Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2008

Καντίφλα Μιζεράκι.

Όταν λες ότι πας στο τάδε μαγαζί να αλλάξεις κάτι, να πηγαίνεις. Να μην παρεκκλίνεις. Ειδικά όταν η περίοδος είναι όπως τώρα, μια μαλακία και μισή, μια κουράδα πατημένη, ένα άγχος, ένα στρες, μια παχυσαρκία, μη σου πω και δύο, εσύ καλά θα κάνεις να σκύβεις το κεφάλι και να κάνεις τις δουλειές σου μόνο, σταθερά, συγκεντρωμένα, χωρίς να κοιτάς δεξιά αριστερά, χωρίς να μιλάς, χωρίς πολλά-πολλά γενικώς. Φροντίζεις να κάνεις πολύ διαλογισμό, Τσι Κουνγκ (υπέροχες ασκήσεις –στόχος του, η ενεργειακή αρμονία του οργανισμού και η ισορροπία με το περιβάλλον) και αν συνεχίζεται η μαλακία, να ουρλιάζεις μέσα στο σπίτι σου όσο θες, τόσο όμως όσο να μην τρομάξουν οι παλιομαλάκες οι γείτονες και καλέσουν τους μπάτσους. Αφορμή θέλουν. Η εποχή που διανύω είναι μεν γαμάτη αλλά δύσκολη βρε παιδάκι μου. Τι πράγμα είναι αυτό! Και ναι, το ξέρω! Για τους περισσότερους (σκεπτόμενους) ανθρώπους είναι το ίδιο. Δεν ζούμε και στην καλύτερη των εποχών. Είναι σαν ανάδρομος Ερμής, σαν ανάδρομο το σπίτι των πλανητών, σαν ανάδρομο το κωλάντερο του κάθε μαλάκα που θέλει θάνατο... δεν ξέρω. Πάντως, σε αυτές τις περιόδους, δεν κάνεις πολλά-πολλά... αν και χτες πέρασα πάρα πολύ ωραία. Πήγα σε μια αγαπημένη στο Γκάζι, με πήρε τηλέφωνο ο κολλητός, ήρθε και πήγαμε στο Μπενάκη, (αα, είδαμε πολύ ωραία πράγματα! Design διαδρομές και Αντωνάκος, ναι, ναι, είμαι άνθρωπος των τεχνών), μετά φάγαμε, μετά κωλοβαρέσαμε, μετά πήγαμε στο νέο σπίτι μιας φίλης μας (που παρεμπιπτόντως είναι γαμάτο! Ρετιρέ μέσα στο κέντρο, με εσωτερική σκάλα που οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα και παράθυρο με θέα Λυκαβηττό ... μικρό αλλά κουκλί! Με γεια Κ!) και μετά πήγαμε θέατρο και είδαμε το «Νεκρή Φύση σε Χαντάκι» στο Αμόρε. Με ξενέρωσαν λίγο στο ταμείο, ήθελε δηλαδή λίγες κλωτσές η κοπελιά αλλά εντάξει, για να μη φύγω, ο θεός ο κολλητός, ο ήλιος ο καλοκαιρινός, μου πλήρωσε το εισιτήριο. Γιατί είναι κύριος. Άρχοντας! (δεν είναι όλα αυτά επειδή μου πλήρωσε το εισιτήριο, είναι γιατί είναι!:) Το είδαμε το έργο, καλό ήταν, σύγχρονη σκηνοθετική ματιά, γελάσαμε, είχε το σασπένς του, μια χαρά. Γύρισα και επανήλθα στην καντίφλα. Ήρθε πάλι το σύννεφο με τις μαλακίες και έκατσε το στανιό μου.

Μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ξέρω πως σας αρέσουν τα μπερδεμένα και τα δύσκολα, αλλά εμένα πάλι όχι. Τα μπερδεύω όλα πάντα, αλλά αγχώνομαι.... Κάτσε, τώρα μου μύρισε τυρί. Έλα Παναγία μου. Τυρί; Τα είδατε; Δεν είμαι καλά. Δεν είμαι καλά.

Η αρχή. Με ένα μικρό διάλειμμα. Μόλις άκουσα ποιος πήρε τα Όσκαρ. Έτσι, για την τιμή των όπλων και για όταν θα έχω πεθάνει και μείνει αυτό το μπλογκ να περιφέρεται στο ίντερνετ με τον Ντέιβιντ Σάντος να αφήνει σχόλια, να βλέπει ο κόσμος το 2125, αν υπάρχει τίποτα όρθιο ακόμα, ποιος πήρε τα Όσκαρ το 2008 που στ’ αρχίδια του δηλαδή αλλά τέλος πάντων, εγώ θα το πω. 1ο αντρικού: Ντάνιελ Ντέι Λούις ο παιδαράς, για την ταινία «Θα χυθεί αίμα». Ο άλλος παιδαράς ο Τζορτζ ο Κλούνι, πήρε ένα αρχίδι. Είναι σίγουρο όμως ότι θα έβγαλε γκόμενα όσο ο Ντάνιελ δεχόταν συγχαρητήρια ή μιζέρωνε κάπου μόνος του πίνοντας και καπνίζοντας. (Ρε λες να πήρε Β ρόλου ο Τζορτζ και λέω μαλακίες; Δεν ξέρω, συγχωρέστε με). 1ο γυναικείου: Μαριόν Κοτιγιάρ για το «Ζωή σαν τριαντάφυλλο» που πραγματικά γαμούσε ερμηνευτικά. Καλύτερης σκηνοθεσίας οι θεοί, οι απόλυτοι, οι μοναδικοί... αδερφοί Κοέν για την ταινία «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Πόσο τους αγαπώ ρε πούστη! Οι Κοέν επίσης πήραν και το μεγάλο βραβείο για την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Σεναρίου πήρε το «Juno» που, παρακαλώ πολύ, το έγραψε μια μπλογκερού! Αγγλίδα νομίζω; Μπορεί να λέω και μαλακίες για την καταγωγή, πάντως μπλογκερού. Κάπου διάβασα συνέντευξή της... ήταν κολ γκερλ... στριπτιτζού... δε θυμάμαι... έγραφε πάντως για σεξ και τέτοια. Άρεσε, της έγινε η πρόταση για σενάριο και ιδού! Οσκαράκι από το πουθενά! Εντάξει, επειδή τα Όσκαρ δεν είναι και τίποτα το ανατσουτσουρωτικό, μην περιμένετε να πάτε να δείτε μια ταινία που πήρε Όσκαρ και να πέσετε χάμω σκίζοντας τα ρούχα σας. Δεν είναι όλα για όλους, δε γίνεται αυτό. Ο Τιτανικός που πήρε 780 Όσκαρ, σας άρεσε; Εγώ χέστηκα. Εντάξει, ωραίο ήταν και καταλαβαίνω γιατί πήρε Όσκαρ αλλά σόρι, έχω δει κάτι ταινιάρες που δεν αξίζουν Όσκαρ. Είναι πιο ψηλά. Τέλος πάντων. Μετά το ευχάριστο διάλειμμα, ας έρθουμε στο θέμα μας.

Νεύρα. Αυτές τις μέρες έχω τρελαθεί. Αισθάνομαι σα να έχω ένα σύννεφο από πάνω μου κι αντί να βρέχομαι μόνο εγώ όπως σε όλα τα σοβαρά κόμικς του πλανήτη, εγώ έχω μαλάκες από πάνω μου οι οποίοι χέζουν, κατουρούν, κλάνουν, μαλακίζονται, κάνουν τέλος πάντων ό,τι μπορούν για να μου σπάσουν τον πούτσο και να μου υπενθυμίσουν πως εκτός από γρουσούζα τον τελευταίο καιρό, είμαι και πρωτότυπη. Ωραία.

Προχτές ήταν Σάββατο. Ήταν η μέρα που πάντα επιλέγω να πάω στο Σούπερ Μάρκετ ή στα μαγαζιά ενώ έχω όλο το χρόνο δικό μου να πάω όποτε γουστάρω. Έτσι λοιπόν, ακολουθώντας την μοναδική οδό της μαλακίας που ξέρω να παίρνω, είπα να πάω να δώσω πίσω ένα ρούχο στη μαγαΖΑΡΑ, να πάρω τα λεφτά γιατί δεν είχα μία. Κατάντια; Ναι, ναι, πουλάω τα ρούχα μου όταν δεν έχω λεφτά, μου πληρώνουν τα θέατρα, σε λίγο θα με βρίσκετε γωνία Πανεπιστημίου και Εμμ. Μπενάκη να ζητιανεύω. Τέλος πάντων. Αντί λοιπόν να πάω κατευθείαν στη μαγαΖΑΡΑ όπως ορίζει ο άγραφος νόμος της καντίφλας, επιλέγω να λοξοδρομήσω και να πάω σε ένα μαγαζί που μου αρέσει πολύ. Κάτι μου έλεγε άσ’ το, άσ’ το, αφού δεν έχεις λεφτά, να δω μωρέ, μόνο λίγο, απαντούσα στον εαυτό μου. Πήγα λοιπόν γιατί δε μασάω τίποτα. Είμαι αντράκι εγώ.

Μπαίνω, όλα τσάμπα. Έπαιρνες κάτι και σου δίνανε τρία επιπλέον. Εντάξει υπερβάλλω, αλλά οι εκπτώσεις ήταν απίστευτες. Με πιάνει κρίση. Εμένα γενικά, καλό είναι να μη με αφήνεις στα μαγαζιά. Έχω δεν έχω λεφτά, κάθομαι με τις ώρες. Μπορεί να μην ψωνίσω τίποτα, ευτυχώς είμαι καθαρή τώρα, το έχω ξεπεράσει το πρόβλημα του να χαρίσω την κολλητή μου για ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά δεν είναι να μπω, να έχει τέτοιες εκπτώσεις και να το περάσω ντούκου. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, παίρνω δυο ζευγάρια γάντια, από 40 ευρώ, 16 και τα δύο. Το ένα ζευγάρι δερμάτινα. Φεύγω. Πάω μαγαΖΑΡΑ, αλλάζω το μπλουζάκι, παίρνω τα λεφτά, σκέφτομαι, μια τρύπα στο νερό έκανες. Πάλι δεν έχεις λεφτά. Δεν πειράζει λέω, τι είχαμε τι χάσαμε. Είχατε, είχατε, τώρα σε λίγο καλοκαιριάζει, τα γάντια τι τα θες; Μα τόσο ωραία γάντια και δερμάτινα το ένα ζευγάρι, να μην τα πάρω; Θα μπαγιατέψουν άμα δεν τα βάλω φέτος; Άσε μας από κει! μου λέω και ανοίγω τη σακούλα, εκεί στο δρόμο, να πείσω τον εαυτό μου για την υπέροχη αγορά που έκανα. Τα κοιτάω, πως μου σκάει, ελέγχω και την απόδειξη. Και ναι κυρίες και κύριοι! Είχαν χτυπήσει λάθος και αντί 10 ευρώ που έπρεπε να είχα δώσει, μου είχαν πάρει 16! Και ξεκινάει η καντίφλα. Που πας μωρή Σαββατιάτικο μέσα στον πανικό; Λογικό είναι να θολώνουν οι πωλήτριες και να κάνουν λάθη. Θα περιμένεις τώρα άλλη τόση ώρα στο ταμείο μέχρι να συνεννοηθείς ενώ τώρα, άμα είχες πάει από την αρχή να αλλάξεις το γαμόμπλουζο, θα είχες γυρίσει σπίτι σου και θα ήσουν ξεκούραστη. Για ψώνια βγήκες;

Μαλωμένη και με το κεφάλι χαμηλωμένο, ξεκινάω να πάω πίσω στο μαγαζί. Εντωμεταξύ είχε αρχίσει ζέστη και γω με τη σειρά μου, είχα αρχίσει να λιώνω. Αυτό ισούται με εκνευρισμό. Άρχισα να σπάζομαι τρελά. Ποιος σου φταίει; Γάντια ήθελες. Σκάσε!

