Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Ψηλά στον Ουρανό.

Όχι την ταινία, η οποία παρεμπιπτόντως είναι φανταστική, να τη δείτε κι ας είναι κινούμενα σχέδια, για μένα λέω που προχτές ήμουν ψηλά στον ουρανό και ήταν εξαίσια, μαγευτικά, ονειρεμένα!!!

Είμαι Βόρεια Ελλάδα, στην κουμπάρα. Και ήρθα με αεροπλάνο, σιγά μην πάρω τραίνο να πάθω όλα τα εγκεφαλικά του κόσμου. Το σκατό παξιμάδι από οικονομικής άποψης, αλλά το αεροπλάνο, αεροπλάνο. Ντάξει, έκανα και μια δουλίτσα, τσίμπησα κει κάτι μπικικίνια και τα έσπρωξα στους αιθέρες. Πείτε με μπάζο που δεν τα έφαγα σε σουβλάκια αλλά έτσι γούσταρα, να τα σπρώξω στους αιθέρες.

Πετούσα υποτίθεται στις 8:30 το βράδυ. Πήγα από τις 6. Γιατί είμαι ανώμαλο. Άμα ξαναπάω νωρίς για πτήση εσωτερικού να με χέσετε εμένα. Πάω γκισέ, 'α όχι', μου λένε, 'ελάτε μια ώρα πριν την πτήση για check in'. Αυτό δεν το είχα ξανακούσει ποτέ. Και 3μισή ώρες να πήγαινα νωρίτερα άλλοτε, πάντα μου έπαιρναν τη βαλίτσα κι από κει και πέρα ήταν δική μου δουλειά να κάνω ό,τι γουστάρω. Καλά, το πόσο λατρεύω τα αεροδρόμια δεν το συζητώ. Όχι κάτι μικρά που δεν έχεις τι να κάνεις, τα άλλα, τα μεγάλα που είναι σα να είσαι σε πόλη. Και γαμώ. Ντάξει το δικό μας δεν είναι και τόοοοοσο μεγάλο αλλά μια χαρά τα ξύνεις άμα θες. Μέχρι τις πτήσεις κάθομαι και χαζεύω στις τηλεοράσεις με μεγάλη ευχαρίστηση. Τώρα όμως που δεν μου πήραν τη βαλίτσα τσαντίστηκα γιατί δεν ήταν το ίδιο να χαζεύω με ένα μπόγο να σέρνεται από πίσω μου. Και επειδή τσαντίστηκα, έκανα μαλακία και δεν ρώτησα την υπάλληλο αν είχε θέση να με βάλουν στην πτήση των 7 και τον ήπια. Γιατί όταν το σκέφτηκα, πήγα στον γκισέ, δεν ήταν κανείς και μετά η πτήση των 8:30 που ήταν να ταξιδέψω, έφυγε τελικά στις 10:20 το βράδυ. Καλά, με καταλαβαίνετε. Το έσκαψα το αεροδρόμιο. Κόντεψα να αγοράσω μέχρι κιλότες για χάμστερ (ευτυχώς που δεν είχε) από τις βόλτες τόσες ώρες συν ότι ενώ είχα το λαπτοπάκι μαζί μου, δεν μπορούσα να μπω με τίποτα στο ίντερνετ.

Παλουκώνομαι κει χάμω σε μια γαμοκαρέκλα, βγάζω την τεχνολογία, μπαίνω στο ίντερνετ και μου βγαίνει η σελίδα του αεροδρομίου. Αααα... εντυπωσιάστηκα προς στιγμή. Μετά, πάω να μπω στο μπλογκ, ξανά η σελίδα του αεροδρομίου. Πάω να μπω στα μέηλ μου, η σελίδα του αεροδρομίου. Ψιλοανατρίχιασε η πλάτη μου μπορώ να σας πω. Τι σκατά, σκέφτομαι. Γιατί με αφήνουν να μπω δωρεάν στο ίντερνετ και μου βάζουν να βλέπω τις πτήσεις ενώ έχει 12 χιλιάδες τηλεοράσεις παντού; Άρχισα να κοιτάω λοξά δεξιά αριστερά μπας και με παρακολουθούν. Τίποτα. Ξαναπροσπαθώ να μπω, παπάρια. Α γαμήσου λέω, όλο μαλακίες, τον κλείνω και συνεχίζω τις βόλτες. Σάπισαν τα πόδια μου στο περπάτημα εκεί μέσα.

Σε κάποια φάση, βλέπω ένα κύριο με λάπτοπ να μπαίνει στο skype. Ωπ, εδώ είμαστε. 'Συγνώμη κύριε', του λέω, 'πως μπήκατε, γιατί εγώ προσπαθούσα ώρα και όλο στη σελίδα του αεροδρομίου με έβγαζε'. 'Μπαίνετε στη σελίδα του αεροδρομίου', μου λέει, 'και κάτω-κάτω δεξιά, έχει μια ένδειξη που λέει free access to internet, το πατάτε και έχετε 45 λεπτά δωρεάν πρόσβαση'. 'Σας ευχαριστώ πολύ' του λέω και απομακρύνομαι να συγχυστώ με την ησυχία μου. Ποιος ο λόγος όλης αυτής της μανούρας και γιατί 45 λεπτά; Δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Τελικά μπήκα στο ίντερνετ αλλά σερνόταν και το έκλεισα. Ξανά βόλτες, δε γαμιέται. Άρχισαν τα παπούτσια μου να κάνουν εκείνο το τρίξιμο που μισώ, το γνωστό κλίτσι-κλίτσι. Περπατούσα, κλίτσι-κλίτσι-κλίτσι-κλίτσι, ευτυχώς είχα αρχίσει να κουράζομαι και να νυστάζω, οπότε δεν ήταν δυνατόν να είμαι συγκεντρωμένη στο κλίτσι-κλίτσι. Πάλι καλά γιατί θα τα πετούσα και θα έπρεπε μετά να αγοράσω άλλα, δεν έλεγε.

