Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Αγαπημένη Άννα.

Η αγαπημένη μου θεία πέθανε. Δεν γράφω αυτό το κείμενο για να δεχτώ συλλυπητήρια. Το γράφω για να θυμάμαι. Όχι την ίδια, αλλά αυτό που συνέβη. Όχι πως υπήρχε περίπτωση να το ξεχάσω αλλά θέλω να το γράψω γιατί υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να βλέπουν μερικοί άνθρωποι που δίνονται και η καλοσύνη γι’ αυτούς είναι το Α και το Ω της ζωής τους. Η καλοσύνη που δεν είναι μια μαλακία για να κερδίσεις. Είναι καθαρή. Πεντακάθαρη. Αυτοί πρέπει να δουν και να καταλάβουν πως δεν είναι κακό καμιά φορά να είσαι σκληρός. Ναι, να δίνεις πάντα χωρίς αντάλλαγμα αλλά ποτέ να μην παραιτηθείς. Ότι κι αν έχεις. Ότι κι αν σου συμβεί. Να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά και να συνεχίσεις. Κι ας αφήσεις πίσω σου ανθρώπους που κλαίνε και που σε παρακαλούν. Εσύ πρέπει να συνεχίσεις.

Η θεία μου ήταν η δεύτερη μαμά μου. Με μεγάλωσε μαζί με τη μαμά μου και το μπαμπά μου και μου έδωσε πολλά. Πάρα πολλά. Δεν έκανε δικά της παιδιά. Εγώ ήμουν το δικό της παιδί. Γι’ αυτό και την έβριζα όπως τη μαμά μου. Γι’ αυτό και την αγαπούσα όπως τη μαμά μου. Τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρήθηκε πολύ με την καρδιά της και τελικά πέθανε.

Ήταν ένας άνθρωπος που δούλεψε σκληρά στη ζωή της για να δίνει και μόνο. Τι πήρε; Βρισιές. Πολλές βρισιές και μπόλικη ταπείνωση. Βλέπετε, είναι συνηθισμένο όταν δίνεις και είσαι πάρα πολύ καλός, δε μιλάς, είσαι χαμογελαστός, να σου δίνουν μια κουράδα. Εντάξει, όχι όλοι. Εμείς την αγαπούσαμε και το εμείς είναι πολύ, μα πολύ συγκεκριμένο.

Η θεία μου παραιτήθηκε από τη ζωή κι έφυγε. Με πολύ πόνο. Οι εικόνες που είδα ήταν πάρα πολύ σκληρές και δε θέλω να ξαναδώ καμία παρόμοια. Ξέρω ότι υπάρχει πολύς πόνος στον κόσμο και μεγάλη αδικία. Αλλά άλλο να το ξέρεις και άλλο να το βλέπεις. Της έλεγα να προσπαθήσει αλλά δεν ήθελε. Είπαμε, είχε παραιτηθεί. Μια ζωή έδινε και μια ωραία μέρα βαρέθηκε και παραιτήθηκε. Έτσι απλά. Ένας άνθρωπος που δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν έκανε καταχρήσεις, δεν είχε πάρει ούτε ασπιρίνη, παραιτήθηκε από τη ζωή, μέσα σε 6 χρόνια αρρώστησε και πέθανε.

Δεν λέω πως φταίει κάποιος. Ίσως να φταίει. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι θέλω να είναι πολύ ευτυχισμένη εκεί που πήγε κι αν ξανάρθει να την αγαπούν όλοι και να την φροντίζουν. Να τη χαϊδεύουν και να της χαμογελούν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί αυτό της άξιζε και αυτό της αξίζει στον αιώνα των άπαντα.

Η θεία μου έφυγε. Δεν το πιστεύει κανείς. Όλοι νομίζουμε πως είναι στο νοσοκομείο. Αλλά δεν είναι. Τουλάχιστον όμως, ξέρω πως τώρα ξεκουράστηκε. Ησύχασε. Ησύχασε. Δεν ήταν ζωή αυτή που περνούσε. Τόσος πόνος. Τόσος πολύς πόνος.

Η θεία μου ήταν πολύ όμορφη και πολύ καλή. Ήταν και θα γίνει ένας άγγελος. Της εύχομαι να είναι ευτυχισμένη.

Θεία Άννα, σ’ αγαπώ πάρα πολύ. Να είσαι υπέροχα. Να πετάς! Και σου ζητώ συγνώμη. Για όλους και όλα.

Η ανιψιά σου.

Άννα Π. Κ. 1/8/1941 - 29/4/2008.

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Μετά το Πάσχα.

Τι γαμήσι ήταν αυτό! Είπαμε να κάνουμε μετακόμιση, όχι να μας φύγει ο κώλος. Αλλά βλέπεις, έτσι είναι αυτά. Άμα μαλακίζεσαι 800 χρόνια και μετά θυμηθείς πως πρέπει κάποτε να μετακομίσεις, αρχίζεις το τρέξιμο. Και το κακό είναι ότι το θυμήθηκες μέσα στις γιορτές γιατί είσαι τελείως ανώμαλο. Όταν κάτσεις όμως να μιλήσεις με τον εαυτό σου, να σκεφτείς ρε παιδί μου λίγο, να αναλογιστείς γιατί μαλακιζόσουν τόσο καιρό και δεν το έκανες, η αλήθεια που έρχεται μπροστά σου πονάει. Όχι, δεν είναι γιατί φοβάσαι τις αλλαγές (που τις φοβάσαι). Δεν είναι γιατί είσαι άφραγκος (που είσαι). Δεν είναι γιατί είσαι μαλάκας (αυτό κι αν είσαι!) Είναι γιατί έχεις τόση σαβούρα, που δεν ξέρεις από που να ξεκινήσεις. Ανοίγεις τα συρτάρια, τρομάζεις και τα ξανακλείνεις. Ανοίγεις τις ντουλάπες, τρομάζεις, τις ξανακλείνεις. Κοιτάς κάτω από τα κρεβάτια, τρομάζεις, σηκώνεσαι. Βγαίνεις στο μπαλκόνι, τρομάζεις, ξαναμπαίνεις μέσα. Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Έλα όμως που θα γερνούσα και ακόμα εκεί θα ήμουν. Οπότε, πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα τη μετακόμιση. Τι γαμήσι ήταν αυτό; Τι μαλακίες είχα μαζέψει Θεέ μου; Π.χ. βρήκα κάτι καλαμάκια από τις διακοπές στις Κυκλάδες από το 1995. Ποιος ξέρει τώρα τι ήταν αυτά τα καλαμάκια; Θα είχε πιει κανένας σουηδός θεογκόμενος και τα πήρα να τα φυλάξω να θυμάμαι τις χειλάρες του. Μπα. Πολύ καβλέρ μοιάζει και δεν είναι. Ίσως ήταν κανένα καλαμάκι που έκοψα καμιά δίμετρη κουράδα στα δύο και το κράτησα να το θυμάμαι. Μπα. Είμαι σιχασιάρα, σιγά μην κράταγα τέτοιο καλαμάκι.

