Τι γαμήσι ήταν αυτό! Είπαμε να κάνουμε μετακόμιση, όχι να μας φύγει ο κώλος. Αλλά βλέπεις, έτσι είναι αυτά. Άμα μαλακίζεσαι 800 χρόνια και μετά θυμηθείς πως πρέπει κάποτε να μετακομίσεις, αρχίζεις το

τρέξιμο. Και το κακό είναι ότι το θυμήθηκες μέσα στις γιορτές γιατί είσαι τελείως ανώμαλο. Όταν κάτσεις όμως να μιλήσεις με τον εαυτό σου, να σκεφτείς ρε παιδί μου λίγο, να αναλογιστείς γιατί μαλακιζόσουν τόσο καιρό και δεν το έκανες, η αλήθεια που έρχεται μπροστά σου πονάει. Όχι, δεν είναι γιατί φοβάσαι τις αλλαγές (που τις φοβάσαι). Δεν είναι γιατί είσαι άφραγκος (που είσαι). Δεν είναι γιατί είσαι μαλάκας (αυτό κι αν είσαι!) Είναι γιατί έχεις τόση σαβούρα, που δεν ξέρεις από που να ξεκινήσεις. Ανοίγεις τα συρτάρια, τρομάζεις και τα ξανακλείνεις. Ανοίγεις τις ντουλάπες, τρομάζεις, τις ξανακλείνεις. Κοιτάς κάτω από τα κρεβάτια, τρομάζεις, σηκώνεσαι. Βγαίνεις στο μπαλκόνι, τρομάζεις, ξαναμπαίνεις μέσα. Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Έλα όμως που θα γερνούσα και ακόμα εκεί θα ήμουν. Οπότε, πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα τη μετακόμιση. Τι γαμήσι ήταν αυτό; Τι μαλακίες είχα μαζέψει Θεέ μου; Π.χ. βρήκα κάτι καλαμάκια από τις διακοπές στις Κυκλάδες από το 1995. Ποιος ξέρει τώρα τι ήταν αυτά τα καλαμάκια; Θα είχε πιει κανένας σουηδός θεογκόμενος και τα πήρα να τα φυλάξω να θυμάμαι τις χειλάρες του. Μπα. Πολύ καβλέρ μοιάζει και δεν είναι. Ίσως ήταν κανένα καλαμάκι που έκοψα καμιά δίμετρη κουράδα στα δύο και το κράτησα να το θυμάμαι. Μπα. Είμαι σιχασιάρα, σιγά μην κράταγα τέτοιο καλαμάκι.
Τέλος πάντων, να μην μακρηγορούμε, δεν θυμόμουν τι ήταν αυτές οι μαλακίες που είχα μαζέψει. Αλλά έλα που κώλωνα να τα πετάξω! Κι άμα τα πετάξω και θυμηθώ μετά γιατί τα κράτησα και στενοχωρηθώ που έστειλα τέτοια ανάμνηση; Κάτσε να πάω για ένα καφεδάκι να το σκεφτώ. Κι έτσι περνούσε ο καιρός και καθυστερούσε η μετακόμιση. Η μαλακία σε όλο της το μεγαλείο. Βέβαια, άμα ήσασταν στη θέση μου, πολύ πιθανό να κάνατε τα ίδια. Γιατί η πίπα ήταν ότι κάποια πράγματα θα πήγαιναν στη μαμά, άλλα στο εξοχικό και άλλα στο νέο σπίτι. Τριπλή μετακόμιση δηλαδή ή αλλιώς, το γαμήσι του αιώνα. Οπότε, ας πάω για ένα καφεδάκι να το σκεφτώ. Γιατί τόσα καλαμάκια, παντοφλίτσες, αρκουδάκια, χαρτάκια, περιοδικάκια, ρουχάκια, παπουτσάκια, αρωματάκια, μπουκαλάκια, κεράκια, ποτηράκια, κουπίτσες, αρχίδια, μύδια, κόπρανα, ό,τι μαλακία μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν μέσα στο σπίτι μου. Να μην σκεφτώ που θα τα βάλω; Πώς; Γιατί; Πότε; Που; Πίκρα. Βλέπω και κάτι ταινίες που φεύγει η άλλη από το σπίτι και παίρνει μια βαλιτσούλα που ούτε τα βρακιά μου δε χωράει. Τι σκατά βάζουν μέσα και πάνε σε άλλες χώρες; Μια κιλότα, ένα σουτιέν, μια φούστα, ένα καλσόν και μια ζακέτα; Τι σκατά; Σερβιέτες δεν χρειάζεται αυτή; Ούτε σαμπουάν; Ούτε κάλτσες; Ούτε δεύτερο ζευγάρι παπούτσια; Ντετόλ; Μασχαλίλ; Ναι, αν δεν τα έχει πάρει όλα αυτά, έχει τόσα φράγκουλα που θα αγοράσει ότι θέλει εκεί που θα πάει, αλλά αν δεν έχει, τι κάνει; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι μαρτύρησα. Μαρτύρησα! Με