Να γράψω να μην γράψω να πω να μην πω, είναι κι άλλοι που τα
λένε ωραία και δεν μου ’ρχεται όρεξη να πω κάτι. Τράκαρα και το αυτοκίνητό μου
και ξενέρωσα και ησύχασα και είμαι σε φάση δύσκολη. Γιατί βασικά επειδή έχω
πάρα πολλά λεφτά και είναι να δίνω τώρα για το αυτοκίνητο, στενοχωριέμαι, δεν
ξέρω από που να πρωτοπάρω, από ποια τράπεζα, από ποιο ντουλάπι, ποιο στρώμα,
ποιο λάκκο, μπερδεύομαι. Να ανοίξω το λάκκο νούμερο δεκαέξι νοτιοανατολικά του
κήπου; Και δε θυμάμαι, αυτός ο λάκκος τώρα έχει πεντακοσάευρα ή κατοστάευρα; Ή
μήπως ο λάκκος νούμερο 42 βόρεια του κήπου δίπλα στις τριανταφυλλιές έχει
κοσάρικα που μου τη σπάνε, να τα δώσω να τελειώνουμε; Δε θυμάμαι καθόλου με
τόσα λεφτά που έχω ρε γαμώτη μου. Ας πρόσεχες, θα μου πεις, να μην τράκαρες να
μην έψαχνες λάκκους τώρα και τράπεζες και συρτάρια και ντουλάπια και στρώματα.
Εγώ συνήθως βρίζω τους άλλους γιατί είναι μαλάκες και
βλάκες. Και μετά, πάω και κάνω τη μεγαλύτερη μαλακία του κόσμου για να υπενθυμίσω
στον εαυτό μου ότι είμαι μία από τα ίδια και καλύτερα να μασάω παρά να μιλάω. Και μετά ησυχάζω. Γιατί λες λες λες και μετά βλέπεις τον ηλίθιο ευτυχισμένο. Γιατί
την ώρα που εσύ έβγαζες λόγο, αυτός έχτιζε. (Παραπομπή: Αίσωπος- Τζίτζικας-
Μέρμηγκας στο πιο μοδέρνο). Κατάλαβες φίλε μου; Αλλά ποιος σου φταίει;
Όχι πες, ποιος σου φταίει; Κανείς δε σου φταίει για τη μαλακία που σε δέρνει.
Κάθεσαι κει κατηγορείς τον ένα τον άλλο, κάτσε ρε κει χάμω και δες τα χάλια σου
τριμαλακίδι που νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα. Και το χειρότερο που έχεις: Τρως την
τούρτα στη μούρη, συνέρχεσαι, μετά το ξεχνάς και άντε πάλι από την αρχή. Πότε
θα μάθεις το μάθημά σου; Πότε;
Τέλος πάντων, δε γαμιέται, τώρα ό,τι έγινε έγινε. Από λάθη
άλλο τίποτα. Θα μπορούσα να έχω πατήσει καμία γριά που λέει και η μάνα μου.
Ναι, θα μπορούσα επίσης να είμαι και στο τρένο στην Ισπανία, στο λεωφορείο στην
Ιταλία, στους βομβαρδισμούς στη Συρία, να έχω βρεθεί μπροστά σε αποστολή αυτοκτονίας, να έχω ανατιναχτεί με γκαζάκι σπίτι μου, πολλά θα μπορούσαν να έχουν
γίνει, στο γιατί κολλάω εγώ. Γιατί είσαι ηλίθια κοπέλα μου, πάλι τα ίδια; Δε
φτάνει που οι δικοί σου είναι υποστηρικτικοί, τύπου, δεν τρέχει τίποτα, εκεί το
έριξες το γάμησες, δε χτύπησες εσύ, δεν χτύπησες καμία γριά, δεν πειράζει. Ναι,
είναι θεοί, μου κάνει λίγο η μάνα μου τ’ αρχίδια τούμπανα αλλά αυτός είναι ο
ρόλος της εξαρχής, δεν πρέπει να το ψάχνουμε αυτό. Στα υπόλοιπα όμως, δεν μπορώ να μην εκτιμήσω τη λαμπρότητά
τους. Ειδικά στο πόσο υποστηρικτικοί είναι. Γιατί κι αν έχω δει κι ακούσει για
γονείς, αδέρφια ή συντρόφους να κάνουν σκουπίδι τους δικούς τους ανθρώπους την
πιο δύσκολη ώρα. Εμένα, κύριοι. Με το που με βλέπουν λυπημένη μετά από μαλακία
που έχω κάνει, αμέσως κάνουν ότι
δεν τρέχει τίποτα, να πάνε να γαμηθούν όλα, που μιλάμε οι άνθρωποι είναι στα
όρια της αυτοκτονίας με τη σύνταξή τους στον πάτο, να μη βρίσκουν φάρμακα, να
μην μπορούν να πάνε δύο μέρες διακοπές, με τα βαμπίρ όλα εκεί πάνω που τα
αφήνουμε να μας πίνουν το αίμα. Απλώς κολλάω. Γιατί; Γιατί να την κάνω τη
μαλακία; Γιατί να μην λέω να καταλάβω το μάθημά μου; Δεν οδηγούμε όταν είμαστε
συγχυσμένοι, ταλαιπωρημένοι, κουρασμένοι, προβληματισμένοι κλπ. Ούτε
χειριζόμαστε βαριά μηχανήματα. Είναι δυνατόν ας πούμε, να έχεις ένα σοβαρό
πρόβλημα, να είναι το μυαλό σου αλλού και να πάρεις ένα αλυσοπρίονο να πας να
κόψεις κάτι; Αντίο δάχτυλα. Δεδομένο. Σαν την άλλη φορά που (προσοχή, ξεφτιλισμένη σκηνή), μου τράβηξε την προσοχή η Λάμψη στην τηλεόραση, ενώ παράλληλα έκοβα γλυκάκι για τον Έρωτα (σκύλος). Για πότε ξεκίνησα να κόβω και το δάχτυλό μου, ούτε που το κατάλαβα. Έτσι είναι. Που πας, άμα δεν προσέχεις 100%, κάτσε κάτω και μην κουνιέσαι μέχρι να ηρεμήσεις.
Αρχίδια. Και τώρα, κάθομαι με το βρακί, ανεμίζει ο
ανεμιστήρας, ζεσταίνομαι και δε ζεσταίνομαι, χαίρομαι που έχω γλυτώσει ως τώρα το air condition, που φτάσαμε, να σκέφτομαι τα λίγα ευρώ που θα χρεωθώ αν το ανοίξω, που να ξανανοίγω λάκκους να βγάλω λεφτά, χαλάω και το γρασίδι. Νυστάζω δε νυστάζω, βαριέμαι δε βαριέμαι, αναρωτιέμαι πράγματα όπως ‘θα ζήσω να δω τη χώρα να βγαίνει από την κρίση;’ και άλλα τέτοια ευχάριστα και
γράφω, πατάω τα πλήκτρα χωρίς να σκέφτομαι, η αυτόματη γραφή η γνωστή και μη
εξαιρετέα και αγαπημένη, μπλα μπλα μπλα και λα λα λα. Δε θέλω τίποτα και τα
θέλω όλα. Όχι όλα τα υλικά. Όλα τα συναισθηματικά. Όλα τα πνευματικά. Όλα τα
όμορφα κι ωραία. Όλα. Τώρα. Όχι άλλο σχολείο, δε μπορώ. Διάβαζε τότε ηλίθια.
Μάθαινε πιο γρήγορα. Τι μας λες ότι είσαι έξυπνη; Δεν ξέρω τι λέω, τι θέλω
ξέρω.


