Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Μία στιγμή απορίας, μία αυτοκτονία και μία στιγμή τρέλας.


Αυτή είναι μια λυπητερή ιστορία. Εντάξει, ίσως έχει και στοιχεία που κάνουν κάποιους να διασκεδάσουν.

Πρώτα απ’ όλα δεν σας γράφει η Κωλόγρια. Σας γράφει μια μεγάλη στρατιά μυρμηγκιών με φοβερούς και ατρόμητους στρατιώτες της ειδικής μονάδας πεζοναυτών Ε275179 η οποία χωρίς να φοβηθεί θάνατο ή πόνο, ανέβηκε στον υπολογιστή της πατώντας πάνω σε μάχιμους στρατιώτες της μονάδας πολεμικής αεροπορίας οι οποίοι σχημάτισαν μια ανεμόσκαλα με το στιβαρό τους κορμί χωρίς φόβο και πάθος. Εμείς λοιπόν, η ειδική μονάδα πεζοναυτών, έχουμε σχηματίσει με τα ευλύγιστα κορμιά μας δύο ανθρώπινα χέρια τα οποία γράφουν τούτα τα λόγια και με τηλεπαθητικά σήματα ο διοικητής της μονάδας ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι λογοτέχνης αλλά και κάτοχος 4 Νόμπελ Λογοτεχνίας (1986, 1997, 2001 και 2010) της Λογοτεχνικής Μυρμηγκικής Σουηδικής Ακαδημίας, μας καθοδηγεί για το τι ακριβώς θα γραφτεί εδώ.

Αυτή η ιστορία περιλαμβάνει μία στιγμή απορίας, μία αυτοκτονία και μία στιγμή τρέλας.

Η στιγμή της απορίας.

Εμείς τα μυρμήγκια, εκτός από ατρόμητοι στρατιώτες, είμαστε και φοβεροί πλακατζήδες. Όταν πηγαίνουμε σε ένα σπίτι, πέρα από το ότι κοιτάμε τι θα μαζέψουμε να φάμε, κάνουμε πλάκα και στους ιδιοκτήτες. Αν μας παίρνει φυσικά. Γιατί αν μείνουμε παραδείγματος χάρη, στο σπίτι μιας εγκληματικής φυσιογνωμίας που μισεί τη ζωή τη φύση και τα άντερά της τα ίδια, εκεί φυσικά προσπαθούμε να κάνουμε την παρουσία όσο γίνεται λιγότερο αισθητή. Δεν θα μας άρεσε βλέπετε μια γενοκτονία. Αν όμως μείνουμε σε ένα σπίτι όπου κατοικεί μια τρελούτσικη φυσιολάτρης όπως η Κωλόγρια, ε εκεί του δίνουμε και καταλαβαίνει. Και, πιστέψτε μας, όταν πάμε τα βράδια για πόκερ στου Λεωνίδα και τα λέμε, ρίχνουμε τρελό γέλιο. Να για παράδειγμα, πέρσι, εμφανιζόμασταν στο νιπτήρα της και δεν ήξερε ούτε από που ερχόμασταν, ούτε που πάμε. Φυσικό ήταν αυτό γιατί δεν πηγαίναμε κάπου, πλάκα της κάναμε. Όταν την ακούγαμε να έρχεται, βάζαμε μπρος το εκπληκτικής τελειότητας σχέδιό μας και με φοβερά συντονισμένες κινήσεις σε απίστευτα γρήγορο χρόνο, δημιουργούνταν η ανεμόσκαλα της μονάδας πολεμικής αεροπορίας, ανέβαινε η μονάδα αυτοκτονίας και πήγαινε πάνω κάτω στον νιπτήρα. ...Ναι, φυσικά και έχουμε μονάδες αυτοκτονίας. Αφού κάποιες φορές πάμε κάπου που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα πεθάνουμε. Κοντά σε νερό ας πούμε, κοντά σε ζώα, στον νιπτήρα της Κωλόγριας... Έβλεπε τα μυρμήγκια και τα έλιωνε ή τους έριχνε νερό. Τα μυρμήγκια που ανήκουν στις μονάδες αυτοκτονίας είναι Μουσουλμάνοι και τα πιο γενναία. Ακόμα κι όταν πρόκειται για πλάκα, δεν διστάζουν να χαρίσουν τη ζωή τους. Σπουδαία παιδιά. Απλώς φέτος αποφασίσαμε ότι δεν είναι σωστό να θυσιάζονται εξαιρετικά εκπαιδευμένα μυρμήγκια στο όνομα της πλάκας κι έτσι τα χωρατά μας είναι λιγότερο επικίνδυνα μεν αλλά δεν πειράζει, εμείς πάλι γελάμε όταν παίζουμε πόκερ στου Λεωνίδα. 

Μ' αυτά και μ' αυτά φέτος, κάναμε το ίδιο αστείο στην Κωλόγρια αλλά αυτή τη φορά στη βεράντα που είναι σίγουρο ότι δε θα μας λιώσει. Κι αν ρίξει νερό, δεν μας πειράζει γιατί η φετινή μονάδα που έχει αναλάβει το χαβαλέ, είμαστε εμείς οι ίδιοι, η μονάδα των ειδικών δυνάμεων και καταδρομών που θαλασσοπνιγόμαστε και γκρεμοτσακιζόμαστε αλλά δεν καταλαβαίνουμε μία και πάντα επιζούμε. Αυτή τη φορά, πριν μερικές μέρες, είχαμε φτιάξει μια οδό που ξεκινούσε από το πουθενά και κατέληγε στο πουθενά. Είχε τόσο πλάκα Θεέ των Μυρμηγκιών! Τόσο πλάκα! Είχε κοντοκάτσει η άλλη, γριά γυναίκα, έτριζαν τα γόνατά της λέμε, είχε έρθει κοντά-κοντά και μας κοιτούσε. Που πάμε, τι κάνουμε, από που ήρθαμε... τι αστεία που ήταν η φάτσα της μ' αυτήν την απορία ζωγραφισμένη! Και μεις πηγαίναμε γρήγορα και προσεκτικά σχεδιασμένα λες και είχαμε τη δουλειά της αρκούδας αλλά τίποτα, πάνω-κάτω πηγαίναμε και δεν καταλήγαμε πουθενά, φοβερό, φοβερό! Η γριά πάντως, αφού μας κοίταξε καλά-καλά, κούνησε το κεφάλι κι έφυγε. Τώρα βέβαια, επειδή πλησιάζουν οι ζέστες και έχουμε γνώση από πέρσυ, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί γιατί ενδέχεται να βάλει ένα φάρμακο για τις κατσαρίδες το οποίο μπορεί να το φάμε και μεις αν κατά λάθος παρανοήσουμε, οπότε το όλο πράγμα θέλει τη μέγιστη προσοχή μας. Αλλά δε μας φοβόμαστε, είμαστε όλοι ενήμεροι. 

Η αυτοκτονία.

Εδώ στη βεράντα και γενικώς εκτός σπιτιού, όπως πιθανώς μπορεί να γνωρίζετε, υπάρχουν αρκετά μαμούνια τα οποία άλλα έχουν καλές σχέσεις μεταξύ τους κι άλλα όχι. Εδώ στο συγκεκριμένο σπίτι υπήρχε κάποια στιγμή μια αράχνη. Ήταν πολύ γλυκιά και μικρή σε μέγεθος. Όμορφη, συμπαθητική, έξυπνη, είχε το χάρισμα του πηδήματος, πηδούσε, έκανε γκέλες, πως το λένε, αλλά είχε κατάθλιψη κι ήθελε να αυτοκτονήσει. Εμείς πολλές φορές την είχαμε πάει στου Λεωνίδα να την κεράσουμε ένα ντρινκ και να το συζητήσουμε πιο ήρεμα αλλά αυτή ήταν ανένδοτη κι έπεμενε. Και μια μέρα έκανε την πρώτη προσπάθεια.
Μπήκε στο σπίτι και έκατσε δίπλα στο κεφάλι της Κωλόγριας την ώρα που αυτή ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ και χάζευε τηλεόραση ενώ παράλληλα μιλούσε στο τηλέφωνο με μια φίλη της. Δεν έγινε όμως αυτό που περίμενε η λυπημένη αράχνη. Γιατί η γριά την κοίταξε, το είπε στη φίλη της, η φίλη της της είπε να τη σκοτώσει, αυτή αρνήθηκε και προσπάθησε να την πιάσει (φτυαρίσει) με ένα χαρτί που είχε δίπλα της και να τη βγάλει έξω. Η αράχνη όμως πήδησε και εξαφανίστηκε πριν προλάβει η γριά να κάνει οτιδήποτε. 

Η αράχνη έμεινε κρυμμένη πίσω από τον καναπέ αρκετές μέρες. Έκλαιγε και δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της. Άντε ντάξει, να είχε φάει 2-3 κουνούπια. Είχε πηδήξει πάνω τους την ώρα που πετούσαν και τα είχε κατασπαράξει. Αλλά 2-3 κουνούπια δεν τα λες φαΐ. Και τελικά αποφάσισε. Δεν ήθελε να ζει. Εμείς όλες αυτές τις μέρες που είχε εξαφανιστεί, την βλέπαμε να κλαίει και να επιτίθεται με μίσος στα κουνούπια αλλά δεν είχαμε μιλήσει. Ήταν τόσο ταραγμένη.. δεν μπορούσες να την πλησιάσεις. Τώρα βέβαια το μετανιώνουμε αλλά τι να πεις. Τέλος πάντων. Η αράχνη έκανε τη δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας. Πήγε στο τραπέζι του σαλονιού εκεί που καθόταν η γριά στον υπολογιστή και χάζευε στο ίντερνετ ενώ, τι σύμπτωση!, πάλι μιλούσε με την ίδια φίλη στο τηλέφωνο, κι άρχισε να περπατάει στο τραπέζι. Όλοι ακούσαμε τη γριά να λέει στη φίλη της: "Ρε μαλάκα θυμάσαι την αράχνη που σου είπα την άλλη φορά; Είναι στο τραπέζι!" "Σκότωσέ τη!" της είπε η φίλη της. "Όχι, θα τη βγάλω έξω!" είπε η γριά και σηκώθηκε και πήγε μέσα. Όλες τις κινήσεις της, της περιέγραφε στη φίλη της. Όταν επέστρεψε, κρατούσε ένα μπολ παγωτού στο ένα χέρι κι ένα χαρτί Α4 στο άλλο και πλησίασε την αράχνη. Η αράχνη σοκαρισμένη δεν κουνιόταν. Είχε γεμίσει δέος και δεν ήξερε τι να κάνει. Μήπως τελικά έπρεπε να ζήσει; Η γριά καπάκωσε την αράχνη με το μπολ, έβαλε ευγενικά από κάτω το χαρτί ώστε να δημιουργήσει πάτο, την πήρε, την έβγαλε έξω και την τίναξε πάνω στα φυτά. "Ορίστε, την έβγαλα έξω!" είπε στη φίλη της και ξαναπήγε εκεί που καθόταν. 

