Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Τι συμβαίνει όταν ξυπνάς νωρίς και πηγαίνεις για ηλεκτροπληξία.

Μου είχαν λείψει οι μεγάλοι απροσδιόριστοι τίτλοι.

Ξύπνησα νωρίς γιατί κατά το ήμισυ έπρεπε και κατά το υπόλοιπο έτυχε. Έσυρα το ταλαιπωρημένο μου κορμί δω κι εκεί, ψείρισα τα φυτά, κάθε πρωί τα ψειρίζω, έβαλα μουσική. Κλασική. 3ο πρόγραμμα. Και κάπου κει κάηκα. Έβαλε τα προβατάκια, είπε την προσευχή ένα παιδάκι, και τον εθνικό ύμνο -ολόκληρο!- μια χορωδία παιδιών. Όση ώρα συνέβαιναν αυτά, έμεινα ακίνητη γιατί η επιστροφή καμιά 30ριά χρόνια πίσω δεν είναι φυσιολογικό πράγμα και ακινητοποιήθηκα για να ζήσω τη λούπα αυτή του χρόνου. Μετά συνέχισα κανονικά να σέρνομαι. Ντύθηκα ακούγοντας τα πουλάκια και κάποιες κόρνες, μα τι άχρηστοι, που τα βάζουν τόσα νεύρα πρωί πρωί και κορνάρουν, τους καταλαβαίνω, είναι αυτοί που έχουν ξυπνήσει ενάντια σ’ αυτούς που κοιμούνται. Αυτοί που έχουν ξυπνήσει, πρέπει να καταλάβουν κάποτε πως αυτοί που κοιμούνται εκείνη την ώρα, κοιμούνται όλη μέρα, οπότε μάλλον άχρηστη είναι η κόρνα. Τέλος πάντων, βαριές κουβέντες πρωί πρωί.

Πήγα για τη μίνι ηλεκτροπληξία (αποτρίχωση ή, γαλιστί, μποτέ) και στο δρόμο είδα πολλά πράγματα. Προχωρούσα αργά γιατί αυτή είναι η σωστή ταχύτητα κι έτσι είδα πολλά πράγματα. Μου αρέσει να παρατηρώ και η μόνη βλακεία που κάνω είναι ότι δεν κουβαλάω ένα σημειωματάριο. Αφού ξέρω πότε έχω διάθεση για τι. Έτσι, είδα πολλά πράγματα αλλά δεν τα θυμάμαι όλα. Είναι και νωρίς. Ο εγκέφαλος το 24ωρο κάνει περίπου ότι συμβαίνει όλη σου τη ζωή. Τι εννοώ. Το πρωί είναι σαν παιδάκι. Δεν καταλαβαίνει και πολλά. Όσο περνάνε οι ώρες είναι σα να είσαι όλο και πιο μεγάλος, περνάς εφηβεία ξέρω γω κατά τις 11, που σε πιάνει η μαλακία, αργότερα ηρεμείς, ωριμάζεις κι έτσι, και κατά το βράδυ έχεις φυράνει από την κούραση όπως ακριβώς στα γεράματα. Ναι, δεν είναι όλα απόλυτα, άλλοι λειτουργούν το πρωί, άλλοι το βράδυ, άλλοι ποτέ, ναι καλά, για σκεφτείτε το, πόσες φορές έχουμε πει «τι καλό παιδάκι που ήταν αυτός και πόσο μαλάκας έγινε», το ίδιο είναι σου λέω. 

Μα τι συζητάω πρωί-πρωί; Είναι ωραία τελικά να προχωράς τις πρωινές ώρες, ειδικά αν η βόλτα σου δεν είναι βιαστική και περιέχει δέντρα και πεζόδρομο. Το πρωί, αν είσαι τυχερός και δεν περπατάς στην Κηφισίας, είναι όλα ήσυχα, πιο ήρεμα, δεν καβαλάνε με μανία τους πεζόδρομους τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα, οι γέροι γκαρίζουν λιγότερο, οι χοντρές κι αυτές είναι λιγότερες και πιο βαριεστημένες. Τα πουλάκια βρίσκουν χώρο να πηδάνε με τσιπ τσιπ τσιπ σε όλο το πεζοδρόμιο πριν αρχίσουν να τρέχουν πιτσιρίκια, οι μαγαζάτορες κόβουν βόλτες έξω από το μαγαζί τους, καινούρια μέρα, δεν έχουν προλάβει να συγχυστούν ακόμα επειδή δεν είχαν δουλειά, μπορεί και να έχουν σήμερα, καινούρια μέρα είπαμε.