Τέλος πάντων, να μην μακρηγορούμε, δεν θυμόμουν τι ήταν αυτές οι μαλακίες που είχα μαζέψει. Αλλά έλα που κώλωνα να τα πετάξω! Κι άμα τα πετάξω και θυμηθώ μετά γιατί τα κράτησα και στενοχωρηθώ που έστειλα τέτοια ανάμνηση; Κάτσε να πάω για ένα καφεδάκι να το σκεφτώ. Κι έτσι περνούσε ο καιρός και καθυστερούσε η μετακόμιση. Η μαλακία σε όλο της το μεγαλείο. Βέβαια, άμα ήσασταν στη θέση μου, πολύ πιθανό να κάνατε τα ίδια. Γιατί η πίπα ήταν ότι κάποια πράγματα θα πήγαιναν στη μαμά, άλλα στο εξοχικό και άλλα στο νέο σπίτι. Τριπλή μετακόμιση δηλαδή ή αλλιώς, το γαμήσι του αιώνα. Οπότε, ας πάω για ένα καφεδάκι να το σκεφτώ. Γιατί τόσα καλαμάκια, παντοφλίτσες, αρκουδάκια, χαρτάκια, περιοδικάκια, ρουχάκια, παπουτσάκια, αρωματάκια, μπουκαλάκια, κεράκια, ποτηράκια, κουπίτσες, αρχίδια, μύδια, κόπρανα, ό,τι μαλακία μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν μέσα στο σπίτι μου. Να μην σκεφτώ που θα τα βάλω; Πώς; Γιατί; Πότε; Που; Πίκρα. Βλέπω και κάτι ταινίες που φεύγει η άλλη από το σπίτι και παίρνει μια βαλιτσούλα που ούτε τα βρακιά μου δε χωράει. Τι σκατά βάζουν μέσα και πάνε σε άλλες χώρες; Μια κιλότα, ένα σουτιέν, μια φούστα, ένα καλσόν και μια ζακέτα; Τι σκατά; Σερβιέτες δεν χρειάζεται αυτή; Ούτε σαμπουάν; Ούτε κάλτσες; Ούτε δεύτερο ζευγάρι παπούτσια; Ντετόλ; Μασχαλίλ; Ναι, αν δεν τα έχει πάρει όλα αυτά, έχει τόσα φράγκουλα που θα αγοράσει ότι θέλει εκεί που θα πάει, αλλά αν δεν έχει, τι κάνει; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι μαρτύρησα. Μαρτύρησα! Με αυτά τα περιοδικά ειδικά, τράβηξα τρελό λούκι. Τρελό λέμε! Ξέρεις τι είναι να μαζεύεις τρία, τέσσερα χρόνια περιοδικά και μετά να σου λένε να τα πετάξεις; Ρε πας καλά; Και γιατί τα μάζευα εγώ; Για να τα πετάξω; Μα δε χωράμε καλή μου, τι να κάνουμε; Να πετάξεις τα ρούχα σου και τα έπιπλά σου να χωρέσουν ήθελα να πω, αλλά δεν το είπα γιατί θα είχαμε άλλα μετά συν ότι ήξερα ότι θα ήμουν παράλογη αν έλεγα κάτι τέτοιο. Αφήστε, δράμα η κατάσταση. Οπότε, πριν τα πετάξω, έπρεπε να τα ξεκαθαρίσω. Ποια ήθελα πραγματικά, ποια άρθρα μου έκαναν από άλλα, να τα σκίσω και να πετάξω τα υπόλοιπα... δράμα. Μιλάμε για χιλιάδες εργατοώρες. Εντωμεταξύ, μην ξεχνάμε, ότι γεννήθηκα για να βαριέμαι. Φανταστείτε τώρα ένα άτομο που βαριέται και βρίζει συνέχεια, να πρέπει να κάνει τέτοιες δουλειές. Αλλά έπρεπε να γίνει. Ναι, έπρεπε. Τώρα που βασανίστηκα τόσο, κατάλαβα πως η ζωή είναι για να βασανίζεσαι, είναι για να καταλαβαίνεις το νόημα, να νιώθεις το κάθε λεπτό, να ζεις. Φάε σκατά! Γαμώ την κούρασή μου μέσα!! Να κουβαλάω σακούλες, να σκίζονται, να μου χύνονται οι δίσκοι στην είσοδο, να ανοίγω την πόρτα της πολυκατοικίας, να την πιάνω με ένα μανταλάκι να μην κλείνει, να πηγαίνω στο αυτοκίνητο, να γυρνάω, να είναι κλειστή, ε που να σας γαμηθεί το σπίτι ρε αρχίδια! Τώρα σας έπιασε να την κλείσετε; Όταν μπουκάρουν οι γάτες και νιαουρίζουν και αντιλαλεί η πολυκατοικία δεν ξέρετε να την κλείσετε; Όταν μένει τάμπαρα νύχτες ολόκληρες, δεν ξέρετε να την κλείσετε; Άντε γαμηθείτε! Να ανεβαίνω πάνω, να φορτώνομαι σαν χαμάλης και μόλις έχω φορτωθεί και σχεδόν δεν φαίνομαι από τις σακούλες, να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ξέρω που άφησα τα κλειδιά και να πρέπει να αφήσω τα χιλιάδες πράγματα, να ψάξω τα κλειδιά, να ψάχνω τα κλειδιά, να βρίσκω τα κλειδιά, να φορτώνομαι ξανά τα πράγματα και να αντιλαμβάνομαι πως δεν ξέρω που είναι τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Κι άντε πάλι να αφήνω τις σακούλες, να χτυπάει το τηλέφωνο, να μιλάω, να κλείνω, να μην θυμάμαι ότι κάτι έψαχνα, να ξαναφορτώνομαι τις σακούλες, να κατεβαίνω κάτω, να αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχω τελικά τα κλειδιά του αυτοκινήτου, να ξανανεβαίνω πάνω, να αφήνω τις σακούλες, να ψάχνω τα κλειδιά, να βρίζω, να βρίζω, να βρίζω και τελικά να τα έχω στην τσέπη μου τόση ώρα...

Πέθανα. Πέθανα σας λέω! Αλλά τελείωσε το γαμημένο, τελείωσε! Βέβαια τώρα, τα πράγματά μου στο νέο σπίτι είναι γάμησέ τα. Γάμησέ τα σας λέω. Το βρακί μαζί με τη ζώνη και ένα βιβλίο, τα παπούτσια με τις τσάντες και δύο μπουφάν, τα περιοδικά κάτω από το κρεβάτι με τις μπαταρίες σε κουτιά... ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!! Εντάξει, σιγά-σιγά τα φτιάχνω, τα τακτοποιώ, αλλά βαριέμαι! Βαριέμαι ρε πούστη, βαριέμαι! Το καταλαβαίνετε; Βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι, βαριέμαι!!!!! Βαριέμαι!!!! Βα-ριέ-μαι!!!! Αλλά δε γίνεται, δε γίνεται! Πρέπει να τα τακτοποιήσω! Και θα το κάνω. Και το κάνω. Κάθε μέρα έχω να κάνω και μια μαλακία και δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά βαριέμαι!!!!

Τέλος πάντων. Το θέμα είναι ότι ο Μέρφυ με ακολουθεί και με παρακολουθεί. Με γουστάρει ο πούστης. Έφυγα από το σκύλο για να έρθω κάπου όπου κελαηδούν πουλάκια το πρωί και έχει πολλά δέντρα. Αλλά! Η από κάτω έχει για παιδί ένα δαιμονισμένο που η αγαπημένη του ασχολία είναι να χτυπάει το σιδερένιο κεφάλι του στον τοίχο και να σηκώνει το πιάνο και να το χτυπάει στο πάτωμα (έτσι τουλάχιστον ακούγεται). Επίσης, το πανέμορφο κελάηδημα των πουλιών, επισκιάζεται συχνά από τα γαμημένα ποντίκια του ουρανού ή αλλιώς περιστέρια ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκαν μαζί με τις κατσαρίδες. Για σκεφτείτε όσοι τα συμπαθείτε: έχετε δει ποτέ περιστέρια στην εξοχή; ΟΧΙ! Γιατί άραγε; Γιατί είναι ιοί αγαπητοί μου φίλοι, δεν είναι πουλιά. Ακόμα και τα ποντίκια ζουν στην εξοχή, αλλά όχι τα περιστέρια! Είναι τυχαίο νομίζετε; Όχι βέβαια!! Τα βρωμερά αυτά πτηνά ή ποντίκια του ουρανού, ζουν από τα σκουπίδια και την βρώμα γι’ αυτό και δεν υπάρχουν στην εξοχή. Γιατί εκεί δεν έχει βρώμα! Τα γαμημένα. Ακούς το πρωί, τσίου τσίου μελωδίες και ξαφνικά πρρρρ πρρρρρ που έτσι να κάνει ο κώλος τους και να ανατιναχτούν τα γαμημένα!!! Άσε τα σκατά τους! Προχτές μου έσπασαν ένα φυτό που μόλις είχε μεγαλώσει, είχε ανθήσει, είχε γίνει κουκλί. Τι κάθεσαι πάνω ρε σκατόπουλο; Ρε σκατομπουχεσόπουλο; Δε βλέπεις ότι είσαι κωλόχοντρο και δε σε κρατάει το κλαράκι; Γαμημένο; Χέζουν, χέζουν, χέζουν, τα μπαλκόνια μας είναι γεμάτα κουράδες! Έτσι μου’ ρχεται να κάνω τις κουράδες σβολάκια και να τους τα πετάω με σφεντόνια τα γαμημένα!! Έτσι που λέτε. Άσε το άλλο. Είναι δίπλα κι ένας ανώμαλος που έχει αγοράσει στα ανώμαλα τα παιδιά του το κωλόσπιτο που να τους γαμηθεί ο κώλος, των οποίων είναι μία η καύλα τους: να σέρνουν τα έπιπλα. Τι καύλα είναι αυτή και ανεξήγητη για μένα: να σέρνουν τα έπιπλα. Και πάντα, μα πάντα, με το που περάσει 11 το βράδυ. Και στις 9 το πρωί. Όλη την υπόλοιπη μέρα νεκρώνονται, δεν ακούγονται, ακατοίκητο το μπουρδέλο. Στις 9 και στις 11, 12, 1 τη νύχτα, σέρνονται τα έπιπλα, σέρνονται, σέρνονται, σέρνονται που να τους σουρθούν τα κωλάντερα και να τα κάνουνε γαρδούμπα τώρα που ‘ναι και Πάσχα γαμώ το στάβλο που είναι γεννημένοι όλοι. Ναι μωρέ, εγώ είμαι γρουσούζα, όλοι οι υπόλοιποι είναι ΟΚ. Κανένα πρόβλημα δεν έχουν. Εγώ πρέπει να γίνω ζώο και να μη με νοιάζει τίποτα. Εγώ. Ποιος άλλος; Εσύ; Γιατί; Εσύ καλά κοιμάσαι. Εγώ γιατί να σε ξυπνήσω με τη γκρίνια μου; Τόσο μαλάκω είμαι, κατάλαβες; Αυτά που λες. Παντού μαλάκες. Δε μου φτάνει η κούρασή μου από τη μετακόμιση, το γαμήσι που έχουν φάει οι δικοί μου για να με βοηθήσουν και άρα οι τύψεις που έχω, έχω και τους άσχετους μαλάκες να με ξενερώνουν όλη την ώρα. Θα μου πεις, η μάνα σου και η θεια σου και όλοι όσοι σε αγαπάνε, από νωρίς σου έχουν πει «άμα περιμένεις από τους άλλους.... σώθηκες....» και γω σκέφτομαι πάντα, μα πάντα, «μα γιατί ρε πούστη να μην έχω απαιτήσεις από τους άλλους; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» αλλά με το «γιατί» θα μείνω καθώς κανείς δε θα μου δώσει τελικά μια γαμημένη πειστική απάντηση.