Η αράχνη ήταν πραγματικά σοκαρισμένη. Τι γίνεται τώρα, τι ήταν αυτό, αναρωτιόταν. Κι έκατσε έξω στα φυτά κάποιες μέρες να συλλογιστεί. Αλλά ο καταθλιπτικός χαρακτήρας δε γίνεται εύκολα καλά, πρέπει να το παλέψει πολύ. Έτσι, για μία ακόμη φορά, πήρε την απόφαση να ξαναπροσπαθήσει. Και πήγε πάλι δίπλα στην Κωλόγρια. Αυτή τη φορά η γριά καθόταν στο γραφείο μπροστά στον υπολογιστή κι έγραφε. Και κάποια στιγμή που πήγε να πετάξει κάτι στον κάδο που βρισκόταν κάτω από το γραφείο, κάνει έτσι και βλέπει την ίδια αράχνη να είναι δίπλα στο πόδι της στο πάτωμα. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε η αράχνη πριν το "κλιτς" του εαυτού της κάτω από την παντόφλα της Κωλόγριας, ήταν ένα "ε άντε γαμήσου!". 

Ήμασταν εκεί και το είδαμε. Η Κωλόγρια πάτησε την αράχνη, σήκωσε την παντόφλα, είδε το λιωμένο πτώμα, το σκούπισε με ένα χαρτάκι και το πέταξε στον κάδο. Μετά, πήρε τηλέφωνο τη φίλη που μιλούσε μαζί της τις δύο προηγούμενες φορές που είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας η αράχνη και της είπε ότι εμφανίστηκε ξανά και τελικά την πάτησε γιατί της έσπασε τ' αρχίδια να εμφανίζεται συνέχεια εκεί που καθόταν. Μετά, έκανε μια παύση, άνοιξε διάπλατα τα μάτια και είπε στη φίλη της: "Ήθελε να αυτοκτονήσει! Και γω τη βοήθησα! Έχω τύψεις!" Ναι, είναι πολύ έξυπνος και καλός άνθρωπος η Κωλόγρια.

Η στιγμή της τρέλας.
Η Κωλόγρια τις προάλλες, είχε πάει λαϊκή και είχε πάρει ένα στρέμμα λαχανικά να έχει τρώει ο κόσμος όλος. Την είδε υγιεινή διατροφή κι έτσι. Έλα όμως που το στρέμμα ήταν τόσο μεγάλο που περνούσαν οι μέρες και περνούσαν οι μέρες κι αυτό δεν τελείωνε. Κι επειδή θα έβγαζαν ρίζες σε λίγο τα λαχανικά, τα έβγαλε μια ωραία μέρα έξω, πήρε μια μπανιέρα και είπε να κάνει μια σαλατούλα να φάει. Ήταν λοιπόν στο τηλέφωνο -και πάλι- με μια φίλη της, καλωδιωμένη, hands free κι έτσι, και το κινητό, επειδή δεν υπήρχε τσέπη, το είχε βάλει ανάμεσα λάστιχου κολάν και πλάι κοιλιάς. Μιλούσε και καθάριζε λαχανικά. Σχολίαζε τον όγκο της σαλάτας, έλεγε στη φίλη της πόσα πολλά είναι αυτά που κόβει αλλά θα τα φάει γιατί θα βγάλουν βρύα και λειχήνες και έκοβε, καθάριζε, έκοβε, καθάριζε ώσπου... είδε μια πράσινη κάμπια πάνω στη ρόκα. Έβγαλε μερικά επιφωνήματα αηδίας και αναρωτιόταν πώς θα καθαρίσει το νεροχύτη που θα είναι εκεί η κάμπια, σίγουρη τώρα αυτή ότι την έβγαλε από τη ρόκα, ήταν πράσινη βλέπεις και την έχασε αλλά ήταν σίγουρη και καθάριζε και έλεγε διάφορα με τη φίλη της ώσπου... η κάμπια της έπαιξε πουστιά και δεν είχε φύγει από τη ρόκα και κούνα-κούνα, έπεσε πάνω στο χέρι της. Έπρεπε να είστε κει να τη δείτε. Φωνές, χοροπηδητά, τινάγματα το χέρι, ένα θα σας πω. Το κινητό έπεσε μέσα στο κολάν κι έφτασε στο βρακί της. Η φίλη της περίμενε στωικά να τελειώσει τις φωνές αηδίας. Η Κωλόγρια αφού εκτόξευσε την κάμπια είχε σταθεί λαχανιάζοντας ακουμπισμένη στο νεροχύτη με το κινητό να έχει φτάσει στο μπούτι. Η κάμπια κουνιόταν πεσμένη ανάποδα στο νεροχύτη. Χαμός. Και να φανταστείτε ότι η γριά συμπαθεί πολύ τις κάμπιες. Θεωρεί ότι είναι ένα βήμα πριν τις πεταλούδες. Ναι, τις συμπαθεί, απλώς δεν τις θέλει πάνω της. 

Η κάμπια πετάχτηκε μαζί με τα υπολείματα των λαχανικών και τώρα θα βρίσκεται στη χωματερή των Άνω Λιοσίων, ζωντανή νεκρή, μεταμορφωμένη σε πεταλούδα, κανείς δεν ξέρει.

Αυτές ήταν οι στιγμές και η αυτοκτονία, εμείς κλείνουμε εδώ, στοιχιζόμαστε και την κάνουμε πριν έρθει η άλλη. Να είστε καλά, χαρήκαμε που σας μιλήσαμε κι ελπίζουμε να τα ξαναπούμε. 

Έι οπ έι όπ έι οπ έι οπ!

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Α ρε Χρήστο...

Πούτσες πούτσες πούτσες. ...Το τι μ' αρέσουν αυτά που γράφουν μέσα στις τουαλέτες δεν λέγεται. Μα είναι δυνατόν να γράφουν "Α ρε Χρήστο πούτσες πούτσες πούτσες";;; Προφανώς θα ήθελε να πει πολλά και μετά θα σκέφτηκε δε γαμιέται κι έτσι συμπλήρωσε τις πούτσες, κοινώς η υπόθεση είναι ανάξια λόγου, ποιος ξέρει. Ή "Η Μαρία και η Κατερίνα ήταν εδώ και κατουρούσαν" κι από κάτω "είστε όλες ψώλες". Χαχαχαχαχα,! Αλλά δε όσκαρ γκόουζ του.... "Βάλε κανένα τακούνι ρε καραγκιόζη". Κάθε που πάω και το βλέπω κλαίω. Πόσο τη θύμωσες την ψηλή ρε παλικάρι που πήρε στυλό για να πάει να κατουρήσει και σε εκδικήθηκε σιωπηλά; Ήταν σαν την άλλη που ο γκόμενός της τον είχε μικρό και το μοιράστηκε μαζί μας; Γύρευε. Α, και το άλλο, ναι το άλλο το τρισμέγιστο που του δίνω το χρυσό βατόμουρο αυτουνού. Στο πάρκινγκ στην Εθνική Άμυνα, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα, σε ένα τοιχάκι μεγάλο πόσα μέτρα, που έχουν γράψει με κεφαλαία τεράστια γράμματα το καταπληκτικό ΤΟ ΠΟΥΛΟ. Το τι γέλιο έχουμε ρίξει μ' αυτό δε λέγεται. Αυτό το "ν" που λείπει τα σπάει. Το πούλο ρε μαλάκα, το πούλο ρε, το πούλο! Πείτε το δυνατά είναι πολύ αστείο χαχαχαχαχα! Το πούλο ρε το πούλο! Χαχαχαχαχα!

Ναι μωρέ, εντάξει, πήγαμε προχτές να πιούμε. Και δεν υπάρχει το πόσο ήπια. Υπήρξε όμως κάτι άλλο. Ότι άμα είναι να γίνεις κώλος γίνεσαι. Τι εννοώ. Κάθομαι ωραία ωραία με την κολλητή μου στο μπαρ ως είθισται και το ποτήρι μου είναι γεμάτο συνέχεια να' ναι καλά ο φίλος ο μπάρμαν. Επίσης μπροστά μου έχω αγγούρια καρότα φυστίκια και παξιμαδάκια. Είχα πει ότι πεινάω, τι να κάνει ο άνθρωπος. Καθόμασταν λοιπόν ωραία ωραία και μιλούσαμε, ήμασταν στην ανάλυση του σύμπαντος νομίζω εκείνη τη στιγμή όπου πιάνω το ποτό μου να πιω μια γουλίτσα κι αυτό ήταν ιδρωμένο φυσικά και γω χαλαρή κι έτσι γλιστράει από το χέρι μου, κάνει μια ωραία γκέλα στην άκρη του μπαρ και χύνεται όλο πάνω μου. Στήθος, κοιλιά, μπούτια, τίγκα το ποτήρι μόλις μου το είχε βάλει. Κοιτάω το χάλι μου, με κοιτάει η κολλητή μου, την κοιτάω, λέω ένα γαμώ την πουτάνα μου κι ένα ευτυχώς που έχει ζέστη γιατί άμα είχε κρύο θα την είχα πουτσίσει, μυρίζω τη μπλούζα μου να δω τι γίνεται και φυσικά δεν κουνιέμαι γρυ. Ο φίλος μπάρμαν παίρνει το ποτήρι, το ξανακάνει τίγκα, με κοιτάει που δεν κούνησα και μου λέει πήγαινε να ρίξεις λίγο νερό να μην κολλάς. Τι νερό να ρίξω ρε παιδιά αφού ημουν τίγκα μούσκεμα, ντους θα έκανα; Έχετε και ντουζιέρες; Σε κάμπινγκ είμαι; Άντε λέω να μην είμαι σπασίκλα, σηκώνομαι, άντε να σπρώχνω, συγνώμη, με συγχωρείτε, να περάσω λίγο, πάω ρίχνω νερό, τι νερό να ρίξω, κώλος ήμουν, κάνω κει ένα φλαπ φλουπ και καλά έριξα νερό τώρα και γυρίζω πίσω. Κάθομαι και σε 2 λεπτά το πολύ, ο άλλος μπάρμαν κάνει μια μαλακία, σκουντάει ένα ποτήρι που σκουντάει το σέικερ που σκουντάει ένα μπουκάλι μπύρας που σκουντάει το ποτήρι με το ποτό της φίλης μου που μόλις είχε παραλάβει επίσης τιγκαρισμένο και μαντέψτε. Πέφτει λίγο στο πόδι της και όλο το υπόλοιπο πάνω μου. Την κοιτάω με κοιτάει αλλά δεν είπαμε τίποτα παρά ένα δεν σηκώνομαι, παράτα με που ξεστόμισα εγώ και συνέχισα να μιλάω για το σύμπαν και τα παιχνίδια του.