Περπατούσα αμέριμνη και αποχαυνωμένη. Χάζευα τα δέντρα, τα πεζοδρόμια, τους αθρώποι. Τα λουλούδια από το ανθοπωλείο όμως έκλεψαν την παράσταση γιατί πολύ απλά μύριζαν πανέμορφα. Ρουφούσαν το φως της μέρας τόσες ώρες κλεισμένα. Οι μελισσούλες το πήραν χαμπάρι και όδευαν προς τα κει. (Ναι σιγά, αυτό περίμεναν, να ανοίξει το ανθοπωλείο στο γκέτο για να φάνε, τέλος πάντων, το έχω πάει ποίηση μεριά και γι’ αυτό όλα επιτρέπονται). Άκουσα έναν ήχο σαν σπασμένη εξάτμιση ντάτσουν, γύρισα και είδα σε καροτσάκι ένα δίχρονο πιτσιρίκι να βήχει. Ε, κυρία μαμά του, το παιδί σας ή που καπνίζει άφιλτρα σαντέ εν αγνοία σας ή που χρειάζεται κάτι, δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε. 

Μια χοντρή καθόταν σε σκαμπό μπροστά στο κρεοπωλείο, ψαράδικο, δεν είδα, έκλεψε την παράσταση αυτή. Φορούσε σομόν μπλουζάκι και ήταν σκυφτή. Έτσι, άφηνε ελεύθερη και ακόμα πιο προκλητική την απεριόριστα αβάδιστη μπάκα να σέρνεται στα μπούτια της με τον αφαλό να τσιτώνει το ύφασμα που έμεινε σοκαρισμένο λόγω ξαφνικού κενού στο βουνίσιο λίπος. Τα έχουμε πει. Δεν σκύβουμε, καθόμαστε στητοί και ρουφάμε. 

Μια τσιγγάνα παρακάτω γκάριζε στο κινητό δίπλα στο καρτοτηλέφωνο και ήταν μάλλον σίγουρο πως θα μπορούσε να μιλάει απ’ το καρτοτηλέφωνο να μην πληρώνει γαμησιάτικα είτε αυτή είτε ο συνομιλητής της αλλά δύο ήταν οι περιπτώσεις: 1) να μιλούσε από το κινητό για να πληρώνει ο χαμένος που τη νευρίαζε, 2) να πλήρωνε αυτή και να το έκανε σαν ώθηση για να νευριάζει ακόμα περισσότερο με τον χαμένο που τη νευρίαζε. Τελικά οι άνθρωποι είμαστε σαδομαζοχιστές. 

Ένας καθόταν σε πλαστική καρέκλα, την κλασική την άσπρη που σου προτείνει η μάνα σου να φέρει όταν περιμένεις κόσμο, με την κοιλιά τούρλα κι αυτός αλλά η πλάτη πίσω. Αραχτός. Μιλούσε στο κινητό, έχοντάς το ανάποδα, μπροστά στο στόμα του. Όπως τα λέω. Ο τύπος μιλούσε. Δεν άκουγε.

Ένας παππούς παραπέρα έκανε γύρους γύρω από τον εαυτό του μιλώντας κι αυτός στο κινητό. Μιλούσε όπως μιλάνε πάντα οι μεγάλοι και είπε: άμα βρεις εκείνο το τέτοιο πάρε μου και μένα. Είμαι σίγουρη πως συνεννοήθηκε με το συνομιλητή του. 

Χτες γιόρταζαν τον Σέξπιρ. Σαν χτες πέθανε. Και το γιορτάζουν; Ζήτω που πέθανε ο καριόλης, πόσο έξυπνος ήταν, καλά που ψόφησε να φανούμε και μεις οι άχρηστοι; Τέτοια φάση; Δεν καταλαβαίνω γιατί γιορτάζουμε τέτοιες μέρες. Ίσως επειδή δεν ξέρουμε ποια μέρα γεννήθηκε. Ή λέω μαλακίες και τον γιόρταζαν χτες επειδή γεννήθηκε Απρίλιο (πέθανε όμως στις 23). Δεν ξέρω. Και κάτι άλλο. Μόνο εμείς τον γιορτάζουμε ή παγκόσμια; Και γιατί τον γράφουμε Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Δεν το καταλαβαίνω. Όταν γράφεις ξένες λέξεις ή ονόματα τα γράφεις απλοποιημένα δεν κάθεσαι να βάλεις αλφα γιώτα, τρία λάμδα ξέρω γω και τέτοια. Ουίλιαμ Σέξπιρ κι έξω από την πόρτα. Αλλιώς άμα θες να του εμπλουτίζεις το μεγαλείο με την ελληνική γραφή, γράψε Γουλιέλμος Ερωτική Συνεύρεση Πυρός, Απρίλιος 1564 – 23 Απριλίου 1616 και είσαι μέσα. Σαφής ολόκληρος κι ωραίος.

