"Μερικές φορές απογοητεύομαι αλλά τότε έρχεσαι στο νού μου εσύ. Δεν πειράζει. Όλες οι άσχημες εποχές που εμφανίστηκαν κατά καιρούς δεν μπόρεσαν να σβήσουν το άνθος, ούτε καν την αγάπη. Ούτε την δική μου αγάπη για σένα θα μπορέσουν να σβήσουν, αυτή τη μικρή φλόγα που καίει ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Ένας άντρας πρέπει να αντιστέκεται, να δίνει τον καλύτερο εαυτό του και να έχει εμπιστοσύνη σε κάτι ανώτερο. Κανένας δεν μπορεί να εξασφαλίσει απόλυτα το μέλλον του, παρά μόνο εάν πιστεύει στον καλό εαυτό του και σε μια δύναμη που κρύβεται πέρα από αυτόν. Έτσι εγώ πιστεύω σε αυτή τη μικρή φλόγα που υπάρχει μεταξύ μας. Αυτό είναι τώρα για μένα το μόνο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο. Δεν έχω φίλους, αληθινούς φίλους. Έχω μόνο εσένα. Και το μόνο που με νοιάζει τώρα στην ζωή μου είναι αυτή η μικρή φλόγα.
Γι' αυτό και δεν θέλω να αρχίσω να σε σκέφτομαι. Αυτή η σκέψη με βασανίζει και ούτε και εσένα σου κάνω καλό. Δεν μου αρέσει που είσαι μακριά μου. Αν όμως αρχίσω να στεναχωριέμαι θα είναι χειρότερα. Υπομονή, πάντα υπομονή. Αυτός είναι ο τεσσαρακοστός μου χειμώνας. Κι ούτε μπορώ να διορθώσω τους προηγούμενους. Όμως αυτόν τον χειμώνα θα προσκολληθώ στη μικρή μου φλόγα και θα νιώθω ήρεμος. Κι ούτε πρόκειται να αφήσω τον κόσμο να μου την σβήσει με την ανάσα του. Πιστεύω σε ένα μυστήριο ανώτερο, που δεν πρόκειται να αφήσει το άνθος να χαθεί. Κι αν εσύ είσαι στη Σκοτία και εγώ στο Μίντλαντ και δεν μπορώ να σε σφίξω πάνω μου, έχω όμως κάτι από σένα. Η ψυχή μου πεταρίζει ήρεμα μαζί σου στη μικρή φλόγα και είναι σαν να νιώθω την γαλήνη του έρωτα. Ο έρωτας μας γέννησε τούτη τη φλόγα. Μόνο που είναι κάτι πολύπλοκο, χρειάζεται υπομονή και ένα μεγάλο διάλειμμα.
Έτσι μου αρέσει τώρα η αποχή από τον έρωτα, αφού η γαλήνη προέρχεται από τον έρωτα. Μου αρέσει να είμαι εγκρατής τώρα. Μου αρέσει όπως στις νιφάδες του χιονιού αρέσει το χιόνι. Είναι όμορφη αυτή η εγκράτεια, ένα ήρεμο διάλειμμα στον έρωτά μας, ένα διάλειμμα ανάμεσά μας σαν μια λευκή νιφάδα που μοιάζει με μια διπλή φλόγα. Κι όταν έρθει στ' αλήθεια η άνοιξη, όταν θα ξαναβρεθούμε μαζί, τότε ο έρωτας μας θα κάνει τη μικρή φλόγα να γίνει κίτρινη και λαμπερή, πιο λαμπερή. Όχι όμως τώρα, όχι ακόμα! Τώρα πρέπει να είμαστε εγκρατείς. Είναι καλή η εγκράτεια, ποτάμι που δροσίζει την ψυχή μου. Το ποτάμι της κυλάει τώρα ανάμεσά μας. Είναι σαν το δροσερό νερό, σαν την βροχή. Πώς μπορούν οι άντρες να γυρνάνε με την μία και με την άλλη, αφού δεν μπορούν να χορτάσουν τη δίψα τους; Τι φοβερό να είναι κανείς σαν τον Δον Ζουάν, ανίκανος να απολαύσει με την ησυχία του τον έρωτα, ανίκανος να έχει την φλόγα του αναμμένη, ανίκανος να μείνει εγκρατής στα δροσερά διαλείμματα, όπως δίπλα σε ένα ποτάμι!