Μ' αυτά και μ' αυτά, δε θέλω να σκέφτομαι πως μύριζα τίγκα στο τζιν και στη βότκα και πως με καταδέχτηκε ο ταρίφας ο καημένος, πάντως όταν γύρισα σπίτι 5 το πρωί πίτα, άνοιξα το θερμοσίφωνο, μάλιστα κύριοι, περίμενα 10 λεπτά στα οποία ούτε θυμάμαι τι έκανα, κενός χρόνος, έκλεισα το θερμοσίφωνο, έκανα μπάνιο, έβαλα πυτζαμούλα και κοιμήθηκα.

Η επόμενη μέρα θα μείνει κρυφή και θαμμένη στα κιτάπια της μνήμης μου και των φίλων μου. Το μόνο που έχω να πω είναι το ποτό κι εγώ πήραμε διαζύγιο. Τελείωσε.

Και τώρα θα μιλήσουμε για την απογραφή. Τι μαλακία είναι αυτή η απογραφή; Γιατί την κάνουν; Για να μας μετρήσουν; Και για απογραφή των κτιρίων; Πλάκα μας κάνουν; Σε δουλειά να βρισκόμαστε; Αφού μπορούν να βρουν άκρη από την εφορία και από άλλες δημόσιες και μη υπηρεσίες που μας έχουν κάργα φακελωμένους και ξέρουν μέχρι τι ώρα κλάνουμε, ποιος ο λόγος να κάνουν και απογραφή; Για να λένε πως έχει λόγο ύπαρξης η στατιστική υπηρεσία; Όχι το λέω γιατί οι τόσοι παράνομοι μετανάστες που είναι στο δρόμο θα μετρηθούν; Οι άστεγοι; Αυτούς θα τους ρωτήσουν να είναι δικό τους το πεζοδρόμιο κι αν έχουν αυτοκίνητο αλλά επειδή κάνει ζέστη τώρα δεν κοιμούνται μέσα και προτιμούν τη δροσούλα του έξω; Άσε που σκεφτόμουν πως ένα σωρό γριές θα λένε μαλακίες για την ηλικία τους για παράδειγμα ή και άλλα πράγματα, γενικά μπορείς να πεις ότι μαλακία θες μιας και δε σου ζητάνε ταυτότητα και άλλα χαρτιά, οπότε γιατί γίνεται αυτό; Και γιατί εγώ είμαι υποχρεωμένη να φακελωθώ για μία ακόμη φορά ενώ είμαι ήδη φακελωμένη από δω κι από κει; Δε γουστάρω ρε φίλε α γαμήσου. Θα έχεις λέει κυρώσεις άμα δεν απογραφείς. Τι λες! Και αν ήμουν Ολλανδία όπως είχα πάει το Φλεβάρη για ένα μήνα που θα με έβρισκαν; Και τη ρώτησα την απογραφιτζού. Και ξέρετε τι μου είπε; Ότι κάνουν απογραφή σε όλη την Ευρώπη και θα με έβρισκαν εκεί. Σώπα. Θα έπαιρναν σβάρνα τα ξενοδοχεία, τα σπίτια, τα χωριά και τις βάρκες τσόκαρα για να βρουν εμένα; Τι λες τώρα! Κι άντε κι ερχόντουσαν. Και πες ότι ήμουν στο σπίτι του κολλητού. Και πες ότι άνοιγα. Που δεν θα άνοιγα αν δεν μου είχε πει ο κολλητός ότι θα έρθει κάποιος. Αλλά πες ότι θα άνοιγα. Και με έβλεπαν εκεί. Και με ρωτούσαν. Τι θα έλεγα; Ε; Ότι ήθελα. Ότι με λένε Χέλγκα και είμαι από το Τίρολο και έχω έρθει διακοπές στο φίλο μου στο Μάαστριχτ. Ή ότι με λένε Ντάνι Λέγκοβελτ από το ομώνυμο συγκρότημα (που μου ήρθαν τώρα αυτοί, ώρες ώρες ανησυχώ για Αλτσχάιμερ) για αλλαγή φύλου και να κοιτάξτε, πέτυχε ε;
Με τη λογική αυτή λοιπόν του άντε γαμήσου που θα με ξαναφακελώσετε περίμενα να έρθει η απογραφιτζού σήμερα και σκεφτόμουν να πω μαλακίες, πως σε λένε, Πολίνα Πορίσκοβα, από που είσαι, από Πολωνία, δεύτερη γενιά, δικό σου το σπίτι, όχι, έχεις αυτοκίνητο, όχι, είσαι παντρεμένη, ναι αλλά χωρισμένη, έχεις παιδιά, έχω, και που είναι, στην Πολωνία, πόσο χρονών είναι, 20, 19 και 18, και τι κάνουν εκεί, δουλεύουν στη φάμπρικα τα δύο κι ο μεγάλος φυλακή, εσύ δουλεύεις εδώ, ναι, που; μπουφετζού σε καφενείο, στα παιδιά σου πας, όχι μου έχει πάρει ο άντρας μου το διαβατήριο και την ταυτότητα για να μην μπορώ να φύγω από τη χώρα, μα είπες ότι είσαι χωρισμένη, άσ'το μεγάλη ιστορία άντε τελειώνουμε γιατί πρέπει να πάω και στη Φυλής, εκεί είναι το καφενείο, ποιο;.. ναι ναι βεβαίως εκεί είναι.
Αυτά σκεφτόμουν να πω τουλάχιστον αλλά τελικά είπα την αλήθεια ο μαλάκας. Συμπάθησα και την κοπέλα, ξένη ήταν και πιάσαμε και την κουβέντα για τους μετανάστες και μου είπε ότι έχει αντιμετωπίσει πρόβλημα με την απογραφή κυρίως με τους μεγάλους ανθρώπους σε ηλικία επειδή είναι ξένη και τη ρώτησα γι' αυτό και μου είπε ότι μια κυρία της έκλεισε την πόρτα στη μούρη και την έδιωξε γιατί προφανώς δεν είχε δουλειά να κάνει απογραφή στους Έλληνες. Ωραία ε; Μια χαρά πάμε.

Αυτά που λέτε. Πάω να διαβάσω κανένα βιβλιαράκι αφού χαϊδέψω τα φυτά μου. Καλά, περιμένω πως και πως να βγουν οι γαρδένιες. Το πόσα μπουμπούκια έχουν δε λέγεται. Της πουτάνας θα γίνει. Σοβαρός λόγος για να βγαίνεις στη βεράντα σου κάθε πρωί και να ρίχνεις ένα χαμόγελο ΝΑ με το συμπάθειο.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Φανταστικές μέρες.

Πραγματικά θέλω να σας γράψω καμιά μαλακία να γελάσουμε αλλά έτσι όπως είναι τα πράγματα δεν μπορώ, όσο και να σφίγγομαι, όσο και να θέλω. Και με το ζόρι δε γίνεται όπως είναι γνωστό φίλες και φίλοι. Από την άλλη κλάψα κλάψα ήμαρτον, όλοι στην κλάψα είναι, γιατί κι εγώ; Γιατί το πάτησε η καμήλα κι έγινε πλατύ που λέει και η κολλητή μου, γι' αυτό.

Καταρχήν σφάζονται δίπλα στα πόδια μου. Αφού μένω στο γκέτο λέμε. Τις προάλλες, δεν θυμάμαι αν σας το έγραψα, απέναντι από το σπίτι μου άκουσα ουρλιαχτά. Στο δρόμο. Απογευματόβραδο. Εδώ ακούς σε διάφορες φάσεις διάφορα, δεν είναι τόσο φοβερό αυτό που σας γράφω. Εγώ εντωμεταξύ ήμουν σε μια φάση αρντάν τούμπα κι ανάσκελα, πολύ κουλ για τα δεδομένα μου αυτό το διάστημα. Άκουσα λοιπόν από το υπερπέραν κάτι φωνές. Στήνω αυτί, βγαίνω έξω, κοιτάω απέναντι και βλέπω ένα δέντρο να κουνιέται. Από κάτω κάτι συνέβαινε, δεν έβλεπα, ευτυχώς μου το έκρυβε το δέντρο γιατί δεν είμαι φίλος της αληθινής σπλάτερ σκηνής. Κόσμος να φωνάζει "την αστυνομία γρήγορα" και γω μπαίνω μέσα, δε θέλω να ξέρω ευχαριστώ, τόσο κόπο κάνω να μη μαθαίνω τα νέα σας ώστε να μη ζω σε ένα καθεστώς φόβου και άρα να με οδηγείτε όπου εσείς θέλετε κύριοι μουνόσκυλοι. Κλείνω τα παράθυρα και το ξεχνάω το γεγονός. Ακούω τη μουσική μου, διαβάζω τα βιβλία μου και μετά από κανά δίωρο βγαίνω έξω να χαζολογήσω τα λουλουδάκια μου που έχουν ανθήσει και γουστάρω. Το προηγούμενο θέμα το είχα ξεχάσει τελείως. Έλα όμως που ήταν ασθενοφόρο, περιπολικό και δύο κανονικά αυτοκίνητα, όλα με αστυνομικούς με όπλα. Α καλά, λέω, χαιρετάω τα λουλουδάκια μου και μπαίνω μέσα για ένα δεύτερο γύρο διαλογισμού και ζεν, όχι δε θα υποκύψω αρχίδι κράτος.

Τέλος πάντων, τέτοια γίνονται και άλλα που γνωρίζετε και μ' αυτά και μ' αυτά δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι απολύτως στον κόσμο μου. Έχω κάνει και μαλακία (προφανώς) και δεν παίρνω και ναρκωτικά γιατί απ' ότι άκουσα στο δρόμο μια μέρα από ένα πρεζάκι που προσπερνούσα 5 ευρώ κάνει το σκονάκι, τίποτα δηλαδή, εύκολα όποιος θέλει πέφτει τέζα με 5 ευρώ, δεν είναι θέμα, οπότε δεν ξέρω πως να αρχίσω να λέω μαλακίες κι άσχετα. Κι όχι τίποτα, φοβάμαι μη χάσω το χιούμορ μου, το ρομαντισμό μου, γίνω μια κυνική σκύλα που θα κοιτάω πτώματα και θα λέω π.χ. στην φίλη μου που θα περπατάμε μαζί "πρόσεξε καλή μου, ένα πτώμα" κατά το: πρόσεξε μην πατήσεις την κουράδα.