Μπαίνω στο μαγαζί, παρακάμπτω την ουρά (όχι, δεν μου έφταιγαν οι πελάτισσες αλλά...) στο ταμείο ήταν δύο κοπέλες. Η ταμίας και μια άλλη που έβγαζε τις ασφάλειες. Σε αυτή μίλησα. Μη σας τα πολυλογώ, μου φέρθηκαν απαίσια. Όχι η κοπέλα στο ταμείο, ούτε αυτή που με εξυπηρέτησε τελικά αλλά η άλλη που έβγαζε τις ασφάλειες και μια ξεκωλιάρα τσατσά που σε έσπρωχνε με τα βυζιά της να κρεμάσει πράγματα την ώρα που εσύ κοίταζες. Αυτή στο ταμείο με αγνόησε επιδεικτικά, τη ρώτησα 2-3 φορές τι θα γίνει, το κοίταξε βαριεστημένα και μου λέει «ο κωδικός είναι άλλος». Δεν κατάλαβα τι θέλει να πει και της το είπα. Με έκλασε. Την ξαναρώτησα. Φώναξε την τσατσά που δεν την φώναξε δηλαδή, περνούσε από δίπλα και για να δω ότι ενδιαφέρεται για την περίπτωσή μου, τη φώναξε και καλά. Η τσατσά ήταν ό,τι άλλο εκτός από υπεύθυνη. Γιατί; Γιατί την υπεύθυνη τη φώναξε μόνο όταν άρχισα να φουντώνω! Λοιπόν, έρχεται η τσατσά, βλέπει την απόδειξη και με ένα ύφος δέκα καρδιναλίων, μου την πετάει κανονικά στα μούτρα χωρίς καν να με κοιτάξει και με περίσσια ασέβεια μου λέει: «Η κοπέλα δεν έκανε λάθος. Είναι άλλος ο κωδικός» και με παρατάει. 7-8 ερωτηματικά άρχισαν να γυρίζουν πάνω από το κεφάλι μου... τι εννοούν με αυτή τη μαλακία που μου λένε.... γιατί μου φέρονται έτσι... και ξαφνικά.... πετάγεται ένα θαυμαστικό! ΤΙ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΟΙ ΚΑΡΙΟΛΕΣ! ΟΤΙ ΕΦΕΡΑ ΠΙΣΩ ΑΛΛΑ ΓΑΝΤΙΑ ΜΕ ΑΛΛΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΩ ΕΞΙ ΕΥΡΩ; Και μου γυρίζει το μάτι ανάποδα. ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ; ρωτάω έντονα το μαλακισμένο και αγενέστατο τσόλι στο ταμείο που έβγαζε τις ασφάλειες. Και τότε, αφού βλέπει ότι θα κάτσω εκεί μέχρι να με βαρεθεί να με βλέπει, φωνάζει την υπεύθυνη. Έρχεται ένα γλυκύτατο κοριτσάκι, της εξηγώ, της λέω ότι είναι ντροπή να μου φέρονται έτσι σα να θέλω να τους φάω λεφτά, το κοιτάει, βλέπει ότι είναι λάθος και με ρωτάει αν με πειράζει να έρθω αργότερα ή Δευτέρα να κάνουμε την αλλαγή γιατί «κοίτα τι γίνεται.. χαμός». Προς στιγμήν, μαλάκωσα γιατί είδα ότι έλαμψε η αλήθεια και μου φερόταν επιτέλους έτσι όπως έπρεπε να φέρονται σε ένα πελάτη που παραπονιέται για ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ λάθος, αλλά μου ξανανέβηκε πάλι το αίμα στο κεφάλι (έφταιγε και η ζέστη ολίγον τι). Να ξανάρθω αργότερα ή τη Δευτέρα; Αυτή τη δουλειά θα κάνουμε; Εγώ μπορεί να μένω στην Πάτρα! Και στην τελική, αυτό το χαμό περίμενα και γω τόση ώρα, εσείς κάνατε λάθος, τελείωνε! Φυσικά, δεν είπα τίποτα απ’ όλα αυτά γιατί είμαι κωλόστρα, αλλά είπα: Δεν ξέρω αν μπορώ, ίσως μπορέσω μετά από 10 μέρες. Α, μου λέει, μετά από 10 μέρες δε θα γίνεται, κάτσε. (Ήξερα ότι δε γίνεται, γι’ αυτό το είπα). Και μου την έκανε την αλλαγή και μου έδωσε τα λεφτά. Είδατε πόσο γαμιόλης είναι ο κόσμος; Είδατε πόσο μαλάκας; Άμα ήμουνα καμιά τσιμπουκόχειλη ή καμιά αλητόβια, απ’ αυτές που ξεκατινιάζονται για πλάκα χωρίς να ντρέπονται στο δρόμο και με έκοβαν ότι είμαι τέτοια, δε θα μου έκαναν τη δουλειά μου αμέσως; Τι σκατά; Πρέπει από καλοί και ευγενικοί να γίνουμε σκύλοι κακοί για να κάνουμε δουλειά μας; Η δουλειά τους δεν είναι να γλύφουν τον κώλο του πελάτη; Λυπάμαι, αλλά αυτή είναι. Ή τουλάχιστον, να αφήνουν τον πελάτη ήσυχο να διαλέξει και να είναι ευ-γε-νι-κές! Αλλά για να βρεις ευγενική πωλήτρια σε αυτή τη χώρα, πάρε ένα μικροσκόπιο να σου βρίσκεται! Γι’ αυτό, προσέχετε γενικά όταν συναλλάσσεστε και όχι, δεν τελείωσε εδώ η ιστορία.

Ξεκίνησα να πηγαίνω προς το σπίτι μέσα στα νεύρα. Στη διαδρομή συνάντησα ένα κορίτσι καθισμένο σε είσοδο πολυκατοικίας μέσα στη βρώμα (η πολυκατοικία, όχι το κορίτσι), που περιέγραφε στο κινητό ένα τύπο να παρκάρει. Καθόταν τώρα, χωρίς να κάνει τίποτα εποικοδομητικό, έτρωγε την ώρα της και έκαιγε κύτταρα του εγκεφάλου της να περιγράφει ένα τύπο που παρκάρει. Πάμε πολύ χάλια, σκέφτομαι και καπάκι συναντάω γέρο, όρθιο, που έχει ακουμπήσει τσάντα σε περβάζι ισόγειου χαμηλού παραθύρου, η οποία είναι γεμάτη τσοντοπεριοδικά, τα οποία βγάζει λίγα-λίγα και ξεφυλλίζει. Δεν πάμε απλώς πολύ χάλια, πάμε κατευθείαν προς τον ακατανόμαστο, μονολογώ. (Μην ξεχνάμε πόσα νεύρα είχα, συναντούσα και ανώμαλους στο δρόμο. Σκεφτείτε ότι αυτός ο κωλόγερος μπορεί να έχει εγγόνια ή παιδιά που τους κάνει κήρυγμα. Γιατί κάτι τέτοιοι κάνουν κήρυγμα). Λίγο πριν φτάσω σπίτι, φανάρι. Μόλις κοκκίνισε για τους πεζούς. Προλαβαίνω σκέφτομαι. Περνάω και αμέσως ακούω κόρνα. Βγάζω δόντια και μου μακραίνουν τα νύχια αυτόματα και χωρίς να το καταλάβω ακούω τον εαυτό μου να λέει δυνατά ενώ περπατούσα: «Κλείσ’ το μωρή φάλαινα που κορνάρεις κι από πάνω!» Δεν ξέρω πότε είχα προλάβει να δω ότι οδηγούσε μια θεόχοντρη καριόλα με τα βυζιά ακουμπισμένα πάνω στο τιμόνι και τις πατσές από κάτω που μιλούσε στο κινητό και μου κόρναρε πριν ανάψει το πράσινο το δικό της που μέχρι να τη βρίσω, είχε ανάψει, εγώ είχα περάσει και όλα θα ήταν εντάξει αν δεν κόρναρε η καριόλα. Χέστηκε πάντως που την έβρισα, ξεκίνησε, με το δεξί χέρι έβαλε ταχύτητα, με το αριστερό κρατούσε το κινητό, και το τιμόνι το οδηγούσαν οι βύζοι. Άει σιχτίρ χαμούρια όλοι σας. Φτάνω σπίτι. Αλληλούια.

Γδύνομαι βρίζοντας και ανοίγω τη σακούλα. Βγάζω τα γάντια. Χαμογελάω ικανοποιημένη και σκέφτομαι πως εντάξει, ταλαιπωρήθηκα, αλλά τα κατάφερα. Και το χαμόγελο, μου κόβεται με τη μία. Το ένα δερμάτινο γάντι, στο σημείο του καρπού, ήταν σκισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη. Αυτό ήταν. Το σύννεφο από πάνω μου άρχισε να βροντάει και να γελάει. Τη συγκεκριμένη φάση άρχισε να βρέχει κιόλας. απ’έξω, ήλιος. Αισθανόμουν τόσο κορόιδο, που ένιωθα να λιώνω προς τα κάτω. Λέω σιγά μην πάω πίσω να τους πω τι; Βροχή, γέλια από πάνω. Το έραψα το γάντι. Ράβω καλά, μια χαρά έγινε. Δε με νοιάζει. Το πήρα τόσο φτηνά άλλωστε. Αλλά δε μου φταίει κανείς. Άμα λέμε ότι τέτοιες περιόδους πρέπει να κάθομαι στα αυγά μου και να μην πολυκουνιέμαι, το λέμε.

Στο σπίτι μου αυτές τις μέρες, επειδή ακριβώς έχω νεύρα, το σύμπαν κάθε μέρα εφευρίσκει ένα τρόπο να μου διαλύει το νευρικό σύστημα. Μέσα σε τέσσερις μέρες, τέσσερις διαφορετικοί λόγοι δεν με έχουν αφήσει να κοιμηθώ. Σε λίγο, σας το λέω, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ή σε μοναστήρι θα κλειστώ, ή θα τρελαθώ και θα σκοτώσω κανένα πούστη ή απλά θα ηρεμήσω. Το τρίτο το εύχομαι αλλά μου φαίνεται τόσο πιθανό όσο αύριο το μεσημέρι να μου χτυπήσει το κουδούνι ο Ζεράρ Ντεπαρτιέ και να μου ζητήσει λίγο αλεύρι. Στα ελληνικά.

Την πρώτη μέρα, με ξύπνησε κομπρεσέρ. Το σπίτι του απέναντι. Αποφάσισε να το γκρεμίσει και το γκρέμισμα κράτησε ακριβώς τόσο όσο να ξυπνήσω. Από τότε δεν τους ξανάκουσα κι ας είναι ο δρόμος γεμάτος μπάζα από αυτό το σπίτι.

Την δεύτερη μέρα, με ξύπνησε ο μουνόσκυλος από πάνω. Είχε να εμφανιστεί καιρό. Εμφανίστηκε και ούρλιαζε και ποδοβολούσε μόνο μέχρι να με τρομάξει και να με ξυπνήσει. Από τότε, δεν τον έχω ξανακούσει.

