Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Παραμιλητό.

 Να γράψω να μην γράψω να πω να μην πω, είναι κι άλλοι που τα λένε ωραία και δεν μου ’ρχεται όρεξη να πω κάτι. Τράκαρα και το αυτοκίνητό μου και ξενέρωσα και ησύχασα και είμαι σε φάση δύσκολη. Γιατί βασικά επειδή έχω πάρα πολλά λεφτά και είναι να δίνω τώρα για το αυτοκίνητο, στενοχωριέμαι, δεν ξέρω από που να πρωτοπάρω, από ποια τράπεζα, από ποιο ντουλάπι, ποιο στρώμα, ποιο λάκκο, μπερδεύομαι. Να ανοίξω το λάκκο νούμερο δεκαέξι νοτιοανατολικά του κήπου; Και δε θυμάμαι, αυτός ο λάκκος τώρα έχει πεντακοσάευρα ή κατοστάευρα; Ή μήπως ο λάκκος νούμερο 42 βόρεια του κήπου δίπλα στις τριανταφυλλιές έχει κοσάρικα που μου τη σπάνε, να τα δώσω να τελειώνουμε; Δε θυμάμαι καθόλου με τόσα λεφτά που έχω ρε γαμώτη μου. Ας πρόσεχες, θα μου πεις, να μην τράκαρες να μην έψαχνες λάκκους τώρα και τράπεζες και συρτάρια και ντουλάπια και στρώματα.

Εγώ συνήθως βρίζω τους άλλους γιατί είναι μαλάκες και βλάκες. Και μετά, πάω και κάνω τη μεγαλύτερη μαλακία του κόσμου για να υπενθυμίσω στον εαυτό μου ότι είμαι μία από τα ίδια και καλύτερα να μασάω παρά να μιλάω. Και μετά ησυχάζω. Γιατί λες λες λες και μετά βλέπεις τον ηλίθιο ευτυχισμένο. Γιατί την ώρα που εσύ έβγαζες λόγο, αυτός έχτιζε. (Παραπομπή: Αίσωπος- Τζίτζικας- Μέρμηγκας στο πιο μοδέρνο). Κατάλαβες φίλε μου; Αλλά ποιος σου φταίει; Όχι πες, ποιος σου φταίει; Κανείς δε σου φταίει για τη μαλακία που σε δέρνει. Κάθεσαι κει κατηγορείς τον ένα τον άλλο, κάτσε ρε κει χάμω και δες τα χάλια σου τριμαλακίδι που νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα. Και το χειρότερο που έχεις: Τρως την τούρτα στη μούρη, συνέρχεσαι, μετά το ξεχνάς και άντε πάλι από την αρχή. Πότε θα μάθεις το μάθημά σου; Πότε;

Τέλος πάντων, δε γαμιέται, τώρα ό,τι έγινε έγινε. Από λάθη άλλο τίποτα. Θα μπορούσα να έχω πατήσει καμία γριά που λέει και η μάνα μου. Ναι, θα μπορούσα επίσης να είμαι και στο τρένο στην Ισπανία, στο λεωφορείο στην Ιταλία, στους βομβαρδισμούς στη Συρία, να έχω βρεθεί μπροστά σε αποστολή αυτοκτονίας, να έχω ανατιναχτεί με γκαζάκι σπίτι μου, πολλά θα μπορούσαν να έχουν γίνει, στο γιατί κολλάω εγώ. Γιατί είσαι ηλίθια κοπέλα μου, πάλι τα ίδια; Δε φτάνει που οι δικοί σου είναι υποστηρικτικοί, τύπου, δεν τρέχει τίποτα, εκεί το έριξες το γάμησες, δε χτύπησες εσύ, δεν χτύπησες καμία γριά, δεν πειράζει. Ναι, είναι θεοί, μου κάνει λίγο η μάνα μου τ’ αρχίδια τούμπανα αλλά αυτός είναι ο ρόλος της εξαρχής, δεν πρέπει να το ψάχνουμε αυτό. Στα υπόλοιπα όμως, δεν μπορώ να μην εκτιμήσω τη λαμπρότητά τους. Ειδικά στο πόσο υποστηρικτικοί είναι. Γιατί κι αν έχω δει κι ακούσει για γονείς, αδέρφια ή συντρόφους να κάνουν σκουπίδι τους δικούς τους ανθρώπους την πιο δύσκολη ώρα. Εμένα, κύριοι. Με το που με βλέπουν λυπημένη μετά από μαλακία που έχω κάνει, αμέσως κάνουν ότι δεν τρέχει τίποτα, να πάνε να γαμηθούν όλα, που μιλάμε οι άνθρωποι είναι στα όρια της αυτοκτονίας με τη σύνταξή τους στον πάτο, να μη βρίσκουν φάρμακα, να μην μπορούν να πάνε δύο μέρες διακοπές, με τα βαμπίρ όλα εκεί πάνω που τα αφήνουμε να μας πίνουν το αίμα. Απλώς κολλάω. Γιατί; Γιατί να την κάνω τη μαλακία; Γιατί να μην λέω να καταλάβω το μάθημά μου; Δεν οδηγούμε όταν είμαστε συγχυσμένοι, ταλαιπωρημένοι, κουρασμένοι, προβληματισμένοι κλπ. Ούτε χειριζόμαστε βαριά μηχανήματα. Είναι δυνατόν ας πούμε, να έχεις ένα σοβαρό πρόβλημα, να είναι το μυαλό σου αλλού και να πάρεις ένα αλυσοπρίονο να πας να κόψεις κάτι; Αντίο δάχτυλα. Δεδομένο. Σαν την άλλη φορά που (προσοχή, ξεφτιλισμένη σκηνή), μου τράβηξε την προσοχή η Λάμψη στην τηλεόραση, ενώ παράλληλα έκοβα γλυκάκι για τον Έρωτα (σκύλος). Για πότε ξεκίνησα να κόβω και το δάχτυλό μου, ούτε που το κατάλαβα. Έτσι είναι. Που πας, άμα δεν προσέχεις 100%, κάτσε κάτω και μην κουνιέσαι μέχρι να ηρεμήσεις.

Αρχίδια. Και τώρα, κάθομαι με το βρακί, ανεμίζει ο ανεμιστήρας, ζεσταίνομαι και δε ζεσταίνομαι, χαίρομαι που έχω γλυτώσει ως τώρα το air condition, που φτάσαμε, να σκέφτομαι τα λίγα ευρώ που θα χρεωθώ αν το ανοίξω, που να ξανανοίγω λάκκους να βγάλω λεφτά, χαλάω και το γρασίδι. Νυστάζω δε νυστάζω, βαριέμαι δε βαριέμαι, αναρωτιέμαι πράγματα όπως ‘θα ζήσω να δω τη χώρα να βγαίνει από την κρίση;’ και άλλα τέτοια ευχάριστα και γράφω, πατάω τα πλήκτρα χωρίς να σκέφτομαι, η αυτόματη γραφή η γνωστή και μη εξαιρετέα και αγαπημένη, μπλα μπλα μπλα και λα λα λα. Δε θέλω τίποτα και τα θέλω όλα. Όχι όλα τα υλικά. Όλα τα συναισθηματικά. Όλα τα πνευματικά. Όλα τα όμορφα κι ωραία. Όλα. Τώρα. Όχι άλλο σχολείο, δε μπορώ. Διάβαζε τότε ηλίθια. Μάθαινε πιο γρήγορα. Τι μας λες ότι είσαι έξυπνη; Δεν ξέρω τι λέω, τι θέλω ξέρω.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Ζωγραφίζει η Αθήνα.

Γαβγαβαγαβγαβαγαβγαβγαβγαβγαβ σάλιασάλιασάλιασάλια παντού! ..Έχω φάει τόσο κρέας αυτές τις μέρες που έχω αρχίσει να γαβγίζω. Μου 'φερε και η μάνα σνίτσελ γιατί μου έλειψε λίγο κρεατάκι αλλά δεν είναι η ώρα της, σε λίγο, τώρα θέλω να ζωγραφίσουμε. Όχι εγώ δηλαδή, εσείς, εγώ θα σας δίνω τα χρώματα και τα περιγράμματα και σεις θα ζωγραφίζετε.

Ανάθεμα την ώρα.