Βασικά είμαι απογοητευμένη κι έχω ξενερώσει. Και θέλω τόσο πολύ να είμαι χαρούμενη και γελαστή, μου λείπει όταν δε γελάω πολύ κι αυτό το διάστημα δε γελάω και πολύ. Ντάξει, δεν έχω πάθει και μετάλλαξη, σε σχέση φαντάζομαι με άλλους κάτι παραπάνω κάνω μιας και η μαλακία μου είναι τόσο μεγάλη που μέχρι να τελειώσει θα περάσουν χρόνια, οπότε κάτι γίνεται ακόμα προς το παρόν. Αλλά δε μου φτάνει. Και στενοχωριέμαι. Μου στέλνει και ο κολλητός μου βιντεάκια από το Μάαστριχτ και θέλω να πιάσω τη γωνία του γραφείου, να κεντράρω και να καρφώσω το κεφάλι μου. Αυτές τις μέρες που εδώ σφαζόμαστε, αυτοί εκεί, έχουν στήσει ένα μεγάλο λούνα παρκ, ένα τέλειο χρωματιστό παιδότοπο στην κεντρική τους πλατεία, εκεί που είναι η τσούλα η καμπάνα "Βαράω κάθε μέρα στις 9, 220 φορές" έτσι, επειδή είναι Άνοιξη, να μην το γιορτάσουν; Και ανοίγει το βιντεάκι και βλέπω κόσμο να παίζει να γελάει να διασκεδάζει και μετά θα πάει και μια βόλτα στο πάρκο να ταΐσει τις χήνες και τις πάπιες να χαλαρώσει βρε αδερφέ, ενώ παίρνει μισθό 2, 2μιση, 3 χιλιάρικα πόσα παίρνει δεν ξέρω και αύριο θα πιάσει δουλειά στη 1 γιατί σιγά μην πιάσει στις 10, τις Δευτέρες όλα εκεί ανοίγουν στη 1, τα έχουμε πει αυτά και σκέφτομαι "στο πηγάδι κατουρήσαμε ή είμαστε ο πιο μαλακισμένος λαός του πλανήτη;" Και μετά λύπης μου παίρνω ως απάντηση το δεύτερο μέρος της ερώτησης. Αφού ζούμε σε ένα παραδεισένιο μέρος με όλα τα δώρα της φύσης, νερό, τροφή, αέρα, ήλιο, θάλασσα, πολιτισμό, ιστορία και μεις έχουμε ανοίξει την κωλάρα μας και χέζουμε ο ένας στο στόμα του άλλου. Οπότε;

Καλά να πάθουμε. Γιατί άμα αύριο γίνουν εκλογές, πάλι θα είναι έξω χιλιάδες καθυστερημένοι (με την κακή έννοια, γιατί οι κανονικοί καθυστερημένοι με τη βούλα του γιατρού είναι πολύ εξυπνότεροι απ' αυτούς), και θα κουνάνε μπλε και πράσινα και κόκκινα μη σου πω, σημαιάκια. Ναι, με τα σημαιάκια έχω πρόβλημα, δεν μπορώ να μου τα κουνάς και μετά να παραπονιέσαι.

Μ' αυτά και μ' αυτά, δεν έχω μαλακίες να σας πω να γελάσουμε.

Γαμώ το ρομαντισμό μου μέσα γαμώ. Γαμώ τις ηθικές μου αρχές, αξίες, ήθη, έθιμα, κουλτούρα, γνώση, γαμώ το μυαλό μου και την καρδιά μου. Που βλέπω πως θα μπορούσε αυτό να είναι πολύ όμορφο, αλλά όχι δε γίνεται, εκείνο μήπως θα ήθελε να μου δώσει την ευκαιρία, όχι δε γίνεται, το άλλο μήπως θα ήθελε αν είχε την καλοσύνη να μη μου πετάξει στα μούτρα ότι η πραγματικότητα είναι σκατά; Όχι κυρία μου, η πραγματικότητα είναι σκατά και σεις απεριόριστα ρομαντική. Και καλά κάνετε γιατί έχουμε να γελάμε και με κάποιον. Αφήστε που καμιά φορά γίνονται και θαύματα. Πιστέψτε το εσείς και που ξέρετε;

Μάλιστα.

Και μετά απ' όλα αυτά και μέχρι να πλύνει το πλυντήριο και γω να εξαντλήσω τελείως τις μπαταρίες μου (πεινάω και πρέπει να πάω να φάω κάτι) έχω να σας πω ότι χτες είδα τη Eurovision. Τι να κάνω; Αφού ήμουν για καφέ με μία από τις κολλητές μου και επειδή δεν έχει κεραία και άρα δεν έχει τηλεόραση, μου είπε αν θέλω να δούμε τη Eurovision με βλέμμα κουταβιού κι ένα ουγγρικό βιολί στο χέρι. Εγώ δε μάσησα αρχικά και της απάντησα ευγενέστατα "πας καλά; χαχαχαχαχαχαχα δεν μ' αρέσει αυτή η μαλακία, δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης" κοινώς όχι. Αργότερα όμως ο καλός μου εαυτός μου είπε ότι είμαι πολύ σκύλα και την πήρα τηλέφωνο να έρθει. Και για να δείτε, όχι για να δείτε πως άμα είσαι καλός πάντα κάτι καλό σου συμβαίνει, κοιτάξτε τι έγινε.

Εγώ πάντα ζήλευα αυτούς που μάζευαν πράγματα από τα σκουπίδια. Που έβρισκαν γαμάτα τραπέζια, καρέκλες, καναπέδες, βιβλία, σκατά, ξέρω γω διάφορα πράγματα. Ντάξει και γω στο παρελθόν έχω βρει διάφορα με φίλους αλλά τις περισσότερες φορές θες ένα φορτηγάκι, άλλες είσαι σε άσχετη φάση, πας βόλτα με τακούνια ας πούμε, πώς να πάρεις εκείνο το ωραίο κομολί; Πέρσυ το καλοκαίρι είχα βρει εδώ κοντά ένα τραπεζάκι παιδικό από το ΙΚΕΑ και είχα χεστεί πάνω μου γιατί ήταν πολύ εύκολο για μένα να το βάλω πάνω από το κεφάλι μου και να το φέρω εδώ. Βέβαια μέχρι να το πάρω το γυρόφερνα όπως οι γέροι τις πουτάνες, έχετε δει γέρους να γυροφέρνουν πουτάνες; Α χάνετε. Πάνε γύρω γύρω και καλά περπατάω εγώ τώρα όχι δε θέλω να γαμήσω μωρέ το σκέφτομαι και στο τέλος υποκύπτουν. Έτσι κι εγώ λοιπόν, ντρεπόμουν, το σκεφτόμουν, μου άρεσε όμως, πλαστικό, στρογγυλό, παιδικό, της ηλικίας μου δηλαδή, να το βάλω στο μπαλκόνι αλλά από την άλλη μια κυρία του επιπέδου μου να το πάρει; Κι άμα κάνει κανείς μετακόμιση και το έχει βγάλει έξω μέχρι να το μετακινήσει εκεί που θέλει και με δει να το παίρνω δε θα γίνω τσιμπούκι; Ώρα τώρα λέμε να το γυροφέρνω. Τελικά δεν άντεξα κι εγώ και μόλις είδα ένα κύριο γείτονα, τον ρώτησα "αυτό εδώ είναι για πέταμα;" "Πάρ'το κορίτσι μου, άμα είχα χώρο θα το είχα πάρει τώρα ουουου..!" μου λέει και γω μπροστά στη σκέψη ότι το γυροφέρνω τόση ώρα και θα μου το πάρει άλλος, το πήρα, το σήκωσα πάνω από το κεφάλι μου και το έφερα περήφανη και με χαμόγελο στο σπίτι. Ακόμα το έχω έξω και το συμπαθώ ιδιαιτέρως. Αλλά γιατί σας το είπα αυτό; Χα, ψέμματα είπα ότι ξέχασα, δεν ξέχασα, θυμάμαι. Που είπα στη φίλη μου να έρθει για τη Eurovision (αίσχος) και άμα είσαι καλός σου τυχαίνει κάτι καλό; Αυτό σας έλεγα. Ερχόμενη λοιπόν σπίτι εγώ, αφού άφησα τη φίλη μου λέγοντας της όχι παράτα με φάε σκατά για τη Eurovision, βλέπω μια γαμάτη πολυθρόνα σαλονιού, παλιά, ωραία, σε πολύ καλή κατάσταση δίπλα στα σκουπίδια. Τη φερμάρω. Την προσπερνάω. Ανεβαίνω σπίτι. Παίρνω ένα σεντόνι κει που έχω για τέτοιες δουλειές γιατί είμαι και σιχασιάρα και ξαναπάω εκεί που την είδα με το σκεπτικό θα τηνε πάρω αγκαλιά, ναι ρε, θα τηνε πάρω αγκαλιά και θα τηνε φέρω πάνω μοναχή μου. Πάω να την κουνήσω, 264782278191 κιλά. Απογοητευμένη την αφήνω και γυρίζω πίσω. Μέχρι να φτάσω στο ασανσέρ μου είχε ψιλοπεράσει. Έχω έπιπλα, απλώς είναι η καύλα του σκουπιδιού ρε παιδί μου. Βασικά κι αυτή στη βεράντα θα την έβγαζα. Τέλος πάντων ανεβαίνω πάνω. Παίρνω κάτι κολλητές να δω τι θα κάμουν το βράδυ, δεν ξέρουν, θα δουν το σκέφτονται αργά άμα είναι, σκέφτομαι ότι είμαι και σκύλα και παίρνω τη φίλη μου να της πω να έρθει για τη Eurovision, δε γαμιέται, πλάκα θα' χει. Της λέω και για την πολυθρόνα σίγουρη ότι θα την έχουν πάρει, εδώ στο γκέτο ψύλλο να κατεβάσεις τον έχουν πάρει σε dt. Α, μου λέει, όπως έρχομαι, άμα είναι κει, έλα να σε βοηθήσω να την ανεβάσουμε παρέα. ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ της λέω, κατεβαίνω στο δρόμο, πάω εκεί που είχα δει την πολυθρόνα και ναι, είναι κει. Την περιμένω, έρχεται και με βοηθάει να την κουβαλήσουμε. Για την ακρίβεια, αν δεν ήταν αυτή και γω είχα πεισμώσει να την κουβαλήσω μόνη μου, ακόμα εκεί θα ήμουν ή άντε στο ισόγειο. Γιατί μόλις τη φτάσαμε στην είσοδο της πολυκατοικίας, η φίλη μου πήγε να πάρει πατατάκια και μαλακίες για τη Eurovision και γω την έσπρωχνα προς τα μέσα (την πολυθρόνα). Έλα όμως που φτάνω στο ασανσέρ, κάνω έτσι και βλέπω ότι δε χωράει; Και ξεροκατάπια γιατί σκέφτηκα πως θα της πω τώρα να την ανεβάσουμε κει πάνω; Γιατί μένω και ψηλά. Αποκλείεται να έλεγα κάτι τέτοιο, θα μου έλεγε "Αντε γαμήσου για μία Eurovision θα μας γαμήσεις κιόλας!" και σκεφτόμουν τι να κάνω. Σκέφτηκα να την τραβάω από την πλάτη και να την ανεβάσω μόνη μου (ναι, είμαι παρανοϊκή και περήφανη και ηλίθια) αλλά λέω άσε, άμα είναι αύριο, θα την αφήσω προσωρινά εδώ και βλέπουμε. Έρχεται η φίλη μου. Τι έγινε, μου λέει. Δε χωράει, της λέω. Άσε τις μαλακίες, μου λέει. Δε χωράει ρε μαλάκα, της λέω. Χωράει, μου λέει. Δε χωράει, της λέω. Μμμ! μουγκρίζει απηυδησμένη, κάνει έτσι και βάζει την πολυθρόνα μέσα στο ασανσέρ. ΘΕΑ ΘΕΑ φώναζα μέχρι να ανέβουμε. Της έβγαλα το λάδι της κοπέλας, για μία Eurovision ήρθε, ιδρωμένη πτώμα ανέβηκε. Αλλά την πολυθρονίτσα την καβάτζωσα. Τώρα θέλω να πάρω αντιβακτηριακά σπρέι, καθαριστικά και τέτοια, να την κάνω κούκλα και μετά να κάααααθομαι.

