Μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ξέρω πως σας αρέσουν τα μπερδεμένα και τα δύσκολα, αλλά εμένα πάλι όχι. Τα μπερδεύω όλα πάντα, αλλά αγχώνομαι.... Κάτσε, τώρα μου μύρισε τυρί. Έλα Παναγία μου. Τυρί; Τα είδατε; Δεν είμαι καλά. Δεν είμαι καλά.
Η αρχή. Με ένα μικρό διάλειμμα. Μόλις άκουσα ποιος πήρε τα Όσκαρ. Έτσι, για την τιμή των όπλων και για όταν θα έχω πεθάνει και μείνει αυτό το μπλογκ να περιφέρεται στο ίντερνετ με τον Ντέιβιντ Σάντος να αφήνει σχόλια, να βλέπει ο κόσμος το 2125, αν υπάρχει τίποτα όρθιο ακόμα, ποιος πήρε τα Όσκαρ το 2008 που στ’ αρχίδια του δηλαδή αλλά τέλος πάντων, εγώ θα το πω. 1ο αντρικού: Ντάνιελ Ντέι Λούις ο παιδαράς, για την ταινία «Θα χυθεί αίμα». Ο άλλος παιδαράς ο Τζορτζ ο Κλούνι, πήρε ένα αρχίδι. Είναι σίγουρο όμως ότι θα έβγαλε γκόμενα όσο ο Ντάνιελ δεχόταν συγχαρητήρια ή μιζέρωνε κάπου μόνος του πίνοντας και καπνίζοντας. (Ρε λες να πήρε Β ρόλου ο Τζορτζ και λέω μαλακίες; Δεν ξέρω, συγχωρέστε με). 1ο γυναικείου: Μαριόν Κοτιγιάρ για το «Ζωή σαν τριαντάφυλλο» που πραγματικά γαμούσε ερμηνευτικά. Καλύτερης σκηνοθεσίας οι θεοί, οι απόλυτοι, οι μοναδικοί... αδερφοί Κοέν για την ταινία «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Πόσο τους αγαπώ ρε πούστη! Οι Κοέν επίσης πήραν και το μεγάλο βραβείο για την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Σεναρίου πήρε το «Juno» που, παρακαλώ πολύ, το έγραψε μια μπλογκερού! Αγγλίδα νομίζω; Μπορεί να λέω και μαλακίες για την καταγωγή, πάντως μπλογκερού. Κάπου διάβασα συνέντευξή της... ήταν κολ γκερλ... στριπτιτζού... δε θυμάμαι... έγραφε πάντως για σεξ και τέτοια. Άρεσε, της έγινε η πρόταση για σενάριο και ιδού! Οσκαράκι από το πουθενά! Εντάξει, επειδή τα Όσκαρ δεν είναι και τίποτα το ανατσουτσουρωτικό, μην περιμένετε να πάτε να δείτε μια ταινία που πήρε Όσκαρ και να πέσετε χάμω σκίζοντας τα ρούχα σας. Δεν είναι όλα για όλους, δε γίνεται αυτό. Ο Τιτανικός που πήρε 780 Όσκαρ, σας άρεσε; Εγώ χέστηκα. Εντάξει, ωραίο ήταν και καταλαβαίνω γιατί πήρε Όσκαρ αλλά σόρι, έχω δει κάτι ταινιάρες που δεν αξίζουν Όσκαρ. Είναι πιο ψηλά. Τέλος πάντων. Μετά το ευχάριστο διάλειμμα, ας έρθουμε στο θέμα μας.
Νεύρα. Αυτές τις μέρες έχω τρελαθεί. Αισθάνομαι σα να έχω ένα σύννεφο από πάνω μου κι αντί να βρέχομαι μόνο εγώ όπως σε όλα τα σοβαρά κόμικς του πλανήτη, εγώ έχω μαλάκες από πάνω μου οι οποίοι χέζουν, κατουρούν, κλάνουν, μαλακίζονται, κάνουν τέλος πάντων ό,τι μπορούν για να μου σπάσουν τον πούτσο και να μου υπενθυμίσουν πως εκτός από γρουσούζα τον τελευταίο καιρό, είμαι και πρωτότυπη. Ωραία.