Την τρίτη μέρα, με ξύπνησε ο μαλάκας από δίπλα. Μέχρι να κοιμηθώ, ησυχία. Με το που ξάπλωσα και με είχε πάρει ο ύπνος μια ωρίτσα, γύρισε από την έξοδό του και έπρεπε να το γιορτάσουμε όλοι μαζί. Κοπανούσε πόρτες, έσερνε έπιπλα, ούρλιαζε, γαμήθηκε το μην πω που τον πέταγε. Έφτασα λίγο πριν τον νευρικό κλονισμό. Ήταν 3 το πρωί. Από τότε, δεν τον ξανάκουσα.

Την τέταρτη μέρα, δηλαδή χτες, έγινε και αυτό. Ήρθε μια γάτα έξω από το διαμέρισμά μου και νιαούριζε όλη νύχτα. Ναι, δεν υπάρχει. 5όροφη πολυκατοικία, με πάνω από 40 διαμερίσματα, ήρθε έξω από τη δική μου πόρτα και νιαούριζε όλη νύχτα. Ναι, εννοείται πως βγήκαμε με τους γείτονες δίπλα και να το πιάσουμε, και να το ταΐσουμε και όλα, αλλά μαντέψτε. Ήταν άγριο και μόλις έβλεπε άνθρωπο εξαφανιζόταν. Μόλις έκλεινες την πόρτα, ερχόταν απ’ έξω και άκουγες νιαααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααου!
Νιαααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααααου!

Έτσι πέρασα το βράδυ μου. Δεν έχω λόγια πια. Δεν ξέρω τι να πω. Ο Θεός να μας φυλάει, και μη χειρότερα, πάλι καλά, είναι μερικά που μπορώ να πω και τα λέω. Από κει και πέρα... η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Γαμώ το σπίτι της.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Μια φορά χωρίς τίτλο.

Η ανησυχία μου για ένα πόλεμο ή ένα μεγάλο σεισμό πηγάζει μέσα από την τρέλα μου ή από τον τυφλό εαυτό μου; Αυτόν που βλέπουν όλοι οι άλλοι εκτός από μένα. Διάφανες σταγόνες ακολουθούν το δρόμο που τους έδειξε η βαρύτητα και με καίνε. Ανταγωνίζονται η μία την άλλη. Στην αρχή τρέχει η μία, μετά η άλλη, μετά η μία, μετά πιο γρήγορα η άλλη και συνεχίζουν αυτό το παιχνίδι μέχρι να τρέχουν ταυτόχρονα. Μόνο τότε θα είναι ικανοποιημένες. Θα προλάβω; Τι σημαίνει χρόνος; Ποιες είναι οι απόψεις ενός σκύλου; Ούτε το Word δεν αντέχει τέτοιες βαρύγδουπες αναζητήσεις. Κλείνει μόνο του. Χωρίς λόγο. Πρώτη φορά. Οι σταγόνες συνεχίζουν τον δρόμο τους. Μόνο που τώρα, τρέχουν πάνω στα χέρια μου. Είναι γιατί τα έχω βάλει σε ασυνήθιστη θέση. Αλλιώς δε θα ήταν φυσιολογικό. Τώρα όμως είναι. Είναι τόσες πολλές που θα έπεφταν παντού. Ήθελα να τις περιορίσω. Δε γίνεται όμως. Είναι πιο δυνατές από μένα. Μακάρι, αντί να έγραφα σεντόνια, να μπορούσα να γράψω λέξεις πάνω σε ένα σεντόνι, να το γεμίσω, να ξαπλώσω και να σκεπαστώ. Με τις λέξεις μου. Με τις δικές μου λέξεις. Όχι από εγωισμό. Από φόβο. Μόνο για τις δικές μου λέξεις είμαι σίγουρη. Ίσο γελοίες κι αν είναι. Εγώ νομίζω πως ξέρω γιατί είπα ό,τι είπα. Τις άλλες λέξεις, τις ξένες, τις φοβάμαι. Αυτό το ξέρω σίγουρα. Γιατί με γεμίζουν. Σκέτο. Και ώρες-ώρες, δεν αντέχω να είμαι τόσο γεμάτη. Γιατί φοβάμαι. Φοβάμαι πως αν είμαι πλήρης θα χαθώ και πως αν δεν είμαι, είναι πολύ κακό να νομίζω ότι είμαι. Τι είναι κακό; Τι είναι φόβος; Όταν τρεμοπαίζει το στήθος σου τι είναι; Θα προλάβω; Κι αν δεν προλάβω τι έγινε; Χέστηκε η Φατμέ στο Γενί τζαμί, για να αλαφρύνουμε το κλίμα; Γιατί να το αλαφρύνουμε; Σάμπως είναι βαρύ; Αφού όλα είναι σχετικά και υποκειμενικά. Μήπως δεν υπάρχουμε; Μήπως είμαστε μυρμήγκια, μόρια, σκουλικαντέρες του διαστήματος; Α, αυτό είναι σίγουρο. Γιατί όμως νομίζουμε πως είμαστε κάποιοι; Γιατί αισθάνομαι έτσι; Πάλι η έκλειψη, η πανσέληνος, ο ανάδρομος Ερμής, η περίοδος, τα γεράματα, το πολύπλοκο μυαλό, η μαλακία που με δέρνει; Οι βιολογικές ανάγκες είναι δυνατότερες από κάθε τι άλλο. Όπως και το τρίξιμο του τραπεζιού που έχεις ακουμπήσει τον υπολογιστή σου. Πεινάς και τρέμει. Τρέμει και πεινάς. Ζαλίζεσαι και δεν ξέρεις τι φταίει. Το στομάχι σου ή το τραπέζι που κουνάει την οθόνη; Χα. Η ζωή είναι αστεία. Σε ποιες φάσεις όμως; Αυτές που οι άλλοι βρίσκουν αστείες ή αυτές που βρίσκεις εσύ αστείες;

Δε θέλω να γράψω άλλο. Δε μπορώ. Οι σταγόνες τρέχουν και μου επιβάλλουν να τις ακολουθήσω. Προς τα εκεί που δείχνει η βαρύτητα. Μα εγώ δεν μπορώ να σκάψω το πάτωμα, να πέσω μέσα, να σκάψω κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο, να φτάσω στα έγκατα της Γης. Να δω. Τι υπάρχει εκεί. Οι πολιτείες που λένε με κατοίκους παράξενα πλάσματα ή απλώς φωτιά; Το βρίσκω πολύ ερωτικό να πέσω μέσα στη φωτιά και να καώ. ..Τώρα που το σκέφτομαι όμως, μπορώ να το κάνω και στην επιφάνεια. Επιφάνεια. Μαλακισμένη λέξη. Γι’ αυτό στεκόμαστε πάνω σε μια μαλακισμένη λέξη, τώρα το κατάλαβα που το είπα.


Ο καθρέφτης της αλήθειας.

Ο πιο άγριος σκύλος του κόσμου
ένας σκύλος που είναι τόσο άγριος
δε μπορεί να κουνηθεί. Δεν
μπορεί να φάει. Δεν
μπορεί να κοιμηθεί. Ίσα που γρυλίζει.
Δεμένος τόσο σφιχτά με
ένταση και θυμό,
είναι κοντά
στην νεκρική ακαμψία.

David Lynch


Τραβάτε να δείτε το «Τυφλό Σημείο» στο θέατρο Πορεία. Όσοι ξέρετε.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

Μπάσκετ στο Σούπερ Μάρκετ και Χιόνια στο Καμπαναριό.

Χτες πήγα στο σούπερ μάρκετ κι έπαιξα μπάσκετ. Ναι, αμέ. Λέτε να ήταν η ιδέα μου καθώς αρρώστησα γαμώ την πανακότα μου μέσα και η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική απ’ ότι συνήθως; Δεν είχα μπάλα βέβαια, με δύο χαρτάκια στα χέρια έπαιζα μπάσκετ αλλά τι; Δε μετράει αυτό; Στο τέλος του αγώνα, χάρισα ένα πόντο σε μια κοπέλα, καλή ήταν, ψηλή, φορούσε λίγο παραπάνω μέικ απ απ’ ότι έπρεπε αλλά δε θα τα χαλάσουμε εκεί. Βλέπετε, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Αν δεν χάριζα τον πόντο, θα έχανα μετά περισσότερους.

Καταρχάς, το σούπερ μάρκετ, λέγεται σπερμάρκετ. Πέρα από το αν είσαι ψιλοεπαρχιώτης βλαχάκι και λες «πάου σπερμάρκι μάνα μ’» ή κάπως έτσι, το σούπερ μάρκετ λέγεται και σπερμάρκετ γιατί όταν πας, σε γαμούν στην ακρίβεια Δεν θυμάμαι αν σας το έχω ξαναπεί παλιότερα, αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Εγώ γουστάρω πολύ το σπερμάρκετ... όχι για το γαμήσι βρε κουτά, για το χάζι! Το σπερμάρκετ είναι σα βόλτα για μένα. Κι όσο πιο μεγάλο, τόσο καλύτερο. Αν είμαι άρρωστη όμως, όπως τώρα, είναι μαγικό. Τους βλέπω όλους σε slow motion ή σε fast forward ή και σε μισό-μισό, αναλόγως πόσο άρρωστη είμαι. Ναι, ναι, αρρώστησα ρε γαμώ τα πάντα. Έχω μύξες, κλάνω, ψιλοβήχω, πονάει το κεφάλι μου, μια μαλακία. Κατάντησα να βήχω και να μου φεύγουν πορδές. Από το Νεπάλ ξεκίνησα να αρρωσταίνω κι έχω αρρωστήσει 150 φορές από τότε, άει σιχτίρ εγώ δεν αρρώσταινα ποτέ τόσο συχνά, είδες που λένε πως τα καλοκαιρινά μπάνια κάνουν καλό; Εγώ τα βουνά και τα ψωλόκρυα ήθελα, τώρα θα καταλήξω σε ιαματικά λουτρά με τους κωλόγερους να κλάνουν μέσα να βλέπω μπουρμπουλήθρες και να φρικάρω γαμώ το κωλόκρυο. Τα είδατε με το κωλόκρυο; Κρύωσα το λουλούδι, το άνθος, το υπέροχο πλάσμα. Προχτές ήμανε έξω μια χαρά, γύρισα στην οικεία και έπεσα τέζα. Το κεφάλι μου ζυγίζει 576,5 κιλά. Το ζύγισα. Και φύγαμε με μεγάλη επιτυχία από το θέμα! Αλλά όχι... δε φύγαμε γιατί και αυτό στο θέμα μας είναι... αααατσού! Ορίστε, φταρνίστηκα και μόλις πρόλαβα να στρίψω το κεφάλι μου (τόσο βαρύ που είναι, δυσκολεύομαι) να μη φτύσω τον υπολογιστή. Γαμώ την καταδίκη μας οι άνθρωποι. Τι έχουμε έρθει σε αυτό τον κόσμο; Όλο μαρτύρια είναι γαμώ την τρέλα μου, για να κατακτήσεις κάτι σου βγαίνει ο κώλος και εύκολα μπορείς να το χάσεις... έχω δει εγώ ταινίες να συμβαίνουν τέτοια... ουουου... έχω ρίξει κλάμα... τώρα ξεφύγαμε από το θέμα! Άντε και ανησυχούσα τόση ώρα. Πότε θα ξεφύγω και πότε θα ξεφύγω έλεγα.

