν, μπορεί να βαρούσαν και τίποτα συναγερμοί. Τελικά όμως φίλοι μου, έφτασε η στιγμή που παρακαλούσα να κρυώσω. Μου είχε ρίξει τόσες πορδές το χαμένο, που δεν άντεχα άλλο. Δεν άντεχα άλλη βρώμα, μιλάμε για πολύ κοπριά. Χωνεμένη. Και η ευχή μου έγινε πραγματικότητα. Κρύωσα.
Κι άρχισα να κλάνω. Ο αέρας βλέπετε. Που δεν ήταν αέρας αυτός φέτος στις Κυκλάδες, η Κατρίνα ήταν. Και ήρθε η ώρα για εκδίκηση. Χημείο το κάναμε το σπίτι. Μιλάμε για πολύ γέλιο. Είμαστε σιχαμένες, ναι το ξέρω, αλλά τόσο γέλιο που έριξα, χαλάλι τόση βρώμα. Τώρα τουλάχιστον, έπαιρνα και γω μέρος στο χαλασμό. Τώρα έβλεπα και τα δικά της μουτράκια να αλλοιώνονται από τη βρώμα. Και είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο η καφρίλα μας, που ξεφύγαμε. Εγώ δηλαδή. Και ξεφτιλίστηκα. Και κατηγορήθηκα ότι εγώ μαθαίνω το παιδί να κλάνει έτσι. Είδατε; Αντί να ξεφύγει αυτό, ξέφυγα εγώ. Γιατί το καλό κλανίδι το ρίχναμε όταν ήμασταν οι δυο μας, δε γινόμαστε ρόμπα σε άλλους. Μέχρι τη μέρα που ξέφυγα.
Μια μέρα, μόλις έχουμε ξυπνήσει και καθόμαστε να πάρουμε το πρωινό μας, εγώ, η μικρή και η μαμά της. Αυτές αγουροξυπνημένες, εγώ πιο ξύπνια. Το μικρό αγουροξυπνημένο ήταν και γαμώ τους στόχους. Μέχρι να ξυπνήσει, μπορούσες να το βασανίσεις όσο ήθελες. Φώναζε αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει περαιτέρω. Έτσι την πάτησα. Την είδα ήρεμη, να κάθεται δίπλα μου με πρησμένα ματάκια και τα χεράκια σταυρωμένα, προσπαθώντας να βρει κουράγιο να πιει το γαλατάκι της και βρήκα την ευκαιρία. Μου ήρθε και κλανιά δηλαδή και βρήκα την ευκαιρία. Και κει που μιλάμε με την ξαδέρφη μου, χαμογελάω σατανικά, γυρίζω τον κώλο μου προς το μωρό και του τραβάω μια καλή βροντερή και στο καπάκι αρχίζω να γελάω δυνατά. Ξαδέρφη και ανιψιά, κόκαλο. Καμία αντίδραση. Για 2 δεύτερα. Στο 3ο δευτερόλεπτο η μικρή αρχίζει τη γκρίνια για τη βρώμα και η ξαδέρφη μου λέει: «εσύ της τα μαθαίνεις αυτά και μας έχει πεθάνει». Μαλάκας εγώ. «Μα όχι, ξέρεις, αυτή με κλάνει!» να λέω εγώ, άντε να σε πιστέψουν. Δεν έχω αδέρφια και κείνη τη στιγμή ένιωσα πως είχα.
Και γαμώ ήταν. Περάσαμε φανταστικά με την αγαπημένη μου κι ας με κατούρησε κι ας με έκλασε κι ας μου έκανε ό,τι ήθελε. Άλλωστε δεν κάναμε μόνο αυτά. Και βιβλία διαβάσαμε, και αστερισμούς κοιτάξαμε, και σκηνή στήσαμε μέσα στο σπίτι, και κάθε μέρα το μεσημέρι που όλοι κοιμόντουσαν, εμείς βλέπαμε CartoonNetwork, και βόλτες πήγαμε, και παγωτά φάγαμε, και μπάνιο κάναμε και όλα. Θα μου λείψει το κοριτσάκι μου. Αλλά υποσχεθήκαμε πως μόλις συνδέσουν τον νέο υπολογιστή τους, θα βάλουν SKYPE και τότε... τρέμε ίντερνετ. Όλοι θα ακούσουν τις πορδές μας!
