Μου είχαν λείψει οι μεγάλοι απροσδιόριστοι τίτλοι.
Μα τι συζητάω πρωί-πρωί; Είναι ωραία τελικά να προχωράς τις πρωινές ώρες, ειδικά αν η βόλτα σου δεν είναι βιαστική και περιέχει δέντρα και πεζόδρομο. Το πρωί, αν είσαι τυχερός και δεν περπατάς στην Κηφισίας, είναι όλα ήσυχα, πιο ήρεμα, δεν καβαλάνε με μανία τους πεζόδρομους τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα, οι γέροι γκαρίζουν λιγότερο, οι χοντρές κι αυτές είναι λιγότερες και πιο βαριεστημένες. Τα πουλάκια βρίσκουν χώρο να πηδάνε με τσιπ τσιπ τσιπ σε όλο το πεζοδρόμιο πριν αρχίσουν να τρέχουν πιτσιρίκια, οι μαγαζάτορες κόβουν βόλτες έξω από το μαγαζί τους, καινούρια μέρα, δεν έχουν προλάβει να συγχυστούν ακόμα επειδή δεν είχαν δουλειά, μπορεί και να έχουν σήμερα, καινούρια μέρα είπαμε.
Περπατούσα αμέριμνη και αποχαυνωμένη. Χάζευα τα δέντρα, τα πεζοδρόμια, τους αθρώποι. Τα λουλούδια από το ανθοπωλείο όμως έκλεψαν την παράσταση γιατί πολύ απλά μύριζαν πανέμορφα. Ρουφούσαν το φως της μέρας τόσες ώρες κλεισμένα. Οι μελισσούλες το πήραν χαμπάρι και όδευαν προς τα κει. (Ναι σιγά, αυτό περίμεναν, να ανοίξει το ανθοπωλείο στο γκέτο για να φάνε, τέλος πάντων, το έχω πάει ποίηση μεριά και γι’ αυτό όλα επιτρέπονται). Άκουσα έναν ήχο σαν σπασμένη εξάτμιση ντάτσουν, γύρισα και είδα σε καροτσάκι ένα δίχρονο πιτσιρίκι να βήχει. Ε, κυρία μαμά του, το παιδί σας ή που καπνίζει άφιλτρα σαντέ εν αγνοία σας ή που χρειάζεται κάτι, δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε.
Μια χοντρή καθόταν σε σκαμπό μπροστά στο κρεοπωλείο, ψαράδικο, δεν είδα, έκλεψε την παράσταση αυτή. Φορούσε σομόν μπλουζάκι και ήταν σκυφτή. Έτσι, άφηνε ελεύθερη και ακόμα πιο προκλητική την απεριόριστα αβάδιστη μπάκα να σέρνεται στα μπούτια της με τον αφαλό να τσιτώνει το ύφασμα που έμεινε σοκαρισμένο λόγω ξαφνικού κενού στο βουνίσιο λίπος. Τα έχουμε πει. Δεν σκύβουμε, καθόμαστε στητοί και ρουφάμε.
Μια τσιγγάνα παρακάτω γκάριζε στο κινητό δίπλα στο καρτοτηλέφωνο και ήταν μάλλον σίγουρο πως θα μπορούσε να μιλάει απ’ το καρτοτηλέφωνο να μην πληρώνει γαμησιάτικα είτε αυτή είτε ο συνομιλητής της αλλά δύο ήταν οι περιπτώσεις: 1) να μιλούσε από το κινητό για να πληρώνει ο χαμένος που τη νευρίαζε, 2) να πλήρωνε αυτή και να το έκανε σαν ώθηση για να νευριάζει ακόμα περισσότερο με τον χαμένο που τη νευρίαζε. Τελικά οι άνθρωποι είμαστε σαδομαζοχιστές.
Ένας καθόταν σε πλαστική καρέκλα, την κλασική την άσπρη που σου προτείνει η μάνα σου να φέρει όταν περιμένεις κόσμο, με την κοιλιά τούρλα κι αυτός αλλά η πλάτη πίσω. Αραχτός. Μιλούσε στο κινητό, έχοντάς το ανάποδα, μπροστά στο στόμα του. Όπως τα λέω. Ο τύπος μιλούσε. Δεν άκουγε.
Ένας παππούς παραπέρα έκανε γύρους γύρω από τον εαυτό του μιλώντας κι αυτός στο κινητό. Μιλούσε όπως μιλάνε πάντα οι μεγάλοι και είπε: άμα βρεις εκείνο το τέτοιο πάρε μου και μένα. Είμαι σίγουρη πως συνεννοήθηκε με το συνομιλητή του.
