Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Παράφρον Κρέας.

Αγαπητοί μου φίλοι γεια σας. Θυμάστε που σας έλεγα πριν καιρό ότι έχω μια έκπληξη; Ναι; Όχι; Εγώ πάντως το θυμόμουν αλλά ήμουν στην αναμονή. Περίμενα, περίμενα, περίμενα και να! Ήρθε η ώρα! Δηλαδή η ώρα ήρθε πριν μερικές μέρες αλλά είχα σοκαριστεί και δεν ήξερα πως να το επικοινωνήσω. Μη νομίζετε, μπορεί να φαίνομαι κάπως αλλά κλάνω μαλλί κι εγώ, ταράζομαι, ντρέπομαι και τέτοια. Αλλά δε γίνεται, πρέπει να το πω, να το μοιραστώ, να το μάθετε! Κι ό,τι γίνει Ταράμ ταράμ!!!

... Εκδόθηκα. Με τυπώσανε. Μου βγάλανε βιβλίο, πως το λένε! Σοκαριστήκατε; Δεν περιμένατε ποτέ ότι μια αναλφάβητη, άχρηστη, ελεεινή και αστοιχείωτη Κωλόγρια θα έβγαζε βιβλίο ε; Ούτε κι εγώ! Αλλά γίνονται θαύματα φίλοι μου! Ω ναι! Γίνονται! Και να τώρα που βγήκε το βιβλιαράκι μου και μπορείτε όλοι να το πάρετε στα χεράκια σας και να πάτε στην τουλέτα, στο μπαλκόνι, στον κήπο, στην εξοχή, στη θάλασσα, στο τρόλεϊ, στο κρεβάτι, όπου θέλετε, χωρίς καλώδια, χωρίς ποντίκια, χωρίς τίποτα άλλο παρά μόνο 6-7 σελιδοδείκτες που πιστέψτε με, θα σας χρειαστούν. Καθήστε τώρα όμως να σας πω μερικές πληροφορίες για το βιβλίο να μην πάτε αδιάβαστοι.

Το βιβλίο λέγεται «Παράφρον Κρέας», ναι, με όμικρον, το κρέας είναι παράφρον, και είναι μαλακία (γαμάτο είναι). Το λέω για να το ξέρετε. Όχι να το αγοράσετε και μετά να μου λέτε «μαλακία ήταν» (γαμάτο είναι). Σας το λέω από τώρα να τα ξεκαθαρίζουμε αυτά, να μην έχουμε προβλήματα. Το βιβλίο αυτό είναι λίγο ασυνήθιστο (γαμάτο είναι), όχι και φοβερά πρωτότυπο (γαμάτο), μαλακίες λέει, αλλά είναι λίγο ασυνήθιστο στη δομή του καθώς, ένα, ο ήρωας του βιβλίου είστε εσείς και, δύο, έχει πολλά διαφορετικά τέλη, ends στα ελληνικά. Όχι τέλη κυκλοφορίας. Το τέλος, τα τέλη. Έτσι πάει νομίζω. Αν δεν πάει έτσι, επιβεβαιώνεται πανηγυρικά πως μια αγράμματη μπορεί να γράψει βιβλίο.

Το βιβλίο ξεκινάει με μία αρχή, κοινή για όλες τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν, και ξαφνικά, σε κάποιο σημείο, υπάρχουν επιλογές όπου πλέον αποφασίζει ο αναγνώστης για το τι θέλει να συμβεί και αναλόγως πάει στη σελίδα που τον στέλνει η απόφασή του. Αυτό γίνεται συνέχεια με αποτέλεσμα ή να σας σπάσουν τα αρχίδια ή να το καταδιασκεδάσετε. Ή να το καταδιασκεδάσετε με σπασμένα αρχίδια. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα για όσους δεν κατάλαβαν ή δεν έχουν ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο:

Μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα ιστορία ιστορία μπλα μπλα μπλα ιστορία ιστορία ιστορία μπλα μπλα μπλα και κάθεται η Λούλα για καφέ με τον Λούλη να ξεκουραστούν. Μόλις πίνουν την πρώτη γουλιά καφέ, περνάει ένα μηχανάκι και τους γεμίζει λάσπη από πάνω μέχρι κάτω.

1. Αν θέλεις να σηκωθεί ο Λούλης και να του γαμήσει τα πρέκια, πήγαινε στη σελ. 42.

2. Αν θέλεις να λήξει άδοξα αυτή η ιστορία, πήγαινε στη σελίδα 36.

3. Αν θέλεις να βγάλει το οπλοπολυβόλο από την τσάντα της η Λούλα και να γαζώσει τους πάντες γιατί περιμένει περίοδο και έχει τα νεύρα της, πήγαινε σελίδα 21.

Έτσι προχωράτε μέχρι που τελειώνει η ιστορία. Το καλό εδώ είναι ότι άμα δεν σας αρέσει το τέλος, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μπορείτε να γυρίσετε πίσω, να κάνετε άλλη επιλογή και να συνεχίσετε. Ή να ξαναπάτε στην αρχή και να πάρετε εντελώς άλλο δρόμο. Μιλάμε αποκάλυψη, όχι μαλακίες.

Η ιδέα αυτή προήλθε από κάποια παιδικά βιβλία της δεκαετίας του ’80 των εκδόσεων «ΠΛΟΚΑΜΙ» που ήταν γραμμένα με αυτόν τον τρόπο. Αφού το έγραψα, ανακάλυψα και πως ο συμπαθέστατος Τριβιζάς έχει γράψει κατά τον ίδιο τρόπο κάποια παραμύθια του. Πρόσφατα ανακάλυψα επίσης πως ξεκίνησαν να κάνουν και διαφημίσεις με αυτόν τον τρόπο. Πώς γίνεται ρε πούστη μου να είναι μια ιδέα θαμμένη 175 χρόνια και μόλις το πιάσει ο ένας να το πιάνουν όλοι, δεν ξέρω. Μετά σου λέει δεν υπάρχει ενέργεια, τηλεπάθεια, παγκόσμια συνείδηση και άλλα. Άσε τώρα σου λέω.

Τέλος πάντων, στο θέμα μας. Το βιβλίο μπορεί να σας αρέσει, μακάρι δηλαδή. Οφείλω να ομολογήσω σ’ αυτό το σημείο πως εκεί μέσα γίνεται της σουρεάλας. Δεν είναι οι ιστορίες που ξέρετε, όχι, είναι καινούριο πράμα, φρέσκο, άντε εκτός ίσως μιας δυο ιστοριών που ίσως κάποιοι έχετε ξαναδεί στο μπλογκ. Τώρα τι άλλο να πω. Αν δεν σας αρέσει, μπορείτε να το κάνετε διάφορα πράγματα όπως να το πετάξετε στο κεφάλι κανενός, κάνει και καμουφλάζ με τα αίματα που έχει απ'έξω, ξέρω γω, αναφέρω κι άλλες ιδέες στο οπισθόφυλλο.

Αυτά, δεν πλατειάζω άλλο, αρκετά. Ελπίζω όσοι το πάρετε να σας αρέσει. Και είναι φτηνό, μην ανησυχείτε. Σιγά μη με πουλούσαν ακριβά.

Σας φιλώ!