Προχτές ήταν Σάββατο. Ήταν η μέρα που πάντα επιλέγω να πάω στο Σούπερ Μάρκετ ή στα μαγαζιά ενώ έχω όλο το χρόνο δικό μου να πάω όποτε γουστάρω. Έτσι λοιπόν, ακολουθώντας την μοναδική οδό της μαλακίας που ξέρω να παίρνω, είπα να πάω να δώσω πίσω ένα ρούχο στη μαγαΖΑΡΑ, να πάρω τα λεφτά γιατί δεν είχα μία. Κατάντια; Ναι, ναι, πουλάω τα ρούχα μου όταν δεν έχω λεφτά, μου πληρώνουν τα θέατρα, σε λίγο θα με βρίσκετε γωνία Πανεπιστημίου και Εμμ. Μπενάκη να ζητιανεύω. Τέλος πάντων. Αντί λοιπόν να πάω κατευθείαν στη μαγαΖΑΡΑ όπως ορίζει ο άγραφος νόμος της καντίφλας, επιλέγω να λοξοδρομήσω και να πάω σε ένα μαγαζί που μου αρέσει πολύ. Κάτι μου έλεγε άσ’ το, άσ’ το, αφού δεν έχεις λεφτά, να δω μωρέ, μόνο λίγο, απαντούσα στον εαυτό μου. Πήγα λοιπόν γιατί δε μασάω τίποτα. Είμαι αντράκι εγώ.
Μπαίνω, όλα τσάμπα. Έπαιρνες κάτι και σου δίνανε τρία επιπλέον. Εντάξει υπερβάλλω, αλλά οι εκπτώσεις ήταν απίστευτες. Με πιάνει κρίση. Εμένα γενικά, καλό είναι να μη με αφήνεις στα μαγαζιά. Έχω δεν έχω λεφτά, κάθομαι με τις ώρες. Μπορεί να μην ψωνίσω τίποτα, ευτυχώς είμαι καθαρή τώρα, το έχω ξεπεράσει το πρόβλημα του να χαρίσω την κολλητή μου για ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά δεν είναι να μπω, να έχει τέτοιες εκπτώσεις και να το περάσω ντούκου. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, παίρνω δυο ζευγάρια γάντια, από 40 ευρώ, 16 και τα δύο. Το ένα ζευγάρι δερμάτινα. Φεύγω. Πάω μαγαΖΑΡΑ, αλλάζω το μπλουζάκι, παίρνω τα λεφτά, σκέφτομαι, μια τρύπα στο νερό έκανες. Πάλι δεν έχεις λεφτά. Δεν πειράζει λέω, τι είχαμε τι χάσαμε. Είχατε, είχατε, τώρα σε λίγο καλοκαιριάζει, τα γάντια τι τα θες; Μα τόσο ωραία γάντια και δερμάτινα το ένα ζευγάρι, να μην τα πάρω; Θα μπαγιατέψουν άμα δεν τα βάλω φέτος; Άσε μας από κει! μου λέω και ανοίγω τη σακούλα, εκεί στο δρόμο, να πείσω τον εαυτό μου για την υπέροχη αγορά που έκανα. Τα κοιτάω, πως μου σκάει, ελέγχω και την απόδειξη. Και ναι κυρίες και κύριοι! Είχαν χτυπήσει λάθος και αντί 10 ευρώ που έπρεπε να είχα δώσει, μου είχαν πάρει 16! Και ξεκινάει η καντίφλα. Που πας μωρή Σαββατιάτικο μέσα στον πανικό; Λογικό είναι να θολώνουν οι πωλήτριες και να κάνουν λάθη. Θα περιμένεις τώρα άλλη τόση ώρα στο ταμείο μέχρι να συνεννοηθείς ενώ τώρα, άμα είχες πάει από την αρχή να αλλάξεις το γαμόμπλουζο, θα είχες γυρίσει σπίτι σου και θα ήσουν ξεκούραστη. Για ψώνια βγήκες;
Μαλωμένη και με το κεφάλι χαμηλωμένο, ξεκινάω να πάω πίσω στο μαγαζί. Εντωμεταξύ είχε αρχίσει ζέστη και γω με τη σειρά μου, είχα αρχίσει να λιώνω. Αυτό ισούται με εκνευρισμό. Άρχισα να σπάζομαι τρελά. Ποιος σου φταίει; Γάντια ήθελες. Σκάσε!