Μου έχουν σπάσει τα αρχίδια. Ε όχι, δε μπορώ να μη μιλήσω για τις φωτιές, δε μπορώ, θα είναι ψέμα, ψέμα, ψέμα!! Όλη μέρα το σκέφτομαι και συφιλιάζω! Πρώτον η στάχτη μας έχει γαμήσει. Κι άμα έχει φτάσει σπίτι μας, σκέψου τι έχει κάνει στους ανθρώπους που είναι πιο κοντά. Το τι φτάρνισμα έχω ρίξει, δε λέγεται. Αλλά αυτό είναι το θέμα; Πόσο φταρνίζομαι εγώ; Όχι βέβαια! Αυτά τα αρχίδια που πήραν τα φράγκα και έβαλαν τις φωτιές, ήθελα να ήξερα, τι κάνουν; Πραγματικά θα ήθελα να ήξερα. Κάθονται μαζί σε ένα καφενείο, πίνουν το ουζάκι τους και παρακολουθούν αμέριμνοι; Τι κάνουν τα μουνόπανα; Είναι εκεί κοντά ή έχουν πάει αλλού να μη βλέπουν; Κι αν είναι κοντά, λέτε να έχουν πάει να βοηθήσουν και καλά στο ξεκάρφωμα; Αλλά τι λέω γι’ αυτούς, υπάνθρωποι είναι, πεινασμένοι, καταστρεμμένοι, γύρευε πόσο σκατό έχει μέσα η ψυχή τους και δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. Οι άλλοι, τα αρχίδια που όταν βλέπουν τις βίλες να χτίζονται δε λένε τίποτα και τους βάζουν και ρεύμα, και νερό και τηλέφωνο; Αυτοί, πόσο κοιμισμένοι είναι γιατί είναι σίγουρο πως αν δεν το κάνουν εν γνώση τους, τότε σίγουρα συμβαίνει από πίσω τους κι αυτοί κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου και επαναπαύονται στην κοσμάρα τους. Εδώ θα μου πεις όταν καιγόταν η Πάρνηθα, κάθονταν τα πυροσβεστικά γύρω από το καζίνο μην καεί ο ναός του χρήματος και την άλλη μέρα του έδωσαν και 600 στρέμματα έτσι, για να μη στενοχωριέται, τώρα θα τους νοιάξει; Χέστηκαν πατόκορφα. Άλλωστε το 50% του καζίνο ανήκει στο κράτος. Αν τους άνηκε το 50% καμιάς βίλας στις περιοχές που έχουν αρπάξει, να με χέσετε αν συνέβαινε τίποτα. Ρε όλα μιλημένα είναι. Βάζω στοίχημα, δεν ξέρω τώρα που γράφω τι γίνεται στην Άνοιξη και στην Εκάλη, πως δεν υπάρχει καμία περίπτωση να καούν οι βίλες των «σελέμπριτις». Αν καούν, πείτε μου το να σκίσω τα ρούχα μου στο κέντρο του Συντάγματος από χαρά. Όχι ότι λυπάμαι τα σπίτια που καίγονται μέσα στο δάσος. Βλέπεις στις ειδήσεις από το εικόνα από το ελικόπτερο, το δάσος και στη μέση ένα σπίτι. Να το λυπηθώ; Μιλάνε στις ειδήσεις για την ιδιοκτησία του κάθε καταπατητή και δε μιλάνε για το δάσος που είναι ιδιοκτησία όλων μας. Που είναι το οξυγόνο μας. Που η θερμοκρασία θα ανέβει πόσους βαθμούς. Και γω θα λυπηθώ τη βίλα κι αυτόν που έκοψε δέντρα και λάδωσε για να χτίσει; Ε όχι.
Σήμερα άκουσα κάτι που δεν το ήξερα και τρελάθηκα. Ένα μέρος της ζημιάς λέει, την κάνουν και τα ζώα που όταν πάρουν φωτιά, τρέχουν μέχρι να πεθάνουν κι έτσι αρπάζουν τα δέντρα που πλησιάζουν. Είδατε ρε; Χαμένα κορμιά τα ζώα. Δεν ξέρουν άμα πιάνουν φωτιά να πέφτουν κάτω και να πεθαίνουν παρά πάνε και τρέχουν; Ή καλύτερα να γυρνάνε γύρω-γύρω σαν το αρνί του Πάσχα, να ψήνονται να τσιμπάνε τίποτα και οι περαστικοί; Γιατί; Όταν κάηκε η Πάρνηθα και κάηκαν τόσα ελάφια, δεν πήγαν κάποια μουνόπανα και σκότωναν όσα είχαν απομείνει για να τα φάνε; Τώρα σου λέει που είναι καμένο το δάσος και το ελάφι χαμένο, θα το δω πιο εύκολα, θα το χτυπήσω πιο εύκολα και στην τελική θα του κάνω και χάρη. Γιατί να το αφήσω να ζήσει; Σάμπως θα βρει φαΐ να φάει; Θα πεθάνει από την πείνα. Ενώ άμα το προλάβω και το πετύχω τώρα, θα είναι ακόμα τροφαντό και θα κάνω τραπέζι στον κουμπάρο που μου’ χε φέρει το κρι κρι πρόπερσι κι έκανε φιγούρα. Κυνηγάς πούστη. Σ’ αρέσει το κυνήγι και το λες ξεφτιλισμένε. Δε ντρέπεσαι. Γιατί δεν πας ρε μαλάκα στην Αφρική με ένα τόξο μέσα στα λιοντάρια, τις τίγρεις, όσες απέμειναν δηλαδή γιατί είναι πολλοί οι μαλάκες σαν κι εσένα κι άλλοι τόσοι οι χαμούρηδες που τα αγοράζουν, να κυνηγήσεις με την ησυχία σου; Τότε να σε δω. Όχι με την καραμπίνα να χτυπάς κοτσύφια. Δεν έχει φαΐ το σούπερ μάρκετ ξεφτίλα; Γουστάρεις να βρίσκεις εσύ την τροφή σου; Ε γιατί δεν πας στην Αφρική που σου είπα να ξαλαφρώσουμε και μεις από ένα μαλάκα; Αλλά τι λέω; Βασικά τη βρίσκεις να παίρνεις ζωές. Άνθρωπος δεν είσαι; Με τι θα την έβρισκες; Δε σου φτάνει να ξεχειλώνεις το πουλί σου κάθε μέρα καθώς ο άδειος σου εγκέφαλος αναρωτιέται γιατί υπάρχεις, πρέπει να την πληρώνουν και όλοι οι υπόλοιποι. Ζώα, φυτά, παιδιά...