Τι μέγιστη μαλακία είναι αυτή η Eurovision, μου λέτε; Αφού ψηφίζουν η κάθε χώρα το γείτονά της, ποιο είναι το νόημα ακριβώς; Ευτυχώς που έχει ένα κάποιο στυλιστικό- ενδυματολογικό ενδιαφέρον συν τα γκομενάκια αρσενικού και θηλυκού φύλου. Το τραγούδι που βγήκε για τον πούτσο τελείως. Της Γερμανίας μου άρεσε, μου φάνηκε κανονικό τραγούδι, ανθρώπινο, τύπου το ακούω και δεν ντρέπομαι να το πω, της Γαλλίας γαμάτο, έπαθα πλάκα με το θεότεκνο τενόρο, μπράβο, άμα κάνω ποτέ παιδί, ένα τέτοιο θέλω παρακαλώ αν έχετε την καλοσύνη, και κάτι άλλα που δε θυμάμαι γιατί γενικά χάζευα, σηκωνόμουν έκοβα καρότα και αγγούρια να φάμε, έβγαινα έξω και χάζευα την πολυθρόνα κλπ.

Αυτά που λέτε. Μου λύνετε μια απορία παρακαλώ; Τι σκατά κάνουν στα εργοστάσια που φτιάχνουν τις σοκολάτες, τα μπισκότα κλπ και γράφουν πάντα ότι ενδέχεται να βρούμε μέσα ίχνη από σιτάρι, φυστίκια και ό,τι άλλη μαλακία γράφει ο καθένας; Τα λιώνουν όλα στο καζάνι προφανώς ε, και σου λέει άσε μη βρει κανείς κανένα κομματάκι πλαστικό από το χερούλι της καρέκλας και σου λέει τι είναι αυτό, φυστίκι θα πει είναι, θα το καταπιεί και μόκο. Τι να πεις.

Καλημέρα σας και καλή σας εβδομάδα. Και που είστε. Μην το βάζετε κάτω και αν γίνεται μη βλέπετε ειδήσεις ή μόνο ειδήσεις, πληροφορηθείτε και με άλλους τρόπους. Και κρίνετε. Μην αποφασίζετε ποιο είναι το σωστό χωρίς να σκεφτείτε. Και όταν σκέφτεστε να σκέφτεστε το καλό του πλανήτη, όχι της κώλου σας. Μόνο έτσι θα πάμε μπροστά. Πάω να απλώσω και να φάω μια μπανάνα. Καλημέρα σας και πάλι.

Υ.Γ. Επειδή για κάποιες μέρες κόμπλαρε ο blogger και έπεσε ένα σύρμα ότι έγινε επίτηδες επειδή κάποιοι μιλάνε "πολιτικά", το οποίο εμένα μου φαίνεται μαλακία να βλέπουμε θεωρίες συνομωσίας παντού αλλά από την άλλη είναι τόσο μπουρδέλα όλα που ποτέ δεν ξέρεις, θα πρέπει σιγά σιγά να αρχίσω να πηγαίνω (και σεις μαζί μου) στο εξοχικό μου (στην Κωλόγρια στο wordpress δηλαδή). Θα βάλω και ανακοίνωση δίπλα. Σε περίπτωση που παγώσει εδώ ή χαθεί ή κολλήσει κάτι, να πάτε εκεί. Γιατί φίλοι μου, μπορεί αυτοί να θέλουν να μας πατάξουν, αλλά το θέμα είναι εμείς θα τους αφήσουμε; Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες.. :)

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Μην ενοχλείτε, το δάχτυλο ντολμάς αναπαύεται.

Μόλις βγήκα από το μπάνιο, έβγαλα το φαΐ από το φούρνο, άπλωσα τις 6 ταινίες πάνω στο τραπεζάκι, θα καθαρίσω το φούρνο γιατί χύθηκαν κάτι λάδια, θα στεγνώσω τα μαλλιά μου και μετά θα πέσω ανάσκελα στον καναπέ και όπως παρακαλείστε, όποιος με θέλει για τις επόμενες 2 ημέρες, αν με θέλει πολύ, όπως μπει ανάμεσα σε μένα και την τηλεόραση καθώς οποιοσδήποτε άλλος τρόπος δεν νομίζω να λειτουργήσει. Αν δε με θέλει πολύ, ας μου στείλει ένα μήνυμα και βλέπουμε.

Αυτήν την εβδομάδα πέρασα φανταστικά. Είδα ίσως πάνω από 15 ταινίες, δε βγήκα βράδυ νομίζω, τη μέρα δουλειές και τέτοια και το βράδυ εσώκλειστη, εκτός από χτες, και γενικά δεν ήμουν και πολύ καλός άνθρωπος. Μ' αυτό εννοώ πως ήμουν απότομη, κυνική και με σηκωμένο φρύδι. Κοινώς για κλωτσιές. Οπότε έκατσα κι εγώ σπιτάκι μου, είδα τις ταινίες μου και όσες φορές επικοινώνησα με άνθρωπο ή γέλασε πάρα πολύ ή έφαγε ξύλο.

Τι εννοείς γέλασε η έφαγε ξύλο θα μου πείτε. Να σας πω γιατί σας τρώει η περιέργεια και δεν έχετε και άλλες έννοιες είναι η αλήθεια. Γέλασαν γιατί όταν είμαι στις μπλε περιόδους μου, ο κυνισμός μου είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα για τους φίλους μου. Βεβαίως πολλές φορές φτάνω σε σημεία τρομακτικά τύπου θλίψη- θάνατος- καντίφλα και κει κάπως αντιδράνε αλλά μετά ξαναρχίζω τις μαλακίες και ησυχάζουν. Το ξύλο τώρα. Εντάξει, δεν παίζω ξύλο. Παλιά έπαιζα με τις φίλες μου. Προχτές όμως, έγινε η μαλακία. Ήμουν στο σπίτι κολλητής φίλης για φαΐ. Εγώ αυτή κι ένας φίλος μας. Εμείς οι τρεις είμαστε γείτονες και βρισκόμαστε συχνά για φαΐ. Ήμουν λοιπόν στο σπίτι της φίλης μας και δεν ήμουν καλός άνθρωπος. Με είχαν τσιμπήσει και κουνούπια, ναι φίλοι μου, ήρθαν τα γαμημένα και δεν πρόλαβα, 3 στο ένα χέρι και 2 στο πόδι. Οπότε είχα και τα κουνούπια και βαρούσα χαστούκια στο χέρι μου και μετά ξυνόμουν, μιλούσα μόνη μου, δεν ήμουν καλά σας λέω, άλλο αν γελούσαν αυτοί εκεί. Το ότι όμως ήμουν έτσι, πέρα από τα γέλια που μπορεί να προκαλούσα σε φάσεις, η φίλη μου το ήξερε και το σεβόταν και δε μου κολλούσε. Οι άντρες όμως είναι ηλίθιοι (ζητώ συγνώμη από όλους τους άντρες) και όταν σε βλέπουν έτσι, θεωρούν ότι είναι καλή ευκαιρία να σε τσιγκλίσουν κι άλλο. Όχι ότι εγώ είμαι είμαι καλύτερη, τέλος πάντων. Καθόμαστε στον καναπέ εγώ κι αυτός λοιπόν, η φίλη στην πολυθρόνα και είμαστε σε κατάσταση μετά το φαΐ, δε γίνεται να επικοινωνήσουμε και πολύ καλά. Η φίλη μιλάει στο κινητό (αυτή μπορούσε φαίνεται να επικοινωνήσει) και μεις με το ζόρι ανταλλάζουμε κει 2-3 λέξεις. Σε κάποια φάση, κάτι μου λέει, πώς τη βλέπω, γυρίζω τον κώλο μου και τον κλάνω. Κι αφού με ξέρει, να πω δε με ξέρει, κλάνω και ρεύομαι μπροστά στους φίλους μου, τόσα χρόνια παρέα, ήμαρτον δηλαδή, τώρα το ανακάλυψες; πως του τη δίνει, αρχίζει τα μπουνίδια στο γοφό μου. Μου γυρίζει το μάτι εμένα, αρχίζω κι εγώ τα μπουνίδια στο πόδι του. Η φίλη μας καμία αντίδραση, απλά μας κοιτάει λοξά κι όταν πια αρχίζουμε να φωνάζουμε λέει στο τηλέφωνο ''τίποτα, τα βλαμμένα παίζουν ξύλο''. Εντωμεταξύ επειδή τα αγόρια είναι ηλίθια και θέλουν να μας αποδείξουν πόσο δυνατοί είναι, άρχισε να μου στρίβει τα χέρια και τα δάχτυλα και γω πονούσα και προσπαθούσα να τον κλωτσήσω. Τέλος πάντων δεν κράτησε πολύ γιατί μόλις είχαμε φάει και θα ξερνούσαμε, κι έτσι σταματήσαμε, βριστήκαμε, μετά κάτσαμε λίγο όλοι μαζί, είπαμε ποιο είναι το αγαπημένο μας βιβλίο, χαιρετηθήκαμε και πήγε ο καθένας σπιτάκι του.