Φαντάζεσαι τόση λατρεία και τελικά όντως να μην τα έγραψε αυτός αλλά κάποιος άλλος που δε θα μάθουμε ποτέ; Τι μαλακία! 

Εγώ λοιπόν θα γιορτάσω αυτόν τον άλλο, αν υπήρξε, που από βλακεία του θάφτηκε και έκανε τον Σέξπιρ διάσημο στον αιώνα των αιώνων αμήν.

Εμείς εντωμεταξύ λέγαμε για το τι συνάντησα στο δρόμο το πρωί. Δε θυμάμαι πια. Το σημειωματάριο που δεν είχα. Α! Να! Μόλις το είπα κάτι θυμήθηκα. Εικόνα για το σουρεαλιστικό πίνακα της ημέρας. Ανάπηρη κυρία σε καροτσάκι, κάθεται μπροστά σε πλανόδιο που πουλάει παπούτσια, τον ρωτάει τιμή και της λέει: 1 ευρώ τα 5 κομμάτια.

?

Όποιος κατάλαβε τι συνέβη εκεί, γιατί η κυρία που δεν περπατούσε ρωτούσε για παπούτσια κι ο κύριος έδινε 5 παπούτσια 1 ευρώ, και μου πει, κερδίζει ένα πλαστικό λουκάνικο.

Σκεφτόμουν μια τελευταία σκηνή και μόλις συνειδητοποίησα πως τα περίπτερα σε ρίχνουν σε δίνες χρόνου. Δεν πιάνει σε όλους αλλά στους περισσότερους πιάνει. Περνάς, σταματάς και ο χρόνος παγώνει, δεν υπάρχει γιατί βιαζόσουν, που πήγαινες, σε συνεπαίρνει Το Περίπτερο. Ή τα δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες. Προφανώς. Πριν κανά δυο μέρες, έφερε η μάνα μου τον Έρωτα (σκυλάκι) και την πήγα βόλτα. Σε κείνο ακριβώς το σημείο του περίπτερου, πέφτω στη δίνη κι αρχίζω να διαβάζω εφημερίδα. Ξαφνικά, ακούω φωνές και νιώθω τράβηγμα. Γυρίζω κι ο Έρωτας πλακώνεται με ένα άλλο σκυλί 2 φορές πιο μεγάλο. Την τραβάω, βιδώνομαι αυτομάτως και σπρώχνω το άλλο σκυλί με το πόδι. Χωρίζουν και βλέπω ένα μαλακόγερο να χαμογελάει. Τον κοιτάω, «δικό σας είναι;» τον ρωτάω. «Ναι» μου λέει. Και τι μου βγήκε και του είπα, όχι πες. «Μαζέψτε το γιατί θα σας κάνω κακό αν πάθει τίποτα το σκυλί μου».

?

Τι θα του έκανα δηλαδή; Κανείς δεν ξέρει. Κι ο πληθυντικός; Όλα τα λεφτά; Γύρευε τι συμβαίνει στο ανθρώπινο μυαλό όταν είναι χαλαρό και ξαφνικά ταραχτεί ή νιώσει κίνδυνο.
Πεινάω. Πάλι. Το πρωί πεινάω πολύ. Έφαγα μια μπανάνα, πάλι, τι να κλάσει. Και τι να φάω τώρα; Πρέπει να φτιάξω πρωινό; Τα διλήμματα της μέρας ξεκίνησαν. Εύχομαι καλημέρα σε όλους. Πονεμένους και μη. Και όπως είπε ο Σέξπιρ ή ο άγνωστος που έφτιαξε τον Σέξπιρ: «Ευτυχισμένος είμ' εγώ που αγαπώ κι αγάπη έχω.»

Είθε.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Συνδυασμός.

Χρειάζεται άρα κριτική ικανότητα, εξυπνάδα και ευστροφία για να μπορέσει κάποιος να συνδυάζει πράγματα ή αρκεί να είναι πονηρός, χωμένος στη ζωή, να έχει φάει πολλά πακέτα, να παρακολουθεί τι γίνεται γύρω του και να μην κοιμάται όρθιος; Δεν ξέρω. Πάντως τώρα που το σκέφτομαι λίγη ευστροφία χρειάζεται. Συνδυάζεται με το "να μην κοιμάται όρθιος". Είδες; Είναι απλό.