Που λέτε. Έρχεται εκείνη η ώρα να πάμε στο αεροσκάφος, μας παίρνει το λεωφορειάκι, κι όλο ασυνάρτητα πράγματα παρατηρούσα. Όπως το ότι είχαμε περπατήσει όλο το αεροδρόμιο προς τα αριστερά για να πάμε στην έξοδο που ήταν κανονισμένη και μετά το λεωφορειάκι μας πήγε όλη τη διαδρομή πίσω, προς τα δεξιά που ήταν το αεροπλάνο. Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Γιατί δε βγαίναμε από δεξιά αφού εκεί ήταν το αεροπλάνο; Για να μας δείξουν πόσο μεγάλο είναι το αεροδρόμιο και καλά; Έτσι θα μας το δείξουν; Κάνοντας κύκλους; Τέλος πάντων, δεν ξέρω.

Και φτάνουμε στο αεροπλάνο. Και μας κόβεται ο κώλος. Ολονών όμως. Όλοι σχεδόν σχολίασαν. Σημείωση εδώ, αγαπώ πάρα πολύ τα αεροπλάνα, δεν τα φοβάμαι καθόλου και γουστάρω και τρελά. Γνωρίζω πολύ καλά πως αν γίνει κάτι, το μυαλό μου θα κολλήσει στο ταβάνι και θα πεθάνω πριν καν καταλάβω οτιδήποτε, οπότε δε με απασχολεί καθόλου ένα ενδεχόμενο πέσιμο. Τώρα αν πέσει ποτέ κανένα που είμαι μέσα και σωθώ εγώ και πρέπει να φάω συνεπιβάτες, ρόδες, σαύρες και πέτρες, ε, θα με κάνουν ταινία και θα χεστούμε στο τάλαρο, τι να πω πια. Πάντως οι πιθανότητες να επιζήσει κόσμος από αεροπλάνο είναι ελάχιστες. Πάμε παρακάτω. Βλέπω που λέτε το αεροσκάφος και μόνο Barbie που δεν έλεγε απ' έξω. Τόσο μικρό ήταν. Έχετε δει κάτι ταινίες με τον James Bond που πάει σε κάτι απομακρυσμένα νησιά και πετάει με κάτι πορδές που ανοίγει η πόρτα και οι σκάλες είναι πάνω της; Ε, σε τέτοιο μπήκαμε. Είχε 2 θέσεις και 1. Ο διάδρομος ήταν για νάνους, τρολ και καλικάντζαρους. Οτιδήποτε φαρδύτερο ή ψηλότερο είχε πρόβλημα. Ευτυχώς δεν ήταν κανένας χοντρός εκεί μέσα γιατί θα τον κοιτούσαν όλοι. Άσε που δε θα χωρούσε με τίποτα. Καλά, σκέφτομαι, θα πάει αυτό μέχρι Θεσσαλονίκη; Κάτι τέτοια αεροπλανάκια έχουν για τα νησάκια, όχι για Θεσσαλονίκη! Μπήκαμε. Όλοι κοιτούσαν, άλλοι έκαναν το σταυρό τους και άλλοι γελούσαν. Εγώ έκατσα στη μονή θέση. Και γαμώ.

Η ώρα ήταν πλέον 10:20 όπως είπα. Νύχτα. Ο ουρανός υπέροχος. Φανταστικά σύννεφα από πάνω μας, από κάτω φωτάκια και θάλασσα. Το αεροπλανάκι δεν πήγε πολύ ψηλά γιατί προφανώς θα έσκαγε, οπότε πετούσαμε σε ένα ύψος που είχες φανταστική θέα. Από πάνω μας, είδα δύο άλλα αεροπλάνα να πετάνε και να χάνονται πάνω από τα σύννεφα και να ξαναεμφανίζονται και να ξαναχάνονται... ήταν μαγευτικά! Έβλεπα το θόλο του ουρανού, ή αυτή την εντύπωση είχα, σπιτάκια, θάλασσα, είχα κάνει το τζάμι χάλια. Είχα κολλήσει τη μούρη μου πάνω του και ταξίδευα. Ταξίδευα σαν πουλί στον ουρανό, πόσο φανταστική αίσθηση ήταν αυτή!

Και πλησιάζουμε Θεσσαλονίκη. Και κατεβαίνει το αεροπλάνο. Και κατεβαίνει. Κατεβαίνει κι άλλο. Νερό από κάτω. Και κατεβαίνει. Υποβρύχιο θα το κάνει ρε πούστη; σκέφτομαι. Κατεβαίνει. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή να δω το νερό να ταλαντεύεται από τη δύναμη του αεροπλάνου της Barbie αλλά δεν γινόταν τίποτα. Και τσουπ! κατεβαίνει πολύ σωστά στον αεροδιάδρομο. Και γαμώ! Ήταν πολύ μικρό και πολύ χαμηλό που σου έδινε την εντύπωση ότι ακουμπάει την κοιλιά του στη θάλασσα αλλά δεν ήταν έτσι. Γαμηστερή πτήση. Γαμηστερή. Αλλά άμα ξαναργήσει τόσο το αεροπλάνο θα τους γαμήσω. Νέτα σκέτα.

Ο ουρανός είναι φανταστικός!

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Κόκαλο.