Μαλάκα Έλληνα, εσύ είσαι τώρα ο στόχος. Ακούς, τρέχουν τα ζώα όταν καίγονται πούστη. Δεν το είχα σκεφτεί. Εμ βέβαια τρέχουν. Εσύ τι θα έκανες μωρή ξεφτίλα που βάζεις φωτιά, κυνηγάς, πετάς σκουπίδια και γαμιέσαι; Άμα σου βάζανε φωτιά δεν θα έτρεχες; Θα καθόσουν στη στάση του λωτού να περιμένεις υπομονετικά το θάνατό σου; Άμα σε πυροβολούσαν τι θα έκανες; Θα πρότεινες το αρρενωπό σου στέρνο να τη φας ή θα κατουριόσουν πάνω σου δειλέ; Άμα σου πετούσανε σακούλες στο λαιμό σου δε θα πνιγόσουν; Πόσο ξεφτιλισμένος είσαι Έλληνα πολίτη; Πόσο λάθος τα κάνεις όλα; Πόσο δε σε ενδιαφέρει τίποτα παρά μόνο ο γαμημένος ο εαυτός σου; Το ξέρεις ρε μαλάκα ότι η Αθήνα είναι η τελευταία σε όλα ανάμεσα στις πόλεις της Ευρώπης; Τι; Πρωτιά είναι κι αυτό από την ανάποδη; Το ξέρεις ότι είμαστε στην 63η θέση ανάμεσα σε 124 πόλεις σε όλο τον κόσμο με τελευταία τη Χαράρε της Ζιμπάμπουε; Από το κεφάλι μου νομίζεις ότι τα βγάζω ξεφτιλισμένε; Σόρι, έρευνα είναι της βρετανικής Economist. Σ’ αρέσει ξεφτίλα; Γουστάρεις που κάθε μέρα που περνάει θα τρελαίνεσαι όλο και περισσότερο και συ μαζί με τους υπόλοιπους σ’ αυτή την κωλόχωρα; Γιατί δεν είναι μόνο η Αθήνα μπουρδέλο, είναι όλη η Ελλάδα. Σ’ αρέσει ρε; Πες, σ’ αρέσει; Σ’ αρέσει που τα μπαζώνεις όλα; Σ’ αρέσει που είσαι αγενής; Σ’ αρέσει που τα έχεις όλα πανάκριβα; Σ’ αρέσει που γαμάς το ίδιο σου το σπίτι; Η χώρα σου είναι το σπίτι σου ρε μαλάκα ανώμαλε. Δε βλέπεις γύρω σου ρε άθλιε γκαβέ τι γίνεται με τη μετανάστευση; Θα είσαι ο πρώτος ρε μαλάκα Έλληνα που είχε μια χώρα χρυσάφι, την έκανε στάχτη και μετανάστευσε. Σε βλέπω. Πόσο μαζόχας είσαι ρε μαλάκα; Α, όχι! Δεν το κάνεις γι’ αυτό! Για πες ρε, γιατί; Τα κάνεις όλα ανάποδα γιατί πάντα συμπαθούσες τους αντιήρωες! Πες το ρε μαλάκα και απορούσα τόση ώρα! Ε ρε φτύσιμο που θες.
Είμαστε άνθρωποι εμείς εδώ; Αυτό είμαστε; Τα καίμε όλα για να χτίσουμε ένα μπουρδέλο που με ένα σεισμό θα τελειώσει, για να μη μιλήσω για το ρέμα που θα έρθει προσεχώς και θα το πάρει γιατί χωρίς δέντρα αυτό είναι σίγουρο, πουλάμε την ψυχή μας για μερικά ψωρόφραγκα, ούξω γαμώ την ψυχή μας τη μαύρη. Άσε που δεν ξέρουμε πόσο θα ζήσουμε. Τι σκατά, όλοι πια έχουν συμβόλαια με το χάρο εκτός από μένα; Αλλιώς πώς εξηγείται τόσος εγωισμός να μην θέλουμε ν’ αφήσουμε τίποτα όρθιο για την επόμενη γενιά, ούτε καν γι’ αυτή των παιδιών μας; Εμείς να φάμε, εμείς να πιούμε, εμείς να γαμήσουμε, εμείς να πάμε να γαμηθούμε. Γαμημένοι απ’ τα βάθη της ύπαρξής μας.
Αλλά τους βλέπεις γύρω σου. Την πλέμπα, τη ροχάλα τη δίποδη να περπατάει και να χαίρεται. Τι χαίρεσαι ρε ανεγκέφαλε, τελευταίε, μολυσμένε μαλάκα; Υπάρχει κάτι για να χαρείς; Τους προγόνους σου σκέφτεσαι πάλι ρε ξεφτιλισμένε; Σιγά μην είναι πρόγονοί σου οι αρχαίοι Έλληνες ρε μαλάκα! Το μόνο που έχεις κοινό μ’ αυτούς είναι η περικεφαλαία στη μαλακία σου ρε. Είναι τόσο πρόγονοί σου, όσο και οι αρχαίοι Πέρσες με τους Ιρανούς τώρα. Έτσι και οι αρχαίοι Πέρσες ρε μαλάκα, κοιμόντουσαν δέκα-δέκα στην πλατεία Κουμουνδούρου πεταμένοι σε χαρτόκουτα, έτσι και οι αρχαίοι Έλληνες, έκαιγαν το μουνί που τους πέταγε όπως εσύ κι έπιναν φραπεδιές με το μάτι καρφωμένο στην γκόμενα. Τι; Αυτοί ήταν πούστηδες; Α βέβαια, σ’ αυτό δεν τους μοιάζεις, παρά μόνο στην εξυπνάδα, στην εφευρετικότητα και σε πολλές άλλες χάρες. Έχεις δίκιο φίλε μου. Γιατί αυτοί ήταν πούστηδες στο σώμα ενώ εσύ στην ψυχή. Κι αυτή, αλήθεια, είναι μεγάλη διαφορά.
