Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2007

Ηθοποιός σημαίνει φως (νερό, τηλέφωνο στα λιμανάκια της Κερατέας).

Ρε μαλάκες, μην παίρνετε τις γιαγιάδες σας στο θέατρο!! Αφού θέλουν να κοιμηθούν οι γυναίκες! Γιατί τις ταλαιπωρείτε;;; Κάθονται οι ηθοποιοί, γαμιούνται να παίξουν, και σας πληροφορώ ότι συχνότατα ΒΑΡΙΟΥΝΤΑΙ τη ζωή τους όπως όλος ο κόσμος να κάνουν τη δουλειά τους, αλλά την κάνουν τη γαμημένη! Όποιοι την κάνουν τελοσπάντων! Τις προάλλες στο Festen, φοβερή υπόθεση να γίνεται της πουτάνας, γαμώ τις παραστάσεις, κι όποτε είχε παύση, οοοπ… τον έπαιρνε η γιαγιά. Μίλαγε κάποιος ηθοποιός, άνοιγε βλέφαρο η γιαγιά. Όσο μεγαλύτερη ένταση είχε ο λόγος του ηθοποιού, τόσο άνοιγε τα μάτια της η γιαγιά. Σιγά ο ηθοποιός, μισόκλειστα η γιαγιά. Ούρλιαζε ο ηθοποιός, καραξύπναγε η γιαγιά, γούρλωνε τα μάτια. Είχαμε πεθάνει και δε μπορούσαμε να γελάσουμε και δυνατά ρε γαμώτη. Αν μπορούσα θα της πέταγα ένα παπούτσι ευχαρίστως! Θα μου πεις τι την κοίταζες; Καθόταν πρώτη σειρά απέναντι ρε σεις και βρισκόταν στο ίδιο ύψος με τους ηθοποιούς!!! Μιλάμε για πολλές σφαλιάρες!! Τι τις τραβάνε τις κακομοίρες μαζί τους;; Γιατί συνήθως είναι με παρέα. Ε δεν κοιμάται όλη η παρέα. Κάθεσαι δίπλα στη φίλη σου. Και βλέπεις ότι τον παίρνει. Δε σκουντάς; Δε σπρώχνεις; Δεν κάνεις κάτι; όχι, εσύ έχεις αφοσιωθεί και η άλλη ή ο άλλος ροχαλίζει. Άντε καλά, δεν τη βλέπεις. Δεν το σκέφτεσαι ότι είναι 800 χρονών; Τι τη βάζεις τη μαύρη πρώτη σειρά; Βάλ’ τηνε πίσω να ξεραθεί κι αυτή με την ησυχία της! Και για τον ηθοποιό, δεν είναι ωραίο πράμα να βλέπει να κοιμάται η άλλη πρώτη σειρά. Τι να πω ρε πούστη μου; Κι αυτό το συνήθειο, να κοιμούνται σε φοβερές παραστάσεις, το έχω δει πολλές φορές. Και πάντα κάθονται πρώτη σειρά! Φοβερό! Είναι μερικά πράματα που δε θα καταλάβω ποτέ στη ζωή μου! Ήθελα να ήξερα, δεν ενημερώνονται τι σκατά θα πάνε να δουν; Και μετά την οικοδομή ή το εργοστάσιο ή το οποιοδήποτε γαμήσι στη δουλειά, τι την θες την κουλτούρα; Και ποια οικοδομή κι εργοστάσιο 600 χρονών άνθρωποι; Δεν το αντέχεις; Κάτσε σπιτάκι σου, πήγαινε στην απογευματινή, κάτσε πίσω, κάνε κάτι άλλο πάντως απ’ το να πας, να κάτσεις πρώτη σειρά και να την πέσεις! Πας στο θέατρο, σε βλέπει ερείπιο η κοπέλα στο ταμείο και σου δίνει θέση στην πρώτη σειρά. Αφού εσύ τη βλέπεις τη δουλειά ότι θα κοιμηθείς γιατί δε ζητάς να κάτσεις πιο πίσω; Θα μου πεις, δεν κοιμούνται μόνο τα νετελώς ερείπια. Κοιμούνται και κάτι 50ρηδες. Τι πας ρε μαλάκα θεάτρο; Στα'πριξε η γυναίκα σου; Άντε πας, κάτσε πίσω λέμεεεεε!!!!! Τι ανωμαλία υπάρχει στον κόσμο, ούτε ξέρω! Καταρχάς, όποιος θέλει να πάει θέατρο, (και σινεμά), κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ψάχνεται για το τι πρόκειται να δει. Όχι τίποτα άλλο, ακούνε τον πάσα ένα που γράφει τη μαλακία του, ακούνε το φίλο που βλέπει επιθεώρηση ενώ αυτοί βαριά κουλτούρα, πάνε, βαριούνται, κοιμούνται, μιλάνε, παίζουν με τα κινητά, γαμώ το σπίτι τους! Το κοινό είναι πολύ βασικό στοιχείο του θεάτρου. Αυτό το έχει σκεφτεί κανείς ποτέ;;;; Μπααααααα!!!!! Ξεκωλιάρηδες μαλάκες!!! Θα γράψω προσεχώς ένα ολόκληρο ποστ για τους θεατές γιατί μου άναψαν τα αίματα τώρα!!!
Στο θέμα μας: Γεμίζουν λοιπόν, μ'αυτά και μ'αυτά, τα μισά θέατρα, τα άλλα μένουν άδεια και νόημα δε βγαίνει απ’ αυτό. Κι εμείς, που ψάχνουμε και ψιλο-ξέρουμε (γιατί ποτέ δεν μπορείς να είσαι απολύτως σίγουρος) τι θέλουμε να δούμε, αν πέσουμε πάνω στο έργο που έχει καραδιαφημιστεί, γίνεται της πουτάνας και δε μπορούμε να βρούμε θέση. Κάντε ρε έρευνα. Λεφτά δίνετε και μετά λέτε "τι τα δώσαμε". Έχετε ξαναδεί έργο με τον τάδε ηθοποιό; Ο σκηνοθέτης αυτός τι κάνει; Σας αρέσουν προηγούμενες δουλειές του; Τι θέμα έχει αυτό το έργο; Ας πάτε να δείτε και καμιά νέα πρόταση από την τάδε νέα ομάδα. Πάντως, για να επανέλθουμε στις γιαγιάδες που την πέφτουν, αναρωτιέμαι πως καταφέρνουν και κοιμούνται σε κάτι γαμοκαρέκλες καφενείου… Γιατί, οι κουλτουριάρηδες νέοι καλλιτέχνες, τη βλέπουν τη δουλειά να μετατρέπουν σε θέατρα, χώρους που ήταν αποθήκες, παράγκες, κωλοχανεία, κλπ. Δηλαδή, με χάλια ακουστική, χωρίς εξαερισμό, κωλοκαρέκλες χωρίς αρίθμηση και το εισιτήριο 25 και 30 ευρώ! Άμε δε μου γαμιέστε ένας ένας; Α ρε καημένοι ηθοποιοί πόσο σας καταλαβαίνω… Ηθοποιός, ό,τι κι αν πείς είναι καημός πολύ πικρός και στεναγμός πολύ βαθύς…
Υ.Γ. Θα επανέλθω δριμύτερη… Το θέμα θέατρο είναι ανάφτρα σκέτη…

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2007

Ξένες Γλώσσες

Θυμάστε όταν μας μάθαιναν μικρά να μιλάμε; Τότε ακόμα και η δικιά μας γλώσσα, ξένη ήταν. Αφού εμείς λέγαμε αμπρρρβκδγσπρρρρρρ και οι άλλοι επέμεναν να μάθουμε; Κάποια παιδάκια άργησαν να μιλήσουν. Άλλα, μίλησαν πολύ γρήγορα. Και τι έγινε; Ότι ήταν να μάθεις σε εκείνη τη φάση, το έμαθες. Η ζωή όμως μετά, σου στρώνει τη γλώσσα. Ανάλογα που ζεις, στην Αθήνα ή στο Αγρίνιο για παράδειγμα –παρεμπιπτόντως, είχα ένα φίλο απ’ το Αγρίνιο που γελούσαμε τρελά που μιλούσε βλάχικα και του’ λεγα «ρε μαλάκα, που την πάρκαρες τη γκλίτσα;» κι αυτός μου έλεγε «άει γαμήσ’μωρή!» και πεθαίναμε. Μα εδώ το θέμα μας δεν είναι οι ντοπιολαλιές που είναι σούπερ πολύτιμες για τη Λαογραφία. Όοοοχι. Το θέμα μας είναι η γλώσσα της μαγκιάς. Της αντρίλας. Της καύλας με πέταλα και χρυσή καδένα. Αυτή είναι η γλώσσα που θα αναλύσουμε και θα πάρετε μάθημα παρακάτω.
Η γλώσσα της μαγκιάς λοιπόν. Αυτή δείχνει ότι ο άντρας έχει τεράστια αρχίδια και από το βάρος, τα σέρνει, γι’ αυτό και βαδίζει αργά και σέρνει τα βήματά του. Γι’ αυτό επίσης μιλάει αργά και μακρόσυρτα. Σέρνει τα αρχίδια, σέρνει και τις λέξεις. Για να μπορέσετε να το νιώσετε, χρησιμοποιήστε δύο μαξιλάρια και βάλτε τα ανάμεσα από τα πόδια σας. Σκεφτείτε τώρα πως είναι αρχιδάρες και πως τις σέρνετε μόνιμα μαζί σας. Θα μπορούσατε να τρέξετε; Θα είχατε τσιριχτή φωνή; Αποκλείεται.
Για να προχωράμε στο μάθημα και να μη βαρεθείτε, οι γλώσσες της μαγκιάς, ανήκουν συνήθως, σε νταβατζήδες και άλλα επαγγέλματα που τελειώνουν σε –δες (π.χ. φορτηγατζήδες, μπανιστηριτζήδες κ.ο.κ.) Αυτή η γλώσσα έχει τις βασικές λέξεις και μερικές ακόμα. Έτσι κι αλλιώς, ο κάτοχος της μάγκικης γλώσσας, δεν λέει πολλά. Λίγα και καλά. Ούτε ενδιαφέρεται για τους άλλους. Λέει κάτι, είναι νόμος. Έτσι και τέλειωσε. Δεν άκουσες; Θα βγάλει το μαχαίρι και θα σε χαρακώσει! Καταλάβαμε; ΟΚ. Και τώρα στο παράδειγμά μας, για να καταλάβετε καλύτερα και αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσετε αυτή την πανάρχαια γλώσσα που άντρες και άντρες ζύμωσαν στους αιώνες.

Πριν 10 χρόνια περίπου, εκεί στα τέλη του ’90, δύο άντρες περπατάνε στην Αθήνα. Περιοχή πλατεία Θεάτρου, εκεί κοντά στην Αθηνάς. Τότε ακόμα η περιοχή, είχε περισσότερα μπουρδέλα από μπαρ. Περπατάνε λοιπόν ανάμεσα στα κόκκινα φωτάκια και τις σκιές και κάποια στιγμή ακούνε μια φωνή. Γυρίζουν και ναι, βρίσκονται μπροστά σε ένα γνήσιο κάτοχο της μάγκικης γλώσσας. Σταματούν και τους λέει ο άντρας: Φιλαράκουοοοο… είσ’ για κανά μπούτσοααα…;; Δεν έχει σημασία που είπε «Φιλαράκο», ενώ ήταν δύο οι άντρες. Ο λόγος του ήταν σα να μιλάει ταυτόχρονα στον καθένα ξεχωριστά. Μιλάμε για μαγκιά της γλώσσας!
Και τώρα, ήρθε η ώρα να το μάθετε. Λοιπόν, πάρτε μάγκικο ύφος, δηλαδή: ρίξτε τους ώμους, γείρετε λίγο το κεφάλι προς τη μία πλευρά -όποια σας αρέσει, δεν τίθεται θέμα- ψιλοκλείστε τα μάτια σας και πάρτε το χαμόγελο της Τζοκόντας. Αν ο λαιμός σας έχει σάλιο, μη βήξετε να τον καθαρίσετε, κρατήστε τον έτσι! Βοηθάει πολύ! Χαλαρώστε… χαλαρώστε…. και με χαλαρή, αργή, βαριά φωνή –προς Θεού! Μην τσιρίξετε!-, όπως είναι μετά από 680 τσιγάρα, πείτε αργά με σιγουριά «Φιλαράκουο» με το «ου» ενωμένο σχεδόν με το «ο» και το «ο» να σβήνει. Δηλαδή: Φιλαράκουοοοο… Σα να ξεψυχάτε –μακριά από σας. Τώρα το «είσ’ για» το λέτε σχεδόν μαζί, δηλαδή «εισγια» χωρίς να βιάζεστε, χαλαρά με την τσιγαροχαλαροφωνή. Πάμε μαζί: «Φιλαράκουοοοο εισγια»… ωραία. Τώρα το «κανά». Το «κανά» το λέμε «γκανά», ΟΚ; Αυτό είναι εύκολο. Λοιπόν, τώρα τον «πούτσο». Τον «πούτσο», τον λέμε «μπούτσο» με το γνωστό ύφος και ένα μακρόσυρτο «α» στο τέλος. Γίνεται δηλαδή «μπούτσοααα» με το «α» να σβήνει όπως το «ο» προηγουμένως. Δηλαδή «μπούτσοααα» σαν ανάσα που κολλάει δίπλα στο «ο». Προσοχή! Δεν πρέπει να είναι σαφές αν είναι «ο» ή «α». Κάτι σαν το «ου» των Γάλλων για όσους ξέρουν. Που ούτε «ι» είναι, ούτε «ου», ούτε «ο». «Μπούτσοααα» λοιπόν. Για να το καταλάβετε καλύτερα, σκεφτείτε πως κάνετε όταν έχετε φάει σκόρδο και θέλετε να πικάρετε ένα φίλο σας και του κάνετε ααααααα…. Το καταλάβατε. Μπράβο.
Πάμε λοιπόν τώρα, όλο μαζί: «Φιλαράκουοοοο… εισγια γκανά μπούτσοααα….;»
Μπράβο. Τώρα μπορείτε να φτιάξετε και μόνοι σας τέτοιες λεξούλες και να παίζετε με τους φίλους σας. Σας ευχαριστώ. Είστε ελεύθεροι. Καλό απόγευμα.

Απορίες της ημέρας

Ζητώ τη βοήθειά σας διότι δεν ξέρω τι να κάνω. Καλά, δεν είναι κανένα σοβαρό πρόβλημα, στα σοβαρά μου’ ρχεται τι να κάνω, με τα απλά κολλάει ο εγκέφαλός μου. Άντε πείτε γιατί μετά θέλω να σας χαρίσω ένα σεντόνι 6χ6 που’ χω όρεξη. Βέβαια, όταν θα έρθει η ώρα να το γράψω, μπορεί να μην έχω όρεξη πια, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Το λοιπόν:

1. Σε ένα άλλο ποστ, είχα αναφέρει κάτι για ένα άστεγο. Δε θυμάστε, δεν πειράζει. Αυτός ο άστεγος, είναι κοντά στο σπίτι μου και τον συμπαθώ γιατί τον βλέπω χρόνια. Νεότατος, με τους σκύλους του (που τους έδινε λίστεριν;) παρέα μια χαρά. Τον είχα χάσει από πέρσι και τον ξαναείδα πριν καμιά βδομάδα. Χαρά εγώ, τι να λέμε. Ειδικά μετά το σκηνικό που είχε γίνει που κρύωνα κι έκανα «μπρρ» κι αυτός με άκουσε και μου είπε «κρύο ε;» καθήμενος στο δρόμο, αποφάσισα να του χαρίσω ένα ωραίο παλτό που έχω, αντρικό, ραμμένο στο χέρι, και που δε θέλω πια. Όντας μικροκαμωμένος, νομίζω πως θα του κάνει. Τέλος πάντων, δεν είχα καταφέρει να τον δω από κοντά να του το πω τόσο καιρό. Βασικά ψιλοκώλωνα κιόλας. Σήμερα όμως… πέρασα από μπροστά του και ναι! Δεν κώλωσα και τον ρώτησα. Και ξέρετε τι μου είπε: «Όχι, ευχαριστώ». Μαλάκας εγώ. Του είπα ότι είναι ωραίο και πως δεν το θέλω, αλλά αυτός μου έδειχνε την μπλούζα του και μου έλεγε, «όχι, όχι». Ερώτηση τώρα: Τι να κάνω εγώ που θέλω να του το δώσω, γιατί σας παρακαλώ, δεν είναι δυνατόν να είναι καλά! Εννοούσε όμως αυτό το «όχι ευχαριστώ» ή ήταν η πρώτη απάντηση σε μια πολύ ασυνήθιστη ερώτηση; Μήπως τα έχει λίγο χαμένα; Θα μου πεις όλοι χαμένα τα έχουμε. Μήπως δεν ξέρει καλά ελληνικά; Μήπως απλώς δεν το θέλει; Η πρώτη ερώτηση μου φαίνεται πιο πιθανή έτσι όπως τον έκοψα, μάλον κώλωσε, αλλά δε θέλω και να επιμένω. Κωλώνω κι εγώ. Σκεφτόμουν όμως, αύριο που θα τον ξαναδώ, να του το πάω να το δει ρε παιδί μου, να δει ότι δε θέλω να του δώσω σκουπίδια, είναι γαμάτο λέμε, μπας και το πάρει. Κι αν δεν το θέλει, εντάξει, νο πρόμπλεμ. Λοιπόν, για πείτε τη γνώμη σας, τι να κάνω και μην αρχίσετε τις μαλακίες. Πραγματικά δεν ξέρω τι να κάνω γιατί δε θέλω και να επιμένω κιόλας. Και για μένα είναι δύσκολο. Και λυσσάω γιατί τόσα ρούχα που δίνω, ούτε ξέρω τελικά που πάνε. Με την ελπίδα ζω. Και τώρα που έχω την ευκαιρία να το δώσω εγώ προσωπικά σε έναν άνθρωπο, μου λέει "όχι"!

Ακούω.


2. Μετά από αυτό το σκηνικό με τον άστεγο, άκουσα ένα υπέροχο –μικρό, 2 ατάκες- διάλογο και θέλω να αφήσετε το μυαλό σας ελεύθερο και να μου πείτε τι νομίζετε πως σημαίνει. Λατρεύω τα μηνύματα που ακούγονται γύρω μας συνέχεια. Ένα είναι κι αυτό:
2 νέα αγόρια γύρω στα 17.
Ο ένας: Το σύμπαν είναι μπακαρισμένο!
Ο άλλος: Δηλαδή;
Ο ένας: Τα πάντα έχουν μπακ!!!

Ακούω.

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2007

Η καλή πράξη της ημέρας

Χαζεύετε στο ίντερνετ; Κάντε μου τη χάρη και χαζέψτε 15 με 20 λεπτάκια εδώ
http://www.youtube.com/results?search_query=niachas&search=Search ή στο http://www.youtube.com/user/niachas (δεν τα πάω καλά με τα λινκς, είμαι βλάχα).
Δείτε τα 3D βιντεάκια του Mr. NO (μπορεί κάποιοι να τον θυμάστε... πριν καμιά δεκάρα χρόνια... στο MEGA… ανάμεσα από τις διαφημίσεις... κι αν δε θυμάστε δεν πειράζει...) και το βίντεο κλιπ των Υπογείων Ρευμάτων και ότι άλλο σας αρέσει. Μπείτε και δείτε αυτά τα 3D βιντεάκια που έγιναν στην Ελλάδα από δύο άτομα με δύο υπολογιστές, σπίτι τους, πριν 10 χρόνια περίπου. Μιλάμε γαμώ τις δουλειές για την εποχή της. Και 2 άτομα ξαναλέω με 2 υπολογιστές και όχι πολύ γρήγορους. Α! Δείτε και το βιντεάκι που λέει Άττικα. Λοιπόν, το’ χετε; Διαθέστε 15 λεπτάκια και δείτε κάτι που αγαπάμε πολύ. Στη συνέχεια, και να μην ψηφίσετε αν βαριέστε ή δε θέλετε, θέλω να επικοινωνήσετε το λινκ σε φίλους σας και με απλό, φασιστικό τρόπο, να τους βάλετε να τα δουν. Ευχαριστώ πολύ! Σας αγαπώ! Σας πετάω λουλούδια! Σας χαρίζω χαμόγελα! Σας στέλνω φιλιά! Ευχαριστώ! Ευχαριστώ! Ευχαριστώ! :) :) :) :) :) :) :) :) :) :)

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2007

Ξύπνα!