Μαστούρα. Ντέφι. Τέζα. Χώμα. Πίτα. Κώλος. Λιώμα. Κουρούμπελο. Κωλοτρυπίδι. Έτσι γίνεσαι άμα κατέβεις κέντρο και κάτσεις όλη μέρα. Εισπνέεις όλη τη μπίχλα, πίνεις και καμιά μπύρα και γίνεσαι σκατέ ολέ. Όχι ότι έχει πολύ νέφος αυτές τις μέρες, δεν έχει, έχει φέρει χώμα από την Αφρική (ψέματα το λένε, δικιά μας ήταν η σκόνη, αφού επίσημα είμαστε η νέα Αφρική, από άποψη ζέστης το λέω), έχει φυσήξει τρελά, ψιλόβρεχε νωρίτερα, όχι, δεν έχει νέφος τόσο όσο είχε παλιότερα νομίζω, ...αυτό είναι περίεργο, πώς γίνεται; Ή που κάτι καλό έχουμε κάνει, ή που μας έχει βοηθήσει η φύση ή που το ήπιαμε όλο και τελείωσε. Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι Αθηναίοι είναι σαν κοιμισμένοι, τι να πω δεν ξέρω.
Πάντως δεν γίνεσαι λιώμα από το νέφος. Γίνεσαι απ'όλα. Από την ενέργεια, την ταχύτητα, τη φασαρία και το νέφος στο τέλος-τέλος. Αλλά είναι ωραία φάση, εμένα μ' αρέσει. Είμαι παιδί του κέντρου όσο και να χτυπιέμαι η φύση και η φύση. Ντάξει δε θα με χάλαγε να είχα ένα σπίτι στην εξοχή, όχι πουθενά ερημικά και με ξεκοιλιάσουνε, α πα πα, έχω δει τόσες ταινίες με φανταστικά, αλλά απομονωμένα, σπίτια, που όλοι είναι ευτυχισμένοι μέχρι τη στιγμή που θα τους ξεκοιλιάσουν. Τώρα, φαντάσματα θα τους οδηγήσουν στο ξεκοίλιασμα αναμεταξύ τους; σατανιστές; δολοφόνοι; Δεν ξέρω, κάτι θα γίνει και θα ξεκοιλιαστούνε, δε θα μείνει κώλος. Άσε με, δε θέλω εξοχικό σε απομονωμένο μέρος. Δε θα χαλάρωνα καθόλου, μέσα στο Σύνταγμα θα ήθελα να με αφήσουν. ...Όχι, τα παραλέω, κάτσε να σκεφτώ. Τώρα θα κριθούν όλα. Τώρα, με αυτή μου την απάντηση, θα κριθεί αν είμαι τελικά παιδί της πόλης. ....Κάτσε.... κάτσε, σκέφτομαι... περίμενε...ε μα δεν περιμένεις, γράφεις... σταμάτα ρε μαλακίδι να σκεφτώ... ...... Παπάρια, δεν μπορώ να αποφασίσω. Σκέφτομαι πως αν μου έδιναν ένα τέτοιο φανταστικό σπίτι σε ένα τέτοιο φανταστικό μέρος, θα χεζόμουν από χαρά, αυτή θα ήταν η πρώτη αντίδραση, και μετά θα σκεφτόμουν το ξεκοίλιασμα. Και αμέσως μετά, και ενδεχομένως πριν το ξεκοίλιασμα, θα σκεφτόμουν αν το πουλούσα πόσο θα' πιανα και θα χεζόμουν από πιο μεγάλη χαρά γιατί θα έπιανε πολλά ένα τέτοιο σπίτι σε ένα τέτοιο μέρος. Όλο και κάποιος ανώμαλος με πολλά λεφτά θα ήθελε να το αγοράσει. Θα μου πείτε τώρα, και ποιος βρε βούρλο θα σου χαρίσει εσένα τέτοιο σπίτι σε τέτοιο μέρος; Ο φούφουτος, θα σας πω, κανένας δεν πρόκειται, λέμε τώρα ρε παιδί μου, άμα. ...Ωραία θα ήταν... Τέλος πάντων, θα ήθελα ένα σπίτι στην εξοχή και θα έμενα, μαλάκας είμαι; (όχι σε απομονωμένη περιοχή, είπαμε) αλλά άμα ήταν να μένω στην πόλη, θα ήθελα να μένω καράκεντρο. Μάλλον δηλαδή. Κοιτάξτε, αν είχα να διαλέξω ένα σπίτι, μονοκατοικία κατά προτίμηση στο Παλαιό Ψυχικό, και ένα σπίτι στο κέντρο... θα επέλεγα και τα δύο. Για τον απλούστατο λόγο ότι αν είχα λεφτά για να έχω σπίτι στο Παλαιό Ψυχικό, έτσι όπως το θέλω, θα είχα και για να αγοράσω και ένα σπίτι στο κέντρο και ένα στο απόκεντρο και ένα μέσα στο χιονοδρομικό κέντρο ελάτου και χιονόμπαλας γωνία. Τέλος πάντων, μου αρέσει το κέντρο. Και το αντέχω. Ναι, συνέχεια το αντέχω, είναι φοβερό αυτό. Μένω σε καλή περιοχή, με δέντρα κι έτσι, κι αντί να το εκτιμήσω, υποφέρω από θόρυβο. Και πάω στο κέντρο και το βρίσκω ήσυχο. Μιλάμε για ανωμαλία τώρα ή πραγματικότητα; Ξέρετε τι συμβαίνει, είναι φοβερό αυτό. Για ψυχανώμαλους ανθρώπους όπως εγώ, δεν είναι και πολύ καλό το ντεμί σεζόν, τι θέλω να πω. Οι ψυχανώμαλοι, προσέξτε τώρα έρχεται ανάλυση, θέλουν ή τη μία άκρη ή την άλλη. Τα μισά, τα ντεμί, τα περίπου, δεν τα θέλουν. Θέλουν ντόμπρα πράματα, ξηγημένα, σταράτα. Π.χ. Αν είναι να μείνουν κέντρο, θα μείνουν κέντρο. Θα φάνε το θόρυβο, θα φάνε τη βρώμα, θα φάνε τα πρεζάκια, θα φάνε τις άπειρες ευκαιρίες για φαΐ, ποτό, διασκέδαση, παρέα, όλα θα τα φάνε και θα κάνουν το μόκο. Αρχίδια το μόκο θα κάνουν γιατί είναι ψυχανώμαλοι αλλά λέμε τώρα. Αν όμως, είναι να μείνουν σε καλή περιοχή, θα περιμένουν και το ανάλογο σε ανθρώπους. Παπάρια φίλοι μου. Κι εκεί τους τη δίνει των ψυχανώμαλων. Δεν μπορείς κύριε, σκέφτεται ο ψυχανώμαλος, να μου έχεις την αυτοκινητάρα, να μου είσαι καλοσιδερωμένος και μοσχομυρωδάτος και να μου πετάς τα σκουπίδια σου όπου να'ναι! Αυτά τα κάνουν στο κέντρο! Τράβα στο κέντρο και ξεκωλιάσου! Γι' αυτό το έχουμε! Για να το κάνουμε μπουρδέλο! Δεν πάμε σε άλλες περιοχές και τις κάνουμε κι αυτές μπουρδέλο! Αλλά που; Έχει εγκέφαλο ο Έλληνας; Όλα μπουρδέλο. Ε γι' αυτό έχουμε τόσους ψυχανώμαλους. Φάτε μας να μάθετε.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ο Αδούλης.