Έβγαιναν και οι μαλάκες οι πολιτικοί και έλεγαν πως κάνουν ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό. Καπάκι, έβγαινε ο κόσμος και έκλαιγε και έλεγε πως δεν έχει έρθει ακόμα κανείς να τους βοηθήσει. Ποιο είναι το ανθρωπίνως δυνατό ρε σεις; Ποιο; Να δίνετε δισεκατομμύρια να αγοράζετε όπλα να μην μας την πέσουν οι κακοί και δεν ξέρετε να κάνετε ένα σχέδιο για τις φωτιές; Αυτό λέγεται ανθρωπίνως δυνατό ή υπεράνθρωπη μαλακία; Ειλικρινά δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα. Πετάμε ένα σωρό λεφτά να πάρουμε όπλα 10 εκατομμύρια μαλάκες και δε δίνουμε τίποτα για την παιδεία, για την προστασία των δασών, για τίποτα τέλος πάντων που θα βοηθήσει αυτή τη γαμημένη για διαβίωσή μας. Πόσο μας σιχαίνομαι!
Ναι, και οι ξένοι είναι ηλίθιοι. Ρομπότ, φρενοβλαβείς, άσχετοι, ζώα, μαλάκες, ανώμαλοι, συμφωνώ κι επαυξάνω. Αλλά έχουν όμορφες χώρες κάποιοι απ’ αυτούς; Έχουν μια τάξη στη ζωή τους; Γιατί δηλαδή το Βανκούβερ του Καναδά να είναι πρώτο στις πόλεις του κόσμου και μεις ανάμεσα στο Ουζμπεκιστάν και την Ινδία; Δεν το καταλαβαίνω δηλαδή. Γιατί δε φοράμε τότε κελεμπίες και να τραβάμε κότες δεμένες σε σκοινιά στους δρόμους; Γιατί δεν είναι όλα πάμφθηνα; Γιατί δεν πλενόμαστε με το λάστιχο και στα λούκια όταν βρέχει στους χωματόδρομους; Γιατί δεν τρώμε από τα σκουπίδια όπως κάνουν όλοι αυτοί στις θέσεις γύρω μας; Με ποια λογική οδηγούμε 4x4 σε δρόμους που δεν χωράς να κλάσεις και βρίζουμε σα λιμενεργάτες που κολλήσαμε; Τι είδους διαστροφή είναι αυτή; Με ποια λογική χτίζουμε πάνω στο ρέμα και μετά κλαίμε που χάσαμε το σπίτι μας; Με ποια λογική κλέβουμε από παντού και όταν μας κλέβουν συγχυζόμαστε; Συγνώμη, εσείς τα βλέπετε φυσιολογικά όλα αυτά; Εγώ όχι και ζητάω συγνώμη. Δε θέλω να μένω άλλο εδώ. Πονάω ρε, πως το λένε. Στενοχωριέμαι. Θα αναγκαστώ να μεταναστεύσω για να μυρίζω λίγο καθαρό αέρα. Θα αναγκαστώ να αποχωριστώ ό,τι αγαπάω και να τρώω στη μάπα τον κάθε κρυόκωλο. Αλλά τουλάχιστον θα έχω ένα πάρκο να πάω να διαβάσω το βιβλίο μου χωρίς να φοβάμαι μη μου τραβήξει κανείς καμιά μαλακία στη μούρη. Θα κάνω το ποδήλατό μου χωρίς να φοβάμαι μη με πατήσει κανένα ανταγωνιστικό αρχίδι. Γιατί εμείς εδώ είμαστε ανταγωνιστικοί μόνο στα φανάρια. Σε τίποτα άλλο δεν ξέρουμε να ανταγωνιστούμε. Με τη μεζούρα μόνο μετράμε τα πουλιά μας και εν συνεχεία τα αυτοκίνητά μας. Και πρώτη εγώ. Νεύρα, βρίσιμο, χολή. Γιατί; Για ποιο λόγο; Ας μου πει κάποιος για ποιο λόγο. Γιατί είσαι ευαίσθητη χρυσή μου. Πάρε απόφαση ότι έτσι είναι τα πράγματα, δώσε ένα σωρό λεφτά σε γιόγκες, διαλογισμούς, ομοιοπαθητικούς, ψυχιάτρους, γυμναστήρια για να καταφέρεις να επιζήσεις στη χώρα που γεννήθηκες ή μάζεψε τα μπογαλάκια σου και πάρε τον πούλο και άσε μας ήσυχους γιατί παίζει και η Χουάνα η Παρθένα τώρα, άιντε.
(Η φωτογραφία του τίτλου είναι προσφορά του Δόγη μου).
