Αυτή είναι μια λυπητερή ιστορία. Εντάξει, ίσως έχει και στοιχεία που κάνουν κάποιους να διασκεδάσουν.
Πρώτα απ’ όλα δεν σας γράφει η Κωλόγρια. Σας γράφει μια μεγάλη στρατιά μυρμηγκιών με φοβερούς και ατρόμητους στρατιώτες της ειδικής μονάδας πεζοναυτών Ε275179 η οποία χωρίς να φοβηθεί θάνατο ή πόνο, ανέβηκε στον υπολογιστή της πατώντας πάνω σε μάχιμους στρατιώτες της μονάδας πολεμικής αεροπορίας οι οποίοι σχημάτισαν μια ανεμόσκαλα με το στιβαρό τους κορμί χωρίς φόβο και πάθος. Εμείς λοιπόν, η ειδική μονάδα πεζοναυτών, έχουμε σχηματίσει με τα ευλύγιστα κορμιά μας δύο ανθρώπινα χέρια τα οποία γράφουν τούτα τα λόγια και με τηλεπαθητικά σήματα ο διοικητής της μονάδας ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι λογοτέχνης αλλά και κάτοχος 4 Νόμπελ Λογοτεχνίας (1986, 1997, 2001 και 2010) της Λογοτεχνικής Μυρμηγκικής Σουηδικής Ακαδημίας, μας καθοδηγεί για το τι ακριβώς θα γραφτεί εδώ.
Αυτή η ιστορία περιλαμβάνει μία στιγμή απορίας, μία αυτοκτονία και μία στιγμή τρέλας.
Η στιγμή της απορίας.
Εμείς τα μυρμήγκια, εκτός από ατρόμητοι στρατιώτες, είμαστε και φοβεροί πλακατζήδες. Όταν πηγαίνουμε σε ένα σπίτι, πέρα από το ότι κοιτάμε τι θα μαζέψουμε να φάμε, κάνουμε πλάκα και στους ιδιοκτήτες. Αν μας παίρνει φυσικά. Γιατί αν μείνουμε παραδείγματος χάρη, στο σπίτι μιας εγκληματικής φυσιογνωμίας που μισεί τη ζωή τη φύση και τα άντερά της τα ίδια, εκεί φυσικά προσπαθούμε να κάνουμε την παρουσία όσο γίνεται λιγότερο αισθητή. Δεν θα μας άρεσε βλέπετε μια γενοκτονία. Αν όμως μείνουμε σε ένα σπίτι όπου κατοικεί μια τρελούτσικη φυσιολάτρης όπως η Κωλόγρια, ε εκεί του δίνουμε και καταλαβαίνει. Και, πιστέψτε μας, όταν πάμε τα βράδια για πόκερ στου Λεωνίδα και τα λέμε, ρίχνουμε τρελό γέλιο. Να για παράδειγμα, πέρσι, εμφανιζόμασταν στο νιπτήρα της και δεν ήξερε ούτε από που ερχόμασταν, ούτε που πάμε. Φυσικό ήταν αυτό γιατί δεν πηγαίναμε κάπου, πλάκα της κάναμε. Όταν την ακούγαμε να έρχεται, βάζαμε μπρος το εκπληκτικής τελειότητας σχέδιό μας και με φοβερά συντονισμένες κινήσεις σε απίστευτα γρήγορο χρόνο, δημιουργούνταν η ανεμόσκαλα της μονάδας πολεμικής αεροπορίας, ανέβαινε η μονάδα αυτοκτονίας και πήγαινε πάνω κάτω στον νιπτήρα. ...Ναι, φυσικά και έχουμε μονάδες αυτοκτονίας. Αφού κάποιες φορές πάμε κάπου που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα πεθάνουμε. Κοντά σε νερό ας πούμε, κοντά σε ζώα, στον νιπτήρα της Κωλόγριας... Έβλεπε τα μυρμήγκια και τα έλιωνε ή τους έριχνε νερό. Τα μυρμήγκια που ανήκουν στις μονάδες αυτοκτονίας είναι Μουσουλμάνοι και τα πιο γενναία. Ακόμα κι όταν πρόκειται για πλάκα, δεν διστάζουν να χαρίσουν τη ζωή τους. Σπουδαία παιδιά. Απλώς φέτος αποφασίσαμε ότι δεν είναι σωστό να θυσιάζονται εξαιρετικά εκπαιδευμένα μυρμήγκια στο όνομα της πλάκας κι έτσι τα χωρατά μας είναι λιγότερο επικίνδυνα μεν αλλά δεν πειράζει, εμείς πάλι γελάμε όταν παίζουμε πόκερ στου Λεωνίδα.