Πάντως, εδώ που τα λέμε και τώρα που το θυμήθηκα, είχε και μια ευχάριστη στιγμή αυτή η μετακόμιση. Την ώρα του αμπαλάζ. Γιατί αυτή την ώρα, χρησιμοποιείς εφημερίδες για να αμπαλάρεις τα πράγματα και αυτό σημαίνει ότι διαβάζεις ότι μαλακία δεν έχεις διαβάσει τόσο καιρό. Βέβαια, αν είσαι εγώ, και άρα παντελώς ηλίθια, δεν έχεις αφήσει καμία καρέκλα μέσα στο σπίτι παρά δύο σκαμπό εντελώς της πούτσας που άμα κάτσεις, το πιο πιθανό είναι να σου μπει στον κώλο κανένα πόδι. Άρα, σου φεύγει ο κώλος στην κούραση αφού ή κάθεσαι στο πάτωμα ή κοντοκάθεσαι. Ευτυχώς λοιπόν που είναι οι εφημερίδες που λέγαμε. Αν είναι ειδικά τίποτα, τύπου Εσπρέσο, περνάς γαμηστερά! Είναι ό,τι πρέπει. Βέβαια, είναι πιθανό να κάνεις περισσότερη ώρα με το αμπαλάζ (γιατί δε μπορείς να μη διαβάσεις άρθρα όπως το «ανθρώπινο γονίδιο σε αγελάδα» ή «πως θα μάθετε τη γάτα σας να τα κάνει στην τουαλέτα»). Αν θες βέβαια να τελειώσεις γρήγορα (και είσαι γυναίκα), καλύτερα να κάνεις αμπαλάζ με κανονικές αθλητικές εφημερίδες. Τελειώνεις στο πι και φι. Γιατί στην Εσπρέσο, ακόμα και τα αθλητικά, γαμάνε. Τίτλος που συνάντησα: «ο Έλληνας Κλούνι στην Ιταλία» και έδειχνε τον Νικοπολίδη ρε μαλάκες! Το είδα, γέλασα καλά-καλά και μετά καθόμουν και σκεφτόμουν αν μοιάζει. Σε προβληματίζει αυτή η εφημερίδα τελικά.

Έτσι που λέτε. Πέθανα στην κούραση. Κόντεψα να μην καταλάβω Πάσχα. Καλά που είναι και οι γονείς, ζωή να’ χουν, που έφτιαξαν τα μεζεκλίκια τους και ντερλικώσαμε γιατί αλλιώς.... με τα καλαμάκια θα ήμουν ακόμα και τα περιοδικά.

Με τόσα νεύρα που είχα εντωμεταξύ (και έχω), είπα να πάω και μία στην εκκλησία να ανάψω ένα κεράκι ρε παιδί μου. Ε αυτό ήταν. Μου ανέβηκε το αίμα στον εγκέφαλο γαμώ τις πουστόγριες τις πουτάνες! Τι σπρώχνεις μωρή καριόλα ξεκωλιάρα γαμώ το σπίτι σου το μπουρδέλο γαμώ τους τρόπους σου μέσα πουτάνα πουτάνα πουτάνα; Λίγο σεβασμό μωρή καριόλα! Τι μου τρίβεις τα βυζιά σου στην πλάτη μωρή παλιοχαμούρα μέσα στην εκκλησία; Βιάζεσαι να πας να αφήσεις το κραγιόν σου μωρή τσατσά πάνω στην εικόνα; Αυτά ήθελα να πω και σφιγγόμουν όχι μόνο να μην τα πω, αλλά να μην τα σκέφτομαι καν. Να προσκυνήσω πήγα, δεν πήγα να βρίσω, ούτε να συγχυστώ. Πώς όμως να τα καταφέρει ένας άνθρωπος όλα αυτά; Και μάλιστα εγώ. Πώς;

Έτσι που λέτε. Δόξα Το Θεό, τελείωσε η μετακόμιση, έφυγε το Πάσχα, άντε να έρθουν άλλα με λιγότερη κούραση, υγεία και ευτυχία. Αχ, πόνεσε το χέρι μου να γράφω!



Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

Καλό Πάσχα λέμε!


Επειδή έρχεται Πάσχα (τι έρχεται, ήρθε) δε θα βρίσω, θα σας ευχηθώ να περάσετε καλά, να προσέχετε, να φάτε, να πιείτε, να κλάσετε βροντερά χωρίς να κρατιέστε (έλεος πια με τους καλούς τρόπους, σε διακοπές είστε), να προσέχετε και να προσέχετε!
Εγώ είμαι πτώμα από την κούραση γιατί μετακομίζω, ναι φεύγω από τους υπέρτατους μαλάκες, τους σκύλους, τα μυρμήγκια, τα ερ κοντίσιον, τα αρχίδια τα καλαβρέζικα (ευτυχώς πoυ δε θα έβριζα, φτου ρε γαμώτο!) και δε θα πάω πουθενά πέρα από μανούλες και πατερούληδες, κατοικίδια και φίλους. Τα λέμε λοιπόν την ερχόμενη εβδομάδα με έξτρα χώσιμο και πολλά πολλά μπινελίκια. Μην φάτε πολύ και γίνετε σα βόδια. Έρχεται καλοκαίρι, κανονίστε!

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Καθημερινή στο Κέντρο.

Σ’ αυτή τη γαμημένη πόλη, δουλεύει κανένας πούστης; Ή όλοι ξύνουν το μουνί τους στους δρόμους; Τι ρωτάω; Δεν ξέρω; Ένας δουλεύει πάντα και οι άλλοι 10 το ξύνουν. Γιατί αν δεν είναι έτσι, τότε πόσοι έχουμε γίνει ρε πούστη μου σ’ αυτή τη γαμόπολη; Πόσοι; 30 εκατομμύρια; Κι αν δεν έχουμε γίνει 30 εκατομμύρια, τι σκατά; Όλοι επιλέγουν να βγουν στους δρόμους την ίδια γαμημένη ώρα; Τι σκατά ξαναρωτάω! Μαλάκες είναι; Πόσο μαλάκες είναι; Πόσο; Έρχεται Πάσχα, σκάσε, θα μου πείτε, βγήκε ο κόσμος να ψωνίσει. Ποιος κόσμος γαμώ την τύχη τους μέσα, ποιος κόσμος; Ο ζωολογικός κήπος άνοιξε και βγήκαν έξω τα ζώα... τα προσβάλλω κιόλας. Το εργαστήριο άνοιξε και βγήκαν όλα τα πειραματόζωα έξω! Πώς πάνε έτσι ρε γαμώ την καντίφλα τους; Πώς πάνε έτσι ρωτάω! Περπατάει η χαμούρα κορδωμένη με τις γαμότσαντες με τις μυτερές γωνίες και μπαααμ! στο καλάμι σου. Άμα εκείνη την ώρα μωρή χαμούρα μου γυρίσει το μάτι και σου τραβήξω κανένα μπούκο, θα σου αρέσει; Αλλά βλέπεις, σε μας στους μαλάκες συμβαίνουν αυτά. Οι χαμούρες μεταξύ τους δε χτυπιούνται. Συνεννοημένες είναι οι καριόλες. Να δεις που θα κλείνουν και το μάτι συνθηματικά η μία στην άλλη. Καριόλες! Αντιπαθητικές ξυνομούνες γαμώ το σπίτι σας! Δε μπορείτε ρε παλιοβόδια, ρε μοσχάρια, ρε κωλοαγελάδες, να κάνετε πιο κει όταν βλέπετε άνθρωπο να περνάει; Γιατί, θα μου πείτε, οι αγελάδες κάνουν; ΑΜΕΕΕΕΕ!!!! ΚΑΡΙΟΛΕΣ!!! ΚΑΝΟΥΝ ΠΩΣ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ!!! ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΕΡΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΑΛΙΟΧΑΜΟΥΡΕΣ!!!! Δεν τις μπορώ τις καριόλες που νομίζουν ότι είναι θεόμουνα που ούτε να τις κατουρήσεις στη μούρη δεν αξίζουν, που περπατάνε με το κεφάλι ψηλά και έχουν ορκιστεί σε θεούς και δαίμονες πως δε θα παρεκκλίνουν της πορείας τους ακόμα και ανάπηρη γριά να συναντήσουν. Να κάνει η γριά πέρα! Εγώ θα κάνω; Εγώ είμαι γαμάω! Ε άντε και γαμηθείτε! Γιατί εγώ πρέπει κάθε φορά να κάνω 97 ζιγκ-ζαγκ αλλιώς κινδυνεύω να φάω καμιά σακούλα στα πόδια, στη μούρη, στο στήθος και όπου αλλού με πετύχει; Γιατί; Δε με φτάνουν τα χιλιοπαρκαρισμένα μηχανάκια-αυτοκίνητα, τα σκουπίδια, οι καρέκλες και τα τραπέζια που πρέπει να αποφύγω; Πρέπει να προσέχω και σας παλιογαμιόλες; (Δε λέω για τους άντρες τόση ώρα γιατί αυτοί, πράγμα παράξενο, ακόμα και όταν μιλάνε μεταξύ τους, όταν σε δουν, μπορεί να σταματήσουν να περάσεις, όχι μόνο να κάνουν πέρα). Αυτές οι καριόλες, οι κομπλεξικές, οι παλιοστραβοχυμένες, δεν κουνάνε ρούπι. Τι σκατά; Όλες έχουν βάλει στοίχημα να πατάνε στα πλακάκια που βρίσκονται μπροστά τους; Όλες ψυχαναγκαστικές είναι;