Γεια σας. Από που ν’ αρχίσω και τι να πρωτοπώ. Σιγά-σιγά και ένα-ένα θα μου πείτε αλλά πώς να το κάνω αυτό; Όλα μαζί μου έρχονται. Εδώ που τα λέμε, σιγά τις μαλακίες που θα πω. Έτσι όπως έχουμε γίνει πια, ο καθένας έχει να πει μια ιστορία και του καθενός η ιστορία έχει από λίγη ίντριγκα μέσα. Όλοι κάτοικοι του Ντάλλας έχουμε καταντήσει. Μ’ όποιον και να μιλήσω, με το στόμα ανοιχτό θα μείνω. Ειδήσεις βλέπω, πάλι με το στόμα ανοιχτό. Περπατάω στο δρόμο, οδηγώ, κάθομαι, θα δω, θα ακούσω, θα μυρίσω από μια μαλακία και πάλι το στόμα ανοιχτό. Με τόσο αέρα που έχει φέτος, αερόστατο έχω καταντήσει με το στόμα ανοιχτό. Τέλος πάντων. Η διάθεσή μου δεν είναι και η ιδανικότερη.
Το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι το πέρασα στο νησί. Έκανα αμμοβολή, έφαγα χώμα, ωραία ήταν. Τα αρχίδια μου έγιναν τούμπανα, πρίστηκαν, ανατινάχτηκαν, ξαναγεννήθηκαν σαν την ουρά της σαύρας, ανατινάχτηκαν ξανά κι έτσι πήγε. Καταρχάς: μας γάμησε ο αέρας. Είχε βγάλει πέος 3 μέτρα και μας γαμούσε. Πάρε, δώσε, όρτσα, όλη μέρα κάθε μέρα πλην της εβδομάδας της πανσελήνου που ξεκαύλωσε λίγο να χαζέψει το φεγγάρι και τυχερός όποιος πήγε διακοπές εκείνη την εβδομάδα που ορκίζεται πως αέρα δεν είδε και που είχε αέρα; Στις Κυκλάδες; Τρελός είσαι; Για ρώτα και μας που μείναμε λίγο παραπάνω να σου πούμε. Σου έβγαζε το μαγιό ο πούστης και το έκανε τέντα. Δε θέλω τέντα για τα βυζιά μου ρε μεγάλε, μαγιό θέλω. Αλλά άντε συνεννοήσου εσύ με τον αέρα. Μας τα ’σπασε. Κι έκανε και κρύο. Γιατί αν ήταν μόνο ο αέρας να σας πω την αλήθεια, δε θα με ένοιαζε και τόσο γιατί ήμουν αποφασισμένη να κάνω μπάνιο. Εδώ τώρα έκανα μπάνιο που είχε ψωλόκρυο. Που έμπαινες στη θάλασσα με το κορμί βελούδο κι έβγαινες αχινός με όλες τις τρίχες όρθιες.
Παρένθεση εδώ και δεν ξαναμιλώ για το συγκεκριμένο θέμα: σε όλες τις διακοπές σκεφτόμουν πως με τόσο αέρα φέτος δε θα μείνει κολυμπηθρόξυλο όρθιο από τις φωτιές αλλά φαίνεται πως και οι εμπρηστές ήθελαν τις διακοπές τους. Έτσι, άφησαν να περάσει λίγο ο καιρός, μας ψιλοκορόιδεψαν ότι φέτος δε θα γίνει τζέρτζελο αλλά να τελικά, που για μια ακόμη φορά δεν διέψευσαν τις προσδοκίες μας. Με το καλό να τα κάψουν όλα, να τα χτίσουν και μετά να τους πάρει το ρέμα. Μέσα από την καρδιά μου εύχομαι να μη μείνει τίποτα όρθιο σ’ αυτή τη χώρα για να μη στενοχωριέμαι τη μέρα που θα την αφήνω πίσω με μια μούντζα τυπωμένη στην πλάτη μου, ούτε θα γυρίσω να κοιτάξω την πουτάνα για χώρα που με πληγώνει κάθε μέρα. Αυτοί είναι οι συμπατριώτες μου; Αυτοί έχουν το ίδιο DNA με μένα; Κελ ντεκαντάνς! Να αυτοκτονήσω τώρα! Μουνόπανα, κωλάθρωποι ξεφτιλισμένοι με τα ακριβά αυτοκίνητα και τα αρώματα, εσείς ευρωπαίοι της πούτσας βαθιά χωμένοι μέσα στην ανατολή. Κάψτε όλα ρε, τίποτα να μην αφήσετε. Και όταν χτιστούν τα πάντα και όλα έχουν την αισθητική της κωλοτρυπίδας σας, δώστε μια και σ’ αυτή την πουτάνα την Ακρόπολη να πα να γαμηθεί και χτίστε ένα εμπορικό να γουστάρετε. Ντάξει, 2500 χρόνια εκεί φτάνουν, μας έσπασε τα αρχίδια. Ρίξτε τη να ησυχάσουμε. Μπαζώστε ό,τι βρείτε, κάψτε το μουνί της μάνας σας και χτίστε πάνω σπίτια με μπόλικο τσιμέντο να είστε ωραίοι. Την πυλωτή να μην ξεχάσετε γιατί έχετε να παρκάρετε και τα τζιπ.