Χτες γιόρταζαν τον Σέξπιρ. Σαν χτες πέθανε. Και το γιορτάζουν; Ζήτω που πέθανε ο καριόλης, πόσο έξυπνος ήταν, καλά που ψόφησε να φανούμε και μεις οι άχρηστοι; Τέτοια φάση; Δεν καταλαβαίνω γιατί γιορτάζουμε τέτοιες μέρες. Ίσως επειδή δεν ξέρουμε ποια μέρα γεννήθηκε. Ή λέω μαλακίες και τον γιόρταζαν χτες επειδή γεννήθηκε Απρίλιο (πέθανε όμως στις 23). Δεν ξέρω. Και κάτι άλλο. Μόνο εμείς τον γιορτάζουμε ή παγκόσμια; Και γιατί τον γράφουμε Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Δεν το καταλαβαίνω. Όταν γράφεις ξένες λέξεις ή ονόματα τα γράφεις απλοποιημένα δεν κάθεσαι να βάλεις αλφα γιώτα, τρία λάμδα ξέρω γω και τέτοια. Ουίλιαμ Σέξπιρ κι έξω από την πόρτα. Αλλιώς άμα θες να του εμπλουτίζεις το μεγαλείο με την ελληνική γραφή, γράψε Γουλιέλμος Ερωτική Συνεύρεση Πυρός, Απρίλιος 1564 – 23 Απριλίου 1616 και είσαι μέσα. Σαφής ολόκληρος κι ωραίος.
Φαντάζεσαι τόση λατρεία και τελικά όντως να μην τα έγραψε αυτός αλλά κάποιος άλλος που δε θα μάθουμε ποτέ; Τι μαλακία!
Εγώ λοιπόν θα γιορτάσω αυτόν τον άλλο, αν υπήρξε, που από βλακεία του θάφτηκε και έκανε τον Σέξπιρ διάσημο στον αιώνα των αιώνων αμήν.
Εμείς εντωμεταξύ λέγαμε για το τι συνάντησα στο δρόμο το πρωί. Δε θυμάμαι πια. Το σημειωματάριο που δεν είχα. Α! Να! Μόλις το είπα κάτι θυμήθηκα. Εικόνα για το σουρεαλιστικό πίνακα της ημέρας. Ανάπηρη κυρία σε καροτσάκι, κάθεται μπροστά σε πλανόδιο που πουλάει παπούτσια, τον ρωτάει τιμή και της λέει: 1 ευρώ τα 5 κομμάτια.
?
Όποιος κατάλαβε τι συνέβη εκεί, γιατί η κυρία που δεν περπατούσε ρωτούσε για παπούτσια κι ο κύριος έδινε 5 παπούτσια 1 ευρώ, και μου πει, κερδίζει ένα πλαστικό λουκάνικο.
Σκεφτόμουν μια τελευταία σκηνή και μόλις συνειδητοποίησα πως τα περίπτερα σε ρίχνουν σε δίνες χρόνου. Δεν πιάνει σε όλους αλλά στους περισσότερους πιάνει. Περνάς, σταματάς και ο χρόνος παγώνει, δεν υπάρχει γιατί βιαζόσουν, που πήγαινες, σε συνεπαίρνει Το Περίπτερο. Ή τα δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες. Προφανώς. Πριν κανά δυο μέρες, έφερε η μάνα μου τον Έρωτα (σκυλάκι) και την πήγα βόλτα. Σε κείνο ακριβώς το σημείο του περίπτερου, πέφτω στη δίνη κι αρχίζω να διαβάζω εφημερίδα. Ξαφνικά, ακούω φωνές και νιώθω τράβηγμα. Γυρίζω κι ο Έρωτας πλακώνεται με ένα άλλο σκυλί 2 φορές πιο μεγάλο. Την τραβάω, βιδώνομαι αυτομάτως και σπρώχνω το άλλο σκυλί με το πόδι. Χωρίζουν και βλέπω ένα μαλακόγερο να χαμογελάει. Τον κοιτάω, «δικό σας είναι;» τον ρωτάω. «Ναι» μου λέει. Και τι μου βγήκε και του είπα, όχι πες. «Μαζέψτε το γιατί θα σας κάνω κακό αν πάθει τίποτα το σκυλί μου».
?