Επανερχόμαστε. Πάω σπερμάρκετ χτες γιατί δε γινόταν αλλιώς. Άρρωστη ξάρρωστη, έπρεπε να πέσει σοβαρή και υγιεινή μάσα. Και δυο τρεις μέρες πριν αρρωστήσω, έτρωγα μαλακίες απ’ έξω και πάρ’ τα μωρή άρρωστη! Οπότε πάω. Με το που μπαίνω στο αυτοκίνητο, μεταμορφώνομαι σε κάτι μεταξύ τριβόλου, καλικάντζαρου, τελώνιου και βρικόλακα. Μου γυρίζουν τα μάτια, μακραίνουν τα μπροστινά μου δόντια, βγάζω αφρούς, μιλάω σε άγνωστες γλώσσες και βρίζω.. βρίζω πολύ. Πολύ βρίζω. Κάνω τη διαδρομή που ήταν, ευτυχώς, μόνο 5 λεπτά, παρκάρω μέσα στο πάρκινγκ του σπερμάρκετ και ανεβαίνω πάνω. Εκεί άρχισαν όλα.

Με το πέρασα στην κεντρική πύλη, όλα απέκτησαν ένα όμορφο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, ανέδιδαν μια αύρα, μια κινηματογραφική αίσθηση, σαν μέσα σε όνειρο. Τα φρούτα έλαμπαν στα ράφια τους, οι σακούλες ανέμιζαν στα ταμεία, οι πωλήτριες με μαύρους κύκλους ήταν έτοιμες να χορέψουν πάνω στους πάγκους με τις κορμάρες τους και οι πελάτες λικνίζονταν στους ρυθμούς της υπέροχης μελωδικής μουσικής που έβγαινε από τα ηχεία. Εγώ στεκόμουν όρθια, 2.10 ύψος, με το σορτσάκι μου, το μπλουζάκι με το νούμερο 17, τις αθλητικές μου κάλτσες μέχρι το γόνατο, τα σούπερ ντούπερ αθλητικά μου, τα χέρια ακουμπισμένα στη μέση μου με την μπάλα μου να στέκεται ανάμεσα στα πλευρά και τον αγκώνα του δεξιού μου χεριού. Φυσικά, δεν έλειπε η συλλεκτική, μοναδική, γούρικη κορδέλα στα μαλλιά μου. Κοίταξα δεξιά αριστερά με ένα πλατύ χαμόγελο, άρπαξα ένα καλάθι και άρχισα τις ντρίμπλες. Ήμουν rookie, πως το λέτε εσείς στο Ελλάντα, πρωτοεμφανιζόμενος παίκτης και είχα μεγάλες προσδοκίες. Δεν είχε σημασία που βρισκόμουν μέσα στο Σπερμάρκετ. Σημασία είχε ότι έπαιζα μπάσκετ με τους πιο σκληρούς αντιπάλους που μπορείτε να φανταστείτε! Γριές κουφές, τυφλές, ανάπηρες που άφηναν τα καρότσια τους στη μέση εκεί που έτρεχα με την μπάλα, σκρόφες, ύπουλες... άλλες πετούσαν στον αέρα μαρούλια, λάχανα, ντομάτες και τα έπιαναν άλλες από την άλλη μεριά του πάγκου.. εγώ να περνάω με δυσκολία ανάμεσά τους, λόγω του ύψους μου.. πολύ δύσκολα... Τότε κατάλαβα ότι θα ήταν ένα all star game. Έπρεπε όμως να συνεχίσω. Δεν γινόταν διαφορετικά. Κοίταξα γύρω μου και άρχισα τα drive. Αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση καθώς μία τσατσά 100 χρονών επέμενε να μου κάνει mismatch αλλά με ένα τζάμπολ την πήρα την πουτάνα. Πέταξα το τυρί μέσα στο καλάθι και οι όμορφες πωλήτριες τραγουδούσαν με τις μελωδικές φωνές τους «Lay Up Laaaay Uuuuuup yes girl lay uuup!» Εκείνη η ψηλή τότε μου έκανε asist. Πάλι καλά. Οι γριές όμως ήταν πολύ καλές. Ευτυχώς έκανε ο κόουτς τάιμ άουτ κι έτρεξα να δω το ρόστερ, τον κατάλογο με τους παίκτες πως το λένε! Έφριξα! Η dream team των θηλυκών γερόντων ήταν εδώ! What the fuck! Έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου. Ξαναμπήκα δυναμικά στο παιχνίδι και προσπάθησα να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Τι κόλπα έκανα, τι pressings, τι rebounds, τι trailers… ιδροκόπησα. Τι πράμα είναι αυτό! Πρέπει κάποιος να τους πει στα σούπερ μάρκετ να μην έχουν τα air condition στους 500 βαθμούς. Έβλεπα τις γριές όμως να παλεύουν εναντίον μου με δώδεκα ζακέτες, έξι παλτό και εφτά κασκόλ η κάθε μία κι έπαιρνα κουράγιο. Δεν είναι δυνατόν, έλεγα από μέσα μου, αυτές να είναι τόσο ακμαίες και επιθετικές και γω να λιώνω σαν το κεράκι της λαμπρής! Ποτέ! Και συνέχισα ακάθεκτη! Κόκκινοι, πράσινοι και κίτρινοι προβολείς αναβόσβηναν δημιουργώντας χάος στο εξοντωτικό παιχνίδι μας αλλά στο τέλος, με ένα ξεθεωτικό coast to coast, τα κατάφερα. Μια πουτάνα γριά όμως δεν το έβαζε κάτω. Βρεθήκαμε man to man. Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Κοιταζόμασταν, σχεδόν ακουμπούσαν οι μύτες μας, ο ιδρώτας και οι ανάσες μας μπερδεύονταν και τότε, με ένα fast break, την παραπλάνησα. Έτρεξα γρήγορα να προλάβω αλλά με περίμεναν στη γωνία ρε γαμώτο. Εκεί έγινε της πουτάνας το κάγκελο. Έπεσε και λίγο ξύλο. Παραλίγο να μου κάνουν disqualification. Τελικά όμως, ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Με ένα απίστευτο reverse τελείωσε ο αγώνας για μένα. Και στο σημείο αυτό, ξύπνησα. Ποδοπατημένη, στην άκρη του ταμείου, ανάμεσα σε κάτι σακούλες. Ανασηκώθηκα, μάζεψα τα κομμάτια μου και πήγα στο αυτοκίνητο για να ξαναμεταμορφωθώ σε τέρας και να πάω σπίτι.

Και τώρα, να σας πω την κανονική ιστορία. Γιατί τα παραπάνω θα ήταν και γαμώ να είχαν γίνει, αλλά η πραγματικότητα είναι συχνότατα, ξενέρωτη. Πήγα σπερμάρκετ. Μέχρι εδώ σωστά. Μπάσκετ δεν έπαιξα, τα σχέδια όμως που κάνουν, τα έκανα. Τι γινόταν εκεί ρε πούστη μου; Τι γριομάνι ήταν αυτό; Τα ΚΑΠΗ της περιοχής αμόλησαν για ψώνια την ίδια ώρα που πήγα και γω; Με το που μπαίνω, αρχίζει το σπρωξίδι. Πάρ’ τα!! Γυρίζω, μια κωλόγρια. Συγνώμη της λέω εγώ, στο τέτοιο της αυτή. Δεν κατάλαβα και πολλά γιατί ήμουν άρρωστη, τα έβλεπα μαγικά όλα, από κει βγήκαν και οι εικόνες που σας περιέγραψα πιο πάνω. Πάω παρακάτω, πάρ’ τα! Άλλη κωλόγρια! Ε να σου γαμήσω, σκέφτομαι, αλλά η αρρώστια με έκανε να χαμογελάω. Είχα μαγευτεί από τα προϊόντα, τον κόσμο... τι να πω. Πάω παρακάτω, πάρ’ τα! Άλλη γαμόγρια! Αυτή και με βάρεσε και άφησε το καρότσι της μπροστά μου και παραλίγο να πέσω την πουτάνα. Εδώ άρχισα να τσαντίζομαι. Ε πόσο να κρατήσω; Άρρωστη είμαι, όχι λοβοτομημένη. Αρπάζω το καρότσι και το βάζω δίπλα της με ύφος. Χαμπάρι δεν πήρε. Πάω παρακάτω να πάρω τυρί και εδώ ουσιαστικά αρχίζει όλη η ιδέα του μπάσκετ. Το τι προσποίηση έπεσε, δε λέγεται. Ακούστε γιατί.

