Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Τι αγαπώ.

Στ' αρχίδια σας τι αγαπώ και τι δεν αγαπώ αλλά πρόκειται για παιχνίδι, τεστ, πες το όπως θες. Ο Πάνας με έβαλε στο χορό κι επειδή έχω συναισθήματα γι' αυτόν δε μπορώ να τον κλάσω, κατάλαβες; Έχω γίνει καλύτερος άνθρωπος τον τελευταίο καιρό, το βλέπουν και το εκμεταλλεύονται. Βλέπε τον Πρόβατο που με εξέθεσε καλά καλά και μετά έκανε τον Κινέζο. Τέλος πάντων, μην τα θυμηθώ πάλι και τα πάρω.

Λοιπόν, το παιχνίδι είναι να πω 10 πράγματα που αγαπώ. Τώρα του αξίζει του παιχνιδιού να πω 10 πράγματα, πράγματα όμως, αγαπώ τις καρέκλες, τα τραπέζια, τα βάζα και τέτοια αλλά άντε, δε θα κάνω την ανήξερη, θα μιλήσω. Θα προσπαθήσω δηλαδή γιατί μονίμως, εγώ τουλάχιστον το παθαίνω, άμα με βάλεις να θυμηθώ κάτι, τα μισά τα ξεχνάω και ψάχνω τι να πω. Και μόλις τελειώσω λέω α ναι ρε πούστη μου ήταν κι αυτό. Αλλά δε με νοιάζει, θα πω εγώ ό,τι μου'ρχεται με τον πονοκέφαλο που κουβαλάω από προχτές το βράδυ και ό,τι γίνει, χέστηκα.

1. Αγαπάω τη θάλασσα. Τρελαίνομαι να την κοιτάζω. Χαλαρώνω τρελά όταν κοιτάω το τέρμα της που δεν υπάρχει. Λέγοντας θάλασσα εννοούμε ότι δεν υπάρχει πολυκατοικία απέναντι, βουνό, καράβι, μαλάκας, κάτι, να είναι καθαρή κλπ. Γιατί άμα η θάλασσα είναι βούρκος τι να κοιτάξεις; Θα κοιτάς πάνω και θα τυφλωθείς από τον ήλιο. Οπότε αγαπώ να είμαι σε μια ωραία παραλία και να κοιτάω τέρμα μακριά να χάνεται το βλέμμα μου. Ρομαντική κουράδα.

2. Αγαπώ το ρομαντισμό, την καλοσύνη, την απλότητα κι άλλες τέτοιες ξεπερασμένες έννοιες. Ναι, είναι αλήθεια. Ζω στο στρουμφοχωριό και είμαι 12 χρονών. Δεν καταλαβαίνω τις ίντριγκες, τους τσακωμούς, τα σου'πα μου'πες.

3. Αγαπώ την ειλικρίνεια και την καθαρότητα στους ανθρώπους. Ακόμα κι όταν είναι κακοί. Προτιμώ να ξέρω ποιον έχω απέναντί μου.

4. Αγαπώ τους φίλους μου. Και τους κρατάω πάση θυσία κοντά μου. Δεν μ' ενδιαφέρει αν θα με πάρει ή δε θα με πάρει τηλέφωνο, αν θα με βρίσει ή όχι. Εγώ τους αγαπάω και είμαι κει για ό,τι χρειαστούν. Για να σταματήσω ν' αγαπάω ένα καλό μου φίλο, πρέπει να μου διαλύσει τ' αρχίδια με οδοστρωτήρα αλλά και πάλι, ακόμα κι αν δεν του ξαναμιλήσω ποτέ, δε θα σταματήσω ποτέ να τον αγαπάω. Γιατί δεν ξεχνάω ποτέ τις όμορφες στιγμές.

5. Αγαπώ αυτούς που με βοηθούν ειδικά όταν δεν περιμένουν τίποτα από μένα. Αυτού του είδους η καλοσύνη είναι απίστευτη για μένα και αξίζει μόνο αγάπη και τίποτα άλλο. Ούτε αυτούς τους ξεχνάω ποτέ και πάντα τους αγαπάω.

6. Αγαπάω τους γονείς μου και το σκυλάκι μου.

7. Αγαπάω τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου. Τώρα έχω αρχίσει να το ξεπερνάω ελαφρώς γιατί είπα ν' αρχίσω να ωριμάζω και να μην είμαι δέσμια των υλικών. Χωρίς υλικά αγαθά, είσαι πραγματικά ελεύθερος να πας όπου θες και να κάνεις ό,τι θες ανά πάσα στιγμή και να μην σκεφτείς "που θα βάλω τώρα το εκκλησιαστικό όργανο ρε γαμώτο;"

8. Αγαπώ την αγάπη την ίδια. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο απ' αυτήν κι ας μην είναι αρκετή μερικές φορές. Γιατί σε ένα ζευγάρι που στηρίζεται η σχέση τους μόνο στην αγάπη, όταν θα έρθει ο λογαριασμός του ΟΤΕ, ενδεχομένως θα γίνει της πουτάνας. Αλλά αν εκείνη τη στιγμή δεν ξεχάσουν την αγάπη και μέσω αυτής το λύσουν το θέμα, πιστεύω πραγματικά πως όλα μπορούν να πάνε καλά.

9. Αγαπώ το χιούμορ. Τρελαίνομαι να γελάω.

10. Αγαπώ να διασκεδάζω τους άλλους και να τους κάνω να γελάνε. Θέλω όλοι να είναι ευτυχισμένοι. Αν ήταν όλοι ευτυχισμένοι, δε θα ήταν ο κόσμος τόσο σκατά όσο είναι τώρα.

Αυτά. Σας αγαπώ. Με αγάπη, Μαρία Αλιφέρη.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Μια πορνογραφική σχέση.

Ειδοποίηση:

Όσοι είναι ευαίσθητοι ή συντηρητικοί, παρακαλώ να αποφύγουν να διαβάσουν την παρακάτω ιστορία γιατί κατατάσσεται στο είδος του σοφτ πορνό. Ευχαριστώ.

Βρέθηκα με έναν πασίγνωστο blogger. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να περιγράψω καλύτερα αυτό το θεϊκό συναίσθημα που κατέκλυσε τα έγκατα της ψυχής μου, αλλά θα προσπαθήσω να το κάνω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτά που θα διαβάσετε είναι η πάσα αλήθεια. Όσο παράλογη κι αν φαίνεται. Γιατί αυτό που έζησα μαζί του, απλά δεν υπάρχει κι ούτε ξέρω αν θα υπάρξει ποτέ ξανά.

Ήταν 17 του Σεπτέμβρη, μέρα μεσημέρι. Είχα φορέσει ένα ελαφρύ φόρεμα που αναδείκνυε τις καμπύλες μου και άφηνε ακάλυπτο μέρος από το μπούστο μου. Το αεράκι που φυσούσε ανασήκωνε το φόρεμά μου, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτονται λίγο τα σέξυ πόδια μου. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια μου χτυπούσαν με ρυθμό τα πλακάκια του δρόμου ενώ τα οπίσθιά μου λικνίζονταν στο ρυθμό των βημάτων μου. Είχαμε ραντεβού με τον διάσημο σταρ έξω από το Παλλάς. Όταν τον είδα να έρχεται, λύγισα. Ευτυχώς που ήμουν καθιστή και δε χρειάστηκε να κρατηθώ από κάτω. Τα μακριά κόκκινα νύχια μου βυθίστηκαν στο τσιμεντένιο τοιχάκι. Τι άντρας ήταν αυτός;

Ο άντρας αυτός, που ήταν ένας ανυπέρβλητος κούκλος, με πλησίασε, με καλημέρισε και το άρωμά του σφήνωσε στην καρδιά μου. Αμέσως ήθελα να του πιπιλίσω τ’ αυτιά αλλά κρατήθηκα. Οι μακριές τρίχες στην πλάτη του, έβγαιναν στο σβέρκο του, έκαναν κύκλο και χάιδευαν το λαιμό του. Αυτός δεν το ήξερε αλλά εγώ γνώριζα πολύ καλά πόσο ποθώ τους τριχωτούς άντρες. Θεέ μου, πως θα άντεχα μια συνάντηση μαζί του αν δεν μπορούσα να τον κάνω δικό μου; Αν δεν μπορούσα να στρίψω στα δάχτυλά μου αυτές τις τρίχες;

«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε ενώ προχωρούσαμε προς το τραπέζι που θα μας φιλοξενούσε για λίγη ώρα. «Τίποτα, τίποτα», του είπα και χαμογέλασα με όλο μου το νάζι. Σα να είδα τα μάτια του να γυαλίζουν αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σιγά αυτός ο υπέροχος παίδαρος να μην πρόσεχε εμένα, μια φτωχή και ταπεινή κοπέλα. Μπορεί να ήμουν πανέμορφη και σέξυ αλλά αυτός ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Κάτσαμε στο τραπέζι και σταύρωσα τα πόδια μου. Αναπόφευκτα, το φόρεμα γλίστρησε και αποκάλυψε κάποια κρυφά σημεία των ατελείωτων καμπύλων μου. Τον είδα που κοίταξε και ξεφύσηξε. ‘Βρε λες;’ αναρωτήθηκα.