Με αφορμή την εκπομπή του Παύλου Τσίμα, Έρευνα, χτες στο Mega, θα ήθελα να πω μερικά πράγματα. Ούτε αστεία είναι, ούτε καφρίλες έχουν μέσα, ούτε έχω την πρόθεση να γίνω γραφική. Δυστυχώς, όταν μιλάω για το περιβάλλον, έτσι όπως με κοιτάνε οι περισσότεροι, αισθάνομαι λες και μιλάω για τις κάρτες ΤΑΡΩ ή για προβλέψεις με ζάρια. Το χειρότερο είναι ότι μιλάω με νέους ανθρώπους ως επί το πλείστον. Γιατί είναι χειρότερο; Γιατί με κοιτάνε με το βλέμμα «άσ’ τη να τα πει… τι θα κάνω μετά; Πω πω τα νύχια μου θέλουνε κόψιμο» ή λένε «ναι ναι ναι» συμφωνούν, θυμούνται όσα ξέρουν για το θέμα και μετά δεν κάνουν τίποτα. Πόσοι από εμάς έχουμε καταλάβει ότι η μόλυνση του πλανήτη που ζούμε επηρεάζει ολοφάνερα πια τις ζωές μας και οι καταστροφές είναι έξω από την πόρτα μας; Και σε κάποιες περιπτώσεις όπως αυτής της Νέας Ορλεάνης ή της Ταϊλάνδης, μέσα στα σπίτια μας. Αλλά όχι. Δεν είναι σπίτι μας η Ταϊλάνδη. Είναι πολύ μακριά. Αν δεν έρθει η καταστροφή μέσα στη μούρη μας, δεν υπάρχει πρόβλημα. Χτες στην εκπομπή, έλεγε ότι μέχρι το τέλος του αιώνα που διανύουμε, μία έκταση όσο περίπου 2 φορές η Σάμος, θα έχει πνιγεί. Ο Βόλος, η Αλεξανδρούπολη, η Κρήτη θα «μπουν μέσα» μέχρι 150 μέτρα. Ε και; Ευτυχώς που το σπίτι μου είναι στο βουνό, ακόμα κι αν μένω στην Κρήτη. Εντάξει. Αφού ο στόχος όλων μας είναι να πάρουμε τα βουνά, κάνουμε και ό,τι μπορούμε για να το καταφέρουμε. Αλλά στα βουνά που θα είμαστε, θα τρώμε ο ένας τον άλλο γιατί φαί και νερό δε θα έχουμε. Να τώρα, ας πούμε, βλέπω τα βλέμματα να λένε «ναι, σιγά» και αρχίζουν τα φτερά μου να μαδάνε πάλι. Καταπίνω το σάλιο μου και συνεχίζω.
Νέοι άνθρωποι πεθαίνουν από καρκίνο, μεταλλαγμένα σχεδόν όλα τα τρόφιμα και περιμένουμε. Τι ακριβώς, δεν ξέρω. Είναι σα να βρωμίζουμε το σπίτι μας και να περιμένουμε να καθαρίσει μόνο του ή βρε αδερφέ, θα έρθει η μάνα να το καθαρίσει. Εύγε.
Η οικονομία στην ενέργεια δε μας αφορά. Η οικονομία στο νερό δε μας αφορά. Ανοίγουμε αιρ κοντίσιον για πλάκα, σιγά μη βγάλουμε ή μη βάλουμε κανά ρούχο, αφήνουμε το νερό να τρέχει γιατί το διαβάσαμε στο Φενγκ Σούι, αφήνουμε τους υπολογιστές ανοιχτούς 800 ώρες να καίνε, να καίνε, να καίνε, μη χάσουμε κανένα μέηλ, αλίμονο και τι μας βρήκε. Βγαίνουμε στην εξώπορτα μέρα μεσημέρι, απέναντι είναι το ασανσέρ, ανάβουμε το φως του διαδρόμου να φωτίσει όλη η πολυκατοικία. Έλα μωρέ. Μαζεύουμε καμιά σακούλα για ανακύκλωση και λέμε ντάξει. Όλα καλά. Κούνια που μας κούναγε, μας ζάλισε και μοιάζουμε πια με κοτόπουλα. Πόσοι γνωρίζουν ότι άπειροι τόνοι «ανακυκλώσιμων» πάνε σε φτωχές χώρες και μένουν εκεί; Αχ, τι λες; Ε ναι, αλλά το συγκεκριμένο γεγονός πέρασε ντούκου μέσα στις ειδήσεις ανάμεσα απ’ το λόγο του τάδε υπουργού και το χωρισμό της τάδε τραγουδίστριας. Αναρωτιέμαι όμως. Φταίει μόνο ότι δε μας ενημερώνουν; Εμένα, ούτε στο σχολείο μου τα έμαθαν, ούτε οι δικοί μου. Άνοιξα τα μάτια μου, είδα και βλέπω. Βλέπω Γενάρη να φοράω μακό, βλέπω φίλες μου έγκυες να έχουν ένα δισεκατομμύριο προβλήματα, βλέπω 25 βαθμούς στο Λονδίνο, βλέπω τυφώνες, μπαζωμένα ποτάμια και από πάνω σπίτια που δε λυπάμαι καθόλου όταν σαβουρώνονται από τα νερά, βλέπω το μαλάκα να παίρνει το αυτοκίνητο να πάει απέναντι να γεμίζει μπουχό την ατμόσφαιρα που αναπνέω, δε βλέπω δάση, βλέπω τις αρκούδες να μην μπορούν να πέσουν σε χειμερία νάρκη γιατί δε βλέπουν κι αυτές με τη σειρά τους χειμώνα, βλέπω φτώχεια και δυστυχία. Βλέπω ότι όλοι ασχολούμαστε με πίπες, αν καλογαμήσαμε, αν καλοφάγαμε, λέμε και καμία ατάκα «πω ρε πούστη τι γίνεται στον κόσμο» και ντάξει. Και ξαναλέω. Το λέμε εμείς τα νέα παιδιά. Γαμώ. Εμείς που θα γεννήσουμε παιδιά και θα ζούμε όταν τα φαινόμενα θα είναι στο σούπερ πικ τους. Γιατί στο απλό πικ είναι τώρα.
Και τι να κάνουμε; Αναρωτιούνται όλοι. Αν δεν μπορείς να καταλάβεις τι πρέπει να κάνεις, αυτοκτόνησε. Αλήθεια σου λέω. Αν νομίζεις πως η μόνη λύση είναι να πεθάνει ο Μπους ή να μαζευτούμε όλοι μαζί και να φυτέψουμε 2 δέντρα στην Ομόνοια, πάρε ένα μαστίγιο με 9 ουρές και χτύπα την πλάτη σου, μέχρι να ζητάς έλεος από τον εαυτό σου. Ο καθένας μόνος του θα κάνει κάτι. Και δε θα κοιτάει τους άλλους.
Μην ανοίγεις φώτα στο γάμο του Καραγκιόζη.
Μην αφήνεις υπολογιστή-οθόνη-τηλεόραση ανοιχτή στο γάμο του Καραγκιόζη. Ούτε στην αναμονή.
Μην πετάς σκουπίδια όπου να’ ναι.
Μην αφήνεις το νερό να τρέχει.
Έλεγχε τα αποσμητικά που παίρνεις να δεις ότι είναι φιλικά προς το περιβάλλον.
Μην τρως περίεργα ζώα και ψάρια.
Μην αγοράζεις πράγματα που γνωρίζεις ότι δουλεύουν παιδιά για να τα φτιάξουν.
Βάλε γκάζι.
Βάλε ηλιακό θερμοσίφωνα.
Ντύσου-Γδύσου στο κρύο και στη ζέστη.
Μην οδηγείς, πάρε τα μέσα μαζικής.
Βάλε γλάστρες και αυτόματο πότισμα.
Άλλαζε το φίλτρο του αποροφητήρα κάθε 6 μήνες. Ό,τι βιάζεται (βιασμό εννοώ) να δουλέψει, καταναλώνει έξτρα ενέργεια. Αυτό να το ξέρεις και αφορά όλες τις συσκευές του σπιτιού σου.
Γέμιζε το πλυντήριο, για να πλύνεις.
Δυστυχώς, δε μου έρχονται άλλα αυτή τη στιγμή. Και τα μισά από αυτά να κάνουμε ο καθένας για πάρτη του, δε μπορεί να φανταστεί κανείς τι καλό κάνουμε. Τι έγινε; Ήδη σκέφτεστε τι πίπες λέω, ναι καλά, σιγά, και σε μισή ώρα όλα θα έχουν ξεχαστεί; ΟΚ. Κανένα πρόβλημα. Εγώ θα συνεχίσω να προσπαθώ. Δε μπορώ, δε γίνεται να κάνω κάτι άλλο. Γιατί πονάω. Κλαίω. Μου φαίνονται όλα ανώφελα. Φταίει το γεγονός ότι είμαι παρατηρητική. Τι να γίνει; Μακάρι να ήταν όλοι. Αλήθεια το λέω αυτό και ας με πουν μαλάκω. Χέστηκα. Οι καταστροφές είναι εδώ και επιμένουμε να μην τις βλέπουμε. Καινούριες αρρώστιες, μετοικήσεις ολόκληρων πληθυσμών, χωρίς νερό, μάχη για ένα κομμάτι ψωμί. Τι; Σκέφτεστε τώρα το Μάντ Μαξ; Καλώς ήρθατε στο Νέο μας Κόσμο. Εμείς τον φτιάξαμε, τα παιδιά μας θα ζήσουν. Άρα, κανένα πρόβλημα. Ας κάνουν κάτι αυτά. Σα να γράφουμε στο παιδί μας το σπίτι και είναι όλο διαλυμένο, με σαράκι, να στάζει, να θέλει το παιδί 2 δουλειές για να το φτιάξει και α, μπάι δε γουέι, το σπίτι είναι χτισμένο πάνω στο ρέμα. Εντάξει, θα βρει τη λύση, η τεχνολογία θα έχει προχωρήσει. Γι’ αυτό πάμε κατά διαόλου. Λυπάμαι που δεν έχω πολλά λεφτά να μη χρειάζεται να δουλεύω σε γελοίες δουλειές και να τρέχω με τη WWF και τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Αλλά δε μπορώ. Πρέπει να «δημιουργήσω» 10 ώρες την ημέρα, πρέπει να τραφώ με σκατά, πρέπει να έχω τον υπολογιστή μερόνυχτα ανοιχτό να επικοινωνώ με τους φίλους μου και θα πάρω και το αυτοκίνητο γιατί είμαι πτώμα. Επίσης, θα κατηγορήσω ως γραφικούς και υπερβολικούς όλους όσους μας μιλάνε πάρα πολύ σοβαρά, και όχι τίποτα, γιατί είναι κακοντυμένοι, βλέπεις ασχολήθηκαν με την επιστήμη τους τόσα χρόνια, όχι με τη μόδα και στο καπάκι θα πιω κι ένα ποτάκι να χαλαρώσω και να σιχτιρήσω όλους τους άλλους. Γιατί μόνη μου τι να κάνω; Εγώ λέω, μόνη μου, να χέσω και να κάτσω να τα φάω. Γιατί έτσι κι αλλιώς αυτό κάνω. Είμαι πάρα πολύ λυπημένη και το μόνο που μένει μετά από ένα τέτοιο «λόγο» είναι τι ωραία που τα λέω, πόσο ευαίσθητη είμαι και λοιπές μαλακίες. Το να μην προσπαθείς να κάνεις κάτι και συ, είναι η χειρότερη μαλακία που υπάρχει. Η χειρότερη. Όλοι θαύμαζαν τη μητέρα Τερέζα (δεν παραλληλίζω τον εαυτό μου με τη μητέρα Τερέζα, ας μην το σκεφτεί κανείς αυτό σας παρακαλώ, είναι το απόλυτο άτομο, γι’ αυτό τη σκέφτηκα), πόσοι από αυτούς έκαναν ό,τι και αυτή; Δεν ξέρω. Θα ήθελα να ελπίζω περισσότεροι από ότι νομίζω. Έχω φρικάρει. Γίνεται της πουτάνας το κάγκελο, περνάει στο ντούκου και απορώ. Μα καλά δε βλέπουμε; Είναι ποτέ δυνατόν; Είναι μέσα μας, πάνω μας, δίπλα μας και επιμένουμε να ελπίζουμε και να μην κάνουμε σχεδόν τίποτα. Μα δε σκεφτόμαστε πως ένας-ένας, θα γινόμαστε όλο και περισσότεροι που θα προσπαθούμε για το καλύτερο, θα μάθουμε τα παιδιά μας, θα το λέμε στους φίλους μας, θα γίνουν όλα καλύτερα;
Δε ξέρω, εγώ πάντως, αισθάνομαι καλύτερα όταν δεν πατάω το φως του διαδρόμου. Ακόμα κι όταν δε βλέπω, είναι σκοτάδι, παίζω, λέω «τώρα είσαι στο δάσος, είναι σκοτεινά, πρέπει να βρεις το μονοπάτι» και φτάνω μέχρι το ασανσέρ και γελάω. Είναι τόσο τραγικό; Φεύγα; Είμαι καθυστερημένη; ΟΚ.
Προφανώς έχω πάρει τα πράγματα σοβαρά. Το σκέφτομαι συνέχεια. Προβληματίζομαι. Πήγα σε μία παράσταση τις προάλλες, εξαιρετική κατά τα άλλα, και είχαν μία ντουζιέρα που έτρεχε στο γάμο του καραγιόζη για μισό λεπτό. Φρίκαρα. Μιλάμε φρίκαρα. Αμέσως βγήκα από το έργο και σκέφτηκα γιατί μορφωμένοι, διαβασμένοι άνθρωποι, ευαίσθητοι, όπως υποτίθεται πως είναι οι καλλιτέχνες, δε σκέφτηκαν έναν άλλο τρόπο; Φρίκαρα. Έτρεχε το νερό και έτρεχε και το αίμα μου πιο γρήγορα. Σταμάτησε, ησύχασα. Βασανίζομαι πολύ και μπορεί να κατηγορηθώ ως υπερβολική, αλλά πιστέψτε με, τα πράγματα είναι πέρα από την υπερβολή. Είναι πολύ πιο μακριά. Σε μία λέξη που δεν υπάρχει.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2007