Χτες έβαλαν βόμβα στο μαραθώνιο της Βοστόνης, ποιος ξέρει γιατί, πραγματικά δεν βρίσκω κανένα λόγο, και φυσικά, μα φυσικά, έχουν μαζέψει λέει ένα σαουδάραβα, ψάχνουν ένα μελαμψό, πουθενά ένας άσπρος γιατί οι άσπροι αγαπούν το τρέξιμο. Στο Γαλάτσι προχτές έριξαν χειροβομβίδα σε μια πολυκατοικία και χέστηκε το σύμπαν πάνω του. Δε χτύπησε κανείς, κάτι μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα έπαθαν ζημιές. Δεν ξέρουν το λόγο, δεν έμενε κανείς που θα άξιζε να φάει στη μάπα χειροβομβίδα σ'αυτήν την πολυκατοικία είπαν (με άλλα λόγια). Και τώρα, αυτές τις μέρες, είδα ένα site, φρέσκο φρέσκο, που δημιουργήθηκε για διαφημιστικούς λόγους από ένα αποσμητικό και μόλις μπαίνεις, είναι ένα χέρι, μελαμψού, που αν κάνεις κλικ πάνω του, ανατινάζεται το σύμπαν. Και δε φτάνει ένα κλικ. Κανείς υποθέτω δεν πατάει μία φορά. Όλοι πάνε να πατήσουν και δεύτερη. Και τρίτη. Ε, το ήξεραν αυτοί που το έφτιαξαν γιατί άνθρωποι είμαστε όλοι και τις ίδιες ορέξεις έχουμε πάνω κάτω άμα τις αφήσουμε ελεύθερες και δεν τις καταπιέζουμε και πατάς εσύ ξανά και ξανά και ανατινάζεται μία το ένα, μία το άλλο, απόλαυση.

Και τώρα έρχεται ο συνδυασμός. Αυτόματα. Δε βλέπει κανείς αλήθεια την ανάγκη του ανθρώπου να τα σπάσει όλα; Να διαλυθούν τα πάντα; Από δω κι από κει, την ίδια περίοδο, εμφανίζονται τα ίδια πράγματα σε διαφορετικές χώρες, ηπείρους, μεριές του πλανήτη. Μα συνέχεια γίνονται επιθέσεις και ατυχήματα. Φυσικά, υπάρχει κι αυτό που λέμε συνήθεια, έχουμε συνηθίσει το "εκεί γίνεται πόλεμος συνέχεια μωρέ" οπότε δε δίνουμε σημασία που πεθαίνουν οι άνθρωποι όλη την ώρα και το θεωρούμε φυσιολογικό. Ε, δεν είναι.

Πρώτη φορά γίνεται πόλεμος παντού. Γιατί ο πόλεμος δεν είναι μόνο η έκρηξη /δολοφονία /ατύχημα με συνοδεία το θάνατο. Πόλεμος είναι αυτό που ζούμε. Η στέρηση βασικών αγαθών ώστε να οδηγηθούμε από μόνοι μας στο θάνατο. Απλοϊκά έχουμε συνδυάσει το στέρηση ζωής = θάνατος. Θάνατος είναι όμως και άλλα πράγματα. Άμα σιγά σιγά σου κόβουν τα λεφτά, δε θα έχεις να πάρεις τα βασικά και θα πεθάνεις. Άμα σιγά σιγά σου κόβουν τη νοσηλεία σε περίπτωση που αρρωστήσεις, θα πεθάνεις. Άμα σιγά σιγά σου κόβουν την παιδεία και είσαι αγράμματος δεν θα μπορείς να αντιδράσεις γιατί δε θα ξέρεις τι να κάνεις και άρα θα πεθάνεις. Αν σιγά σιγά δε σε αφήνουν να φυτέψεις ούτε βασιλικό στη γλάστρα σου μην πάει και κάνεις καμία pesto, σιγά σιγά θα ψοφήσεις από την πείνα. Αν σιγά σιγά το ένα και σιγά σιγά το άλλο για σένα πάντα θα ισχύει το ίδιο αποτέλεσμα. Θα πεθάνεις. Το μόνο πράγμα που μπορεί να τα αλλάξει όλα αυτά είναι η αντίδραση. Και μεις, σαν 'οι άλλοι', τι κάνουμε; Μιλάω για όλους όσους υποφέρουν αυτή τη στιγμή στον πλανήτη. Που είναι εκατομμύρια. Κι αυτοί που κακοποιούν και απολαμβάνουν είναι μια κλανιά άνθρωποι, λίγοι, σε σχέση με τους άλλους. 