αυτά τα περιοδικά ειδικά, τράβηξα τρελό λούκι. Τρελό λέμε! Ξέρεις τι είναι να μαζεύεις τρία, τέσσερα χρόνια περιοδικά και μετά να σου λένε να τα πετάξεις; Ρε πας καλά; Και γιατί τα μάζευα εγώ; Για να τα πετάξω; Μα δε χωράμε καλή μου, τι να κάνουμε; Να πετάξεις τα ρούχα σου και τα έπιπλά σου να χωρέσουν ήθελα να πω, αλλά δεν το είπα γιατί θα είχαμε άλλα μετά συν ότι ήξερα ότι θα ήμουν παράλογη αν έλεγα κάτι τέτοιο. Αφήστε, δράμα η κατάσταση. Οπότε, πριν τα πετάξω, έπρεπε να τα ξεκαθαρίσω. Ποια ήθελα πραγματικά, ποια άρθρα μου έκαναν από άλλα, να τα σκίσω και να πετάξω τα υπόλοιπα... δράμα. Μιλάμε για χιλιάδες εργατοώρες. Εντωμεταξύ, μην ξεχνάμε, ότι γεννήθηκα για να βαριέμαι. Φανταστείτε τώρα ένα άτομο που βαριέται και βρίζει συνέχεια, να πρέπει να κάνει τέτοιες δουλειές. Αλλά έπρεπε να γίνει. Ναι, έπρεπε. Τώρα που βασανίστηκα τόσο, κατάλαβα πως η ζωή είναι για να βασανίζεσαι, είναι για να καταλαβαίνεις το νόημα, να νιώθεις το κάθε λεπτό, να ζεις. Φάε σκατά! Γαμώ την κούρασή μου μέσα!! Να κουβαλάω σακούλες, να σκίζονται, να μου χύνονται οι δίσκοι στην είσοδο, να ανοίγω την πόρτα της πολυκατοικίας, να την πιάνω με ένα μανταλάκι να μην κλείνει, να πηγαίνω στο αυτοκίνητο, να γυρνάω, να είναι κλειστή, ε που να σας γαμηθεί το σπίτι ρε αρχίδια! Τώρα σας έπιασε να την κλείσετε; Όταν μπουκάρουν οι γάτες και νιαουρίζουν και αντιλαλεί η πολυκατοικία δεν ξέρετε να την κλείσετε; Όταν μένει τάμπαρα νύχτες ολόκληρες, δεν ξέρετε να την κλείσετε; Άντε γαμηθείτε! Να ανεβαίνω πάνω, να φορτώνομαι σαν χαμάλης και μόλις έχω φορτωθεί και σχεδόν δεν φαίνομαι από τις σακούλες, να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ξέρω που άφησα τα κλειδιά και να πρέπει να αφήσω τα χιλιάδες πράγματα, να ψάξω τα κλειδιά, να ψάχνω τα κλειδιά, να βρίσκω τα κλειδιά, να φορτώνομαι ξανά τα πράγματα και να αντιλαμβάνομαι πως δεν ξέρω που είναι τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Κι άντε πάλι να αφήνω τις σακούλες, να χτυπάει το τηλέφωνο, να μιλάω, να κλείνω, να μην θυμάμαι ότι κάτι έψαχνα, να ξαναφορτώνομαι τις σακούλες, να κατεβαίνω κάτω, να αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχω τελικά τα κλειδιά του αυτοκινήτου, να ξανανεβαίνω πάνω, να αφήνω τις σακούλες, να ψάχνω τα κλειδιά, να βρίζω, να βρίζω, να βρίζω και τελικά να τα έχω στην τσέπη μου τόση ώρα...
Πέθανα. Πέθανα σας λέω! Αλλά τελείωσε το γαμημένο, τελείωσε! Βέβαια τώρα, τα πράγματά μου στο νέο σπίτι είναι γάμησέ τα. Γάμησέ τα σας λέω. Το βρακί μαζί με τη ζώνη και ένα βιβλίο, τα παπούτσια με τις τσάντες και δύο μπουφάν, τα περιοδικά κάτω από το κρεβάτι με τις μπαταρίες σε κουτιά... ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!! Εντάξει, σιγά-σιγά τα φτιάχνω, τα τακτοποιώ, αλλά βαριέμαι! Βαριέμαι ρε πούστη, βαριέμαι! Το καταλαβαίνετε; Βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι!!!!! Βαριέμαι!!!! Βα-ριέ-μαι!!!! Αλλά δε γίνεται, δε γίνεται! Πρέπει να τα τακτοποιήσω! Και θα το κάνω. Και το κάνω. Κάθε μέρα έχω να κάνω και μια μαλακία και δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά βαριέμαι!!!!