Μια βόλτα πας να κάνεις, μια δουλειά, ένα καφέ πας να πιεις και στον βγάζουν απ’ τα μάτια, όχι απ’ τη μύτη. Κατεβαίνεις δυο ώρες κέντρο και είναι σα να ήσουν σε λιβάδι με νάρκες. Δεξιά-αριστερά, δεξιά-αριστερά και τελικά σιγά μην την αποφύγεις (τη νάρκη-χαμούρα). Κι όχι τίποτα, όταν σε πετύχουν, νομίζω πως σκάνε και ένα διακριτικό γελάκι οι παλιοφόλες. Ουστ βρωμόσκυλα, ουστ!


Υ.Γ. Ντροπή Μεγάλη Δευτέρα να βρίζω και να χτυπιέμαι, αλλά καταλάβετέ με. Δε μπορώ άλλη καφρίλα. Τέλος πάντων. Σας εύχομαι ό,τι καλύτερο και να περάσετε πολύ-πολύ όμορφα. Και να προσέχετε τα πειραματόζωα που οδηγούν. Ενίοτε είναι τυφλά, κουφά, γερασμένα, με μαλάκυνση ή όταν οδηγούν, πιάνουν ταυτόχρονα και τα γεννητικά τους. Να προσέχετε!

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

Αναδάσωση της Πάρνηθας - Το μεγάλο Φιάσκο.

Την έχω βρει με τις εφημερίδες (εδώ και πολύ καιρό αλλά τώρα το θυμήθηκα) και αντιγράφω αυτούσιο το κείμενο που έγραψε η Τάνια Γεωργιοπούλου για το Οίκο της Καθημερινής που κυκλοφόρησε το προηγούμενο Σάββατο και τώρα μπορείτε να το βρείτε στα περίπτερα μόνο με 1.5€. Να μην αγοράζουμε μόνο μαλακοπεριοδικά με κώλους, βυζιά και κουτσομπολιά.


«Το φιάσκο με την αναδάσωση της Πάρνηθας, που έγινε μόνο και μόνο για να «παρουσιαστεί» έργο, αποδεικνύει πως Πολιτεία και πολίτες στην Ελλάδα παραμένουν ανέτοιμοι ή ανίκανοι να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές που έχει υποστεί η χώρα.

Aναδάσωση Πάρνηθας ή αλλιώς όταν η επιστήμη και η Φύση υποτάσσονται στην πολιτική με όποιο κόστος. Επιδεικνύοντας την αναποτελεσματικότητά της, η Πολιτεία, και πιο συγκεκριμένα αυτή τη φορά το τμήμα Αναδασώσεων της Περιφέρειας Αττικής, προκήρυξε διαγωνισμό για το έργο αναδάσωσης του Εθνικού Δρυμού με λάθος όρους. Έτσι, η διαδικασία ακυρώθηκε, αφού κατατέθηκε ένσταση από εκείνους που δεν πήραν την εργολαβία. Ωστόσο, η πολιτική ηγεσία είχε δεσμευτεί να κάνει «έργο», να δείξει ότι ενδιαφέρεται για το βουνό. Τι κι αν τα μικρά έλατα φυτεύτηκαν στην εκπνοή της φυτευτικής περιόδου και τα περισσότερα κινδυνεύουν να ξεραθούν; Τι κι αν εκφράζονται ενστάσεις από τους επιστήμονες για τη μεταφορά γενετικού υλικού από άλλη περιοχή; Αυτά δεν έχουν σημασία. Για άλλη μια φορά βρισκόμαστε μπροστά σε μια πικρή ιστορία καθημερινής πραγματικότητας στο βασίλειο της αδιαφορίας και της αναποτελεσματικότητας. Τζάμπα χρήματα και κόπος στο βωμό της πολιτικής εικόνας - πάνω που νομίζαμε ότι το σοκ της καταστροφής θα βοηθούσε να αλλάξει κάτι...

Ύποπτα λάθη

Κανένας δεν αμφισβητεί ότι ο Εθνικός Δρυμός θα χρειαστεί βοήθεια προκειμένου να αναρρώσει - δηλαδή για να ξαναφυτρώσουν έλατα στις περιοχές που κάηκαν. Γι' αυτό το λόγο είχαν προϋπολογιστεί 2,5 εκατομμύρια ευρώ για την αναδάσωση περίπου 4.000 στρεμμάτων στην Πάρνηθα με τη φύτευση 100.000 δέντρων κυρίως ελάτων δύο ετών που μεταφέρθηκαν από το φυτώριο της Βυτίνας. Επειδή ο προϋπολογισμός του έργου ήταν μεγάλος, έπρεπε να εκπονηθούν μελέτες και να προκηρυχθεί διαγωνισμός από την αρμόδια διεύθυνση αναδασώσεων Περιφέρειας.

Η διαδικασία ακολούθησε τους γνωστούς ρυθμούς της κρατικής μηχανής με έναν επιπλέον αστάθμητο παράγοντα. Στο διεθνή διαγωνισμό η επιτροπή που συστάθηκε ήταν -αντί για επταμελής που ορίζει η νομοθεσία- τριμελής. Ένα λάθος της διοίκησης, υποστήριξαν οι αρμόδιοι, παρότι μοιάζει λάθος ύποπτο, αφού χάρη σε αυτό ένας από τους αποκλεισθέντες εργολάβους κατέθεσε ένσταση και ο διαγωνισμός κατέπεσε. Ακόμα όμως κι αν δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο σε αυτό, ένα τέτοιο λάθος παραμένει εξοργιστικό και προδίδει την προχειρότητα και την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίστηκε το θέμα.

Αποτέλεσμα; Από τη μία υπήρχαν δέντρα, χρήματα, πολιτικές πιέσεις και δημόσιες δηλώσεις του τύπου «θα κόψουμε το λαιμό μας να γίνει», αλλά από την άλλη δεν υπήρχε η δυνατότητα να πραγματοποιηθεί η δεντροφύτευση εφόσον δεν υπήρχε ανάδοχος του έργου. «Αναγκαστικά» λοιπόν το έργο «έσπασε» σε μικρότερα τμήματα έτσι ώστε το κόστος του καθενός να μην ξεπερνά το όριο των 15.000 ευρώ μέχρι το οποίο επιτρέπεται η απευθείας ανάθεση. Επτά - οκτώ εργολήπτες ανέλαβαν τα έργα. Άλλος ανέλαβε να ανοίξει τις λακκούβες, άλλος να βάλει τα δέντρα και άλλος να κάνει το πότισμα των φυτών εφόσον κριθεί αναγκαίο. Το σύνολο των χρημάτων που τελικά εκταμιεύτηκαν δεν ξεπερνάει τα 120.000 ευρώ, κατά συνέπεια ελάχιστο τμήμα του έργου ουσιαστικά εκτελέστηκε. Η δεντροφύτευση ολοκληρώθηκε στο τέλος Μαρτίου στο νήμα της λήξης της περιόδου που επιτρέπονται οι φυτεύσεις.