Κλείνει η παρένθεση και πολύ ασχολήθηκα. Δε στενοχωριέμαι πια. Σκασίλα μου. Δε στενοχωριέμαι ούτε τώρα που έχει βραδιάσει, οι φωτιές συνεχίζονται κι ενώ έχω κλείσει τα παντζούρια και η σκόνη από τα αποκαΐδια μπαίνει μέσα και με κάνει να φταρνίζομαι. Γιατί και που στενοχωριέμαι δηλαδή τι έγινε; Θα επανέλθουν τα δέντρα; Θα ξαναγεννηθούν τα ζώα που κάηκαν; Δε θα έχουν αναπνευστικά προβλήματα οι άνθρωποι που μένουν σε κοντινές περιοχές; Τίποτα δε θα γίνει. Οπότε γιατί να σκάω; Σφάζουν δελφίνια κλαίω, πετάνε παιδιά στα σκουπίδια κλαίω, μπαζώνουν ποτάμια κλαίω, κλαίω, κλαίω, όλο κλαίω και τι έγινε; Το μόνο που έγινε είναι ότι έχω κάνει πατσαβούρα τα μάτια μου. Ε όχι κύριοι. Όχι. Ο άνθρωπος είναι μίασμα, μικρόβιο, ιός, κάτι βρωμερό, τους σιχαίνομαι τους ανθρώπους, είναι σάπιοι από τη ρίζα. Λίγοι είναι οι καλοί, τόσο λίγοι. Και δε μπορούν να κάνουν και πολλά. Οπότε αφού θα πάμε που θα πάμε ομαδικώς από κει που ’ρθαμε, ας κοιτάξει ο καθένας την ψυχή του κι ας κάνει ό,τι μπορεί. Εγώ πάντως να ξαναστενοχωρηθώ για φωτιά και καταστροφή στην ελληνική επικράτεια, δεν πρόκειται. Με τίποτα. Αφού είναι μιλημένα όλα. Θα κάτσω εγώ να κάνω τη ρομαντική; Δε γαμιούνται; Βγαίνει ο κάθε μαλάκας και λέει το μακρύ και το κοντό του και μετά όταν χτίζουν τα μουνόπανα, έχουν τις ευλογίες του. Οπότε, τι να στενοχωριέμαι; Άσε που λίγο έως πολύ, ολονών μας τα σπίτια κάθονται πάνω σε ρυάκι ή δάσος. Απλά ό,τι έγινε, έγινε παλιά. Κάποιοι προγονοί μας ήρθαν, γάμησαν, έχτισαν, μείναμε και τώρα κουνιόμαστε και μεις και λέμε για τους άλλους. Γι’ αυτό σας λέω, είμαστε βρωμεροί και ένοχοι όλοι. Ναι, ναι, δεν φταίμε απαραίτητα εμείς για τα λάθη των προηγούμενων και σίγουρα υπάρχουν λαμπερές ψυχές, ξέρω αρκετές απ’ αυτές, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν κάνουμε και τίποτα και πως πάμε συνέχεια προς το χειρότερο, οπότε; Ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του.
Και συνεχίζουμε μετά και από τη δεύτερη αυτή παράγραφο της παρένθεσης που είχε τελειώσει στην πρώτη παράγραφο και περνάμε στις διακοπές.
Έτσι που λέτε με τον αέρα. Δεν μας έφτανε αυτός, έκανε και κρύο. Αλλά εγώ αμάσητη. Άντε ρε από κει. Θα πάω για μπάνιο δε πα να γαμιέσαι πατόκορφα. Αλλά αυτός είναι μεγάλος πούστης και έκανε τα κονέ του με τον Μέρφυ και με τιμώρησαν. Είσαι αμάσητη και πας για μπάνιο; Προσπαθείς απεγνωσμένα να έχεις καλή διάθεση; Σε ταλαιπωρούσε η αλλεργία σου 4 μήνες και μόλις έχει αρχίσει να σε αφήνει; Τώρα θα δεις. Και κρύωσα. Το τι κλανίδι έπεσε παίδες, δε λέγεται. Και δεν τραγούδησε μόνο ο δικός μου κώλος. Της ανιψιάς μου να δείτε. Τέτοιο σκατό που ήπια φέτος, δεν το έχω πιει ποτέ. Έριξα βέβαια και το γέλιο της αρκούδας καθότι μου άξιζε, δεν το συζητώ. Και γω όταν ξεπληρώνονται χρέη γελάω. Πόσο μάλλον τώρα, που πλήρωσα όλο το κλανίδι που έχω ρίξει στη ζωή μου, μέσω της αγγελικής μορφής της ανιψούλας μου η οποία εξελίσσεται σε ελεεινή κωλόγρια.
Καταρχάς για να μην μπερδευόμαστε, δεν πήγα κάμπινγκ. Την είδα να μείνω σπίτι. Εννοείται πως ότι είχα πάρει για το κάμπινγκ, σκηνές, στρώματα, 6478278926 βιβλία πήγαν άχρηστα και δεν χρησιμοποίησα τίποτα. Όλη μέρα έκανα μπάνιο, βόλτες, έκλανα και πλακωνόμουν με την ανιψιά μου. Κάπου στα μισά των διακοπών μου, άρχισα να εκνευρίζομαι. Μη ρωτήσετε γιατί. Δε θέλω και πολύ. Τα νεύρα μου είναι πολύ ευαίσθητα. Κάτι οι χιλιάδες γέρικες ψωλές στις παραλίες, κάτι ο αέρας, κάτι ξενερωτηλεφωνήματα, κάτι ξενεροσυναντήσεις, εκνευρίστηκα και ξαναγύρισε η αλλεργία μου. Ω ναι. Και μαζί με τις κλανιές, φταρνιζόμουν και φυσούσα τη μύτη μου όπως την πρώτη μέρα που ξεκίνησε. Τώρα που σας μιλάω εγώ έχω Μάρτιο. Ναι, βέβαια, αφού τότε ξεκίνησε η αλλεργία μου με τρελό φτάρνισμα πρωί βράδυ και χιλιάδες κιλά χαρτομάντιλων. Αλλά τώρα ο δικός μου Μάρτιος είναι εξελιγμένος. Αμέ. Τώρα φταρνίζομαι και ενδιάμεσα τη νύχτα. Σηκώνομαι κατά τις 2-3 για κατούρημα, πλακώνομαι στο φτάρνισμα και το φύσημα, ξαγρυπνάω και περνάω φανταστικά. Το μόνο καλό στην υπόθεση είναι ότι έχω ξεσκιστεί στο διάβασμα. Ε τι να κάνω 2 με 4 που φυσάω τη μύτη μου; Πάω στο σαλόνι και μελετάω. Να δείτε, θα είμαι ο πρώτος άνθρωπος που υπερ-μορφώθηκε λόγω μύξας.