Τέλος πάντων. Το θέμα είναι ότι ο Μέρφυ με ακολουθεί και με παρακολουθεί. Με γουστάρει ο πούστης. Έφυγα από το σκύλο για να έρθω κάπου όπου κελαηδούν πουλάκια το πρωί και έχει πολλά δέντρα. Αλλά! Η από κάτω έχει για παιδί ένα δαιμονισμένο που η αγαπημένη του ασχολία είναι να χτυπάει το σιδερένιο κεφάλι του στον τοίχο και να σηκώνει το πιάνο και να το χτυπάει στο πάτωμα (έτσι τουλάχιστον ακούγεται). Επίσης, το πανέμορφο κελάηδημα των πουλιών, επισκιάζεται συχνά από τα γαμημένα ποντίκια του ουρανού ή αλλιώς περιστέρια ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκαν μαζί με τις κατσαρίδες. Για σκεφτείτε όσοι τα συμπαθείτε: έχετε δει ποτέ περιστέρια στην εξοχή; ΟΧΙ! Γιατί άραγε; Γιατί είναι ιοί αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι πουλιά. Ακόμα και τα ποντίκια ζουν στην εξοχή, αλλά όχι τα περιστέρια! Είναι τυχαίο νομίζετε; Όχι βέβαια!! Τα βρωμερά αυτά πτηνά ή ποντίκια του ουρανού, ζουν από τα σκουπίδια και την βρώμα γι’ αυτό και δεν υπάρχουν στην εξοχή. Γιατί εκεί δεν έχει βρώμα! Τα γαμημένα. Ακούς το πρωί, τσίου τσίου μελωδίες και ξαφνικά πρρρρ πρρρρρ που έτσι να κάνει ο κώλος τους και να ανατιναχτούν τα γαμημένα!!! Άσε τα σκατά τους! Προχτές μου έσπασαν ένα φυτό που μόλις είχε μεγαλώσει, είχε ανθήσει, είχε γίνει κουκλί. Τι κάθεσαι πάνω ρε σκατόπουλο; Ρε σκατομπουχεσόπουλο; Δε βλέπεις ότι είσαι κωλόχοντρο και δε σε κρατάει το κλαράκι; Γαμημένο; Χέζουν, χέζουν, χέζουν, τα μπαλκόνια μας είναι γεμάτα κουράδες! Έτσι μου’ ρχεται να κάνω τις κουράδες σβολάκια και να τους τα πετάω με σφεντόνια τα γαμημένα!! Έτσι που λέτε. Άσε το άλλο. Είναι δίπλα κι ένας ανώμαλος που έχει αγοράσει στα ανώμαλα τα παιδιά του το κωλόσπιτο που να τους γαμηθεί ο κώλος, των οποίων είναι μία η καύλα τους: να σέρνουν τα έπιπλα. Τι καύλα είναι αυτή και ανεξήγητη για μένα: να σέρνουν τα έπιπλα. Και πάντα, μα πάντα, με το που περάσει 11 το βράδυ. Και στις 9 το πρωί. Όλη την υπόλοιπη μέρα νεκρώνονται, δεν ακούγονται, ακατοίκητο το μπουρδέλο. Στις 9 και στις 11, 12, 1 τη νύχτα, σέρνονται τα έπιπλα, σέρνονται, σέρνονται, σέρνονται που να τους σουρθούν τα κωλάντερα και να τα κάνουνε γαρδούμπα τώρα που ‘ναι και Πάσχα γαμώ το στάβλο που είναι γεννημένοι όλοι. Ναι μωρέ, εγώ είμαι γρουσούζα, όλοι οι υπόλοιποι είναι ΟΚ. Κανένα πρόβλημα δεν έχουν. Εγώ πρέπει να γίνω ζώο και να μη με νοιάζει τίποτα. Εγώ. Ποιος άλλος; Εσύ; Γιατί; Εσύ καλά κοιμάσαι. Εγώ γιατί να σε ξυπνήσω με τη γκρίνια μου; Τόσο μαλάκω είμαι, κατάλαβες; Αυτά που λες. Παντού μαλάκες. Δε μου φτάνει η κούρασή μου από τη μετακόμιση, το γαμήσι που έχουν φάει οι δικοί μου για να με βοηθήσουν και άρα οι τύψεις που έχω, έχω και τους άσχετους μαλάκες να με ξενερώνουν όλη την ώρα. Θα μου πεις, η μάνα σου και η θεια σου και όλοι όσοι σε αγαπάνε, από νωρίς σου έχουν πει «άμα περιμένεις από τους άλλους.... σώθηκες....» και γω σκέφτομαι πάντα, μα πάντα, «μα γιατί ρε πούστη να μην έχω απαιτήσεις από τους άλλους; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» αλλά με το «γιατί» θα μείνω καθώς κανείς δε θα μου δώσει τελικά μια γαμημένη πειστική απάντηση.