Υ.Γ. Αν κάποιοι από σας, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, έχετε σκίσει τα ρούχα σας με το νέο αυτό, δεν μπορείτε να περιμένετε, είστε ήδη με τα κλειδιά στο χέρι και έχετε βγει από το σπίτι με τα σώβρακα για να πάτε να το αγοράσετε, ενημερώνω πως το βιβλίο προς το παρόν βρίσκεται μόνο στις εκδόσεις ΚΨΜ, εκεί που εκδόθηκα δηλαδή, Ζωοδόχου Πηγής 55-57, δίπλα στην πλατεία Εξαρχείων, 9 π.μ.-5 μ.μ. Δευτέρα με Παρασκευή. Στα άλλα βιβλιοπωλεία, θα βρίσκεται προσεχώς. Εννοείται ότι θα ενημερώσω.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Αν δεν ήσασταν εσείς, μπορεί να μην είχε γίνει αυτό. Σας ευχαριστώ πολύ γαμώ την πουτάνα μου.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Κατανόηση.

Έχω πάει πρώτη στο σπίτι, αράζω και πλέκω. Έρχεται ο άνθρωπος από δουλειά, κίνηση, πανικό και πρέπει να κάτσει στον υπολογιστή να βγάλει εισιτήρια για ένα ταξίδι. Πολύπλοκα εισιτήρια που συμπεριλαμβάνουν ταξίδι σε 2 χώρες με αεροπλάνα και τραίνα. Αυτή τη δουλειά τη σιχαίνεται. Κάθεται στην καρέκλα και μουρμουρίζει "σκότωσέ με καλύτερα", "το σιχαίνομαι αυτό", "καθόλου δε θέλω να κάνω αυτό το πράγμα" και άλλα παρόμοια. Εγώ από την άλλη, έχω κάνει χαρά που ήρθε συν ότι έχω πάθει αγκύλωση από το πλέξιμο και με ευκολία πετάω τις βελόνες στον αέρα και αρχίζω να μιλάω. Αυτός ήδη έχει κάτσει μπροστά στον υπολογιστή και γω φτιάχνω ένα τσάι. Κάτι σκέφτομαι και αρχίζω τις ερωτήσεις. "Με πιστωτική θα τα αγοράσεις;" Μου λέει. "Και τι εισιτήρια θα βγάλεις;" Δεν απαντάει. Ξαναρωτάω. Μου λέει και συμπληρώνει πως το σιχαίνεται αυτό. "Γιατί ρε; Είναι πολύ ωραίο, εμένα μου αρέσει πολύ αυτή η διαδικασία". Μου λέει πως καλύτερα να του μπήξω τις βελόνες στην κοιλιά, το σιχαίνεται και βαριέται. Ήδη έχει αρχίσει να του κολλάει ο υπολογιστής και να του τη δίνει στα νεύρα. Κάθομαι πάνω από το κεφάλι του και του λέω τι να κάνει. Ξαναγυρίζω στο τσάι μου. Κάτι σκέφτομαι. "Πώς τον έλεγαν τον μπαμπά του μπαμπά σου;" Μου λέει. "Και τον μπαμπά της μαμάς σου;" Δεν απαντάει. Ξαναρωτάω. Μου λέει. "Και τη μαμά του μπαμπά σου;" Δεν απαντάει. Ξαναρωτάω. Δεν απαντάει. Ξαναρωτάω. Μου λέει. "Η μαμά σου με καισαρική σε γέννησε ή με φυσιολογικό τοκετό;" Και τότε λέει: "Όλες τις άσχετες μαλακίες τώρα θα μου τις ρωτήσεις;" Και κείνη τη στιγμή κατάλαβα τι έκανα, άρχισα να γελάω, άρχισε να γελάει κι αυτός και κοντέψαμε να κατουρηθούμε. Μετά, το βούλωσα και έκατσα δίπλα του και κάναμε μαζί τις κρατήσεις.

Αυτό παραπάνω, πιστεύετε ότι θα μπορούσε να γίνει μεταξύ ενός ζεύγους και να μην πέσει ο ανάλογος καυγάς; Γιατί εγώ ήμουν με τον κολλητό μου. Αν εσείς φίλοι μου, έχετε γκόμενο/α ή σύζυγο που τον ρωτάτε ό,τι πίπα σας έρθει στο μυαλό, σας απαντάει, δεν τσακώνεστε και στο τέλος γελάτε, σας θερμοπαρακαλώ, να μην τον/την χωρίσετε ποτέ και να κάνετε κι ένα τάμα στον Άγιο Ακύλλα και στην Αγία Πρισκίλλα που είναι το αντίστοιχο καψουροζεύγαρο που γιορτάζει 13 Φεβρουαρίου πριν τον φλώρο το Βαλεντίνο, να σας έχουν καλά και να είστε πάντα έτσι. Και δεν εννοώ ζευγάρια που είστε 1 και 2 μήνες μαζί, κάντε μου τη χάρη, μέσα σε τόσο διάστημα και να σε χέσει ο άλλος δεν σε νοιάζει. Μιλάω για ζευγάρια από 5 και άνω χρόνια. Αν λοιπόν είστε ζεύγος πάνω από 5 χρόνια και μπορείτε να έχετε κατανόηση και σεβασμό στη σχέση σας, μπράβο, συγχαρητήρια, στείλτε μου φωτογραφίες να τις κάνω κάδρο να τις βλέπω κάθε μέρα και να παίρνω θάρρος ότι δεν χάθηκαν όλα.

Που μου ήρθαν όλα αυτά; Μα από το ίδιο το σκηνικό. Όταν το σκέφτηκα μετά εορτής, πήγε το μυαλό μου και σκέφτηκε τι θα γινόταν άμα ήταν στη θέση μας ένα κανονικό ζευγάρι που γνωρίζεται πολλά χρόνια. Να πως θα ήταν η συζήτηση περίπου κατά τη γνώμη μου. (Στις παρενθέσεις οι σκέψεις γιατί δεν τα ξεστομίζουμε και όλα). Παραθέτω διάφορες συζητήσεις. Εκεί που σταματάω, πιστεύω ότι αρχίζει ο καυγάς.

1.
-Πρέπει να βγάλω κάτι εισιτήρια και δε γουστάρω καθόλου.
-Έλα μωρέ, είναι πολύ ωραία φάση, εμένα μ' αρέσει.
-Θες να μου τα βγάλεις εσύ;
-Γιατί, τι είμαι γω, η δούλα σου;

2.
-Πω ρε γαμώτο, έχω να βγάλω κάτι εισιτήρια και βαριέμαι πάρα πολύ!
-Έλα μωρέ, ωραία φάση είναι.
-....
-Και τι θα κάνεις;
-Θα βρω που έχει τα φτηνότερα.
-Α, μάλιστα. Και που έχει τα φτηνότερα;
-Αυτό ψάχνω.
-Τα βρήκες;
-Άμα μ' αφήσεις μπορεί και να τα βρω!
-Ναι βέβαια! Λείπεις όλη μέρα και τώρα σ' ενοχλούμε κιόλας! (Μαλάκα!!!)
-Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να το κάνω τώρα αυτό το πράγμα; Ούτε εμένα μου αρέσει καθόλου!
-Α παράτα με! (Μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα!)