Όπως διευκρινίζουν οι επιστήμονες είναι πολύ πιθανό μεγάλο τμήμα των φυτών τελικά να μην επιβιώσει. «Όταν γίνονται αναδασωτικές εργασίες πρέπει να έχει ψυχρό καιρό και υγρασία», εξηγεί ο δασολόγος κ. Νίκος Μπόκαρης. Δεδομένων μάλιστα των υψηλών θερμοκρασιών που σημειώθηκαν την περίοδο των φυτεύσεων, η βιωσιμότητα των μικρών ελάτων κάθε άλλο παρά είναι εξασφαλισμένη. «Αργά για τη δεντροφύτευση ελάτων», είναι σύμφωνα και με τον κ. Αριστοτέλη Παπαγεωργίου, επίκουρο καθηγητή Δασικής Γενετικής στο Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Πάντως, παράγοντες που εμπλέκονται με την εφαρμογή του προγράμματος διευκρινίζουν ότι έτσι και αλλιώς προβλέπονται σκίαστρα δεδομένου ότι τα μικρά έλατα χρειάζονται σκιά για να αναπτυχθούν.

Γιατί τέτοια βιασύνη;

Θέμα κονδυλίων δεν υπήρχε, αφού τα χρήματα έχουν προϋπολογιστεί γι' αυτό το σκοπό και το μεγαλύτερο τμήμα των φυτεύσεων θα γίνει έτσι και αλλιώς το φθινόπωρο. Άλλωστε, τα δενδρύλλια έχουν έρθει από το φυτώριο της Βυτίνας όπου θα μπορούσαν να παραμείνουν για λίγους ακόμα μήνες.

Μάλιστα αν θα ήταν λίγο μεγαλύτερα θα είχαν και περισσότερες δυνατότητες να επιβιώσουν. Για ποιο λόγο λοιπόν τέτοια βιασύνη; Τι έχει να κερδίσει το δάσος της Πάρνηθας από την επίσπευση εργασιών; Τίποτα απ' ό,τι φαίνεται. Το θέμα ήταν καθαρά πολιτικό. Έπρεπε με κάθε τρόπο να φανεί ότι στην Πάρνηθα κάτι γίνεται. Και οι φυτεύσεις, έστω και άκαιρες, έστω και άχρηστες ήταν ο μόνος τρόπος. Δεν είναι όμως μόνο αυτά.

Κανονικά όταν ένας εργολήπτης αναλαμβάνει ένα έργο φύτευσης υπογράφει μια σύμβαση στην οποία προβλέπεται συγκεκριμένο ποσοστό φυτών που «επιτρέπεται» να ξεραθούν. Εφόσον τα φυτά που τελικά δεν θα επιβιώσουν ξεπεράσουν, για παράδειγμα, το 10% αυτών που φυτεύτηκαν, ο εργολήπτης χάνει τμήμα της αμοιβής του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ισχύει ούτε αυτή η δικλίδα ασφαλείας! Κι αυτό γιατί το έργο έχει σπάσει σε πολλά τμήματα οπότε δεν μπορεί να υπάρχει ένας υπεύθυνος για το τελικό αποτέλεσμα.

Μήπως όμως έτσι κι αλλιώς η αναδάσωση της Πάρνηθας δεν έπρεπε να γίνει τώρα; Τα δενδρύλλια που χρησιμοποιήθηκαν αλλά και εκείνα που θα φυτευτούν το φθινόπωρο, μεταφέρθηκαν από το φυτώριο της Βυτίνας. Το φυτώριο αυτό είχε γίνει μετά την πυρκαγιά στο Μαίναλο προκειμένου να δημιουργηθούν φυτά τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιούνται για την αναδάσωση της περιοχής. «Το οικοσύστημα στο Μαίναλο είναι διαφορετικό από εκείνο της Πάρνηθας. Η μεταφορά γενετικού υλικού από το ένα μέρος στο άλλο έχει ένα σημαντικό παράγοντα ρίσκου», επισημαίνει ο κ. Παπαγεωργίου. «Μπορούσαμε να περιμένουμε να υπάρξει γενετικό υλικό από την Πάρνηθα, να δούμε τι μπορούμε να πάρουμε από το ίδιο το βουνό, πριν προχωρήσουμε σε μεταφορά φυτών. Δεν είναι καλό να μεταφέρουμε φυτά από οπουδήποτε», τονίζει.

Μάλιστα ένα αντίστοιχο φυτώριο έχει δημιουργηθεί στην Πάρνηθα με φυτά που «γεννήθηκαν» από σπόρους που συλλέχθηκαν από το βουνό, ένα πρόγραμμα εξαιρετικά σημαντικό που έχει κιόλας αρχίσει να αποδίδει καρπούς, όπως λένε οι ειδήμονες. Μόνο που τα φυτά που θα παράγει -έλατα κατά κύριο λόγο- δεν θα μπορούν να αξιοποιηθούν για αναδάσωση, πριν περάσουν τουλάχιστον δύο χρόνια. Η Φύση έχει τους δικούς της ρυθμούς, συχνά βραδύτερους από αυτούς που θα θέλαμε ή που θα μας βόλευαν. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που όσοι γνωρίζουν, μιλούσαν για ανυπολόγιστη καταστροφή όταν κάηκε μεγάλο τμήμα του Εθνικού Δρυμού το καλοκαίρι. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν η αναδάσωση ήταν πραγματικά αναγκαία για το καλό του δάσους να πραγματοποιηθεί άμεσα. Όπως όλα δείχνουν, η επίσπευση των διαδικασιών δεν εξυπηρετεί το δάσος, αλλά την πολιτική εικόνα ορισμένων που θέλουν να παρουσιάσουν «έργο» σε όλους εμάς που με τη σειρά μας βιαζόμαστε να γίνουν τα πράγματα όπως πριν».


Παρατήρηση: Έτσι γαμάει και γαμιέται ο Έλληνας.

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Θιβέτ.

Μου την έχει σπάσει χοντρά η ιστορία με το Θιβέτ. Όχι τώρα που το θυμήθηκαν οι πολλοί, αλλά καιρό τώρα. Θα μου πείτε και γιατί δε μας το έλεγες πριν και μας το λες τώρα; Έλα ντε. Ξέρω γω; Γιατί είμαι ηλίθια και μόνο μαλακίες ξέρω να γράφω στο μπλογκ. Όταν είναι τίποτα σοβαρό, το τραβάω μόνη μου, χωρίς να το λέω σε κανένα. Τέλος πάντων.

Δεν είναι οι Κινέζοι οι κακοί απαραίτητα και όλοι οι άλλοι καλοί. Όχι καλέ. Η Αμερική για παράδειγμα έχει γαμήσει το σύμπαν και κανείς (σχεδόν) δεν μιλάει. Και άλλοι πολλοί επίσης (έχουν γαμήσει το σύμπαν) και κάνουμε το μόκο. Αλλά το Θιβέτ ρε παιδί μου, είναι άγιο μέρος. Δε μπορώ να βλέπω βουδιστές να τους βαράνε. Δεν έχω πρόβλημα να βλέπω χριστιανούς παπάδες να μαλλιοτραβιούνται γιατί το έχω συνηθίσει. Χωρίς να θέλω να προσβάλω καμιά θρησκεία, ούτε είμαι και σούπερ γνώστης όλων των θρησκειών, λέω πως ο Χριστιανισμός είναι λίγο μπουρούχα έτσι όπως τον πρεσβεύουν οι (περισσότεροι) παπάδες. Με έχει συγχύσει λίγο η υπόθεση με τον κακό Θεό που τιμωρεί και σε θέλει σούζα. Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Χριστός, έλεος δηλαδή. Για τους μουσουλμάνους δε θα μιλήσω. Άσε καλύτερα. Άγρια πράγματα. Για τις άλλες θρησκείες τι να πω πάλι; Το βουλώνω γιατί δεν ξέρω και πολλά. Ο βουδισμός όμως είναι ωραίο πράγμα. Πολύ ειρήνη, αγάπη, όμορφα συναισθήματα ρε παιδί μου. Είναι κρίμα να έχουν γαμήσει το σύμπαν στο πιο ψηλό μέρος του πλανήτη και να γαμούν μνημεία και να ανοίγουν κωλομάγαζα δίπλα στους ναούς. Εδώ θα μου πεις η Βουγιουκλάκη, Θεός Σχωρέστην, έτρεχε με τα ψηλοτάκουνα και γαμούσε τα ψηφιδωτά της Ρόδου. Δεν έφταιγε αυτή, ο σκηνοθέτης έφταιγε, άλλες εποχές τότε.. Γιατί, στο Περού; Γαμιούνται μνημιάρες. Στο Ιράκ; Ε ρε κλάμα που είχα ρίξει με την καταστροφή των μουσείων.. Οι ινδιάνοι της Αμερικής; Τι να πουν κι αυτοί; Και στον Αμαζόνιο που κρύβονται κάτι τελευταίοι, τον αποψιλώνουν να τους βρουν να τους γαμήσουν. Και σε πόσα άλλα μέρη πέφτει το γαμήσι του αιώνα.. Γαμούν, γαμούν, γαμούν, γαμούν. Ό,τι βρουν στο διάβα τους το γαμούν. Όλοι γαμούν τα πάντα. Μπράβο. Αφού δεν μπορούν να γαμήσουν κανονικά ή να πάνε να αυτοκτονήσουν, κάνουν πολέμους και γαμούν. ΟΚ. Ας δούμε όμως τώρα μερικά πράγματα, για να μαθαίνουμε όσοι δεν ξέρουμε για το Θιβέτ. Τα περισσότερα στοιχεία τα πήρα από τα Νέα του περασμένου Σαββάτου.