Τόσα πολλά λόγια αφού δεν μπορώ να σ' αγγίξω. Αν μπορούσα να κοιμηθώ με σένα στην αγκαλιά μου, το μελάνι θα έμενε στο μελανοδοχείο. Μπορούμε όμως να είμαστε εγκρατείς μαζί, ακριβώς όπως μπορούμε να κάνουμε έρωτα. Ωστόσο θα πρέπει να μείνουμε χώρια για λίγο, και αυτό νομίζω πως είναι και το πιο φρόνιμο. Να μπορούσε μόνο κανείς να είναι σίγουρος!
Δεν πειράζει όμως, δεν πειράζει. Δεν πρόκειται να κουραστούμε. Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στη μικρή φλόγα και σε εκείνο τον ανώνυμο Θεό που την κρατάει αναμμένη. Υπάρχει τόσο πολύ από σένα εδώ πέρα, στ' αλήθεια, που είναι κρίμα να μην σε έχω ολόκληρη.
Δεν μπορώ καν να σταματήσω να σου γράφω. Έχουμε τόσα πολλά κοινά τώρα πια, και δεν έχουμε παρά να μείνουμε πιστοί σε αυτά και να ρυθμίσουμε τον δρόμο μας έτσι ώστε σύντομα να συναντηθούμε".
Η λαίδη Κωλόγρελι άφησε το γράμμα να το πάρει ο άνεμος. Μια στροφή του ανέμου όμως έριξε το χαρτί στα μούτρα της και αμέσως μετά, πέταξε μακριά, πέρα μέχρι τα άγρια βουνά ώσπου χάθηκε από τα μάτια της. Η λαίδη Κωλόγρελι πνιγμένη στη δάκρυα και λερωμένη από το μελάνι του χαρτιού σε όλο της το πρόσωπο, έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε να κλαίει ανατσουτσουρώνοντας ολάκερη.
Φορούσε ένα ελαφρύ νυχτικό που αποκάλυπτε τις αισθησιακές της καμπύλες αφού ανασηκωνόταν σε κάθε θρόισμα του ανέμου. Η λαίδη κρύωνε και όλο της το πετσί ήταν όρθιο μαζί με τις ρώγες της που κόντευαν να τρυπήσουν το ευαίσθητο ύφασμα. Η σκέψη του Βαγγόλιβερ Προβάτορς την έκανε να ανατριχιάζει περισσότερο. «Θα πάθω πνευμονία» σκέφτηκε φευγαλέα αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Καλύτερα να πέθαινε. Αφού δεν ήταν κοντά της αυτός...
Η λαίδη Κωλόγρελι καθόταν σε ένα παγκάκι κοντά στο βράχο που ήταν δίπλα στο σπίτι της. Ένα κάστρο πανακρίβου και απόλυτης τελειότητας το οποίο της φαινόταν ανούσιο και άδειο. Μόνο η αγάπη του Βαγγόλιβερ τη γέμιζε. Κάτω από το βράχο, ήταν μόνο το χάος κι ένα ποτάμι κάτω, πολύ μακριά, που δεν το έβλεπες από το ύψος, παρά μόνο όταν ο άνεμος το επέτρεπε άκουγες τον ήχο των πεντακάθαρων νερών του. Η λαίδη έκλαιγε και συνέχισε να σκέφτεται τον Προβάτορς και τις καυτές στιγμές που έζησαν μαζί. Θα ξεχάσει που είχε πάει ταξίδι στη Μεγάλη Βρετανία σε ένα χορό στο παλάτι και συναντήθηκε μαζί του; Εκείνο το βράδυ ολοκλήρωσαν τον έρωτά τους στον τεράστιο λαβυρινθώδες κήπο του παλατιού, πίσω από κάτι βάτα και κόντεψε να τους φάει κι ένα φίδι, άσε τα ξυλαράκια που της μπήκαν στον κώλο. Αλλά αυτά θα θυμάται τώρα; Τα ξυλαράκια και το φίδι; Προτιμάει να θυμάται το κουπί του αγαπημένου της Προβάτορς που την έκανε να σπαρταράει σαν τη βάρκα στα νερά. Πώς