Μην αρχίσετε με τα χάπια και τα αρχίδια μου. Κόβω τον κώλο μου ότι είναι ψυχολογικά τα αίτια του φταρνίσματος γιατί όπως καταλαβαίνετε δεν είναι δυνατόν να έχω ακόμα ανοιξιάτικη αλλεργία. Όπως δεν είναι δυνατόν να μου τελειώσει στα μισά των διακοπών, να μην έχω απολύτως τίποτα και μόλις μου χάλασε η διάθεση, την επόμενη ακριβώς μέρα να ξεκινήσει με τρομακτική ακρίβεια λες και γω έπεσα στη μαύρη τρύπα και ξαφνικά είχα Μάρτιο. Είμαι ψυχανεμισμένη, ανώμαλη, όλοι οι ορθολογιστές και φανατικοί της κλασικής ιατρικής πείτε ό,τι θέλετε, καθόλου δε με ενδιαφέρει, εγώ θα συνεχίσω την ομοιοπαθητική μου και θα πολεμήσω την κατάσταση με γιόγκα, διαλογισμό και όποια άλλη παρόμοια πρακτική θα μου φέρει τη νιρβάνα σ’ αυτή τη γαμιόλα τη χώρα που ζω. (Κατά τα άλλα, δε στενοχωριέμαι για ό,τι συμβαίνει, ούτε δίνω, σημασία, ye, right.)
Όπως καταλαβαίνετε, στα μισά των διακοπών, να έχει αέρα, να κλάνεις και να φταρνίζεσαι ενώ στην ωραιότερη παραλία έχει τίγκα γέρικες ψωλές, δεν είναι κι ό,τι καλύτερο. Αλλά εγώ δεν έκανα τίποτα και πεισματικά προσπαθούσα να το απολαύσω το όλο θέμα. Και τι να έκανα δηλαδή; Να πάω στους κωλόγερους και τις κωλόγριες να τους πατήσω ένα εμετό μέσα στη μούρη να στάζει πάνω στα ελεεινά κρεμασμένα βυζιά τους και στις στραβές ψωλές τους; Μπα, το δικό μου στομάχι θα χαλούσα. Αλλά ρε παιδιά, ήμαρτον δηλαδή, δεν υπάρχει χειρότερη κούραση από το να αποφεύγεις όλη την ώρα κάτι. Να χαλαρώσεις έχεις πάει διακοπές. Να αφήνεις το βλέμμα σου να ξεκουράζεται. Όχι να προσπαθείς συνέχεια, όλη μέρα να αποφεύγεις το εμετικό θέαμα ελεεινών γυμνών. Τι πήγες εκεί μωρή, θα σκεφτούν μερικοί αδαείς. Κάνε μας τη χάρη ρε φίλε. Κάνε μας τη χάρη που θα πεις πως τα ήθελε κι ο κώλος μας. Δεν ξέρετε ότι οι άνθρωποι είναι ψυχανώμαλοι κει κει που είναι ο ένας θα πάει και θα κολλήσει και ο άλλος; Ε, αυτό γινόταν και στο νησί το οποίο έχει μαγευτικές παραλίες μεν αλλά ανθρώπους για κατοίκους δε. Άμα είχε κατσίκες, θα ήταν καλύτερα. Μια φορά θυμάμαι με τον κολλητό στο κάτω Κουφονήσι που είχε έρθει μια κατσίκα από τα γκρεμνά, της δώσαμε κάτι κράκερ και όλα ήταν μια χαρά. Ούτε μας ενόχλησε περαιτέρω, ούτε τίποτα. Ήρθε, είδε, έφαγε, έφυγε. Τι ωραία. Ενώ εδώ, έβλεπε ο ένας ηλίθιος τον άλλο, πήγαινε και κόλλαγε δίπλα του. Έτσι, ήταν μαζεμένοι όλοι μαζί σε ένα κομμάτι όλοι οι ηλίθιοι να ουρλιάζουν, να παίζουν ρακέτες, να τον παίρνουν και να τον δίνουν και να ανατινάζουν αρχίδια και από την άλλη ήταν οι γυμνιστές ήσυχοι και ήρεμοι να απλώνουν τα αηδιαστικά γυμνά κορμιά τους στην άμμο και να διαβάζουν. Για πες εσύ που έχεις άποψη. Τι θα διάλεγες; Της πουτάνας το κάγκελο ή τις γέρικες ψωλές; Εγώ πάντως διάλεξα το δεύτερο. Το πρώτο δεν το αντέχω με τίποτα. Δε γίνεται ρε παιδί μου, δε μπορώ. Δε μπορώ να μου έρχεται συνέχεια ένα μπαλάκι στη μούρη, ένα πιτσιρίκι να μου πετάει χώματα, μια χαμούρα να ουρλιάζει, ένα μαλάκα να γκαρίζει στο κινητό και πάει λέγοντας. Προτιμώ τις γέρικες ψωλές που μόλις πάω, βλέπω που κάθονται και από κείνη τη στιγμή και πέρα ακουμπάω το βλέμμα μου μακριά τους, βαθιά μέσα στη θάλασσα και δεν το μετακινώ ξανά. Είναι βέβαια και οι ατυχέστατες στιγμές που οι γέρικες ψωλές θέλουν να μπουν στη θάλασσα ή να κάνουν βόλτα. Αντί να μείνουν ξαπλωμένοι στην άμμο και να περιμένουν να καούν και να τους πετάξουν στα σκουπίδια, θέλουν μπάνιο και βόλτα. Τι να πεις.