Η οκνηρία -η τεμπελιά είναι το χτικιό της νεολαίας. Νέος χωρίς δουλειά είναι νέος χαμένος. Και μπορείς να πεις χωρίς να φοβηθείς το "κρίμα σ' αυτόν, κρίμα στη νιότη του".

Σηκώνεται το πρωί και βγαίνει έξω επειδή βαριέται μέσα. Και πηγαίνει γυρεύοντας στο δρόμο τους άλλους οκνηρούς φίλους του, για να περάσουν μαζί τη μέρα στο συνηθισμένο καφενείο, στη λέσχη, ώσπου να βαρεθούν κι εκεί συνομιλώντας, παίζοντας, καπνίζοντας και να βγουν πάλι έξω να τριγυρίσουν στους δρόμους, περιμένοντας την ώρα του φαγητού.

Έπειτα από το μεσημεριανό φαγητό κάνουν τα ίδια πράγματα μέχρι την ώρα του δείπνου, ίσως γύρω από τα μεσάνυχτα, όταν ο νεαρός γυρίζει στο σπίτι του και βρίσκει την οικογένειά του να κοιμάται. Τότε, κουρασμένος και βαριεστημένος, πέφτει στο κρεβάτι κι αυτός να κοιμηθεί, να ξεδουλιάσει από το βάρος της ολοήμερης οκνηρίας, για να μπορέσει την επόμενη μέρα να ξαναρχίσει το έργο της προηγούμενης.

Να μια σύντομη εικόνα του αδούλη νέου. Τώρα, θα προσπαθήσουμε να του βάλουμε διαφορετικά χρώματα, ανάλογα πάντα με την κοινωνική θέση που βρίσκεται.

Αν εξακολουθήσουμε να τον θεωρούμε ότι ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη, αλλά συχνάζει και στα καφενεία και τις λέσχες, ο νέος μας θα είναι αρχοντόπουλο που δεν καταδέχεται να πιάσει δουλειά και θα είναι βέβαια και ανίκανος για δουλειά, επειδή η ακαταδεξία και η ανικανότητα είναι αχώριστες φιλενάδες. Αλλά ο νέος μας αυτός θα είναι πάντοτε και χωρίς χρήματα, επειδή η αφραγκία ακολουθά πάντοτε από κοντά τις δύο αχώριστες φιλενάδες.

Μένοντας λοιπόν ο νέος μας χωρίς χρήματα, αναγκάζεται να καταφύγει και να ζητήσει από τους γονείς του, οι οποίοι -κατά τη γνώμη του- έχουν χρέος να του δίνουν χρήματα για τη λέσχη -γιατί χωρίς τη λέσχη δεν είναι κοινωνικός άνθρωπος- και για το τσιγάρο του -γιατί χωρίς αυτό δεν είναι μοντέρνος νέος. Αν όμως δεν υπάρχουν χρήματα, ο νέος τότε θυμώνει, φωνάζει, ανοιγοκλείνει και χτυπά τις πόρτες με πολύ θόρυβο και πάνω στην παραφροσύνη του, σπάζει, χύνει, χτυπά και βγαίνει θυμωμένος και απελπισμένος να βρει τους φίλους του, να ξεθυμάνει μ' αυτούς για την αφροντισιά των γονέων του!

Βέβαια δεν κάνουν όλοι έτσι. Οι άλλοι ισότιμοι φίλοι του, αντί να κάνουν τόσο βίαια πράγματα, κάνουν κάτι άλλο. Χρησιμοποιούν το αντικλείδι. Με το ειρηνικό αυτό μέσο φτάνουν στα χρήματα του πατέρα τους, στα χρυσαφικά της μητέρας τους, τα οποία παίρνουν και πουλούν μισοτιμής, εξοικονομώντας έτσι λίγα χρήματα, αρκετά για τα μικροέξοδά τους. Με τα χρήματα αυτά ανταποδίδει ο νέος στους φίλους του μια προηγούμενη εξυπηρέτηση, αγοράζοντας καπνό για όλους, πληρώνει για το φαγητό τους και για πολλά άλλα...