Λέγαμε τα νέα μας αλλά εγώ υπέφερα. Δεν μπορούσα να έχω αυτό το ποθητό κορμί, αυτόν τον υπέροχο, πανέξυπνο και πανέμορφο, ώριμο, εκπληκτικό άντρα απέναντί μου και να μην μπορώ να τον φάω ζωντανό. Άρχισα να ζαλίζομαι από τον πόθο. Ακούμπησα την ανάποδη της παλάμης μου στο κούτελο και σκούπισα τις δυο στάλες ιδρώτα που είχαν αρχίσει να πέφτουν αργά. «Τι έπαθες γλυκιά μου;» με ρώτησε με τη βαθιά σεξουαλική του φωνή. «Ζαλίζομαι λίγο», του είπα με βραχνή φωνή από την έξαψη. «Θέλεις να πάμε στη Μεγάλη Βρετανία που έχω μια σουίτα στο όνομά μου για παν ενδεχόμενο, να ξαπλώσεις λίγο;» Έλαμψαν τα μάτια μου. ‘Και πλούσιο το μωρό μου. Σουίτα στη Μεγάλη Βρετανία; Να ξαπλώσω; Πώς θα άντεχα να είμαι ξαπλωμένη χωρίς αυτόν δίπλα μου; Αλλά που ξέρεις;’ αναρωτιόμουν. Αποφάσισα να δεχτώ κι ό,τι γινόταν. Στη ζωή άλλωστε πρέπει να ρισκάρεις γι’ αυτά που θες τόσο πολύ. «Θέλω», του είπα, κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. Και πήγαμε.

Μόλις μπήκαμε στη Μεγάλη Βρετανία έτρεξαν όλοι να τον προϋπαντήσουν. «Καλώς ήρθατε!» «Πως μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε!» «Ό,τι θέλετε να μας ειδοποιήσετε!» Ήμουν πραγματικά συγκλονισμένη. Αυτός δεν ήταν άντρας, ήταν θησαυρός. Προχωρήσαμε στο ασανσέρ και μόλις έκλεισε η πόρτα, χωρίς να το καταλάβω, με άρπαξε από τη μέση, με τράβηξε κοντά του και έχωσε τη γλώσσα του μέχρι το στομάχι μου. Ανακατεύτηκα λίγο αλλά συνήλθα γρήγορα και ανταπέδωσα. Οι γλώσσες μας χόρευαν τσάρλεστον μέχρι τον τελευταίο όροφο. Όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ, σχεδόν τρικλίζαμε. Περπατήσαμε με αργά, νωχελικά βήματα και χαμογελαστοί προς το δωμάτιο, χωρίς να βιαζόμαστε, σίγουροι πια και οι δύο για το τι θα γινόταν. Εγώ ήλπιζα μόνο να είχε καλή μόνωση η σουίτα.

Το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Καταπληκτικά έπιπλα και λουλούδια, γλυκά και σαμπάνια και μια θέα ανυπέρβλητη. Άφησα την τσάντα μου στον καναπέ και προχώρησα προς τη βεράντα να χαζέψω λίγο την Ακρόπολη. Ακούμπησα το χέρι μου στο τζάμι θέλοντας νοητά να την χαϊδέψω. ‘Όμορφο μνημείο, πόσο ομορφαίνεις την πόλη μας’, σκέφτηκα, και τότε αισθάνθηκα τις τρίχες από το λαιμό του να γαργαλάνε το σβέρκο μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη. Οι ρώγες μου κόντεψαν να τρυπήσουν το φόρεμα ενώ ταυτόχρονα ένιωσα μια φωτιά να με σιγοκαίει από την κορφή μέχρι τα νύχια. «Αχ, αχ, αχ, αχ, αχ, αχ...» του είπα και γύρισα αμέσως να τον αγκαλιάσω. «Πόσο μου αρέσει να λες αχ, αχ, αχ, αχ, αχ...» μου είπε και άρχισε να με φιλάει στο στόμα, στα μάγουλα, στο λαιμό, παντού. Το σκληρό του κοντάρι είχε αρχίσει να σπρώχνει το μεταξωτό του εσώρουχο και το μπεζ πανάκριβο λινό του παντελόνι. Φοβήθηκα ότι θα το σκίσει.

Ήμουν τόσο αναστατωμένη που τρόμαξα μήπως λιποθυμήσω. Τραβήχτηκα γρήγορα από την αγκαλιά του και πήγα βιαστικά προς τον άνετο τεράστιο καναπέ. Έκατσα με τα χέρια πλάι στο σώμα μου, αποκαμωμένη από τη λατρεία για τον θεϊκό αυτό άντρα. «Θες να παίξουμε με τα όργανά μας να χαλαρώσουμε;» μου είπε και θόλωσα. Πόσο μαγικός ήταν; Πώς ήξερε ακριβώς αυτό που θέλω; Χαμογέλασα και με μια κίνηση τράβηξα το βιολί μου από την τσάντα μου ενώ αυτός ταυτόχρονα έβγαλε το πιάνο από τη δική του και αρχίσαμε να παίζουμε την πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν.

Τρεις ώρες παίζαμε. Αφού πιάστηκαν τα δάχτυλά μας. Αλλά χαλαρώσαμε. Και αφήσαμε τα όργανα στον καναπέ. Ταυτόχρονα πλησιάσαμε αργά ο ένας τον άλλο, τυλιχτήκαμε σαν χταπόδια σε οίστρο και αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Πόσο όμορφος ήταν γυμνός! Πολύ μακριές σκουρόχρωμες τρίχες κάλυπταν όλο του το σώμα. Μου ήρθε λιποθυμία. Το μόνο που έμενε ακάλυπτο ήταν η μακριά του σπάθα που του έφτανε μέχρι το γόνατο. Αμέσως έπεσα κάτω και προσκύνησα. Αυτός χωρίς δεύτερη κουβέντα, με σήκωσε στα στιβαρά του μπράτσα και με πέταξε στο κρεβάτι με τόση φόρα που πήρα τρεις στροφές και κόντεψα να πέσω από την άλλη. Ευτυχώς όμως το κρεβάτι ήταν τεράστιο. Ο πανέμορφος αυτός παίδαρος, έδωσε ένα πήδο σαν αθλητής επί κοντό κι έπεσε πάνω μου. Τη στιγμή που πηδούσε προς το κρεβάτι δε θα την ξεχάσω ποτέ. Όλες του οι τρίχες είχαν κοντράρει στον αέρα και ανέμιζαν, ενώ κρατούσε αγκαλιά το τεράστιο κοντάρι του να μην σκουντουφλήσει πάνω του και πέσει.

Το τι έγινε σ’ εκείνο το δωμάτιο, καλύτερα να μείνει μεταξύ μας. Δεν μπορώ να περιγράψω το πάθος, την απόλαυση, το δέος και τη λατρεία γι’ αυτόν τον υπέροχο άντρα. Ένα μόνο μπορώ να πω. Είχαν μαζευτεί πολλά περιστέρια στο παράθυρο και μας κοίταζαν. Μόνο παλαμάκια δεν χτυπούσαν. Τυχερά πουλιά. Είδαν για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους τι σημαίνει «ζω ένα όνειρο».

Όταν τελειώσαμε, μετά από 16 ώρες και 46 λεπτά, δεν μπορούσα πια να κουνηθώ. Ο διάσημος κούκλος blogger, ακμαίος και δυνατός όπως πριν ξεκινήσουμε, σηκώθηκε, χτένισε τα μαλλιά του και όλες του τις τρίχες, τύλιξε το μακρύ του λάστιχο και ντύθηκε. Εγώ ήμουν ημιλιπόθυμη στο κρεβάτι με τα μαλλιά ανακατωμένα και ψεύδιζα. «Σ’...ευ... χα...ρισ..τώ...» κατάφερα να πω με δυσκολία. «Δεν κάνει τίποτα κούκλα, μπορείς να μείνεις όσο θες στο δωμάτιο, δικό μας είναι. Φεύγω όμως τώρα γιατί έχουμε και δουλειές, έτσι;» μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι και αμέσως μετά την πόρτα.