Μπαίνω στο μαγαζί, παρακάμπτω την ουρά (όχι, δεν μου έφταιγαν οι πελάτισσες αλλά...) στο ταμείο ήταν δύο κοπέλες. Η ταμίας και μια άλλη που έβγαζε τις ασφάλειες. Σε αυτή μίλησα. Μη σας τα πολυλογώ, μου φέρθηκαν απαίσια. Όχι η κοπέλα στο ταμείο, ούτε αυτή που με εξυπηρέτησε τελικά αλλά η άλλη που έβγαζε τις ασφάλειες και μια ξεκωλιάρα τσατσά που σε έσπρωχνε με τα βυζιά της να κρεμάσει πράγματα την ώρα που εσύ κοίταζες. Αυτή στο ταμείο με αγνόησε επιδεικτικά, τη ρώτησα 2-3 φορές τι θα γίνει, το κοίταξε βαριεστημένα και μου λέει «ο κωδικός είναι άλλος». Δεν κατάλαβα τι θέλει να πει και της το είπα. Με έκλασε. Την ξαναρώτησα. Φώναξε την τσατσά που δεν την φώναξε δηλαδή, περνούσε από δίπλα και για να δω ότι ενδιαφέρεται για την περίπτωσή μου, τη φώναξε και καλά. Η τσατσά ήταν ό,τι άλλο εκτός από υπεύθυνη. Γιατί; Γιατί την υπεύθυνη τη φώναξε μόνο όταν άρχισα να φουντώνω! Λοιπόν, έρχεται η τσατσά, βλέπει την απόδειξη και με ένα ύφος δέκα καρδιναλίων, μου την πετάει κανονικά στα μούτρα χωρίς καν να με κοιτάξει και με περίσσια ασέβεια μου λέει: «Η κοπέλα δεν έκανε λάθος. Είναι άλλος ο κωδικός» και με παρατάει. 7-8 ερωτηματικά άρχισαν να γυρίζουν πάνω από το κεφάλι μου... τι εννοούν με αυτή τη μαλακία που μου λένε.... γιατί μου φέρονται έτσι... και ξαφνικά.... πετάγεται ένα θαυμαστικό! ΤΙ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΟΙ ΚΑΡΙΟΛΕΣ! ΟΤΙ ΕΦΕΡΑ ΠΙΣΩ ΑΛΛΑ ΓΑΝΤΙΑ ΜΕ ΑΛΛΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΩ ΕΞΙ ΕΥΡΩ; Και μου γυρίζει το μάτι ανάποδα. ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ; ρωτάω έντονα το μαλακισμένο και αγενέστατο τσόλι στο ταμείο που έβγαζε τις ασφάλειες. Και τότε, αφού βλέπει ότι θα κάτσω εκεί μέχρι να με βαρεθεί να με βλέπει, φωνάζει την υπεύθυνη. Έρχεται ένα γλυκύτατο κοριτσάκι, της εξηγώ, της λέω ότι είναι ντροπή να μου φέρονται έτσι σα να θέλω να τους φάω λεφτά, το κοιτάει, βλέπει ότι είναι λάθος και με ρωτάει αν με πειράζει να έρθω αργότερα ή Δευτέρα να κάνουμε την αλλαγή γιατί «κοίτα τι γίνεται.. χαμός». Προς στιγμήν, μαλάκωσα γιατί είδα ότι έλαμψε η αλήθεια και μου φερόταν επιτέλους έτσι όπως έπρεπε να φέρονται σε ένα πελάτη που παραπονιέται για ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ λάθος, αλλά μου ξανανέβηκε πάλι το αίμα στο κεφάλι (έφταιγε και η ζέστη ολίγον τι). Να ξανάρθω αργότερα ή τη Δευτέρα; Αυτή τη δουλειά θα κάνουμε; Εγώ μπορεί να μένω στην Πάτρα! Και στην τελική, αυτό το χαμό περίμενα και γω τόση ώρα, εσείς κάνατε λάθος, τελείωνε! Φυσικά, δεν είπα τίποτα απ’ όλα αυτά γιατί είμαι κωλόστρα, αλλά είπα: Δεν ξέρω αν μπορώ, ίσως μπορέσω μετά από 10 μέρες. Α, μου λέει, μετά από 10 μέρες δε θα γίνεται, κάτσε. (Ήξερα ότι δε γίνεται, γι’ αυτό το είπα). Και μου την έκανε την αλλαγή και μου έδωσε τα λεφτά. Είδατε πόσο γαμιόλης είναι ο κόσμος; Είδατε πόσο μαλάκας; Άμα ήμουνα καμιά τσιμπουκόχειλη ή καμιά αλητόβια, απ’ αυτές που ξεκατινιάζονται για πλάκα χωρίς να ντρέπονται στο δρόμο και με έκοβαν ότι είμαι τέτοια, δε θα μου έκαναν τη δουλειά μου αμέσως; Τι σκατά; Πρέπει από καλοί και ευγενικοί να γίνουμε σκύλοι κακοί για να κάνουμε δουλειά μας; Η δουλειά τους δεν είναι να γλύφουν τον κώλο του πελάτη; Λυπάμαι, αλλά αυτή είναι. Ή τουλάχιστον, να αφήνουν τον πελάτη ήσυχο να διαλέξει και να είναι ευ-γε-νι-κές! Αλλά για να βρεις ευγενική πωλήτρια σε αυτή τη χώρα, πάρε ένα μικροσκόπιο να σου βρίσκεται! Γι’ αυτό, προσέχετε γενικά όταν συναλλάσσεστε και όχι, δεν τελείωσε εδώ η ιστορία.