Αυτό προχτές. Χτες, ξυπνάω το πρωί, ακόμα όχι και τόσο καλός άνθρωπος, πάω να σηκωθώ, ω ρε πούστη. Τρελός πόνος στον δεξί δείκτη μου. Να σου γαμήσω. Εντωμεταξύ να μην καταλαβαίνω γιατί. Ούτε που θυμόμουν το ξύλο γιατί εκείνη την ώρα που πέσανε οι σφαλιάρες πονούσα αλλά όχι τόσο ώστε να αντιληφθώ ότι κάτι έγινε. Οπότε απορούσα πως γίνεται να κοιμηθεί ένας άνθρωπος και να ξυπνήσει με τόσο πόνο στο δάχτυλο. Πόνος μιλάμε; Τρελός πόνος. Όπως καταλαβαίνετε μαζί με τη χαμένη καλοσύνη, έχασα και την ψυχραιμία μου και απέκτησα νεύρα. Αποτέλεσμα; Έγινα ακόμη λιγότερο καλός άνθρωπος. Π.χ. μιλούσα με την κολλητή μου τη γιατρό στο τηλέφωνο που θα ερχόταν μαζί μας χτες στην κλασική έξοδο στο- μπαρ- με- το- φίλο- μπάρμαν- 8ωρο- τύφλα, αλλά η κοπέλα έχει παιδιά και γω άκουγα από μέσα ''θέλωτοστθέλωτοστθέλωτοστθέλωτοστ'' και τσίριζα ''ΠΑΤΕΡΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ;! ΠΑΡΤΑ ΑΠΟ ΚΕΙ! ΜΗΔΕΙΑ ΘΑ ΤΟΥΣ ΦΕΡΩ ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΒΑΣΩ!'' Μετά, αφού δε μου έλεγε τίποτα που έβριζα τα παιδιά και τον πατέρα τους, έκανε το λάθος να με ρωτήσει τι θα βάλω. Η απάντηση ήταν: ''Να σου πω, κάνετε πολύ φασαρία και μου έχετε πρήξει τ' αρχίδια. Πάρε με το βράδυ όταν ξέρεις την ώρα''. Κι αντί να μου πει ''άντε γαμήσου'' μου είπε ''εντάξει, φιλάκια'', όχι για να δείτε τι σημαίνει αγάπη σας το λέω. Πώς να μην την αγαπώ μετά, μπορώ; Όχι δε μπορώ, συγνώμη.

Το δάχτυλό μου εντωμεταξύ όσο περνούσε η ώρα, τόσο πρηζόταν. Στο τέλος έγινε σαν ντολμάς. Τώρα νομίζω πως αν συνεχίσει να πρήζεται, θα κάνει ραγάδες στο τέλος σα να ήταν έγκυος και δεν έβαλε τις κατάλληλες κρέμες. Και δεν φτάνει αυτό. Είναι τόσο πρησμένο, που δεν μπορεί να κλείσει και άρα μένει όρθιος. Η πλάκα σ' αυτό είναι ότι λόγω ευγενικής καταγωγής, το μικρό δάχτυλο είναι μονίμως σηκωμένο, τώρα είναι όρθιος κι ο δείκτης και το αποτέλεσμα είναι να φαίνομαι σα να έχω επιστρέψει από χεβιμεταλάδικη συναυλία που γούσταρα τρελά και τα συγκεκριμένα δάχτυλα έχουν κολλήσει όρθια.

Βγήκαμε λοιπόν χτες και τους έπρηξα τ' αρχίδια. Α η αλήθεια να λέγεται. Πρώτα απ'όλα ήμουν, πεντάμορφη μεν, αλλά στραβωμένη κάργα. Μην του μιλάτε του άντρα του πολλά βαρύ όταν ξυπνάει το πρωί ένα πράμα. Και μόλις αριβάρουμε, τσουπ ένας παλιός γνωστός, 800 χρόνια πριν. Είχα μία φάτσα λες και μου σέρβιρες σκατά σε πιάτο. Κρίμα γιατί είναι μια χαρά άνθρωπος απλώς εγώ ήμουν ξινή και λυπάμαι γι' αυτό. Μακάρι να με πετύχαινε σε καλύτερα κέφια, με το ζόρι έδειξα τα δόντια μου αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί χαμόγελο. Μετά έκατσα με τις φίλες μου, τους έδειχνα το δάχτυλό μου όλο το βράδυ και τους ζάλιζα τ' αρχίδια, κι έτσι άρχισε να μου φτιάχνει η διάθεση, ναι αμέ, άπώς αλλιώς; Έκανα και κάτι πολύ ωραίο: Εκεί που μιλούσαν οι φίλες μου και ήταν κοντά η μία στην άλλη αναγκαστικά λόγω της μουσικής, εγώ πήγαινα σιγά σιγά από πίσω και ανέβαζα το δάχτυλο ανάμεσα στα πρόσωπά τους και μετά εμφανιζόμουν με φάτσα ''κλαμμένο κουτάβι''. Στην αρχή μου έλεγαν ''θα περάσει αγάπη μου, σώπα, σώπα'', μετά ''λύσσαξες'' και μετά ''μας τα'πριξες''. Αυτή είναι η απόδειξη το πόσες φορές το έκανα.

Για τα κουνούπια σας είπα; Σας είπα. Τον παίρνουν.

Το τι είναι φανταστικό να έχεις μαζί σου στις εξόδους σου γιατρό, σας το είπα; Α βέβαια. Ειδικά αν είναι φίλος σας 7389200322 χρόνια. Εμείς με τις συγκεκριμένες κολλητές είμαστε μαζί 22 χρόνια μωρέ, όχι τίποτα το σπουδαίο. Γι' αυτό δε σε βρίζουν θα μου πείτε. Σωστό κι αυτό. Η μία λοιπόν είναι γιατρός είπαμε. Έτσι, το δάχτυλό μου το είχε στα μούτρα της το μισό βράδυ τουλάχιστον. Σε κάποια φάση, στην αρχή της βραδιάς (γιατί μετά επειδή το πολύ το κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς, καλά που δε μου το γύρισε να μου το σπάσει να ησυχάσω να λέω), μου λέει ''θα έπρεπε να κάνουμε ένα αυτοσχέδιο ναρθηκάκι, δεν το σκέφτηκα ο μαλάκας να σου φέρω ένα γλωσσοπίεστρο''. Εγώ εντωμεταξύ χάνω τον επιστημονικό όρο και της λέω ''εκείνη τη μαλακία θα μπορούσαμε να βάλουμε, το ξυλάκι παγωτού, που σου χώνουν στο λαρύγγι οι μαλάκες οι γιατροί''. ''Ναι, αυτό είναι το γλωσσοπίεστρο'' μου λέει. ''Ααα!! Δεν το άκουσα αγάπη μου, είδες πόσο επικοινωνούμε;!'' της είπα και την αγκάλιασα με αγάπη γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό έχει σημασία, μιας και η συζήτηση δεν είχε καμία σημασία. Υπήρχε ποτέ περίπτωση να έβαζε κανείς στο παγανισμένο (εμένα), νάρθηκα στο δάχτυλό του; Καταρχήν θα έβγαζα κανένα μάτι, θα χτυπούσα κανέναν άλλο, θα το έχωνα στον κώλο μου εκεί που θα πήγαινα να σκουπιστώ, άρα, αποκλείεται να έβαζα τέτοιο πράμα. Επομένως; Μόνο η σκέψη και η φροντίδα της φίλης μου έχει σημασία. Και της άλλης βεβαίως που έχει περιορισμένη υπομονή γενικότερα αλλά εμένα με ανέχεται και με αγαπάει τόσο. Τι καλές! Τέλος πάντων, στο θέμα μας: Κάποια στιγμή, μεταξύ 765ης και 766ης φοράς που σήκωσα το δάχτυλό μου στα μούτρα τους, είπε η γιατρός μας: ''Εδώ έχεις το θέμα. Στην εγγύς και άπω μεσοφαλαγγική άρθρωση του πρώτου δακτύλου''. Το τι γέλιο έριξα παίδες δε μπορείτε να φανταστείτε. Όλο αυτό το επιστημονικό μεταξύ μπύρας, βότκας και πειραγμένης τζαζ, με έριξε κάτω. Με άκουσαν μέχρι τα Τρίκαλα. Εντωμεταξύ με το που το είπε, έβγαλα το κινητό κι άρχισα να το γράφω. ''Πώς το είπες; Χαχαχαχαχαχα! Πώς το είπες;! Χαχαχαχαχαχαχα!!!'' και με κοίταζε, μου έλεγε και ταυτόχρονα έλεγε και στην κολλητή μας ''κοίτα ρε μαλάκα το γράφει!'' ''Ε ναι ρε μαλάκα, που να θυμάμαι αυτές τις μαλακίες; χαχαχαχαχαχα'' εγώ.

Πολύ πιπέρι έβαλα στο φαΐ και μου φαίνεται θα συνδέσω και το λάστιχο, ευτυχώς έχω βγάλει τα χαλιά. Καλό σας Σαββατοκύριακο, βδομάδα, μήνα, χρόνο, όλα.

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Οι μέρες ενός Πειραματόζωου.

Έχοντας φάει μόλις ένα ληγμένο παγωτό (το έχω στο ψυγείο από πέρσυ) και περιμένοντας ένα φίλο μου να έρθει να δει γιατί δεν λειτουργεί το mozilla στο μικρό λάπτοπ ενώ λειτουργεί το explorer και φυσικά θα τον βρίσω γιατί όποιος έρχεται να με βοηθήσει σε κάτι τον βρίζω, είναι νόμος αυτό, τέρμα και τελείωσε, σας γράφω. Επίσης σας γράφω γιατί έχω καλή διάθεση γύρευε για πόσο, για μισή ώρα, μία μέρα και μετά γύρευε τι θα γίνει, μπορεί να συνεχίσω να έχω, μπορεί όχι, μπορεί να καθαρίσω κανέναν, μπορεί να κόψω τις φλέβες μου, ούτε ξέρω. Οπότε σας γράφω τώρα να πούμε καμιά μαλακία γιατί πολλή κηδεία έχει πέσει και δεν ξέρω τι θα γίνει.

Λοιπόν, θα πούμε διάφορα πράγματα σήμερα. Πώς πέρασα το Πάσχα συνοπτικά, μαλακίες που ειπώθηκαν, η μαύρη μέρα που πήγαμε στο μπαρ και ΔΕΝ ήταν ο φίλος-μπάρμαν, η ιδέα μου για πειράματα σε ανθρώπους και άλλα.

Και θα ξεκινήσω με την ιδέα του πειραματώζου. Που λέτε, λέω να γίνω πειραματόζωο και να αποδείξω πόσο μεταλλαγμένα είναι αυτά που τρώμε και ν' αφήσουν τις μαλακίες οι εταιρίες με τις ημερομηνίες λήξης και τα παπάρια μάντολες.

Ήρθε ο φίλος για το λάπτοπ. Θα γίνουμε μπίλιες. Επανέρχομαι μόλις φύγει. Άμα έχει αλλάξει η διάθεσή μου θα γίνει φανερό, περιμένετε.

.........................