Τι άντρας. Μα τι άντρας. Δε θα τον ξεχάσω ποτέ, μα ποτέ. Σ’ ευχαριστώ Πρόβατε για τις στιγμές που μου χάρισες. Θα φυλάξω σε πανάκριβο σεντούκι τις τρίχες της κορμάρας σου που κόλλησαν πάνω μου από τον ιδρώτα μας, για πάντα.

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Που Σου χωρίς το Κου.

Παρασκευή. Το Που (του τίτλου).

Πήγαμε. Οτέκρ λέω. Πήγαμε. Βρήκαμε εισιτήρια. Δε θα πω τον τρόπο, δεν κάνει, έχουμε και μια τιμή, ένα όνομα, μία άλφα, βήτα, ωμέγα προσωπικότητα.

Πριν τη συναυλία, είχαμε τη φαεινή ιδέα με τον Κολλητό να πάμε για φαΐ. Και πήγαμε. Και φάγαμε οι μαλάκες ότι είχε το μαγαζί. Και ήπιαμε μισό τόνο νερό. Και μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι για να πάμε στο BIOS, ένιωσα το στομάχι μου τόσο πρισμένο, να κάνει και γκλου γκλου από το νερό, άρχισα να νυστάζω, έκλειναν τα γόνατά μου και ρευόμουν κλάνοντας μέχρι να φτάσουμε μπας και το παλέψω. Ωραία, καλή αρχή.

Αλλά όλα καλά. Γιατί πήγαμε, μπήκαμε, γουστάραμε. Ήταν γαμάτα. Και οι προηγούμενοι από τους Οτέκρ. Και δε βάλαμε ωτασπίδες. Και καθόμασταν μπροστά στα ηχεία. Τράνταζε το στέρνο μου. Και είχαμε χώρο. Άσχετο, αλλά εκεί που ήμασταν, είχαμε χώρο ενώ όλο το υπόλοιπο δωμάτιο ήταν τίγκα. Όχι, δε βρωμούσαμε. Αν κι έκλασα κανά δυο φορές. Και ρευόμαστε και το κεμπάπ όλη νύχτα. Αλλά μυρίζαμε όμορφα, είμαστε καθαρά παιδιά εμείς.

Δεν έχω πόδια πια. Όχι. Ούτε μέση. Και τρέμουν τα χέρια μου. Πάω να πιω νερό και πίνει όλο το δωμάτιο.

Χάζεψα. Είχε τελείως αλλοπρόσαλλο κόσμο. Φρικιά παγωμένα στο χρόνο που έχουν να βγουν από τα Οινόφυτα και χόρευαν τρανς, νερντς, ανθρώπους της διανόησης και των τεχνών (εμείς), γκομενάκια για όλα τα γούστα, αρσενικά και θηλυκά, γερόντια, νέουρες, έξω λέει ήταν κάφροι που ήθελαν να μπουν τσάμπα, αφού δε χωράει ρε φίλε σου λένε, που θες να πας, πόσο καμμένος είσαι; Τέλος πάντων, δεν καταλαβαίνω. Να πας σε γήπεδο, το καταλαβαίνω να χτυπιέσαι για να μπεις. Αλλά να πας σε αίθουσα που άμα μπεις, θα σκάσετε όλοι μαζί, τι θες; Άμα θες να αυτοκτονήσεις, γιατί δεν ανοίγεις το φούρνο σου και να βάλεις το κεφάλι μέσα; Πιο πρακτικό για σένα και ακίνδυνο για τους άλλους.

Πεθάναμε στο γέλιο. Πεθάναμε όμως. Κυρίως με κάτι καμμένα. Ήμαρτον. Ήταν ένας δίπλα μου που ούτε αυτός ήξερε τι είχε πιει και χόρευε σα γαμώ το κέρατό μου το τράγιο. Κάτι μεταξύ ζεϊμπέκικου και κυνηγάω τη σκιά μου. Έγερνε εντωμεταξύ τόσο λιώμα που ήταν και ενώ έτσι όπως χτυπιόταν είχε ανοίξει χώρο για πάρτη του, ερχόταν προς το μέρος μου σιγά σιγά. Δεν ήξερε, δεν ρώταγε; Την Κωλόγρια δεν την σπρώχνουμε, όχι, όχι, όχι, λάθος μεγάλο. Ερχόταν. Ακούνητη, ακλόνητη εγώ, τον κοίταξα. Του πέταξα ενέργεια. Το κατάλαβε. Με κοίταξε. Μετακινήθηκε. Πολύ λιώμα. Ξαναπλησίασε. Γύρισα με απάθεια και του έδειξα με το χέρι το χώρο δίπλα του. Κοινώς του είπα τραβήξου παραπέρα, τον πούλο και αλέ, με ευγένεια, χωρίς να μιλήσω. Μετακινήθηκε. (Είδατε που δε χρειάζεται να μιλάμε; Μιλάει το σώμα μας για μας). Μετά μου έδινε την μπύρα που κράταγε. Για να πιω. Τόση αγάπη. Αλλά εγώ δεν ήθελα αγάπη με σάλια τελειωμένου. Δεν κουνήθηκα. Ούτε βλέφαρο δεν κούνησα. Έφυγε. Ακόμα περισσότερος χώρος δίπλα μου. Αυτά είναι.

Τελειώσαμε στις 3:30. Νεκροί. Ιδρωμένοι, με ανύπαρκτα πόδια αλλά χαρούμενοι. Καληνυχτήσαμε τους φίλους μας, τους βάλαμε σε ταξί και τη στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να πάρουμε και μεις ένα για να φύγουμε, κάνουμε έτσι, κοιτάμε το BIOS και λέμε "δεν πάμε για καμιά μπύρα;" και ξαναγυρίσαμε, ανεβήκαμε πάνω, κάτσαμε στο μπαλκονάκι και ξηγηθήκαμε μπάνικα. Να ξεκουράσουμε λίγο το κορμάκι μας ρε παιδί μου από την ένταση, να πούμε τα έτσι κι αλλιώς της βραδιάς, να κοιτάξουμε λίγο την Πειραιώς, να δούμε λίγο ουρανό και τέτοια. 4:30 πήγε.

Σάββατο. Το Σου (του τίτλου).
Γυρίζω ξημερώματα κέντρο , κοιμάμαι κέντρο, ξυπνάω κέντρο στις 10:30 για να πάω σινεμά. Ε βέβαια, έχουμε και το φεστιβάλ, μην ξεχνιόμαστε. Με ξυπνάει το κινητό και μετά από λίγα λεπτά, συνειδητοποιώ ότι το κρατάω στο χέρι και κοιμάμαι. Κοιτάω, ευτυχώς δεν είχε περάσει και πολύ ώρα, είχα μόλις 2.5 λεπτά για να πάω σινεμά αλλά ήμουν δίπλα και απλά σηκώθηκα και πήγα. Γαμάτη ταινία, πάλι καλά. Αλλά δεν είχα πόδια, ούτε μέση. Τι να μου κλάσουν 5 ώρες ύπνο κει χάμω γριά γυναίκα, πλάκα μου κάνετε; Το τι στροφιλίκι έριξα στην καρέκλα, πρέπει να τους έπριξα τ' αρχίδια από πίσω, αν και φρόντιζα να το κάνω ευγενικά. ...Α! Κάτι που θυμήθηκα. Το σινεμά ήταν άδειο. Μιλάμε, να ήμασταν 30 άτομα με το ζόρι. Πάω λοιπόν και κάθομαι μπροστά-μπροστά και είχε κενό 600 θέσεις γύρω από μένα. Κι έρχεται ένας καθυστερημένος και κάθεται μπροστά μου. Αυτά είναι. Τον κοίταξα και αναρωτήθηκα αν είχε αριθμημένη η θέση ή είναι τόσο μαλάκας. Ήμουν και λιώμα από την κούραση και δεν μπορούσα να μιλήσω. Τελικά όμως, η φωνή μου, κάτι πιο λεπτό από της Σωτηρίας Μπέλλου τόλμησε να ρωτήσει "αυτή είναι η θέση σας;" και ακούω "Excuse me?'' Ξένος. Ε πες το άνθρωπέ μου ότι είσαι μαλάκας τουρίστας ! Και πήγα μια θέση πιο κει. Καλά ρε πούστη μου, μπαίνεις σε ένα άδειο σινεμά και πας και κάθεσαι μπροστά στον άλλο; Και αριθμημένη να είναι η θέση σου, δε βλέπεις το απόλυτο κενό γύρω σου; Ήμαρτον δηλαδή. Τέλος πάντων, πάμε παρακάτω.