CSI: Πετρούπολη

Ο Στέφανος Γλάρος ήταν πολλά χρόνια στην υπηρεσία του Γιώργου Θάμνου. Ο Στέφανος ήταν διακεκριμένος μπάτσος με πολλά παράσημα και άλλες τόσες ουλές στην πλάτη του. Οι οχτροί του χαίρονταν να τον βαράνε με μαστίγια.
Εκείνη την ημέρα, είχε αναλάβει να πάει τη γυναίκα του Γιώργου, Λάουρα, στο Κέντρο Αισθητικής για αποτρίχωση. Σκληρή δοκιμασία για το Στέφανο, καθώς η Λάουρα με εκείνη τη διαπεραστική τσιριχτή φωνή της και το κακάρισμα έβρισκε ευκαιρία να μιλάει στο τηλέφωνο με το γκόμενο της Αντώνη Θολό, την ώρα που ήταν στο αυτοκίνητο. Φυσικά, ο Στέφανος είχε δώσει όρκο να μη μιλήσει για το συγκεκριμένο γεγονός στο Γιώργο, αλλά αυτό το τσιριχτό πίτσι-πίτσι δεν το άντεχε. Κι αυτή η άθλια μακρόσυρτη ψιλή φωνή του Αντώνη που ακουγόταν από το ακουστικό «Σ’ αγαπώ μωρό μου, τι γυναίκα είσαι συ μωρό μου» του έφερνε αναγούλα.
Στο πολυτελές αυτοκίνητο, μαζί με τη Λάουρα, μπήκε αυτή τη φορά και η κόρη της, Γενναδία. Η Γενναδία δεν είχε ξανακάνει αποτρίχωση ποτέ στη ζωή της και αυτή θα ήταν η πρώτη της φορά. Σημαντική στιγμή για τη ζωή της καθώς αρνιόταν να αποτριχωθεί γιατί πίστευε ότι αν μοιάζεις με μαϊμού, είναι κάτι καλό. Όλοι δεν έλεγαν πως οι μαϊμούδες είναι ξαδέρφια των ανθρώπων; Συν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αποκαλούσαν τον πατέρα της μαϊμού και χαιρόταν γιατί του έμοιαζε. Τον αγαπούσε πολύ το μπαμπά της η Γενναδία. Εκείνη την ημέρα όμως, αποφάσισε να αποχωριστεί τις αγαπημένες της τρίχες που τόσο τη ζέσταιναν τα κρύα βράδια του χειμώνα, για χάρη της μητέρας της.
Ο Στέφανος χάρηκε πολύ που είδε τη Γενναδία να μπαίνει στο αυτοκίνητο μαζί με τη μητέρα της. Αυτό σήμαινε ότι θα γλύτωνε το τσιριχτό πίτσι-πίτσι της Λάουρας με τον Αντώνη.
Στη διαδρομή η Γενναδία έκλαιγε γοερά που θα αποχωριζόταν τις τρίχες της και ο Στέφανος δεν πίστευε ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από το τσιριχτό πίτσι-πίτσι. Ήταν τέτοια η απελπισία του που για μια στιγμή, σκέφτηκε να ρίξει το πολυτελές αυτοκίνητο πάνω σε καμιά κολόνα να τελειώνουν. Αλλά αμέσως άλλαξε γνώμη. Ο μισθός που του έδινε ο Γιώργος Θάμνος, έφτανε να τρώνε τα τρισέγγονά του. Και ήθελε και να αγοράσει ένα κοτεράκι που είχε δει προσφορά στη μαρίνα.
Επιτέλους έφτασαν στο πανάκριβο Ινστιτούτο Αισθητικής στο Κολωνάκι. Τότε, για κακή τύχη του Στέφανου, του λέει η Λάουρα: «Αχ, Στεφανάκο, πρέπει να με πας πάλι πίσω στην Πετρούπολη. Ξέχασα το κινητό μου!» Ευτυχώς που οι σκέψεις του μυαλού δεν ακούγονται… σκέφτηκε ο Στέφανος και έριξε δυο τρία μπινελίκια. «Και η Γενναδία;» της είπε. «Η Γενναδία» αποκρίθηκε η Λάουρα, «θα μπει μόνη της στο Ινστιτούτο, θα ξεκινήσει και θα έρθω κι εγώ. Δε θα έχει τελειώσει σε μία ώρα, ε Γενναδία μου;» «Εμ, βέβαια» σκέφτηκε ο Στέφανος, «έτσι όπως είναι ο πίθηκος που να προλάβουν να τον μαδήσουν σε μία ώρα;»
Κι έτσι έγινε. Ο Στέφανος με τη Λάουρα ξεκίνησαν πίσω για Πετρούπολη. Στη διαδρομή, η Λάουρα αναστέναζε συνέχεια. Ο Στέφανος την άκουγε αλλά έκανε πως δεν καταλάβαινε. Βαριόταν τρελλά να ανοίξει συζήτηση μαζί της. Γύρευε τι μαλακίες θα του έλεγε πάλι. Η Λάουρα όμως βογκούσε και βογκούσε και ξαναβογκούσε μέχρι που ο άνθρωπος δεν άντεξε και ρώτησε «Τι έχετε κυρία Θάμνου; Είστε καλά;» «Πονάει η κοιλιά μου Στέφανε, φτάνουμε;» είπε η Λάουρα με ένα πρόσωπο που μαρτυρούσε πραγματικό πόνο. «Είμαστε ακόμα στην Ομόνοια, κυρία Θάμνου. Υποφέρετε; Θέλετε να βάλω τη σειρήνα;» της είπε ο Στέφανος. «Όχι, όχι, προς Θεού, μη μας πάρουν όλοι χαμπάρι!... Αααααχχχ!!!!» έκανε με πόνο η Λάουρα. «Μα κυρία εσείς δεν είστε καθόλου καλά!» της είπε ο Στέφανος και έκοψε ταχύτητα για να την κοιτάξει από τον καθρέφτη. «Σταμάτα! Σταμάτα! Θέλω να κατέβω τώρα να πάω τουαλέτα στα Γκούντις! Σταμάτα!» είπε με την τσιριχτή φωνή της η Λάουρα και ο Στέφανος τράβηξε χειρόφρενο και βρέθηκε παρκαρισμένος ανάμεσα από δύο ταρίφες. Η Λάουρα άνοιξε την πόρτα, είπε «Ευχαριστώ αγόρι μου!» κι έτρεξε προς τα Γκούντις.
Η τουαλέτα στα Γκούντις ήταν άδεια. Η Λάουρα δεν μπήκε μέσα. Τώρα δεν την έβλεπε κανείς για να χρειάζεται να προσποιείται. Έβγαλε το κινητό από την τσάντα της και κάλεσε ένα νούμερο. «Έλα… ναι… στα Γκούντις είμαι, κάτω στις γυναικείες… Όπως είπαμε… ναι. Εσύ που είσαι;… ωραία… ναι… ναι… ασφαλώς, όπως είπαμε. Μία και τέταρτο, έξω από το σπίτι…. Έγινε, μην ανησυχείς… ανυπομονώ… φιλάκια…» είπε η Λάουρα, έφτιαξε το μακιγιάζ της, κοίταξε περιφρονητικά γύρω της και βγήκε έξω.
Ο Στέφανος είχε πάρει δύο πιτόγυρα απ’ το σουβλατζίδικο στη γωνία και ένα μαλόξ απ’ του Μπακάκου και τα μπούκωνε. Είχε πρόβλημα με το στομάχι του από τότε που ο επιδέξιος φονιάς Γιάννης Κλαύδιος, τον είχε βάλει να καταπιεί ενάμιση κιλό πρόκες. Από τότε, υπέφερε και συχνά έχεζε ρινίσματα σιδήρου. «Τον αλήτη» σκέφτηκε, «δεν θα τον πιάσω στα χέρια μου;» και μπουκώθηκε την τελευταία μπουκιά σουβλάκι και με το άλλο χέρι άνοιγε το μαλόξ. Εκείνη τη στιγμή, είδε τη Λάουρα να βγαίνει από τα Γκούντις, φρέσκια, φρέσκια. «Κοίτα καλό που της έκανε το χέσιμο» σκέφτηκε, χαμογέλασε και της άνοιξε την πίσω πόρτα να μπει. «Είστε καλά;» της είπε. «Ναι, αγόρι μου, σ’ ευχαριστώ. Ξεκίνα να προλάβουμε να μην περιμένει και η Γενναδία».
Μέσα σε μισή ώρα ήταν στην Πετρούπολη. Η ώρα ήταν 1 και 10. η Λάουρα κοίταξε την ώρα και την έκοψε κρύος ιδρώτας. Είχαν φτάσει 5 λεπτά νωρίτερα. «Στέφανε αγόρι μου, πας στο Σούπερ Μάρκετ να μου πάρεις δύο μπαταρίες μικρές; Αυτές για την οδοντόβουρτσα. O Στέφανος την κοίταξε παραξενεμένος γιατί ήξερε πως αυτές τις δουλειές της έκανε η Μάρθα και η Ρίτσα. Παρόλα αυτά, δεν έφερε αντίρρηση και πήγε. Σε 5 λεπτά, ήταν πίσω. Αυτό όμως που αντίκρισε, του κόστισε τα μαύρα του μαλλιά. Σε 2 δευτερόλεπτα οι κρόταφοί του γκριζάρισαν.
Ο Γιάννης Κλαύδιος ήταν εκεί, είχε σβερκώσει τη Λάουρα και την έσερνε στο πίσω μέρος του σπιτιού απειλώντας τη με ένα μαχαίρι 20 πόντων. Η Λάουρα δεν έβγαζε κιχ. Ο Στέφανος με κινήσεις μαύρου πάνθηρα κρύφτηκε πίσω από ένα αυτοκίνητο για να ηρεμήσει, να οπλίσει το σιδερικό και να βγάλει σχέδιο δράσης. Σε 5 δευτερόλεπτα ήταν έτοιμος και σαν όρνιο, πετάχτηκε προς το μέρος του αιμοσταγή δολοφόνου. Τους πέτυχε να μπαίνουν στο σπίτι από την είσοδο της κουζίνας. Σαν γάτα, έτρεξε πίσω τους.
Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε με ένα ελαφρύ τρίξιμο. Ο Στέφανος σιχτίρησε που η Μάρθα και η Ρίτσα δεν είχαν λαδώσει την πόρτα και μπήκε. Και τότε του ήρθε. Ένα δυνατός πόνος στο σβέρκο τον έριξε κάτω. Στάθηκε στις παλάμες του, κούνησε δεξιά αριστερά το κεφάλι να συνέλθει και κοίταξε προς τα πάνω. Είδε το Γιάννη Κλαύδιο να του ρίχνει μια κλωτσιά στα μούτρα. Αυτό ήταν. Ο θυμός κυρίευσε το Στέφανο. Την τέλεια οδοντοστοιχία του την είχε χρυσοπληρώσει. Δε μπορούσε τώρα ο Γιάννης Κλαύδιος να τη διαλύει. Έφτυσε δύο μπροστινά δόντια και σηκώθηκε. Ο Γιάννης Κλαύδιος τον κοιτούσε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο και τον καλούσε με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού προς το μέρος του. Το αριστερό του χέρι βαστούσε γερά το μαχαίρι. Πριν επιτεθεί ο Στέφανος έψαξε με τα μάτια να βρει τη Λάουρα. Δεν ήταν πουθενά. Την είχε χτυπήσει το κάθαρμα; Θα τον σκότωνε!
Η Μάρθα και η Ρίτσα κοιτούσαν την κουζίνα να διαλύεται από τους δύο άντρες. Είχαν μείνει ασάλευτες και δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Το θέαμα πίσω από το στρογγυλό παραθυράκι που είχε η εσωτερική κουζίνα της πόρτας, ήταν μοναδικό. Ο Γιάννης Κλαύδιος μαχαίρωσε το Στέφανο στον ώμο. Ο Στέφανος κουτούλησε το Γιάννη Κλαύδιο και του έσπασε τη μύτη. Ο Γιάννης Κλαύδιος κλώτσησε με τη μύτη της μπότας του το Στέφανο και του’ σπασε 4 πλευρά. Ο Στέφανος πυροβόλησε το Γιάννη Κλαύδιο στο γόνατο και τον έριξε κάτω. Στάθηκε από πάνω του λαχανιασμένος και τον κοιτούσε. Τότε, το ντουλάπι της κουζίνας που βρισκόταν κάτω από τον πάγκο, άνοιξε αργά-αργά και εμφανίστηκε πρώτο ένα τηγάνι. Μετά ένα χέρι. Μετά ένα πόδι. Και τέλος ολόκληρη η Λάουρα. Κινήθηκε στις μύτες πίσω από το Στέφανο και του την άναψε με το τηγάνι στο κεφάλι. Ο Στέφανος έπεσε πάνω στα πόδια του Γιάννη Κλαύδιου κι αυτός με τη σειρά του κλώτσησε με λύσσα το κεφάλι του Στέφανου να φύγει απ’ τα πόδια του. Η Μάρθα και η Ρίτσα κατάπιαν τη γλώσσα τους. Η Λάουρα βοήθησε με γρήγορες κινήσεις το Γιάννη Κλαύδιο να σηκωθεί, ο Γιάννης Κλαύδιος άρπαξε το όπλο του Στέφανου, γύρισε προς την πόρτα και με δύο πιστολιές σκότωσε και τη Μάρθα και τη Ρίτσα πριν προλάβουν να κάνουν την παραμικρή κίνηση. Η περιέργεια τις είχε σκοτώσει. Σέρνοντας το χτυπημένο του πόδι γεμίζοντας αίματα τον τόπο, υποβασταζόμενος από τη Λάουρα, έφτασαν στο γραφείο του Γιώργου Θάμνου. Ο Γιώργος μιλούσε στο τηλέφωνο με το τσιράκι του Αρτέμη για κάτι υποθέσεις. Κάτι κωλόπαιδα στρατιώτες, δεν πρόσεχαν και είχαν διαρρεύσει εικόνες από το κινητό τους την ώρα που βασάνιζαν κάτι μαυρομούρηδες. Ο Γιώργος ήταν αρκετά εκνευρισμένος. Ούτε που κατάλαβε ότι είχε ανοίξει η πόρτα και μπροστά του στεκόταν η Λάουρα και ο Γιάννης Κλαύδιος ο οποίος τον σημάδευε με το όπλο. Κάποια στιγμή, πήρε χαμπάρι και ρώτησε «Τι έγινε; Ποιος είναι αυτός Λάουρα; Αυτά τα κόκκινα τι είναι;» «Αίματα καθυστερημένε!» του είπε η Λάουρα με την απαίσια τσιριχτή φωνή της και συνέχισε «Ρίξ’ του Γιάννη Κλαύδιε! Φάτον τον πούστη!» Ο Γιώργος στεκόταν εκεί μαρμαρωμένος να τους κοιτάει και να μην ξέρει τι να κάνει. Το λίγο μυαλό του κολλούσε σε ώρες πανικού. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του και τους κοίταξε καθαρότερα. Το επόμενο πράγμα που πέρασε απ’ το μυαλό του, ήταν η σφαίρα. Ο Γιώργος Θάμνος κειτόταν νεκρός πάνω στη μαύρη δερμάτινη καρέκλα του και από το τηλέφωνο ακουγόταν η φωνή του Αρτέμη «Γιώργο! Γιώργο! Γιώργο!» Ο Γιάννης Κλαύδιος ακούμπησε κουρασμένος την κάσα της πόρτας και η Λάουρα κινήθηκε προς το γραφείο. Έπιασε το τηλέφωνο, πήρε τη δραματική φωνή και είπε στον Αρτέμη «Βοήθεια! Βοήθεια! Μας σκοτώνουν!» και του το’ κλεισε. Γέλασαν δυνατά με το Γιάννη Κλαύδιο αλλά τους κόπηκε γρήγορα. Ο Γιάννης Κλαύδιος έπεσε στα γόνατα και από πίσω του αποκαλύφθηκε ο Στέφανος. Το μαχαίρι του Γιάννη Κλαύδιου, που τόσο είχε αγαπήσει, που τόσο είχε τρίψει με σόδα να γυαλίσει, που τόσες φορές είχε καθαρίσει από τα αίματα ανθρώπων, είχε σκοτώσει τον ίδιο. Ο Στέφανος τον πάτησε στην πλάτη, τράβηξε το μαχαίρι και κοίταξε τη Λάουρα. «Το’ ξερα ότι είσαι μεγάλη καριόλα αλλά όχι και τόσο» της είπε και της πέταξε το μαχαίρι. Η Λάουρα έπεσε πάνω στο πτώμα του Γιώργου με το μαχαίρι καρφωμένο στο κούτελο.
Πυροβολισμοί σκέπασαν τις κραυγές των πουλιών στο πάρκο της Πετρούπολης. Το σώμα του Στέφανου έπεσε νεκρό μπροστά στην πόρτα. 626 αστυνομικοί είχαν περικυκλώσει το σπίτι του Γιώργου Θάμνου. Ο Τζακ Μπάουερ στεκόταν πάνω από το πτώμα του Στέφανου και αναρωτήθηκε «Ποια γαμημένη μέρα θα κάτσω σπιτάκι μου γαμώ το στανιό μου ήσυχος;»
Τέλος.

Έπαιξαν
Στέφανος Γλάρος: Στίβεν Σίγκαλ
Γιώργος Θάμνος: Τζορτζ Μπους
Λάουρα Θάμνου: Λόρα Μπους
Γενναδία Θάμνου: Τζένα Μπους
Γιάννης Κλαύδιος: Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ
Τζακ Μπάουερ: Κίφερ Σάδερλαντ
Μάρθα και Ρίτσα: οι ίδιες
Αστυνομικοί: Ζαρντινιέρες
Κόσμος στα Γκούντις: Πρεζάκια
Φωνή Αντώνη Θολού: Τόνι Μπλερ
Φωνή Αρτέμη: ο ίδιος

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2007

Και χίλια περιστέρια...

...Να σου γαμούν τ’ αμάξι. Το αυτοκίνητό μου προχτές ήταν σα να του είχες αδειάζει ένα κουβά με κουράδες! Το είδα, έπιασα μια πατσαβούρα που έχω μέσα, έριχνα νερό, έτριβα με έπαιρναν τα σκάγια αφού είχε μουλιάσει η πατσαβούρα και έβριζα, έβριζα, έβριζα! Δε μου φτάνουν τα αρχίδια τα όρθια τα δίποδα που βγάζουν καρέκλες και τελάρα στο δρόμο για να καβατζάρουν τη θεσούλα τους, έχουμε και τα αρούρια του ουρανού τώρα να μας λένε που θα παρκάρουμε! Άντε γαμηθείτε μουνόπουλα, κωλοπερίστερα, κουραδομηχανές των σύνννεφων! Γαμώ τη ζωή σας! Τι χρειάζονται ρε τα ποντίκια με φτερά; Για να χέζουν τα πάντα; Για να μου τρώνε το κουλούρι απ’ τα χέρια; Για να περπατάνε στη γη ενώ έχουν όλο τον ουρανό για πάρτη τους; Δεν έχω ξαναδεί χειρότερα πλάσματα από τα γαμημένα τα περιστέρια, θρασύτατα, στην πέφτουν, σε κοιτάνε ύπουλα, σε χέζουν μεγαλοπρεπέστατα και μετά πετάνε και ψηλά. Μια φορά ένα με έχεσε στο χέρι και έκανα έγκαυμα! Αλήθεια γαμώ τα μισητά κωλόπουλα! Και μην τολμήσει κανείς και μου πει περί ζωοφιλίας, πουλοφιλίας κλπ γιατί θα πέσει χοντρό μπινελίκι. Τα περιστέρια είναι άχρηστα και βρωμερά. Είναι τα ποντίκια του ουρανού. Η ουρά τους λείπει. Μπορεί βέβαια κάποτε να είχαν και με τη μετάλλαξη που τραβάνε όλα, να άλλαξαν κι αυτά και καλά για να τα συμπαθήσουμε. Βρε ουστ! Δε μπορείτε να μας δουλέψετε κωλόπουλα! Σας καταλάβαμε!
Και να σας πω και κάτι; Τα ποντίκια τα συμπαθώ πάρα πολύ. Είναι γλυκύτατα, καθόλου τυχαίο που συχνά είναι ήρωες κινουμένων σχεδίων και αρκετά όμορφα ακόμα κι αν μιλάμε για αρουραίους. Έχουν κάτι το όμορφο ρε παιδί μου, χρησιμεύουν κιόλας. Υποτίθεται για να τα τρώνε τα φίδια, λέμε τώρα καμιά μαλακία να περάσει η ώρα. Τα γαμοπερίστερα που χρησιμεύουν ακριβώς; Να πετάνε γύρω από τη Βίρνα στη Λάμψη; Έγινε αυτό, πάει πέρασε, τελειώσαμε. Μπορούμε τώρα να τα εξολοθρεύσουμε; Όχι δε λυπάμαι καθόλου. Λυπάμαι για τις φώκιες που γαμάνε οι κωλάθρωποι, για τα δελφίνια, για τις αλεπούδες και τις αρκούδες που έχουν μείνει 2 ή 3 και τις πυροβολούν τα μουνόπουνα οι κυνηγοί που να τους ανατιναχτεί ο κώλος με την καραμπίνα, λυπάμαι που πιάνουν κάτι πουλάκια 15 γραμμάρια να τα φάνε τα μουνόπανα που να τους κάτσει! Περιστέρια γιατί δεν τρώνε; Είναι βρώμικα; Σώωωπα! Οι κότες τι τρώνε; Δεν τρώνε κουράδες; Τα γουρούνια; Γιατί τα τρώμε όλα εκτός από τα γαμοπερίστερα; Στην Αίγυπτο τα τρώνε τα γαμημένα. Ηλίθιοι είναι; Μπα, γιατί; Είχαν κι αυτοί τεράστιο πολιτισμό, όπως εμείς και τώρα είναι λίγο για τα μπάζα όπως εμείς. Λοιπόν; Δεν κατάλαβα. Όχι, εγώ δε θα τα έτρωγα, ούτε θα τα σκότωνα. Θα ήθελα, αλλά δε θα τα σκότωνα. Δε μπορώ. Είναι άλλοι όμως που μπορούν. Δεν είναι χειρότεροι από μένα, αλλά μπορούν. Σκοτώνουν γενικώς, δε σκοτώνουν και τα περιστέρια; Άμα το χτυπήσω με το αυτοκίνητο; Όχι, δε θα στενοχωρηθώ καθόλου. Δεν το προσπαθώ, αλλά άμα τύχει, που δε θέλω γιατί θα μου λερώσει και τ’ αμάξι, καμία στενοχώρια. Δεν τα θέλω τα περιστέρια. Το ξέρετε ότι σε κάποια φάση έλεγαν ότι τα σκατά τους γαμούσαν τα μάρμαρα του Παρθενώνα και έλεγαν να αφήσουν έναν αετό να πετάει για να τα διώχνει; Ειδικά εκπαιδευμένο αετό. Αλήθεια ρε. Αλλά φυσικά δεν έγινε τίποτα. Έτσι και αμόλαγαν αετό πάνω από την Ακρόπολη, καταρχάς, θα ψόφαγε σε δυο-τρεις μέρες απ’ το νέφος, αν τη γλύτωνε θα τον έτρωγαν τα περιστέρια έτσι όπως είναι δαιμονισμένα, ή θα τον πυροβολούσε κανένας άντρακλας γιατί δε θα καταλάβαινε τι είναι. Μα που ζείτε; Καλύτερα οι κουράδες των περιστεριών. Δίνουν χάι στο σύνταγμα που είσαι κάθε φορά στα Πουλιά του Χίτσκοκ και σκιάζεσαι. Δεν είναι χάι αυτό; Και ποιο Σύνταγμα, που βγαίνεις στο μπαλκόνι και τα βλέπεις να σε κοιτάνε τα μουνόπανα.
Ούτε σεις να τα σκοτώνετε, δεν κάνει, να τα βρίζετε όμως, κάνει. Αυτό μπορείτε να το κάνετε άνετα. Μπορεί να το καταλάβουν κάποια μέρα και να πάρουν τον πούλο από δω. Να πάνε σε άλλη πόλη ρε παιδί μου. Όχι τίποτα, δεν έχω δει τόσα περιστέρια, σε άλλη πόλη. Το Λονδίνο… πρέπει να έχει αρκετά γιατί θυμάμαι το συγκάτοικο του κολλητού μου που είχε γράψει σε ένα τεράστιο χαρτί στον τοίχο του δωματίου του πάνω απ’ το κρεβάτι του «I HATE PIGEONS!!!» Στη Ρώμη έχει κάτι άλλα πουλιά πανέμορφα, περίεργα, δεν ξέρω τι είναι, μαύρα, νομίζω έχουμε και μεις τέτοια, τα συναντάς που και που και βγάζουν μια ωραία, περίεργη κραυγή. Αυτά μάλιστα. Σας έχουν ενοχλήσει; Σας έχουν χέσει; Σας έχουν αφήσει αυγά στις γλάστρες σας; Έχουν μπει ποτέ σπίτι σας; Έχουν ανέβει ποτέ στο τραπέζι σας στην καφετέρια να φάνε φιστίκια; Όχι βέβαια. Γιατί, τα υπέροχα σπουργίτια; Άχου πόσο τ’ αγαπώ! Ντόιν ντόιν ντόιν πηδάνε, τι καλά, τι καλά, ντροπαλά κι ευγενικά! Γαμημένα, αντιπαθητικά τρωκτικά του ουρανού κωλοπερίστερα!! Ψοφήστε μόνα σας και φάτε το’ να τ’ άλλο!