Αυτό γι'αρχή. Έτσι λέει το εξώφυλλο του μπλοκ ζωγραφικής. Πώς άλλα γράφουν Μαρίας Κόλορινγκ Μπουκ; Ε, το δικό μας λέει Ανάθεμα την ώρα. Κι άμα είναι πολύ ψαγμένος ο γραφίστας έχει βάλει και στο οπισθόφυλλο, Κατάρα τη στιγμή.

Καταρχήν πρέπει να κόψω κάτι: να πίνω το προηγούμενο βράδυ μιας δύσκολης μέρας που έρχεται. Έβλεπα στο καράβι family guy και σ' ένα επεισόδιο, ο χοντρός βλάκας πατέρας δεν ήξερε τι να κάνει και εμφανίστηκε ως συνηθίζεται το διαβολάκι από τη μία του πλευρά και του έλεγε αυτά που του έλεγε. Ο χοντρός τότε λέει: ο άλλος που είναι; το αγγελάκι δηλαδή. Και βλέπουμε εμείς σε μια λεωφόρο κίνηση της πουτάνας και σε ένα αυτοκίνητο το αγγελάκι να κορνάρει ανελέητα και να βρίζει. Ε, εκεί είναι και το δικό μου όταν φτάνει το βράδυ μια δύσκολης μέρας που έρχεται κι έτσι με βάζει το διαβολάκι να πίνω και μετά να είμαι για τον πούτσο χάλια μέσ' τα νεύρα ταλαιπωρημένη άυπνη. 

Πίνω ρακές χτες. Πολύ ωραία. Κοιμάμαι. Αρχίδια ύπνο έκανα. Σηκώνομαι. Ντύνομαι, ετοιμάζομαι, χαιρετάω, ευχαριστώ, παίρνω τη βαλιτσάρα, αγοράζω φαΐ, πάω καράβι. Στο σημείο αυτό να αναφέρω χωρίς να σχολιάσω παραιτέρω πως είχα χάσει μία μέρα, συμβαίνει αυτό καμιά φορά απλώς εμένα όχι και τόσο αλλά να που είχα χάσει μία μέρα κι αν δεν αναφερόταν τυχαία ότι χτες ήταν Παρασκευή, σήμερα δε θα πήγαινα να πάρω το καράβι. Δε σχολιάζω, δε λέω τίποτα. Αναφέρθηκε, πήγα και ο καλός Θεός μου έχει δώσει και την τέλεια θέση. Παράθυρο, άνεση, χώρος να ακουμπάω, πρίζα κάτω, καθαρή ξένη κυρία δίπλα, κομπλέ όλο. Ήμουν καλά. Κανένα πρόβλημα. Μέχρι που σηκώθηκα να ρωτήσω τι ώρα φτάνει Πειραιά κι αφού σηκώθηκα δεν πάω για κατούρημα, σκέφτηκα. Λάθος. Όλο λάθος. Πάλι το αγγελάκι μου είχε βρει κίνηση. Και μ' έβαλε το άλλο το αρχίδι το κοκκινόμαυρο να ξεχάσω ότι έχω πιει, να σηκωθώ με μποφόρ να πάω να ρωτήσω πότε φτάνουμε. Γιατί; Θα έχανα τη στάση; Ή άμα αργούσε θα κατέβαινα να σπρώξω; Λες και ώρα που μου είπε, κάτι έγινε. Λάθος όλο λέμε. Πάω ρωτάω, κουνάει. Σα μεθυσμένοι να πηγαίνουμε όλοι. Πάω για τσίσα. Να βρωμάει. Αρχίζω να ανακατεύομαι. Ήρθε το αγγελάκι. Φύγε να μου λέει. Κάτσε να κατουρήσεις τώρα που ήρθες, ο άλλος. Κάθομαι τελικά, το βρήκα πιο λογικό. Να βρωμάει. Να ανακατεύομαι περισσότερο. Βγαίνουν οι γαμιόλες που δεν ξέρω τι στο διάολο πια κάνουν τόση γαμημένη ώρα μέσα στην πουτάνα τη χέστρα, τις μουνότριχές τους μετράνε; Λες και φοράνε τίποτα κρινολίνα και μέχρι να τα λύσουν περνάνε μέρες και ώρες, έ λ ε ο ς!! Κατουράτε πιο γρήγορα! Κατεβάζεις βρακί, ρίχνεις, σκουπίζεις, ανεβάζεις βρακί, καζανάκι, ΠΟΥΛΟ, δεν θα πιάσουμε την κουβέντα με το κωλόχαρτο, περιμένουν κι άλλες εκεί έξω. Τέλος πάντων, μπαίνω στη γαμοτουαλέτα και μαντέψτε. Δε μου έρχεται. Και μην ακούσω να γιατί αργούμε, κι έτσι που ήμουν ΠΑΛΙ ΔΕΝ ΑΡΓΗΣΑ! Ανακατεύομαι περισσότερο εκεί μέσα γιατί βρωμάει, σκύβω και σφίγγομαι. Ανάθεμα το σφίξιμο. Έγινα χειρότερα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα όσο μπορούσα γιατί τι βαθιά ανάσα να πάρεις, η ρουκέτα θα έφευγε και θα γινόταν το τρελό σαββατοκύριακο στου Μπέρνι εκεί μέσα, κατουράω κει δυο τσουρ. Βγαίνω. Είμαι χάλια επίσημα. Πάω στη θέση μου. Όλο το υπόλοιπο ταξίδι πήγε με την ανάγκη μου να ξεράσω. Δεν θα συζητήσω πόσο υπέφερα όταν ερχόταν κατά ριπές οι μυρωδιές από τα φαγητά που έφερναν να φάνε, είμαι που είμαι λαγωνικό γαβγαβγαβγαβγαβγαβ, είναι γνωστό, όταν δεν είσαι καλά, όλες οι αισθήσεις σου είναι τέντα και όλα σου μύριζαν τρομερά έντονα. Ξυδίλες, κέτσαπ, τουρσιά, αρχίδια, λαδίλες από τις τυρόπιτες, αηδία σκέτη, υπέφερα μιλάμε. Τελικά το σώζω, δεν τους έλουσα με εμετούς, κυρία. Φτάνουμε. Δόξα να έχει ο Θεός, η Παναγία και όλο τους το σόι. Μπαίνω τρένο. Φυσικά. Που θα έρθει να κάτσει ο ψυχοπαθής βρωμερός άστεγος; Δίπλα μου. Που αλλού; Και τώρα ξεκινάει η ζωγραφική.