3.
-Έχω να βγάλω κάτι εισιτήρια και να κλείσω ξενοδοχείο και δε γουστάρω μία.
-Πότε φεύγεις;
-Σε ένα μήνα περίπου. Θα σου έλεγα να έρθεις, αλλά δε γίνεται.
-Τι εννοείς;

4.
-Πω πω γαμώ το κέρατό μου! Έχω να βγάλω κάτι εισιτήρια και δε γουστάρω καθόλου! Καλύτερα σκότωσέ με!
-Γιατί δεν παίρνεις ένα τουριστικό γραφείο να στο κανονίσει αφού βαριέσαι;
-Γιατί δεν κλείνουν τρένα τα τουριστικά.
-Ποιος στο είπε; Μια χαρά κλείνουν.
-Μετά θα πρέπει να πάω να τα πάρω από κει, δεν ξέρω ακόμα και τις πτήσεις, οπότε τι να τους πω;
-Αφού δεν ξέρεις τις πτήσεις πως θα κλείσεις εισιτήρια;

5.
-Γεια! Τι έγινε; Έχω να βγάλω κάτι εισιτήρια και δε γουστάρω μία!
-Ακόμα δε μπήκες και κάθισες στον υπολογιστή;
-Αφού σου λέω πρέπει να την κάνω αυτή τη μαλακία.
-Και δε μπορείς αργότερα;
-Κάτσε ρε παιδί μου, μισό λεπτό θα κάνω.
-Σιγά μην κάνεις μισό λεπτό. Την άλλη φορά καθόσουν 4 ώρες κι έψαχνες.
-Και τώρα άμα συνεχίσεις να μου μιλάς, θα κάνω 16.

Και δε συνεχίζω γιατί υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες εκδοχές για να γίνει ένα ζευγάρι που γνωρίζεται 800 χρόνια, κώλος. Αν λοιπόν ανήκετε στην κατηγορία που είστε ζευγάρι με κάποιον για χρόνια, και ακόμα κι αν κάνετε μαλακίες, έχει κατανόηση ο σύντροφός σας, σας συγχωρεί και μπορείτε να κάνετε το ίδιο γι' αυτόν, τι να πω, να έχετε την ευχή μου και να είστε πάντα καλά γιατί αυτό κυρίες και κύριοι είναι πολύ σπάνιο πράγμα!

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Δηλώσεις

Αγαπητοί μου φίλοι γεια σας. Σήμερα θα ήθελα να σας πω ένα πάρα πολύ σημαντικό πράγμα. Βαριέμαι. Αμέ. Δεν το έχετε ξανακούσει από μένα αλλά είναι η πάσα αλήθεια. Βαριέμαι και δεν έχω όρεξη. Αμέ. Δηλαδή όρεξη έχω, τρώω τα πάντα όλα και το σύμπαν άπαν αλλά δεν έχω όρεξη. Δηλαδή έχω, γούσταρα και τη βροχή και περπατούσα από κάτω της χωρίς ομπρέλλα. Τώρα γιατί έβρισα ένα ταρίφα που σταμάτησε μπροστά μου και έπρεπε να κάνω κύκλο γύρω από το ταριφάμαξο για να ξαναβρεθώ στο πεζοδρόμιο, δεν ξέρω, αφού είχα ομπρέλλα και ήταν επιλογή μου να βρέχομαι. Ή μάλλον ξέρω. Γιατί δεν είχα όρεξη! ΧΑ! Ή γιατί απλώς είμαι στρίτζω και σκέφτηκα πως ΑΝ δεν είχα ομπρέλλα και όντως προσπαθούσα να αποφύγω τη βροχή (που αυτός δεν ήξερε τι κάνω εγώ), ήταν μαλακία που σταμάτησε μπροστά μου και μ' έκοψε.

Επίσης, θέλω να δηλώσω πως με αυτόν τον καιρό με πάει νερό. Το τι τσίρλα έχω ρίξει δε λέγεται. Επίσης, έχω να δηλώσω ότι όταν πάω να κοιμηθώ αλλού, έχει θόρυβο ενώ κανονικά δεν έχει και αυτό με εκνευρίζει ελαφρώς. Όπως το γεγονός πως το αποδέχομαι και δεν βρίζω, σηκώνομαι, ντύνομαι, βάζω την τσάντα στον ώμο και μόλις πάω να βγω από την πόρτα να πάω σπίτι μου, σταματάει ο θόρυβος και ακούω πουλάκια. Εννοείται όμως ότι δεν κάνω τον κόπο να ξεντυθώ και να την ξαναπέσω γιατί είναι σίγουρο πως θα ξαναρχίσει ο θόρυβος. Έτσι, παίρνω τον πούλο βιαστικά και μετά με ψάχνουν νομίζοντας όλοι ότι κάτι έχω μαζί τους κι έφυγα. Η γειτονιά σας έχει παίδες, όχι εγώ. Εγώ Δευτέρα πρωί θέλω να ξυπνήσω ήρεμα γιατί αν δεν ξυπνήσω ήρεμα, μετά γαμώ τα σπίτια όλων.

Επίσης θέλω να δηλώσω ότι η γειτόνισσα, η καριόλα, η κωλόγρια, η πουτάνα που άμα αρχίσω και της πετάω πράγματα ή φέρω τίποτα παιδαράδες να της κουνάνε τις ψωλές τους θα της πω εγώ που έκανε παράπονα για το χρώμα του τοίχου της βεράντας μου στη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας μου! Άκου ρε μαλάκα! Λες και τον έβαψα κόκκινο με μαύρους κώλους. Ουστ μωρή, ουστ!!

Επίσης θέλω να δηλώσω ότι είδα μια πολύ ωραία εκπομπή για τη θετική ενέργεια και τα αρνητικά συναισθήματα που πολύ με συγκίνησε και κοροϊδεύετε εσείς, εγώ συγκίνηθηκα γιατί γριά είμαι, αυτά με συγκινούν. Τι να με συγκινήσει; Το Νησί; Κι αυτό με συγκινεί αλλά ως ένα βαθμό. Όταν το παρακάνουν ψιλοανακατεύομαι και αρχίζω να γελάω. Κάτι σαν τα πολύ γλυκά γλυκά.

Τώρα βλέπω το Next Top Model που αν δε δείξει σε 2 λεπτά το μαλλιοτράβηγμα..... ΚΑΙ ΜΟΛΙΣ ΤΟ ΕΓΡΑΨΑ ΤΟ ΕΔΕΙΞΕ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ τι σκατίλα Θεέ μου, αν δεν το δω δηλαδή άμεσα, αναλυτικά να το δω, θα βάλω τη Ζωή της Άλλης να δω ερμηνείες, όχι μαλακίες. Ε ρε τι σου κάνει η βροχή. Κλείνει τους ανθρώπους μέσα και αναγκάζει την Κωλόγρια να βλέπει μαλακίες! Βγείτε έξω ρε, δεν πειράζει η βροχή, δε θα λιώσετε, όλοι από ζάχαρη πια είστε!!!

Αυτά είχα να δηλώσω, τώρα σκέφτομαι να βγω γυμνή στο μπαλκόνι με μία ταμπέλα που θα λέει ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ. ΕΜΕΝΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΡΩΜΑ Μ'ΑΡΕΣΕΙ. Θα το σκεφτώ. Φοβάμαι μην κρυώσω και πάει ο κώλος μου ροδάνι.
Γεια σας.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Ανεξήγητα Φαινόμενα.

Παρακαλούνται πολύ οι φίλοι αναγνώστες, αρσενικοί και θηλυκοί, να μου επιλύσουν κάποιες απορίες εφόσον γνωρίζουν, καθώς προβλέπω σε λίγες μέρες να αρχίσω να βγάζω πόδια στην πλάτη ή να μου μιλάνε οι τοίχοι, ίσως και να εξαφανιστώ σε μια τρύπα στα πλακάκια της βεράντας ή να μου εξηγήσει τους νόμους της κβαντοφυσικής ένα κουνούπι, οπότε οφείλω τουλάχιστον να έχω μοιραστεί μαζί σας τα κάτωθι ανεξήγητα φαινόμενα, τρία τον αριθμό.