Τι θα του έκανα δηλαδή; Κανείς δεν ξέρει. Κι ο πληθυντικός; Όλα τα λεφτά; Γύρευε τι συμβαίνει στο ανθρώπινο μυαλό όταν είναι χαλαρό και ξαφνικά ταραχτεί ή νιώσει κίνδυνο.
Είθε.
Ξύπνησα νωρίς γιατί κατά το ήμισυ έπρεπε και κατά το υπόλοιπο
έτυχε. Έσυρα το ταλαιπωρημένο μου κορμί δω κι εκεί, ψείρισα τα φυτά, κάθε πρωί
τα ψειρίζω, έβαλα μουσική. Κλασική. 3ο πρόγραμμα. Και κάπου κει
κάηκα. Έβαλε τα προβατάκια, είπε την προσευχή ένα παιδάκι, και τον εθνικό ύμνο
-ολόκληρο!- μια χορωδία παιδιών. Όση ώρα συνέβαιναν αυτά, έμεινα ακίνητη γιατί
η επιστροφή καμιά 30ριά χρόνια πίσω δεν είναι φυσιολογικό πράγμα και
ακινητοποιήθηκα για να ζήσω τη λούπα αυτή του χρόνου. Μετά συνέχισα κανονικά να
σέρνομαι. Ντύθηκα ακούγοντας τα πουλάκια και κάποιες κόρνες, μα τι άχρηστοι,
που τα βάζουν τόσα νεύρα πρωί πρωί και κορνάρουν, τους καταλαβαίνω, είναι αυτοί
που έχουν ξυπνήσει ενάντια σ’ αυτούς που κοιμούνται. Αυτοί που έχουν ξυπνήσει,
πρέπει να καταλάβουν κάποτε πως αυτοί που κοιμούνται εκείνη την ώρα, κοιμούνται
όλη μέρα, οπότε μάλλον άχρηστη είναι η κόρνα. Τέλος πάντων, βαριές κουβέντες
πρωί πρωί.
Πήγα για τη μίνι ηλεκτροπληξία (αποτρίχωση ή, γαλιστί,
μποτέ) και στο δρόμο είδα πολλά πράγματα. Προχωρούσα αργά γιατί αυτή είναι η
σωστή ταχύτητα κι έτσι είδα πολλά πράγματα. Μου αρέσει να παρατηρώ και η μόνη
βλακεία που κάνω είναι ότι δεν κουβαλάω ένα σημειωματάριο. Αφού ξέρω πότε έχω
διάθεση για τι. Έτσι, είδα πολλά πράγματα αλλά δεν τα θυμάμαι όλα. Είναι και
νωρίς. Ο εγκέφαλος το 24ωρο κάνει περίπου ότι συμβαίνει όλη σου τη ζωή. Τι
εννοώ. Το πρωί είναι σαν παιδάκι. Δεν καταλαβαίνει και πολλά. Όσο περνάνε οι
ώρες είναι σα να είσαι όλο και πιο μεγάλος, περνάς εφηβεία ξέρω γω κατά τις 11,
που σε πιάνει η μαλακία, αργότερα ηρεμείς, ωριμάζεις κι έτσι, και κατά το βράδυ
έχεις φυράνει από την κούραση όπως ακριβώς στα γεράματα. Ναι, δεν είναι όλα
απόλυτα, άλλοι λειτουργούν το πρωί, άλλοι το βράδυ, άλλοι ποτέ, ναι καλά, για
σκεφτείτε το, πόσες φορές έχουμε πει «τι καλό παιδάκι που ήταν αυτός και πόσο
μαλάκας έγινε», το ίδιο είναι σου λέω.
Μα τι συζητάω πρωί-πρωί; Είναι ωραία τελικά να προχωράς τις πρωινές ώρες, ειδικά αν η βόλτα σου δεν είναι βιαστική και περιέχει δέντρα και πεζόδρομο. Το πρωί, αν είσαι τυχερός και δεν περπατάς στην Κηφισίας, είναι όλα ήσυχα, πιο ήρεμα, δεν καβαλάνε με μανία τους πεζόδρομους τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα, οι γέροι γκαρίζουν λιγότερο, οι χοντρές κι αυτές είναι λιγότερες και πιο βαριεστημένες. Τα πουλάκια βρίσκουν χώρο να πηδάνε με τσιπ τσιπ τσιπ σε όλο το πεζοδρόμιο πριν αρχίσουν να τρέχουν πιτσιρίκια, οι μαγαζάτορες κόβουν βόλτες έξω από το μαγαζί τους, καινούρια μέρα, δεν έχουν προλάβει να συγχυστούν ακόμα επειδή δεν είχαν δουλειά, μπορεί και να έχουν σήμερα, καινούρια μέρα είπαμε.