Για να πάρεις τυρί και σαλάμι, έπαιρνες χαρτάκι από μηχανήματα όπως αυτά που έχουν οι τράπεζες. Έλα μουνί στον τόπο σου, σκέφτομαι, αλλά χαμογελάω γιατί ξέρω πως άμα τους αφήσεις τους μαλάκες τους Έλληνες χωρίς χαρτάκι και τέτοια, θα πέσει ξύλο, θα πετάνε λουκάνικα και σαλάμια ο ένας στον άλλο και δε λέει, άρα καλύτερα έτσι. Το πιο ωραίο όμως στην υπόθεση ήταν πως δεν έπαιρνες ένα χαρτάκι και για τυρί και για σαλάμι, αλλά διαφορετικό για το καθένα. Πάω μέσα στην αρρώστια μου χαμογελαστή, παίρνω ένα χαρτάκι για το τυρί. Καπάκι, με το που παίρνω το χαρτάκι, με ρωτάει μια γριά: Τι νούμερο έχετε; Δε γαμιέσαι; Τι σε νοιάζει; Αφού περιμένεις ήδη, είσαι πριν από μένα, τι θες; ήθελα να της πω αλλά ας έχει χάρη η ευγενική καταγωγή μου (και βασικά η αρρώστια μου) και της απαντώ: 38. Α, ωραία, εγώ έχω το 37. Χέστηκα, ήθελα να της πω, αλλά ήδη πορευόμουν προς τα χαρτάκια για την απόκτηση του πολυπόθητου σαλαμιού. Κοιτάω τα νούμερα στον πίνακα, έλεγε 48 για τα σαλάμια. Παίρνω χαρτάκι, έλεγε 58. Κοιτάω και του τυριού, έλεγε 30. Ωραία λέω. Δε θα συμπέσουν. Εδώ σε θέλω μάστορα. Εδώ κολλάει και το μπάσκετ, οι προσποιήσεις, όλα. Τα νούμερα συνέπεσαν τα γαμημένα και μη με ρωτήσετε πως έγινε αυτό. Δεν ξέρω γαμώ την πουτάνα μου! Την ώρα που κάνει κλιτς και πέφτει το 38 στον πίνακα του τυριού, βλέπω τον πίνακα του σαλαμιού να λέει 57. Όχι ρε πούστη, όχι ρε πούστη, όχι ρε πούστη. Άγχος στρες παχυσαρκία. Ένατέταρτοκασέρι,ένατέταρτογραβιέρα,ένατέταρτοφέταβαρέλιπαρακαλώ. Τόσο γρήγορα τα είπα. Αποτέλεσμα; Δεν κατάλαβε η κοπέλα κι έπρεπε να τα ξαναπώ. Άρχισα να ιδρώνω. Το κωλοair condition, η αρρώστια και το άγχος, δεν εξυπηρετούσαν καθόλου. Ένα-τέταρτο-κασέρι, ένα-τέταρτο-γραβιέρα, ένα-τέταρτο-φέτα-βαρέλι-παρακαλώ. Τα ξαναείπα. Στον πίνακα των σαλαμιών, ακόμα το 57. Άρχισα να σκέφτομαι τις προσποιήσεις. Τι να κάνω, τι να κάνω, θα προλάβω. Άρχισε να μου κόβει τα τυριά μου, άμα μου φωνάξει η άλλη από τα σαλάμια το νούμερό μου, θα φωνάξω τι θέλω, εντάξει θα με ακούσουν μέχρι τα ταμεία γιατί με την αρρώστια μου, δεν πολυελέγχω την ένταση της φωνής μου, αλλά δεν πειράζει, μπορώ και να τρέξω.. χμμ.. αρκεί να μην πέσω πάνω στα καλάθια των ανθρώπων και γίνουμε κώλος όλοι και... μου κόβεται ο ειρμός και το άγχος αυξήθηκε κατακόρυφα καθώς ήρθε μια μαλακισμένη, διακόπτει τη δικιά μου και της λέει πως έκανε λάθος σε ένα τυρί και να της κόψει άλλο γιατί είναι στο ταμείο τα πράγματά της και περιμένει ο κόσμος. Οι γριές είναι ύπουλες και κουφάλες. Αυτό έχω να πω. Στο σημείο αυτό, καταλαβαίνω πως θα χάσω τον αγώνα και θα πρέπει να ξαναπεριμένω για σαλάμι και σκέφτομαι πως εδώ είναι η σκηνή από ταινία βίας που η τρελή βγάζει όπλο, όλοι πέφτουν κάτω, αυτή παραγγέλνει το σαλαμάκι της και φεύγει κυρία με όλους πεσμένους κάτω να κολυμπάνε στα χεσμένα τους πανταλόνια. Κουνάω το πονεμένο μου κεφάλι να πάρει μπρος και κολλάω δίπλα σε μια κοπέλα, ψηλή, πολύ ψηλή. Τι νούμερο έχετε; τη ρωτάω. 59, μου λέει. Ωραία, της λέω, πάρτε αυτό, και της δίνω το 58. Έτυχε τώρα, ήμανε κωλόφαρδη, καθώς θα μπορούσε να έχει το 79 και να έπαιρνα τα παπάρια μου. Αλλάζουμε νούμερα στα σαλάμια, η δικιά μου στα τυριά κόβει το τυρί της παλιόγριας, της κλέφτρας σειρών, της σκατιάρας και μετά αποτελείωσε τα δικά μου. Το 58 ήρθε, η κοπέλα μου είπε ευχαριστώ καμιά 75αριά φορές λες και της έδωσα το Νόμπελ, εγώ χαμογελούσα με υγρά μάτια γεμάτα αρρώστια και με το 59, πήρα το σαλάμι μου. Ουφ! Τι ταλαιπωρία! Μετά, έπρεπε να φτάσω στα ταμεία. Α καλά. Εκεί να δεις. Αγώνας. Ήταν εντωμεταξύ μια πουτάνα γριά, τόσα τετραγωνικά σούπερ μάρκετ και η ίδια ρε παιδιά, όπου πήγαινα, έπεφτε πάνω μου. Τι σκατά; Γάλα έπαιρνα, αισθανόμουν σπρωξιά, γυρνούσα, η γριά. Σοκολάτες έπαιρνα, σπρωξιά, η γριά. Μπύρες έπαιρνα, σπρωξιά, η γριά. (Μην αρχίσετε τώρα, είπες ότι θα πάρεις υγιεινές τροφές και παίρνεις μπύρες και σοκολάτες, ό,τι θέλω θα κάνω, άρρωστη είμαι, έχω το ελεύθερο!) Τι σκατά με την κωλόγρια, δεν ξέρω. Πάω στα ταμεία, σπρωξιά, η γριά. Απορούσα, δε μπορούσα να κουνήσω και το κεφάλι μου άλλο. Πονούσε πια. Έπρεπε να φύγω. Τι σπρωξίδι, τι πανικός, που πας Σαββατιάτικο; Άιντε έφυγα, μπήκα στο αυτοκίνητο, έγινα τέρας, όποιος γκάβακας που μάθαινε να οδηγεί πέρασε από μπροστά μου, όποιος ηλίθιος δεν ήξερε να παρκάρει πέρασε κι αυτός από μπροστά μου... έβρισα, έβρισα, έβρισα... ίδρωσα, ίδρωσα, ίδρωσα... πτώμα έγινα. Ήρθα σπίτι και έπεσα μέσα στις σακούλες και κυλιόμουν... σηκώθηκα και είχα σαλάμια στο κούτελο, τυριά στις μασχάλες... αλλά δε με ένοιαζε πια... ήταν δικά μου... δικά μου.. μόνο δικά μου... γκουχ... γκουχ... dead.


Υ.Γ.1. Είναι σαφές ότι δεν γνωρίζω καθόλου την ορολογία του μπάσκετ και από κάπου την πήρα και την έβαλα εδώ μέσα. Συγχωρήστε με γιατί καταλαβαίνω πως έτσι όπως τη έβαλα, ανάθεμα αν κατάλαβαν κι αυτοί που ξέρουν. Εδώ λοιπόν θα βρείτε (όσοι δεν κατέχετε) τα σχετικά. Από δω τα πήρα και γω και τα έκανα κώλο.

Υ.Γ.2. Έχω πάθει εγκεφαλικά από τη χαρά μου με το χιόνι!! Ξύπνησα μέσα στη νύχτα (γιατί έβηχα έκλανα και φταρνιζόμουν ταυτόχρονα) και από τότε χαζεύω το χιόνι γράφοντας το έπος μου. Είναι τόσο ωραία έξω!! Εκεί όμως που ήταν όλα ωραία, ένας μαλάκας κόρναρε από το πουθενά και μου άναψε τις λάμπες στο φουλ! Τα κινητά ρε μαλάκες τι σκατά τα έχετε; Δε μπορείς να πάρεις το μαλάκα το φίλο σου άμα δεν τον βλέπεις μέσα στη χιονοθύελλα και να μην κορνάρεις 4 η ώρα το πρωί; Η κόρνα σου εκπέμπει ραδιοκύματα στον εγκέφαλο του μαλάκα του φίλου σου; Μαλάκα! Τέλος πάντων! Το χιόνι είναι γαμηστερό!! Εύχομαι σε όλους όσους δουλεύουν τη Δευτέρα, να μην μπορέσουν να πάνε στη δουλειά τους, και την Τρίτη και την Τετάρτη άμα γουστάρετε, αλλά μετά να μην τον πιουν με έξτρα δουλειά! Εύχομαι να έχει γίνει από μόνη της ή να έχει καλογαμηθεί ο πελάτης και να έχει κατανόηση και αγάπη για το συνάνθρωπο! Καλά μας χιόνια φίλοι μου!!

Υ.Γ.3. Σκεφτείτε τους άστεγους και νιώστε πόσο τυχεροί είστε... Να προσέχετε και να βοηθάτε τους άλλους...

..Ντυθείτε καλά, μην τρέχετε, ειδικά αν είστε σαπόγεροι και δεν έχετε κατάλληλα παπούτσια, (Εε!! Γκόμενες!! Μη φοράτε τακούνια, δε θα χαθεί ο αισθησιασμός σας... θα είστε πιο όμορφες με γύψο; Για σκεφτείτε.) Μην οδηγείτε γρήγορα, μόλις μπείτε στο αυτοκίνητο ανάψτε τον ζεστό αέρα που πάει στα τζάμια να λιώσει το χιόνι, μην ακουμπάτε τους υαλοκαθαριστήρες αν δεν τους έχετε ήδη σηκώσει γιατί θα σπάσουν και στην τελική γαμήστε το αυτοκίνητο!! Ελάτε καλά μου πόδια!! Ντυθείτε καλά και καλά παιχνίδια στα χιόνια! Α! Να ακούτε ειδήσεις να ξέρετε τι σκατά γίνεται!!!

..Καρπενήσι, Μέτσοβο -11 μαλάκες, τώρα το άκουσα!!!! Αααααα... τσού!!!

Υ.Γ.4. Ζεστό λεμόνι με μέλι και εχινάκεια προτείνω σε όποιον καημένο συμπάσχει μαζί μου... ααατσού... γκουχ.. γκουχ... πρρρρρρρ.... συγνώμη, αυτή μου έφυγε πάνω στο βήχα... :)

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

12 κι ούτε ένα τηλεφώνημα ή Τεχνικές Ομορφιάς για το σπίτι.

Το παρακάτω κείμενο δεν ενδιαφέρει κανένα όπως τα περισσότερα από τα κείμενα που έχω γράψει εδώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το διαβάσετε. Ίσως μετά από αυτό το κείμενο, να αλλάξει η ζωή σας. Μπορεί τίποτα να μην είναι τυχαίο, αλλά τυχαία την ώρα που διαβάζετε το δικό μου κείμενο, μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο και σας αναγγείλουν το θάνατο του πλούσιου θείου στην Αμερική (Τζον Πάππας) που δεν γνωρίζατε καν την ύπαρξή του και τον κληρονομήσατε (150 στρέμματα στο Κεντάκι δίπλα στη λίμνη Τζονγουιτς, μία σπιταρόνα στο Λος Άντζελες και 1 εκατομμύριο δολάρια). Η θεία σας η Μαρίκα είχε έναν αδερφό που η μάνα της τον έκανε με άλλον άντρα σε μια στιγμή πάθους. Τι να κάνει, το ξαπόστειλε το νόθο στην Αμερική σε κάτι γνωστούς της. Αυτό όμως ήταν έξυπνο και πλούτισε και τα λοιπά. Μετά, όταν πλούσιοι πια περιγράφετε την ιστορία σας, δε θα λέτε «μαλάκα, καθώς διάβαζα την Κωλόγρια, χτύπησε το τηλέφωνο και χέστηκα στο τάλιρο»; Σκεφτείτε πόση χαρά θα πάρω εγώ απ’ αυτό! Γι’ αυτό σας λέω, διαβάστε το και μη σκέφτεστε. Εσείς μπορείτε να γίνετε πλούσιοι και γω ευτυχισμένη.

Αυτά που λέτε. Κρύο έχει βάλει και σπάζομαι μιας και δε μπορώ να βγαίνω έξω σαν κρεμμύδι (ακόμα να χτυπήσει το τηλέφωνο; Περιμένετε). Δεν είναι κατάσταση αυτή. Φοράω τόσα πολλά ρούχα που προχωράω σαν παλαιστής. (Τα χέρια παράλληλα με το σώμα). Δεν είναι καλό αυτό γιατί έτσι όπως πάνε τα ζώα στο δρόμο και πέφτουν πάνω σου έτσι κι αλλιώς, δεν λέει να προχωράς με τα χέρια τεντωμένα. Πιάνω βυζιά, μύτες, αρχίδια, ανάλογα τι ύψος έχει αυτός που θα περάσει δίπλα μου. Και δε μ’ αρέσει καθόλου αυτό. Δε γουστάρω να χουφτώνω αγνώστους εν αντιθέσει με άλλους που αγαπούν το συγκεκριμένο σπορ. (Μια και δυο μου έχουν πιάσει τον κώλο;) Άσε που ιδρώνω. Φοράω τα πάντα, περπατάω κανα δυο χιλιόμετρα κι αρχίζω να ζεσταίνομαι. Άμα αρχίσω και βγάζω τα κασκόλ, τα σκουφιά, τα γάντια, τις ζακέτες κλπ, πρέπει κάπου να τα βάλω. Και που να τα βάλω; Μέσα στο περίπτερο;(την τσάντα μου εννοώ). Άσε που άμα έχω ιδρώσει και φυσάει και τα βγάλω, θα αρρωστήσω (γαμώ τον αέρα μου! Ο αέρας είναι μόνο για να τον αναπνέεις)! Άει σιχτίρ με τον κωλοχειμώνα! Βέβαια θα μου πείτε το καλοκαίρι έτσι όπως έχει γίνει εδώ με 170 βαθμούς υπό σκιά, είναι καλύτερο; Γιατί το χειμώνα φοράς ρούχα. Το καλοκαίρι τι να κάνεις; Να βγάλεις το πετσί σου να μείνεις με τα κόκαλα να δροσίζεσαι; Δε γίνεται, θα πεθάνεις άμα βγάλεις το δέρμα σου. (Τι; Δε χτύπησε ακόμα το τηλέφωνο; Για κάντε μια παύση εδώ από το διάβασμα και δείτε αν λειτουργεί, μήπως ρε παιδί μου έχει δαγκώσει το καλώδιο ο σκύλος, το παιδί σας, κάποιος).