1) Πέρσι άρχισα να πλέκω κάτι με ένα σχέδιο που πήγαινε λοξά. Σα ρίγες φανταστείτε το αλλά λοξές. ΟΚ μέχρι εδώ. Το σχέδιο το έχω γράψει πόντο πόντο σε ένα τετράδιο και μου έφυγε ο πάτος μέχρι να το βρω. Το καλοκαίρι, άφησα το πλεκτό γιατί ζεσταινόμουν και το ξανάπιασα τώρα πριν λίγες μέρες. Έκανα ένα λάθος, το άφησα, το πήγα στη δασκάλα, μου το διόρθωσε και συνέχισα. Και τι έγινε φίλες και φίλοι μου; Να σας πω. Ενώ συνεχίζω κανονικά το σχέδιο όπως προβλέπεται στο σχήμα του τετραδίου που εγώ η ίδια έχω φτιάξει, το σχέδιο στο πουλόβερ αυτό, άρχισε να πηγαίνει λοξά από την άλλη πλευρά. Ω ναι. Και μη μου πείτε για καλές ανάποδες, δεν πρόσεξα το ένα το άλλο, μιλάμε είναι ανεξήγητο. Το έχω μετρήσει πολλές φορές, έχω ξηλώσει και ξαναπλέξει άλλες τόσες και αυτό πάει ανάποδα. Νομίζω ότι αρχίζω να βλέπω είδωλα.

2) Έχω ένα φωτιστικό στο σαλόνι που βρίσκεται ανάμεσα από δύο καναπέδες σε μια κενή γωνία που δημιουργείται εκεί. Το φωτιστικό αυτό είναι επιδαπέδιο και από τη βάση του, φεύγει ένα καλώδιο που έχει ένα κουμπί που το πατάς με το πόδι ή το χέρι, ό,τι γουστάρεις, για να ανάψει και συνεχίζεται για να μπει στην πρίζα. ΟΚ μέχρι εδώ. Το φωτιστικό αυτό, το ανάβω κάθε βράδυ. Έτσι και χτες, το άναψα, έκανα τα κουμάντα μου και όταν ήρθε η ώρα να το κλείσω, επειδή ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ, γύρισα να το σβήσω με το χέρι. Και τι ανακάλυψα; Ότι κάτω ακριβώς από το κουμπί που πατάς και μόνο εκεί, υπήρχε νερό. Ω ναι. Νερό. Όχι, δεν είχα καλεσμένο που τον κέρασα νερό, δεν του άρεσε και το έχυσε πίσω του, όχι, δεν είχα σφουγγαρίσει, όχι, δεν υπήρχε τίποτα σε υγρό σε κείνο το σημείο που να δικαιολογεί τη στρογγυλή αυτή λουμπίτσα κάτω ακριβώς από το κουμπί.

3) Τη νύχτα μέσα στον ύπνο μου άκουσα κάτι μπαμ μπουμ. Μμμμ εγώ, ποιος μαλάκας βρήκε την ώρα να σκάσει σκορδάκια (ή αλλιώς στρακαστρούκες); Τα μπαμ μπουμ συνεχίζονταν και μέσα στον ύπνο μου άρχισα να φαντασιώνομαι ότι δεν είναι σκορδάκια αλλά πυροβολισμοί. Σε γκέτο ζω, γιατί όχι; Σκέφτηκα να βγω έξω, μετά σκεφτόμουν ότι μπορεί να με δουν στο μπαλκόνι και να με πυροβολήσουν ή να βάλουν στόχο, μετά σκεφτόμουν να κάνω έρπινγκ αλλά ήταν βρώμικο κι άντε να άλλαζα ρούχα βραδιάτικο, και τα μπαμ μπουμ συνεχίζονταν. Αποφάσισα να τα γράψω στ' αρχίδια μου και να γυρίσω πλευρό και μόλις το έκανα, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει το αυτοκίνητό μου παρκαρισμένο από κάτω. Σε 2 δευτερόλεπτα είχα βγει έξω. Και τι είδα; Πρωτοχρονιά! Ο ουρανός μέσα στα χρώματα, φωτοβολίδες του Πάσχα και της Πρωτοχρονιάς στο ύψος του ΟΤΕ στην Πατησίων, 3 η ώρα ακριβώς τη νύχτα.

Όποιος μου απαντήσει και στα 3 κερδίζει ένα μάλλινο ποδήλατο σε τρία χρώματα από τα χεράκια μου. Ευχαριστώ.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Βάρκα γιαλό.

Ξεκίνησα μαθήματα (καλλιτεχνικά, ξέρετε εσείς, πλέξιμο, ράψιμο κι άλλα, έχω λυσσάξει, θα δημιουργήσω τρελά έργα λέμε), γνώρισα υπέροχους ανθρώπους, έχω δει όμορφα πράγματα και γουστάρω πολύ πολύ, αλλά. Αισθάνομαι σαν καράβι μέσα στη μέση μιας ήρεμης, πολύ ήρεμης θάλασσας και γω να έχω κύμα μόνο μου. Όχι, δεν είναι γιατί είμαι ανώμαλο καράβι, όχι, απλώς το χρειάζομαι το κυματάκι μου, κατάλαβες; Το έχω ανάγκη. Αλλά έτσι είναι. Σε φτιάχνουν κει με ξύλα δυνατά, γαμάτα, γερά, σε καρφώνουν μη σκάσεις πουθενά και γίνεις χίλια κομμάτια και μετά, μια ωραία μέρα, εκεί που έχεις περάσει τα κύματα της Κόλασης της ίδιας, ωπ! Νηνεμία! Και είσαι πτώμα, μέσα στη μέση του ωκεανού. Ούτε καν σε λιμάνι να ξεκουραστείς. Και ξέρετε τι συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις. Εκεί που έχεις γλαρώσει στην ηρεμία του νερού, σκάει η κυματάρα και σου γαμεί τη μάνα. Κατάλαβες γιατί θέλω ψιλοκυματάκι συνεχώς; Γιατί αλλιώς πρέπει να είμαι σε εγρήγορση μόνη μου. Κι άντε να το κάνεις αυτό με τόσο νανούρισμα. Την πουτάνα μου μέσα.

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Αίθουσα αναμονής.

Βαρέθηκα. Περίμενε και περίμενε, πόσο πια. Τα ίδια περιοδικά, τα ίδια μπισκοτάκια, οι ίδιοι καναπέδες, το ίδιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, οι ίδιες κουρτίνες, η ίδια θέα και οι πόρτες κλειστές. Ίσα που ανοίγουν λίγο, ανακάθεσαι και αμέσως κλείνουν με πάταγο. Βαρέθηκα.

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Γειτονιά.

Έχω γίνει τσιμπούκι στη γειτονιά, αυτό είναι σίγουρο. Και ειδικά στους γείτονες δίπλα. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον να μη με διαβάζουν και από δω και πέρα να με συναντάνε στην είσοδο ζητώντας μου αυτόγραφο ή βγάλουν ραπόρτο και πρέπει να χαιρετάω με χαιρετισμό βασίλισσας κάθε φορά που βγαίνω έξω στο δρόμο με τα σώβρακα και ξεμαλλιασμένη να πάω να πάρω κάτι. Έχω αδυνατίσει εντωμεταξύ, με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να σηκώνω τα χέρια μου, πρέπει τουλάχιστον το ένα να κρατάει τα παντελόνια μου καθώς έτσι και τα σηκώσω και τα δύο, μου πέφτει ό,τι φοράω και δε λέει. Αυτό σημαίνει ότι μόνο ο χαιρετισμός βασίλισσας μου μένει καθώς ο χαιρετισμός Παπανδρέου (και τα δύο χέρια σε κυματισμό) θα με άφηναν ξεβράκωτη στη μέση του δρόμου κι είναι και κεντρικά εδώ, δε λέει σας λέω.