Καθίστε όλοι στα καρεκλάκια σας, πάρτε τα χρώματά σας και ξεκινήστε. Καταρχήν έχετε ζωγραφίσει ήδη το κλασικό βαγόνι τρένου με κόσμο ταλαιπωρημένο, τουρίστες, κόσμο κλπ. Ωραία, τώρα πιάνουμε τις μορφές. Ζωγραφίστε άστεγο ψυχοπαθή με τη μορφή κρητικού που θα ήθελε να μοιάζει του Ξυλούρη. Με γλίτσα μαλλί στα μαυρογκρί, ίσια πάνω με καράφλα και μπούκλα πίσω μέχρι τους ώμους. Γυαλιά ηλίου τύπου ρέιμπαν μαύρα. Μούσια χήρου κρητικού χαροκαμμένου χρόνια. 40 κιλά όλος όλος. Κάθεται δίπλα μου. Που αλλού; Σηκώνεται. Ανοίγει ζωνάρι. Φτιάχνει πουκάμισο. Δεν έχω εικόνα, έριξα μια ματιά, ένιωσα πολλάκις και τον αγκώνα του να πλησιάζει το κεφάλι μου, βάζει το πουκάμισο μέχρι τα γόνατα, ανεβάζει το παντελόνι, θεόφαρδα και τα δύο, μέχρι το σαγόνι, δένει τη ζώνη και κάθεται. Μου ζητάει συγνώμη και μετά λέει ερκοντίσιονερκοντίσιον; Δεν απαντώ, δεν μπορώ, αν ανοίξω το στόμα μου, ένα πράγμα θα βγει από κει κι αυτό δεν θα αρέσει σε κανένα. Ναι το γαμημένο, έχει ερ κοντίσιον. Σηκώνεται. Να δει αν έχει ερ κοντίσιον. Έχει, Α εντάξει. Κάθεται. Ερκοντίσιονερκοντίσιον. Μετά αρχίζει να αναγγέλλει τις στάσεις μετά την φωνή του ηχείου. Κοιτάω πάνω και παρακαλώ θεούς και δαίμονες να σταματήσει. Στομάχι κώλος. Επόμενη στάση. Αναγγέλλει η φωνή, αναγγέλλει ο τρελός. Μπαίνει πρεζάκι μπροστά, φρικτός τύπος πίσω και τσόλι δίπλα να συμπληρωθεί το καρέ γιατί εγώ δεν μπορούσα να παίξω. Τόση ασχήμια. Μα τόση ασχήμια μαζεμένη, τι έχουμε πάθει οι άνθρωποι; Δε θυμώνω γιατί είμαι όμορφη, έξυπνη και μου προσβάλλουν την αισθητική μου, αλλά γιατί οι άνθρωποι μπορούμε να εξυψωθούμε στο Θεό και αντί αυτού τριγυρνάμε σαν σκουλίκια. Εσείς κανονικά, μη δίνετε σημασία, ζωγραφίζετε. Πάρτε τώρα λευκό μολύβι και ζωγραφίστε γύρω από το στόμα του πρεζακίου μία λευκή γραμμή, ξεραμένο σάλιο ή κάτι τέτοιο, ρούχα σάπια βρώμικα σε κουραδί, πάρτε μαύρο, ζωγραφίστε έντονες μαύρες γραμμές για μαλλί, σύρετέ τον σε όλο το βαγόνι και αφήστε τον να λέει ακατάλυπτα. Μέχρι και ο ίδιος απ' ότι μπόρεσα να πιάσω είπε "δεν συνειδητοποιώ αυτά που λέω". Για τέτοια εξαθλίωση στη ζωή μας μιλάμε. Κοιτούσαν ο τουρίστες. Α, εδώ πάρτε ροζ. Και ζωγραφίστε μακρυμάνικο πουκάμισο σε γάλλο τουρίστα. Ό,τι να'ναι. Το στομάχι μου.

Φρικτός τύπος πίσω. Παίρνετε μερικές θρούμπες. Ελιές. Μαύρες μεγάλες. Πιάνετε μετά, μερικές έως αρκετές πουτσότριχες, τις πιο μεγάλες και κατσαρές που θα βρείτε, άπλυτες καιρό, να μην κάμπτουν. Αν δεν έχετε, πιάσετε σύρμα, κόψτε το σε μικρά κομμάτια μάκρους πουτσότριχας, στραβώστε τα κομμάτια λίγο να μοιάζουν και μπήξτε τα στις θρούμπες. Τώρα πάρτε έναν άνθρωπο καταμελάχρινο, κολλήστε του τις θρούμπες με τις πουτσότριχες-σύρματα στο πρόσωπο, διάσπαρτα, οπωσδήποτε πάνω από 5-6, μία σε κάθε μάγουλο, στο κούτελο, μιλάμε για ασχήμια, επίτηδες να τον έβαζε ο Μελ Μπρουκς στο Young Frankestein δεν θα τον πετύχαινε έτσι. Όχι, δεν τελειώσαμε. Αφού βάζουμε τις θρούμπες με τις τσότριχες στο πρόσωπο, τώρα του σπάμε τα δόντια και του αφήνουμε έξι μπροστά. Τέσσερα πάνω, δύο κάτω ή όπως σας αρέσει. Τα άδεια ούλα τα ζωγραφίζουμε με μαύρο έντονο. Ρούχα τσιγκάνα ρέηβ και παντόφλα στρατού το '80. Τον βάζουμε να χαμογελάει γιατί αυτό έκανε. Και τελευταίο στο τρένο με το freak show και την άρρωστη που υπέφερε το στομάχι της, αφήσαμε το τσόλι. Το τσόλι γάτζωνε. Τι εννοείς το τσόλι γάτζωνε; Εννοώ ότι άμα το έσπρωχνες σε γκρεμό δεν θα έπεφτε, από τα μακριά νύχια στα πόδια θα γάτζωνε και θα στεκόταν κάγκελο. Όλοι σα μαλάκες θα πέφταμε και θα σκοτωνόμασταν και το τσόλι θα έμενε όρθιο να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Εμετός στα πόδια της. Αυτό της άξιζε. Γυναίκες: Εκτός από το γαμημένο κατούρημα που κάνετε 800 ώρες, κόφτε και τα νύχια των ποδιών σας. Εκτός αν μένετε στα βουνά και στην κατηφόρα τα χρειάζεστε. Παίρνετε επίσης κατάλληλο νούμερο παπουτσιών. Μην περισσεύουν τα δάχτυλά σας και γδέρνετε τα πλακάκια του δρόμου, όλοι μας τα πληρώσαμε. 

Συνεχίζουμε με το τσόλι. Το τσόλι λοιπόν φορούσε ροζ. Παντού. Πάρτε λοιπόν δυο τρία μολύβια ροζ να ζωγραφίσετε γιατί με τόσο ροζ δε θα σας φτάσει ένα. Ο καθυστερημένος παλιμπαιδισμός μιας ηλίθιας. Ξανθιά φυσικά γιατί ξανθό και ροζ πάει σετ. Και στρας. Εννοείται, εννοείται! Λοιπόν, ροζ φουστάνι. Φάτσα δεν είδα. Ήταν πλάτη. Με στιγμάτισαν όμως τα νύχια των ποδιών. Τέλεια φτιαγμένα. Το μικρό της νύχι ήταν πιο μακρύ από το δικό μου μικρό νύχι του χεριού. Ου, τώρα που το κοιτάω, διπλό. Εμετός. Γαλλικό στα πόδια. Τα δάχτυλα ήταν χοντρά, σαν μικρά λουκάνικα φρανκφούρτης. Νύχια πλακέ μεγάλα, μακριά. Λουκάνικα Φρανκφούρτης σε πόδια, με μακριά νύχια βαμμένα ροζ με στρας. Σε όλα τα δάχτυλα. Καλά, με τόσο μάκρος χωρούσε να ζωγραφίσεις πολλά πράγματα. 

Δεν ήξερα που να κοιτάξω πια. Αλλά έφτασα στη στάση μου. Αφήστε τα μολύβια. Ελπίζω να διασκεδάσατε. Τώρα συνεχίζεται η αφήγηση μέχρι να φτάσω.

Ανεβαίνω από το σταθμό, παίρνω ανάσες. Φτάνω στη φωλιά μου, φτάνω. Σέρνω τη βαλίτσα. Και σέρνω, και σέρνω. Γαμώ τα πεζοδρόμια γαμώ. Ειδικά αυτά τα κωλοπλακάκια τα ριγέ είναι ο θάνατος ο ίδιος, ίδια με τους κυλιόμενους διαδρόμους στα μεγάλα σούπερμάρκετ που μπλοκάρει το καρότσι για να μην τσουλίσει; Ε, έσερνα τη βαλίτσα και κόλλαγε και ήταν λες και έσερνα νεκρό με αμόνι καρφωμένο στο κεφάλι γαμώ την πουτάνα μου.