Δεν είχα πόδια και μέση που λέτε και γυρόφερνα στη θέση μου αλλά τα κατάφερα. Και μετά έπρεπε να πάω σπίτι. Ε τι να έκανα; Έπρεπε. Και βγαίνω έξω. Κομμάτια. Φέτες. Πτώμα. Και κινάω να πάω στην Πανεπιστημίου να πάρω ένα γαμομέσο συγκοινωνίας να πάω σπίτι. Και τι βλέπουν τα νυσταγμένα αλλά πάντα όμορφα μάτια μου; Την Πανεπιστημίου κλειστή και ποδήλατα γύρω-γύρω, κόσμο να χαζεύει και τέτοια. Όχι ρε πούστη, Σάββατο πρωί βρήκατε; Κυριακή δεν σας κάνει; Γαμώ την πουτάνα μου, εφιάλτης. Να πάω που να πάρω κάτι να γυρίσω; Έπρεπε να το κόψω με τα πόδια. Με καταλαβαίνετε. Καταρχάς φοβόμουν μην πέσω στη μέση του δρόμου, διπλώσουν τα πόδια μου ρε παιδί μου και τέλος. Τι τέλος δηλαδή, εγώ θα κοιμόμουν και τα ποδήλατα θα με προσπερνούσαν, μπορεί να έκαναν και καμία αναγνωριστική γύρω μου και τέτοια. Τελικά, έφτασα Πολυτεχνείο με τα πόδια, γάμα τα, γάμα τα, γάμα τα, τα μέτρησα όλα τα μέτρα με την κούραση που είχα, πήρα κάτι κι έφτασα σπίτι. Κι έκανα μπάνιο, έκλεισα πόρτες, παράθυρα, τηλέφωνα, έβαλα ωτασπίδες και χαιρέτησα για 2 ωρίτσες το μάταιο τούτο κόσμο γιατί, όχι παίζουμε, ντούρασελ η γριά, το απόγευμα είχα ραντεβού. Και βγήκα. Και όταν γύρισα πια το βράδυ, καταλαβαίνετε ότι έβλεπα τα πράγματα σε κυματισμό, αλλοιωμένα, με μια διαφορετική οπτική, χαμογελούσα ελαφρώς, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε, ήμουν πολύ κομμάτια όμως. Και ξεράθηκα.

Κι αυτό ήταν το ΠουΣου. Και εις άλλα με υγεία. Σήμερα ξέρετε.. τήλιο, σουμάδα, σούρσιμο οι παντόφλες, κρεβάτι, τουαλέτα, τήλιο, σουμάδα, σούρσιμο οι παντόφλες, κρεβάτι, τουαλέτα, τήλιο, σουμάδα...

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Πάρτυ με νέους.

Κοιτάξτε να δείτε. Θα σας μιλήσω λίγο για μένα. Όχι ότι ενδιαφέρεται κανείς να μάθει το οτιδήποτε, αλλά έτσι, θέλω να τα πω και θα τα πω, τι να κάνω, ανάγκες είναι αυτές. Μπορεί αρχικά να φανεί ελαφρώς πολύπλοκο το όλο θέμα αλλά θα προσπαθήσω να το δώσω όσο πιο απλά γίνεται, καθότι δε φημίζεστε και για το υψηλό σας IQ. (Εδώ πέφτει μούντζα και γαμοστολίδι, έτσι να μου βρίσκεται). Κοιτάξτε λοιπόν να δείτε.

Εγώ είμαι κωλόγρια. Γάμα τα δηλαδή. Νυστάζω νωρίς, γκρινιάζω και τέτοια. Βέβαια, τον τελευταίο καιρό, έχω αλλάξει αρκετά με αποτέλεσμα να περνάω δίπλα από καθρέφτες και να πατάω τσιρίδες -ποια είναι αυτή και τέτοια. Κοιμάμαι ό,τι να'ναι, δεν γκρινιάζω κλπ. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό. Να σας πω. Γιατί προσέχω. Δεν ρίχνω τον εαυτό μου σε κακοτοπιές. Λέμε τώρα. Νυστάζω, την πέφτω, δεν νυστάζω, δεν την πέφτω. Δεν ενοχλώ κανένα, κάνω ό,τι θέλω και τέλος. Αλλά όλα αυτά σπίτι μου. Γιατί δεν κάνω και πολλά. Βγαίνω κει οικονομικά, έτσι λίγο πιο κει από το σπίτι μου, οπότε άμα νυστάξω, γυρίζω πίσω και τέλος. Έλα όμως που παρασύρθηκα. Είδα αλλαγή και νόμισα ότι το κατέκτησα. Αλλά όχι φίλες και φίλοι. Άμα ένας άνθρωπος βαριέται, β-α-ρ-ι-έ-τ-α-ι! Δεν αλλάζουν εύκολα αυτά τα πράματα. Και έγινε το λάθος. Κι όχι τίποτα, δεν μπορώ να το πάρω πίσω τώρα. Δείτε να καταλάβετε.

Έμαθα ότι παίζουν οι Autechre στο BIOS αύριο (Παρασκευή 17 του μηνού). Οι Οτέκρ, βλάχοι άσχετοι, απαίδευτοι και αγράμματοι φίλοι μου, είναι ένα αγγλικό δίδυμο (δύο άντρηδες) που παίζουν γαμάτη ηλεκτρονική μουσική. Είναι παλιακοί αυτοί, δεν είναι νέουρες. Όταν μου είπε ο κολλητός λοιπόν ότι παίζουν εδώ, λύσσαξα, κοπανήθηκα, έσκισα τα ρούχα μου, έκανα μεγάλη χαρά τέλος πάντων και τον όρκισα να πάμε. Τι τον όρκισα, αυτός θα πάει έτσι κι αλλιώς, εγώ έπεσα κάτω και είπα ότι θα πάω και το έφτιαχνα στο μυαλό μου από τότε που μου το είπε και γούσταρα. Έλα όμως, έλα όμως λέω, που συνάντησα σήμερα τον κολλητό και μου είπε ότι θα βγουν κατά τις 2... Μου έπεσαν τ' αρχίδια στο πάτωμα, το καταλαβαίνετε υποθέτω. Γιατί ναι, εντάξει, να βγω, αλλά θα βγουν στις 2; Μα στις 2; Πάμε καλά; Και ξαφνικά το είδα. Κόσμος, ζέστη, ορθοστασία και αναμονή. Και ξαφνικά βαρέθηκα. Στ' αρχίδια μου οι Οτέκρ και όλο τους το σόι. Αλλά επειδή έχουμε και έναν άλφα εγωισμό, το καταλαβαίνετε και αυτό υποθέτω, και επειδή όπου να'ναι θα κυκλοφορώ με πι και δε θα μπορώ, και να θέλω, να κυκλοφορήσω, θα πάω. Ναι. Αυτό που ακούσατε. Θα πάω. Από τις 10; 11; Δεν ξέρω. Τώρα τι θα κάνουμε μέχρι τις 2, δεν ξέρω. Θα χορεύουμε με τους προηγούμενους. Λέω. Κι αν χορέψω εγώ με τους προηγούμενους και ξεκατινιαστώ, πώς θ' αντέξω Παναγιά Παρθένα μέχρι τις 2;

Και δεν είναι μόνο αυτό. Όοοοχι. Έχει κι άλλα. Ένα-ένα μου τα έλεγε ο κολλητός και διασκέδαζε. Εγώ όμως τα άκουγα και μου σηκωνόταν η τρίχα κάγκελο. Σαν αχινός με παγωμένο χαμόγελο έφυγα από την καφετερί το μεσημέρι.

1ον) Δεν έχουμε βγάλει εισιτήρια. Που σημαίνει ότι άμα έχει κόσμο, πώς θα μπούμε; Θα στήσουμε κώλο; Κοινώς, θα φτάσω μέχρι εκεί με χίλιους κόπους και βάσανα και μπορεί να μην μπούμε στο τέλος. Δύσκολο γιατί οι κώλοι μας μετράνε αλλά σου λέω εγώ τώρα. Άσε που θα προσπαθώ να κρατηθώ ξύπνια μέχρι τις 9-10 που θα είναι να φύγω από το σπίτι (γιατί είναι στάνταρ ο νόμος του Μέρφυ, αν καθήσω σπίτι δε θα νυστάζω, αν είναι να βγω όμως, θα σπάσει η μασέλα από το χασμουρητό), θα ταξιδέψω μέχρι το Γκάζι και μετά θα πρέπει να γυρίσω. Θα μου πεις, μωρή μαλάκω παρέα θα είστε, κάτι θα κάνετε. Η παρέα μας δεν είναι σκατόφλωροι να πάμε Γκάζι να πιούμε ποτά (εκεί ήμουν τα δύο προηγούμενα Σάββατα), άσε που θα έχουν ξενερώσει με την πόρτα που θα έχουμε φάει και δε θα έχει όρεξη κανείς. Τέλος πάντων, αυτό είναι το πιο απίθανο σενάριο, μάλλον θα μπούμε. Πάμε παρακάτω.