Υ.Γ. Σαφώς και δε συμφωνώ με κάτι κωλόγριες που τους ρίχνουν δηλητήριο. Οι καριόλες. Εγώ απλώς είπα να τα σφάζουν να τα τρώει όποιος γουστάρει «γκουρμέ» (ή να τα κερνάνε στις κωλόγριες που τα δηλητηριάζουν). Κακό είναι;

Υ.Γ. Τα περιστέρια στειρώνονται;

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2007

Κάπα Στρώμα

Νομίζω πως άλλο ένα νικ (όχι Νίκος, nickname βρε!) που θα μου πήγαινε γάντι, θα ήταν το «Κλανιάρα». Κι αυτό από κάπα αρχίζει όπως και το «Κωλόγρια», παρατηρώ, αλλά το κάπα δεν το έχω ιδιαίτερα στη ζωή μου εκτός από τις λέξεις «κουράδα», «κλάνω», «κουραδιάστηκα» και «κάβλα». Εκεί νομίζω πως τελειώνει η σχέση μου με το γράμμα κάπα. Τι λέγαμε; Α βέβαια, φτάνει να κοιτάξεις λίγο πάνω και θα δεις τι λέγαμε. Για το νικ «Κλανιάρα». Κλανιάρα λοιπόν γιατί φοβάμαι. Βέβαια, δεν πρόκειται να το αλλάξω (το νικ βρε!) και ενστικτωδώς δεν το έβαλα (το νικ βρε!) υποθέτω γιατί θα ήταν σα να αποδέχομαι ότι είμαι φοβιτσιάρα, πράγμα κάκιστο. Εδώ προσπαθούμε να διώχνουμε το φόβο και θα πάμε να τον φορέσουμε και καπέλο να μας φωνάζουν κι έτσι; Πα πα πα! Τι φοβάσαι, θα μου πεις, μη σε νοιάζει θα σου πω, μας ζάλισες θα μου πεις, και μένα θα σου πω και άκρη δε θα βγάλουμε πάλι. Φοβάμαι διάφορα πράγματα. Το θάνατο δεν τον φοβάμαι. Είναι η ζωή από την άλλη. Οπότε ξεπεράστε το θέμα θάνατος. Τι να φοβάμαι; Γιατί, ξέρω πως είναι; Βέβαια, θα ήθελα να πεθάνω ανώδυνα (αν γίνεται σε παρακαλώ Θεέ μου) αν και λένε ότι την ώρα που τεζάρεις νιώθεις περίεργα και δεν καταλαβαίνεις πόνους και τέτοια. Τέλος πάντων, μαλακία θέμα έπιασα θα μαυρίσετε και δεν το θέλω. Ποιηματοθανατοκαψουροκουλτούρες να πάτε να διαβάσετε αλλού. Εδώ έχει παράνοια. Α! Να! Έτσι θα μπορούσα να με πω. Παράνοια. Μπα, ούτε αυτό είναι καλό. Είναι σα να λες ότι είσαι πιο ψυχάκιας από τους άλλους ενώ εγώ πιστεύω ακριβώς το αντίθετο.
Φοβάμαι λοιπόν. Οι περισσότεροι βέβαια με θεωρούν τσαμπουκαλού και ατρόμητη (είμαι, είμαι) αλλά εγώ θα έλεγα πως μάλλον θα μπορούσες να με πεις «μαγκιά κλανιά κι ο κώλος φινιστρίνι» ή πως είναι κάτι μάγκες 1 και 10 ύψος, 30 κιλά και τσαμπουκαλεύονται; Ε, κάτι τέτοιο (όχι δεν είμαι κουβάς). Απ’ την άλλη, όσο μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ τη λέω εκεί που πρέπει και ορθώνω (το λιγοστό είναι αλήθεια) ανάστημα και τελειώνει η υπόθεση. Φοβάμαι όμως. Το σκοτάδι ας πούμε με αγριεύει. Αν με αφήσεις σε κανένα ερημικό σπίτι μέσα στο βουνό και ακούω ήχους, δε θα σου πω τίποτα, θα πω ευχαριστώ που με φιλοξενείς και μετά, στο κρεβάτι, θα κοιμηθώ με το ένα μάτι ανοιχτό και όλα τα μαχαιροπίρουνα δίπλα μου. Αν τα πάρεις χαμπάρι, πάλι δε θα δεχτώ ότι φοβάμαι αλλά θα σκαρφιστώ ένα σωρό μαλακίες να σου πω, θα γελάσεις και θα ξεχάσεις τι με ρώτησες. Παράλληλα θα έχω εξαφανίσει, όση ώρα γελάς, τα μαχαιροπίρουνα, ώστε να μην τα δεις πάλι και θυμηθείς και με ξαναρωτήσεις. Να ας πούμε. Όλα αυτά δεν είναι σκέτη ταλαιπωρία και δε θα ήταν καλύτερα να μη φοβάμαι και να μη χρειαστεί να λέω μαλακίες; Τι; Προσφέρω γέλιο; Μπορώ να κλάσω δυνατά και να πεθάνουμε (στο γέλιο). Το ίδιο είναι. Τι θυμήθηκα τώρα! Είμαι στο σπίτι του κολλητού μου, παλιά τώρα, θα κοιμόμουν εκεί, είχε πάει 5 η ώρα το πρωί, εγώ βάραγα ντάγκλες από τις 11, αυτός «κάτσε μωρή χαβούζα κωλόγρια (τα βλέπετε; Και μιλάμε αυτό χρόνια πριν καν σκεφτώ τίποτα για νικς και μπλογκς) που πας;» Άντε κι έρχεται η ώρα του ύπνου, Δόξα Το Θεό να σκέφτομαι, ξαπλώνουμε. Και μόλις κυρίες και κύριοι, ξαπλώνουμε, σκεπαζόμαστε με το θεϊκό πάπλωμα που έχει (μιλάμε ότι το άτομο έχει το πιο θεϊκό πάπλωμα που υπάρχει σε όλο τον κόσμο) και μόλις κάνουμε αααααχχχχ από ευχαρίστηση που ξαπλώσαμε τις κορμάρες μας, κάνει το κρεβάτι ένα ΚΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΚΚΚΚ και σπάει. Δύο άτομα, να γέρνουν προς τα αριστερά, προς τη μεριά του κολλητού, εγώ εννοείται είχα πέσει πάνω του λόγω βάρους (του) και γιατί από κει είχαμε μπατάρει, και να έχουμε πεθάνει στο γέλιο. Ουρλιάζαμε. Δάκρυα τρέχανε από τα μάτια μας. Εγώ να προσπαθώ να κρατηθώ από το στρώμα στη δεξιά πλευρά και από τα γέλια να μην μπορώ και να ξαναπέφτω πάνω του. Αυτός να’ χει κλάσει επίσης στο γέλιο και να μου λέει «κάτσε μωρή χαβούζα να σηκωθώ» και γω να γελάω πιο δυνατά. (Παρένθεση: λυπάμαι που δεν έχετε ακούσει το γέλιο μου. Μιλάμε έχω γίνει παγκοσμίως γνωστή απ’ αυτό. Το λατρεύουν όλοι γιατί είναι διαπασών και όλοι γελάνε όταν με ακούνε. Αχ, ευλόγησα τα γένια μου, συνεχίζω). Άντε και σηκωνόμαστε. Εγώ να έχω πεθάνει στο γέλιο, να έχω ακουμπήσει σε τοίχους, σε πόρτες, να μου’ ρχεται να κατουρηθώ, της πουτάνας σας λέω. Επικές στιγμές. Σηκώνουμε το στρώμα και οι δύο μαζί τελοσπάντων, μιλάμε για πολύ βαρύ στρώμα τετράδιπλο, όχι διπλό, παραγγελία, και βλέπουμε από κάτω άλιεν. Όχι σκόνη και τρίχες, αλλά τεράστιες μαύρες μπάλλες από σκόνη και τρίχες. Λες και ήταν τα κουκούλια από τα γκρέμλιν. Τα θυμάστε; «Πω πω μαλάκα τι είναι αυτό;» μου λέει. Ε, οι τρίχες του τέλειου σκύλου του ήταν και το κρεβάτι ήταν σα κουτί, οπότε δεν περνούσε η σκούπα από κάτω και δεν μπορούσε να τα μαζέψει. Άρα, είχαν μαζευτεί εκεί η Άρτα, τα Γιάννενα και όλη η σχετική περιφέρεια. Τα βλέπουμε λοιπόν, εντυπωσιαζόμαστε και τι λέει το άτομο; «Κράτα ρε λίγο να φέρω τη σκούπα» και με αφήνει να κρατάω το στρώμα και φεύγει. Αρχίζω να γελάω πάλι εγώ γιατί το βάρος δεν παιζόταν και να χάνω την ισορροπία μου, να κλείνουν τα γόνατά μου και οι αγκώνες μου. Να βλέπω εντωμεταξύ μπροστά μου τα κουκούλια και να λέω «πω ρε πούστη θα πέσω μέσα με τη μούρη και θα με πλακώσει και το στρώμα» κι όσο το σκεφτόμουν, τόσο να γελάω και να ουρλιάζω «τελείωνε ρε μαλάκα θα πέσω!» και κακακακακακακα τα γέλια. «Α μισό λεπτό, να αλλάξω σακούλα γιατί είναι γεμάτη» είπε ο θεός. Μέχρι να έρθει, ήμουν μέχρι τη μέση μέσα στο κρεβάτι ή μάλλον κάτω από το στρώμα, κρατούσα πάνω απ’ το κεφάλι μου το στρώμα και γελούσα. Ήμουν τάλε κουάλε σαν τον άτλαντα που κρατάει τον κόσμο κι έχει γονατίσει ο άμοιρος.
Άντε έρχεται, λέω αχ ήρθε και τι λέει; «Κράτα λίγο να σκουπίσω» και μου το σηκώνει ξανά ψηλά (δυνατό παιδί ζωή να’ χει το μανάρι μου) και μου το ξαναφήνει. Ξανά γέλια εγώ και του λέω «ρε μαλάκα έλεος!» «σκάσε» μου λέει και βάζει σκούπα. Υπενθυμίζω πως η ώρα είχε πάει 5μιση το πρωί. Ευτυχώς που μένει σε μονοκατοικία γιατί αλλιώς θα μας είχαν πάρει με τις πέτρες οι γείτονες. Ο σκύλος του εντωμεταξύ, παρέλειψα να σας πω ότι ήταν εκεί, μας κοιτούσε σα μαλάκες, (όχι σαν μαλάκας αυτός, εμάς κοιτούσε σα μαλάκες, του τύπου, τι θα γίνει παιδιά; Έχετε πάρτυ; Θα κοιμηθούμε καμιά ώρα;) και όση ώρα ο κολλητός μαλακιζόταν με τη σκούπα, ερχόταν και όπως είχα στήσει κώλο με το στρώμα από πάνω μου, μου τον μύριζε. Και γι’ αυτό γελούσα. Το μαλάκα κι αυτόν. Καλά που δε μου’ ριξε κιόλας. Τέλος πάντων. Άντε και σκούπισε. Τώρα έμενε να δούμε τι θα βάζαμε από κάτω. «Περιοδικά!» του λέω. «Όχι» μου λέει «κράτα». Όχι ρε πούστη πάλι. Τελικά ο άτλαντας πρέπει να υπέφερε τόσα χρόνια γαμήσι. Πάει στο σαλόνι και φέρνει τα δύο πουφ που έχει. Κρατώντας το στρώμα εγώ υπό γωνία, τον κοιτάω κάτω από τη μασχάλη μου, το μόνο περιθώριο που είχα, και του λέω «τι’ ναι αυτά ρε; Δεν κάνουν!» «σκάσε» μου λέει «κράτα». Τα βάζει από κάτω, αφήνουμε το στρώμα να πέσει και ξαπλώνουμε. Εγώ φυσικά δε σταμάτησα να γελάω καθώς με τα πουφ που έβαλε, το στρώμα ήταν σαν τα κύματα της θάλασσας. Αφού αλλού ακουμπούσε και αλλού όχι! Κι όμως, ξάπλωσε το άτομο, έκανε πάλι το αααααχχχχχ της απόλαυσης και κοιμήθηκε. Εγώ στρίμωξα την αριστερή μου παλάμη μεταξύ τοίχου και στρώματος για να μην πέφτω πάνω του και γελώντας κοιμήθηκα. Ααααχχχ τι γέλιο, τι γέλιο. Την ευχή μου να’ χει ο αγαπημένος μου! Παπαπα… τι λέγαμε; Για το φόβο; Άσχετο. Τώρα βαριέμαι να το ξαναγυρίσω στα σοβαρά. Σας γράφω στ’ αρχίδια μου χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα είμαι μεγάλη μαλάκω!

Μόρμον μωρή Πουτάνα Κασσάνδρα!

Εγώ πάντως δε φταίω. Το λέω να το ξέρετε να τελειώνουμε. Ούτε οργανώνω τίποτα. Απλά τα βλέπω μπροστά μου. Και πολύ καλά κάνω. Πάλι άφωνη έμεινα τις προάλλες. Κόντεψα να πέσω από τη θέση μέσα στο Μετρό για να δω καλύτερα.
Τι είδα πάλι:
Αγόρι γύρω στα 12-15, μαυριδερό, χοντρό, με τζην τριμμένο ψιλοσκισμένο (trendy), μπλουζάκι μαύρο + μπουφάν, ψιλορόκ στυλ (trendy) και αθλητικά παπούτσια του κώλου (trendy). Γυαλιά μυωπίας (ΙΚΑ), ξανθό τσουλούφι (trendy) μπροστά και ουρίτσα ξανθιά βαμμένη πίσω στο σβέρκο (trendy).
Κάθεται λοιπόν στη θεσούλα του, τίγκα το τρένο και δεν ντρέπεται (να κάνει τι;), να κρατάει στο χέρι του μια εικόνα αγίων από χαρτί (ΤΙ;;;;), μικρή σε μέγεθος και ένα βιβλίο που γράφει απ’ έξω ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΡΜΟΝ (ΠΟΙΟ;;;;;;). Εντωμεταξύ, είμαι και αγενέστατη. Ή μάλλον, αθώα σαν παιδί. Άμα δω ενδιαφέρον πράγμα, δε μπορώ να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω του. Βέβαια, για να μη φάω ξύλο και να μπορώ να τσαμπουκαλεύομαι αν κάνει κανείς τα ίδιο σε μένα (τολμήσει και με κοιτάξει έντονα μην τονε γαμήσω), έχω ειδικευτεί στο να τραβάω τα μάτια μου πριν με δει ο άλλος ότι τον κοιτάω. Μιλάμε είμαι θεά. Δεν υπάρχει καμία μα καμία περίπτωση να δει ο άλλος ότι τον κοιτάω. Τέλος πάντων, όλοι γνωρίζουμε πόσο γαμηστερή είμαι. Προχωράμε.
Κοίταζα λοιπόν το παιδάκι και είχα και το στόμα μισάνοιχτο. Ο καλός μου, μου τράβαγε το μανίκι να μη γίνομαι ρόμπα, ο απέναντι με κοίταζε που κοίταζα το παιδάκι αλλά δε μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου! Μόνο που δεν το έδειξα με το δάχτυλο! Άσε την καταπίεση που τράβηξα να μην πάω να κάτσω δίπλα του και να το ρωτήσω πως αισθάνεται που το διαβάζει αυτό, πως σκέφτεται, λίγο γρήγορα, πέντε πράγματα βρε αδερφέ, μέχρι να φτάσουμε. Μια μίνι συνέντευξη που πιστεύω θα ήταν σούπερ ενδιαφέρουσα. Αλλά βλέπεις, δεν το κάνεις. Κωλώνεις, κωλόγρια. Θα μου πεις, είναι ξεφτίλα γι’ αυτό; Ναι, σιγά την ξεφτίλα. Έχω κάνει γκάφες και γκάφες, έχω γίνει ρόμπα και ρόμπα. Όπως τότε στο Λονδίνο, που βγαίνω απ’ το τρένο και έχει τόσο κόσμο και χάνω τους δικούς μου και ο βασικός λόγος είναι μία μπροστά μου, 2 μέτρα μια αλόγα που χαζεύει και πάει σαν την κότα και με εμποδίζει. Κι αρχίζω τότε να ρίχνω τα χειρότερα μπινελίκια που υπήρχαν στα ελληνικά «καριόλα, ξεκωλιάρα, γαμώ τη μάνα σου γαμιόλα, τελείωνε μέσα στη μέση, γαμώ το σπίτι σου, το μουνί που σε πέταγε», και γυρίζει και μου λέει «Πρόσεχε τα λόγια σου» ελληνικότατα κι εγώ τι λέω; «Sorry». Έβριζα μία ώρα στα ελληνικά και είπα σόρρυ στα αγγλικά. Περιττό να σας πω ότι βρήκα τους φίλους μου 2 μέτρα πιο κει πεσμένους στα γόνατα (κυριολεκτικά) να γελάνε καθώς είχαν ακούσει τι έγινε. Οπότε η αδιακρισία του να πλησιάσω το παιδάκι με μάρανε. Τέλος πάντων, δε βγάζεις άκρη.
Εντωμεταξύ μέχρι να διαβάσω το ΜΟΡΜΟΝ, βλαστήμησα! Είχε το χέρι του μπροστά και έβλεπα ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Μ….Ν. Το’ πιασα ότι θα έχει σχέση με Μορμόνους αλλά είχα τρελαθεί με την αμφίεσή του (trendy) γιατί νόμιζα πως αυτοί ντύνονται με μαύρο παντελόνι, σκαρπίνι και λευκό πουκάμισο. Κι ένας φίλος εδώ στη δουλειά μου το επιβεβαίωσε. Εντωμεταξύ διάβαζε με τέτοιο πάθος, με τα χείλια που κουνιούνται, ξέρετε, και σήκωνε που και που τα γυαλιά του με το μεσαίο δάχτυλο, μιλάμε τέλεια εικόνα! Τέλεια!
Ξέρετε τι είναι οι μορμόνοι; Να μπείτε στη wikipedia να δείτε. Βαριέμαι να σας πω γιατί θα πρέπει να διαβάσω και να αντιγράφω και σκυλοβαριέμαι. Νομίζω όμως πως πιστεύουν ότι ο Χριστός θα ξανάρθει στην Αμερική και ότι οι μισοί Εβραίοι (παλιά τώρα) έγιναν Ινδιάνοι και οι υπόλοιποι Μορμόνοι (δηλαδή όμορφοι, ξανθοί, έξυπνοι) και κάτι τέτοια. Τι ξανθοί κι όμορφοι εντωμεταξύ που το παιδάκι που είδα ήταν καταμελάχροινο σαν τσιγκανάκι! Δεν ξέρω, τι να πω; Γαμώ τις εικόνες βλέπω κάθε μέρα. Αλλά πραγματικά θα ήθελα να ρωτήσω πέντε πράγματα αυτούς που θεωρώ πραγματικά «ενδιαφέρουσες εικόνες» να δω ρε πούστη, τι σκέφτονται. Χωρίς λογοκρισία ή κουτσομπολιό. Από πραγματικό ενδιαφέρον. Αλήθεια! Τι με νοιάζει το μουνί της Χάϊδως που μου αναλύουν κάθε μέρα; Αυτοί με ενδιαφέρουν που ζουν ανάμεσά μας και είναι τόσο ξεχωριστοί. Σαν τον άλλον τον άστεγο στην Πατησίων, έχω να τον δω καιρό ρε πούστη, που είναι;, που κάθεται με 3-4 σκυλιά γύρω γύρω, πολύ κουλ, νεότατος και μια μέρα τον είδα να δίνει glysterine στον ένα σκύλο. Το glysterine είναι εκείνη η μαλακία το χαρτάκι που το βάζεις στο στόμα σου και λιώνει και μυρίζεις μέντα αντί σκατίλα, καταλάβατε. Πάλι είχα μείνει μαλάκας. Φυσικά ο σκύλος γύρισε τη μούρη του αηδιασμένος και ο άστεγος σήκωσε τους ώμους του με το ύφος, καλά μη θες, και το έφαγε αυτός. Ε, πολύ θα ήθελα να του μιλήσω. Σιγά θα μου πεις, τρελλός θα είναι. Ναι καλά, τρελλοί είμαστε εμείς. Πάλι σκηνικό με τον ίδιο άστεγο (έφαγα κόλλημα τώρα, συγχωρήστε με), πέρσι, πω πω από πέρσι έχω να τον δω ρε γαμώτο, που είχε τα μεγάλα ψωλόκρυα, περπατάω με τα ωραία μου, παλτό, σκουφάκι, γάντια (μπορεί να σας έχω ξαναπεί το σκηνικό, δε θυμάμαι), κασκόλ και όπως περνάω από μπροστά του, μου βγαίνει αυθόρμητα ένα «Μπρρρρ..» και μου λέει ο άστεγος «κρύο ε;». Πάλι έμεινα μαλάκας. Άσε την ντροπή. Ναι, κρύωνα το μαλακισμένο κι αυτός καθόταν στο πεζοδρόμιο με λιγότερο ζεστά ρούχα από τα δικά μου και συμφωνούσε μαζί μου. Βέβαια θυμήθηκα τώρα και την άλλη τρελλή παλιά που με είχε δει και μου είχε πει «πουτάνααααααα» και μου πετούσε πέτρες. Μετά έμαθα ότι πετούσε πέτρες σε όλες τις γυναίκες και τις έλεγε πουτάνες. Όχι, με αυτή δε θα ήθελα να μιλήσω. Θα με σκότωνε με τις πέτρες πριν προλάβω. Γιατί ο άλλος που με είχε πει «Κασσάνδρα»; Αύγουστος μήνας, Πανεπιστημίου, Αθήνα άδεια, στο δρόμο μόνο μετανάστες, φτωχοί, ψυχοπαθείς και όποιος άμοιρος δεν είχε άδεια. Και διασταυρωνόμαστε και μου λέει «Κασσάααανδραααα» με χαμηλή αλλά πολύ σπούκι φωνή. Ανατρίχιασε η πλάτη μου, τον έστειλα και στο διάολο. Ούτε μ’ αυτόν θα ήθελα να μιλήσω. Τέλος πάντων. Υπάρχει πολύ πράμα στο δρόμο και γω είμαι κλεισμένη σ’ ένα γραφείο με ένα γαμημένο πονοκέφαλο εδώ και τρεις μέρες μέσα στο μάτι και θέλω να κουτουλήσω μέσ’ τα μούτρα όποιον με πλησιάζει! Μακριά κι αλάργα!

Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2007

Κατόπιν Ωρίμου Σκέψεως... Άρλεκιν, σελ. 65... η συνέχεια της συνέχειας και το τέλος γιατί βαρέθηκα.