Πάντως, εδώ που τα λέμε και τώρα που το θυμήθηκα, είχε και μια ευχάριστη στιγμή αυτή η μετακόμιση. Την ώρα του αμπαλάζ. Γιατί αυτή την ώρα, χρησιμοποιείς εφημερίδες για να αμπαλάρεις τα πράγματα και αυτό σημαίνει ότι διαβάζεις ότι μαλακία δεν έχεις διαβάσει τόσο καιρό. Βέβαια, αν είσαι εγώ, και άρα παντελώς ηλίθια, δεν έχεις αφήσει καμία καρέκλα μέσα στο σπίτι παρά δύο σκαμπό εντελώς της πούτσας που άμα κάτσεις, το πιο πιθανό είναι να σου μπει στον κώλο κανένα πόδι. Άρα, σου φεύγει ο κώλος στην κούραση αφού ή κάθεσαι στο πάτωμα ή κοντοκάθεσαι. Ευτυχώς λοιπόν που είναι οι εφημερίδες που λέγαμε. Αν είναι ειδικά τίποτα, τύπου Εσπρέσο, περνάς γαμηστερά! Είναι ό,τι πρέπει. Βέβαια, είναι πιθανό να κάνεις περισσότερη ώρα με το αμπαλάζ (γιατί δε μπορείς να μη διαβάσεις άρθρα όπως το «ανθρώπινο γονίδιο σε αγελάδα» ή «πως θα μάθετε τη γάτα σας να τα κάνει στην τουαλέτα»). Αν θες βέβαια να τελειώσεις γρήγορα (και είσαι γυναίκα), καλύτερα να κάνεις αμπαλάζ με κανονικές αθλητικές εφημερίδες. Τελειώνεις στο πι και φι. Γιατί στην Εσπρέσο, ακόμα και τα αθλητικά, γαμάνε. Τίτλος που συνάντησα: «ο Έλληνας Κλούνι στην Ιταλία» και έδειχνε τον Νικοπολίδη ρε μαλάκες! Το είδα, γέλασα καλά-καλά και μετά καθόμουν και σκεφτόμουν αν μοιάζει. Σε προβληματίζει αυτή η εφημερίδα τελικά.
Έτσι που λέτε. Πέθανα στην κούραση. Κόντεψα να μην καταλάβω Πάσχα. Καλά που είναι και οι γονείς, ζωή να’ χουν, που έφτιαξαν τα μεζεκλίκια τους και ντερλικώσαμε γιατί αλλιώς.... με τα καλαμάκια θα ήμουν ακόμα και τα περιοδικά.
Με τόσα νεύρα που είχα εντωμεταξύ (και έχω), είπα να πάω και μία στην εκκλησία να ανάψω ένα κεράκι ρε παιδί μου. Ε αυτό ήταν. Μου ανέβηκε το αίμα στον εγκέφαλο γαμώ τις πουστόγριες τις πουτάνες! Τι σπρώχνεις μωρή καριόλα ξεκωλιάρα γαμώ το σπίτι σου το μπουρδέλο γαμώ τους τρόπους σου μέσα πουτάνα πουτάνα πουτάνα; Λίγο σεβασμό μωρή καριόλα! Τι μου τρίβεις τα βυζιά σου στην πλάτη μωρή παλιοχαμούρα μέσα στην εκκλησία; Βιάζεσαι να πας να αφήσεις το κραγιόν σου μωρή τσατσά πάνω στην εικόνα; Αυτά ήθελα να πω και σφιγγόμουν όχι μόνο να μην τα πω, αλλά να μην τα σκέφτομαι καν. Να προσκυνήσω πήγα, δεν πήγα να βρίσω, ούτε να συγχυστώ. Πώς όμως να τα καταφέρει ένας άνθρωπος όλα αυτά; Και μάλιστα εγώ. Πώς;
Έτσι που λέτε. Δόξα Το Θεό, τελείωσε η μετακόμιση, έφυγε το Πάσχα, άντε να έρθουν άλλα με λιγότερη κούραση, υγεία και ευτυχία. Αχ, πόνεσε το χέρι μου να γράφω!