2ον) "Μαλάκα", (ατάκες κολλητού), "σκέφτομαι Bios και φρικάρω. Σπρωξίδι, τσαλαπάτημα, ιδρώτας, μαλλιά έτσι (ξεμαλλιάστηκε για να μου δείξει)... άσε που σκέφτομαι να πάρω τις ωτασπίδες μαζί. Δεν αντέχω τόσο θόρυβο, τέρμα την έχουν τη μουσική". Εννοείται πώς έπεσα χάμω όταν άκουσα για ωτασπίδες αλλά σε 1,5 δευτερόλεπτο το βρήκα φανταστική ιδέα και αμέσως το έβαλα υπενθύμιση στο κινητό μου μη και ξεχάσω να τις πάρω γιατί κάηκα. Καλά που θα με ποδοπατάνε, πρέπει και να κουφαθώ; Γιατί το ποδοπάτημα εγώ προσωπικά το έχω σίγουρο μιας και είμαι ενάμιση μέτρο άνθρωπος (λέμε τώρα). Αλλά γιατί και κώφωση μαζί; Μετά λέγαμε ότι ναι μεν θα ακούμε ήπια τη μουσική αλλά δε θα μπορούμε να μιλάμε μεταξύ μας και θα πρέπει να εξασκήσουμε τη νοηματική και κει λίγο το ξανασκεφτήκαμε αλλά επικράτησε τελικά η ιδέα των ωτασπίδων.

Που λέτε. Καταλάβατε πως θα πάμε. Με ξεσκισμένα ρούχα, να είμαστε έτοιμοι, να μη χρειαστεί να τα σκίσουμε εκεί, με νερά και ωτασπίδες. Γέροι 100%. Πεθαίνω. Με βλέπω, εμένα τουλάχιστον, εκεί μέσα, με ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη γιατί δε θα ακούω τι θα μου λένε οι φίλοι μου και δε μπορώ να μπαινοβγάζω τις ωτασπίδες, να σπρώχνομαι. Θα φαίνεται ότι είμαι πιωμένο που χορεύει. Ελπίζω να ακούω τουλάχιστον τη μουσική γιατί άμα δεν ακούω τίποτα και σπρώχνομαι, το πιθανότερο είναι να κοιμηθώ γιατί θα νομίζω ότι είμαι σε καράβι. Θα σας γράψω τι έγινε το Σάββατο ή την Κυριακή γιατί είναι φουλ το πρόγραμμά μου, έχω να δω και ταινίες. Α! Να που θα κοιμηθώ! Στο σινεμά! Αυτά είναι.

Υ.Γ. Επειδή μας περνάτε για βλάχους και κωλόγερους, έχω να σας πω ότι έχουμε ειδικές ωτασπίδες για συναυλίες που βρίσκονται σε ειδική θήκη. Είναι φουσκωτές και περίεργες. Μη χέσω!

Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010

Ο καναπές.

Αυτό που έζησα είναι απ' αυτά που λες μετά "γιατί ρε πούστη να μην έχω την κάμερα;" Γιατί ό,τι περιγραφή και να κάνεις, αυτό που ζεις, δεν μπορεί να το πλησιάσει. Το λοιπόν. Τι έγινε. Δεν έχει σημασία τι και πως, βρέθηκε ένας καναπές στο σπίτι μου, ως δια μαγείας, και θα τον πηγαίναμε στο σπίτι μιας φίλης που τον ήθελε. ...Τώρα μαλακία είπα γιατί τελικά πρέπει να πω το πώς βρέθηκε ο καναπές. Λοιπόν.

Ιστορία του καναπέ. Ο ερχομός.
Αυτός ο καναπές ήταν στα σκουπίδια. Τον κοίταξα. Με κοίταξε. Τον ξανακοίταξα. Με ξανακοίταξε. Κι όσο κοιταζόμασταν, ήρθε ένα παλικάρι από την πολυκατοικία με τα μαξιλάρια (γιατί έλειπαν) και την ατάκα "είναι καναπές κρεβάτι!" Τι λες τώρα ρε φίλε, τον εθέλει κοσμάκης, κάτσε να τονε πάρω πάνω. Αλλά πώς; Μέθοδος βλέμμα κουταβιού. "Τον θέλετε;" "Τον θέλω". (Η συζήτηση με το παλικάρι). Βλέμμα κουταβιού πιο πολύ. "Αλλά πώς θα τον πάρω; Μπορείτε να με βοηθήσετε να τον βάλουμε μέσα;" "Τώρα τον κατεβάσαμε από τις σκάλες". Βλέμμα κουταβιού ακόμα πιο πολύ. Τα μάτια έχουν γίνει σαν της Κάντυ-Κάντυ. "Χωράει στο ασανσέρ". (Είμαι πολύ καλή στο να μπορώ να δω αν κάτι χωράει κάπου. Δεν ξέρω πως. Μπορεί στην προηγούμενη ζωή να ήμουν αχθοφόρος). "Δε χωράει, δοκιμάσαμε". "Χωράει σας λέω". "....". "Δοκιμάσατε καλά;" "Ε... δεν το παλέψαμε είναι η αλήθεια..." Βλέμμα κουταβιού. "Καλά, μπορείτε να με βοηθήσετε να τον βάλουμε στην πολυκατοικία και θα δω εγώ πως θα τον ανεβάσω πάνω". "Είναι θεόβαρυς, δεν μπορείτε να τον σηκώσετε". Βλέμμα κουταβιού. Τα μάτια μέχρι τα γόνατα. Υγρά. Υπέκυψε. Πάει στη μία άκρη να τον σηκώσει. Πάω εγώ στην άλλη. Παίρνω τ' αρχίδια μου. Η μέση πέφτει στο δρόμο. Αρχίζω και βγάζω ήχους πόνου αλλά το παλεύω. Τον πάμε στην είσοδο. Βλέμμα κουταβιού που υποφέρει. Καλεί το ασανσέρ. Τον σηκώνει μόνος του, τον βάζει μέσα, (φυσικά και χωράει) και παραμιλάει "Πόντιοι είμαστε;" Χαμογελάω. "Σας ευχαριστώ πάρα πολύ". Ανεβαίνουμε. Φωνάζει ακόμα έναν, τον φέρνουν μέσα. Τους ρωτάω αν θέλουν να τους προσφέρω κάτι, δε θέλουν, φεύγουν, τους ευλογώ. Καθαρίζω τον καναπέ. Τον αφήνω. Κανονίζω ποιος θα τον πάρει. Κι έρχεται η ώρα της επαναμετακόμισης.