Φτάνω μπροστά στο σπίτι. Και βλέπω τη γριά ψάρι. Μένει στην πολυκατοικία μου. Κάνω χαρά γιατί λέω θα ανοίξει να μπω να μην ψάχνω τα κλειδιά! Χαμογελάω πλατιά και της λέω: "Θα μου ανοίξετε να μην ψάχνω;!" "Δεν έχετε κλειδιά;" μου απαντάει και εξ ου και η ονομασία "γριά ψάρι", εκατό φορές με έχει δει, εκατό φορές τα ίδια. Μου ανέβηκε η πίεση. "Α καλά", λέω. "Χαιρετίσματα" λέει. Το άκουσε. "Εδώ μένετε; Για την ασφάλεια της πολυκατοικίας ρωτάω" μου λέει. "Ε βέβαια μωρή κωλόγρια, πίσω από το ταλαιπωρημένο κορίτσι με το σορτς και τη βαλίτσα, κρύβεται ένας δίμετρος φονιάς που θα σε ξεκοιλιάσει με τα εκατό μαχαίρια που έχει στη βαλίτσα μαλακισμένη που σου έχω ανοίξει 500 φορές την πόρτα και άλλες τόσες το ασανσέρ" ήθελα να της πω αλλά είπα "με έχετε δει 75 φορές" και μπήκα μέσα. Έλεος πια, έλεος με τη μαλάκυνση. Ανεβαίνω πάνω. Και δω αναλαμβάνει η μάνα. Η οποία με πήρε τηλέφωνο στο καράβι να μου πει ότι μου πήγε φαγάκι, σφουγγάρισε και έβαλε συναγερμό. Δεν μπορούσα να φωνάξω στο καράβι, δεν ήθελα να σφουγγαρίσει, χτες μου έλεγε ότι δεν μπορούσε να κουνήσει από τη μέση της, το συναγερμό τι τον έβαλε, τις προάλλες τον ξήλωνε, τέλος πάντων, μπαίνω μέσα. Ο συναγερμός κοιτούσε το ταβάνι. Προφανώς γιατί θα έμπαινε ο Μπάτμαν κι αυτός μόνο από πάνω έρχεται. Προχωράω προς τα μέσα, πατημασιές παντού, τι σκατά, με αρβύλες σφουγγάρισε; Α, όχι μέσα, έξω σφουγγάρισα, μου είπε αργότερα.

Είσαι αχάριστη θα μου πείτε. Ναι, και η θεία στο νησί έβριζε και καταριόταν που φυσούσε, που τα μυρμήγκια πήγανε αριστερά αντί δεξιά και τέτοια φοβερά πράγματα. Αχαριστία στο μεγαλείο της. Δεν εκτιμάει κανείς αυτό που έχει. Έτσι κι εγώ. Αν με πετούσαν τώρα στη Ρουάντα και με απειλούσαν με είκοσι όπλα αφού μου αφαιρούσαν την κλειτορίδα, να δεις πως θα μου φαινόταν αστεία όλα. Έτσι πάει. Μας φταίνε άλλοι και άλλα για τις δικές μας λάθος επιλογές.
 
 Ω θα κάνω μέρες να βγω από το σπίτι. Αρκετοί απογοητευμένοι είναι εκεί έξω, δεν χρειάζονται άλλοι.

Υ.Γ. Εντάξει, έγινε και κάτι ωραίο. Μόλις μπήκα άνοιξα ραδιόφωνο και είχε το Billy Jean όπου το έβαλα τέρμα και άρχισα να γδύνομαι κάνοντας Moonwalking. Ούτε που ήξερα ότι σε μια παρουσίαση αυτού του τραγουδιού έκανε ο M. J. για πρώτη φορά το moonwalking. Ω θα κάνω μέρες να βγω από δω μέσα σου λέω. Έχω να μάθω πολλά πράγματα.



Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΣούπερΜπέρτας.

Είδα το φλώρο το Σούπερμαν χτες. Που το S λέει στη στολή του σημαίνει Ελπίδα στον πλανήτη του. Άλλα αντί άλλων, όπως όλη η ταινία.

Αυτό που κάθονται πόσοι νοματαίοι στο Χόλιγουντ κα βρίσκουν ένα παραθυράκι σε μια δεδομένη ιστορία και του γαμούν τα πρέκια στην επέκταση, είναι φοβερό ρε παιδί μου. Π.χ. ήταν ένας φλώρος, τον τσίμπησε μια μεταλλαγμένη αράχνη, έγινε ο Σπάιντερμαν, την είδε να χρησιμοποιεί τη δύναμή του για καλό και να σώζει κόσμο. Τέλος. Όχι. Εδώ έρχονται οι σεναριογράφοι που τους είπαν ότι πρέπει να κάνουν μια ταινία με τον Σπάιντερμαν αλλά αλλιώς. Κι αρχίζουν αυτοί το brainstorming. Η αράχνη που τον τσίμπησε είχε περίοδο; Ή μήπως ήταν αρσενική; Που ζούσε; Στα δάση της βόρειας Ούγκαμπούγκα. Και πως βρέθηκε στην Αμερική; Χέσε μας τώρα δε θα μπούμε σε λεπτομέρειες (κάπως έτσι υπάρχουν τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα σε ταινίες που υποτίθεται ότι βλέπουν μόνο καθυστερημένοι και άρα δε θα νοιαστούν). Μ' αυτόν τον τρόπο λοιπόν, δημιουργείται μια ολόκληρη ταινία που εσύ τη βλέπεις και αναρωτιέσαι γιατί ασχολείσαι τώρα με την περίοδο της αράχνης που τσίμπησε τον Σπάιντερμαν. 

Με αυτή τη λογική δημιουργήθηκε και ο Σούπερμαν. Η ταινία ασχολείται με τον προσωπικό τσαμπουκά του πατέρα του Σούπερμαν και του κακού, που διώξανε σε άλλο πλανήτη αλλά αυτός επανήλθε και με λύσσα, αφού σκότωσε τον πατέρα του Σούπερμαν, ήθελε να ξεκάνει και το γιο. 

Μόλις σας είπα τη μισή ταινία. Καλό; Καλά που είχε δροσιά κι έπινα μπύρα. Στην υπόλοιπη πέφτει ξύλο. Πολύ. Βασικά δεν αφήνουν τίποτα όρθιο. Μέχρι εμενα που μ'αρέσει να βλέπω ταινίες με φάπες, βαρέθηκα. Έπεφταν φάπες και δεν τελείωνε με τίποτα, να γκρεμίζεται το σύμπαν και οι φάπες να πέφτουν και να πέφτουν, ξεφύσαγα εγώ, καλά που φυσούσε και είχα μπύρα, είπαμε. 

Το είδα τελικά όλο, εντάξει ρε παιδί μου, για θερινό καταπίνεται. Ο Σούπερμαν πάντως, ή ο Καλ, ή ο Κλαρκ ή ο Ελπίδας με τη Στολή του Μπαμπά, ήταν θεογκόμενος. Αλήθεια. Δε νομίζω ότι μπορεί να παίξει, ενδεχομένως έψαξαν μέσα στα μοντέλα, βρήκαν ένα φουσκωτό παιδαρά, αν και παραήταν φουσκωτός, τέρμα βυζί και ξούρα στι βυζί και τέντα η ρόγα, τον πήραν, του είπαν χαμογέλα, πες εκεί πέντε μαλακίες, φίλα και στο άσχετο αυτή τη βλάχα τη Λόις που σε βλέπει και στάζει το λιλί της και ντάξει, μέσα είσαι. 


Τίποτα, το καλύτερο το είπε τύπος πίσω μου στο διάλειμμα:

Μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει πατέρα και το Ράσελ Κρόου και τον Κέβιν Κόστνερ. Εμένα το δικό μου τον λένε Παναγιώτη! 

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Αγαπημένες Πόρτες.


Είναι ωραία εδώ ρε πούστη μου. Ωραία. Κόσμο δεν έχει. 17 εκατομμύρια κιλά άμμο, ήλιο και θάλασσα πιθανώς να έχει, τουρίστες σίγουρα όχι. Είναι πολύ όμορφα όμως. Σα να έχει ομορφύνει το νησί μου φαίνεται. Και μετά σου λένε άμα ξέρεις πολύ κάποιον σου φαίνεται ίδιος. Τι λες καλέ! Τι λες, καλέ! Χτες ήμασταν στην παραλία, αυτή που κάνεις βόλτες όχι αυτή που κάνεις μπάνιο, το βράδυ και πίναμε κρασάκι. Πίνανε δηλαδή, εγώ το έπαιζα αχ δεν πίνω και τέτοια γιατί είχε προηγηθεί στην Αθήνα ένας μαραθώνιος ποτών οπότε είπα εδώ να το ρίξω μόνο στο φαΐ. Καθόμασταν λοιπόν, και κολλητά στο δίπλα μαγαζί, ήταν μια παρέα από την Κρήτη, με όργανα, όπου έπαιζαν και τραγουδούσαν τέρμα. Κάποια στιγμή κέφωσαν ακόμα περισσότερο, σηκώθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν στην παραλία μπροστά στη θάλασσα. Κι έτσι, από κει που όλα ήταν κάπως, έγιναν κάπως αλλιώς. Όλη η παραλία έγινε μια παρέα. Κόσμος έβγαζε φωτογραφίες, εμείς γκαρίζαμε μαζί τους (τραγουδούσαμε), ο ξάδερφος σηκώθηκε από το τραπέζι μας, πήρε το ποτήρι του και το μισόκιλο και πήγε στη δίπλα παρέα, τέτοια πράματα, ωραία.