Ο αέρας δε μου αρέσει καθόλου. Έχω μακριά μαλλιά και μου τα κάνει κώλο. Άμα τα πιάσω κρυώνουν τα αυτιά μου, άμα φοράω σκουφί ανεμίζουν τα υπόλοιπα με αποτέλεσμα να σηκώνεται το σκουφί στα πλαϊνά και πάλι να κρυώνουν τα αυτιά μου, ή αν φοράω σκουφί με αυτάκια και κορδελάκια στα πλαϊνά και το δέσω κάτω από το λαιμό μου, είμαι σαν 12 χρονών με βλάβη στον εγκέφαλο (υπερβάλλω, και γαμώ τα κουκλιά είμαι), ή με τρώει το σκουφί στο κούτελο ή (το χειρότερο) όταν βγάλω το σκουφί, είναι τα μαλλιά μου πατικωμένα μέχρι το λαιμό και από κει και κάτω φουντώνουν. Πολύ όμορφη. Σα γλυμμένη. Σκατά σας λέω, δε μπορώ τον αέρα.

Το κείμενο είναι σκατά και δεν έχει λόγο ύπαρξης, συνεχίστε όμως, ειδικά αν δεν έχει χτυπήσει ακόμα το τηλέφωνο να σας πουν ότι γίνατε πλούσιοι.

Γιατί γράφουμε λένε, τι λόγο ύπαρξης έχουν τα μπλογκς, να κλείσουμε τις τηλεοράσεις μας, να πάμε στο μετρό την Παρασκευή το βράδυ (την Παρασκευή που πέρασε λέω) να τους δείξουμε εμείς που δε θέλουν οι μαλάκες να το λειτουργούν μέχρι τις 2 τα ξημερώματα, η Μαρία η Άσχημη θα πάει στο Παρίσι να γίνει όμορφη λες και δω δε γίνεται, τα μυρμηγκάκια παραμένουν αραιά και που στο νιπτήρα μου, χαμός σας λέω. (Χτύπα ρε γαμημένο τηλέφωνο να γίνει κάποιος πλούσιος γιατί στο τέλος θα με ψάχνουν για να με βαρέσουν!)

Τι να πω Χριστούλη μου να κάνω ενδιαφέρον το κείμενο;; Τι; ..Α! Για τις γκόμενες που φοράνε τακούνια και δε μπορούν να τα πατήσουν! Τι θέαμα κι αυτό! (Τώρα είναι αυτό ενδιαφέρον θέμα να κάτσει ο άλλος να ασχοληθεί; Όχι πες μου! Γιατί δηλαδή, έχει κάτι καλύτερο να κάνει; Πως δεν έχει ρε μαλάκα! Να χέσει, να κατουρήσει, να διαβάσει, να παίξει με τα παιδιά του, να δει τηλεόραση, να κοιμηθεί, να φάει, να χαζέψει... Και θες να μου πεις ότι όλα αυτά είναι πιο ενδιαφέροντα από το να διαβάσει εμένα; ..... Είναι ε; Τέλος πάντων, δε θα ανοίξουμε συζήτηση!)

Οι γκόμενες που λέτε (διαβάζει κανείς; Μπααα... οπότε λέω ότι θέλω από δω και κάτω, καλύτερα) είναι καριόλες, ξεκωλιάρες και πουτάνες και να πάνε να γαμηθούν! Παλιοσκρόφες! Φοράτε τα σκατοτάκουνα και τα περπατάτε ξεκατινιασμένα, μπατάρουν δεξιά αριστερά και πάτε σαν πάπιες! Ουστ! Έχετε δει ρε τις παλιές πως τα πήγαιναν; Περπατούσαν και σειόταν ο τόπος! Δε φορούσαν τακούνια έτσι για τη φάση, με φόρμες, ρόμπες, σκατοπαντέλονα και γαμοκολάν με κώλους δύο στρέμματα! Τα φορούσαν με τα κατάλληλα ρούχα και τα περπατούσαν όμορφα! Όμορφα! Λικνιστά, γοητευτικά, σεχουαλικά! Είδα μία τις προάλλες, έβγαινε από το μετρό και περπατούσε μπροστά από μένα με μία φίλη της. Τι ήταν αυτό το πράμα! Εκεί που λες «να και μία αδύνατη που φοράει κολάν χωρίς να πετάνε ξύγκια και προκοίλια», βλέπεις τα τακούνια που φοράει και τα πατάει σαν γαμώ το σπίτι της και θες να τη βαρέσεις. Ναι, ήθελα να της ρίξω μια σφαλιάρα από πίσω και να της πω «βγάλ’ τα μωρή γαμώ το σπίτι σου, δεν καταλαβαίνεις πως είσαι εντελώς αντισεξουαλική;» αλλά δεν το έκανα γιατί και αυτή και η φίλη της μου έριχναν δυο κεφάλια και δε με έπαιρνε συν ότι άμα το έκανα αυτό, θα έπαιρναν το μέρος τους όλοι οι άλλοι γιατί οι Έλληνες είναι μανούλες στον τζερτζελέ. Μόλις δουν καυγά ή φάση, αμέσως να μιλήσουν, να πουν, να έχουν άποψη. Τι θέλετε ρε μαλάκες; Στα σοβαρά κάνετε το μόκο και ψηφίζετε τους ίδιους και τους ίδιους και τους αφήνετε να σας γαμούν και τώρα σας πήρε ο πόνος για την ακαλαίσθητη; Ναι, ναι, υπερασπιστείτε την να παίρνουν θάρρος και οι άλλες και να βλέπουμε όλο τέρατα στο δρόμο. Άιντε από κει!

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, την έφαγα στη μάπα την μαλάκω. Την έβλεπα μπροστά μου να περπατάει, τι να περπατάει, να μπατάρει μία δεξιά μία αριστερά, να βιάζει στεγνά τα τακούνια της και γω από τη μία να θέλω να τη χτυπήσω και από την άλλη να αγχώνομαι να μην πέσει και της πατήσει το κεφάλι το πλήθος. (Αν δεν έχει χτυπήσει ακόμα το τηλέφωνο, φταίει η διαφορά ώρας. Σκεφτείτε, Αμερική είναι. Περιμένουν να σας πάρουν λίγο αργότερα για να μην σας ενοχλήσουν). Βγαίνει η γκόμενα που λέτε από το μετρό, περπατάει δυο τρία μέτρα και μετά τι κάνει; Αρχίζει να πιλαλάει! Αλήθεια! Άρχισε να πιλαλάει! Χαριτωμένα και καλά, πήγαινε πιο γρήγορα, βιαζόταν, πως το λένε. Για να καταλάβετε πως είναι το «πιλαλάω με τακούνια», θυμηθείτε τη Ζωή Λάσκαρη να τρέχει σε ταινία του 60 με τακούνι. Το’ χετε; Αυτό, με τα πόδια που βγαίνουν λίγο έξω από το σώμα, δεξιά και αριστερά... γιατί όταν τρέχεις με φλατ ή αθλητικό παπούτσι, δε χρειάζεται να κάνεις σαν πάπια, τα πόδια βγαίνουν μπροστά, όχι πλάι. Το καταλάβατε υποθέτω. Ε, η δικιά σου στο μετρό, τα πατούσε που τα πατούσε σκατά, άρχισε να πιλαλάει κι από πάνω! Το δεξί πόδι έφτανε στο δεξί της γόνατο και το αριστερό, στο αριστερό γόνατο. Τι σκατά; Δεν προλάβαινε τη φίλη της; Γιατί η φίλη της περπατούσε φυσιολογικά ενώ αυτή πιλαλούσε δυο τρία βήματα σαν να της έχουν βιδώσει τα πόδια λάθος στην κατασκευή και δυο τρία βήματα τα πήγαινε κανονικά (που λέει ο λόγος). Μου την γάμησε την αισθητική μου. Και το κακό είναι ότι την έφαγα στη μάπα μέχρι να βγει από το σταθμό. Κι όχι τίποτα άλλο, ήμουν στο Σύνταγμα και περπατούσαμε πολύ ώρα μέχρι να βγούμε έξω, γαμώ το κέρατό της γαμώ! Έτσι που λέτε. Έχω σιχαθεί την αισθητική των γυναικών σ’ αυτή την πόλη τουλάχιστον. Πως είναι έτσι γαμώ τα στραβά τους τα μάτια; Υποψιάζομαι πως δεν έχουν καν ολόσωμους καθρέφτες στο σπίτι τους. Που πας χωρίς ολόσωμο; Τρελάθηκες; Ποιον θα εμπιστευτείς; Το σκύλο σου; Τη γάτα σου; Τη μάνα σου; Το παιδί σου; Τον άντρα σου; Εγώ παλιά που ρωτούσα τη μανούλα μου πως είμαι, δε πα να φορούσα ένα κλαδί ελιάς στον κώλο, κόκκινη περούκα και 42 νούμερο αθλητικό; Θεά μου έλεγε ότι είμαι. Και είναι φυσικό. Μάνα μου είναι. Τι να μου πει. Πως είμαι έτσι; Και μη μου πείτε πως θα ρωτήσετε τη φίλη σας ή τον φίλο σας. Άμα σας πει την αλήθεια, «ξέρεις χρυσή μου, αυτό το παντελόνι είναι τόσο διάφανο που φαίνονται και οι κωλότριχές σου εκτός από την κυτταρίτιδα» δε θα παρεξηγηθείτε; Γι’ αυτό σας λέω, μία είναι η λύση: ολόσωμος καθρέφτης. Αποκαλύπτει τα πάντα. Και προσοχή! Όχι παραμορφωτικός του τσίρκου να αδυνατίζει! Κανονικός, σωστός, σοβαρός, αληθινός. Θα ξεχάσω που είχα ένα καθρέφτη (ακόμα τον έχω) κι ερχόταν όλες οι φίλες μου σπίτι και κοιταζόντουσαν στον καθρέφτη (όλες οι φίλες μου είναι μουνάρες με κορμάρες και γαμώ τους χαρακτήρες) και μου λέγανε «μαλάκα, αυτός σε αδυνατίζει» και μου σηκωνόταν η πέτσα; Το άκουσα αυτό, το ξανάκουσα, άρχισα να πιστεύω πως ο καθρέφτης είναι παραμορφωτικός και με δείχνει ωραία και βγαίνω έξω σαν σκατοσακούλα. Ευτυχώς όμως, δεν είχα την ίδια άποψη γιατί στο σπίτι είχαμε πολλούς ολόσωμους. (Είμαστε οικογενειακώς ψωνάρες. Όλοι μέρα κοιταζόμαστε). Α! Και το φως είναι σημαντικό! Δεν είναι το ίδιο να κοιτάζεσαι στο ημίφως και να πιστεύεις πως είσαι μια χαρά! Και τη θεια μου που είναι 500 κιλά με τρίχες να τη βάλεις στο ημίφως, θεόμουνο θα φαίνεται. Δυνατό φως! Δυνατό! Το φως του δωματίου δεν είναι ίδιο με αυτό της μέρας! Φοράς το άσπρο παντελόνι, λες μια χαρά είμαι, βγαίνεις έξω, βλέπεις ξαφνικά όλους τους άντρες να βγάζουν το πουλί τους και να σε κυνηγάνε και συ αναρωτιέσαι που πάει αυτός ο κόσμος. Ε όχι χρυσή μου. Αναρωτήσου αν φαίνεται το παχύ σου έντερο καλύτερα. Και κορίτσια, δυνατό φως και στο μπάνιο. Εκεί που βάφεστε τελοσπάντων! Δεν αντέχω άλλο να βλέπω αποκριάτικες μάσκες στο δρόμο εκτός εποχής! Σας παρακαλώ! Σας ικετεύω! Για το καλό το δικό σας το λέω! Δε θέλω εγώ να είμαι η μόνη όμορφη στο δρόμο; Θέλω, πως δε θέλω. Αλλά δεν είμαι μοναχοφαγού. Θέλω να έχουν κατακτήσεις και τα άλλα κορίτσια. Γιατί ξέρω καλά πως άμα είναι ευτυχισμένος ο κόσμος, όλα πάνε καλύτερα. Ενώ άμα είναι δυστυχισμένος και μίζερος, όλα πάνε σκατά. Θα ξεχάσω μια γκόμενα που είδα στο μετρό, πρωί τώρα, και δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της; Αν ήταν τόσο όμορφη; Όχι, ήταν τόσο καρνάβαλος! Είχε λευκό δέρμα και είχε βάλει τόσο σκούρο μέικ απ που ήταν τρομακτικό. Είχε δημιουργήσει μια μάσκα γύρω από το πρόσωπό της που σταματούσε στο λαιμό, σε καφέ χρώμα, είχε έντονο χρώμα στα μάγουλα, έντονο στα μάτια, έντονο στα χείλη... χάλια η καημένη. Και πρωί-πρωί που πήγαινε έτσι; Στο γραφείο; Μετά άμα περνούσε στο διάδρομο αυτή η γυναίκα και όλη κρυφογελούσαν, αυτή δε θα γέμιζε νεύρα; Κι όλα αυτά για να μην έχει καλό φωτισμό να δει ότι έγινε καρνάβαλος. Γιατί άλλο λόγο πέραν του φωτισμού να γίνει κάποιος έτσι, δε βρίσκω. Μη σας πω ότι το καλύτερο φως που μπορείτε να βρείτε για να βαφτείτε είναι το φυσικό. Πηγαίνετε στο μπαλκόνι με ένα καθρέφτη. Πηγαίνετε κοντά στο παράθυρο, στην μπαλκονόπορτα (με ανοιχτή την κουρτίνα και εφόσον έχει καλό φως). Εκεί θα δείτε και τα αποτελέσματα του βαψίματος.