Ιστορία του καναπέ. Η μετακόμιση.
Το Σάββατο το πρωί έρχεται μπαμπάς με 2 άτομα και φορτηγάκι εννοείται να πάμε τον καναπέ σε μια φίλη. "Χωράει στο ασανσέρ", εγώ. "Δε χωράει", αυτοί. "Χωράει", εγώ. "Δε χωράει", αυτοί. "Αφού με ασανσέρ τον ανέβασε ένας άνθρωπος!", εγώ. "Όχι, αφού δε χωράει!" !!!!! Τον βγάζουν έξω, έτοιμοι να τον κατεβάσουν με τις σκάλες. "Χωράει στο ασανσέρ", εγώ. "....Λες;" "Χωράει", εγώ. Πάνε να τον βάλουν. "Όχι έτσι, αλλιώς", εγώ. "Πώς;" "Έτσι, από κει". "Δε χωράει". "Αφού τον βάζετε στραβά! Έτσι τον έβαλε το παλικάρι". "Κάτσε να μπω μέσα να τον τραβήξω", λέει ο ένας. "Που πας καλέ;;; Δε θα χωράει ο καναπές άμα μπεις μέσα κι εσύ!", εγώ. Με κοιτάνε. "Δε χωράει", αυτοί. "Ένας άνθρωπος τον έβαλε μέσα", εγώ. "Χωράει", εγώ. Με κοιτάνε. "Κάτσε να μπω μέσα να τον τραβήξω", λέει ο ένας. !!!!! "Όχι!!! Δε χωράει μαζί με σένα λέμε!" Και μπαίνει. Και του βάζει ο άλλος τον καναπέ μέσα στη μούρη. Και τον σφηνώνει στον τοίχο. Και χώρεσε. Τώρα αν το ασανσέρ μας είναι το τσαντάκι του Σπορτ Μπίλυ και θα χωρούσε και ένα εκκλησιαστικό όργανο, δεν ξέρω. Και μπαίνει κι ο άλλος μέσα. Δεν έφτανε βλέπεις ο άλλος στριμωγμένος στον τοίχο μαζί με τον καναπέ. Εγώ αρχίζω να κάνω το σταυρό μου. Κατεβαίνουμε εγώ και ο μπαμπάς μου στο ισόγειο. Κι έρχονται πακτωμένοι. Βγαίνει ο πρώτος. Και παλεύει να βγάλει τον καναπέ μόνος του αλλά από το βάρος το ασανσέρ έχει κάτσει και για 6-7 εκατοστά δεν βγαίνει ο καναπές. Βλέπω την καταστροφή να έρχεται και σφίγγω το μπράτσο του μπαμπά μου. Ο άλλος εντωμεταξύ κολλημένος στον τοίχο του ασανσέρ, να βλέπω μόνο κάτι χέρια να προεξέχουν πίσω από την πλάτη του καναπέ και να τον ακούμε να ρωτάει "Έλα, τι έγινε;" Ο πρώτος να παλεύει να τον βγάλει αλλά ο άμοιρος ο καναπές δεν χωρούσε λέμε. Εκτός από τα εκατοστά που έλειπαν λόγω της καθίζησης, τον τραβούσε και στραβά. Άρχισε να τον ξεσκίζει. Ο άλλος εντωμεταξύ από πίσω να κουνάει τα χέρια και να ρωτάει τι γίνεται. Αρχίζω να φρικάρω και να σκέφτομαι "όχι ρε πούστη, θα φέρουμε την πυροσβεστική, τσιμπούκι θα γίνουμε". Ο άλλος απ' έξω να παλεύει και να συνεχίζει να ξεσκίζει τον καναπέ, ο οποίος είχε φτάσει σπίτι μου κούκλος από το παλικάρι. Ο άλλος να προσπαθεί με δύο χέρια πίσω από την πλάτη του καναπέ, χωρίς να βλέπει, να βοηθήσει. "Τι γίνεται ρε; Τι κάνεις;" να λέει. Και γίνεται το επικό. Από το τράβα-τράβα, ανοίγει ο μηχανισμός του κρεβατιού μέσα από τον καναπέ με αποτέλεσμα να σφηνώσει ακόμα περισσότερο. Αυτό ήταν. Το είδα και είπα ότι την πυροσβεστική την έχουμε στο τσεπάκι. "Έλα ρε, τι έγινε, βγαίνει;" να ρωτάει ο σφηνωμένος. "Όχι, περίμενε!" να του λέει ο άλλος απ' έξω που δεν έχει δει ότι άνοιξε ο μηχανισμός και είναι άσκοπο να τραβάει. "Άνοιξε ο μηχανισμός", εγώ. Τίποτα αυτός. Από την αγωνία του και την ταλαιπωρία, δε με άκουσε. "Άνοιξε ο μηχανισμός, μην τραβάς, δε χωράει, πρέπει να τον κλείσουμε", εγώ. "Τι;" αυτός. "Ο μηχανισμός, λέω, άνοιξε, πρέπει να τον κλείσουμε, κοίτα, έχει σφηνώσει". Ο άλλος εντωμεταξύ ο σφηνωμένος να σπρώχνει. Αυτό μπορούσε να κάνει, αυτό έκανε. "Όχι ρε γαμώτο", λέει ο απ' έξω. "Τι έγινε;", ο σφηνωμένος. "Άνοιξε ο μηχανισμός γαμώ το κέρατό μου!", απαντάει ο απ' έξω. "Σου είπα να μη μπεις μέσα!", λέω εγώ στον σφηνωμένο γιατί αντιλαμβάνομαι ότι ένας μόνος του δεν έπαιζε να σώσει την κατάσταση, ο μπαμπάς μου δεν υπήρχε περίπτωση να τον βάλει κανείς να κάνει χαμαλίκι μεγάλος άνθρωπος και άρα έμενα εγώ μισή μερίδα άνθρωπος να το παλέψω. Σπρώχνω τον απ' έξω να δω μπας και μπορώ να κλείσω το μηχανισμό, τίποτα. Είχε κολλήσει το μπουρδέλο. Κάνω πίσω. "Ρε μπαμπά, ήμαρτον!" εγώ, χαμηλόφωνα στον μπαμπά μου ο οποίος λέει για εμψύχωση στο καπάκι "Τελείωσε, δε βγαίνει ο καναπές!" Ο απ' έξω προσπαθεί να κλείσει το μηχανισμό, εγώ ευχαριστώ το Θεό που δεν είναι κανείς ένοικος να μας βλέπει και ο άλλος παραμένει σφηνωμένος από πίσω να κουνάει τα χέρια του. "Θα ανέβουμε πάλι στον 4ο να τον κατεβάσουμε!" λέει απηυδισμένος αυτός που είναι απ' έξω. Μου πέφτουν τα μαλλιά. "...Εε... δε χρειάζεται, μπορείτε ν' ανέβετε στον 1ο... γιατί να ανεβείτε στον 4ο..", εγώ. Με κοιτάνε. Αυτός που ήταν έξω δηλαδή, γιατί ο άλλος που ήταν σφηνωμένος δεν μπορούσε να έχει άποψη έτσι κι αλλιώς. Είχε αγκαλιάσει την πλάτη του καναπέ και περίμενε. Μπαίνει ο έξω μέσα, ανεβαίνουν στον πρώτο, το ασανσέρ σε σωστό ύψος, κλείνουν τον μηχανισμό, βοήθησε ο Θεός μάλλον και για τα δύο και βγάζουν τελικά τον καναπέ ξεσκισμένο και βρώμικο από μέσα να τον πάμε στη φίλη μου. Εκεί ανέβηκαν από τις σκάλες και τέλος. Τι ήταν αυτό Παναγία μου! Και να πεις, οι άνθρωποι, τσάμπα ήρθαν να μας εξυπηρετήσουν (κάτι τους έδωσε η φίλη μου, δεν έπαιζε), δεν είναι μεταφορείς, τι να τους πεις. Γάμησέ τα. Το έζησα πάλι. Αφού δεν έσκασε ο άλλος εκεί πίσω και δεν ήρθε η πυροσβεστική με την αστυνομία συν τους ενοίκους με φωτογραφικές, πάλι καλά. Τι να πω.

Μια ώρα δύσκολη.

Να σας πω, ντάξει. Ωραία η πλάκα αλλά το έχουμε γαμήσει το θέμα. Τι ποιο; Όχι τι ποιο και μαλακίες. Μη με φτιάχνετε και δεν είναι κατάλληλη η ώρα, έλα τώρα που σου λέω, μη μου γυρίσει το μάτι τούμπα κι έχουμε άλλα, έλα, έλα!

Δεν κοιμάμαι ρε παιδιά, αυτό είναι το πρόβλημα. Αμέσως εσείς να με παρεξηγήσετε, να φοβηθείτε ότι κάτι κάνατε, ότι κάτι έγινε. Σιγά ρε φίλε, κόψε κάτι, μη στενοχωριέσαι τόσο. (Και μπήκαμε στην εποχή της ασυναρτησίας. Πόσο μ' αρέσει. Πόσο με φτιάχνει η ασυναρτησία ώρες- ώρες. Ανοίγεις μια παρένθεση κι αρχίζεις και λες ό,τι να 'ναι, μα τι ωραία ρε πούστη μου). Που λέτε. Δεν κοιμάμαι. Έχω αρχίσει να βρυκολακιάζω και κάτι πρέπει να γίνει γι' αυτό, δεν τίθεται θέμα. Να σου πω να καταλάβεις φίλε μου. Ναι, εσένα εκεί που κάθεσαι και κοιτάς σα μαλάκας (πες ρε παιδί μου ότι είσαι θέατρο τώρα και βλέπεις Ψάλτη και ξαφνικά γυρίζει και σου μιλάει, έλα ζήσ' το μην κωλώνεις). Δεν κοιμάμαι λέμε. Είμαι έξω, βαράω ντάγκλες, χαλαρώνω δηλαδή, γυρίζω σπίτι κι αρχίζει η αγρυπνία. Η πουτάνα. Κι όχι τίποτα, αυτό είναι πρόβλημα. Γιατί ως γνωστή κωλόγρια που είμαι, ξυπνάω νωρίς το πρωί, δε γίνεται ρε παιδί μου, έχω συνηθίσει, είμαι πρωινός τύπος. Αλλά έτσι όπως έχει γαμηθεί ο Δίας μαζί με τον Ερμή και λίγο από Άρη που έχει μπει στο παρεάκι γιατί του αρέσει να καίει τη βάτα, δε θυμάμαι τι ήθελα να πω. Να, κατάλαβες; Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν κοιμάμαι και μετά έχω το βλέμμα του μουρόχαβλου. Μου μιλάνε και το πολύ- πολύ να χαμογελάσω. Άσε, δε γίνεται δουλειά έτσι όμως. Έχουμε κι ένα πρεστίζ να υποστηρίξουμε γαμώ την πουτάνα μου.