Μ' αυτά και μ' αυτά φέτος, κάναμε το ίδιο αστείο στην Κωλόγρια αλλά αυτή τη φορά στη βεράντα που είναι σίγουρο ότι δε θα μας λιώσει. Κι αν ρίξει νερό, δεν μας πειράζει γιατί η φετινή μονάδα που έχει αναλάβει το χαβαλέ, είμαστε εμείς οι ίδιοι, η μονάδα των ειδικών δυνάμεων και καταδρομών που θαλασσοπνιγόμαστε και γκρεμοτσακιζόμαστε αλλά δεν καταλαβαίνουμε μία και πάντα επιζούμε. Αυτή τη φορά, πριν μερικές μέρες, είχαμε φτιάξει μια οδό που ξεκινούσε από το πουθενά και κατέληγε στο πουθενά. Είχε τόσο πλάκα Θεέ των Μυρμηγκιών! Τόσο πλάκα! Είχε κοντοκάτσει η άλλη, γριά γυναίκα, έτριζαν τα γόνατά της λέμε, είχε έρθει κοντά-κοντά και μας κοιτούσε. Που πάμε, τι κάνουμε, από που ήρθαμε... τι αστεία που ήταν η φάτσα της μ' αυτήν την απορία ζωγραφισμένη! Και μεις πηγαίναμε γρήγορα και προσεκτικά σχεδιασμένα λες και είχαμε τη δουλειά της αρκούδας αλλά τίποτα, πάνω-κάτω πηγαίναμε και δεν καταλήγαμε πουθενά, φοβερό, φοβερό! Η γριά πάντως, αφού μας κοίταξε καλά-καλά, κούνησε το κεφάλι κι έφυγε. Τώρα βέβαια, επειδή πλησιάζουν οι ζέστες και έχουμε γνώση από πέρσυ, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί γιατί ενδέχεται να βάλει ένα φάρμακο για τις κατσαρίδες το οποίο μπορεί να το φάμε και μεις αν κατά λάθος παρανοήσουμε, οπότε το όλο πράγμα θέλει τη μέγιστη προσοχή μας. Αλλά δε μας φοβόμαστε, είμαστε όλοι ενήμεροι.
Η αυτοκτονία.
Εδώ στη βεράντα και γενικώς εκτός σπιτιού, όπως πιθανώς μπορεί να γνωρίζετε, υπάρχουν αρκετά μαμούνια τα οποία άλλα έχουν καλές σχέσεις μεταξύ τους κι άλλα όχι. Εδώ στο συγκεκριμένο σπίτι υπήρχε κάποια στιγμή μια αράχνη. Ήταν πολύ γλυκιά και μικρή σε μέγεθος. Όμορφη, συμπαθητική, έξυπνη, είχε το χάρισμα του πηδήματος, πηδούσε, έκανε γκέλες, πως το λένε, αλλά είχε κατάθλιψη κι ήθελε να αυτοκτονήσει. Εμείς πολλές φορές την είχαμε πάει στου Λεωνίδα να την κεράσουμε ένα ντρινκ και να το συζητήσουμε πιο ήρεμα αλλά αυτή ήταν ανένδοτη κι έπεμενε. Και μια μέρα έκανε την πρώτη προσπάθεια.
Μπήκε στο σπίτι και έκατσε δίπλα στο κεφάλι της Κωλόγριας την ώρα που αυτή ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ και χάζευε τηλεόραση ενώ παράλληλα μιλούσε στο τηλέφωνο με μια φίλη της. Δεν έγινε όμως αυτό που περίμενε η λυπημένη αράχνη. Γιατί η γριά την κοίταξε, το είπε στη φίλη της, η φίλη της της είπε να τη σκοτώσει, αυτή αρνήθηκε και προσπάθησε να την πιάσει (φτυαρίσει) με ένα χαρτί που είχε δίπλα της και να τη βγάλει έξω. Η αράχνη όμως πήδησε και εξαφανίστηκε πριν προλάβει η γριά να κάνει οτιδήποτε.