Μα γιατί έχεις γίνει τσιμπούκι; Γιατί το διασκεδάζω στο σπίτι μου και εκφράζομαι ελεύθερα, τι θέλετε τώρα; Εντάξει, θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Κάθομαι αυτές τις μέρες και βλέπω το 24 στο ίντερνετ. Όλο τον 8ο κύκλο δηλαδή, τον τελευταίο που έχει βγει. Καλά, δεν το συζητώ. Πέρα από το διαπασών της υπόθεσης με τα ΝΤΑΝ ΝΤΑΝ ΝΤΑΝ που μετράει το ρολόι της σειράς, τους πυροβολισμούς, τα φρεναρίσματα και τα ουρλιαχτά από τα βασανιστήρια, ακούν και μένα γιατί το ζω, δεν κάθομαι στυγνός παρατηρητής και δε μιλάω. Τις προάλλες, με άκουσαν να λέω ουρλιάζοντας "NAI! NAI! NAI!" και μετά "ΟΧΙ! ΟΧΙ!! ΟΧΙΙΙΙΙ!!!!". Στο καπάκι, έβαλα κάτι κλάματα, σπαρακτικά. Έγινε μια χοντρή μαλακία στη σειρά, δε λέω μήπως θέλει να το δει κάποιος και τρελάθηκα στο κλάμα! Μετά από λίγα λεπτά, με άκουσαν να χειροκροτάω. Γενικά το χειροκρότημα παίζει στο σπίτι μου. Άμα δω κάτι που μου αρέσει, χειροκροτάω. Γιατί; Πειράζει; Ενοχλώ κανένα; Ναι, τους γείτονες. Μπααα... αφού τώρα πριν λίγο που τελείωσα τον κύκλο και ξεσκίστηκα να χειροκροτάω, όταν το έκλεισα, τους άκουσα να γελάνε. Έτυχε και ήταν στο μπαλκόνι. Οι άνθρωποι, τι τραβάνε με μένα γειτόνισσα. Θα με θεωρούν παντελώς τρελή. Με έχουν ακούσει να κλαίω σπαρακτικά, μετά από λίγο να γελάω σαν τρελό, μετά να χειροκροτάω, κι όχι απαραίτητα σε αυτή τη σειρά, κάθε μέρα ακούνε κι άλλα. Επειδή όμως ξέρω ότι ακούνε, φροντίζω να προσέχω, μη νομίζετε ότι βγαίνω ας πούμε, κολλάω τον κώλο μου στο διαχωριστικό και κλάνω, όχι, ή άμα θέλω να μιλήσω στο τηλέφωνο, κλείνω πόρτες και λέω ό,τι θέλω να πω. Και πάει λέγοντας.

Ο σκοπός είναι να ξέρουμε όλοι εμείς που μένουμε σε πολυκατοικίες, ότι μας ακούνε. Ω ναι. Κι έτσι, αν το έχουμε στο μυαλό μας, δε θα κάνουμε ό,τι μας κατέβει στη διαπασών, ό,τι ώρα να ’ναι, γιατί όλοι μας λίγο έως πολύ, έχουμε ένα γείτονα που νομίζει ότι μένει σε χωράφι στη μέση της Αριζόνα, όχι;

Ένας φίλος μου, μου έλεγε για ένα ζευγάρι γειτόνων που ξεκινούσαν να πλακώνονται κατά τις 3 τη νύχτα και μετά γαμιόντουσαν στη διαπασών. Και χάλια σεξ εντωμεταξύ, βαριόταν όλη η γειτονιά και φώναζε να τελειώσουν γιατί αυτή του έλεγε ότι δεν τελειώνει και να τη βοηθήσει. Εδώ έχω μία απορία. Για να σε ακούνε στην απέναντι πολυκατοικία, πόσο δυνατά μιλάς στο αυτί του γκόμενού σου ρε κοπελιά; Εκτός αν είναι DJ κι έχει χαλάσει το τύμπανο, τι να πω. Μία άλλη φίλη, μου έλεγε για μία γριά γειτόνισσα που θυμόταν στις 12 το βράδυ να βάλει τέρμα την τηλεόραση. Εγώ θα ξεχάσω τόσους πουστογείτονες που είχα κατά καιρούς; Και τώρα δηλαδή παίζει κάπου μια καριόλα αλλά δεν είναι συνεχόμενη η φάση, χαλαρώνει κιόλας. Τι να πω. Ο Τζακ θεός. Έχω προσκυνήσει. Ήρωας. Άμα υπήρχε στ’ αλήθεια, ο κόσμος θα ήταν γαμάτος. Α ρε Τζακούλι, με συγκίνησες αγόρι μου. Αχ.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Ο εραστής της Λαίδης Κωλόγρελι.