Και ποιος το γαμάει το πρεστίζ; Χέστηκα πατόκορφα. Εδώ σου λέω φιλαράκι δεν κοιμάμαι κανονικά. Και το πρωί, σηκώνομαι σαν την κωλόγρια, κάνω ό,τι είναι να κάνω (που να κάνει έτσι ο κώλος σου πούστη- σε μηχανάκι μιλάω, μόλις πέρασε και κόρναρε) και μετά νυστάζω θανατηφόρα. Σ' εκείνη τη φάση, μπορεί και να την πέσω αλλά δε γίνεται δουλειά, να κοιμάσαι έτσι. Θα σας πω τώρα πως κοιμάμαι γιατί σας ενδιαφέρει και αυτό είχατε στο μυαλό σας όλη μέρα. Καθόσασταν στο γραφείο, στον καναπέ, στη χέστρα και αναρωτιόσασταν: "Πώς να κοιμάται η Κωλόγρια ρε γαμώτο; Καλά;" Να σας πω λοιπόν να σας φύγει η απορία.

Το σχέδιο δεν είναι πάντα το ίδιο. Παίζει σε διάφορες παραλλαγές. Άλλες φορές θα κοιμηθώ από τις 9:30 το βράδυ. Αμέεε. Αν το κάνω αυτό, εννοείται ότι θα σηκωθώ κατά τις 3 και θα είμαι τόσο ξύπνια που θα μπορώ να παίξω τένις με 2 αντιπάλους απέναντί μου κι όχι έναν. (Δεν ξέρω τένις, μόνο στο Wii έχω παίξει, αλλά μου φεύγει ο κώλος με τον έναν αντίπαλο, σκέψου να είναι δύο. Εδώ χρησιμοποιούμε την έμφαση των 2 παικτών για να γίνει κατανοητό το πόσο ξύπνια είμαι. Αυτή ήταν υποσημείωση για τους ηλίθιους ή τους νυσταγμένους όπως εγώ). Αν λοιπόν σηκωθώ στις 3, λογικά θα έχω κοιμηθεί 6 ολόκληρες ώρες, οπότε είναι λογικό να μη νυστάζω. Τι έπεσες μωρή στις 9:30; θα με ρωτήσει κάποιος αγενέστατος αναγνώστης. Γιατί έτσι γουστάρω ρε μαλάκα! Στην πλάτη σου ξάπλωσα; Ναι, αλλά μας ζαλίζεις τ' αρχίδια με το πότε κοιμάσαι και γιατί. Γιατί ρε μαλάκα, σε ανάγκασα να διαβάσεις το κείμενο; Όχι. Ε γαμήσου. Α γαμήσου συ. ΟΚ. Συνεννοηθήκαμε. Δεν εξετάζουμε εδώ τα γιατί αλλά τα γεγονότα αυτά καθεαυτά. Που λέτε. Αν λοιπόν ξυπνήσω στις 3 και κάνω ό,τι μαλακία μπορείτε να φανταστείτε, μετά αρχίζω να ξανανυστάζω στις 6. Την πέφτω. Αλλά έλα που στις 7 αρχίζουν οι καμπάνες, ο κόσμος να μετακινείται, διάφορες εργασίες στη γειτονιά, οπότε παπάρια ύπνος εκείνη την ώρα. Άλλο σενάριο. Είμαι έξω. Σε μια φίλη ρε παιδί μου. Και συζητάμε, πίνουμε το ποτάκι μας εκεί, τη μπυρίτσα μας κλπ. Και χαλαρώνω. Όπα, λέω, εδώ είμαστε, ώρα για ύπνο. Φιλάκι, καληνύχτα, σπίτι. Γαρίδα το μάτι. Που να σου γαμήσω. Έπρεπε να μετακινηθώ, δεν έπρεπε; Τι να κάνω; Η μόνη λύση στην περίπτωσή μου είναι να την πέφτω όπου πηγαίνω αμέσως μόλις νυστάζω. Να πάμε π.χ. σε μαγαζί για ποτά, και μόλις νταγκλάρω να την πέσω κει δα στη γωνίτσα να ξεραθώ. Έρχομαι σπίτι σας; Οπ, σε μια γωνίτσα, μη δίνετε σημασία. Γιατί άμα είναι να επιστρέψω στο δικό μου, καταλαβαίνετε, εκεί που είμαι χαλαρωμένη, ο οργανισμός μου, αυτός ο αμόλυντος και παρθένος οργανισμός, περνάει ένα στρες. Της επιστροφής. Και να προσέχεις στο δρόμο, να περάσεις φανάρια, να έχεις το νου σου τι γίνεται γύρω σου, αν περπατάς άλλο σκηνικό, αν σε πάνε άλλο σκηνικό, γάμα τα, πολύ στρες, σε ξυπνάει. Ενώ άμα την πέφτεις εκεί που είσαι, όλα είναι ωραιότατα. Συμφωνούμε υποθέτω.

Άλλο σενάριο. Αυτό του την πέφτω κανονικά και ξυπνάω 3 ή 4 η ώρα, όπως τώρα για παράδειγμα και δε μπορώ να κοιμηθώ με τίποτα. Και είμαι ξύπνια, ξύπνια. Κοιτάξτε με, γράφω ποστ, χελόου! Αλλά μέχρι εκεί. Μην πάει το μυαλό σας ότι μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα. Είπαμε είμαι ξύπνια αλλά μη νομίζετε ότι μπορώ ας πούμε να καθαρίσω το σπίτι ή να μαγειρέψω. Ο Χριστός και η Παναγία να φυλάει το ανθρώπινο γένος, ουουου αντικράιστ, ουυουουου σιξσιξσιξ ποπ ιζ μπαντ, νο νο νο νο νο. Το πολύ να κάτσω να γράψω όπως τώρα κι αυτό μετά από μάχη να ξανακοιμηθώ. Άντε να διαβάσω κάτι, να σκέφτομαι μαλακίες, να δω κάτι σε σήριαλ στο τσακίρ κέφι κι άμα πια δω ότι δεν παλεύεται, ανοίγει το ίντερνετ και αρχίζει η μαλακία. Βαριέμαι κι εκεί σύντομα, μετά μπορεί να γράψω όπως τώρα κι αυτά. Εντάξει, δεν ενοχλώ και κανένα, ήσυχη είμαι η μαύρη, δεν βγαίνω στο μπαλκόνι να τραγουδήσω άριες που πλάκα θα είχε, όχι.

Και τώρα το χειρότερο που συμβαίνει σε όλα αυτά τα σενάρια. Αλλά λυστρωτικό. Όταν ξυπνάω τη νύχτα ή δεν κοιμάμαι νωρίς, την ώρα που προβλέπεται δηλαδή, ΠΕΙΝΑΩ το γαμημένο. Με πιάνει μία πουτάνα πείνα, άλλο πράμα. Ε αφούς καις μπαταρία μωρή ηλίθια, τι θες; Ναι σωστά, αλλά όπως σας είπα, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σηκωθώ, όχι να μαγειρέψω, αλλά να κάνω την κίνηση ν' ανοίξω οποιαδήποτε συσκευασία, να πλύνω οποιοδήποτε φρούτο, να κουνήσω πιρούνι, μαχαίρι, κουτάλι, για να φάω. Μόνο νερό μου επιτρέπω να πιω. Γιατί είναι πουτάνες οι ώρες της νύχτας. Γιατί ναι μεν πεινάς αλλά τι να φας; Δε μπορείς. Και βαριέσαι πάνω απ' όλα. Άλλοι μπορούν θα μου πεις. Χέστηκα. Κι εγώ μπορεί να μπορώ σε άλλη φάση, δεν ξέρω. Το θέμα μας -και η λύση του προβλήματος ταυτόχρονα- είναι ότι αρχίζω να πεινάω τόσο πολύ που με αναγκάζει να πάω για ύπνο! Αααα!!!! Φανταστικό; Ε, ή θα φας ή θα κοιμηθείς να ξεχάσεις την πείνα σου, όπως Ασία. Καλό; Γαμάτο! Να τώρα ας πούμε, μου έχουν γυρίσει τα μάτια από την πείνα. Νύσταξα, γεια σας.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Μια γιαγιά, ο ψιλικατζής κι ένα παράπονο.