Κατά τα άλλα, πήγα μόνη μου διακοπές, έγραψα κι ένα δακρύβρεχτο ποστ, πήρα μαζί μου και τη θήκη με το πανάκριβο ουγγρικό βιολί να έχω να παίζω το δράμα μου και ναι, εντάξει, παραλίγο. Μόνη ήρθα, αλλά δεν είμαι μόνη. Μένω στην Πόρτα που Μιλάει καταρχήν. Θα πω παρακάτω περί τίνος πρόκειται, άσε που είμαι σίγουρη ότι έχω ξαναμιλήσει τα προηγούμενα χρόνια σε κάποιο ποστ, αλλά τέλος πάντων. Επίσης έχω άγχος γιατί πρέπει να φτιάξω μία ραπτομηχανή, να ράψω δύο στριφώματα, να φέρω νερό, να πάω για μπάνιο και να γυρίσω να φάω γιατί αν δε φάω θα έχουμε προβλήματα. Μετά να κοιμηθώ, να σηκωθώ, να ξαναφάω, γιατί αν δε φάω πάλι προβλήματα θα έχουμε και μετά να πάω με την θεϊκή ανιψιά σε ομιλία από την εταιρία αστρονομίας και διαστήματος του παραρτήματος του νησιού όπου θα μιλήσουν κάτι πυρηνικοί φυσικοί και αστρονόμοι και μετά θα πάμε όλοι μαζί στην παραλία (εκεί που κάνουν μπάνιο) για αστροπαρατήρηση με βοήθεια τηλεσκοπίων και αστρονομικού χάρτη του μήνα (αντιγράφω ακριβώς από την πρόσκληση). Πα μαλ, γεμάτο πρόγραμμα, χαλαρό δεν το λες. Έχει κι αυτό με τα αστέρια που φαίνεται έξτρα γαμάτο, για να δούμε. Ενδιάμεσα δεν ξέρω, προφανώς θα πρέπει να φάω γιατί αν δε φάω θα έχουμε προβλήματα, μάλλον και στο μαγαζί της ξαδέρφης να πουλήσουμε τίποτα, θέλω να πάω και θερινό. Φέτος σπάστηκα γιατί, λόγω κρίσης προφανώς, αλλάζουν ταινία κάθε 5 μέρες και όχι κάθε 2 όπως κάθε χρόνο. Και φέτος θα δω μόνο 3 ενώ είχα στο πρόγραμμα κάθε 2 μέρες να πηγαίνω σινεμά γαμώ το κέρατό μου. Γι' αυτό άλλωστε δεν είχα κατεβάσει ό,τι μπλοκμπάστερ έπεφτε στο διάβα μου, μόνο και μόνο για να το δω στο θερινό εδώ. Γιατί πέρσι δεν το είχα σκεφτεί, είχα κατεβάσει το σύμπαν και μετά που ήρθα εδώ κόντεψα να πάθω εγκεφαλικά γιατί τα είχα δει όλα σχεδόν, στο σπίτι μου. Και φέτος που προνόησα κανόνισε ο Μέρφι. Στάνταρ. Τώρα, θα δω τα έργα που μου κλήρωσε -πρώτα ο Μέρφυ βέβαια γιατί μόνο αυτός ξέρει σε συνδυασμό με τα κέφια μου) και αυτά είναι: Σούπερμαν (θα προτιμούσα τον Iron Man 3), το Μεγάλο Γκάτσμπι (θα προτιμούσα το Hangover 3) και το World War Z με τον Μπραντ Πιτ που κυνηγάει κάτι ζόμπι (εδώ δεν ξέρω τι θα προτιμούσα στη θέση του, κανένα κωλομελογλυφάτο μάλλον τύπου Before Midnight αλλά και τα ζόμπι τα γουστάρω πολύ. Ελπίζω να έχει πολλά γιατί 3 φωτό που είδα στο πρόγραμμα του σινεμά έδειχναν τον Μπραντ Πιτ με καρέ και μισοκακόμοιρο ύφος και στ' αρχίδια μου κιόλας ο τύπος εμένα ζόμπι μου υποσχέθηκαν και ζόμπι θέλω).



Ενιγουέη, η Πόρτα που Μιλάει. Μόλις ήρθε από τη θάλασσα. Η θεία μου. Την αγαπώ. Είναι σόι και μοιάζει με τη μάνα μου. Με μία και μόνη διαφορά. Δε μπορώ να τη βρίσω. Η μάνα, λέει μαλακίες, τραβάς ένα χέσιμο και τέλος. Και τώρα, πριν πω για τη θεία, ακούστε τι έκανε η μάνα μου. Δεν υπάρχει το άτομο. Τις τελευταίες μέρες έκανε οσκαρικές μαλακίες, δεν ξέρω τι έπαθε πραγματικά. Άλλα κανονίζαμε, άλλα έκανε, άλλα λέμε, άλλα λέει μόνη της μετά, φοβάμαι μήπως έχει πέσει στα ναρκωτικά, αλήθεια λέω. Βάζω συναγερμό στο σπίτι τώρα πριν φύγω, θυμάσαι να τον κλείνεις και να τον ανοίγεις; Πως, βέβαια, εγώ δε θυμάμαι! Φτάνω στο νησί βράδυ, ξυπνάω το πρωί, ανοίγω κινητό και αρχίζει να με παίρνει τηλέφωνο το σπίτι μου. Βαρούσε ο συναγερμός. Το πιο ωραίο είναι ότι έχω πει στους γείτονες άμα ακούσουν τίποτα να καλέσουν τους μπάτσους στα καπάκια. Της χρειαζόταν. Παίρνω τη μάνα μου.
-Τι έγινε; Σε άκουσαν μέχρι την Πάτρα;
-Δε θυμόμουν παιδί μου..
-Και πως τον έκλεισες;
-Τον ξήλωσα.

Γαμάει; Όχι πείτε μου αν γαμάει κι αν δέρνει.

Τον επανέφερε τελικά με τη βοήθεια κάποιου αλλά εντάξει. Μανούλες παιδί μου. Το ΖΕΝ με σώμα.

Η θεία; Η θειούλα; Η γλυκούλα που σε αγαπάει, σου μιλάει όμορφα, νοιάζεται τι κάνεις, σε φιλοξενεί όσες φορές έχεις ζητήσει να φιλοξενηθείς, δε σε αφήνει να κάνεις δουλειές όσο κι αν της το λες και θα τη βρίσεις; Όχι βέβαια! Κι εκεί ακριβώς αρχίζει η άσκηση ΖΕΝ.



Το βράδυ. Κοιμάσαι. Ξημερώνει. Θες κατούρημα. Όχι και να ξυπνήσεις απαραίτητα. Βασικά θες να κατουρήσεις και να την ξαναπέσεις. Ε, εγώ φοβάμαι να σηκωθώ για κατούρημα. Γιατί; Γιατί μόλις ανοίξω την πόρτα, είναι εκεί η θεία μου και αρχίζει να μου μιλάει. Και τι μου λέει κυρίως; Με το που ανοίξει μία χαραμάδα, δε χωράω να περάσω, δεν έχει καν ανοίξει κανονικά η πόρτα μιλάμε. “Θα φας;” Σκοτώστε με καλύτερα. Όταν με βρείτε με πόρτα μισάνοιχτη να βγαίνω από μέσα αγουροξυπνημένη, από το να μου πιάσετε την κουβέντα, πάρτε ένα μαχαίρι και μαχαιρώστε με, δώστε μου μία σφαλιάρα, αρχίστε να ουρλιάζετε, κάντε δύο κωλοτούμπες. Αρκεί να μη μου μιλήσετε. Το πρωί δε θέλω να μιλάω. Πως το λένε, μόλις σηκωθώ, δεν θέλω να μιλάω. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να χαμογελάσω. Και στο κάτω κάτω αυτό είναι αρκετό. Ένα χαμόγελο σημαίνει “καλημέρα, σε συμπαθώ, θα σου μιλήσω μόλις κατουρήσω και αποφασίσω τελικά ότι δε θα ξανακοιμηθώ. Γιατί αν πιάσω την κουβέντα θα ξυπνήσω σίγουρα”.