Η αράχνη έμεινε κρυμμένη πίσω από τον καναπέ αρκετές μέρες. Έκλαιγε και δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της. Άντε ντάξει, να είχε φάει 2-3 κουνούπια. Είχε πηδήξει πάνω τους την ώρα που πετούσαν και τα είχε κατασπαράξει. Αλλά 2-3 κουνούπια δεν τα λες φαΐ. Και τελικά αποφάσισε. Δεν ήθελε να ζει. Εμείς όλες αυτές τις μέρες που είχε εξαφανιστεί, την βλέπαμε να κλαίει και να επιτίθεται με μίσος στα κουνούπια αλλά δεν είχαμε μιλήσει. Ήταν τόσο ταραγμένη.. δεν μπορούσες να την πλησιάσεις. Τώρα βέβαια το μετανιώνουμε αλλά τι να πεις. Τέλος πάντων. Η αράχνη έκανε τη δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας. Πήγε στο τραπέζι του σαλονιού εκεί που καθόταν η γριά στον υπολογιστή και χάζευε στο ίντερνετ ενώ, τι σύμπτωση!, πάλι μιλούσε με την ίδια φίλη στο τηλέφωνο, κι άρχισε να περπατάει στο τραπέζι. Όλοι ακούσαμε τη γριά να λέει στη φίλη της: "Ρε μαλάκα θυμάσαι την αράχνη που σου είπα την άλλη φορά; Είναι στο τραπέζι!" "Σκότωσέ τη!" της είπε η φίλη της. "Όχι, θα τη βγάλω έξω!" είπε η γριά και σηκώθηκε και πήγε μέσα. Όλες τις κινήσεις της, της περιέγραφε στη φίλη της. Όταν επέστρεψε, κρατούσε ένα μπολ παγωτού στο ένα χέρι κι ένα χαρτί Α4 στο άλλο και πλησίασε την αράχνη. Η αράχνη σοκαρισμένη δεν κουνιόταν. Είχε γεμίσει δέος και δεν ήξερε τι να κάνει. Μήπως τελικά έπρεπε να ζήσει; Η γριά καπάκωσε την αράχνη με το μπολ, έβαλε ευγενικά από κάτω το χαρτί ώστε να δημιουργήσει πάτο, την πήρε, την έβγαλε έξω και την τίναξε πάνω στα φυτά. "Ορίστε, την έβγαλα έξω!" είπε στη φίλη της και ξαναπήγε εκεί που καθόταν.
Η αράχνη ήταν πραγματικά σοκαρισμένη. Τι γίνεται τώρα, τι ήταν αυτό, αναρωτιόταν. Κι έκατσε έξω στα φυτά κάποιες μέρες να συλλογιστεί. Αλλά ο καταθλιπτικός χαρακτήρας δε γίνεται εύκολα καλά, πρέπει να το παλέψει πολύ. Έτσι, για μία ακόμη φορά, πήρε την απόφαση να ξαναπροσπαθήσει. Και πήγε πάλι δίπλα στην Κωλόγρια. Αυτή τη φορά η γριά καθόταν στο γραφείο μπροστά στον υπολογιστή κι έγραφε. Και κάποια στιγμή που πήγε να πετάξει κάτι στον κάδο που βρισκόταν κάτω από το γραφείο, κάνει έτσι και βλέπει την ίδια αράχνη να είναι δίπλα στο πόδι της στο πάτωμα. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε η αράχνη πριν το "κλιτς" του εαυτού της κάτω από την παντόφλα της Κωλόγριας, ήταν ένα "ε άντε γαμήσου!".