Μόλις έφυγε. Από την πάνω παράγραφο πέρασε μόνο μία ώρα. Και μέσα σ' αυτήν την ώρα ειπώθηκαν τ' ανείπωτα. Μας άκουσαν μέχρι δεν ξέρω που μας άκουσαν. Το τι βρίσιμο έπεσε δε λέγεται. Μα το μαλάκα, ήρθε να μου το φτιάξει και μου έσπασε τα αρχίδια. Καταρχήν δεν έβγαλε τα παπούτσια του για να μπει μέσα με αποτέλεσμα να του πω ότι δε θα μετακινηθεί πέρα από το σημείο στην άκρη του σαλονιού που έχει τραπέζι, καρέκλα και το λάπτοπ. Μετά μου είπε ότι εγώ έκανα μαλακία με τον υπολογιστή και δε δούλευε. Μετά έκανα ένα έτσι να του φέρω να πιει κάτι να δροσιστεί και ένα γλυκό του κουταλιού, κάνω έτσι και κατέβαζε ένα πρόγραμμα. Το βλέπω και αρχίζω ''τι κάνεις εκεί ρε, μαλάκας είσαι τελείως, τι κατεβάζεις, έτσι και μου ανοίγουν παραθυράκια και μαλακίες με το που ανοίγω τον υπολογιστή θα στον βάλω στον κώλο, σαν ταχυδρομική θυρίδα θα κάνω τον κώλο σου'' κι αυτός να λέει ''θα σκάσεις;'' και μετά ακούμε τη γειτόνισσα να μιλάει. Και κει συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε γίνει τσιμπούκι και αρχίσαμε να γελάμε και μετά του έριξα την ιδέα να αρχίσουμε να βαράμε τα τραπέζια και τις καρέκλες και να τσιρίζουμε και καλά ότι δερνόμαστε και γελούσαμε. Αμέσως μετά συνεχίσαμε να καυγαδίζουμε. Μα μου έλεγε ότι δεν έχει τίποτα ο υπολογιστής και γω του έλεγα ότι έχει. ''Έχει σου λέω''. ''Δεν έχει''. "Και συ που το ξέρεις; Εσύ τον χρησιμοποιείς γαμώ την πουτάνα μου;'' ''Δεν έχει σου λέω''. ''Έχει ρε, μαλάκας είσαι; Θες να σου ρίξω μία να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο ν' ανοίξει να μαζεύω αίματα; Δε δουλεύει καλά σου λέω!'' ''Μια χαρά δουλεύει!'' ''Άνοιξέ το να δεις γαμώ την κοινωνία μου!'' ''Ορίστε!'' ''Να, δε δουλεύει!'' ''Μια χαρά δουλεύει, εσύ δεν το λειτουργείς σωστά!''. Και κει θέλω να του κοπανήσω μία να κολλήσει σαν αυτοκόλλητο. Ε μα! ...Βέβαια η αλήθεια είναι ότι όποτε έρχεται άνθρωπος να με βοηθήσει σε κάτι, μονίμως του τη λέω και τσακώνομαι. Δεν ξέρω γιατί. Μπορεί να μη μου αρέσει ο τρόπος που το κάνει, ή ίσως αυτός που έρχεται θεωρεί ότι είμαι τελείως ανάπηρη και άσχετη και γι' αυτό τον κάλεσα. Όχι φίλε μου, σχετική κι έξυπνη είμαι απλώς δεν είμαι παντογνώστης και θεωρώ ότι εσύ θα το κάνεις καλύτερα αλλά εννοείται ότι θα ρωτήσω και θα θέλω να μάθω ακόμα κι αν είναι να συνδέσω την κουζίνα, γιατί να μην ξέρω; Ειδικά μ' αυτόν τον φίλο γινόμαστε κώλος πάντως γιατί μου τη σπάει που του λέω π.χ. ''θέλω να φύγει αυτό από δω'' κι αυτός αντί να το βγάλει ή να μου πει πως βγαίνει, μου λέει ''γιατί να το βγάλεις;'' Εγώ φταίω μετά που η απάντηση είναι ''για να το βάλω στον κώλο σου;'' Δε φταίω, συγνώμη. Πάντως γενικά είμαι λίγο σκύλα. ...Καμιά φορά και λίγο μόνο, τόσο δα. Να, την προηγούμενη φορά, όταν μετακόμισα εδώ και συνέδεα τα καλώδια για το ίντερνετ, ήμουν σκατά ψυχολογικά και δεν μπορούσα να βάλω ούτε το φις στην πρίζα. Το κατάλαβα λοιπόν και του είπα να έρθει να με βοηθήσει να συνδέσω τα σχετικά. Και ήρθε. Και μόνο που δεν τον έφαγα. Του έπαιρνα το λαπτοπ από τα χέρια, του τραβούσα τα καλώδια, τελικά τον έδιωξα κι αυτός με διαολόστειλε. Χωρίς παρεξήγηση πάντα. Μετά πάμε θέατρο, πάμε βόλτες, κανονικά, δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά εκείνη την ώρα δεν αντέχω. Τελικά τα είχα συνδέσει μόνη μου σκατά, πήρα στον ΟΤΕ, μου εξήγησαν σα να εξηγούν στον Φόρεστ Γκαμπ και μετά τον πήρα και του είπα ότι τα είχα συνδέσει λάθος. ''Είδες ότι είσαι μαλακισμένη;'' μου είπε. ''Εσύ είσαι μαλάκας'' του είπα και κλείσαμε. Σήμερα ήθελα να κάνω κλικ κάπου την ώρα που κατέβαζε κάτι και δε με άφηνε και μου κρατούσε τα χέρια και παλεύαμε πάνω από το λάπτοπ. Τελικά νίκησε κι ας είχα σηκώσει το πόδι και προσπαθούσα να βγάλω την παντόφλα και την κάλτσα με το ένα πόδι μόνο του και με το δάχτυλο του ποδιού να κάνω το κλικ που τόσο ήθελα αλλά δεν τα κατάφερα. Το έκανα μετά όμως σε άλλη φάση και μ' έβρισε αλλά εγώ είχα χαρεί που τα κατάφερα έστω και καθυστερημένα και του έλεγα ''δεν ξεχνώ, δεν ξεχνώ!'' Μετά χτύπησε το τηλέφωνο και μιλούσα με μια αγαπημένη φίλη κι έτσι τον άφησα να κάνει τη δουλειά του. Μέχρι που με ρώτησε η κολλητή κάτι για το ίντερνετ και μόλις πήγα να της απαντήσω και το κατάλαβε ο άλλος ότι με ρωτούσε γι' αυτό άρχισε να φωνάζει και να λέει ''ΑΑΑΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΡΩΤΑΕΙ ΕΣΕΝΑ ΝΑ ΒΡΕΙ ΑΚΡΗ ΧΑΧΑΧΑΧΑ'' κι όπως καταλαβαίνετε έπεσε το ξύλο της αρκούδας με συνοδευτικό το ''σκάσε σκάσε σκάσε σκάσε σκάσε!!''

Μ' αυτά και μ' αυτά μια χαρά ο υπολογιστής μου. Τώρα μένει να έρθει να μου κοιτάξει τον αγαπημένο μου, το μεγάλο λαπτοπ, αυτό που γράφω τώρα, αυτό που αγαπώ πολύ πολύ πολύ. Εκεί νομίζω ότι θα πρέπει να με δέσει κάποιος κάπου, να είναι κι άλλος εδώ να με κρατάει, να απομακρύνουν να αιχμηρά αντικείμενα από το σπίτι κλπ. Πω πω ούτε να το σκέφτομαι δε θέλω. Μερικές φορές με μερικά πράγματα αισθάνομαι να, πως να σας πω, σα να πιάνει κάποιος ένα σπάνιο πανάκριβο βιβλίο και σκίζει τις σελίδες του, κάτι τέτοιο... Πα πα πα... πρόβλημα.

Που λέτε. Τι λέγαμε. Α ναι, για το τι ληγμένο έχω καταπιεί τον τελευταίο καιρό. Δε θέλω να σας πάρω στο λαιμό μου παίδες αλλά οι ημερομηνίες λήξης είναι αρχίδια μπλε. Το τι ληγμένο γιαούρτι, γάλα, ζαμπόν έχω φάει, δε λέγεται. Ναι, δυστυχώς φίλοι μου, γύρευε τι έχουν μέσα. Ούτε μπλε ήταν, ούτε μύριζαν, ούτε τίποτα. Τα γιαούρτια 15 ημερών ληγμένα, το γάλα 5, το ζαμπόν μια βδομάδα και το παγωτό που μόλις έφαγα, εμπορίου, έβγα, δέλτα, τέτοιο, ένα χρόνο στην κατάψυξη. Εδώ μην εντυπωσιάζεστε. Αν νομίζετε ότι το Μάη και τον Ιούνη που πάτε στα ψυγεία και παίρνετε παγωτάκια, είναι φρέσκα, καλά κρασά σας λέω και με γεια σας, ζείτε και σεις σε άλλο πλανήτη. Περσινά και προπέρσινα και γω δεν ξέρω από πότε είναι. Και μετά φοβόμαστε τον πυρηνικό όλεθρο, τη ραδιενέργεια και μαλακίες. Έχουμε φάει που έχουμε φάει το Τσερνόμπιλ, τρώμε σακούλες (πλαστικά) τόσα χρόνια, ναι καλά, μια χαρά κομπλέ είμαστε, ρόμποκοπ. Εγώ πέρασα και στα ληγμένα και όλα είναι καλά.

Τι άλλο; Πώς πέρασα το Πάσχα. Α συναρπαστικά όπως πάντα. Το Πάσχα το σιχαίνομαι. Όταν θα αλλάξει αυτό θα σας ενημερώσω. Βέβαια, για να μην είμαι ελεεινή κακιά σκύλα, έχω να πω ότι πήγα σε ένα πανέμορφο επιτάφιο με δύο πάρα πολύ καλά γλυκά υπέροχα παιδιά (ζεύγος) στο Θησείο παρακαλώ και ήταν πάρα πολύ ωραία με το Ω γλυκύ μου Έαρ από τη μία και από την άλλη η Ακρόπολη, αφού συγκινήθηκα. Ανάσταση πήγα Μοναστηράκι με αγαπημένες φίλες και κάτσαμε δίπλα (για ένα ποτάκι μέχρι την Ανάσταση ρε παιδί μου) σε κάτι Άγγλους που ετοιμάζονταν να πάνε Φαληράκι και τσίριζαν και μας έσπασαν λίγο τα αρχίδια αλλά εντάξει, δεν κάναμε μανούρα, να μη λένε πόσο μαλάκες είναι οι Έλληνες, τέλος πάντων. Κατά τα άλλα μαλακίες.