Το λοιπόν, διάβασα πολλά που δεν ήξερα όπως π.χ. γιατί πέφτει τόσο γαμήσι εκεί πάνω και αναγκάζουν άγιους ανθρώπους με όλη τη σημασία της λέξης να αιματοκυλίζονται. Πριν πω τι βρήκα, θέλω να σημειώσω πως στο περσινό μου ταξίδι στο Νεπάλ, θέλησα να πάρω πληροφορίες για μια επίσκεψη στο Θιβέτ. Βλέπετε, ήμουν πολύ κοντά και ήθελα να πάω. Πολύ δύσκολο. Μα πάρα πολύ δύσκολο. Μόνος σου, ούτε για πλάκα. Με γκρουπ, οργανωμένα, συγκεκριμένα και με πολλή προσοχή. Όταν παλιότερα ήμουν Ινδία, πάλι θέλησα να δω πως θα μπορούσα να πάω και απλά τότε διάβασα τον οδηγό που είχα μαζί μου πως θα μπορούσα να κάνω αυτήν την επίσκεψη. Γάμησέ τα. Πακέτο τρελό. Ειδική βίζα, δήλωνες πόσες μέρες, γιατί, που πας, με ποιον, τι θες κλπ. Συγχύστηκα και τότε και τώρα. Γιατί ρε πούστη μαλάκα κλειδοκράτορα (στην προκειμένη περίπτωση μαλάκα Κινέζε), δε με αφήνεις να κάνω μια απλή επίσκεψη; Γιατί έτσι. Διάβασε ιστορία να μάθεις. Ψάξε να βρεις. Ε, δεν έψαξα. Απλώς συγχύστηκα με τη δυσκολία του να πας εκεί, αλλά δεν έψαξα. Ευτυχώς που τώρα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου έψαξαν άλλοι, τα εκδώσαν και τα διάβασα να ανοίξω τα στραβά μου που κοιτάω μόνο στο κωλοχώρι μου τι γίνεται και λέω τα ίδια και τα ίδια σαν τους γέρους. (Σαν;)

Γιατί λοιπόν οι Κινέζοι κωλοκόβονται τόσο; Να σας πω αμέσως:

Το Θιβέτ, είναι χρυσωρυχείο. Στην Κεντρική Ασία εξασφαλίζει τις ενεργειακές οδούς που μεταφέρουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην Κασπία Θάλασσα. Το Θιβέτ, αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή ξυλείας για την Κίνα. Άλλο θέμα είναι τώρα πως η αποψίλωση των δασών, έχει φτάσει σε καταστροφικές διαστάσεις. Η αξία του ορυκτού πλούτου, υπολογίζεται στα 74 δις. Δολάρια. Τα κοιτάσματα χρωμίου και χαλκού στην αυτόνομη περιοχή του Θιβέτ είναι τα πλουσιότερα στην Κίνα και οι ποσότητες σε βόρακα, ουράνιο και λίθιο είναι οι μεγαλύτερες στον κόσμο. Ο Τύπος στην Κίνα, αναφέρεται συχνά στις ανακαλύψεις χρυσού, ασημιού, σιδήρου, μολύβδου και θείου. Εξίσου σημαντική πηγή είναι και το νερό. Το ιστορικό Θιβέτ, θεωρείται το «φέουδο του νερού της Ασίας» και, σύμφωνα με τον κινεζικό Τύπο, ικανοποιεί το 30% των αναγκών της Κίνας. Ξέρετε τι είναι αυτό όταν η κρίση του νερού απειλεί τις βόρειες περιοχές της χώρας; Ο Δαλάι Λάμα έχει διωχθεί μαζί με όλη την κυβέρνηση (δεν μπορείτε να φανταστείτε τη μαγεία του χωριού όπου κατοικεί στην Ινδία και έχω βρεθεί. Ακούς συνέχεια μουσικές από παράξενα μουσικά όργανα [που δυστυχώς μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή η ονομασία τους] και βλέπεις συνέχεια χαμογελαστούς βουδιστές. Περπατάνε και χαμογελάνε. Τρώνε και χαμογελάνε. Στέκονται και χαμογελάνε. Έχετε δει πολλές φορές εσείς ανθρώπους που φαίνονται πραγματικά ευτυχισμένοι; Εγώ τους είδα. Και πιστέψτε με, χαμογελούσα και γω μαζί τους). Ο Δαλάι Λάμα δεν βρίζει, δεν φωνάζει, δεν πετάει σπόντες. Λέει πως δεν υπάρχει λόγος να τσακώνονται με τους Κινέζους. Όχι, δεν είναι ηλίθιος. Έφυγε από τη χώρα του, ζει, μιλάει και περιμένει να πεθάνει. Μήπως θα ήταν καλύτερα να ζωστεί εκρηκτικά και να σκάσει μπροστά σε εκατομμύρια θεατές; Να βγάλουν λεφτά και τα κανάλια. Σκεφτείτε πόσες διαφημίσεις θα έπεφταν στα δελτία. Αλλά μπα. Ξέρει αυτός. Όπως και οι Ινδιάνοι ήξεραν και ένα σωρό άλλοι. Και άντε καλά. Αυτός δεν κάνει τίποτα (γιατί όταν ζεις και μιλάς μόνο, υποθετικά δεν κάνεις τίποτα). Οι άλλοι όμως, οι βουδιστές μοναχοί τι κάνουν; Α, αυτοί εκδηλώνουν τη διαμαρτυρία τους, αλλά με ήπιους και ειρηνικούς τρόπους. Μάλιστα. Γι’ αυτό μετράνε συνέχεια εκατοντάδες θύματα. Έως τώρα, για να καταλάβετε, μετράνε γύρω στο ένα εκατομμύριο θύματα συν τους νεκρούς από τα πρόσφατα επεισόδια. Αν όμως ζώνονταν κι αυτοί τίποτα εκρηκτικούς μηχανισμούς και ανατινάσσονταν μέσα σε πλατείες και τρένα της χώρας του «εχθρού» θα ήταν μαλάκες και κακοί και ανώμαλοι και θα έπρεπε να πεθάνουν. Κι έτσι δηλαδή, πάλι ο απλός λαός θα την πλήρωνε. Οι βουδιστές όμως, δεν κάνουν τέτοια. Βγαίνουν με πανό και τραγουδάνε αλλά και πάλι τους σφάζουν. Τελικά, δεν μπορώ να καταλάβω ποιο είναι το σωστό. Μάλλον, άμα στην πέσει κανείς δυνατότερος από σένα, πρέπει να σκάσεις και να κάτσεις να σε γαμήσει. Και αυτό ισχύει στην προκειμένη περίπτωση γιατί σχεδόν όλες οι κινήσεις της Κίνας δείχνουν πως θέλουν να τους γαμήσουν και να τους εξαφανίσουν τελείως. Π.χ. το 2006, εγκαινιάστηκε μια σιδηροδρομική σύνδεση που ένωνε απευθείας μια κινέζικη πόλη με τη Λάσα. Η Κίνα δεν το έκανε για τον τουρισμό, το έκανε για να ενισχύσει τον εποικισμό στο Θιβέτ. ΟΚ λοιπόν. Πάμε κατά διαόλου και όχι μόνο στο σκατοχωριό που ζούμε. Παντού υπάρχει πρόβλημα. Έχουμε φτάσει πολύ μακριά. Και αναρωτιέμαι, υπάρχει επιστροφή; Αν προσπαθήσουμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με αγάπη για τον συνάνθρωπο και αρχές, ίσως κάτι γίνει. Δεν ξέρω, δεν ξέρω, πολύ στενοχωριέμαι για όλα. Σκατά.

Αν έχετε συγκινηθεί με το θέμα και θέλετε να μάθετε περισσότερα, μπείτε εδώ.. και όπου αλλού νομίζετε. Είναι καλό πράγμα να μαθαίνεις τι γίνεται στον κόσμο...

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Πρόσκληση και πάλι.

Σε λίγο θα αρχίσετε να φτύνετε τον υπολογιστή σας (εμένα θα στοχεύετε, αλλά που να με βρείτε) και δίκιο θα έχετε. Αλλά δε φταίω. Δεν μπορώ. Δεν ξέρω. Δε γίνεται. Τι να κάνω; Η Talisker με προσκάλεσε να γράψω τις εμμονές μου. Της είπα βέβαια πως όλο το μπλογκ είναι εμμονές αλλά επειδή είμαι ο κλασικός τύπος "τραβάτε με κι ας κλαίω" θα το κάνω. Ναι. Θα διαβάσετε ακόμα ένα ποστ γεμάτο εμμονές και μαλακίες. Δείτε το σαν σούμα του μπλογκ. Βέβαια, είναι τόσες πολλές και το μυαλό μου τόσο λασπωμένο που σιγά μην τις θυμηθώ όλες. Τέλος πάντων και anyway.
Λοιπόν, εμμονές. Τι είναι οι εμμονές. Κάτσε να δω. Μάλιστα. Πάτησα "εμμονές" στο γκούγκλ και πρώτη σελίδα μου έβγαλε αυτό και λέει:

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. ΙΨΔ
Έμμονες Ιδέες και επίμονες παρορμητικές συμπεριφορές.