«Όταν μπήκε στο κότερο, δεν την πήραμε χαμπάρι» είπε ο Σέξπυρ κι άρπαξε μια μπανάνα που κρεμόταν κοντά στο κεφάλι του. Άρχισε να την καθαρίζει και συνέχισε. «Εμείς αράξαμε στις σεζλόνγκ μας, κοιταχτήκαμε και αρχίσαμε να γελάμε. Τόσο λιώμα που ήμασταν, τόσα καταλαβαίναμε. Ο Ζούρης ήταν πιο σοβαρός γιατί είχε καταλάβει πως είμαστε μάρτυρες σε ένα τρομοκρατικό χτύπημα, αλλά εμείς… τίποτα. Κάποια στιγμή, μου ήρθε κατούρημα. Το ανακοίνωσα, σηκώθηκα και πήγα στην άκρη της πρύμνης να κατουρήσω στη θάλασσα. Κουνούσε λίγο και γω όπως ήμουν ζαλισμένος, κρατήθηκα από το κατάρτι να μην πέσω και με το άλλο χέρι κρατούσα… καταλαβαίνεις». «Τέλειωνε ρε μαλάκα με τις λεπτομέρειες!» τον μάλωσε ο Σίγκμουντ. Ο Ζούρης όλη την ώρα κοιτούσε τη Λούτα. Τον είχε μαγέψει. Ότι και να γινόταν στη συνέχεια, δεν είχε σημασία. Αρκεί να γευόταν τα χείλια της… «Ε μαλάκα! Σου μιλάω!» είπε δυνατά ο Σέξπυρ. «Έλα, τι έγινε;» είπε ο Ζούρης ντροπαλά. «Πες τη συνέχεια, θέλω να φάω τη μπανάνα!» του είπε ο Σέξπυρ. «Πάντα έτσι κάνετε;» ρώτησε χαμογελαστή η Λούτα. «Ναι, και χειρότερα θα έλεγα…» είπε ο Σίγκμουντ και γέλασαν όλοι μαζί. «Λοιπόν», λέει ο Ζούρης, «πάει ο Σέξπυρ να κάνει την ανάγκη του και γω συνέχισα να κάθομαι με τον Σίγκμουντ στις σεζλόνγκ και συνεχίσαμε να πίνουμε μαρτίνι με βότκα. Τότε ο Σίγκμουντ είπε ότι πεινάει και ότι πάει κάτω να φέρει κάτι να τσιμπήσουμε. Κατεβαίνει και περίμενα μόνος κοιτώντας το υπέροχο φεγγάρι. Ξαφνικά, ακούω φωνές. Σηκώνομαι γρήγορα, τρέχω προς το μέρος του Σέξπυρ, γιατί από κει άκουσα τις φωνές και βλέπω στη θέση του, τη γυμνή γυναίκα ζωσμένη με τα εκρηκτικά. “Θα σας ανατινάξω αρχίδια άμα δεν κάνετε ότι σας λέω!” μας λέει η γυμνή και γω τρομοκρατήθηκα! “Που είναι ο Σέξπυρ;” τη ρωτάω έντρομος και αυτή χαμογέλασε δείχνοντάς μου στη θάλασσα. Τρέχω προς την άκρη του κότερου και βλέπω τον Σέξπυρ στο νερό να φωνάζει βοήθεια. Του πετάω γρήγορα ένα σωσίβιο και γυρίζω θυμωμένος να ζητήσω εξηγήσεις στη γκόμενα. Δεν ήταν εκεί. Κοιτάω γύρω-γύρω, πουθενά. Σκύβω, πιάνω τον Σέξπυρ, τον βοηθάω να ανέβει. Έτρεμε από το κρύο και είχε τρομάξει πολύ». «Περιττό να πω» είπε ο Σέξπυρ τρώγοντας μια δεύτερη μπανάνα «πως ξενέρωσα στο λεπτό μετά από αυτή τη βουτιά!». «Ναι», λέει ο Ζούρης και συνεχίζει «τρέχουμε τότε, μαζί προς τις καμπίνες και την κουζίνα να βρούμε τον Σίγκμουντ και τι βλέπουμε; Να κάνει σεξ με την γυμνή τύπισσα!» Εκείνη τη στιγμή, τα φτερά της Λούτας κόπηκαν. Έκανε σεξ ο Σίγκμουντ μαζί με την τρομοκράτισσα και την επόμενη μέρα μαζί της; Σιχαινόταν τον εαυτό της. Οι άντρες είναι ίδιοι, σκέφτηκε και της ανέβηκαν δάκρυα. «Δεν έκανα σεξ μαλάκα! Με βίασε!» φώναξε ο Σίγκμουντ που είχε δει την έκφραση της Λούτας να σκληραίνει. «Με βίασε η καριόλα! Άκου Λούτα πως έγινε. Ήμουν στην κουζίνα και έκοβα δυο μήλα να φάμε, σιγοτραγουδούσα και δεν είχα πάρει χαμπάρι τίποτα. Ξαφνικά ακούω πίσω μου “Έι, ψιτ, εσύ…”, γυρίζω, τη βλέπω, την αναγνωρίζω και παγώνω. “Τι θες εσύ εδώ;” είναι το μόνο που προλαβαίνω να της πω και αυτή ορμάει κατά πάνω μου, αρπάζει το μαχαίρι που έκοβα τα μήλα, μου το κολλάει στο λαιμό, μου δίνει ένα ζευγάρι χειροπέδες και μου λέει “Φόρα τις τώρα!” Τι να κάνω, τις φοράω και πριν προλάβω να καταλάβω οτιδήποτε, μου έχει κατεβάσει το παντελόνι και έχει βάλει στο στόμα της… καταλαβαίνεις. Μετά από 5 λεπτά που μπήκαν οι άλλοι, το μοιραίο γινόταν. Δεν ήθελα και ούρλιαζα…», «Ε δεν ούρλιαζες κιόλας…» λέει ο Σέξπυρ, «Σκάσε μαλάκα, ούρλιαζα, δεν ούρλιαζα; Δεν μπήκατε μέσα και της έλεγα σταμάτα, σταμάτα;;» είπε θυμωμένος ο Σίγκμουντ. «Ε, ναι, της έλεγες…» είπε ο Σέξπυρ. «Ε σκάσε τότε!» του απάντησε ο Σίγκμουντ. «Μη μαλώνετε!» είπε ο Ζούρης και συνέχισε την ιστορία: «Με το που κατεβήκαμε και τους είδαμε έτσι, αρπάξαμε τη γκόμενα από τα μαλλιά να ξεκολλήσει πάνω από τον Σίγκμουντ κι αυτή με απίστευτα γρήγορες κινήσεις τράβηξε ένα τεράστιο όπλο και μας το κόλλησε στα μούτρα. “Επειδή μάλλον δε θέλετε να πεθάνετε, κάντε στη άκρη να τελειώσω και μετά έχετε σειρά εσείς. Και οι δύο μαζί.” Εμείς τρομάξαμε πολύ και κάναμε πίσω. Κάναμε να φύγουμε αλλά ούρλιαξε πως θα μας καθάριζε αν δεν καθόμασταν εκεί να κοιτάμε. Εμείς κάτσαμε και βλέπαμε την τρελλή να βιάζει τον Σίγκμουντ.» «Όσο και να πεις, η γκόμενα είχε θεϊκό κορμί και προκαλούσε. Άντρες είμαστε, καταλαβαίνεις, όσο και να φοβόμαστε, αρχίσαμε να ερεθιζόμαστε» είπε ο Σεξπυρ. «Να ερεθίζεσαι!» του είπε έντονα ο Ζούρης. «Εμένα με βίασε η σκύλα!» συμπλήρωσε. «Καλά ρε, αφού σε είδα, άσε τις μαλακίες…» είπε χαμογελαστά ο Σέξπυρ. «Σκάσε μαλάκα, με βίασε σου είπα!» του είπε με γυαλισμένο μάτι ο Ζούρης και ο Σέξπυρ άρχισε να πιάνει το νόημα. Κοίταξε μία το Ζούρη, μία τη Λούτα που είχε μείνει άφωνη και κατάλαβε. "Μάλιστα… αυτός είχε βάλει στο μάτι τη Λούτα… αλλά αυτή το έκανε με τον Σίγκμουντ όταν τους βρήκανε… δε θα έχουμε καλά ξεμπερδέματα", σκέφτηκε ο Σέξπυρ και τη σκέψη του διέκοψε ο Σίγκμουντ: «Τι μαλώνετε ρε μαλάκες; Όλους μας βίασε η ανώμαλη!» «Ναι, ναι… για πες λοιπόν Ζούρη, πως έγιναν τα πράγματα;» είπε ο Σέξπυρ στο Ζούρη. «Όσο βίαζε αυτή τον Σίγκμουντ» συνέχισε την ιστορία ο Ζούρης, «εμείς είχαμε λουφάξει στη γωνία και περιμέναμε. Μόλις τελείωσε, άφησε τον Σίγκμουντ ημίγυμνο με τις χειροπέδες και γύρισε προς το μέρος μας με το πιο άρρωστο βλέμμα που έχω δει ποτέ σε άνθρωπο. “Αγοράκια, τι λέτε για μια τριπλέτα;” μας λέει και μεις μείναμε ακίνητοι, μην ξέροντας τι να κάνουμε. Αυτή ήρθε προς το μέρος μας, με άρπαξε από το σβέρκο κι άρχισε να με φιλάει βίαια στο στόμα..», «κι εμένα μου άρπαξε τα απόκρυφα με τόση δύναμη που σχεδόν παρέλυσα» συμπλήρωσε ο Σέξπυρ. «Μέσα σε 1 λεπτό, κάναμε σεξ οι τρεις μας υπό την απειλή όπλου. Εμένα με είχε στριμώξει στον ένα τοίχο και με το ένα χέρι κρατούσε το όπλο μπροστά στα μούτρα μου και με το άλλο, κρατούσε το… καταλαβαίνεις, και το είχε βάλει στο στόμα της. Πίσω της, στον άλλο τοίχο, είχε στριμώξει τον Σέξπυρ να την… καταλαβαίνεις». «Τραγικό!» αναφώνησε η Λούτα. «Άσε σου λέω, όχι τραγικό, φρικιαστικό», συμφώνησε ο Ζούρης. «Και μετά;» ρώτησε λαίμαργη για τη συνέχεια η Λούτα. «Μετά, όταν τελείωσε, έκατσε πάνω στον μικρό πάγκο της κουζίνας, άρχισε να τρώει το μήλο και μας κοιτούσε γεμάτη αναίδεια» είπε ο Σίγκμουντ. «Εμείς με κατεβασμένα τα παντελόνια, ντροπιασμένοι, τρεις άντρες, απέναντι από μια γυμνή γυναίκα ζωσμένη με εκρηκτικά, καταλαβαίνεις πως αισθανόμασταν. Χάλια.» είπε ο Σίγκμουντ και άρπαξε κι αυτός μια μπανάνα πάνω από το κεφάλι του. «Μου δίνεις και μένα μία;» τον παρακάλεσε ο Ζούρης. «Και μετά;» ρώτησε η Λούτα. «Μετά, ήρθε το τέλος» είπε ο Ζούρης και συνέχισε «Έφαγε το μήλο και μας είπε να βγούμε όλοι έξω. Βγήκαμε και μας διέταξε να πέσουμε στη θάλασσα. Πέσαμε και να’ μαστε». «Καλά, κι αυτά για την τρικυμία και το ναυάγιο που έλεγες τι ήταν;» ρώτησε η Λούτα τον Σίγκμουντ εκνευρισμένη. «Τι να σου έλεγα Λούτα; Πώς να σου έλεγα όλα αυτά τα πράγματα; Ήταν δυνατόν;» είπε ο Σίγκμουντ. «Σωστά… έχεις δίκιο..» συμφώνησε η Λούτα κι άρπαξε κι αυτή μια μπανάνα που κρεμόταν πάνω απ’ το κεφάλι της…
Ο Σέξπυρ όση ώρα κάθονταν στη σκιά, έτρωγε μπανάνες. Είχε φάει 12 μπανάνες και ήδη είχε αρχίσει να νιώθει δυσφορία. Ζήτησε συγνώμη με σκοπό να πάει λίγο απόμερα να κάνει λίγο τσίρλα. Όπως πήγαινε λοιπόν και έσκιζε τα πυκνά φύλλα με τα χέρια, σκόνταψε κι έπεσε. Γυρίζει να δει που σκόνταψε και βλέπει τη γυμνή γυναίκα ζωσμένη με όπλα, όρθια μπροστά του να τον σημαδεύει με το όπλο. Πριν προλάβει να πει κάτι, του την άναψε.
Ο Σίγκμουντ, ο Ζούρης και η Λούτα κάθονταν γύρω από τη φωτιά και χάζευαν τις μικρές παιχνιδιάρες φλογίτσες. Ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός, πουλιά πετάχτηκαν από το δάσος, ζώα τσίριξαν και οι 3 φίλοι πετάχτηκαν έντρομοι όρθιοι. «Τι ήταν αυτό;!» είπε η Λούτα. «Από πού ακούστηκε;!» είπε ο Ζούρης. «Σέεεεεεεεξπυυυυυυρ!» είπε ο Σίγκμουντ και έτρεξε πρώτος προς τα εκεί που είχαν ακούσει τον πυροβολισμό. Σε λίγα λεπτά, στέκονταν και οι τρεις γύρω απ’ το πτώμα του Σέξπυρ. Ο Ζούρης κρατούσε αγκαλιά τη Λούτα και ο Σίγκμουντ έκλαιγε αμίλητος. «Θα τον σκοτώσω. Όποιον το’ κανε, θα τον σκοτώσω!» είπε θυμωμένος ο Σίγκμουντ. «Δε θα προλάβεις αρχιδάκι!» ακούστηκε από πίσω του, γυρίζουν και βλέπουν τη γυμνή, ζωσμένη με όπλα, να τους σημαδεύει με δύο τεράστια όπλα. «Βέλα;» λέει η Λούτα στη γυμνή, ζωσμένη με όπλα γυναίκα. «Λούτα;» της λέει η γυναίκα. «Αδερφούλα μου!!!!» λέει η Λούτα και την αγκαλιάζει. Βρίσκει αφορμή ο Σίγκμουντ που καθόλου δεν τον συγκίνησε η αποκάλυψη ότι η Βέλα και η Λούτα ήταν αδερφές, της αρπάζει τα όπλα, εκπυρσοκροτούν και πέφτει νεκρός ο Ζούρης και η Λούτα. Η Βέλα τότε, σα να μπήκε ένας δαίμονας μέσα της, βγάζει ένα μαχαίρι από τη ζώνη της και μαχαίρωσε 86 φορές τον Σίγκμουντ πριν προλάβει να πει κιχ.
Ιδρωμένη, ανάμεσα σε πτώματα η Βέλα, έβαλε τα κλάματα. Τότε ένα βέλος της τρύπησε την καρδιά. Δεν ήταν του θεού Έρωτα. Δυστυχώς γι' αυτήν. Έπεσε στα γόνατα, έτρεξε αίμα από τα χείλη της, πέθανε. Από πίσω της φανερώθηκε ο αρχηγός της φυλής Μπατ Φιλ Λον που ζούσε στο απομακρυσμένο νησί. Από ψηλά ακούστηκε «Κυρία Λούτααααααααααααα….», «Κυρία Λούταααααααααααααααα…», ήταν το Μαράκι από το ελικόπτερο… Το θέαμα που έμελε να αντικρύσει θα της κόστιζε τη ζωή. Το καλό στην ιστορία ήταν τελικά ότι οι ιθαγενείς θα αποκτούσαν ένα ελικόπτερο με περιορισμένη βενζίνη…
ΤΕΛΟΣ.

Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2007

Κατόπιν Ωρίμου Σκέψεως... Άρλεκιν σελ. 65 η συνέχεια...