Μόνο η κουμπάρα μου με καταλαβαίνει. Και η ξαδέρφη μου. Και άλλοι άνθρωποι. Γενικώς οι νέοι καταλαβαίνουν και θέλουν το ίδιο. Με την κουμπάρα μου είχε πολύ πλάκα. Όταν ήμασταν μικρά και μέναμε μαζί, και τώρα δηλαδή το ίδιο γίνεται, σηκωνόμασταν και για λίγα, πολύ λίγα, λεπτά δε λέγαμε τίποτα. Τι ωραία.


Αναρωτιέμαι κάτι. Τι timing τέλειο είναι αυτό και η θεία βρίσκεται πάντα πίσω από την πόρτα την ώρα που θα την ανοίξω. Σήμερα που άνοιξα μου είπε κατευθείαν “την πόρτα να την κλειδώνεις μία φορά”. Ποια πόρτα; Ποιος είμαι; Γιατί μου μιλάνε; (εντωμεταξύ μία φορά την είχα κλειδώσει). Παίζει και πουστιά, κατάλαβες; Γιατί όχι μόνο σου μιλάει, αλλά σε βάζει να σκεφτείς κι από πάνω. Το μόνο κακό είναι ότι κατουριέμαι και το σκέφτομαι και το καθυστερώ να σηκωθώ κι άμα το συνεχίσω θα πάθω κανένα ουροπρόβλημα και δεν το θέλω. Εντωμεταξύ σηκώνονται και από τις 5 κι έτσι δεν έχω εναλλακτικές κατουρήματος αφού 2 μέρες τώρα κοιμάμαι στις 3μιση. Θα δω τι θα γίνει.



Το άλλο. Το φαΐ. Ω ΘΕΕ ΜΟΥ με το φαΐ. Αν έτρωγα όσο μου έδιναν θα είχα σκάσει. Το πιο ωραίο είναι που μου λέει “θα το πω στη μάνα σου ότι δεν τρως”. Και μετά εγώ κάνω περφόρμανς παίζοντας το καθυστερημένο που πάει στη μάνα και της λέω “μανούλα δε με τάιζε η θειούλα και πονάει το κοιλάκι μου”, η θεία γελάει και με λέει θεατρίνα και καπάκι “θα φας τώρα;” Χτες, κοιμάμαι μεσημέρι, βαρύ το κλίμα, είμαι και κουρασμένη, όλο νυστάζω. Με το που ανοίγει η πόρτα στα 18 εκατοστά, μου λέει “φρούτα δεν τρως!” "Πότε μωρέ, στον ύπνο μου; Πριν κοιμηθώ έτρωγα φαΐ και πριν το φαΐ ήμουν για μπάνιο όπου έπινα κάτι και πριν απ' αυτό έφαγα μισό κιλό ψωμί με τρία τέταρτα τυρί, μία ντομάτα και ελιές, πότε να φάω φρούτα;!" Απάντηση: “θα φύγεις;”. Τέλεια. Εννοείται πως άμα φας φρούτα δεν τρως φαΐ, άμα φας φαΐ δεν τρως φρούτα, άμα φας απ 'όλα δεν πίνεις γάλα κι άμα πιεις γάλα, δεν τρως γλυκά και γιατί, τόσο αδύνατη είσαι!



Αυτά. Τι άλλα; Καλά. Πάω να κάνω καμιά δουλειά γιατί διακοπές διακοπές και ό,τι και να λέμε, σόρι κιόλας, το να συνεισφέρεις σε ένα σπίτι που σε αγαπάνε πολύ, σε προσέχουν και σε φροντίζουν είναι τουλάχιστον απαραίτητο!



Λάιβ, τώρα, για σας, τη ρωτάω:

-Θεία να σε βοηθήσω σε κάτι;!

-Όχι μάνα μου, τρώμε. Δεν πεινάς;

-Όχι.

-Να φας και φέτα. ...Κοτόπουλος τρως;

-Τρώω.

-Θα φτιάξω ένα ωραίο ψάρι αύριο..



Μόνο αγάπη. Τέλος πάντων και παρεμπιπτόντως, ας θυμηθούμε ότι καλό είναι να εκτιμάς αυτά που έχεις κι όχι να γκρινιάζεις γι' αυτά που δεν έχεις. Και να σας πω και κάτι; Πείνασα.. Και της το είπα και δε με πίστεψε χαχαχαχα..

Υ.Γ. Τα μεγάλα κενά μεταξύ των παραγράφων είναι γιατί γαμιέται το blogspot, ευχαριστώ.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Επειδή φεύγω σήμερα.

Το βάζεις να παίξει και ξεκινάς το διάβασμα. Αν θες.



Είναι τόσο όμορφα. Ζω σε μια υπέροχη χώρα. Όλοι χαμογελάμε. Τα μπαλκόνια είναι γεμάτα λουλούδια και οπωροκηπευτικά, οι ταράτσες το ίδιο. Παντού στους δρόμους μυρίζουν άνθη και σε σκιάζουν τα δέντρα. Οι άνθρωποι χαμογελούν. Δεν μας λείπει τίποτα. Είμαστε η χώρα που έχει καταφέρει να ορθοποδήσει μετά από χρόνια πολέμους μάχες ίντριγκες και διαφθορά και τα έχει καταφέρει. Λάμπει. Πλούτος παντού. Μα πιο πολύ στις καρδιές των ανθρώπων. Χρήματα υπάρχουν άφθονα μιας και τυπώνονται σαν χαρτοπετσέτες αφού έγινε κατανοητό πλέον πως αυτή είναι η αξία τους. Τα έχουμε απλώς για να τα δίνουμε όταν δεν έχουμε κάτι προς ανταλλαγή.

Στους δρόμους της Αθήνας κυκλοφορούν κυρίως ποδήλατα και μέσα συγκοινωνίας. Αυτοκίνητα λίγα, ποιος τα χρειάζεται, σιγά τη μεγάλη πόλη. Ειδικά από τότε που πολλοί κάτοικοι γύρισαν στα χωριά τους και τα ομόρφυναν με τη σειρά τους, η Αθήνα άδειασε. Όσες πολυκατοικίες ήταν σε κάπως ευκολότερα σημεία, γκρεμίστηκαν, όλες οι υπόλοιπες βάφτηκαν με έντονα χρώματα. Περπατάς στους δρόμους και γεμίζεις χαρά. Κόκκινες πολυκατοικίες με μπλε μπαλκόνια, ριγέ πολυκατοικίες σε άσπρο ροδί, πράσινες πολυκατοικίες με μωβ ρόμβους, είναι απίθανο το θέαμα. Και ενδιάμεσα, αναπαλαιωμένα νεοκλασσικά, πλήρως αποκαταστημένα. 

Μια χώρα που όλα είναι φθηνά και διαθέσιμα, όπως θα έπρεπε να είναι. Οι τουρίστες έρχονται και είναι ευτυχισμένοι. Εμείς κερδίζουμε και είμαστε επίσης ευτυχισμένοι. Οι θάλασσες είναι απίθανες, πεντακάθαρες και πανέμορφες. Σχεδόν οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας προσέχουν τι τρώνε, σέβονται τα ζώα και όσα αυτά παράγουν. Πολλοί, πάρα πολλοί έχουν γίνει χορτοφάγοι. Άλλοι, που αγαπούν το κρέας, έχουν τα δικά τους ζώα, εύκολο πια.

Δουλεύουμε λίγες ώρες, όσες είναι απαραίτητες για να βγει μια εργασία. Δεν κάνουμε πια ότι δουλεύουμε για να μας βλέπει το αφεντικό που δε δουλεύει και βαριέται. Δεν υπάρχει αφεντικό καταρχήν. Πουθενά. Όλοι κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε, αναλόγως των δυνατοτήτων μας. 