- Οι έμμονες ιδέες είναι ενοχλητικές ιδέες, σκέψεις και εικόνες που μας επιβάλλονται και δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε ούτε να απαλλαγούμε από αυτές με τη δύναμη της θέλησής μας.
Οι ιδέες αυτές παρεμβάλλονται στη σκέψη μας, δεν έχουν πραγματικό νόημα και συνοδεύονται από δυσάρεστα συναισθήματα όπως άγχος, φόβο, ανασφάλεια, αβεβαιότητα και αηδία.
Συνηθισμένες έμμονες ιδέες:
Φόβος μόλυνσης από βρωμιά ή ασθένεια.
Φόβος ότι κινδυνεύει ο εαυτός μας ή κάποιος άλλος.
Έντονη ανάγκη για ακρίβεια ή τάξη.
Δυσάρεστες σκέψεις που αφορούν στη σεξουαλικότητα.

Αααα.... σε παρακαλώ φίλε μου! Δεν έχω και τέτοιο θέμα! Πες ότι έχω μερικά κολλήματα, αλλά εμμονές όχι! Όχι! Όχι! Εμμονές δεν έχω. Οπότε θα μιλήσω για τα κολλήματα που ίσως είναι κολλημένα με ισχυρότερη κόλλα. ...Άκου εμμονές!

Μία μανία καταδίωξης την έχω. Ειδικά προχτές που μπήκα σε μια στοά και ήταν κατασκότεινα μέρα μεσημέρι και ήταν τρεις τύποι που μάλλον πουλούσαν-αγόραζαν ναρκωτικά-όπλα-πόρνες, με κοίταξαν και σταμάτησαν να μιλάνε και άρχισαν να με κοιτάνε και ταυτόχρονα ήταν και ένας δίπλα μου που περπατούσε σε πολύ αργούς ρυθμούς, έκλασα πάνω μου. Όχι αυτό που κάνω πάντα βρε, είναι γνωστό πόσο κλάνω. Έκλασα πάνω μου σημαίνει φοβήθηκα πολύ. Το είδα όλο το έργο σας λέω. Ότι μου την πέφτουν, με κάνουν φέτες, δε με παίρνει κανείς χαμπάρι μέρα μεσημέρι και με βρίσκουν κάτι σκυλιά και αφού με τρώνε, μπλέκεται στο δόντι τους ένα κομμάτι από το παντελόνι μου, το σέρνουν έξω από τη στοά κι έτσι με βρίσκουν κλπ. Αυτή η σκέψη έγινε μέσα σε 5 δεύτερα; Κάτι τέτοιο. Είναι και άλλες φορές που νομίζω ότι κάποιος είναι πίσω μου αλλά δεν είναι κανείς. Τι να πω. Το έχω πει ότι δεν είμαι στα καλά μου, αλλά εσείς φταίτε που μου δίνετε προσκλήσεις, εγώ δεν ξερω τίποτα. Και δεν είναι εμμονή η μανία καταδίωξης. Μανία είναι.

Μια μανία με την καθαριότητα την έχω. Δε θα την πω εμμονή, γιατί όποιος και ήταν στην Ασία και περνούσαν από δίπλα του ποντίκια και κατσαρίδες και έβρισκε μύγες μέσα στο πιάτο του, ας το έπαιζε κουλ και άνετος. Εγώ ψεκάζω τα πάντα με dettol. Βέβαια, δεν τη γλυτώνω και μάλιστα την πατάω διπλά. Γιατί και με βρίζει όποιος είναι μαζί μου επειδή το ντετόλ σκυλογαμοβρωμάει και πάντα θα αρρωστήσω, θα ξερνάω, θα κλάνω, θα βήχω και θα κάνω τσίρλες γιατί ο Μέρφυ είναι συγγενής και φίλος. Δεν είναι εμμονή η εμμονή με την καθαριότητα γιατί παντού στο σπίτι μου έχει χνούδια που τα βλέπω και τα χαιρετάω συχνά πυκνά.

Έχω εμμονή με τα παπούτσια και τις τσάντες (δεν είναι εμμονή, καταναλωτική μανία είναι), με τα σκυλιά (δεν μπορώ, τα αγαπώ, δε μπορώ σας λέω, θέλω να τα λιώσω... άλλα σκυλιά βέβαια θέλω να τα κάψω ζωντανά μαζί με τα αφεντικά τους και γι'αυτό δεν είναι εμμονή), να δω τι λέει πιο πάνω για τις εμμονές.......... μάλιστα. Δε φοβάμαι ότι κινδυνεύει ο εαυτός μου αλλά σκέφτομαι καμιά φορά μην πάθει κάποιος που αγαπάω πολύ κάτι, αλλά αυτό είναι φυσιολογικό μη χέσω, ...τι άλλο; Δυσάρεστες σκέψεις που αφορούν τη σεξουαλικότητα (αμάν πια αυτό το "αφορούν τη" και "στη"!) Δεν έχω κάτι τέτοιο εκτός αν είναι εμμονή η λαχτάρα μου να κλωτσήσω κάτι φακλάνες με νερουλούς κώλους αεροδρόμια που φοράνε κολάν στο δρόμο και κάτι πατσαβούρες με κραγιόν από τη μύτη μέχρι το σαγόνι που επίσης λαχταρώ να τους το πασαλείψω σε όλο το πρόσωπο... τι άλλο; Έντονη ανάγκη για ακρίβεια και τάξη... δε θα το έλεγα εκτός αν θεωρηθεί εμμονή το ότι διπλώνω τα ρούχα μου και δεν τα πετάω μέσα σε κατσαρόλες και στη λεκάνη τη τουλέτας... τι άλλο; Έχω μανία να αγοράζω βιβλία αλλά δεν είναι εμμονή. Δεν ιδρώνω όταν πλησιάζω βιβλιοπωλείο, ούτε ανατριχιάζω ολάκερη. Απλώς μπαίνω, λέω "καλησπέρα, γεια σας, χαζεύω" και ξηγιέμαι ανάλογα τα οικονομικά μου. Τι άλλο; Τι άλλο; Θέλω να σκοτώσω κάτι αρχίδια που κουδουνίζουν κλειδιά, ψιλά, κομπολόγια στα ΜΜΜ, θέλω να θάψω ζωντανούς κάτι πούστηδες που φτύνουν, θέλω να σκίσω στα τέσσερα κάτι άλλους μαλάκες που σε βλέπουν να κουβαλάς 86 τσάντες και πέφτουν πάνω σου, θέλω να σπάσω στο ξύλο κάτι άλλα ανθρώπινα σκουπίδια που πετάνε κομμάτια από τη σαπίλα τους στο δρόμο, θέλω να σπάσω με σφυρί κάτι κωλάμαξα και να θάψω κάτω από τις ρόδες τους τα αρχίδια που τα παρκάρουν πάνω σε πεζοδρόμια, τοίχους, παράθυρα και πόρτες, θέλω να εξαφανίσω όλα τα ποντίκια του ουρανού (γαμωκωλοπουτανοπερίστερα), θέλω να φτύσω τους μαλάκες που φτύνουν στο δρόμο, θέλω να σπάσω με καρυοθραύστη τα αρχίδια κάτι μαλακοαντρών που τα πιάνουν μέσα στα μούτρα μου, θέλω να βάλω τα τακούνια στα μάτια κάτι τσόκαρων που τα φοράνε και τα στραβοπατάνε, θέλω να αγοράσω καθρέφτες σε πολύ κόσμο να βλέπει τη φάτσα του πριν βγει έξω αλλά δεν έχω λεφτά.... τι άλλο; Τίποτα. Είμαι γαμώ τα άτομα και ζητώ συγνώμη που δεν έχω εμμονές.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Κι άλλη πρόσκληση.

Η Daria μου έδωσε πρόσκληση κι εγώ την πήρα. Τι να κάνω. (Κλαίγομαι τώρα, λυπηθείτε με). Οι ερωτήσεις αυτές υπάρχουν λέει στο ερωτηματολόγιο της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθήνας, (μοιρασμένο πριν 2 χρόνια στην έκθεση "Φαντασία της πραγματικότητας") και κανονικά θα έπρεπε να απαντήσω σοβαρά μιας και λατρεύω τον Σουρεαλισμό. Εγώ όμως θα απαντήσω σα να μου έκανε αυτές τις ερωτήσεις ένας μαλάκας ψευτοκαλλιτέχνης-ποιητής του κώλου, μια μέρα που είχα νεύρα και δεν κατάλαβα ότι ήταν ένας σοβαρός άνθρωπος που ανήκε στην Υπερρεαλιστική Ομάδα της Αθήνας. Μετά φυσικά, μουντζωνόμουνα για ώρες και όταν πήγα να ζητήσω συγνώμη λέγοντας πως το έκανα επίτηδες και παρακαλούσα να πάρω την άδεια να γραφτώ στην Ομάδα, μου έκλεισαν την πόρτα στα μούτρα. Ακόμα κλαίω γι’ αυτό που έγινε. (Λυπηθείτε με, είμαι ηλίθια).