να ξεχάσει τα τρυφερά του λόγια (πάρ’ τα μωρή άρρωστη, να! να! να!, έτσι! Έτσι! Έτσι!, τι μανίτσα είσαι συ) και τα χάδια του; Ακόμα έχει μελανιές στα χέρια από τότε. Αμ το πρόσωπό του; Το σώμα του; Πώς να τα ξεχάσει; Αυτές οι μακριές τρίχες που χάιδευαν όλο του το κορμί, αυτό το θεληματικό πηγούνι, αυτά τα υπέροχα πόδια του... πως να μην ερεθίζεται όταν σκέφτεται τον Βαγγόλιβερ να στέκεται με το κιλτ και την πίπιζα στην άκρη των Χάιλαντς ενώ ο άνεμος σήκωνε τη φούστα του και ανέμιζε το χοντρό του μπουρί μαζί με όλες τις τρίχες; Θα ξεχάσει που ερευνητές απ’ όλη τη Σκοτία είχαν έρθει να ελέγξουν όλες αυτές τις τρίχες που βρέθηκαν κολλημένες πάνω στον κύκλο με τις πέτρες; Μόνο η λαίδη και ο Βαγγόλιβερ ήξεραν πως το πάθος και ο καυτός έρωτας που έκαναν μέσα στον κύκλο εκείνο το βράδυ της πανσελήνου του Αυγούστου του1814, ευθύνονταν για όλες εκείνες τις τρίχες. Είχαν κολλήσει και δεν έβγαιναν με τίποτα. Οι ειδικοί νόμιζαν πως είχαν βγάλει μαλλιά οι πέτρες. Αλλά πώς να ξέρουν; Πώς να σκεφτούν ότι το πάθος της λαίδης και του Προβάτορς που κυλιόντουσαν παντού, τριβόντουσαν στις πέτρες γυμνοί, καμένοι και υγροί μέχρι που λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν στην απόλυτη ταυτόχρονη κορύφωσή τους, ήταν οι υπεύθυνοι για τη νέα παρουσίαση των πετρών;
Η λαίδη άρχισε να κλάνει, απόδειξη πως έπρεπε επιτέλους να πάει πίσω στο σπίτι της. Δεν την ένοιαζε η πνευμονία αλλά το να κλάνει δεν το επέτρεπε ο εγωισμός της. Έτσι, αγκαλιάζοντας τα μπράτσα της και αφήνοντας το φόρεμα και τα μακριά μαλλιά της να κινούνται κόντρα στον αέρα, περπάτησε μέχρι το σπίτι.
«Σου τελείωσε το χαρτί;» άκουσε να της λέει ο άντρας της όταν μπήκε μέσα. Γύρισε προς την εσωτερική, τεράστια, ξύλινη σκάλα και τον είδε να στέκεται στην κουπαστή. «Ορίστε;» του είπε. «Η μούρη σου είναι γεμάτη μελάνι, σου τελείωσε το χαρτί και αποφάσισες να γράψεις στη φάτσα σου;» Η ειρωνεία του τη χτύπησε στο στομάχι. Αυτός ο μόσχαρος, ο απαίδευτος, ο ελεεινός αυτός βλάχος που την ανάγκασε η μάνα της να παντρευτεί επειδή είχε περιουσία, ήταν ένας οικτρός άνθρωπος που η λαίδη δεν ήθελε με τίποτα να καταλάβει πως αγαπούσε άλλον γιατί ήθελε να του τη φέρει γλυκά. Ήθελε σε λίγο καιρό να τον παρατήσει και να τρέξει στην αγκαλιά του Βαγγόλιβερ. Με θάρρος και τόλμη γύρισε στον σύζυγό της και του είπε «Να μη σε νοιάζει!». «Τι να μη με νοιάζει μωρή, μην κατέβω κάτω και σου γαμήσω τίποτα; Φοράς και τα ξέκωλα και βγαίνεις έξω, που νομίζεις ότι πας, θες να με ξεφτιλίζεις ή να καυλώνεις τον κόσμο;» «Άντε να χαθείς!» φώναξε η λαίδη κι έφυγε τρέχοντας προς την κουζίνα. «Α μωρή!» της είπε αυτός και γύρισε στο γραφείο του.