"Μερικές φορές απογοητεύομαι αλλά τότε έρχεσαι στο νού μου εσύ. Δεν πειράζει. Όλες οι άσχημες εποχές που εμφανίστηκαν κατά καιρούς δεν μπόρεσαν να σβήσουν το άνθος, ούτε καν την αγάπη. Ούτε την δική μου αγάπη για σένα θα μπορέσουν να σβήσουν, αυτή τη μικρή φλόγα που καίει ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Ένας άντρας πρέπει να αντιστέκεται, να δίνει τον καλύτερο εαυτό του και να έχει εμπιστοσύνη σε κάτι ανώτερο. Κανένας δεν μπορεί να εξασφαλίσει απόλυτα το μέλλον του, παρά μόνο εάν πιστεύει στον καλό εαυτό του και σε μια δύναμη που κρύβεται πέρα από αυτόν. Έτσι εγώ πιστεύω σε αυτή τη μικρή φλόγα που υπάρχει μεταξύ μας. Αυτό είναι τώρα για μένα το μόνο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο. Δεν έχω φίλους, αληθινούς φίλους. Έχω μόνο εσένα. Και το μόνο που με νοιάζει τώρα στην ζωή μου είναι αυτή η μικρή φλόγα.
Γι' αυτό και δεν θέλω να αρχίσω να σε σκέφτομαι. Αυτή η σκέψη με βασανίζει και ούτε και εσένα σου κάνω καλό. Δεν μου αρέσει που είσαι μακριά μου. Αν όμως αρχίσω να στεναχωριέμαι θα είναι χειρότερα. Υπομονή, πάντα υπομονή. Αυτός είναι ο τεσσαρακοστός μου χειμώνας. Κι ούτε μπορώ να διορθώσω τους προηγούμενους. Όμως αυτόν τον χειμώνα θα προσκολληθώ στη μικρή μου φλόγα και θα νιώθω ήρεμος. Κι ούτε πρόκειται να αφήσω τον κόσμο να μου την σβήσει με την ανάσα του. Πιστεύω σε ένα μυστήριο ανώτερο, που δεν πρόκειται να αφήσει το άνθος να χαθεί. Κι αν εσύ είσαι στη Σκοτία και εγώ στο Μίντλαντ και δεν μπορώ να σε σφίξω πάνω μου, έχω όμως κάτι από σένα. Η ψυχή μου πεταρίζει ήρεμα μαζί σου στη μικρή φλόγα και είναι σαν να νιώθω την γαλήνη του έρωτα. Ο έρωτας μας γέννησε τούτη τη φλόγα. Μόνο που είναι κάτι πολύπλοκο, χρειάζεται υπομονή και ένα μεγάλο διάλειμμα.
Έτσι μου αρέσει τώρα η αποχή από τον έρωτα, αφού η γαλήνη προέρχεται από τον έρωτα. Μου αρέσει να είμαι εγκρατής τώρα. Μου αρέσει όπως στις νιφάδες του χιονιού αρέσει το χιόνι. Είναι όμορφη αυτή η εγκράτεια, ένα ήρεμο διάλειμμα στον έρωτά μας, ένα διάλειμμα ανάμεσά μας σαν μια λευκή νιφάδα που μοιάζει με μια διπλή φλόγα. Κι όταν έρθει στ' αλήθεια η άνοιξη, όταν θα ξαναβρεθούμε μαζί, τότε ο έρωτας μας θα κάνει τη μικρή φλόγα να γίνει κίτρινη και λαμπερή, πιο λαμπερή. Όχι όμως τώρα, όχι ακόμα! Τώρα πρέπει να είμαστε εγκρατείς. Είναι καλή η εγκράτεια, ποτάμι που δροσίζει την ψυχή μου. Το ποτάμι της κυλάει τώρα ανάμεσά μας. Είναι σαν το δροσερό νερό, σαν την βροχή. Πώς μπορούν οι άντρες να γυρνάνε με την μία και με την άλλη, αφού δεν μπορούν να χορτάσουν τη δίψα τους; Τι φοβερό να είναι κανείς σαν τον Δον Ζουάν, ανίκανος να απολαύσει με την ησυχία του τον έρωτα, ανίκανος να έχει την φλόγα του αναμμένη, ανίκανος να μείνει εγκρατής στα δροσερά διαλείμματα, όπως δίπλα σε ένα ποτάμι!
Τόσα πολλά λόγια αφού δεν μπορώ να σ' αγγίξω. Αν μπορούσα να κοιμηθώ με σένα στην αγκαλιά μου, το μελάνι θα έμενε στο μελανοδοχείο. Μπορούμε όμως να είμαστε εγκρατείς μαζί, ακριβώς όπως μπορούμε να κάνουμε έρωτα. Ωστόσο θα πρέπει να μείνουμε χώρια για λίγο, και αυτό νομίζω πως είναι και το πιο φρόνιμο. Να μπορούσε μόνο κανείς να είναι σίγουρος!
Δεν πειράζει όμως, δεν πειράζει. Δεν πρόκειται να κουραστούμε. Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στη μικρή φλόγα και σε εκείνο τον ανώνυμο Θεό που την κρατάει αναμμένη. Υπάρχει τόσο πολύ από σένα εδώ πέρα, στ' αλήθεια, που είναι κρίμα να μην σε έχω ολόκληρη.
Δεν μπορώ καν να σταματήσω να σου γράφω. Έχουμε τόσα πολλά κοινά τώρα πια, και δεν έχουμε παρά να μείνουμε πιστοί σε αυτά και να ρυθμίσουμε τον δρόμο μας έτσι ώστε σύντομα να συναντηθούμε".

Η λαίδη Κωλόγρελι άφησε το γράμμα να το πάρει ο άνεμος. Μια στροφή του ανέμου όμως έριξε το χαρτί στα μούτρα της και αμέσως μετά, πέταξε μακριά, πέρα μέχρι τα άγρια βουνά ώσπου χάθηκε από τα μάτια της. Η λαίδη Κωλόγρελι πνιγμένη στη δάκρυα και λερωμένη από το μελάνι του χαρτιού σε όλο της το πρόσωπο, έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε να κλαίει ανατσουτσουρώνοντας ολάκερη.

Φορούσε ένα ελαφρύ νυχτικό που αποκάλυπτε τις αισθησιακές της καμπύλες αφού ανασηκωνόταν σε κάθε θρόισμα του ανέμου. Η λαίδη κρύωνε και όλο της το πετσί ήταν όρθιο μαζί με τις ρώγες της που κόντευαν να τρυπήσουν το ευαίσθητο ύφασμα. Η σκέψη του Βαγγόλιβερ Προβάτορς την έκανε να ανατριχιάζει περισσότερο. «Θα πάθω πνευμονία» σκέφτηκε φευγαλέα αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Καλύτερα να πέθαινε. Αφού δεν ήταν κοντά της αυτός...

Η λαίδη Κωλόγρελι καθόταν σε ένα παγκάκι κοντά στο βράχο που ήταν δίπλα στο σπίτι της. Ένα κάστρο πανακρίβου και απόλυτης τελειότητας το οποίο της φαινόταν ανούσιο και άδειο. Μόνο η αγάπη του Βαγγόλιβερ τη γέμιζε. Κάτω από το βράχο, ήταν μόνο το χάος κι ένα ποτάμι κάτω, πολύ μακριά, που δεν το έβλεπες από το ύψος, παρά μόνο όταν ο άνεμος το επέτρεπε άκουγες τον ήχο των πεντακάθαρων νερών του. Η λαίδη έκλαιγε και συνέχισε να σκέφτεται τον Προβάτορς και τις καυτές στιγμές που έζησαν μαζί. Θα ξεχάσει που είχε πάει ταξίδι στη Μεγάλη Βρετανία σε ένα χορό στο παλάτι και συναντήθηκε μαζί του; Εκείνο το βράδυ ολοκλήρωσαν τον έρωτά τους στον τεράστιο λαβυρινθώδες κήπο του παλατιού, πίσω από κάτι βάτα και κόντεψε να τους φάει κι ένα φίδι, άσε τα ξυλαράκια που της μπήκαν στον κώλο. Αλλά αυτά θα θυμάται τώρα; Τα ξυλαράκια και το φίδι; Προτιμάει να θυμάται το κουπί του αγαπημένου της Προβάτορς που την έκανε να σπαρταράει σαν τη βάρκα στα νερά. Πώς να ξεχάσει τα τρυφερά του λόγια (πάρ’ τα μωρή άρρωστη, να! να! να!, έτσι! Έτσι! Έτσι!, τι μανίτσα είσαι συ) και τα χάδια του; Ακόμα έχει μελανιές στα χέρια από τότε. Αμ το πρόσωπό του; Το σώμα του; Πώς να τα ξεχάσει; Αυτές οι μακριές τρίχες που χάιδευαν όλο του το κορμί, αυτό το θεληματικό πηγούνι, αυτά τα υπέροχα πόδια του... πως να μην ερεθίζεται όταν σκέφτεται τον Βαγγόλιβερ να στέκεται με το κιλτ και την πίπιζα στην άκρη των Χάιλαντς ενώ ο άνεμος σήκωνε τη φούστα του και ανέμιζε το χοντρό του μπουρί μαζί με όλες τις τρίχες; Θα ξεχάσει που ερευνητές απ’ όλη τη Σκοτία είχαν έρθει να ελέγξουν όλες αυτές τις τρίχες που βρέθηκαν κολλημένες πάνω στον κύκλο με τις πέτρες; Μόνο η λαίδη και ο Βαγγόλιβερ ήξεραν πως το πάθος και ο καυτός έρωτας που έκαναν μέσα στον κύκλο εκείνο το βράδυ της πανσελήνου του Αυγούστου του1814, ευθύνονταν για όλες εκείνες τις τρίχες. Είχαν κολλήσει και δεν έβγαιναν με τίποτα. Οι ειδικοί νόμιζαν πως είχαν βγάλει μαλλιά οι πέτρες. Αλλά πώς να ξέρουν; Πώς να σκεφτούν ότι το πάθος της λαίδης και του Προβάτορς που κυλιόντουσαν παντού, τριβόντουσαν στις πέτρες γυμνοί, καμένοι και υγροί μέχρι που λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν στην απόλυτη ταυτόχρονη κορύφωσή τους, ήταν οι υπεύθυνοι για τη νέα παρουσίαση των πετρών;