Δεν είναι βέβαια αυτός ο νέος, πάνω στον οποίο μπορεί να ελπίσει η πατρίδα, ο κόσμος. Αυτός μεγαλώνει κηφήνας μέσα στην κυψέλη της κοινωνίας, και τρώει ανάξια τους κόπους των άλλων ανθρώπων.

Η κοινωνία θέλει να ελπίζει ο αδούλης, να διαβεί την άδικη ζωή του χωρίς πάρα πολλά εγκλήματα και χωρίς κακουργήματα.

Ιδού ο άνθρωπος, Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901).
---- ---- ---- ---- ----
Κλαίτε; Όχι πείτε μου, γιατί εγώ το έχω διαβάσει 10 φορές και κάθε φορά κλαίω, πέφτω κάτω, αφήνω άντερα δεξιά αριστερά, πεθαίνω στα γέλια! Θεός!

Αυτό που διαβάσατε είναι ένα κείμενο του Ανδρέα Λασκαράτου, ενός ανθρώπου που έζησε από το 1811 έως το 1901, από το βιβλίο του "Ιδού ο άνθρωπος" το οποίο περιγράφει ανθρώπινους χαρακτήρες, όπως: Ο Υπερήφανος, ο Ενάρετος, ο Εγωιστής, ο Ζηλιάρης, ο Λαοπλάνος κλπ.
Καταλαβαίνετε του πότε είναι.

Το βιβλίο αυτό, το αγοράσαμε με τον κολλητό από την εκποίηση βιβλίου που έγινε 5-14 Φλεβάρη στην πλ. Κλαυθμώνος μια μέρα που ήμασταν τα χτικιά της νεολαίας και κάναμε σχεδόν ό,τι περιγράφει ο κύριος Λασκαράτος. Φυσικά δεν δείραμε τους δικούς μας, ούτε σπάσαμε πόρτες, ούτε κλέψαμε. Και κυρίως δε νομίζω με τόση βαρεμάρα που έχουμε να κάνουμε κανένα έγκλημα όπως θα περίμενε ίσως η πατρίδα, ο κόσμος, η κοινωνία.

Συγνώμη, εσείς έχετε καλύτερο από το πρόγραμμα που περιγράφει στις πρώτες παραγράφους ο Λασκαράτος; Όχι συγνώμη, πείτε μου. Προτιμάτε να δουλεύετε σα μαλάκες και να σας σπάνε τα αρχίδια απ' το να βγείτε από το σπίτι και να τα ξύνετε όλη μέρα με τους κολλητούς σας; Αυτό βασικά που περιγράφει στην αρχή ο Λασκαράτος στο βιβλίο, αλλιώς λέγεται μποέμ. Όσο πάει παρακάτω, με τις φάπες στους γονείς και τα σπασίματα, θυμίζει ταινίες με τον Κούρκουλο και εκπομπές της Πάνια. Ευτυχώς εμείς το έχουμε κρατήσει μέχρι εκεί που είναι μποέμ, ξέγνοιαστο, ωραίο και αθώο. Και θα δουλέψουμε και θα πήξουμε και όλα. Αλλά βασικά λατρεύουμε να είμαστε τα χτικιά της νεολαίας.

Όχι, θα σας περιγράψω μια μέρα μου, εκείνη τη μέρα που αγοράσαμε το βιβλίο.
Που λέτε, τη μέρα πριν αγοράσουμε το βιβλίο και ρίξουμε μια ματιά (εννοείται προσεχώς θα επανέλθουμε με νέους χαρακτήρες, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο ψωμί έχει, δεχόμαστε και παραγγελιές!) ακούστε τι έκανα. Πρώτα απ' όλα ξύπνησα. Μετά ξύστηκα. Μετά ντύθηκα, πλύθηκα, στολίστηκα και κατέβηκα στο κέντρο. Έκανα κει κάτι δουλίτσες του κώλου και μετά πήγα στο παζάρι βιβλίου. Ήρθε ο κολλητός, κωλοβαρέσαμε εκεί μέσα καμιά ώρα. Αγοράζουμε το βιβλίο. Δεν το διαβάζουμε, προσέξτε! Μετά, πάμε για καφέ. Τσάι εγώ, δεν πίνω καφέ. Μετά κάνουμε βόλτα στο Fnac. Μετά πάμε για φαΐ. Μετά εγώ πάω για πλέξιμο. Μετά, πάω για μπύρα με μια κολλητή μου. Μετά, ξαναπάω στον κολλητό, βλέπουμε τηλεόραση, ακούμε μουσική και ρίχνουμε μια ματιά στο βιβλίο! Και ανακαλύπτουμε τον αδούλη! Και κλαίμε! Κλαίμε μαλάκες, κλαίμε γιατί μας περιγράφει! Και μετά, ξανακούμε μουσική και ξαναβλέπουμε τηλεόραση, ίσως πήγαμε και για βάφλα, δε θυμάμαι και μετά γύρισα σπίτι που έβρεχε, έγινα κώλος και μετά είχα νεύρα και έβριζα χαχαχαχαχαχαχα χαχαχαχαχα δεν υπάρχει χαχαχαχα χαχαχαχαχα χαχαχαχα χαχαχαχαχα ο αδούλης χαχαχαχαχα το χτικιό της νεολαίας χαχαχαχαχα τιμή μας και καμάρι μας!
Και γαμώ τις μέρες ήταν αυτή!