Η λαίδη, μπήκε στην κουζίνα κλαίγοντας. Εκεί, έπεσε πάνω στη χοντρή μαύρη μαγείρισσα η οποία την αγκάλιασε αμέσως. «Τι έπαθες κορίτσι μου; Γιατί κλαις;» είπε στη λαίδη ενώ της χάιδευε τα μαλλιά. «Δεν τον αντέχω άλλο! Δεν τον μπορώ! Θέλω να φύγω, να χαθώ, να πεθάνω!» «Τι είναι αυτά που λες κορίτσι μου, για σύνελθε! Είσαι παγωμένη και βρεγμένη, θα αρρωστήσεις, τρέχα στο δωμάτιό μου που είναι η κόρη μου η Βούνια να της πεις να σε κάνει ένα μπάνιο να ηρεμήσεις, άντε καλή μου κι εγώ θα σου φτιάξω ρυζόγαλο που σου αρέσει». Η λαίδη σφούγγισε τα καυτά της δάκρυα με την ανάποδη του χεριού της και όταν το κατέβασε είδε το μελάνι που είχε λερώσει το χέρι της και νέοι πίδακες δακρύων άρχισαν να φεύγουν από τα μάτια της. Θυμήθηκε τον Βαγγόλιβερ με την ευαίσθητη ψυχή και το καυτό πέος. «Σταμάτα και πήγαινε να κάνεις μπάνιο!» της είπε η χοντρή, μαύρη μαγείρισσα και την έσπρωξε ελαφρά προς την πόρτα που έβγαινε στα δωμάτια των υπηρετών.
Η λαίδη με μάτια σαν καρούλια από το κλάμα, λερωμένο πρόσωπο από το μελάνι και βρεγμένο νυχτικό, έτρεξε προς τα δωμάτια. Μέσα στη σύγχυσή της όμως, μπήκε σε λάθος δωμάτιο. Δεν το κατάλαβε, όλα τα δωμάτια των υπηρετών ήταν τα ίδια γι’ αυτήν. Άφησε το νυχτικό να πέσει στα πόδια της και έβγαλε τη βρεγμένη της σκελέα. Το φεγγάρι που έμπαινε από το ανοιχτό παραθύρι, φώτιζε το ολόλευκο λείο της δέρμα και την έκανε να μοιάζει με νεράιδα. Η λαίδη, ξάπλωσε στο κρεβάτι και σε λίγα λεπτά, την είχε πάρει ο ύπνος.
Η φωτιά που ένιωσε ανάμεσα στα πόδια της ήταν πρωτόγνωρη. Αναστέναξε. «Βαγγόλιβερ...» είπε μέσα στον ύπνο της. «Δεν είμαι ο Βαγγόλιβερ όμορφη κυρά, είμαι ο ιπποκόμος, άνοιξε τα μάτια σου να με δεις». Τρομαγμένη η λαίδη άνοιξε τα μάτια της και αυτό που αντίκρισε τη συγκλόνισε. Ένα τεράστιο ανδρικό όργανο ήταν ακουμπισμένο στο κούτελό της. Ασυναίσθητα του έριξε μια φάπα και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι προσπαθώντας να καλύψει τη γύμνια της με το σεντόνι. Ο άνδρας είχε διπλώσει από τον πόνο και κρατούσε το όπλο του βογκώντας. «Θες να με ξεκάνεις μωρέ;» της είπε με δάκρυα στα μάτια. «Συγνώμη... δεν το ήθελα... μα και συ... δεν ντρέπεσαι; Τι δουλειά έχεις εδώ;» του είπε σοκαρισμένη η λαίδη. «Εγώ τι δουλειά έχω εδώ; Εδώ είναι το δωμάτιό μου!» της είπε ο άνδρας. «Το δωμάτιό σου;!» αναφώνησε η λαίδη και πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Μα νόμισα ότι ήμουν στο δωμάτιο της χοντρής μαύρης μαγείρισσας!» «Το δωμάτιο της χοντρής μαύρης μαγείρισσας είναι δίπλα κυρά!» της είπε ο άνδρας που είχε αρχίσει να συνέρχεται και