Η Λούτα με τον Σίγκμουντ επιβιβάστηκαν στο ελικόπτερο και ξεκίνησαν. Ο Σίγκμουντ είχε εντυπωσιαστεί από την όμορφη γυναίκα που οδηγούσε το ελικόπτερο και της είπε: «Είσαι θαυμάσια γυναίκα… Με εντυπωσιάζεις…». Η Λούτα χαμογέλασε και προσπάθησε να το κρύψει κοιτάζοντας για μια στιγμή από την άλλη πλευρά. Μετά σκέφτηκε πως αυτός ο άντρας την άναβε και θα ήταν χαζή να χάσει οποιαδήποτε ευκαιρία είχε να κάνει με έναν νέο, όμορφο άντρα που τη θαυμάζει. Γύρισε και του είπε «Σ’ ευχαριστώ πολύ. Κι εγώ σε θαυμάζω. Βρήκες τη δύναμη να φτάσεις μέχρι το σπίτι μου, μετά από ναυάγιο. Είσαι πολύ δυνατός άντρας…». Τότε ο Σίγκμουντ δεν άντεξε, έσκυψε και τη φίλησε. Η Λούτα τα έχασε. Ανταπόδωσε το φιλί και όλα της φάνηκαν ξαφνικά πανέμορφα. Ένιωσε μια γαλήνη, έναν άλλο αέρα να της τυλίγει το κορμί. Ο Σίγκμουντ έβαλε το χέρι του στα πόδια της και συνέχισε να τη φιλάει στο λαιμό. Η Λούτα είχε παραλύσει. «Σε παρακαλώ Σίγκμουντ σταμάτα…», «Δε μπορώ, μυρίζεις υπέροχα, δε μπορώ…» και ανέβασε το χέρι του στα απόκρυφά της. Η Λούτα αναστέναξε βαριά και είπε «σε παρακαλώ σταμάτα, δεν είναι κατάλληλη ώρα, σε παρακαλώ…» Ο Σίγκμουντ είχε τρελλαθεί, δε μπορούσε να σταματήσει και να πάρει το χέρι του από τη βελούδινη ζέστη της και συνέχισε με πιο έντονες κινήσεις. Η Λούτα δεν ήξερε τι να κάνει. Το ελικόπτερο πετούσε πάνω από τα μικρά νησιά και η ίδια πετούσε πάνω από τα όρια της ηδονής. Και τότε έγινε. Έχασε τον έλεγχο κι έπεσαν. Η σύγκρουση ήταν δυνατή. Και μετά ησυχία.
Ο Σίγκμουντ άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε γύρω του. Ήταν σε μια παραλία, δίπλα του συντρίμμια και πιο κει, το χέρι της Λούτας. Ούρλιαξε το όνομά της και έτρεξε προς τα κει που είχε δει να ξεπροβάλλει το χέρι της. Η Λούτα ήταν αναίσθητη δίπλα στον έλικα του διαλυμένου ελικόπτερου. Ο Σίγκμουντ της έριξε δυο χαστούκια και η Λούτα άνοιξε αργά τα μάτια της. «Τι έγινε; Γιατί με χτυπάς;», «Πέσαμε Λούτα, πέσαμε!». «Που πέσαμε;» «Δεν ξέρω, μπορείς να σηκωθείς; Σε παρακαλώ, πες μου ότι είσαι καλά!» «Πονάω λίγο αλλά νομίζω πως είμαι καλά…» είπε η Λούτα και στηρίχτηκε στους αγκώνες της.
Η Λούτα σηκώθηκε με τη βοήθεια του Σίγκμουντ. Κοίταξαν γύρω τους και το μόνο που έβλεπαν ήταν η παραλία με το απέραντο γαλάζιο μπροστά τους και πίσω τους δάσος. Δεξιά και αριστερά τίποτα. «Ωραία», είπε ο Σίγκμουντ. «Την έκανα τη μαλακία μου πάλι. Δεν ξέρω πώς να ζητήσω συγνώμη Λούτα. Εμένα μάλλον είναι γραφτό μου να είμαι ναυαγός, εσύ τι μου έφταιξες; Συγνώμη… συγνώμη… συγνώμη..» είπε κι έβαλε τα κλάματα. «Μην κλαις γλυκέ μου, σε παρακαλώ, θα μας βρουν… έχω κι άλλο ελικόπτερο και το Μαράκι άμα αργήσω πολύ, θα ξεκινήσει να με βρει…», «Ξέρει κι αυτή να οδηγεί ελικόπτερο; Μα τι γυναίκες είστε εσείς;» είπε μέσα στα δάκρυά του ο Σίγκμουντ. «Πάψε και φίλα με, ωραίε ναυαγέ, κάνε μου έρωτα!» Ο Σίγκμουντ δεν έχασε ευκαιρία, την έβαλε κάτω και της άλλαξε τα φώτα. Άμμος μπήκε στα απόκρυφά τους αλλά δε νοιάζονταν. Κυλιόντουσαν στην αμμουδιά και έκαναν έρωτα πολύ ώρα. Οι γλάροι πετούσαν γύρω τους, τα σύννεφα προχωρούσαν, το κυματάκι τους έβρεχε αλλά δε νοιάζονταν.
Η Λούτα ήταν μαγεμένη. Πόσο καιρό είχε να νιώσει τη ζεστασιά ενός ανδρικού κορμιού πάνω της; Ανατρίχιασε. Ο Σίγκμουντ έκανε σεξ και χαμογελούσε. Είχε ξεχάσει τα πάντα. Αυτή η γυναίκα ήταν αυτό που περίμενε. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά, τόσο αισθησιακή. Τη λάτρευε.
Σαν από όνειρο, ακούγεται ξαφνικά από μακριά «Ρε μαλάκα Σίγκμουντ, εσύ είσαι;;;;!!!» Ο Σίγκμουντ σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο να αφουγκραστεί. Η Λούτα δεν είχε ακούσει τίποτα. Ήταν χαμένη στο πάθος. «Μισό λεπτό μωρό μου» λέει στη Λούτα. «Άκουσες κάτι;», «Ναι, την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά… ή μήπως είναι η δική σου;», «Όχι, όχι μωρό μου, σταμάτα, κάτι άκουσα» της είπε και κοίταξε γύρω του.
«Ρε μαλάκα Σίγκμουντ, εδώ! Εδώ! ΕΔΩ!» ξανακούστηκε. Γυρίζει ο Σίγκμουντ προς τα πίσω και τι να δει; Κοντά στα δέντρα όρθιοι με σταυρωμένα χέρια ήταν ο Σέξπυρ και ο Ζούρης. «Ρε μαλάκες ζείτε;;;;;;;;;!!!!!!» είπε ο Σίγκμουντ και σηκώθηκε αμέσως όρθιος να πάει κοντά τους. Ανέβασε το βρακί του και το παντελόνι όπως-όπως κι έτρεξε. Η Λούτα σάστισε. Μάζεψε κι αυτή τα ρούχα της και κοίταξε προς το μέρος τους τυφλωμένη απ’ τον ήλιο.
Ο Σίγκμουντ, ο Σέξπυρ και ο Ζούρης είχαν αγκαλιαστεί και γυρνούσαν γύρω-γύρω.
Η Λούτα σηκώθηκε, πήγε προς το μέρος τους χαμογελαστή και είπε: «Γεια σας. Είμαι η Λούτα». Οι άντρες σταμάτησαν τα χοροπηδητά και συστήθηκαν χαμογελαστοί. «Σέξπυρ!», «Ζούρης!» είπαν. «Χαίρω πολύ» είπε η Λούτα. «Πως βρεθήκατε εδώ ρε μαλάκα;» είπε ο Σίγκμουντ τον Σέξπυρ. «Εσείς πως βρεθήκατε εδώ ρε μαλάκα!» απάντησε ο Σέξπυρ. Ο Ζούρης κοιτούσε τη Λούτα και δε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Τι στόμα ήταν αυτό; Τι στήθη; Την ήθελε δική του. Τώρα. Όμως είχε δει το Σίγκμουντ να την κουτουπώνει… την ήθελε όμως τρελλά… Ο Σίγκμουντ όμως ήταν φίλος… τι όμορφη… «Έχω κάτι; Είμαι χτυπημένη;» διέκοψε τη σκέψη του η Λούτα. «Εεε.. όχι.. δηλαδή ναι… είσαι λίγο… χτυπήσατε; Έγινε κάτι;» προσπάθησε να τα μπαλώσει ο Ζούρης. «Ρε μαλάκα, τυφλός είσαι; Δε βλέπεις τα συντρίμμια του ελικόπτερου; Πέσαμε!» είπε ο Σίγκμουντ. «Εσύ οδηγούσες ρε μαλάκα; Χαχαχαχαχα» είπε ο Σέξπυρ και γέλασαν όλοι μαζί. «Δεν καθόμαστε λίγο στη σκιά να δούμε τι θα κάνουμε;» είπε η Λούτα. «Πολύ σωστά!» είπε ο Ζούρης και περπάτησαν όλοι προς τα δέντρα.
Άναψαν μια φωτιά προσεκτικά κι έκατσαν γύρω της πάνω σε μαλακά φύλλα. Την κουβέντα την ξεκίνησε η Λούτα: «Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε τι έγινε από την αρχή;», «Ναι, φυσικά!» είπε ο Ζούρης. «Ήμουν στο Εδιμβούργο για δουλειές. Εκεί που περπατούσα ένα βράδυ στα μπαρ της γερμανικής συνοικίας, κάνω έτσι και τι να δω. Τον Σίγκμουντ και τον Σέξπυρ να κατευθύνονται προς το Μπιγκ Κάραβελ. Φαινόταν ότι είχαν κραιπαλιάσει γιατί γελούσαν και τρίκλιζαν. Ξαφνικά ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Γύρισα να δω έντρομος και τι να βλέπω; Μια γκόμενα γυμνή, ζωσμένη με εκρηκτικά, να κρατάει χειροβομβίδες και φωτιά στο κτίριο δίπλα της. Ήταν η Αμερικάνικη Πρεσβεία».
«Καταλαβαίνεις τι πάθαμε εμείς;» συνεχίζει την ιστορία ο Σέξπυρ. «Εκεί που προχωρούσαμε λιώμα, ακούμε ένα ΜΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΜ! Γυρνάμε πίσω να δούμε τι έγινε και βλέπουμε το Ζούρη. Ρωτάω τον Σίγκμουντ “ Ο Ζούρης είναι αυτός;” “Ναι, ρε μαλάκα. Τι κάνει εκεί; Και αυτή που είναι ζωσμένη σαν αστακός είναι η Σέλι Κάραβελ;” Μου λέει ο Σίγκμουντ. Τι να του πω κι εγώ, έτσι πίτα όπως ήμουν. Δεν έβλεπα καλά. “Όχι ρε” του λέω, μήπως παραήπιαμε και δε συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά;” “Καλά, δεν κρυώνει;” μου λέει καπάκι ο Σίγκμουντ και τότε καταλαβαίνω πως είμαστε τόσο λιώμα που δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την κατάσταση και καλά θα κάναμε να φεύγαμε επιτόπου. Φωνάζουμε το Ζούρη, τρέχει κοντά μας, ανεβαίνουμε στο δωμάτιο, μαζεύουμε τα πάντα και βουρ για το κότερο». «Τα υπόλοιπα στα είπα», είπε ο Σίγκμουντ.
«Μάλιστα… συναρπαστικό!» είπε η Λούτα. «Όχι… μάλλον δε στα είπε όλα…» είπε ο Σέξπυρ. «Σκάσε ρε μαλάκα!» είπε έντονα ο Σίγκμουντ. «Γιατί ρε μαλάκα να μην ξέρει η κοπέλα; Εδώ που είμαστε νομίζεις ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι τα ψέματα;» απάντησε ο Σέξπυρ. «Θα μπλέξουμε…» είπε ο Ζούρης. «Τι έγινε; Υπάρχει και κάτι άλλο;» ρώτησε λίγο τρομαγμένη η Λούτα. «Ξέρεις…» είπε ο Ζούρης, «μετά την έκρηξη, επικράτησε πανικός. Η γυμνή γυναίκα εξαφανίστηκε, εμείς ανεβήκαμε πάνω, πήραμε τα πράγματα των παιδιών, τα δικά μου τα παρατήσαμε στο δικό μου ξενοδοχείο και τρέξαμε προς τη μαρίνα να πάρουμε το κότερο. Ο σκοπός ήταν να λείψουμε για κανά δυο μέρες ίσα να αποφύγουμε τον πανικό. Στη μαρίνα όμως ήταν κρυμμένη η γυμνή γυναίκα, μας είδε, πήδηξε στο σκάφος μαζί μας κρυφά και την ανακαλύψαμε αφού είχαμε ξανοιχτεί αρκετά». «Τι λέτε τώρα παιδιά; Ήταν στο σκάφος σας μια τρομοκράτισσα, ναυαγήσατε… και τώρα που είναι;» είπε η Λούτα συγκλονισμένη. «Έλα μου ντε.. δεν ξέρουμε…» είπε ο Σέξπυρ. «Αφού τα λέμε όλα, να τα λέμε όλα, εντάξει;» είπε ο Σίγκμουντ. «Τι εννοείς;;» ρώτησε η Λούτα. «Η γυμνή κοπέλα μας βίασε στο κότερο». «Τι σας έκανε;; Σας βίασε;; Πώς σας βίασε;; και τους τρεις;; Με δουλεύετε;;» είπε η Λούτα εκνευρισμένη. «Αυτή είναι μια άγρια ιστορία. Την αντέχεις;» απάντησε ο Σέξπυρ με τα μάτια κατεβασμένα.

Η συνέχεια στο επόμενο…

Κατόπι Ωρίμου σκέψεως... Άρλεκιν, σελ. 65.

(Τι να γράψω; Τι να γράψω; Μήπως καμία τσόντα; Για να δω, θα μου έρθει τίποτα; Μμμμμ…) Η Λούτα Σιπέτη ήταν πολύ όμορφη. (Τι θα ήταν;) Είχε πολύ χρόνο ελεύθερο καθώς η κληρονομιά που της είχε αφήσει ο θείος της Αλμπέρτο Φον Κουτσουκέλεν ήταν αμύθητης αξίας. (Το λένε αυτό; Κληρονομιά αμύθητης αξίας; Στ’ αρχίδια μου, προχώρα.) Η Λούτα έμενε βορειοανατολικά της Σκωτίας στο νησί Μακ Γιούαν. Κάθε μέρα μάζευε κογχύλια και το βράδυ έπαιζε πιάνο. Βαριόταν αφόρητα τη γαλήνη της νήσου Μακ Γιούαν αλλά ήξερε ότι είχε σταθεί τυχερή και προσπαθούσε να μην παραπονιέται. Η μοναξιά όμως ήταν αφόρητη (αφόρητα, αφόρητη, όλο τα ίδια λες! Σκάσε, προχώρα.) και δεν άντεχε άλλο. (και τι ήθελε; Πούτσο; Χαχαχαχαχαχαχαχαχα!!!!!!!!!! Σκάσε ρε μαλακισμένο γράφε συγκεντρώσου) Ήθελε μια παρέα, κάποιον να μοιράζεται τις σκέψεις της (όπως τις δικές σου; Πω πω σκάσε), κάποιον να μοιραστεί τα όνειρά της…
Στο τεράστιο σπίτι έμενε αυτή και η πιστή της καμαριέρα Δεσποινίς Μαράκι (ναι, δεσποινίς διευθυντής, σκάσε, γράφε, ποιον να βάλω να έρθει να γίνει ο γκόμενος ρε πούστη… να βάλω ψαρά; Δεν ξέρω, θα δούμε.) Οι δυο τους μοιράζονταν αρκετές ώρες μαζί (βαρετό είναι τελείωνε). Έπλεκαν, κεντούσαν, έλεγαν αστεία, έβλεπαν λίγο τηλεόραση και έτρωγαν (και παίζανε και μια μαλακία το βράδυ!). Η Δεσποινίς Μαράκι, τακτοποιούσε τα κογχύλια της Λούτας πάνω στη βιβλιοθήκη κάθε βράδυ (κοιμήθηκε ο κόσμος.. βερετόοοο...) ακούγοντας τη Λούτα να παίζει πιάνο.
Ένα βράδυ, χτύπησε η πόρτα (εδέησε ο Κύριος). «Άνοιξε Μαράκι», είπε η Λούτα. Πάει το Μαράκι, ανοίγει και τι να δει; Έναν άντρα με σκισμένα ρούχα, χτυπημένο, βρεγμένο, με μούσια και μαλλιά μέσα στα νερά, να στέκεται μισολιπόθυμος στο κούφωμα της πόρτας (μήπως κάσα της πόρτας;) «Βοηθήστε με…» λέει ο άγνωστος και πέφτει κάτω. «Κυρία Λούτααααααααα!!!! Κυρία Λούτααααααα!!!» άρχισε να φωνάζει έντρομο το Μαράκι προσπαθώντας να σηκώσει τον αξιολύπητο άντρα. Η Λούτα παράτησε τη Σονάτα του Μπετόβεν (μέσα στη μαλακία είσαι) κι έτρεξε στην είσοδο. «Ποιος είναι αυτός Μαράκι;» «Δεν ξέρω κυρία, ζήτησε βοήθεια κι έπεσε» «Γρήγορα Μαράκι, να τον σηκώσουμε και να τον πάμε πάνω!» (Πως μωρή θα πάνε πάνω δυο γυναίκες έναν λιπόθυμο άντρα; Θα τεζάρει η μέση τους. Εντάξει δε θα πούμε πόση ώρα έκαναν να τον πάνε, άλλο είναι το θέμα!)
Οι δυο γυναίκες, ανέβασαν τον άντρα στο δωμάτιο και κάλεσαν τον γιατρό. (πω ρε πούστη υπήρχε γιατρός στο νησί; Γιατί δεν τις γάμησε αυτός; Α! Είναι γέρος!) Μέχρι να έρθει ο Δρ. Μακ Λέμπστερ, οι γυναίκες έκαναν ότι μπορούσαν για τον λιπόθυμο άντρα. Τον έγδυσαν, τον καθάρισαν, του έδωσαν νερό να πιει. Κάποια στιγμή άνοιξε τα υπέροχα γαλάζια μάτια του και είπε μέσα από τα δόντια του «ευχαριστώ…» κι αποκοιμήθηκε.
Ο γιατρός ήρθε, τον εξέτασε και είπε στις δύο γυναίκες να τον φροντίσουν αν δεν έχουν αντίρρηση, μέχρι να συνέλθει και να δουν πως βρέθηκε εκεί. Μια πρώτη εκτίμηση ήταν πως ο νέος άντρας ήταν ναυαγός. Οι δυο γυναίκες δέχτηκαν με χαρά (ναι, σιγά μη δε δεχόντουσαν) να τον περιθάλψουν! Άλλωστε η ζωή τους ήταν πολύ άδεια. Το να προστατέψουν κάποιον και να τον βοηθήσουν, ήταν μια καλή πράξη γεμάτη ενδιαφέρουσες στιγμές (προοικονομείς! Σκάσε, λες και δεν έχει καταλάβει το σύμπαν ότι θα πέσει γαμήσι! Αφού την έχεις βάλει την ιστορία στο σέκσιον «τσόντες»!) Αν τον άφηναν αβοήθητο, θα χανόταν στα σίγουρα. Το κοντινότερο νοσοκομείο ήταν στο απέναντι νησί και ο νέος άντρας δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει. Βέβαια, η Λούτα είχε και ελικόπτερο, αλλά κάτι μέσα της τής έλεγε να τον κρατήσει κοντά της μέχρι να γίνει καλά. Ήταν τόσο ανιαρή η ζωή της και κάτι τέτοιο, ήταν θείο δώρο. Είχε μεγάλη ανάγκη να φροντίσει κάποιον, να δώσει αγάπη. (άρχισε να μοιράζεις κουβάδες)
Ο νέος άντρας ξύπνησε την επόμενη μέρα στις 12. Σηκώθηκε από το κρεβάτι μα ζαλίστηκε. Έκατσε πάλι και κοίταξε γύρω του. Τι όμορφο δωμάτιο! Και τι πολυτέλεια! Αμυδρά θυμόταν δύο γυναίκες να τον κοιτάνε, να τον φροντίζουν και μετά τίποτα. Πόσες ώρες κοιμόταν; Που ήταν ο άλλος; Ο… Τη σκέψη του διέκοψε η πόρτα. Άνοιξε και εμφανίστηκε το Μαράκι με ένα δίσκο γεμάτο με όλα τα αγαθά του κόσμου! (πω πω μέσα στις πίπες είσαι!) «Καλημέρα Κύριε!» είπε στον ξένο το Μαράκι. «Καλημέρα κοπελιά» (χαχαχαχαχαχαχαχα κοπελιά χαχαχαχαχαχαχαχαχα) «Είμαι η Δεσποινίς Μαράκι και σας έφερα το πρωινό σας. Θα πεινάτε πολύ…», «Ναι Δεσποινίς Μαράκι, αλήθεια είναι! Πεινάω! Σ’ ευχαριστώ πολύ! ...Η άλλη κυρία που είναι; Δύο δεν είστε εδώ; Υπάρχουν κι άλλοι; Συγχώρεσέ με για τις ερωτήσεις, προσπαθώ να καταλάβω που βρίσκομαι και κυρίως να ξέρω ποιον θα ευχαριστήσω!», «Μην ανησυχείτε κύριε, ρωτήστε ό,τι θέλετε! Δύο είμαστε, εγώ και η κυρία μου Λούτα Σιπέτη, ελληνικής καταγωγής και βρίσκεστε στο σπίτι της στο νησί Μακ Γιούαν, λίγο έξω από τη Σκωτία. Η κυρία σας περιμένει στο σαλόνι μόλις ετοιμαστείτε. Αν φυσικά αισθάνεστε καλύτερα και θέλετε να κατεβείτε. Σας έχουμε καινούρια ρούχα εδώ. Μπορείτε να κάνετε ένα μπάνιο, να φάτε, να κοιμηθείτε, να κατέβετε κάτω, ό,τι θέλετε». «Ευχαριστώ Μαράκι! Δεν έχω λόγια να σε ευχαριστήσω. Θα φάω, θα κάνω μπάνιο και θα κατέβω. Ευχαριστώ!» είπε ο ξένος και το Μαράκι χαμογέλασε και έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Ο ξένος έφαγε λαίμαργα όλο του το φαί και μπήκε στο μπάνιο. Έκανε ένα απολαυστικό ζεστό μπάνιο, ξυρίστηκε, χτένισε τα μακριά του μαλλιά, έβαλε τα όμορφα και άνετα ρούχα που του είχαν δώσει και κατέβηκε.
Η Λούτα έπαιρνε τον πρωινό καφέ της στο σαλόνι και διάβαζε ένα περιοδικό. Δεν μπορούσε όμως με τίποτα να συγκεντρωθεί γιατί ανυπομονούσε να γνωρίσει τον ξένο. Πόσο καιρό είχε να μιλήσει με έναν καινούριο άνθρωπο! (ναι, ναι, η αγαμία πήγαινε σύννεφο, τώρα, τώρα έρχεται η έκπληξη!)
Ο ξένος κατέβηκε και στάθηκε στη βάση της σκάλας. Από το σημείο που στεκόταν έβλεπε δύο υπέροχα πόδια να προεξέχουν από ένα καναπέ. Ένα γυναικείο χέρι χάιδεψε τη μία γάμπα και τότε φάνηκε ένα πανέμορφο πρόσωπο. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.
Η Λούτα έσκυψε να ξύσει τη γάμπα της και είδε τον ξένο να στέκεται στη βάση της σκάλας. Κόμπλαρε. Πόσο όμορφος ήταν! Αυτός ήταν ο ταλαιπωρημένος ναυαγός που μάζεψε χτες στο κατώφλι της; Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
Ταυτόχρονα κινήθηκαν ο ένας προς το μέρος του άλλου. «Γεια!», «Γεια!» και γέλασαν. «Κάτσε, μην στέκεσαι, είσαι πολύ ταλαιπωρημένος!» είπε η Λούτα και προσπαθούσε να σταματήσει να χαζογελάει. Ο ξένος της άρεσε πολύ. Πάρα πολύ.
«Ναι, ναι, σ’ ευχαριστώ» είπε ο ξένος κι έκατσε, μαγεμένος κι αυτός από την πανέμορφη γυναίκα.
«Λοιπόν; Θα μου πεις το όνομά σου; Εγώ είμαι η Λούτα Σιπέτη», είπε η Λούτα. «Ναι, ασφαλώς! Με λένε Sigmund». «Όπως τον Φρόιντ;!», «Χαχα ναι, όπως τον Φρόιντ. Μόνο που εμένα το επίθετό μου είναι Φετσέιτ». «Της γνωστής οικογένειας Φετσέιτ;!!!», «Ναι, αυτής…». «Και πως βρέθηκες εδώ;!», «Μεγάλη ιστορία… Όλα ξεκίνησαν όταν φύγαμε απ’ το νησί με το κότερο, εγώ, ο Σέξπυρ και ο Ζούρης. Είχαμε πάρει τις προμήθειές μας, τα καλάμια ψαρέματος, μουσικές και ανοιχτήκαμε. Ήπιαμε, φάγαμε, γελάσαμε και κάποια στιγμή χάλασε ο καιρός, βουλιάξαμε και να’ μαι. Το τραγικό είναι ότι δεν ξέρω που είναι ο Σέξπυρ και ο Ζούρης…», Τι λες Σίγκμουντ;;!!! Αυτό είναι φοβερό!! Θα πάρουμε αμέσως το ελικόπτερο να πάμε να ψάξουμε!! Από ποιο νησί ξεκινήσατε;», «Απ’ το Μακ Λόιντ.», «Μμμμ… 30 μίλια βορειοανατολικά… πάμε!»

Η συνέχεια στο επόμενο… (θα θέλει κανείς;)

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2007

Άρλεκιν, σελ. 35.