Δεν υπάρχει κακία; Μαλακία; Το εθνικό προσόν! Όχι, κι αν υπάρχουν, υπάρχουν σε ελάχιστο βαθμό. Έχει αναπτυχθεί τόσο ο άνθρωπος που έχει καταλάβει τη διαφορά μεταξύ καλού και κακού, έχει ξεπεράσει το ότι το μυστήριο, παράξενο, στριφνό και στραβωμένο είναι σέξι, έχει καταλάβει ότι όλοι είμαστε ίδιοι. Διαφορετικοί αλλά ίδιοι. Όλοι θέλουμε τα ίδια. Όλοι ζητάμε αγάπη, ηρεμία, γαλήνη, ευτυχία, γέλια και χαρές. Κι όταν αυτό έγινε κατανοητό, έπαψαν τα πολλά ζητήματα. Υπάρχει κατανόηση και συγχώρεση πλέον. Η ζωή είναι θαυμάσια.

Οι τροφές είναι καθαρές, οι φιλίες ζωντανές, η ειλικρίνεια λάμπει δια της παρουσίας της. Όλοι λέμε αυτό που αισθανόμαστε ακόμα κι αν παλιότερα θα έκρινες ότι δεν είναι τόσο ευγενικό. Είναι ευγενικότερο τελικά να μην αφήνεις στο σκοτάδι κάποιον παρά να του κρύβεις την αλήθεια.

Το πιο ωραίο από όλα δεν είναι ότι η χώρα μας είναι υπέροχη, είναι η παγκόσμια ειρήνη. Για πρώτη φορά στα χρονικά, υπάρχει παγκόσμια ειρήνη. Οι κακοί, οι πλούσιοι, οι επιτήδειοι, οι μολυσμένοι, τι έγιναν; Χάθηκαν. Κατάλαβαν. Λούφαξαν. Ηρέμησαν. Δεν είναι αυτός ο λόγος που η Ελλάδα είναι ήρεμη, και καλά την άφησαν οι άλλοι. Όχι, η κάθε χώρα, ο κάθε άνθρωπος, στράφηκε στον εαυτό του. Έτσι ηρέμησαν όλοι.

Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτό. Ίσως μέχρι όσο θέλω να πιστεύω ότι όλα είναι όμορφα. Όταν θα μπω στο καράβι σήμερα και θα με σπρώξει ο πρώτος γέρος να περάσει και δε θα ζητήσει συγνώμη. Τότε θα είναι στο χέρι μου να γίνω εγώ, για πάρτη μου, αυτή που θα τον καταλάβω, θα τον συγχωρέσω, θα του χαμογελάσω και θα τον αφήσω να τραβήξει το δρόμο του.

Και θα ξεχάσεις τις αδικίες; Αυτό που γίνεται; Γίνεται κάτι πολύ άσχημο, πάρα πολύ άσχημο. Αλλά αυτό το ποστ μιλάει μόνο για ομορφιά. Είναι όπως το τραγούδι που παίζει λούπα όσο γράφω. Χαρούμενο τη στιγμή που μιλάει για μοναξιά. Ζούμε μια απόλυτη θλίψη. Οφείλουμε όμως να της βάλουμε αλμοδοβαρική μουσική. Πρέπει.

Θα τα λέμε από το νησί. Ελπίζω σε ήρεμες διακοπές. Κι ας είμαι μόνη. Ούτε με νοιάζει πια αυτό και είναι και σχετικό. Δεκάδες φορές με μεγάλη παρέα σε υπέροχα μέρη ιδανικές καταστάσεις έχω νιώσει στο παρελθόν μόνη ή είχα αποσυρθεί για να νιώσω. Καμιά φορά κάνουμε εικόνες και νομίζουμε πως όλοι περνάνε φανταστικά εκτός από μας. Αλήθεια, σκεφτόμαστε ότι το ιδανικό που έχουμε στο κεφάλι μας δεν υπάρχει; Ε, αυτό λοιπόν το μόνη στο νησί να κάνω βόλτες, για άλλον μπορεί να είναι μίζερο, για άλλον ονειρικό. Για μένα, ελπίζω να είναι ήρεμο.

Υ.Γ. Το τραγούδι το βρήκα εδώ γιατί ο τύπος είναι γαμάτος.
Υ.Γ. Να περάσετε καλά όλοι. Δεν πειράζει που ζούμε όπου ζούμε. Κανείς δεν είναι καλύτερα από μας. Όλοι είμαστε το ίδιο. Στο χέρι μας να περνάμε καλά. Σας φιλώ.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Απ' έξω κούκλα κι από μέσα..

Η Ελλάδα μοιάζει με μια πολύ ωραία καριόλα. Μια πανέμορφη κούκλα που έχει σκατοχαρακτήρα. Και δε φταίνε ούτε οι γονείς της, ούτε το παρελθόν. Μεγάλη κοπέλα είναι, έλεος, ας τα ξεπεράσει τα δράματα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Είναι υπέροχα και ανυπέρβλητα αλλά όταν παίζονται από καλούς ηθοποιούς. Όταν τα παίζει αυτή η σκατόψυχη καριόλα είναι σα γαμώ το μουνί που τα πέταγε, συγνώμη για την έκφραση, μιας και ούτε τα μουνιά φταίνε.

Όταν σκέφτηκα αυτήν την παρομοίωση, αμέσως φυσικά συνειδητοποίησα ότι παίρνω μπάλα όλους τους ανθρώπους και δεν θα έπρεπε γιατί δεν είναι όλοι οι έλληνες καριόληδες. Εγώ μόνο, γνωρίζω τουλάχιστον 20 υπέροχους ανθρώπους. Οπότε, πρέπει να το θέσω αλλιώς: Μιας και τα πάντα πάνω σε έναν άνθρωπο είναι ζωντανά και τίποτα νεκρό, θα πω καλύτερα πως οι καλοί άνθρωποι πάνω σε αυτήν την παλιοκαριόλα την Ελλάδα, είναι τα μαλλιά της. Υπέροχα, θαυμάσια, λαμπερά μαλλιά, που δε σπάνε με τίποτα, είναι μαλακά, γερά και όμορφα. Για να μη σου πω βασικά πως αυτά είναι κυρίως που την κάνουν όμορφη αυτήν την παλιοκαριόλα. Και να σκεφτείς πως δεν κάνει τίποτα να τα φροντίσει. Της τα έστειλε ο Θεός, καμαρώνει γι' αυτά αλλά δεν κάνει τίποτα μα τίποτα για να τα φροντίσει.


Διαβάζω τον τελευταίο καιρό διάφορα που συμβαίνουν. Κακά και μαλακίες τα περισσότερα. Παράλληλα έχω και ζωή, μπαίνω βγαίνω βλέπω κόσμο. Κι έχω ενθουσιαστεί επαρκώς τις τελευταίες μέρες. Και με τα καλά πρόσωπα που πλησιάζω και με πλησιάζουν και με τις εικόνες που συναντάω τυχαία.

Μια ερώτηση: εσάς, αλήθεια, δεν σας ευχαριστεί να συναντάτε τυχαία κάτι πολύ όμορφο; Γιατί εγώ εκεί που περπατάω και με τρώει η ζέστη και συναντάω τον τρελό που με λέει μουλάρα (αληθινό σκηνικό: περπατάω χτες στην Ερμού, μια χαρά, περιποιημένη, είναι τρελός καθισμένος, περνάω και λέει: γεια σου μουλάρα. Λέω συνεχίζοντας το περπάτημα: γεια σου βόδι. Καλά είναι, ένας άλλος παλιά με είχε πει Κασσάνδρα γελώντας σατανικά, καλά είναι σου λέω, μη μιλάς, πάντα καλοκαίρι βγαίνουν τα τρελά παιδιά μας έξω και μας λένε την αλήθεια τους). Στο θέμα μας. Πάντα λοιπόν όταν περπατάω και με τρώει η ζέστη η ταλαιπώρια ή μια μαλακισμένη σκέψη, και συναντήσω κάτι όμορφο, αγαλλιάζει η καρδιά μου. Εσείς όχι; Φτιάχνεστε ας πούμε με νεκρά ζώα, ροχάλες στο δρόμο, άπλυτους ιδρωμένους, σκουπίδια και ατυχήματα; 