Περπατούσα αμέριμνη και αποχαυνωμένη. Χάζευα τα δέντρα, τα πεζοδρόμια, τους αθρώποι. Τα λουλούδια από το ανθοπωλείο όμως έκλεψαν την παράσταση γιατί πολύ απλά μύριζαν πανέμορφα. Ρουφούσαν το φως της μέρας τόσες ώρες κλεισμένα. Οι μελισσούλες το πήραν χαμπάρι και όδευαν προς τα κει. (Ναι σιγά, αυτό περίμεναν, να ανοίξει το ανθοπωλείο στο γκέτο για να φάνε, τέλος πάντων, το έχω πάει ποίηση μεριά και γι’ αυτό όλα επιτρέπονται). Άκουσα έναν ήχο σαν σπασμένη εξάτμιση ντάτσουν, γύρισα και είδα σε καροτσάκι ένα δίχρονο πιτσιρίκι να βήχει. Ε, κυρία μαμά του, το παιδί σας ή που καπνίζει άφιλτρα σαντέ εν αγνοία σας ή που χρειάζεται κάτι, δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε.
Μια χοντρή καθόταν σε σκαμπό μπροστά στο κρεοπωλείο, ψαράδικο, δεν είδα, έκλεψε την παράσταση αυτή. Φορούσε σομόν μπλουζάκι και ήταν σκυφτή. Έτσι, άφηνε ελεύθερη και ακόμα πιο προκλητική την απεριόριστα αβάδιστη μπάκα να σέρνεται στα μπούτια της με τον αφαλό να τσιτώνει το ύφασμα που έμεινε σοκαρισμένο λόγω ξαφνικού κενού στο βουνίσιο λίπος. Τα έχουμε πει. Δεν σκύβουμε, καθόμαστε στητοί και ρουφάμε.
Μια τσιγγάνα παρακάτω γκάριζε στο κινητό δίπλα στο καρτοτηλέφωνο και ήταν μάλλον σίγουρο πως θα μπορούσε να μιλάει απ’ το καρτοτηλέφωνο να μην πληρώνει γαμησιάτικα είτε αυτή είτε ο συνομιλητής της αλλά δύο ήταν οι περιπτώσεις: 1) να μιλούσε από το κινητό για να πληρώνει ο χαμένος που τη νευρίαζε, 2) να πλήρωνε αυτή και να το έκανε σαν ώθηση για να νευριάζει ακόμα περισσότερο με τον χαμένο που τη νευρίαζε. Τελικά οι άνθρωποι είμαστε σαδομαζοχιστές.
Ένας καθόταν σε πλαστική καρέκλα, την κλασική την άσπρη που σου προτείνει η μάνα σου να φέρει όταν περιμένεις κόσμο, με την κοιλιά τούρλα κι αυτός αλλά η πλάτη πίσω. Αραχτός. Μιλούσε στο κινητό, έχοντάς το ανάποδα, μπροστά στο στόμα του. Όπως τα λέω. Ο τύπος μιλούσε. Δεν άκουγε.
Ένας παππούς παραπέρα έκανε γύρους γύρω από τον εαυτό του μιλώντας κι αυτός στο κινητό. Μιλούσε όπως μιλάνε πάντα οι μεγάλοι και είπε: άμα βρεις εκείνο το τέτοιο πάρε μου και μένα. Είμαι σίγουρη πως συνεννοήθηκε με το συνομιλητή του.
Χτες γιόρταζαν τον Σέξπιρ. Σαν χτες πέθανε. Και το γιορτάζουν; Ζήτω που πέθανε ο καριόλης, πόσο έξυπνος ήταν, καλά που ψόφησε να φανούμε και μεις οι άχρηστοι; Τέτοια φάση; Δεν καταλαβαίνω γιατί γιορτάζουμε τέτοιες μέρες. Ίσως επειδή δεν ξέρουμε ποια μέρα γεννήθηκε. Ή λέω μαλακίες και τον γιόρταζαν χτες επειδή γεννήθηκε Απρίλιο (πέθανε όμως στις 23). Δεν ξέρω. Και κάτι άλλο. Μόνο εμείς τον γιορτάζουμε ή παγκόσμια; Και γιατί τον γράφουμε Ουίλλιαμ Σαίξπηρ; Δεν το καταλαβαίνω. Όταν γράφεις ξένες λέξεις ή ονόματα τα γράφεις απλοποιημένα δεν κάθεσαι να βάλεις αλφα γιώτα, τρία λάμδα ξέρω γω και τέτοια. Ουίλιαμ Σέξπιρ κι έξω από την πόρτα. Αλλιώς άμα θες να του εμπλουτίζεις το μεγαλείο με την ελληνική γραφή, γράψε Γουλιέλμος Ερωτική Συνεύρεση Πυρός, Απρίλιος 1564 – 23 Απριλίου 1616 και είσαι μέσα. Σαφής ολόκληρος κι ωραίος.