Ξεκίνησα να πηγαίνω προς το σπίτι μέσα στα νεύρα. Στη διαδρομή συνάντησα ένα κορίτσι καθισμένο σε είσοδο πολυκατοικίας μέσα στη βρώμα (η πολυκατοικία, όχι το κορίτσι), που περιέγραφε στο κινητό ένα τύπο να παρκάρει. Καθόταν τώρα, χωρίς να κάνει τίποτα εποικοδομητικό, έτρωγε την ώρα της και έκαιγε κύτταρα του εγκεφάλου της να περιγράφει ένα τύπο που παρκάρει. Πάμε πολύ χάλια, σκέφτομαι και καπάκι συναντάω γέρο, όρθιο, που έχει ακουμπήσει τσάντα σε περβάζι ισόγειου χαμηλού παραθύρου, η οποία είναι γεμάτη τσοντοπεριοδικά, τα οποία βγάζει λίγα-λίγα και ξεφυλλίζει. Δεν πάμε απλώς πολύ χάλια, πάμε κατευθείαν προς τον ακατανόμαστο, μονολογώ. (Μην ξεχνάμε πόσα νεύρα είχα, συναντούσα και ανώμαλους στο δρόμο. Σκεφτείτε ότι αυτός ο κωλόγερος μπορεί να έχει εγγόνια ή παιδιά που τους κάνει κήρυγμα. Γιατί κάτι τέτοιοι κάνουν κήρυγμα). Λίγο πριν φτάσω σπίτι, φανάρι. Μόλις κοκκίνισε για τους πεζούς. Προλαβαίνω σκέφτομαι. Περνάω και αμέσως ακούω κόρνα. Βγάζω δόντια και μου μακραίνουν τα νύχια αυτόματα και χωρίς να το καταλάβω ακούω τον εαυτό μου να λέει δυνατά ενώ περπατούσα: «Κλείσ’ το μωρή φάλαινα που κορνάρεις κι από πάνω!» Δεν ξέρω πότε είχα προλάβει να δω ότι οδηγούσε μια θεόχοντρη καριόλα με τα βυζιά ακουμπισμένα πάνω στο τιμόνι και τις πατσές από κάτω που μιλούσε στο κινητό και μου κόρναρε πριν ανάψει το πράσινο το δικό της που μέχρι να τη βρίσω, είχε ανάψει, εγώ είχα περάσει και όλα θα ήταν εντάξει αν δεν κόρναρε η καριόλα. Χέστηκε πάντως που την έβρισα, ξεκίνησε, με το δεξί χέρι έβαλε ταχύτητα, με το αριστερό κρατούσε το κινητό, και το τιμόνι το οδηγούσαν οι βύζοι. Άει σιχτίρ χαμούρια όλοι σας. Φτάνω σπίτι. Αλληλούια.