Προχτές, βράδυ, έχω ραντεβού με κάτι φίλες. Περιμένει η μία την άλλη, εγώ βαριέμαι, πάω μία βόλτα κι έρχομαι λέω, μέχρι να μαζευτείτε. Μου αρέσει πολύ να κάνω βόλτες μόνη. Γιατί παρατηρώ. Άμα πας βόλτες με άλλον, πιάνεις την παρλαπίπα και δε βλέπεις τα μισά. Που ωραία είναι η παρλαπίπα αλλά και η βόλτα μοναχός, εξίσου ωραία. Κι έτσι, άρχισα να χώνομαι στα στενάκια του Ψυρρή. Ήταν νωρίς ακόμα, 10 περίπου, μόλις είχαν αρχίσει να βαράνε τα όργανα, οι πρώτοι πεινασμένοι να τρώνε, οι σερβιτόροι-κράχτες-ταλαίπωροι, ακόμα ξεκούραστοι, είχαν βλέμμα για σένα που περνούσες. Χάνομαι δεξιά αριστερά, κοιτάω, φωτογραφίζω με το άθλιο παντοφλάκι κινητό μου και δε ντρέπομαι. Γελάω κιόλας γιατί είναι που είναι μικρό, άμα τραβάς φωτογραφία, κάνει και θόρυβο λες και έχεις καμία επαγγελματική μηχανή με φακό 6 μέτρα που ούτε καν κάνουν θόρυβο αυτές, άκυρη η παρομοίωση. Κάνει θόρυβο σκέτο. Και είναι αστείο. 

Ταραγμένοι αναρχικοί, ερωτευμένοι, πικραμένοι, βλάκες, όλοι στους τοίχους. Μια χαρά. Στενάκια μικρά, όμορφα. Μαγαζάκια που ούτε ήξερα ότι υπήρχαν. Χαμηλά φώτα, δροσιά, είναι ωραία. Χαμογελάω. Βλέπω ένα μικρό πεζόδρομο. Θεοσκότεινα. Σκέψη στο κεφάλι μου: δε φοβάσαι; Απάντηση: ξεκόλλα. Μπαίνω. Βγαίνω σε έκθεση φωτογραφίας στο δρόμο. Μένω με στόμα ανοιχτό. Τι ωραία έκπληξη! Εντάξει, μερικές φωτό ήταν διασήμων που δεν είμαι φαν τους αλλά δεν στάθηκα στο δέντρο, στάθηκα στο δάσος. Η ιδέα και το σύνολο ήταν υπέροχα. Και φωτό των πολιτικών να είχαν, πάλι θα ήταν γαμάτη ιδέα. Σκεφτείτε μόνο τι θα φτιάχναμε πάνω στις φωτογραφίες τους.. Απ' όπου κι αν το δεις, ήταν υπέροχη εκείνη η στιγμή. Ένα στενάκι τόσο μα τόσο μικρό, γεμάτο κάδρα με φωτογραφίες, ουάου και μπράβο! Μα μπράβο! Παραδίπλα η Πιττάκη και πόσα άλλα μέρη που δεν έχω ανακαλύψει ή δει από κοντά. Πλατύ χαμόγελο.

Κι επανερχόμαστε στην σκατόψυχη Ελλάδα. Αυτήν την μουνάρα με το σκατοχαρακτήρα.

Μπαίνω στο facebook χτες όπως κάθε μέρα. Κι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει ποστάρει άλλη μια ενέργεια των υπέροχων atenistas. Ένα δρομάκι στη Συγγρού που μεταμόρφωσαν, έφτιαξαν, ζωγράφισαν, ομόρφυναν. Βλέπω τις φωτό, τι ωραία! Μπράβο! Χαμογέλασα. Μέχρι που άρχισα να διαβάζω τα σχόλια αυτού του ποστ. "Τι μαλακίες είναι αυτές;" "Κι ένας σκύλος θέλει καινούριο κολλάρο, να τους φωνάξουμε;" "εδώ ο κόσμος πεινάει κι αυτοί κάνουν μαλακίες" κλπ. Έφριξα. Θύμωσα βασικά, έγινα τούρμπο με την σκατόψυχη.

Μαλακίες οι atenistas, μαλακίες η Πιττάκη, μαλακίες η Αυλητών, μαλακίες όλα. Μάλιστα. Έτσι. Δε θέλουμε ομορφιά. Γουστάρουμε τη σκατίλα ρε παιδί μου. Γιατί είναι τόσο μαύρη η ψυχή μας που άμα δούμε ομορφιά ανακατευόμαστε. Άμα μας κάνουν κομπλιμέντο απαντάμε με γροθιές. Γιατί κανείς δεν μας αγάπησε, μπλα μπλα μπλα γύρευε γιατί, δεν πάμε και σε κανένα ψυχίατρο να το λύσουμε. Τι να λύσουμε, αφού γαμάμε. Και γουστάρουμε την μπίχλα. Δε θέλουμε πράγματα να μας κάνουν να χαμογελάμε. Δε θέλουμε μια πόλη όμορφη. Δε θέλουμε να συμβαίνουν πράγματα. Όχι. Θάνατος στους αισιοδόξους και όσους προσπαθούν να βγάλουν τη λάσπη από το βούρκο με πλαστικό φτυράκι.

Σωστά. Πολύ σωστά. Έπρεπε η Αυλητών να μην είχε έκθεση. Έπρεπε να είναι ένα σκοτεινό στενό γεμάτο κάτουρα και σύριγγες και όπως περνάω να κατεβάσω το βρακί μου, να χέσω και μετά να σκουπίσω τον κώλο μου στον τοίχο. Έτσι, για συμπλήρωμα. Μαλακία η Πιττάκη με τα φωτιστικά. Σωστά. Έπρεπε να είναι βρώμικη και γεμάτη παρκαρισμένα αυτοκίνητα -όπως επιμένει να είναι δε πα να γαμιόμαστε με εκθέσεις, αφού μιλάμε για σκατόψυχη-. Έπρεπε να μην υπήρχαν οι atenistas να οργανώνουν βόλτες στην πόλη που ΔΕΝ ξέρουμε, να φέρνουν τη Λυρική Σκηνή μέσα στη Βαρβάκειο, να φυτεύουν και να σώζουν δεξιά αριστερά κατουρημένα πάρκα, να κάνουν τόσα. Έπρεπε να μην υπάρχουν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι που μέσα στο κατεβατό αρνητικών ειδήσεων του facebook, ποστάρουν καρδιές χαμόγελα καλημέρες και λουλούδια, πρέπει να τους εξοντώσουμε. Έπρεπε να μην υπήρχαν τα παιδιά που πήγα στο πάρτυ τους προχτές που είχαν νοικιάσει ένα υπόγειο και έπαιζαν τζαζ, έτσι για τη φάση. Έπρεπε να μην υπήρχαν τα παιδιά του the Flat που δίνουν το χώρο τους είτε δωρεάν είτε προσφέρουν πολλά σε πολύ χαμηλές τιμές. Έπρεπε να μην υπήρχαν τα κορίτσια που σκέφτηκαν το clothswap, την ανταλλαγή ρούχων δηλαδή για όσους δεν έχουμε χρήματα να ψωνίσουμε αλλά τα άχρηστα της μίας θησαυρός της άλλης. Όχι. Έπρεπε να μην υπήρχε κανείς με ωραίες ιδέες που προσπαθεί μέσα στη σκατίλα να διαθέσει λίγο από τον περιορισμένο χρόνο του για να ομορφύνει την πόλη που ΟΛΟΙ κατοικούμε. Να υπάρχει μόνο η σκατόψυχη με όλο τον αρνητισμό για πάρτη της.

Υ.Γ.1. Απόδειξη της ύπαρξης της σκατόψυχης:

Φωτό ένα. Υπέροχο δείγμα ζωγραφικής σε βαμμένο τζάμι σε εσοχή της Κολοκοτρώνη.

Φωτό δύο. Ουπς! Μόλις πέρασε η σκατόψυχη!

Υ.Γ.2. Ποτέ δε θα δεις φως Ελλάδα γιατί είσαι σκατόψυχη και έχεις αφεντικά αυτούς που σου ταιριάζουν. Πρέπει να σκάψεις πολύ βαθιά για να ισοφαρίσεις την εξωτερική σου ομορφιά με τα μέσα σου. Πάρε παράδειγμα από τα μαλλιά σου που λάμπουν σαν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι σου μωρή καριόλα.