Βγήκα σε φάσεις, ναι βέβαια, πήγαμε στο μπαρ, γελάσαμε πάρα πολύ, εγώ πτώμα μια μέρα που πήγαμε, δεν είχα κοιμηθεί καλά, να θέλω να φύγω, να με τραβάει ένας κολλητός μας από το χέρι ''που θες να πας, την άλλη φορά μου έστελνες μήνυμα στις 4 να έρθω'', σκέφτομαι εγώ και έφαγα φλας, πότε έστελνα εγώ μήνυμα, αμάν, όταν ήμουν εκείνη την αποφράδα μέρα τύφλα, κώλος όλο το τρίο μπελκάντο και πέφταμε στα χαλάκια των σπιτιών μας με τη μία να πηγαίνει σε κηδείες και την άλλη να ψάχνει λαστιχάκια για τις ρόδες της, είχα πιάσει το κινητό της μίας κολλητής την ώρα που έκανε τα τσίσα της και του έστελνα μήνυμα ''δε θα έρθεις αμάν πια τι θα γίνει με την πάρτη σου γαμώ την πουτάνα μου'' και τέτοια γιατί τον συζητούσαμε ώρα αν θα έρθει ή όχι αλλά είχε να βγει με γκόμενα και θέλαμε να μάθουμε νομίζω και θυμάμαι ότι ήμουν τόσο τύφλα που έγραφα ''εα ρθ ωρα θα γαμ ποτυα σ'' και ταλαιπωρήθηκα πολύ μέχρι να εστιάσω και να το στείλω, οπότε λέω άντε, αφού έκανα τόσο κόπο και ήρθε τελικά σήμερα ας κάτσω, ήταν κι άλλοι μαζί, μια χαρά μαλακίες λέγαμε, μας κορόιδευε και ο καλός φίλος μπάρμπαν "6ωρο σήμερα, ημιαπασχόληση'' και είχαμε πεθάνει στο γέλιο αλλά τι να κάνουμε, είχαμε πάει αργά κι έκλεινε το μαγαζί δεν το υπολογίσαμε σωστά να πάμε από τις 6 το απόγευμα να κλείσουμε δωδεκάωρο , μαλακία χαχαχα! Άσε που τον είχε πιάσει η μαλακία κι έλεγε για χεσίματα και κλανιές (ενώ δεν ξέρει πόσο μου αρέσουν) και είχα πέσει κάτω και η κολλητή είχε φρικάρει γιατί ούτε να το ακούει δε θέλει, όχι τον ήχο της πορδής, οι λέξεις "πορδή", "κλανιά" και τα σχετικά δεν υπάρχουν στο λεξικό της. Κι έχει εμένα κολλητή. Καταλαβαίνετε τι λογοκρισία πέφτει. Για να μη θυμηθώ το απόλυτο, όλα τα λεφτά λουλούδια που δεν τόλμησα να πω κουβέντα γιατί είναι ντροπή και δεν υπήρχε περίπτωση να μιλήσω, τι να πω, ντροπής πράματα, που αμολάω μια κλανιά και βρώμισε ο τόπος και μιλούσα με το φίλο που του είχα στείλει το μήνυμα που λέγαμε και μου κάνει μετά από ελάχιστη ώρα που είχε μετακινηθεί το δηλητηριώδες αέριο "σου μυρίζει κάτι;" Εγώ να θέλω να πεθάνω, ν' αρχίσω να φουντώνω γιατί ήθελα να κατουρηθώ από το γέλιο αλλά κρατιέμαι και λέω "όχι, τι;" Και μου λέει "σα να αδειάζουν την αποχέτευση" και κόντεψαν να μου φύγουν τσίσα και έτρεμε το στέρνο μου από τα γέλια αλλά ήχο δεν έβγαλα μαλάκες παρά είπα ''έλα ρε, ναι;''

Πέσανε κι άλλες ωραίες ατάκες που πήγε ο άλλος να κατουρήσει και αργούσε και λέει ο φίλος μπάρμαν ''ή πουδράρει μύτη ή χέζει" και φεύγανε τα apple martini από τη μύτη, με κορόιδευε που έτρωγα συνέχεια τα μήλα των apple martini και τα φιστίκια (δεν καπνίζω, χελόου!), "πεινάς καημένο" μου έλεγε και όλο μου έδινε μήλα και καρότα και αγγούρια και φιστίκια και γω έτρωγα κι έτρωγα και σε κάποια φάση μου έδιναν όλοι τα φρούτα τους και στο τέλος αισθάνθηκα πως θα ξεράσω κι άρχισα να γελάω, δεν υπάρχει χαχαχαχα. (Αυτό για όποιον αναρωτιέται τέτοιο λουλούδι γιατί κλάνει. Ε με τις μαλακίες που με ταΐζουν;!)

Μετά άλλη μέρα πήγα σε Γιώργο (θεό ήλιο καλοκαιρινό) που γιόρταζε μαζί με το γυναικάκι του το μπάνικο κι ένα καλό φίλο κι έπεσαν κι εκεί θεϊκές ατάκες όπως ''Σούλα Σούλα τον πούτσο μου μασούλα" και θυμάμαι να έχω ακουμπήσει στον ώμο του Γιώργου και να κλαίω, μα είναι δυνατόν, άκου Σούλα Σούλα τον πούτσο μου μασούλα χαχαχαχαχα, δεν υπάρχει και τώρα γελάω που το γράφω. Μετά, βλέπουμε ένα τύπο ο οποίος ήταν σαν διάνοια-καθυστερημένος-για σφαλιάρες, με ένα ύφος ''ήρθα στο μπαρ με τίγκα δυνατά μουσική και τσιγαρίλα για να σκεφτώ αν η πυρηνική σχάση σε σχέση με τα νανομόρια των υπολογιστικών κυκλωμάτων θα μπορούσαν να εκλογικεύσουν την δυνατότητα της κβαντικής τηλεμεταφοράς..", χαλάρωσε ρε φίλε, πας καλά; Εδώ μέσα ήρθες να κάθεσαι σκεπτόμενος μ' αυτή τη φάτσα και να κοιτάς το άπειρο; Και μου λέει ο θεός Γιώργος: "Αυτός ξέρεις πότε θα γαμήσει;" "Πότε;" τον ρωτάω με ενδιαφέρον. "Για να μπει σε μουνί αυτός, θα πρέπει να μπει σε σήραγγα που κάποιος θα έχει ζωγραφίσει ένα γύρω γύρω" και ξανά δώσε έπεσα κάτω, μα που τα σκέφτονται ρε παιδί μου οι άνθρωποι; Βέβαια, για την ιστορία, έχω να πω ότι ο καθυστερημένος αγκάλιαζε μία γκόμενα και στο σημείο αυτό δεν κάνω άλλα σχόλια επί τούτου. Τα ύστερα του κόσμου πια δηλαδή.

Ήρθε και ο κολλητός για τόσο δα λιγουλάκι αλλά τον είδα και μιλήσαμε και πόσο χάρηκα που μιλήσαμε, χάρηκα τόσο πολύ που δε με ένοιαζε πια το τι λέγαμε, ω, μα είναι τόσο σημαντικό να μοιράζεσαι αυτά που σκέφτεσαι μ' αυτούς που τα σκέφτεσαι, αλλιώς πως θα ξέρει ο άλλος τι σκέφτεσαι, αλλά βλέπεις καμιά φορά μας πιάνει η μαλακία και δε μιλάμε και περιμένουμε ο άλλος να μυρίσει τα νύχια του και γι' αυτό χάρηκα τόσο μα τόσο πολύ! Και έπεσε και ο φανταστικός διάλογος. Περπατούσαμε στα μαγευτικά Εξάρχεια:
Εγώ: ΣκατούλαΣκατούλαΣκατούλα!
Κολλητός: Την πάτησα;
Εγώ: Ναι!
Κι αυτό σε dt εννοείται. Και μετά συνεχίστηκε ως εξής:
Κολλητός: Γαμώτο, πρέπει να βρω νερό.
Εγώ: Χαχαχαχαχαχα!
Κολλητός:Και μετά όταν τις βλέπω πατημένες λέω ποιος μαλάκας της πάτησε.
Εγώ: Χαχαχαχαχαχα!

Ωραία πράγματα, σας λέω. Τι άλλο; Α ναι. Πήγαμε το Σάββατο στο μπαρ και ΔΕΝ ήταν ο φίλος μπάρμαν. Έχετε δει μυρμήγκια που πάνε ήρεμα ήρεμα και ξαφνικά τους την πέφτει κάτι; Νερό ας πούμε. Πώς διαλύονται και πάνε πέρα δώθε; Ε, έτσι κάναμε. Φρίκη, όλεθρος, πανικός, κόντεψε να καταστραφεί μια φιλία χρόνων (της κολλητής μου και μένα).
Αυτή: Μου είπες ότι θα είναι δω!
Εγώ: 'Ετσι νόμιζα!
Αυτή: Δεν είναι όμως!
Εγώ: Ήταν χτες, νόμιζα ότι θα είναι και σήμερα!
Αυτή: Με κορόιδεψες!
Εγώ: Συγνώμη, συγνώμη, συγνώμη!
Δεν παίζει τίποτα γκομενικό, μην τα ξαναλέμε και εκνευρίζομαι, απλώς είναι το σχέδιο έτσι. Πάμε κει, είναι αυτοί, κάνουμε αυτά, τελείωσε. Είναι σα να έχεις σχέδιο να δεις ταινία, να φας πίτσα και να ξαπλώσεις στον καναπέ και ξαφνικά να δεις ότι λείπει η τηλεόραση. Είναι δυνατόν να μη φρικάρεις; Όχι πείτε μου.
Μετά του έστειλα εγώ μήνυμα πως τόλμησε να κάνει κάτι τέτοιο και τώρα μεις κλαίμε μονάχες κι αυτός μου είπε ότι βράδυ είναι θα περάσει και μετά ήρθαν κι άλλοι φίλοι στην παρέα μας και το ξεπεράσαμε και πιάσαμε φιλίες με τον άλλο μπάρμαν ο οποίος έχω να πω, φίλε μπάρμαν που δεν ήσουν, μας κέρασε πιο πολλά σφηνάκια από σένα και θα σου κάνουμε παράπονα την άλλη φορά που θα έρθουμε και όχι μόνο αυτό, θα κάτσουμε στην πλευρά του για να μάθεις να φέρεσαι. Έτσι.
Αυτά, σας αφήνω τώρα γιατί κατέβασα ένα πρόγραμμα που κάνει update σε άλλα προγράμματα και θέλω να κάνω τα κουμάντα μου. Και θέλω και να ποτίσω. Έχουν βγει κάτι ωραίες μαργαρίτες στο μπαλκόνι μου άλλο πράγμα. Και σε λίγο θα βγουν και γαρδένιες. Της πουτάνας θα γίνει. Θα βγαίνω έξω και θα τραβάω κάτι τζούρες κόντρα στον άνεμο!
Τα λέμε!