Εντάξει, δεν είπαμε να τα κάνουμε αυτά κάθε μέρα (ναι καλά, και γαμώ θα ήταν, σόρι κιόλας!) αλλά μια στο τόσο ή και στο πολύ τόσο για όποιον μπορεί, Σόρι Κιόλας Λέμε! Λασκαράτος ρισπέκτ.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Φτερά και Πούπουλα.

Θέλω να τα ξεκωλιάσω. Χτες ανακάλυψα πως τα αυγά έγιναν δύο. Τι θα γίνει; Θα φέρουν και των φίλων τους; Θα κάνουν καμία πυραμίδα από αυγά τώρα που βρήκαν τον καλό τον άνθρωπο και θα κάθεται η κωλάρα της περιστέρας να τα ζεσταίνει; Περιττό να πω πως χτες μόλις είδα και το δεύτερο αυγό, γέμισα μίσος, κακία, φθόνο και λύσσα μαύρη. Ήθελα να πάρω ένα κουτάλι, να τα βάλω πάνω και να τα εκτοξεύσω απέναντι. Κι άμα γούσταρε να πετάξει στον αέρα η πουτάνα η περιστέρα να τα πιάσει. Όχι η καριόλα που μόλις με δει την κάνει. Ωραία μάνα είσαι μωρή. Για να μη σχολιάσω πως θα μείνει ο κακτούλης μου απότιστος πόσο καιρό. 200 καλαμάκια θα βάλω στον κάκτο μόλις μεγαλώσουν τα αρχιδοπερίστερα! Γκρρρ!!!

Υ.Γ. Όχι, δεν τα πέταξα. Δεν παίρνω το κρίμα στο λαιμό μου. Να γίνουν, να μεγαλώσουν, να δουν σε τι απαίσιο κόσμο ήρθαν και να πάνε να αυτοκτονήσουν στο στύλο της ΔΕΗ όπως μόνο αυτά ξέρουν. Εγώ δεν ανακατεύομαι. Μόνο καλαμάκια θα βάλω παντού. Και πάνω στο κηροπήγιο που έχουμε στη βεράντα. Παντού.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Ίντριγκες.

Θα έχουμε πρόβλημα με τα κωλόπουλα σας το λέω! Αν και το δουλεύω τον τελευταίο καιρό να μην είμαι εχθρική με ό,τι κινείται, (το οποίο μου είναι ιδιαίτερα δύσκολο καθότι ό,τι κινείται σχεδόν, μου ερεθίζει το πόδι να του δώσω κλωτσές), τα κωλοπερίστερα δεν τα χωνεύω τα γαμημένα. Πάντα θα φρενάρω άμα βρίσκονται στο δρόμο, (πράγμα που μου τη δίνει πάρα πολύ, τι θέλουν τα γαμημένα στο δρόμο, τα χαλάει τα κωλοπόντικα ο ουρανός και θέλουν τη γη, αλλά αφού είπαμε, είναι κωλοπόντικα και ούτε, τα ποντίκια τα συμπαθώ πολύ), δε θέλω να τους κάνω εγώ κακό και θα ομολογήσω πως ούτε άλλον θέλω να δω να τους κάνει κακό γιατί χειρότερο πράμα από τον άνθρωπο δεν υπάρχει. Ας πούμε και οι βρυκόλακες, καλύτεροι είναι από τους ανθρώπους, αν υπάρχουν. Γιατί έχουν ξεφύγει από την ανθρώπινη υπόσταση, είναι κάτι άλλο. Αλλά τα κωλόπουλα αυτά, θα με ευχαριστούσε ας πούμε αν πήγαιναν να αυτοκτονήσουν μαζικά. Εδώ χάνονται κάτι φοβερά είδη πουλιών και ζώων, εκεί κολλήσαμε; Στα γαμοπεριστέρια; Σε παρακαλώ τώρα μην τα πάρω! Αλλά όχι να τα σκοτώσεις, όχι. Εντάξει. Και το έχουν καταλάβει τα γαμημένα. Ότι δε φτάνω μέχρι εκεί. Και το εκμεταλλεύτηκαν. Ήρθαν στο μπαλκόνι, πηδήχτηκαν και έκαναν αυγό στη γλάστρα με τον κάκτο! Όχι, για να δείτε τι διεστραμμένα, ανώμαλα πουλιά είναι. Να τους μπαίνουν στον κώλο οι βελόνες του κάκτου κι αυτά εκεί! Μιλάμε για σούπερ διαστροφή τα γαμημένα. Και θα έχουμε ίντριγκες, το καταλαβαίνετε. Εγώ εννοείται πως δεν επρόκειτο να βγάλω το αυγό από κει γιατί δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά αυτά τα κωλόπουλα είναι τόσο γαμημένα, που άμα ακουμπήσεις με οτιδήποτε το αυγό τους, μετά πάνε και το τρώνε, δεν το θέλουν! Αμέ, μια φορά, σε άλλο σπίτι, με ένα κουτάλι μετακίνησα 2 αυγά και τα ακούμπησα παρακεί και την επομένη ήταν σπασμένα και φαγωμένα. Άσε τώρα, πολύ ανωμαλία πέφτει. Τώρα βέβαια, εκείνα μπορεί να τα έφαγαν και άλλα κωλόπουλα, όχι οι γονείς τους, αλλά τέλος πάντων, από τότε φρίκαρα και δε θέλω αυγά από ποντίκια στο μπαλκόνι μου. Αυγά που οποιοδήποτε άλλο πουλί, θα ήταν ευπρόσδεκτο και θα του έπλεκα και κουβερτούλα. Αλλά τα άλλα πουλιά φίλοι μου, είναι κύριοι, δεν είναι ξεφτιλισμένα και ξεδιάντροπα να μπαστακώνονται όπου να'ναι. Γιατί αγαπάνε τα παιδιά τους και τα προστατεύουν. Δε γαμιούνται σε ξένα μπαλκόνια και αμολάνε τα αυγά τους πάνω στις βελόνες των κάκτων, σε παρακαλώ τώρα! Ολόκληρο βουνό απέναντι, στο δικό μου μπαλκόνι ήρθαν τα ανώμαλα, άσε με τώρα!