Η λαίδη άρχισε να κλάνει, απόδειξη πως έπρεπε επιτέλους να πάει πίσω στο σπίτι της. Δεν την ένοιαζε η πνευμονία αλλά το να κλάνει δεν το επέτρεπε ο εγωισμός της. Έτσι, αγκαλιάζοντας τα μπράτσα της και αφήνοντας το φόρεμα και τα μακριά μαλλιά της να κινούνται κόντρα στον αέρα, περπάτησε μέχρι το σπίτι.

«Σου τελείωσε το χαρτί;» άκουσε να της λέει ο άντρας της όταν μπήκε μέσα. Γύρισε προς την εσωτερική, τεράστια, ξύλινη σκάλα και τον είδε να στέκεται στην κουπαστή. «Ορίστε;» του είπε. «Η μούρη σου είναι γεμάτη μελάνι, σου τελείωσε το χαρτί και αποφάσισες να γράψεις στη φάτσα σου;» Η ειρωνεία του τη χτύπησε στο στομάχι. Αυτός ο μόσχαρος, ο απαίδευτος, ο ελεεινός αυτός βλάχος που την ανάγκασε η μάνα της να παντρευτεί επειδή είχε περιουσία, ήταν ένας οικτρός άνθρωπος που η λαίδη δεν ήθελε με τίποτα να καταλάβει πως αγαπούσε άλλον γιατί ήθελε να του τη φέρει γλυκά. Ήθελε σε λίγο καιρό να τον παρατήσει και να τρέξει στην αγκαλιά του Βαγγόλιβερ. Με θάρρος και τόλμη γύρισε στον σύζυγό της και του είπε «Να μη σε νοιάζει!». «Τι να μη με νοιάζει μωρή, μην κατέβω κάτω και σου γαμήσω τίποτα; Φοράς και τα ξέκωλα και βγαίνεις έξω, που νομίζεις ότι πας, θες να με ξεφτιλίζεις ή να καυλώνεις τον κόσμο;» «Άντε να χαθείς!» φώναξε η λαίδη κι έφυγε τρέχοντας προς την κουζίνα. «Α μωρή!» της είπε αυτός και γύρισε στο γραφείο του.

Η λαίδη, μπήκε στην κουζίνα κλαίγοντας. Εκεί, έπεσε πάνω στη χοντρή μαύρη μαγείρισσα η οποία την αγκάλιασε αμέσως. «Τι έπαθες κορίτσι μου; Γιατί κλαις;» είπε στη λαίδη ενώ της χάιδευε τα μαλλιά. «Δεν τον αντέχω άλλο! Δεν τον μπορώ! Θέλω να φύγω, να χαθώ, να πεθάνω!» «Τι είναι αυτά που λες κορίτσι μου, για σύνελθε! Είσαι παγωμένη και βρεγμένη, θα αρρωστήσεις, τρέχα στο δωμάτιό μου που είναι η κόρη μου η Βούνια να της πεις να σε κάνει ένα μπάνιο να ηρεμήσεις, άντε καλή μου κι εγώ θα σου φτιάξω ρυζόγαλο που σου αρέσει». Η λαίδη σφούγγισε τα καυτά της δάκρυα με την ανάποδη του χεριού της και όταν το κατέβασε είδε το μελάνι που είχε λερώσει το χέρι της και νέοι πίδακες δακρύων άρχισαν να φεύγουν από τα μάτια της. Θυμήθηκε τον Βαγγόλιβερ με την ευαίσθητη ψυχή και το καυτό πέος. «Σταμάτα και πήγαινε να κάνεις μπάνιο!» της είπε η χοντρή, μαύρη μαγείρισσα και την έσπρωξε ελαφρά προς την πόρτα που έβγαινε στα δωμάτια των υπηρετών.

Η λαίδη με μάτια σαν καρούλια από το κλάμα, λερωμένο πρόσωπο από το μελάνι και βρεγμένο νυχτικό, έτρεξε προς τα δωμάτια. Μέσα στη σύγχυσή της όμως, μπήκε σε λάθος δωμάτιο. Δεν το κατάλαβε, όλα τα δωμάτια των υπηρετών ήταν τα ίδια γι’ αυτήν. Άφησε το νυχτικό να πέσει στα πόδια της και έβγαλε τη βρεγμένη της σκελέα. Το φεγγάρι που έμπαινε από το ανοιχτό παραθύρι, φώτιζε το ολόλευκο λείο της δέρμα και την έκανε να μοιάζει με νεράιδα. Η λαίδη, ξάπλωσε στο κρεβάτι και σε λίγα λεπτά, την είχε πάρει ο ύπνος.

Η φωτιά που ένιωσε ανάμεσα στα πόδια της ήταν πρωτόγνωρη. Αναστέναξε. «Βαγγόλιβερ...» είπε μέσα στον ύπνο της. «Δεν είμαι ο Βαγγόλιβερ όμορφη κυρά, είμαι ο ιπποκόμος, άνοιξε τα μάτια σου να με δεις». Τρομαγμένη η λαίδη άνοιξε τα μάτια της και αυτό που αντίκρισε τη συγκλόνισε. Ένα τεράστιο ανδρικό όργανο ήταν ακουμπισμένο στο κούτελό της. Ασυναίσθητα του έριξε μια φάπα και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι προσπαθώντας να καλύψει τη γύμνια της με το σεντόνι. Ο άνδρας είχε διπλώσει από τον πόνο και κρατούσε το όπλο του βογκώντας. «Θες να με ξεκάνεις μωρέ;» της είπε με δάκρυα στα μάτια. «Συγνώμη... δεν το ήθελα... μα και συ... δεν ντρέπεσαι; Τι δουλειά έχεις εδώ;» του είπε σοκαρισμένη η λαίδη. «Εγώ τι δουλειά έχω εδώ; Εδώ είναι το δωμάτιό μου!» της είπε ο άνδρας. «Το δωμάτιό σου;!» αναφώνησε η λαίδη και πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Μα νόμισα ότι ήμουν στο δωμάτιο της χοντρής μαύρης μαγείρισσας!» «Το δωμάτιο της χοντρής μαύρης μαγείρισσας είναι δίπλα κυρά!» της είπε ο άνδρας που είχε αρχίσει να συνέρχεται και στεκόταν πλέον όρθιος και γυμνός μπροστά της. Το θέαμα την τάραξε λίγο. Αυτός ο άνδρας ήταν πολύ όμορφος. Άρχισε να ερεθίζεται. ‘Ποτέ. Εγώ μόνο τον Βαγγόλιβερ θέλω’ σκέφτηκε, προσπαθώντας να κατευνάσει την επιθυμία της γι’ αυτόν τον υπέροχο άνδρα που δεν έβλεπε το πρόσωπό του καθώς στεκόταν μπροστά στο παράθυρο κόντρα στο φως του ολόγιομου φεγγαριού. Ο άνδρας τη ρώτησε με αισθησιακή φωνή: «Θες να σε ηρεμήσω όμορφη κυρά; Έχω τον τρόπο...» και την πλησίασε. «Μην πλησιάζεις άγνωστε άντρ..... ΒΑΓΓΟΛΙΒΕΡ!!! Έκανες αποτρίχωση!» Κόντεψε να πάθει ανακοπή. Ο Βαγγόλιβερ ήταν ο γυμνός άνδρας μπροστά της. Χιλιάδες σκέψεις πετάρισαν μέσα στο μυαλό της ‘πως, πότε, τι’ αλλά δεν είπε τίποτα. Παρά μόνο τον άρπαξε και τον έριξε πάνω της στο κρεβάτι.