Η Νούλα Πιτόνη ξύπνησε από μια αίσθηση κρύου σ’ όλο της το κορμί. Μισάνοιξε τα μάτια της και προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν. Κοίταξε γύρω της και ο χώρος της φαινόταν άγνωστος.
Ξαφνικά η Νούλα σάστισε περισσότερο! Καθώς ακούμπησε μηχανικά το χέρι της στο στήθος της κατάλαβε πως ήταν γυμνή και πως το χέρι της ήταν στο γύψο! Σαστισμένη πήγε να ανασηκωθεί και είδε και το πόδι της στο γύψο! Βρισκόταν στο νοσοκομείο!
Ναι, τώρα τα θυμήθηκε όλα. Το χθεσινό ατύχημα με το αυτοκίνητο, η τρομάρα της, ο έντονος πόνος και μετά τίποτα. Τι μεγάλη ανοησία να πίνεις και να οδηγείς! Πέρασε φανταστικά σ’ εκείνο το πάρτι κι εκείνος ο γκόμενος ήταν έξτρα καυτός, αλλά της βγήκε ξινό! Αλήθεια που να είναι η τσάντα της να δει αν είναι ακόμα το χαρτάκι με το τηλέφωνο του μέσα; Αλήθεια, πως τον έλεγαν; .... Λόνι! Τι ωραίο μωρό! Αισθάνθηκε να ερεθίζεται.
Τότε άνοιξε η πόρτα και ασυναίσθητα η Νούλα τράβηξε το σεντόνι προς το στήθος της. Ήταν η νοσοκόμα που της έφερνε το πρωινό της. «Είστε καλά δεσποινίς;» τη ρώτησε. «Ναι, ευχαριστώ» της είπε η Νούλα κοιτώντας την.
Η νοσοκόμα είχε πολύ περίεργο πρόσωπο. Είχε ασιατικά χαρακτηριστικά αλλά έντονα αφρικάνικα χείλια. Μαύρα ίσια μακριά μαλλιά που γυάλιζαν υπέροχα και ένα λεπτό κορμί. Το εντυπωσιακότερο ήταν τα στρογγυλά στητά στήθη της που οι θηλές τους προσπαθούσαν να τρυπήσουν τη λευκή ρόμπα. ‘Καλά, δεν φοράει σουτιέν;’ σκέφτηκε η Νούλα. Η ασιάτισσα νοσοκόμα σαν να κατάλαβε τι σκεφτόταν η Νούλα, χαμογέλασε και της είπε: «Έλα, πρέπει να σε πλύνω». Η Νούλα ντράπηκε λίγο με την ιδέα αλλά τι να έκανε μόνη, με δύο σπασμένα μέλη; Άσε που η ιδέα να την πλένει αυτή η γοητευτική γυναίκα δεν την ενοχλούσε καθόλου!
Η ασιάτισσα βοήθησε τη Νούλα να πάνε στο μπάνιο. Πηγαίνοντας, της είπε: «Έχεις πολύ σφιχτό κορμί. Γυμνάζεσαι;». Η Νούλα της είπε «Ναι» και χαμογέλασε σίγουρη πια για το τι θα γινόταν στο μπάνιο.
Μόλις έκλεισε η πόρτα του μπάνιου, η ασιάτισσα στάθηκε μπροστά στη Νούλα και της είπε: «Από χτες το βράδυ που σε είδα, θέλω να γευτώ τους χυμούς σου». Η Νούλα χαμογέλασε, έκατσε στη λεκάνη και έδειξε στην ασιάτισσα την προθυμία της. «Είσαι πολύ καλό κορίτσι και φρόνιμο» της είπε η ασιάτισσα. Αμέσως έπεσε στα τέσσερα και άρχισε τη δουλειά. Η Νούλα τρελάθηκε! Αυτό το αφρικάνικο στόμα έλεγε πολλά! Ήλπιζε να είναι έτσι κι ο γκόμενος απ’το πάρτι.
Η ασιάτισσα δούλευε σαν καλοκουρδισμένη μηχανή με σωστούς ρυθμούς την κατάλληλη στιγμή. Η Νούλα βογκούσε. Η ασιάτισσα ήταν καταπληκτική. Σε λίγο θα έφτανε στην τέλεια κορύφωση.
Τρελή από πόθο η Νούλα άπλωσε το χέρι να πιάσει τα στήθια της ασιάτισσας και τότε χιλιάδες αστέρια έλαμψαν μπροστά της. Ήταν τόση η ένταση του πάθους που ξέσπασε από μέσα της που για μια στιγμή ξέχασε τα πάντα. Που βρίσκεται.. ποια είναι.. Σπαρταρούσε πάνω στη λεκάνη τόσο έντονα που η ασιάτισσα τρόμαξε μην πέσει και σπάσει τίποτα άλλο..
Όταν τελείωσαν, σηκώθηκαν και φιλήθηκαν παθιασμένα στο στόμα. Η ασιάτισσα την έπλυνε με απαλές κινήσεις και η Νούλα δαγκωνόταν από την αναστάτωση.
Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, πεινούσε αφάνταστα! ‘Το’σπασα το χέρι μου και το πόδι μου’ σκέφτηκε ‘αλλά το πρωινό ξύπνημα με αντάμειψε πλουσιοπάροχα!’. Έφαγε και μετά από λίγο αποκοιμήθηκε.
Ξύπνησε με το άνοιγμα της πόρτας. Είχε έρθει ο γιατρός να τη δει. «Δεν είναι δυνατόν!» αναφώνησε η Νούλα. «Θεέ μου!» είπε κι ο γιατρός! Ο γιατρός, ήταν ο γκόμενος του πάρτι. «Τι ώρα έχεις διάλειμμα κούκλε;» ρώτησε η Νούλα χωρίς να χάσει χρόνο. «Ατάκα κι επιτόπου μωρό μου ατελείωτο» είπε ο Τίλος και με μία κίνηση κλείδωσε την πόρτα.
Με δύο κινήσεις, είχαν βγάλει τα ρούχα τους και είχαν πέσει στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Ο Τίλος τη φιλούσε παντού. Αυτή είχε πιάσει το σεξ του και το γρατζουνούσε ελαφρά με τις άκρες των νυχιών της. Αυτός αισθανόταν χιλιάδες μικρές ηδονικές βελόνες να μπήγονται στη σάρκα του.
«Τι όμορφος που είσαι» του είπε η Νούλα κοιτώντας χαμηλά. Έπειτα, με ένα σιγανό βογκητό ξεκίνησε τα κόλπα της. Ο γιατρός κόντεψε να εκραγεί. Η συντρόφισσά του το κατάλαβε και σταμάτησε το παιχνίδι για να παρατείνει την ηδονή. Έπειτα ξανάρχισε... για να σταματήσει ξανά ...και να ξαναρχίσει. Ο Τίλος κατάλαβε πως δε θ’ άντεχε άλλο και πως αυτό το παιχνίδι θα τον τρέλαινε. Με μια κίνηση έπιασε την κοπέλα από τις μασχάλες και την ανάγκασε να πέσει ανάσκελα. Έκαναν έρωτα με πάθος. Από την ηδονική κραυγή της Νούλας, αναστατώθηκαν τα πουλιά του πάρκου και πέταξαν ψηλά. Εκεί ψηλά έφτασαν και η Νούλα με τον Τίλο μετά απ’ αυτήν την υπέροχη συγχρονισμένη κορύφωση που είχαν.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2007

Προσωπικότητες.

Μπορώ σας παρακαλώ να μην ξαναδώ σε περιοδικά τίτλους όπως «10 προσωπικότητες μιλούν για την ψυχανάλυση, τον άνθρωπο, τη σχιζοφρένεια ή ό,τι άλλο» και όταν το ανοίγω να βλέπω ότι οι προσωπικότητες είναι ο Τσέμπης Μικόλας, ο Βούλης Σικάλας, η Νέλα Πιτάλη και ο Ρέκης Τσιμπόνης; Δηλαδή άσχετοι καραγκιοζαίοι που απλά έτυχε να ξέρουν κάποιον, έγιναν διάσημοι (στην Ελλάδα και αν) γιατί τον είχαν μεγάλο ή γιατί η θείος τους ήταν υπουργός. Δε μπορούν δηλαδή να βάλουν στο εξώφυλλο «10 γνωστοί Έλληνες μιλούν για…» να τελειώνουμε; Θα μου πείτε τώρα, τι ζόρι τραβάω. Ντάξει, τι να πω. Εγώ τραβάω ζόρια γενικώς. Δεν έχω να σας απαντήσω τίποτα. Πέρα βέβαια, απ’ το γεγονός ότι ναι, τραβάω ζόρια. Δε γουστάρω ρε παιδί μου να πουλάνε σε ηλίθιους (πλατύ κοινό, μάζα) ότι τα μπάζα που μιλάνε είναι «προσωπικότητες». Θα μου πείτε όλοι οι άνθρωποι έχουν προσωπικότητα όσο σκατένια κι αν είναι. Ναι, φυσικά, το ξέρω, ευχαριστώ πολύ, καλημέρα σας. Το ζόρι το τραβάω γιατί αυτοί όταν λένε «προσωπικότητες» το εννοούν. Σα να λένε «Ουμπέρτο Έκο» και μιλάνε για τον Λούνη Φανίδη. Ποιος είναι αυτός; Κανείς. Ακριβώς αυτό. Κανείς. Με πιάνετε; Λέω μαλακίες; Γνώμη μου.
Το πιο ωραίο είναι όταν παίρνουν συνέντευξη από μια όντως προσωπικότητα, γράφουν: «Ο Ουμπέρτο μιλάει στο Φούφουτο». Έτσι, με το μικρό του, και καλά είναι άνθρωπος κι αυτός, σαν κι εσάς. Τι λες τώρα, αλήθεια; Νόμιζα ότι οι προσωπικότητες δεν χέζουν, δεν κλάνουν και δε ρεύονται. Ζουν με γύρη και ωραία χρώματα. Δε θυμώνουν ποτέ, δε λένε μαλακίες και είναι πάντα άξιοι θαυμασμού. Λοιπόν, θέλω να πω στο δημοσιογράφο ή στον εφευρέτη του τίτλου, πως ο Ουμπέρτο σε κλάνει στη μούρη γελοίε. Θα μου πεις τώρα, διαβάζει ο άλλος ότι ο Έκο (έχω πιάσει τώρα τον Έκο ως παράδειγμα, μη φάει κόλλημα κανείς, άλλο είναι το θέμα μας, ντάξει;) είναι προσωπικότητα, διαβάζει τι λέει ο άνθρωπος, προσκυνάει και σου λέει, που να γίνω γω έτσι, ούτε τα αρχίδια του δε φτάνω, απογοήτευση. Οπότε, «οι ειδικοί», βάζουν τον κανένα, κύριο Ράκη Πιλέκη ή την κυρία καμία Τέλια Φυτάλη κι άμα έχουν και μούσκουλα ή ωραία βυζιά ή στην καλύτερη κεκεδίζουν, είναι εριστικοί με όποιον μιλάνε ή φοράνε γελοία γυαλιά ή ντύνονται έτοιμοι για το καρναβάλι της Πάτρας, κοτσάρουν το «προσωπικότητα», διαβάζει ο άλλος τις μαλακίες που λέει η «προσωπικότητα» και λέει, α, ντάξει, αυτόν τον φτάνω. Μπορώ να γίνω τόσο μαλάκας όπως αυτός και να υιοθετήσω και τις ίδιες ιδέες! Δε χρειάζεται να διαβάσω 400 βιβλία, να πάρω πτυχία, να ζήσω τη ζωή, να μιλήσω με άλλους, να ταξιδέψω. Η κυρία Σύνια Ρουφόδη δεν έκανε τίποτα και κοίτα, παντρεύτηκε τον πάμπλουτο Ρόνι Ασουλαϊδη της γνωστής οικογενείας! Μαλάκες γαμημένοι τρόμπες. Θα μου πεις τώρα τι φταίνε οι άνθρωποι, τη δουλειά τους κάνουν. Άμε δε μου γαμιέστε ένας ένας; Τι φταίει ο ένας, τι φταίει ο άλλος, ναι το ξέρω. Εγώ ζω στο στρουμφοχωριό, με φέρανε εδώ ένα βράδυ στον ύπνο μου κι ακόμα ψάχνω να βρω την έξοδο. Σιγά μωρή Τρούμαν (απ’το Τρούμαν Σόου), μη σκίσεις το καλσόν σου. Ναι, καλά, κοροϊδεύετε και γελάτε. Εγώ υποφέρω. Πλήρωσα 100 ευρώ 3 μήνες γυμναστήριο και πήγα μία φορά ένα πιλάτες και μία φορά μία γιόγκα. Προσωπικό γυμναστή να είχα, τόσα θα πλήρωνα. Θα μου πεις, γιατί, που πήγες; Κάτω απ’ το σπίτι σου είναι αυτά που πήγες. Ντάξει ρε παιδί μου, δε θα πατούσα τα κουμπιά του ασανσέρ, θα καθόμουν μόνη να αφοσιώνομαι στις ασκήσεις, λέμε τώρα. Γιατί το λέω αυτό τώρα; Α, ναι. Πάει στο ότι δεν κάνω τίποτα για τον εαυτό μου (αφού δε μπορώ όπως όλοι μας) κάθομαι και βασανίζομαι (δηλαδή τρώω στη μάπα ό,τι με ενοχλεί) και (στην τελική) μου τη σπάνε όλα. Μιλάμε για τεράστιο μαζοχισμό. Ήθελα να ήξερα μέσα στις πόλεις, έχουμε πάρει χαμπάρι πόσο μαζοχιστές είμαστε; Δε θα ήταν τουλάχιστον ειλικρινές και πέρα ως πέρα γαμηστερό θέαμα, μιλάμε θα γινόμαστε ο απόλυτος τουριστικός προορισμός και όχι μόνο, όλοι οι επιστήμονες θα ερχόντουσαν στην πόλη μας-χώρα μας, ανάλογα από πού ως που θα είχε επεκταθεί αυτό που θα σας πω σε λίγο, να αναλύσουν το γιατί και πως προέκυψε τέτοια μαζική ψυχική εκδήλωση του τρόπου ζωής στην πόλη: να κυκλοφορούσαμε όλοι μα όλοι με σαδομαζοχιστικές στολές. Λουριά, μαστίγια, δερμάτινες μάσκες, περικάρπια με καρφιά, μυτερές μπότες, αρβύλες, παντελόνια με τα κωλομάγουλα έξω, κάπες το χειμώνα κι από μέσα μόνο δερμάτινες γραβάτες οι άντρες και σουτιέν από 2 λωρίδες δέρμα οι γυναίκες. Φανταστείτε όλους τους μεγάλους να φοράνε τέτοια και μόνο τα παιδιά να φορούσαν κανονικά ρουχαλάκια. Φανταστείτε στην Πανεπιστημίου π.χ., γυναίκες γάτες με μαστίγια με 9 ουρές, άντρες με δερμάτινα κολάν και μάσκες, νέους γέρους, όμορφες, άσχημες, και μόνο τα παιδάκια να φοράνε κόκκινα, πράσινα, όλα τα χρώματα στα ρουχαλάκια τους. Μια εικόνα που θα έδειχνε πως ο κάτοικος μιας πουστόπολης έχει αποδεχτεί πλήρως το ρόλο του –του σαδομαζοχιστή- και «δεν μπορεί» να κάνει τίποτα άλλο και το δηλώνει – και ντύνεται έτσι. Τα παιδιά μεγαλώνοντας, μπορούν να αποδεχτούν ή όχι το ρόλο, στο χέρι τους είναι να κάνουν πάρα πολλά πράγματα, και όχι κάτι, για να αλλάξει αυτό. Αφού λοιπόν υποφέρουμε που υποφέρουμε και δεν κάνουμε τίποτα μα τίποτα, γιατί δεν αποδεχόμαστε το ρόλο μας και να βγάλουμε και κανά φράγκο; Σ’ αυτή τη χώρα, μυαλό δεν έχουμε. Σας μιλάει μια προσωπικότητα.

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2007

Δημόσιο (Ουρητήριο).