Ήμασταν εκεί και το είδαμε. Η Κωλόγρια πάτησε την αράχνη, σήκωσε την παντόφλα, είδε το λιωμένο πτώμα, το σκούπισε με ένα χαρτάκι και το πέταξε στον κάδο. Μετά, πήρε τηλέφωνο τη φίλη που μιλούσε μαζί της τις δύο προηγούμενες φορές που είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας η αράχνη και της είπε ότι εμφανίστηκε ξανά και τελικά την πάτησε γιατί της έσπασε τ' αρχίδια να εμφανίζεται συνέχεια εκεί που καθόταν. Μετά, έκανε μια παύση, άνοιξε διάπλατα τα μάτια και είπε στη φίλη της: "Ήθελε να αυτοκτονήσει! Και γω τη βοήθησα! Έχω τύψεις!" Ναι, είναι πολύ έξυπνος και καλός άνθρωπος η Κωλόγρια.
Η στιγμή της τρέλας.
Η Κωλόγρια τις προάλλες, είχε πάει λαϊκή και είχε πάρει ένα στρέμμα λαχανικά να έχει τρώει ο κόσμος όλος. Την είδε υγιεινή διατροφή κι έτσι. Έλα όμως που το στρέμμα ήταν τόσο μεγάλο που περνούσαν οι μέρες και περνούσαν οι μέρες κι αυτό δεν τελείωνε. Κι επειδή θα έβγαζαν ρίζες σε λίγο τα λαχανικά, τα έβγαλε μια ωραία μέρα έξω, πήρε μια μπανιέρα και είπε να κάνει μια σαλατούλα να φάει. Ήταν λοιπόν στο τηλέφωνο -και πάλι- με μια φίλη της, καλωδιωμένη, hands free κι έτσι, και το κινητό, επειδή δεν υπήρχε τσέπη, το είχε βάλει ανάμεσα λάστιχου κολάν και πλάι κοιλιάς. Μιλούσε και καθάριζε λαχανικά. Σχολίαζε τον όγκο της σαλάτας, έλεγε στη φίλη της πόσα πολλά είναι αυτά που κόβει αλλά θα τα φάει γιατί θα βγάλουν βρύα και λειχήνες και έκοβε, καθάριζε, έκοβε, καθάριζε ώσπου... είδε μια πράσινη κάμπια πάνω στη ρόκα. Έβγαλε μερικά επιφωνήματα αηδίας και αναρωτιόταν πώς θα καθαρίσει το νεροχύτη που θα είναι εκεί η κάμπια, σίγουρη τώρα αυτή ότι την έβγαλε από τη ρόκα, ήταν πράσινη βλέπεις και την έχασε αλλά ήταν σίγουρη και καθάριζε και έλεγε διάφορα με τη φίλη της ώσπου... η κάμπια της έπαιξε πουστιά και δεν είχε φύγει από τη ρόκα και κούνα-κούνα, έπεσε πάνω στο χέρι της. Έπρεπε να είστε κει να τη δείτε. Φωνές, χοροπηδητά, τινάγματα το χέρι, ένα θα σας πω. Το κινητό έπεσε μέσα στο κολάν κι έφτασε στο βρακί της. Η φίλη της περίμενε στωικά να τελειώσει τις φωνές αηδίας. Η Κωλόγρια αφού εκτόξευσε την κάμπια είχε σταθεί λαχανιάζοντας ακουμπισμένη στο νεροχύτη με το κινητό να έχει φτάσει στο μπούτι. Η κάμπια κουνιόταν πεσμένη ανάποδα στο νεροχύτη. Χαμός. Και να φανταστείτε ότι η γριά συμπαθεί πολύ τις κάμπιες. Θεωρεί ότι είναι ένα βήμα πριν τις πεταλούδες. Ναι, τις συμπαθεί, απλώς δεν τις θέλει πάνω της.
Η κάμπια πετάχτηκε μαζί με τα υπολείματα των λαχανικών και τώρα θα βρίσκεται στη χωματερή των Άνω Λιοσίων, ζωντανή νεκρή, μεταμορφωμένη σε πεταλούδα, κανείς δεν ξέρει.
Αυτές ήταν οι στιγμές και η αυτοκτονία, εμείς κλείνουμε εδώ, στοιχιζόμαστε και την κάνουμε πριν έρθει η άλλη. Να είστε καλά, χαρήκαμε που σας μιλήσαμε κι ελπίζουμε να τα ξαναπούμε.
Έι οπ έι όπ έι οπ έι οπ!