Φαντάζεσαι τόση λατρεία και τελικά όντως να μην τα έγραψε αυτός αλλά κάποιος άλλος που δε θα μάθουμε ποτέ; Τι μαλακία!
Εγώ λοιπόν θα γιορτάσω αυτόν τον άλλο, αν υπήρξε, που από βλακεία του θάφτηκε και έκανε τον Σέξπιρ διάσημο στον αιώνα των αιώνων αμήν.
Εμείς εντωμεταξύ λέγαμε για το τι συνάντησα στο δρόμο το πρωί. Δε θυμάμαι πια. Το σημειωματάριο που δεν είχα. Α! Να! Μόλις το είπα κάτι θυμήθηκα. Εικόνα για το σουρεαλιστικό πίνακα της ημέρας. Ανάπηρη κυρία σε καροτσάκι, κάθεται μπροστά σε πλανόδιο που πουλάει παπούτσια, τον ρωτάει τιμή και της λέει: 1 ευρώ τα 5 κομμάτια.
?
Όποιος κατάλαβε τι συνέβη εκεί, γιατί η κυρία που δεν περπατούσε ρωτούσε για παπούτσια κι ο κύριος έδινε 5 παπούτσια 1 ευρώ, και μου πει, κερδίζει ένα πλαστικό λουκάνικο.
Σκεφτόμουν μια τελευταία σκηνή και μόλις συνειδητοποίησα πως τα περίπτερα σε ρίχνουν σε δίνες χρόνου. Δεν πιάνει σε όλους αλλά στους περισσότερους πιάνει. Περνάς, σταματάς και ο χρόνος παγώνει, δεν υπάρχει γιατί βιαζόσουν, που πήγαινες, σε συνεπαίρνει Το Περίπτερο. Ή τα δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες. Προφανώς. Πριν κανά δυο μέρες, έφερε η μάνα μου τον Έρωτα (σκυλάκι) και την πήγα βόλτα. Σε κείνο ακριβώς το σημείο του περίπτερου, πέφτω στη δίνη κι αρχίζω να διαβάζω εφημερίδα. Ξαφνικά, ακούω φωνές και νιώθω τράβηγμα. Γυρίζω κι ο Έρωτας πλακώνεται με ένα άλλο σκυλί 2 φορές πιο μεγάλο. Την τραβάω, βιδώνομαι αυτομάτως και σπρώχνω το άλλο σκυλί με το πόδι. Χωρίζουν και βλέπω ένα μαλακόγερο να χαμογελάει. Τον κοιτάω, «δικό σας είναι;» τον ρωτάω. «Ναι» μου λέει. Και τι μου βγήκε και του είπα, όχι πες. «Μαζέψτε το γιατί θα σας κάνω κακό αν πάθει τίποτα το σκυλί μου».
?
Τι θα του έκανα δηλαδή; Κανείς δεν ξέρει. Κι ο πληθυντικός; Όλα τα λεφτά; Γύρευε τι συμβαίνει στο ανθρώπινο μυαλό όταν είναι χαλαρό και ξαφνικά ταραχτεί ή νιώσει κίνδυνο.
Πεινάω. Πάλι. Το πρωί πεινάω πολύ. Έφαγα μια μπανάνα, πάλι, τι να κλάσει. Και τι να φάω τώρα; Πρέπει να φτιάξω
πρωινό; Τα διλήμματα της μέρας ξεκίνησαν. Εύχομαι καλημέρα σε όλους. Πονεμένους
και μη. Και όπως είπε ο Σέξπιρ ή ο άγνωστος που έφτιαξε τον Σέξπιρ: «Ευτυχισμένος είμ' εγώ που αγαπώ κι αγάπη έχω.»
Είθε.