Όλοι έχουμε συναντήσει τα αρχιδοκάμπανα στο Δημόσιο που βαριούνται που ζουν, που αναπνέουν, που υπάρχουν και που είναι αγενείς. Τα γαμωάρχιδα δηλαδή που κάνουν ότι άλλο θες, εκτός απ’ το να σε εξυπηρετήσουν. Φυσικά και υπάρχουν οι εξαιρέσεις που είναι ελάχιστες, αλλά εδώ μιλάμε για τους άλλους.
Τελικά, μία πρέπει να είναι η συμπεριφορά μας στα συγκεκριμένα αρχίδια που βαριούνται να κάνουν απλά τη δουλειά τους: Βλέπε ΡΟΥΠΗΣ, κείμενο «Απίστευτος Διάλογος», Πέμπτη 11/1/07 (το link το έχω δίπλα στις ΑΤΟΜΑΡΕΣ γιατί είμαι άχρηστη και δεν ξέρω να το βάζω μέσα στο κείμενο :)
Το διάβασα και χαμογέλασα τόσο πλατιά που έκανα ρυτίδες. Πόσο θα ήθελα να ήμουν μπροστά! Πόσο θα ήθελα να το δω κινηματογραφημένο και να το έχω δικό μου να το κάνω replay και replay και replay μέχρι να το κάψω! Και μετά να βάλω το επόμενο αντίτυπο, γιατί θα είχα κάνει πολλά, και να τα βλέπω όλα, μέχρι να βρω κι εγώ τη δύναμη και να κάνω το ίδιο κάποια στιγμή. Γιατί αυτό θέλουν τα αρχίδια τα όρθια. Βέβαια θα μου πεις, άμα το κάνεις αυτό μούρη με μούρη, σιγά μην κάνεις ποτέ τη δουλειά σου. Γι’ αυτό το βουλώνουμε όλοι. Και ποιος έχει την όρεξη να πηγαίνει στο δημόσιο χωρίς να έχει πραγματική δουλειά, να ζητάει και μετά να βρίζει; Άρα μόνο τηλεφωνικά.
(Αλλάζω παράγραφο γιατί καταλαβαίνω πως χρειάζεστε χάρακα ή μολύβι για να διαβάσετε τις μαλακίες μου, ελπίζω να βοηθάει λίγο…)
(Ξαναλλάζω γιατί η προηγούμενη πρόταση ήταν πολύ μεγάλη και χάθηκε η παράγραφος…)
(Ξαναλλάζω για τον ως άνω λόγο..) Τώρα θυμήθηκα ένα περιστατικό στο μπατσικό που πήγα να βγάλω ταυτότητα. Ήταν 2 πατσαβούρες που ντάξει είχαν δουλειά, αλλά για 3 ώρες την ημέρα. Και ποια ήταν η δουλειά; Να μας μετράνε το ύψος (κόντεψε να με κόψει στα δύο η χοντρή [δες παρακάτω] για να με μετρήσει, ήθελε να με βγάλει κοντή, όχι ότι δεν είμαι, αλλά επειδή αυτή ήταν 2 μέτρα και 200 κιλά, κάβλωνε οι άλλες να είναι τάπες), να μας λένε ότι έχουμε καστανά μάτια (όλοι και όλες), να γράφουν τις ταυτότητες, να τις υπογράφουν και να τις πλαστικοποιούν. Μιλάμε, δραματική κατάσταση. Τις λυπάμαι και τις καταλαβαίνω. Τις ξεκωλιάρες. Μπαίναμε λοιπόν, 2-2 στο γραφείο-στάβλο που δούλευαν και μας εξυπηρετούσαν. Κάτι φάτσες που είχαν, άσε. Μου ερχόταν συνέχεια ροχάλα και δεν συνειδητοποιούσα γιατί. Ήταν το ένστικτο αλλά εκείνη την ώρα είχα βαρεθεί να περιμένω 2,5 ώρες για την ταυτότητα και δεν έπιασα το υπονοούμενο και την κατάπινα (τη ροχάλα).
Μια περιγραφή των πατσαβουριών επιβάλλεται:
Η πρώτη: χοντρή [που λέγαμε], με στενό τζην (αλίμονο!) ραγάδες στη μέση και κοντό μπλουζάκι να τις βλέπεις. Λιγδωμένο μαλλί πιασμένο με μανταλάκι (έτσι το λέω εγώ, καταλάβατε, το πράμα που πιάνουμε όλες το μαλλί μας στο σπίτι για να κάνουμε καμιά δουλειά) και ύφος 480 καρδιναλίων. Για να πάει δε, να πάρει την υπογραφή από τον ανώτερο, πήγαινε με το πάσο της. Περίμεναν 800 άτομα και η φάλαινα δεν πήγαινε πιο γρήγορα να τελειώνουμε. Άσε που καθόταν 5 λεπτά κάθε φορά στο γραφείο του ανώτερου. Τι στο καλό έκαναν; Έπαιζαν μια γρήγορη παρτίδα αγωνία; Ή μίλαγε αυτός στο τηλέφωνο και τη σκυλόβριζε επειδή τον διέκοπτε για να υπογράψει; Ποιος ξέρει;
Η δεύτερη: πιο όμορφη και άρα ύφος 12000 καρδιναλίων. Πολύ κωλόφατσα, αντιπαθέστατη και έγραφε με μίσος ό,τι έγραφε. Τι να πω; Τραγική δουλειά να γράφεις ταυτότητες. Καταλαβαίνω. Την ξεκωλιάρα.
Το λοιπόν: είμαι μέσα, κοιμάμαι όρθια από την ανία, σκανάρω τις γαμόφατσες και χαζεύω το αηδιαστικό γραφείο. Κάπου καταλαβαίνω γιατί αυτές έχουν γίνει λάμιες. Νομίζω οποιοσδήποτε έμπαινε εκεί μέσα να δουλέψει θα γινόταν λάμια και φάουσα μαζί.
Α! Όλη η διαδικασία κρατούσε 20 με 30 λεπτά. 20 με 30 λεπτά κυρίες και κύριοι για να γράψουν ΔΥΟ τσόκαρα (κακής ποιότητας και ουχί Scholl με ανατομική σόλα και χαρούμενα χρώματα) ΜΙΑ ταυτότητα και να την πλαστικοποιήσουν. Τι να πω; Ίσως και ο υπολογιστής που δούλευαν (έναν είχαν) να ήταν αυτός των Κυθήρων (ο αρχαίος ντε!)
Κάθομαι που λέτε και μαλακίζομαι (και δυστυχώς ούτε με το κινητό μου μπορούσα να παίξω καθώς δεν έπιανε γαμώ το στάβλο) και μπαίνουν δύο κοπέλες για την ίδια δουλειά. Εγώ περίμενα να ψηθεί η ταυτότητα. Αυτές εκείνη τη στιγμή ξεκινούσαν τη διαδικασία. Η μία είχε έρθει για την ταυτότητα και η άλλη για μάρτυρας. Λοιπόν, επειδή έχω μαλάκυνση, δε θυμάμαι τη στιχομυθία, θυμάμαι όμως το αποτέλεσμα και το ότι ήθελα να βάλω κάτω τις καριόλες (μπατσίνες) και να τις ξεκατινιάσω στις κλωτσιές. Τι έγινε λοιπόν; Τα κορίτσια ήταν αδερφές. Είχαν έρθει από Λάρισα, Λαμία, δε θυμάμαι και ήρθαν εκεί για την ταυτότητα. Για να βγάλεις ταυτότητα από το τμήμα μιας περιοχής, πρέπει να μένεις στην περιοχή. Αλλιώς σε στέλνουν αλλού. Αυτές λοιπόν, έμεναν προσωρινά σε δυο θειές τους. Είχαν δηλώσει λοιπόν τη μία διεύθυνση, τη βλέπει η μπατσίνα (12000 καρδινάλιοι) και της λέει «ανήκετε σε άλλο τμήμα». Η διεύθυνση είναι προσωρινή, λένε τα κορίτσια, μπορούμε να δηλώσουμε την άλλη; Όχι (φυσικά) λένε οι άλλες. Σας παρακαλούμε, τα κορίτσια, άντε καλά, οι καριόλες, λες και έκαναν και καμιά σπουδαία χάρη. Ξεκωλιάρες. Μόνο για επιβεβαίωση ήταν, δεν αφορούσε την ταυτότητα. Τέλος πάντων, πάμε παρακάτω. Ετοίμαζαν τα χαρτιά τους και η μία κοπέλα κάνει το μέγιστο, γιγαντιαίο, επικό, τεράστιο λάθος να πει στις καριόλες: στην προηγούμενη ταυτότητα (που είχε χάσει και άρα το βούρλο δεν έπρεπε να πει τίποτα) η ημερομηνία γέννησης είναι λάθος. Εκεί να δεις! Οι καριόλες αφήνιασαν! Να πάτε στη Λάρισα να το αλλάξετε, να πάρετε τηλέφωνο εκεί, θα κάνουν καμία βδομάδα να το αλλάξουν και ξαναελάτε. Κι εδώ ξεκινάνε οι χοντράδες. Τι λέτε τώρα, οι κοπέλες, πρέπει να βγάλουμε την ταυτότητα, όχι οι άλλες, τελικά βρίστηκαν, οι κοπέλες ξεκίνησαν και κατέληξαν να λένε στις μπατσίνες ότι ακολουθούν το πρωτόκολλο και δεν ακολουθούν κανονισμούς ευγενείας και οι άλλες (ξεκωλιάρες) έλεγαν ότι έτσι πρέπει να γίνει και τελικά έφυγαν οι κοπέλες χωρίς να κάνουν τη δουλειά τους, και λέει η ξεκώλο (12000 καρδινάλιοι) –μπροστά εγώ, υπενθυμίζω, αλλά γι’ αυτές δεν υπήρχα, ήμουν μύξα, κακάδι στον τοίχο τους- «Έχω σπουδάσει εγώ, τσόκαρα, με πτυχίο είμαι εδώ (το «τσόκαρα» το πιάσατε;;;), να μην της εξυπηρετήσεις άμα ξανάρθουν, λέει στη χοντρή και μου’ φυγαν τα μαλλιά!! Ακούσατε ρε; Είπε η μία καριόλα στην άλλη να μην τους κάνουν τη δουλειά επειδή η ίδια είχε θυμώσει, ήταν μπάτσος, είχε το πάνω χέρι. ΚΙ ΕΓΩ ΜΠΡΟΣΤΑ! Ε; Θάνατος; Όχι αμέσως όμως. Πρώτα ξεφτίλισμα. Τους λες πόσο άσχημες και κακές είναι και θα πεθάνουν μόνες και αγάμητες. Κι αν βρεθεί κανείς να της γαμήσει, θα είναι τύφλα και μόλις ξενερώσει, θα αυτοκτονήσει. Μετά τις πλακώνεις στα χαστούκια. Μετά στις φτυσιές. (Αυτές ήδη κλαίνε και παρακαλάνε, εσύ φτιάχνεσαι κι άλλο και συνεχίζεις.) Μετά, τους σκίζεις τα ρούχα, τις κλωτσάς και τις πετάς στον κόσμο που περιμένει 400 ώρες για μία γαμημένη ταυτότητα.
Τίποτα. ΡΟΥΠΗΣ= ΗΡΩΑΣ, ΘΕΟΣ, ΤΟ ΙΝΔΑΛΜΑ ΟΛΩΝ.
Αλλά προσοχή! Μην ξεχνάτε πως πρέπει να τους γαμούμε τηλεφωνικά ή πρόσωπο με πρόσωπο όταν δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η δουλειά που έχουμε να κάνουμε.
ΓΑΜΗΣΤΕ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΒΑΡΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΕΝΕΙΣ! KILL! KILL! KILL! KILL! KILL! KILL! KILL!

Υ.Γ. πω πω, σας γάμησα στην πολυλογία. Σόρυ ρε γαμώτο!
Υ.Γ. και δεν ξανάλλαξα και παράγραφο. Τι μαλάκω!

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2007

Νταβατζήδες παιδικών ψυχών.

Μπορεί γενικότερα να ασχολούμαι με την κάθε βρωμομούνα που περνάει από μπροστά μου και τον κάθε μπιχλολεχρίτη αλλά δε με απασχολούν μόνο αυτά. Απλώς αυτά είναι αστεία. Τα άλλα, τα σημαντικότερα, είναι πολύ κωλομελογλυφάτα για τα περισσότερα μάτια και τα θεωρώ πάρα πολύ σπουδαία για να κάνω «κατήχηση». Κάποιες φορές όμως, δεν αντέχω. Όπως μετά την ανάγνωση του ποστ του αγαπημένου μου Γιατρού Sigmund «Σκοτώνουμε το μέλλον», Τρίτη 9/1/07, δε μπορώ να μην αρχίσω να ουρλιάζω και να θέλω να καταθέσω τη λύπη και την οργή μου. Το ποστ αφορά την κακοποίηση των παιδιών (και όχι μόνο) και παραπέμπει στο σάιτ http://www.ikzieikziewatjijnietziet.nl/index_en.asp

Μπείτε σας παρακαλώ και δείτε όσοι δεν είδατε. Στη συνέχεια, στείλτε το παντού. Παντού όμως! Ίσως φτάσει και σε κάποιους που εκμεταλλεύονται, χτυπάνε, βιάζουν παιδιά. Ίσως φτάσει σε κάποιους που ακούνε το γείτονά τους ή ξέρουν ένα συγγενή τους που κακοποιεί το παιδί του και δεν έχουν πει τίποτα. Κάτι πρέπει να γίνει κάποτε με τους νταβατζήδες των παιδικών ψυχών.
Υποφέρω ακόμα κι όταν βλέπω μια καριόλα να φωνάζει στο παιδί της στο δρόμο. Θέλω να την κλωτσήσω αλλά ντρέπομαι το παιδί. Πάντα όμως στέκομαι και την αγριοκοιτάω. Αρκετές φορές, τολμώ να πω, μετά το αγριοκοίταγμα έχουν κομπιάσει.
Δε μπορώ να σκέφτομαι ότι τα ΝΙΚΕ μου τα έχουν φτιάξει παιδάκια και κάθε φορά λέω «δε θα ξαναγοράσω» και ξαναγοράζω. Τέτοια καριόλα είμαι κι εγώ. Θα μου πεις, άμα είναι να μην παίρνουμε τίποτα που να βγαίνει από παιδικά χέρια, θα πρέπει να αγοράζουμε μόνο ελληνικά προϊόντα ή ότι δεν είναι προϊόν μεγαλοβιομηχανίας. Ίσως και να ράβουμε μόνοι μας τα ρούχα μας. Είναι κακή ιδέα; Τρελαίνομαι όταν βλέπω ντοκιμαντέρ με παιδάκια-πόρνες στην «Εξωτική Ταϊλάνδη» και λοιπούς εξωτικούς προορισμούς. Έχω βρεθεί αρκετές φορές μπροστά σε θέαμα «κακότυχων» παιδιών και έχω κλάψει. Το καλοκαίρι στο Άμστερνταμ, είδα τουλάχιστον 5 πόρνες στη Red Light District γύρω στα 16-17. Θα μου πεις, αυτό είναι το λιγότερο. Τουλάχιστον είναι 16-17 και στο Άμστερνταμ τις πουτάνες τις προστατεύει το κράτος τρελά. Δεν είναι 10-12 ετών στην Καλκούτα και τα γαμάει ο κάθε ανώμαλος παιδέρας για 1 δολάριο.
Στην Ινδία, που βρέθηκα πριν χρόνια, είδα από κοντά αυτό που είχα δει σε ντοκιμαντέρ. Λόγω φτώχειας, όταν γεννάνε κάποιοι, σπάνε τα μέλη των παιδιών τους, τα αφήνουν να κολλήσουν στραβά ώστε να σέρνονται στο δρόμο και να ζητιανεύουν. Πιστέψτε με. Δε μπορείτε να συλλάβετε την εικόνα. Ομάδες τέτοιων παιδιών, να σέρνονται στο δρόμο και να «κλωτσάνε» την μπάλα με τα στραβά τους χέρια. Παιδιά είναι. Πρέπει να παίξουν. Θυμάμαι σε ένα χωριό, ήταν μια κοπέλα με σπασμένα-στραβά κολλημένα χέρια και πόδια και σερνόταν στο δρόμο. Στα χέρια και στα γόνατά της, είχε δεμένα πανιά για να μην πονάει από την επαφή με το δρόμο έτσι όπως σερνόταν. Τα ίδια πανιά στα σημεία επαφής με το δρόμο είχαν όλα τα παιδιά που ήταν έτσι. Κάθε μέρα που έβλεπα τη συγκεκριμένη κοπέλα έκλαιγα, σκούπιζα τα δάκρυά μου για να μη με δει, πήγαινα, της έλεγα καλημέρα και της έδινα λεφτά. Όταν την πρωτοείδα βέβαια, κώλωσα και δε σκέφτηκα να δώσω λεφτά, μαθημένη βλέπεις από τους γαμοζητιάνους της Αθήνας και δεν μπορούσα ούτε να πλησιάσω. Την παρατήρησα. Είδα ένα πρόσωπο λαμπερό, δυο υπέροχα μαύρα μάτια κι ένα τέλειο λευκότατο χαμόγελο. Πλησίασα και κάπως έτσι άρχισε η «σχέση» μας. Στο χωριό κάτσαμε 2 εβδομάδες. Την έβλεπα κάθε μέρα και της έδινα λεφτά. Μια μέρα, δεν είχα λεφτά πάνω μου, δε θυμάμαι, πάντως κρατούσα μία σακούλα με 4-5 μήλα. Μιας και δεν είχα λεφτά λοιπόν, βάζω το χέρι στη σακούλα και της δίνω ένα. Ξέρετε ποια ήταν η αντίδρασή της; Ένα «ουάου!» Ουάου με θαυμαστικό φίλες και φίλοι, γιατί τα μήλα στην Ινδία είναι ακριβά. Ουάου. Ούτε ξέρω πόση ώρα έκλαιγα μετά. Κι έβρεξε. Και την έβλεπα από το μπαλκόνι του εστιατορίου που καθόμουν να βρέχεται χωρίς γκριμάτσα απογοήτευσης, συνηθισμένη βλέπεις, και να σέρνεται μέσα στις λάσπες να πάει να βρει καταφύγιο κάτω από καμιά τσίγκινη τέντα. Οι ομόεθνοί της; Έτρεχαν να προστατευτούν και ναι, κάποιοι τις πατούσαν τα χέρια. Σιγά. Ζώο ήταν. Σήμερα που το σκέφτομαι, μπορώ να το ορκιστώ, αν μπορούσα, θα την έπαιρνα σπίτι μου.
Δεν έχω δει να χτυπάνε παιδί από κοντά, γνώρισα όμως κάποτε μια κοπέλα που μου είπε ότι τη βίασε ο πατέρας της μικρή. Ήταν σούπερ κομπλεξική με προβληματικές σχέσεις και έψαχνε φίλους. Δεν το κατάλαβα τότε, ήμουν μικρή και δεν ήξερα τι να πω. Απορούσα πως μου είπε κάτι τέτοιο χωρίς να είμαι φίλη της…
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Εύχομαι να αλλάξει κάτι. Τα παιδιά πληρώνουν όλες τις μαλακίες των «ώριμων» και «σκεπτόμενων» μεγάλων. Μακάρι να αλλάξει κάτι. Με τις προσπάθειες όλων μας, μπορεί. Φιλιά σε όλους και να αγαπάτε τα παιδιά. Ακόμα κι αν δεν κάνετε, ακόμα κι αν δε γνωρίζετε κανένα, ακόμα κι αν δε συναντήσατε ποτέ παιδί να υποφέρει. Και ταξιδέψτε σε μέρη φτωχικά. Αφήστε τη Μύκονο, την Ίμπιζα και τις Σεϋχέλλες για άλλη φορά. Πηγαίνετε να δείτε τι κάνει ο κόσμος που υποφέρει. Βοηθάει πολύ. Φιλιά.

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2007

Βαζελίνη.

Πως θα γίνει να φοράνε όλοι ωραία παπούτσια; Βλέπω κάτι γκόμενες που φοράνε κάτι παπούτσια, μα κάτι παπούτσια που μου έρχεται να στηριχτώ στους ώμους τους και να ξεράσω πάνω (στα παπούτσια) τους. Είδα μία τις προάλλες και φορούσε λευκές καουμπόικες μπότες με στοιχεία από λευκό (παρακαλώ) κροκόδειλο. Ήθελα να ήξερα, αυτές οι γκόμενες πάνε στα μαγαζιά, κοιτάνε τις βιτρίνες και ξαφνικά βλέπουν αυτά τα εκτρώματα και λένε «Αχ, τι ωραία παπούτσια!!!!» και μπαίνουν και τα παίρνουν ή είναι κάποιο είδος τιμωρίας που έχει επιβληθεί από κάποιες σκοτεινές δυνάμεις που δε γνωρίζω; Κι αυτοί οι σούπερ διεστραμμένοι που τα φτιάχνουν τι σκέφτονται; Γιατί δε φτιάχνουν απλά παπούτσια; Απλά. Απλά τα γαμημένα, απλά. Για να βρεις απλό παπούτσι, πρέπει να κάνεις τάμα. Όλο μπιχλιμπίδια και παπάρες έχουν τα περισσότερα. Και φυσικά όταν κάποιες εταιρίες βγάζουν ένα απλό μαύρο (για παράδειγμα) ζευγάρι μπότες το πουλάνε 632782983002 ευρώ. Τι να πω; Τα κοιτάω και θέλω να μουντζώσω τις βιτρίνες αλλά δε μουντζώνω γιατί μπορεί να τη φάει ο πωλητής (τη μούντζα) και να βγει να με κυνηγάει και που να τρέχεις στην Ερμού. Θα σκοτωθείς στο πλακόστρωτο ή θα πέσεις πάνω σ’ αυτά τα (απαράμιλλου αισθητικής είναι η αλήθεια) σιντριβάνια. Ίσως πέσεις πάνω και σε κανένα μηχανάκι, αυτοκίνητο, κουλουρά, δημοτικό μπατσικό κλπ. οπότε κομμένες οι μούντζες. Αλλά δυσανασχετώ που τα βλέπω, τι να κάνω; Είμαι σε αδιέξοδο.
Βέβαια στις βιτρίνες, τολμώ να πω, πως τα παπούτσια φαίνονται ωραία έτσι όπως είναι στημένα με τα προβόλια, και όλα μαζί, σε μπερδεύουν. Βλέπεις κάτι, σου φαίνεται ωραίο. Άντε και μπαίνεις μέσα. Το πιάνεις. Δε γαμοβλέπεις ότι είναι η γυφτιά σε όλο της το μεγαλείο; Άντε και σ’ αρέσει. Το βάζεις. Το ότι το πόδι σου είναι χοντρό και φρενάρει στη μέση του παπουτσιού με αποτέλεσμα να σηκώνεται η μύτη σαν τσαρούχι, δε σε πειράζει; Άντε και δε σε πειράζει. Ο κάλος που πετάει απ’ το πλάι δε σε προβληματίζει; Όχι, ούτε αυτός. Αν ψωνίζεις καλοκαιρινά παπούτσια, το τρίτο σου δάχτυλο που είναι μακρύτερο από το πρώτο και σέρνεται στο πάτωμα δε σε υποψιάζει; Όχι. Ε, τότε τι να πω; Πολύ βολικός άνθρωπος είσαι ή έχεις βάλει στόχο τα στομάχια μας. Βλέπω κάτι γκόμενες το καλοκαίρι να κάθονται στο μετρό π.χ. σταυροπόδι με το πέδιλο, με το πόδι δηλαδή φόρα παρτίδα στη μάπα μας, και έχουν ύφος 10 καρδιναλίων (για να μην πω 40) και κάτι πόδια σαν μικρά άλιεν. Καμπουριαστά δάχτυλα, ασύμμετρα, απαίσια νύχια και κάτι φτέρνες…αααχχχ… αυτές οι φτέρνες. Οι φτέρνες είναι ικανές να με κάνουν «σπαστή ποδιών» (αυτόν που σπάει πόδια δηλαδή). Που πας κοπέλα μου με τους βράχους στα πόδια; Σ’ αρέσουν; Ήθελα να ήξερα όταν σε τρώει η γάμπα σου και σηκώνεις τη φτέρνα να την ξύσεις, δε ματώνεις; Όταν ξαπλώνεις, δεν ακούς χρουτς χρουτς στα σεντόνια; Άμα κοιμάσαι με άντρα και τον ακουμπήσεις δεν ουρλιάζει; Θέλεις να έχεις τέτοια πόδια; Εμάς δε μας λυπάσαι; Βάλε τις μπότες σου και τελείωνε. Αλλά όχι, εκεί. Να ζήσεις και συ το μαρτύριό μου. Να σκεφτείς γιατί στο καλό δε βρήκα λίγο χρόνο να τρίψω τη φτέρνα, γιατί δεν έβαλα βαζελίνη είκοσι στρώματα και κάλτσες από πάνω και να κοιμηθώ (αποκαλύπτω μυστικά ομορφιάς τώρα, προσέξτε…) να ξυπνήσω κούκλα, γιατί; γιατί; γιατί; Για να υποφέρει η αισθητική σου αγάπη μου. Και καλά, γαμήστε με εμένα. Σας έχει πει κανείς ότι οι άντρες γουστάρουν πόδια σαν τα δικά τους; Ποια δικά τους δηλαδή, που άμα δείτε κάτι πόδια που έχουν κάτι άντρες φίλοι μου, θα κλαίτε όλες μαζί. Θα μου πείτε αυτοί φοράνε πάντα κλειστά παπούτσια και δεν εκτίθενται τα πόδια τους στον αέρα να ξηραίνονται. Είπα: βαζελίνη, τρίψιμο και κάλτσες πριν κοιμηθείς. Ξυπνάς με βελούδινα πόδια. Εκτός αν τα έχεις αφήσει να γίνουν σαν πόδια άστεγου. Τότε πήγαινε, αγόρασε μια αξίνα και ξυλοκαΐνη, κλείσε ένα ραντεβού για πεντικιούρ, πήγαινε, δώσε στην κοπέλα 100€ για να ανεχτεί τα πόδια σου, δώσε της την αξίνα, τρίψε τα πόδια σου με την ξυλοκαΐνη να μην καταλαβαίνεις τον πόνο και μετά φόρα ότι θες.

Υ.Γ. Δε θα μιλήσω για τα αντρικά παπούτσια. Αρνούμαι!
Υ.Γ.2 Προς το παρόν...