Γδύνομαι βρίζοντας και ανοίγω τη σακούλα. Βγάζω τα γάντια. Χαμογελάω ικανοποιημένη και σκέφτομαι πως εντάξει, ταλαιπωρήθηκα, αλλά τα κατάφερα. Και το χαμόγελο, μου κόβεται με τη μία. Το ένα δερμάτινο γάντι, στο σημείο του καρπού, ήταν σκισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη. Αυτό ήταν. Το σύννεφο από πάνω μου άρχισε να βροντάει και να γελάει. Τη συγκεκριμένη φάση άρχισε να βρέχει κιόλας. απ’έξω, ήλιος. Αισθανόμουν τόσο κορόιδο, που ένιωθα να λιώνω προς τα κάτω. Λέω σιγά μην πάω πίσω να τους πω τι; Βροχή, γέλια από πάνω. Το έραψα το γάντι. Ράβω καλά, μια χαρά έγινε. Δε με νοιάζει. Το πήρα τόσο φτηνά άλλωστε. Αλλά δε μου φταίει κανείς. Άμα λέμε ότι τέτοιες περιόδους πρέπει να κάθομαι στα αυγά μου και να μην πολυκουνιέμαι, το λέμε.
Στο σπίτι μου αυτές τις μέρες, επειδή ακριβώς έχω νεύρα, το σύμπαν κάθε μέρα εφευρίσκει ένα τρόπο να μου διαλύει το νευρικό σύστημα. Μέσα σε τέσσερις μέρες, τέσσερις διαφορετικοί λόγοι δεν με έχουν αφήσει να κοιμηθώ. Σε λίγο, σας το λέω, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ή σε μοναστήρι θα κλειστώ, ή θα τρελαθώ και θα σκοτώσω κανένα πούστη ή απλά θα ηρεμήσω. Το τρίτο το εύχομαι αλλά μου φαίνεται τόσο πιθανό όσο αύριο το μεσημέρι να μου χτυπήσει το κουδούνι ο Ζεράρ Ντεπαρτιέ και να μου ζητήσει λίγο αλεύρι. Στα ελληνικά.
Την πρώτη μέρα, με ξύπνησε κομπρεσέρ. Το σπίτι του απέναντι. Αποφάσισε να το γκρεμίσει και το γκρέμισμα κράτησε ακριβώς τόσο όσο να ξυπνήσω. Από τότε δεν τους ξανάκουσα κι ας είναι ο δρόμος γεμάτος μπάζα από αυτό το σπίτι.
Την δεύτερη μέρα, με ξύπνησε ο μουνόσκυλος από πάνω. Είχε να εμφανιστεί καιρό. Εμφανίστηκε και ούρλιαζε και ποδοβολούσε μόνο μέχρι να με τρομάξει και να με ξυπνήσει. Από τότε, δεν τον έχω ξανακούσει.
Την τρίτη μέρα, με ξύπνησε ο μαλάκας από δίπλα. Μέχρι να κοιμηθώ, ησυχία. Με το που ξάπλωσα και με είχε πάρει ο ύπνος μια ωρίτσα, γύρισε από την έξοδό του και έπρεπε να το γιορτάσουμε όλοι μαζί. Κοπανούσε πόρτες, έσερνε έπιπλα, ούρλιαζε, γαμήθηκε το μην πω που τον πέταγε. Έφτασα λίγο πριν τον νευρικό κλονισμό. Ήταν 3 το πρωί. Από τότε, δεν τον ξανάκουσα.
Την τέταρτη μέρα, δηλαδή χτες, έγινε και αυτό. Ήρθε μια γάτα έξω από το διαμέρισμά μου και νιαούριζε όλη νύχτα. Ναι, δεν υπάρχει. 5όροφη πολυκατοικία, με πάνω από 40 διαμερίσματα, ήρθε έξω από τη δική μου πόρτα και νιαούριζε όλη νύχτα. Ναι, εννοείται πως βγήκαμε με τους γείτονες δίπλα και να το πιάσουμε, και να το ταΐσουμε και όλα, αλλά μαντέψτε. Ήταν άγριο και μόλις έβλεπε άνθρωπο εξαφανιζόταν. Μόλις έκλεινες την πόρτα, ερχόταν απ’ έξω και άκουγες νιαααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααου!
Νιαααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααου!
Έτσι πέρασα το βράδυ μου. Δεν έχω λόγια πια. Δεν ξέρω τι να πω. Ο Θεός να μας φυλάει, και μη χειρότερα, πάλι καλά, είναι μερικά που μπορώ να πω και τα λέω. Από κει και πέρα... η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Γαμώ το σπίτι της.