Ειλικρινά, δεν ξέρω τι έγινε φέτος. Πολύ αηδία ρε παιδί μου. Νέους γυμνούς ωραίους δεν είδα. Η παραλία των τεράτων ήταν. Και ξέρετε φυσικά ποια ήταν η δική μου αντίδραση ε; Φορούσα μαγιό κομπλέ. Μπας και ψιλιαστούν και ντυθούν αλλά αρχίδια, κανείς δε συγκινήθηκε. Ντάξει, κι άλλοι φορούσαν μαγιό, αλλά ήμασταν πολύ λίγοι. Αηδία. Δε θα ξεχάσω εκείνη τη γριά, που δεν την πρόλαβα να τη βγάλω φωτογραφία, που ήταν η κλασική γριά με τη μεγάλη κοιλιά, τα λεπτά πόδια και τα περμανάντ μαλλιά η οποία φορούσε κορδέλα σε φλούο πορτοκαλί παρακαλώ, μαγιό ολόσωμο μαύρο, ή λουλουδάτο, δε θυμάμαι ρε γαμώτο, γιατί δεν ήταν εκεί το ζήτημα. Κρατούσε στα χέρια μια σακούλα σκουπιδιών και μάζευε ό,τι πέτρα, κοχύλι, σκατά είχαν αφήσει οι προηγούμενοι μαλάκες (καλά, κανενός ο εγκέφαλος δε λειτουργεί να σκεφτεί ότι δεν κάνει να μεταφέρουμε τις παραλίες αλλού;) και όσο έκανε βόλτα είχε κατεβασμένο το μαγιό της στην κοιλάρα της και από πάνω κρεμόταν τα βυζιά της. Πόσο εμετό να κάνεις πάνω της; Πόσο; Αν και η συγκεκριμένη ήταν και ψιλοαστεία εδώ που τα λέμε. Γιατί ο άλλος που θυμάμαι, ελληνάρας, ήταν μακράν ό,τι πιο εμετικό έχω δει ποτέ στη ζωή μου και συνδύαζε ασχήμια και φασαρία. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια, φταίω εγώ γιατί πήγα σε άλλη παραλία που δεν φυσούσε τόσο μεν, αλλά ήταν τίγκα σε κόσμο λίγο παρακεί και κει που έκατσα εγώ, είχε εναλλακτικούς της πούτσας όπως αυτός ο αηδιαστικός άνθρωπος που έσκασε με την οικογένειά του. Αυτός λεπτός, αηδιαστικά αποκρουστικός με ξυρισμένα αρχίδια, γυναίκα χοντρή και εμετική επίσης με πατσές και δίπλες να απλώνονται σα ζύμη στην άμμο και δυο κόρες στην εφηβεία. Μάνα πατέρας γυμνοί, κόρες με μαγιό πάνω κάτω. Από κει και μόνο καταλαβαίνουμε το πρόβλημα. Απελευθέρωση της πούτσας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν εμετικοί μόνο στην όψη, αλλά και στο λόγο. Που να τους ακούγατε. Υπέφερα εκείνη την ημέρα με τον πούστη που ήρθε μετά από μας, έκατσε στο ένα μέτρο δίπλα μας ενώ είχε πόσο χώρο και όλη την ώρα, έμπαινε μπροστά μας και μας έδειχνε την εμετική του γύμνια. Ας πήγαινες με τους μαλάκες θα μου πεις. Τι να κάνω ρε γαμώ την πουτάνα μου; Γιατί πρέπει όλο εγώ να φεύγω; Γιατί όλο εγώ να κάνω πως δεν βλέπω, δεν ακούω, δε με νοιάζει; Γιατί; Γιατί εσένα σε πειράζουν όλα. Γίνε ένα με τους άλλους και τότε θα δεις τι ωραία που θα περνάς.
Συγνώμη, αλλά αυτό δεν το κάνω με τίποτα. Μα με τίποτα.
Συνεχίζεται προσεχώς (με τις θεϊκές κλανιές της ανιψιάς μου. Δεν υπάρχει το άτομο λέμε. Αναρωτιέμαι πως έγινε ίδια εγώ ενώ με βλέπει μια φορά το χρόνο και άμα. Σόι είμαστε θα μου πεις, τι ψάχνεις;)
Στραγάλι στον κατήφορο. Αμύγδαλο στο μπλέντερ. Φτερό στον άνεμο. Δεν ξέρω από που ν'αρχίσω, γι' αυτό δεν αρχίζω. Θ' αρχίσω όμως. Απλά είμαι σοκαρισμένη. Τι να πω; Για τις διακοπές που ήταν σπαζαρχιδοαστείες ή για το τραγελαφικό απίστευτο δράμα που με βρήκε εδώ;
Άσχετο με το θέμα μας αλλά ενδιαφέρον κείμενο, στην Καλόγρια.