Αυτά. Αν δεν έχει χτυπήσει ακόμα το τηλέφωνό σας, συγχωρήστε με, δεν ήθελα να φάω τον πολύτιμο χρόνο σας.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Φίλοι για πάντα. Στο σπίτι με τους γείτονες.

-Παίζε ρε μαλάκα, τι μαρμάρωσες;
-Θα τη γαμήσω την πουτάνα!
-Ποια πουτάνα ρε μαλ... σιγά άνθρωπέ μου! Τι πετάγεσαι έτσι; Γάμησες την μπιρίμπα ρε φίλε!
-Άκου ρε μαλάκα, άκου!
-Τι ν’ ακούσω ρε μαλάκα; Δεν ακούω τίποτα!
-Άκου ρε μαλάκα κουφέ!
-Εσύ είσαι κουφός ρε μαλάκα! Τι να ακούσω; Αυτοκίνητα από το δρόμο ακούω, τι ν’ ακούσω;
-Άκου την πουτάνα!
-Ρε μαλάκα, να πάρω το Μπάμπη τηλέφωνο; Είναι καλός ψυχίατρος μην τον κοιτάς που είναι σα μαλάκας..
-Το τρίξιμο ρε μαλάκα ηλίθιε, δεν το ακούς;
-Τώρα η πουτάνα έγινε τρίξιμο; Ρε μαλάκα, κάτσε να παίξουμε. Μου φαίνεται κάνεις μαλακίες γιατί χάνεις. Μαλάκα, θα σε γαμήσω, κάτσε κάτω.
-......
-Άμε γεια σου. Παλουκώσου. ....Παίζε ρε μαλάκα, σειρά σου είναι! ....Ρε μαλάκα τι έπαθες; Τι κοιτάς τον τοίχο; ...Εεεε μαλάκα!
-Τι σπρώχνεις ρε μαλάκα;!
-Τι τι σπρώχνω ρε μαλάκα! Τελείωνε! Μου έχεις σπάσει τα αρχίδια! Τι τον κοιτάς τον τοίχο; Σου μιλάει;;
-Η πουτάνα από μέσα μιλάει.
-Ποια πουτάνα;
-Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ!
-Τι φωνάζεις ρε μαλάκα;!!
-Να μ’ ακούσει η πουτάνα ΝΑ ΠΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΤΟ ΑΙΡ ΚΟΝΤΙΣΙΟΝ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΣΑ ΨΥΓΕΙΟ ΜΗΝ ΠΑΩ ΚΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΓΑΜΗΣΩ!
-Ρε μαλάκα, είναι ωραία η γειτόνισσα;
-Ε;
-Η γειτόνισσα λέω. Είναι ωραία;
-Ναι ρε μαλάκα, καλή είναι.
-Και γιατί δεν πας να τη γαμήσεις παρά γαμάς εμένα και μιλάς στον τοίχο;
-Στην πουτάνα μιλάω, να μ’ ακούσει!
-Δε σ’ ακούει, δεν είναι δίπλα, παίζε.
-Και που το ξέρεις ρε μαλάκα ότι δεν είναι δίπλα;
-Παίζε ρε μαλάκα!
-Που το ξέρεις ρε μαλάκα;!
-Την είδα να βγαίνει όταν ερχόμουν. Μελαχρινή δεν είναι με μια ελιά σαν της Μαντόνα;
-Τότε γιατί με ρώτησες αν είναι ωραία ρε μαλάκα;
-Για να δω αν ακόμα έχεις άθλιο γούστο ρε μαλάκα.
-Είσαι μαλάκας! Και η Μαντόνα δεν έχει ελιά. Η Κλόντια Σίφερ έχει!
-Και η Μαντόνα έχει ρε μαλάκα! Φέρε το True Blue να δεις ρε ηλίθιε.
-Δε γαμιέσαι και συ και η Μαντόνα; Παίζε, τελείωνε.
-Μη μου λες εμένα να παίξω για θα σε γαμήσω! Μαλακίζεσαι τόση ώρα και μου λες να παίξω! Θέλω να σκεφτώ! Και η Μαντόνα έχει ελιά!
-Στ’ αρχίδια μου... και αυτό το τρίξιμο δηλαδή τι είναι;
-Πω ρε πούστη με το τρίξιμο... ποιο τρίξιμο;;
-Το τρίξιμο ρε μαλάκα! Ο άλλος ο πούστης, η αδερφή η κραγμένη, η πουστάρα του κερατά από δίπλα θα είναι!
-Συγκατοικεί η γκόμενα δίπλα με πούστη; Μπράβο.. Σουηδία έχουμε γίνει..
-Ποια Σουηδία ρε μαλάκα; Ο πούστης λέω από την άλλη πλευρά! Αυτός θα τρίζει τα αρχίδια του ο μαλάκας, σέρνει έπιπλα!
-Φοράει φουστάνια;
-Ποιος;
-Ο πούστης.
-Ποιος πούστης;
-Ε άντε γαμήσου! Παίζε που κάθομαι και ασχολούμαι με τις μαλακίες σου!
-Ποιος πούστης ρε μαλάκα φοράει φουστάνια; Που τον είδες;
-Ο δίπλα ρε μαλάκα, που βρίζεις τόση ώρα και τον λες πούστη, φοράει φουστάνια;
-Όχι ρε μαλάκα, δεν είναι πούστης, έχει γκόμενα!
-Καααλά! Είσαι ο μεγαλύτερος μαλάκας όλων των εποχών!
-Άκου ρε μαλάκα, τρίζει!
-Εσύ είσαι μαλάκας και πούστης και μου έχεις γαμήσει το παιχνίδι! Που ακούς ρε μαλάκα από δω το τρίξιμο; Είμαστε 70 τετραγωνικά μακριά από το γείτονα!
-Ξέρω εγώ! Ακούω όλους τους ήχους!
-Ηρέμησε ρε μαλάκα και παίζε...
-Άκου ρε μαλάκα!
-Α γαμήσου αδερφάκι μου! Άντε πες ότι ακούω! Τι θες να κάνουμε; Ούτε ώρα κοινής ησυχίας δεν είναι!
-Να πας δίπλα και να του πεις ότι ξεπερνάει το επιτρεπτό όριο των ντεσιμπέλ και θα του φέρεις την Αστυνομία.
-Εγώ να πάω δίπλα ρε μαλάκα; Πας καλά; Από που κι ως που;
-Εγώ δεν μπορώ να πάω γιατί του έχω χτυπήσει 5 φορές. Δε γίνεται.
-Ρε μαλάκα ηρέμησε, δεν κάνει φασαρία ο άνθρωπος.
-Τότε είναι τα μουνιά από πάνω!
-Ρε μαλάκα, εσύ δε ζεις σε σπίτι, σε μπουρδέλο ζεις. Πουτάνα, πούστης, μουνιά, τι σκατά! Δε βάζεις εισιτήριο να βγάλεις και κανένα ψιλό;
-Αυτά θα είναι! Τα μουνιά, τα αρχίδια τα ξεγάνωτα!
-Έχεις γαμήσει το παιχνίδι. Βρίζε, αλλά παίζε κιόλας.
-Τα αρχίδια!
-Σκάσε! Παίζε!

Ντρρρρρριιιν!!!

-Κουδούνι μαλάκα.
-Το ξέρω, σκάσε, βαριέμαι να ανοίξω.

Ντρρρρρρρρρριιιιιινννννν!!!! Ντρρρρρρρρρρρριιιιιιιιιιιννννννννννννννν!!!!!!

-Άνοιξε γιατί θα πάω εγώ.
-Πήγαινε, εγώ δεν πάω.
-Κρύβεσαι ρε μαλάκα;
-Από ποιον να κρύβομαι ρε μαλάκα;
-Από τους γείτονες.
-Τους έχω γραμμένους στ’ αρχίδια μου.
-Ναι το βλέπω. Καθόλου δεν ασχολείσαι μαζί τους...

ΝΤΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝΝ!!!!

-Θ’ ανοίξεις;
-Όχι.
-Α γαμήσου...

........ Ναι;
-ΘΑ ΜΑΖΕΨΕΤΕ ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ, ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ ΣΑΣ, ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΕΧΕΤΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΕΧΕΤΕ ΣΠΑΣΕΙ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΩΡΕΣ;;;
-Ποια είστε κυρία μου;
-Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ ΑΠΟ ΚΑΤΩ! ΜΟΥ ΕΧΕΤΕ ΣΠΑΣΕΙ ΤΑ ΝΕΥΡΑ!!!!
-Ηρεμήστε κυρία μου, θα το ελέγξουμε...
-@#$%%$##@$%^^....