στεκόταν πλέον όρθιος και γυμνός μπροστά της. Το θέαμα την τάραξε λίγο. Αυτός ο άνδρας ήταν πολύ όμορφος. Άρχισε να ερεθίζεται. ‘Ποτέ. Εγώ μόνο τον Βαγγόλιβερ θέλω’ σκέφτηκε, προσπαθώντας να κατευνάσει την επιθυμία της γι’ αυτόν τον υπέροχο άνδρα που δεν έβλεπε το πρόσωπό του καθώς στεκόταν μπροστά στο παράθυρο κόντρα στο φως του ολόγιομου φεγγαριού. Ο άνδρας τη ρώτησε με αισθησιακή φωνή: «Θες να σε ηρεμήσω όμορφη κυρά; Έχω τον τρόπο...» και την πλησίασε. «Μην πλησιάζεις άγνωστε άντρ..... ΒΑΓΓΟΛΙΒΕΡ!!! Έκανες αποτρίχωση!» Κόντεψε να πάθει ανακοπή. Ο Βαγγόλιβερ ήταν ο γυμνός άνδρας μπροστά της. Χιλιάδες σκέψεις πετάρισαν μέσα στο μυαλό της ‘πως, πότε, τι’ αλλά δεν είπε τίποτα. Παρά μόνο τον άρπαξε και τον έριξε πάνω της στο κρεβάτι.
Τα δύο κορμιά έγιναν ένα. Το φρεσκοξυρισμένο κορμί του Βαγγόλιβερ γρατζουνούσε το λείο κορμί της λαίδης Κωλόγρελι και την άναβε περισσότερο. Μικρές και μεγάλες κραυγές από τους δύο εραστές έκαναν τα σκυλιά να γαβγίζουν, τους σκίουρους να φωνάζουν, τα ελάφια να τσιρίζουν, τις αλεπούδες να ουρλιάζουν και τα κοράκια να κράζουν. Όλα είχαν μπει στο ρυθμό του πάθους της λαίδης με τον Προβάτορς. Όταν πια επιτέλους τελείωσαν, ξάπλωσαν δίπλα-δίπλα και άρχισαν να μασάνε λίγο καπνό. Και τότε, άνοιξε η πόρτα.
«Θα σου κόψω τ’ αρχίδια από τη ρίζα πούστη! Και σένα μωρή πουτάνα ξεκωλιάρα, θα σου κόψω τα βυζιά και θα τα δώσω στα σκυλιά να τα φάνε!» είπε εκτός εαυτού ο άντρας της λαίδης κρατώντας ένα όπλο στο χέρι του. Η λαίδη ούρλιαξε ενώ ο Βαγγόλιβερ πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν αίλουρος και άρχισε να παλεύει με τον πλούσιο σύζυγο της αγαπημένης του. Τότε, το όπλο εκπυρσοκρότησε. Η λαίδη πετάχτηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε κοντά τους. Και είδε τον αγαπημένο της Βαγγόλιβερ να πέφτει αιμόφυρτος στο πάτωμα. Θόλωσε. Δεν ήταν δυνατόν. Έπεσε με λύσσα πάνω στον άντρα της και του έχωσε τα νύχια μέσα στα μάτια του βγάζοντάς τα από τη ρίζα. Ποτάμια αίματος έπεφταν από τα μάτια του συζύγου και ουρλιαχτά τάραξαν τη σιγαλιά της νύχτας καθώς ο ίδιος έπεφτε στα γόνατα αφήνοντας τη τελευταία του πνοή. Αμέσως η λαίδη, πήρε το όπλο και τίναξε τα μυαλά της στον αέρα. Και τότε...
...ντρρριν! ντρρριιιιν! ντρριιιιιιιιν!!! «Ναι; ... Πρόβατε εσύ;; Τώρα σε έβλεπα στον ύπνο μου!! Αγάπη μου! Είναι μοιραίο να είμαστε μαζί! Σ’ αγαπ... Πρόβατε; Πρόβατε; Έκλεισε ο μαλάκας!»
Υ.Γ. Το "γράμμα'' είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Ντ.Χ. Λώρενς, "Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι" και το βρήκα εδώ.