Τα δύο κορμιά έγιναν ένα. Το φρεσκοξυρισμένο κορμί του Βαγγόλιβερ γρατζουνούσε το λείο κορμί της λαίδης Κωλόγρελι και την άναβε περισσότερο. Μικρές και μεγάλες κραυγές από τους δύο εραστές έκαναν τα σκυλιά να γαβγίζουν, τους σκίουρους να φωνάζουν, τα ελάφια να τσιρίζουν, τις αλεπούδες να ουρλιάζουν και τα κοράκια να κράζουν. Όλα είχαν μπει στο ρυθμό του πάθους της λαίδης με τον Προβάτορς. Όταν πια επιτέλους τελείωσαν, ξάπλωσαν δίπλα-δίπλα και άρχισαν να μασάνε λίγο καπνό. Και τότε, άνοιξε η πόρτα.

«Θα σου κόψω τ’ αρχίδια από τη ρίζα πούστη! Και σένα μωρή πουτάνα ξεκωλιάρα, θα σου κόψω τα βυζιά και θα τα δώσω στα σκυλιά να τα φάνε!» είπε εκτός εαυτού ο άντρας της λαίδης κρατώντας ένα όπλο στο χέρι του. Η λαίδη ούρλιαξε ενώ ο Βαγγόλιβερ πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν αίλουρος και άρχισε να παλεύει με τον πλούσιο σύζυγο της αγαπημένης του. Τότε, το όπλο εκπυρσοκρότησε. Η λαίδη πετάχτηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε κοντά τους. Και είδε τον αγαπημένο της Βαγγόλιβερ να πέφτει αιμόφυρτος στο πάτωμα. Θόλωσε. Δεν ήταν δυνατόν. Έπεσε με λύσσα πάνω στον άντρα της και του έχωσε τα νύχια μέσα στα μάτια του βγάζοντάς τα από τη ρίζα. Ποτάμια αίματος έπεφταν από τα μάτια του συζύγου και ουρλιαχτά τάραξαν τη σιγαλιά της νύχτας καθώς ο ίδιος έπεφτε στα γόνατα αφήνοντας τη τελευταία του πνοή. Αμέσως η λαίδη, πήρε το όπλο και τίναξε τα μυαλά της στον αέρα. Και τότε...

...ντρρριν! ντρρριιιιν! ντρριιιιιιιιν!!! «Ναι; ... Πρόβατε εσύ;; Τώρα σε έβλεπα στον ύπνο μου!! Αγάπη μου! Είναι μοιραίο να είμαστε μαζί! Σ’ αγαπ... Πρόβατε; Πρόβατε; Έκλεισε ο μαλάκας!»



Υ.Γ. Το "γράμμα'' είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Ντ.Χ. Λώρενς, "Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι" και το βρήκα εδώ.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Τι άλλα; Καλά;

Που λέτε. Δεν έχω να σας πω και πολλά. (Ακόμα. Τα περιμένω. Υποτίθεται πως είπαν ότι θα έρθουν, αλλά ακόμα.) Διαβάζω ένα βιβλίο αυτό το διάστημα, πολύ γαμάτο, για την αγάπη μιλάει, για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, (γονεϊκές, αδελφικές, φιλικές, ερωτικές), κι έχω ανακαλύψει τον τροχό. Θέλω πολύ να σας το αναλύσω αλλά όχι τώρα, δεν ξέρω. Έχω ανακαλύψει τον τροχό μιλάμε. Το κλείνω κάθε βράδυ και στο 80% των περιπτώσεων, συμβαίνει ταυτόχρονα να σκουπίζω κι ένα δάκρυ από το μάγουλό μου. (Μας έχεις γαμήσει Κωλόγρια. Μας έχεις πιάσει τις αγάπες, τις σχέσεις, τις συγκινήσεις και τις μαλακίες κι ούτε ένα μπινελίκι δεν μας έχεις ρίξει τόσο καιρό. Γιατί ρε παιδιά, δεν σας έδωσα ένα επικό σεξ με τον Πρόβατο; Μετά από τέτοια θύελλα, πρέπει κι εγώ να κάτσω να σκεφτώ λίγο, ήμαρτον, καταλάβετέ με κι εμένα, κάντε λίγο κράτει, μου έχει στοιχίσει όλο αυτό, τι θέλετε τώρα, να με κάνετε να κλαίω; Τι καταλαβαίνετε, όχι πείτε μου).

Τι άλλο; Ξεκίνησα να πλέκω πάλι. Α βέβαια. Σκοπός μου είναι να πλέξω μια πολυκατοικία και να την εκθέσω στο Σύνταγμα. Δεν ξέρω πως θα τη στηρίξω όρθια αλλά σκέφτομαι να βάλω μέσα Κινέζους από τσίρκο και κανένα σκυλάκι να περπατάει στα δύο, καμιά γάτα να παίζει κορίνες ώστε να έχει και θέαμα όταν μπαίνει ο κόσμος να γουστάρει. Τώρα άμα βρέξει, θα γίνει βαριά η μάλλινη Πολυκατοικία και γι' αυτό το θέμα δεν έχω βρει ακόμα λύση αλλά θα δω τι θα κάνω. Μπορεί από πάνω της να φτιάξουμε μια τεράστια ομπρέλλα όσο είναι όλη η πλατεία Συντάγματος. Βέβαια, και σ' αυτήν την περίπτωση, αν βρέξει, όλο το νερό θα γκελάρει στους γύρω δρόμους με αποτέλεσμα να νομίζουν οι οδηγοί ότι έχουν έρθει στην Ελλάδα οι καταράκτες του Νιαγάρα αλλά θα έχει πλάκα, δεν ξέρω, είμαι σε σκέψεις αυτό το διάστημα γύρω από την τέχνη. Γιατί είμαι άνθρωπος της διανόησης πάνω απ' όλα. Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, δε θα χάσω την Ρούλα Κορομηλά την Κυριακή το βράδυ που ξεκινάει το Big Brother 814. Για να έρθω σε μια ισορροπία, καταλαβαίνετε, ποιος την αντέχει τόση κουλτούρα και τόση διανόηση; Δε γίνεται, θα καώ.

Έτσι που λέτε. Ωραία πράγματα. Τι άλλο; Κανένα μπινελίκι έχω ρίξει; Κάτι ψιλά τα ρίχνω στο δρόμο αλλά δε θέλω, το παλεύω. Χτες συγχύστηκα με έναν αλλά τον έγραψα στ' αρχίδια που δεν έχω μετά από 1μιση δευτερόλεπτο και πολύ ασχολήθηκα εδώ που τα λέμε. Τι άλλο; Τίποτα. Σιγά μη σας δώσω και αναφορά. Ώχου!