Αν κάνεις το συνδυασμό, και κοιτάξεις γενικώς γύρω σου, πάρεις παράδειγμα από τους άλλους, εκεί κάτω που γίνεται συνέχεια πόλεμος μωρέ, θα δεις ότι όταν φτάσεις σε αυτό το σημείο, πραγματικά δε μπορείς να κάνεις τίποτα. Πρέπει να αντιδράσεις όταν ακόμα έχεις τις δυνάμεις σου. Όταν ακόμα είσαι χορτάτος και μπορείς. Δε γίνεται να κάνεις κάτι όταν τα χέρια σου πέφτουν από την πείνα, είσαι άστεγος και κακοποιημένος. 

Και τι κάνει τώρα ο μορφωμένος δυτικός ας πούμε; Επειδή ο άνθρωπος ως είδος είναι διεστραμμένος και ως επί το πλείστον ανίκανος να δεχτεί τα ένστικτά του, είναι ημιμαθής και περίπου καταλαβαίνει, έχει φάει κι ένα σωρό κλισέ και μαλακίες από σχολεία, οικογένεια, πολιτεία και το μόνο που ξέρει είναι να προστατεύει τον εαυτό του, την οικογένειά του και να φοβάται, τι κάνει; Φτιάχνεται με μια έκρηξη. Τη βλέπει, αυτός που ποτέ δε θα ανατίναζε στα αλήθεια κάτι, και γουστάρει. Γελάει. Γιατί όμως δεν κάνει κάτι; Θέλει. Αλλά μόνος του τι να κάνει;

Και ναι, ερχόμαστε, συνδυαστικά εντελώς στα ίδια. Στο μαζί. Μόνος του κανείς τι να κάνει; Να πάρει φόρα και να τους κλάσει τ'αρχίδια; Μα δε βλέπουμε, αναρωτιέμαι, πως αυτοί, οι άλλοι, οι κακοί, είναι μαζί; Λειτουργούν σαν ομάδα; Κι εμείς σκόρπιοι. Και δε μιλάω πια μόνο για τους Έλληνες.

Και βέβαια χρειάζεται καλή διάθεση. Άμα πέσουμε όλοι στην κατάθλιψη, επίσης είναι ένας άλλος ωραίος τρόπος για να μην αντιδράμε και να πεθάνουμε σιγά σιγά. Και βέβαια πρέπει να χαμογελάμε. Αλλά το να χαμογελάμε το χρειαζόμαστε για να παίρνουμε δύναμη, όχι για να ξεχνάμε. Θέλει πολλή δουλειά για να γίνουμε πραγματικοί άνθρωποι. Δεν γίναμε επειδή απλώς έχουμε αντίχειρα. Μακάρι να μπορούσαμε να αποδεχτούμε την αγριότητά μας και να μην το παίζουμε κύριοι και κυρίες και παίρνουμε το ύφος του θιγμένου και του έκπληκτου όταν βλέπουμε μια σκληρή πράξη. Το έχουμε όλοι μέσα μας και όλοι έχουμε φερθεί με σκληρότητα κάποια στιγμή στη ζωή μας. Κι αν κάποιος πει, εγώ ποτέ δε φέρθηκα σκληρά ούτε σε μυγάκι, νομίζω πως δεν είναι αλήθεια, ακόμα κι αν δεν έκανε κάτι, δεν σκέφτηκε ποτέ κάτι κακό; Δεν φέρθηκε άσχημα στον ίδιο του τον εαυτό που είναι το χειρότερο; 

Αυτό κάνουμε με μανία όλοι μας. Υποστηρίζουμε το ψέμα, το φαίνεσθαι, βάζουμε τις μάσκες και δεν αποδεχόμαστε την αλήθεια, πως δε νιώθουμε καλά με όλα αυτά, πως έχουμε ανάγκη να διαλυθούν όλα και να ξεκινήσουμε από την αρχή. Κι αυτό γίνεται. Είναι τρομακτικό αλλά γίνεται. Χωρίς βία. Και μετά ξύπνησα; Ποιος ξέρει. Εγώ πάντως χαμογελάω. Για να μπορώ να προχωρήσω.