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, έχουμε ένα αυγό από ποντίκι του ουρανού (κωλοπερίστερο) και τώρα θα μείνει εκεί μέχρι να βγει, να μεγαλώσει και να πετάξει το γαμημένο. Και πέρσυ το καλοκαίρι, μεγάλωσα κι άλλο περιστέρι ρε πούστη μου. Μου είχε δώσει ένας γείτονας τα κλειδιά του σπιτιού του να ποτίζω, έκαναν τα κωλόπουλα αυγά, 2-3 ήταν, τα 2 πήραν πούλο, όχι από μένα, δεν ξέρω τι έγινε, έμεινε το ένα και δε μου πήγε καρδιά να το πετάξω και μεγάλωσε, χάλια ήταν το κακόμοιρο, μαδημένο με κάτι γουρλωτά μάτια, το ψιλοσυμπάθησα αν και εξαιρετικά σιχαμένο και η καριόλα η μάνα του, μεγάλη ξεκωλιάρα όμως, όταν πλησίαζα γιατί έπρεπε να ποτίσω, το παρατούσε ρε κι έφευγε η καριόλα και το έβλεπα να τρέμει το καημένο. Από κρύο προφανώς. Ακούς την ξεκώλο, το παρατούσε να σώσει την πάρτη της. Που το έχετε ξαναδεί αυτό; Μιλάμε για ξεκωλόπουλα, όχι μαλακίες. Άσε με τώρα, έχω το αυγό, θα φρικάρω μέχρι να βγει. Όλο θα πηγαίνω και θα το κοιτάω σαν τη μαμή γαμώ τα κωλόπουλα. Εννοείται φυσικά πως σε όλες τις γλάστρες έβαλα από 80 καλαμάκια για σουβλάκια! Αυτά είναι θρασύτατα. Άμα δούνε ότι τα παίρνει, μαιευτήριο θα το κάνουν! Ε όχι!

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Καφέ.

Όχι δεν πίνω καφέ, κάνω ομοιοπαθητική. Έχω έρθει σε ένα Καφέ, μόνη, με το καινούριο λαπτοπάκι το μικρό, ναι, πήρα μικρό, ωραίο είναι, και εννοείται πως μόλις έκατσα έγινε της πουτάνας. Ένα μαγαζί 800 μέτρα με 749778392 τραπέζια, άδειο, με το που έκατσα σε ένα τραπέζι, ήρθαν τρία γερόντια και έκατσαν πίσω μου. Στο καπάκι, ήρθε ένας λαχειοπώλης κατευθείαν σε μένα (ε βέβαια, φαίνεται ποιος θα τα σκάσει για λαχεία) και αμέσως μετά την απόρριψη, πήγε στα γερόντια πίσω που με περισσή όρεξη και χαρά, ανέλυαν για αρκετά λεπτά ποιος αριθμός κέρδισε και ποιος ενδεχομένως θα κερδίσει. Αφου έφυγε ο λαχειοπώλης, άρχισαν να λένε για μυρμήγκια και αγάπες. Καλοί είναι, δε με τσάντισαν. Δε φωνάζουν τουλάχιστον.

Τώρα βασικά εγώ, άλλο θέλω να ρωτήσω. Γιατί να κάτσω να το παρατηρήσω ή να ρωτήσω κανέναν άσχετο, το βλέπω δύσκολο. Δεν ξέρω την απάντηση γιατί τώρα ξεκίνησα να το κάνω, δεν το έχω ξανακάνει, οπότε δε γνωρίζω τι μπορώ να κάνω σε αυτήν την περίπτωση.

Λοιπόν.

Είσαι σε ένα καφέ μόνος με το λάπτοπ σου και σε πιάνει κατούρημα ή χέσιμο. Τι κάνεις; Και καλά άμα σε πιάσει μετά από 8 ώρες. Αλλά άμα σε πιάσει γρήγορα; Ειδικά εμάς τις γυναίκες μας πιάνει κάθε τρεις και πέντε, ενώ οι άντρες δεν κατουράνε και ποτέ. Μία σήμερα και μία το επόμενο Πάσχα. Οπότε; Τι κάνεις άμα σε πιάσει;

Μαζεύεις όλη σου την προίκα και με το μπουφάν και την τσάντα πας να κατουρήσεις;
Κι αν ο σερβιτόρος θεωρεί ότι τελείωσες και μαζέψει το τραπέζι σου;
Να του πεις ότι πας τουαλέτα και ότι θα ξαναγυρίσεις; Αυτό το λες, εντάξει.
Του λες να προσέχει τα πράγματά σου; Εντάξει, ίσως αυτό γίνεται αν είσαι σε κανένα μικρό καφέ με δύο τραπέζια. Αν είσαι σε κανένα μεγαθήριο όμως, τι κάνεις;
Λες σε κάποιον σε διπλανό τραπέζι να προσέχει τα πράγματά σου;

Όχι ρωτάω, γιατί τώρα με έχει πιάσει κατούρημα και τα μαζεύω και φεύγω. Γεια σας.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Νομίζω...