Χτες κατέβηκα Αθήνα για μια δουλειά. Έκατσα στο τρόλεϊ, μπροστά-μπροστά σ' εκείνη τη φαρδιά θέση που κοιτάς και το δρόμο και περνάει καλύτερα η ώρα και ήμουν πολύ τζετ. Κάποια φάση, μπαίνει μέσα γιαγιά 120 ετών με μπαστούνι, πουά ρουχαλάκι, πολύ σένια. Τη βλέπω, πάω να σηκωθώ. "Ελάτε" της λέω. Με εμποδίζει με το χέρι. "Όχι, όχι, δε θέλω, Ομόνοια θα κατέβω". Η Ομόνοια απείχε. "Όχι", σας παρακαλώ, δε γίνεται, ελάτε να κάτσετε", επιμένω. Με εμποδίζει με χέρι και μαγκούρα. "Όχι, εγώ είμαι νέα, τι με πέρασες;" χαμογελάει. Την κοιτάω. Χαμογελάω. "Ελάτε δίπλα μου τότε", της λέω και ανεβαίνει και κάθεται δίπλα μου. "Το έχασα το αυτοκίνητο!" μου λέει. Καταλαβαίνω και ξέρω ότι τα παππούδια συχνά λένε τα ΜΜΜ 'αυτοκίνητα'. "Και τώρα που πάτε;" της λέω. "Σεπόλια. Πάω Ομόνοια να πάρω το άλλο αυτοκίνητο". Με κοιτάει. "Εσύ που πας;" "Σύνταγμα", της λέω. "Να είσαι καλά κορίτσι μου, να έχεις υγεία, να φτάσεις την ηλικία μου και να λες βρωμόλογα" !!!! Με έπιασε η γιαγιά;; Τι σου είναι η ηλικία! Είναι αλήθεια ότι γίνεσαι σοφός λοιπόν!!! Καπάκι λέει " όχι, όχι βρωμόλογα, δε λέω βρωμόλογα αλλά εντάξει, να είσαι καλά!". Χαμογελάω γιατί αγαπώ και την ευχαριστώ. "Και να προσέχεις. Οι καιροί είναι δύσκολοι αλλά πάντα ήταν. Μη νομίζεις. Παλιά, καθόσουν στο σπίτι, έμπαιναν μέσα, άρπαζαν την κοπέλα και δεν μπορούσες να πεις τίποτα γιατί περίμεναν κι άλλοι απ' έξω". Εντυπωσιασμένη εγώ. Έχει δίκιο η γιαγιά. Καμία εποχή δεν ήταν ιδανική. Σε όλες και από πάντα υπέφερε ο κόσμος με κάποιο τρόπο. "Να έχεις την υγεία σου και να προσέχεις. Είσαι όμορφη και τις όμορφες τις κυνηγάνε" λέει και με σκουντάει με τον αγκώνα της. Λιώνω. Είναι θεά. "Προσέχω, προσέχω", της λέω. "Δεν ξέρω εγώ από άντρες; Ουουου... κι αυτοί οι γέροι... α πα πα... βλέπουν μικρούλες και πέφτουν με τα μούτρα!" Θεά, δεν έχω λόγια. Γελάω. "Εμένα, μόλις με γέννησε η μάνα μου, πέθανε". "Ωωω.." εγώ. Μετά ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε, τι να κάνει ο άνθρωπος, 3 κορίτσια είχε. Μετά από 4 μήνες, γέννησε η γυναίκα του και πέθανε". "Ωωωω...!!!" πάλι εγώ. "Και ξαναπαντρεύτηκε;" ρώτησα. "Ε τι να κάνει ο άνθρωπος; Μετά πέθανε". "Σας φρόντισε η γυναίκα του;" "Μας φρόντισε. Μόνο που ήμουν η μικρότερη (από τα κορίτσια θα εννοούσε) και τα έζησα όλα. Ο πατέρας μου κατάλαβε ότι θα πέθαινε και άφησε ένα ξάδερφό του να μας αποκαταστήσει κι αυτός είχε τη ζωή του, οπότε μας πάντρεψε. Εμένα 15 χρονών". "Ωωωωω..!!!!" εγώ. "15 χρονών;" είπα. "Ε ναι. Αλλά την έζησα τη ζωή μου. Και τώρα πάω βόλτες, τι να κάνω; Να πηγαίνω στις γειτόνισσες; Εδώ παλιά δεν πήγαινα, τώρα θα πάω; Έτσι, πάω βόλτες, βρίσκω παρέες, καλά είμαι. Σου εύχομαι να έχεις υγεία και να φτάσεις στην ηλικία μου". Θεά. Προσκυνώ. Έφτασε στην Ομόνοια, κατέβηκε.

Γύρισα σπίτι. Και είχα κέφι. Και πέρασα από τον ψιλικατζή (δες προηγούμενο ποστ). Και του λέω "Εισιτήρια έχεις;" Έπρεπε να δείτε τη φάτσα του.

Και το παράπονο: διαμαρτύρομαι γιατί όχι μόνο υπάρχουν κουνούπια ακόμα, αλλά επιτίθενται από το μεσημέρι. Το αισθάνονται προφανώς ότι έρχεται η ώρα τους και προσπαθούν να φάνε όσο μπορούν αλλά δεν πάει άλλο. Με έχουν γαζώσει. Χτες το μεσημέρι καθόμουν στον καναπέ και ήρθε ένα κι έκατσε στο χέρι μου. Το έδιωξα εννοείται αλλά μετά είδε ότι με είχε φάει παρακάτω. Δεν παίζει, κουμπότρυπες είμαι πάλι. Από τι ώρα να βάζω αντικουνουπικό δηλαδή; Από τις 11 το πρωί; Ήμαρτον, πρέπει να γίνει κάτι! Κάτω τα κουνούπια!

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Ήρθε ο Χειμώνας.

Είπα να γίνω λίγο σπαζαρχίδω μιας και ξέρω πως οι περισσότεροι σκέφτονται το χειμώνα μετά τις διακοπές του καλοκαιριού και τους σηκώνεται η τρίχα. Τι λες! Έρχεται χειμώνας, ερχεται χειμώνας, έρχεται χειμώνας!!! Αμέ! Ήδη έχω αρχίσει να αισθάνομαι κάτι ανατριχίλες σε φάσεις, για να μην πω ότι τις προάλλες χρειάστηκα και πυτζαμούλα το βράδυ κι έκλεισα και τα παράθυρα! Μήπως χτες είδαμε όλη οτι έβρεξε; Από πότε έχει να βρέξει; Από τότε που δεν ήταν χειμώωωωνααααας! Τι μαλάκω που είμαι ε; Κάτι άλλο τώρα, άσχετο. Ο blogger η αδερφάρα η κραγμένη, ενεργοποίησε μόνος του όπως συνηθίζει άλλωστε την ρύθμιση εντοπισμού ανεπιθύμητων σχολίων. Και γω τώρα το είδα. Και βρήκα ένα μήνυμα που δεν ήταν ανεπιθύμητο να κάθεται το καημένο. Γι' αυτό άμα αφήσετε κανένα μήνυμα και δεν το δείτε, μην πείτε "την καριόλα", γιατί δε φταίω εγώ, να πείτε "το καριόλικο". Νομίζω πως εδώ και καιρό μου λέει με διάφορους τρόπους ο blogger να τον παρατήσω και να πάω να βρω άλλη πορτοκαλιά αλλά είμαι πιστή η πουτάνα, κατάλαβες; Αλλά έτσι όπως το πάει, πόσο ν' αντέξω; Θα φύγω, στο είχα πει, θα φύγω και γέλαγες εσύυυυυυ!!

Κέφια πρωί-πρωί; Κοίτα, ναι, δεν ξέρω, όχι, μπορεί, τώρα μόλις άρχισα να ζεσταίνομαι. Όταν γράφω ρε παιδί μου φουντώνω. Ίσως επειδή γράφω με την ταχύτητα του φωτός (προσέχετε μην σας πάρουν τα σκάγια).

Λοιπόν, μας περιμένει ένας νέος χειμώνας. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε να τα καταφέρουμε; Έχουμε να δούμε δυσκολίες να έρχονται, θα πέσει χοντρός πούλος για να το πούμε και πιο καθαρά, μπορούμε να το αντέξουμε; Θα είμαστε χαμογελαστοί, σε εγρήγορση, σεμνοί και ταπεινοί; Όχι μαλάκες βλάκες που τρώνε φούσκους και κάθονται, άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Θα είμαστε σωστοί, χωρίς να κάνουμε μαλακισμένες βιαστικές κινήσεις σαν δεκαπεντάχρονα; Για να δούμε τι θα δούμε.

Πάω μια βόλτα να περπατήσω στην όμορφη τσιμεντούπολη. Γουστάρω. (Α δε πάω καλά).