Έχουμε και λέμε:

- Γιατί κλαις;
- Γιατί, σ’ έβρεξα κι ενοχλήθηκες;

- Γιατί δεν κλαις;
- Γιατί καθάρισε τα κρεμμύδια άλλος.

- Πού είναι ο βάλτος;
-
Στο βόθρο της πολυκατοικίας μου. Μια μέρα τσαντίστηκε η διαχειρίστρια και έβγαλε όλη τη σκατίλα από το βόθρο, και την άπλωσε μέσα στην πολυκατοικία. Αλήθεια.

- Ποιος και πού είναι ο δεσμοφύλακας;
- Πίσω σου. Είναι ο Χάρος που ήρθε να σε πάρει γιατί βαρέθηκε να ρωτάς μαλακίες.

- Πού συναντάς μια εντελώς δική σου άβυσσο;
- Στους χειρότερους εφιάλτες μου. Ειδικά αν έχω φάει δύο πιτόγυρα με μπόλικο τζατζίκι και μια μερίδα πατάτες. Μη σου πω για τις κλανιές. Θα τρελαθείς.

- Περιφρονείς κάτι;
-
Φρονώ περί τι;

- Θα ερωτευόσουν για πάντα;
-
Κοίτα να δεις μεγάλε. Αυτή η ερώτηση είναι χοντρή μαλακία, συγνώμη κιόλας. Πως είναι δυνατόν να σου απαντήσω κάτι τέτοιο αφού είμαι στα μισά (υποθέτω) του πάντα; Έλα στο λάκκο μου ή στο κουτί μου άμα με κάψουν και ρώτα τα λείψανά μου. Μπορείς να έχεις μαζί σου και ένα μέντιουμ να με φέρει σε επικοινωνία μαζί σου. Προσοχή μη σου φέρει κανένα Κολοκοτρώνη αντί για μένα και μην τυχόν και φέρεις μαζί σου τον καλό μου για θα σε κυνηγάω για πάντα! Κανόνισε την πορεία σου μεγάλε.

- Γιατί πουλιούνται τα «έργα τέχνης»;
-
Γιατί υπάρχουν αγοραστές. Ήμαρτον!

- Μήπως να αφαιρεθούν τα εισαγωγικά από την προηγούμενη ερώτηση;
-
Τώρα το θυμήθηκες; Λειτουργείς με ένα ψιλο-delay αλλά δεν πειράζει. Είσαι γλυκό παιδί. Πώς σε είπαμε;

- Do you remember revolution?
- Το γυρίσαμε στο αγγλικό τώρα; Να σου πω μεγάλε. Αρχίζω να σκιάζομαι...

- Θα ανέβαινες ένα βουνό αν το επέβαλε το ωροσκόπιό σου;
- Τρία πουλάκια κάθονταν και πλέκανε πουλόβερ κι ένα πουλάκι ζωηρό είπε «ρε μάγκες όβερ!» Είδες τα καημένα τα πουλάκια;

-Θα σκότωνες τον παππού σου, αν το τζάμι δεν έσπαγε απ' τον πάγο;
-
Όπα! Όπα μεγάλε, κάτσε γιατί σκάλωσα. Αν θα σκότωνα, τον παππού μου, αν το τζάμι, δεν έσπαγε από τον πάγο. Μάλιστα. Δεν ξέρω να σου απαντήσω. Το IQ μου δεν φτάνει μέχρι εκεί. Συγνώμη. Ζητώ ταπεινά συγνώμη! ...Για κάτσε. Μήπως χρησιμοποιείς μεταφορικά το τζάμι και τον πάγο και εννοείς πως αν δε γινόταν, καλύτερα να μην υπήρχα και γι’ αυτό να σκότωνα τον παππού μου ώστε να μην είχα γεννηθεί; Και πως θα το έκανα αυτό αφού μετά θα με έκανε ο παππούς μου; Κι αν ήταν ο μπαμπάς του μπαμπά μου και η μαμά μου με έκανε με άλλον, πάλι δε θα γεννιόμουν; Άσ’ το ρε φίλε, θα το κάψω και το’ χω και λίγο.

- Θα μπορούσες να κλείσεις τα μάτια σου, αν η ζωή σου έστηνε καρτέρι;
- Και που θα το ήξερα ρε μεγάλε; Με δουλεύεις; Τέλος πάντων, όχι, σιγά μην τα έκλεινα. Εκτός κι αν έμπαινε κανά σκουπιδάκι στο μάτι μου. Είναι τέτοιος πούστης ο Μέρφυ που εκείνη την ώρα θα έμπαινε το κωλοσκούπιδο!

- Θα κυλούσε η πέτρα του θανάτου το πρωί, αν δεν κινδυνεύατε να τιμωρηθείτε απ΄ το νόμο;
-
Αν θα καθάριζα κανένα πούστη ρωτάς; Όχι μωρέ, τους αγαπάω τους ανθρώπους.

- Θα εξετάζατε το ενδεχόμενο να διανύσετε μετά τα μεσάνυχτα απ΄ την αρχή μέχρι το τέλος την οδό Αχαρνών, αν γνωρίζατε ότι ποτέ δεν πρόκειται να σας συλλάβουν;
- Θα με έδερναν, θα με έκλεβαν και θα με σκότωναν και θα κινδύνευα να συλληφθώ κι από πάνω; Ε άει σιχτίρ κωλόχωρα!

-Θα σκότωνες τον Μπους αν σου χάριζαν δέκα λαχταριστά εκλέρ;
-
Δε γουστάρω εκλέρ. Θα τον σκότωνα για δέκα πανακότες.

-Θα μου έδειχνες τα σαπισμένα σου δόντια αν έβλεπες μέσα τους τ΄ αστέρια;
- Εξαρτάται πόσο κοντά θα τα έβλεπα κι αν δεν είχα λεφτά να πάρω τηλεσκόπιο. Αν ήθελα πολύ να τα δω, καιγόμουν, μου έλεγαν πως θα δω κανένα εξωγήινο ρε παιδί μου ή κάτι τέτοιο, και τον κώλο μου θα σου έδειχνα. Αλλιώς όχι.

- Θα έπεφτες στο πηγάδι αν ήσουν θλιμμένος;
-
Όχι, θα έριχνα εσένα.

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Πρωταπριλιά.

Έψαξα έτσι λίγο να βρω από που ήρθε το έθιμο του να λέμε ψέμματα την Πρωταπριλιά και βρήκα αυτό και αυτό συν πόσα άλλα που βαριέμαι να αντιγράψω. Μπείτε και διαβάστε σε αυτά που σας στέλνω, από που ήρθε το έθιμο και μερικά από τα καλύτερα ψέμματα που έχουν υποθεί.
Εγώ θεωρώ μεγάλη μαλακία αυτό το έθιμο γιατί είμαι παντελώς ψάρι και ό,τι μου πουν το χάβω. Το τι μαλακίες έχω πιστέψει, δε λέγεται. Δε θυμάμαι τώρα να σας πω, γιατί έτσι κι αλλιώς, οι αγαπημένοι μου φίλοι, μη χέσω, ξέρουν ότι χάβω τα πάντα και δε χρειάζεται να είναι Πρωταπριλιά για να μου λένε μαλακίες. Τώρα τελευταία ειδικά, έχω γνωρίσει ένα παιδί που λέει συνέχεια μαλακίες για να γελάνε κι εγώ τις χάβω, αυτός το έχει πάρει χαμπάρι και έχει χτυπήσει σκορ (στη μαλακία). Βρήκε κοινό βλέπετε. Λέει ο άνθρωπος πως π.χ. τρώει συνέχεια χαβιάρι που κάνει καλό στην φαλάκρα (λέω ένα παράδειγμα) κι εγώ το πιστεύω. Εντωμεταξύ δεν είναι καραφλός και γω αντί να σκεφτώ εκείνη την ώρα ότι μάλλον λέει μαλακίες, σκέφτομαι "μα αφού δεν είναι καραφλός, γιατί τρώει αυτή την αηδία;" Τελείως μπάζο. Το περίεργο δε είναι πως είμαι γαμώ τους καχύποπτους ανθρώπους, προσεκτική, παρατηρητική κλπ, αλλά τις μαλακίες τις χάβω. Δεν βρίσκω λόγο, βλέπετε, να μου πει μαλακίες κάποιος. Τι να πω. Μαλακία μεγάλη η Πρωταπριλιά. Ευτυχώς σήμερα τη γλύτωσα. Και που 'στε. Ό,τι μαλακία μου πείτε δε θα την πιστέψω. Τώρα ειδικά που σας είπα πόσο χάπατο είμαι; Αμ πριτς!