-Τι ήθελε αυτή ρε μαλάκα και τσίριζε; Καλά... σε έχω σκίσει, έλα να δεις...
-Δε γαμιέσαι ρε μαλάκα;;;!!! Μου σπας τα αρχίδια, δεν παίζεις, βρίζεις, μιλάς στους τοίχους, με βάζεις να ανοίξω την πόρτα, παίζεις και μόνος σου τώρα;;!!
-...Δε σ’ έβαλα εγώ ν’ ανοίξεις, μόνος σου πήγες!
-Αφού είσαι μαλάκας και δεν άνοιγες!
-Παίζε.
-Ρε μαλάκα, έκανε παράπονα η γυναίκα για πλυντήριο έλεγε, για ψυγείο.. έχουν σπάσει τα νεύρα της λέει..
-ΑΜΑΝ ΜΑΛΑΚΑ!
-Τι ρε μαλάκα;.... Που πας ρε; Περίμενε!
........
........
-Ρε μαλάκα, είσαι τόσο μαλάκας που μου’ ρχεται να σε βαρέσω!
-Κοίτα ρε μαλάκα! Το πλυντήριό μου έτριζε τόση ώρα... χα χα χα χα..
-Γελάς ρε μαλάκα γελοίε; Δε στηρίζεται σωστά ρε μαλάκα! Κοίτα που έχει πάει!
-Είδες;; Χαχαχαχαχα!! Κάθε φορά που βάζω πλυντήριο, το βρίσκω σε διαφορετική θέση! Είδες; Μετακινείται... πολύ πλάκα..!
-Κοιτάξτε ένα μαλάκα! Στήριξέ το ρε ηλίθιε! Βρίζεις τόση ώρα τους πάνω, τους κάτω, τους δίπλα.... να σε γαμήσουν πρέπει μαλάκα!
-Ντάξει τώρα τελείωσε. 2 λεπτά έχει ακόμα. Θα με βοηθήσεις να απλώσω;
-Ε άει γαμήσου! Φεύγω!
-Κάτσε ρε μαλ... (ΜΠΑΜ!) ΜΗ ΒΑΡΑΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ρε μαλάκα ΣΑΝ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΔΙΠΛΑ ΠΟΥ ΔΕ ΜΑΣ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΟΥΜΕ... μαλάκες όλοι.. κωλογείτονες... πα να βάλω κανά πλυντήριο ακόμα... δε γαμιέται;

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Μπείτε εδώ..

...εδώ ...παρακαλώ και υπογράψτε... αν σας λέει κάτι το όλο θέμα...

Μεγάλα Μαύρα Ράσα.

Έκλεψα και διαδίδω από τον Ροΐδη. Κάντε το ίδιο.


Η εκκλησία διώκει οικολόγο διεκδικώντας χιλιάδες στρέμματα στο Ποικίλο Όρος …και επιχειρεί την εξόντωση κάθε αντίστασης στα σχέδιά της.

Η Εκκλησία ποινικοποιεί την αντίσταση των πολιτών στις παράλογες διεκδικήσεις της ελεύθερων χώρων, χώρων πρασίνου και κυρίως δασικών εκτάσεων. Σας προωθώ μια διαμαρτυρία που αφορά τον οικολόγο Δημήτρη Κούνδουρο, Περιστεριώτη, που δραστηριοποιείται στη Δ. Αττική. Ο Κούνδουρος εδώ και χρόνια αγωνίζεται μέσα από συλλογικότητες για περιβαλλοντικά θέματα. Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα είναι οι παράλογες απαιτήσεις του Μητροπολιτικού Ναού «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» Λαμίας, που διεκδικεί 7.500 στρέμματα από το Ποικίλο Όρος αλλά και εντός των ορίων των δήμων Πετρούπολης και Περιστερίου. Ο Κούνδουρος είναι από τους σθεναρότερους αγωνιστές εναντίον αυτών των εξωφρενικών απαιτήσεων, εκφράζοντας πολλές συλλογικότητες και την Τ.Α. Τιμωρήθηκε για τους αγώνες του με μια μήνυση που θα εκδικαστεί στις 4 Φεβρουαρίου. Στην πραγματικότητα, στο πρόσωπό του ποινικοποιείται κάθε αγώνας για πράσινο και καθαρό περιβάλλον. Το αίτημα του ενάγοντος, δικηγόρου της μονής, κ. Κοναξή, για 300 χιλιάδες ευρώ αποζημίωση, δείχνει πως ζητείται η εξόντωση του προσώπου, για να μην τολμήσουν άλλοι πολίτες να σταθούν ενάντιοι στα οικονομικά σχέδια της εκκλησίας.

Παρακάτω θα βρείτε κείμενο για τη συγκέντρωση υπογραφών και ένα κείμενο δικό μου, δημοσιευμένο στις αρχές του προηγούμενου καλοκαιριού στην ΕΠΟΧΗ, με περισσότερες λεπτομέρειες για την υπόθεση. Αποστέλλουμε στις εξής ηλεκτρονικές διευθύνσεις: mailxpolis@gmail.com και prosanatolismoi@hotmail.com

Υπογραφή: Μαρώ Τριανταφύλλου

Συμπάρασταση στον Πρόεδρο του Περιβαλλοντικού Συλλόγου Περιστερίου Δημήτρη Κούνδουρο

Εμείς οι Περιβαλλοντικοί Φορείς, επιτροπές αγώνα, δίκτυα και ευαισθητοποιημένοι πολίτες συμπαραστεκόμαστε στο Δημήτρη Κούνδουρο, ο οποίος έχει μηνυθεί από το δικηγόρο του Μητροπολιτικού Ναού Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Λαμίας.
Ως γνωστό, ο Μητροπολιτικός Ναός διεκδικεί 7.500 στρέμματα στο Ποικίλο Όρος καθώς και εντός των ορίων των Δήμων Περιστερίου και Πετρούπολης. Ο Δημήτρης Κούνδουρος, ως εκπρόσωπος των φορέων που διοργάνωσε την ημερίδα για το Ποικίλο Όρος, το μόνο που έκανε ήταν να αναφέρει στην ομιλία του ορισμένα στοιχεία για τον κ. Κοναξή, δικηγόρο, τα οποία είχε χρησιμοποιήσει από επερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Θανάση Λεβέντη. Στη συνέχεια, όπως προέκυψε σε επόμενη επερώτηση του Γιάννης Δραγασάκη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, τα στοιχεία που ανέφερε ο Δημήτρης Κούνδουρος στην ημερίδας επιβεβαιώθηκαν από απάντηση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Οικονομικός (Διαχειριστικός Οικονομικός Έλεγχος).
Εκτιμάμε ότι η μήνυση που έχει κατατεθεί από τον κ. Κοναξή εναντίον του Δημήτρη Κούνδουρου, που εκδικάζεται στις 4 Φεβρουαρίου, δεν στρέφεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αλλά στρέφεται εναντίον των κατοίκων της Δυτικής Αθήνας αλλά και ολόκληρου του περιβαλλοντικού κινήματος, που αγωνίζεται για την υπεράσπιση των ελεύθερων χώρων, των ορεινών όγκων και της ποιότητας ζωής των κατοίκων του λεκανοπεδίου.

Συμπαραστεκόμαστε στο Δημήτρη Κούνδουρο και ζητάμε την απαλλαγή του από τις κατηγορίες. Δηλώνουμε ότι θα αντισταθούμε σε κάθε προσπάθεια εκφοβισμού και φίμωσης των ανθρώπων που αγωνίζονται για το περιβάλλον.

Υπογραφές και Διευθύνσεις Φορέων και Πολιτών


Αποστέλλουμε στις εξής ηλεκτρονικές διευθύνσεις:
mailxpolis@gmail.com και prosanatolismoi@hotmail.com

Οι εξοργιστικές λεπτομέρειες τις υπόθεσης δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Εποχή» καθώς και στο ιστολόγιο Ποιείν.gr



Στην τοπική εφημερίδα της Αργυρούπολης , διαβάζουμε τα εξής:

Μπλόκο των κατοίκων στα… ιερά σχέδια

Έκταση 20.000 στρεμμάτων διεκδικούν στο Ποικίλο Όρος, στον μοναδικό πνεύμονα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα διυλιστήρια Ασπροπύργου και τη Δυτική Αθήνα, η Μητρόπολη Λαμίας, η Μονή Κλειστών και το υπουργείο Άμυνας.
Δημόσιες, ιδιωτικές και δασικές εκτάσεις 7.500 στρεμμάτων διεκδικεί μόνο η Μητρόπολη και με αγωγές που έχει καταθέσει εμφανίζεται ιδιοκτήτρια 3.500 στρεμμάτων δάσους στο βουνό και 4.000 στρεμμάτων εντός του σχεδίου πόλης του Περιστερίου (το 1/3 της έκτασης του Δήμου).
Συνεχείς είναι οι καταγγελίες κατοίκων του Περιστερίου ότι η Μητρόπολη τους εξαναγκάζει να καταβάλουν χρηματικό ποσό, προκειμένου να άρει τις αξιώσεις της επί των ακινήτων τους.
Μέχρι τώρα εκατοντάδες ιδιοκτήτες έχουν καταβάλει από 2.500 έως 10.000 ευρώ. Το γεγονός αυτό κατήγγειλε ο πρόεδρος του «Περιβαλλοντικού και Φυσιολατρικού Συλλόγου Περιστερίου» Δημήτρης Κούνδουρος, με αποτέλεσμα να τον μηνύσει για «συκοφαντική εξύβριση» ο δικηγόρος ο οποίος εκπροσωπεί την Ιερά Μητρόπολη κ. Κοναξής, ζητώντας ως αποζημίωση το ποσό των 300.000 ευρώ.
Η υπόθεση θα εκδικαστεί στις 28 Νοεμβρίου και όπως μας είπε ο κ. Κούνδουρος: «Η μήνυση αυτή κατατέθηκε εναντίον μου επειδή τον Ιούνιο του 2006 σε ημερίδα του συλλόγου κατήγγειλα τις μεθοδεύσεις του Μητροπολιτικού Ναού της Λαμίας, με τις οποίες διεκδικεί μια τεράστια έκταση, εκβιάζοντας ταυτόχρονα τους πολίτες που έχουν μικρές περιουσίες στη διεκδικούμενη περιοχή».
Η Μονή Κλειστών εξάλλου φέρεται ως ιδιοκτήτρια 13.000 στρεμμάτων στο Ποικίλο Όρος, έκταση που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού στο ύψος του Σκαραμαγκά και την οποία έχει ενοικιάσει σε επιχείρηση που θα κατασκευάσει νεροτσουλήθρες.
Έπειτα από προσφυγή κατοίκων του Χαϊδαρίου στο ΣτΕ κατά της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του έργου, το Συμβούλιο Επικρατείας διέταξε την αναστολή των εργασιών.
Όμως η απόφαση δεν εφαρμόζεται και οι επιχειρηματίες συνεχίζουν ανενόχλητοι το έργο, με παρατηρητές τον Δήμο Χαϊδαρίου, την Πολεοδομία και το αστυνομικό τμήμα της περιοχής…Ανταλλάγματα για τον δήμο
Ο μοναδικός αδόμητος χώρος στο Μπουρνάζι Περιστερίου, το «Κτήμα Πουλή», έκτασης 4 στρεμ., δρομολογείται να οικοδομηθεί. Από το 1993 το μισό κτήμα έχει χαρακτηριστεί χώρος αθλητικών εγκαταστάσεων, αλλά η απαλλοτρίωσή του εκκρεμεί και ο Δήμος Περιστερίου τώρα ετοιμάζεται να το αποχαρακτηρίσει, με αντάλλαγμα έκταση περίπου 700 τ.μ., την οποία θα του παραχωρήσει η ιδιοκτήτρια εταιρεία. Τη Δευτέρα ο «Πολιτιστικός και Εξωραϊστικός Σύλλογος Μπουρναζίου» κάλεσε σε συγκέντρωση στην ομώνυμη πλατεία τους πολίτες, όπου αποφασίστηκε κορύφωση των κινητοποιήσεων, μέχρι και κλείσιμο της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως.

Σημείωση: Διαβάστε επίσης στην σελίδα της Αργυρούπολης και για άλλες διεκδικήσεις της Εκκλησίας μας που, εκτός από τις γνωστές της …«Ιερές Επενδύσεις» δείχνει και το…Οικολογικό της πρόσωπο!