...πως κάτι έπαθα... Χτες... για λίγα λεπτά... και μετά για λίγο περισσότερο... άρχισε... να μου αρέσει η Αθήνα... Όχι... δεν άλλαξε τίποτα... απλώς... έβλεπα μέσα στα σκατά... ωραία πράγματα... Μαλάκες... ήρθε η ώρα μου, τη βλέπω τη δουλειά!

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Τα σύκα τα καρύδια και το γλυκό κρασί.

Τα'θελε η μαμά σου, τα'θελες και συ! Τι λέει; Μου έχει κουνήσει ο εγκέφαλος. Έχω φτάσει σε σημεία ανυπέρβλητα. Τσακώνομαι με ταρίφες στο δρόμο και μετά γελάω πατώντας γκάζι, να δεις που θα φέρω κάποιον σε σημείο αυτοκτονίας (δε στενοχωριέμαι ιδιαίτερα γι' αυτό), πλέκω μετρώντας ευλαβικά και μόλις τελειώσω τη σειρά ανακαλύπτω ότι το ευλαβικό μέτρημα δεν είχε κανένα νόημα και ξεπλέκω με προσευχές να μην ξηλώσει, το βράδυ μόλις ξαπλώσω στο κρεβάτι ακούω ένα βουητό μέσα από τα έγκατα της πολυκατοικίας και δεν μπορώ ούτε να διαβάσω το βιβλίο μου, διαβάζω το Σμήνος, πολύ μπλα μπλα ρε αδερφάκι μου, μου έχει ζαλίσει τα αρχίδια με τις λεπτομέρειες, άσε που έχω κάνει κάτι μπράτσα να το σηκώνω άλλο πράμα, αλλά δε φταίει αυτό, έχω το άλλο το αριστούργημα δίπλα (Δέκα πιθανοί λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης) κι αντί να διαβάσω αυτό που είναι μικρό, πιάνω την γκουμούτσα. Αλλά η γκουμούτσα βλέπεις δεν είναι "βαριά" για το κεφάλι, ενώ το μικρό είναι. Τέλος πάντων. Εκεί που λέτε που παλεύω με το κωλοβιβλίο και προσπαθώ να συγκεντρωθώ, ακούω το βουητό και το ακούω και μόλις φτάσω σε σημείο παράνοιας, σταματάει. Τι να πω. Ίσως πιάνουν οι κατάρες, δεν ξέρω. Πάλι καλά που δεν είναι κάθε νύχτα. Τι άλλο κάνω; Α ναι. Είχα μαζέψει μία αποθήκη λεμόνια από τον κήπο της αγαπημένης μαμάς του κολλητού, δε θα έχει η γυναίκα να στάξει λίγο στη σαλατούλα της, λύσσαξα και τα μάζεψα όλα, είχα κρεμαστεί από τη λεμονιά κι από κάτω ο θεϊκός σκύλος του κολλητού να μου κουνάει την ουρά, περίμενε να πέσω φαίνεται να γελάσει το χαμένο και τα πήρα τα λεμόνια με τη λογική πως θα φτιάξω λεμονόπιτα, λεμονάδα, λιμοντσέλο, λεμονοτινάναι και τελικά δεν έκανα τίποτα με αποτέλεσμα να τα βλέπω να αρχίζουν να χαλάνε και έπαθα κρίση και έφτιαξα χτες λεμονάδα και γέμισα δύο μπουκάλες και τις έβαλα στο ψυγείο, άμε πως. Τι άλλο; Τίποτα. Έχω πάει θέατρο, έχω δει ωραία πράματα, με το καλύτερο με διαφορά τα ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ του Μαυρογεωργίου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. ΛΕχει επηρεαστεί από μια αληθινή ιστορία και έχει φτιάξει ένα μικρό έργο τέχνης. Το 2003 στον πόλεμο του Ιράκ, 4 λιοντάρια το έσκασαν από το ζωολογικό κήπο της Βαγδάτης. Η συνέχεια στη σκηνή. Όπως είστε! Α! Είδα στο ίδιο θέατρο και το ΑΔΑΜ και ΕΥΑ, ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ, φτιαγμένο από κείμενα του Μαρκ Τουέιν, πολύ ωραίο κι αυτό. Ναι ρε, έχω πάρει κωλοφεράντζα το θέατρο του Νέου Κόσμου και την άλλη βδομάδα θα δω εκεί τις Τρωάδες κι άμα έχετε πρόβλημα, ελάτε να με βρείτε να μου το πείτε. Είμαι αυτή που κοιτάω με αντιπάθεια τους άλλους και με αγάπη τους φίλους μου. Άμα με βρείτε να με χέσετε χαχαχαχαχα. Δεν είμαι καλά. Παρανοώ. Για να μη σχολιάσω ότι άλλαξα τη σύνδεση του κινητού, ποια σύνδεση, καρτοκινητό είχα και πλήρωνα 15-20 ευρώ το μήνα κι έκανα σύνδεση και μου ήρθε 56 ευρώ που να τους γαμηθεί ο κώλος και να μην μπορούν να χέσουν οι κλέφτες. Θα τους ξηγήσω εγώ αύριο. Δεν είμαι καλά. Μία τα φεγγάρια, μία το ζώδιο, μία η ευαισθησία, μία το ένστικτο, μεγάλη μαλακία να είσαι γυναίκα!

Υ.Γ. Καλές Απόκριες καραγκιοζάκια! Εγώ λέω να ντυθώ Κωλόγρια χαχαχαχαχα!!