Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Ούτε ξέρω.

Δεν ξέρω. Καλά θα ήταν να ήξερα. Αλλά δεν ξέρω. Ούτε που πατώ, ούτε που βρίσκομαι, ούτε τι γίνεται. Βρίσκομαι σε ένα άλλο κόσμο ο οποίος δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει και πολύ αλλά μάλλον μου αρέσει καλύτερα απ' αυτόν που βλέπω εκεί έξω όταν με βία και δόλο μου πετάνε ειδήσεις στα μούτρα. Σε λίγες μέρες θα φύγω να πάω στη μαγευτική Κύπρο όπου μου είπε η κουμπάρα μου ότι είναι τίγκα στις κατσαρίδες και τα κουνούπια. Αφού η μία της κόρη λέει τις προάλλες της είπε "δεν αντέχω άλλο μαμά" λόγω των κουνουπιών. Α, έπρεπε να της πει η μαμά της, τώρα που θα έρθει η νονά θα το μοιράσετε το πρόβλημα. Θα γαζώνουν αυτή και θα γελάτε κιόλας. Αλλά θα πρέπει να φοράτε ωτασπίδες γιατί αυτά που θα λέει δεν κάνει να τα ακούσετε εσείς, εντάξει αγάπη μου; Αυτό έπρεπε να πει στο παιδί αλλά δεν του το είπε, του το κράτησε για έκπληξη. 

Καλά, ας μην ήταν η αγαπημένη οικογένεια κουμπάρων εκεί και θα σου έλεγα εγώ άμα πήγαινα. Αλλά δε βαριέσαι. Τουλάχιστον θα είμαι σε άλλη χώρα και ίσως βγει κανένα ψωμάκι να γράψω. Γιατί ούτε να γράψω δεν έχω όρεξη. Τι μαλακία είναι αυτή δεν ξέρω. Άλλα πράγματα θέλω, δεν τα έχω. Ταυτόχρονα πληρώνω τις αμαρτίες αλλονών... τι μαλακία είναι αυτή, ξαναρωτάω.

Είμαι αλλού και κρυμμένη ταυτόχρονα. Κι όταν βγω έξω πάλι αλλού και κρυμμένη είμαι. Φοβερό. Και το Σάββατο και την Κυριακή πήγα σε παραστάσεις όπου και στις δύο σε πήγαιναν βόλτα όταν άλλαζαν οι σκηνές. Κουφό μέσα σε δύο μέρες να δω δύο παραστάσεις που είχαν την ίδια λογική. Φαίνεται έπεσε σύρμα πως αν είναι ελαφρώς έως πολύ βαρετό το έργο, αυτή είναι η λύση. Η μετακίνηση. Έτσι, δεν αφήνεις κανένα να κοιμηθεί ή να κάνει θόρυβο, δεν προκάμει. 

Η παράσταση του Σαββάτου καλούλα ήταν, Φεστιβάλ Αθηνών, μόνο που όσο την έβλεπα σκεφτόμουν πως όποιος έχει παιδί και μερικά προβλήματα μαζί του, θα έκοβε τις φλέβες του εκεί μέσα και σα να χάρηκα που δεν έχω. Η επόμενη παράσταση όμως, αχ, η επόμενη παράσταση της Κυριακής... Ούτε ξέρω τι γινόταν. Αυτή, Fringe Festival, ή μάλλον οι συντελεστές της, είχαν μερικές γαμάτες ιδέες που έσωζαν το όλο πράγμα. Πρώτον, έγινε σε ένα φανταστικό ονειρεμένο χώρο σε ένα κήπο γεμάτο δέντρα και φυτά στον πεζόδρομο της Ερμού. Δεύτερον, άφησαν τους αδέσποτους σκύλους να κάνουν ό,τι θέλουν στην παράσταση και τους λάτρεψα. Ο ένας απ' αυτούς έμοιαζε με τον Λουκάνικο του Συντάγματος που μπορεί να έφυγε ο τυπάς ο φοβερός και κατέβηκε πιο κάτω να δει λίγη κουλτούρα, δεν ξέρω. Τρίτον, σε μετακινούσαν. Τέταρτον και καλύτερο, έδιναν τσάμπα μπύρες συνέχεια. Μιλάμε, δεν παρακολούθησα ούτε ενάμιση λεπτό από την παράσταση. Ναι μεν μετακινιόμουν, αλλά. Κοιτούσα τα φυτά, σκεφτόμουν πως θα γίνει να κόψω μερικά κλαδάκια να τα φυτέψω σπίτι μου από κάτι ωραία δέντρα, κοιτούσα την Ακρόπολη που ήταν μέσα στα μούτρα μου, γελούσα με τους σκύλους οι οποίοι ξάπλωναν και πόζαραν στη μέση της σκηνής ή γαύγιζαν άμα φώναζαν για κάποιο λόγο οι ηθοποιοί και έπινα. Καλά μιλάμε, πρώτη φορά περνάω τόσο καλά σε παράσταση χωρίς να έχω δει ούτε ενάμιση λεπτό. Σοφά έπραξαν οι διοργανωτές, εμπνευστές της παράστασης. Βέβαια, έχω να πω πως οι άλλοι άνθρωποι φαίνεται να περνούσαν καλά και γελούσαν κιόλας, πράγμα που σημαίνει πως το έργο ήταν ωραίο, δεν ξέρω, δυο ώρες ήμουν εκεί και δεν είδα τίποτα μα τίποτα. Πάντως στο τέλος της παράστασης, κώλος πια από τις μπύρες, έριξα ένα χειροκρότημα, άλλο πράμα. Αφού είχα περάσει γαμάτα. Είχα βγει από το σπίτι μου επιτέλους, πήγα σε ένα υπέροχο χώρο, με πότισαν ανυπέρβλητα, ήταν νωρίς ακόμα, τι άλλο ήθελα;!

Αυτά. Ανακάλυψα και το Lost. Είμαι η μόνη ίσως που δεν είχα δει ούτε ένα επεισόδιο. Αλλά έλεγα δεν πειράζει, όταν πέσω στα τάρταρα και θέλω, θα έχω 6-7.. πόσοι κύκλοι είναι, όλους για πάρτη μου. Ε, τώρα που είναι η ώρα των ταρτάρων, ήρθε και η ώρα του Lost. Χαμένοι αυτοί, χαμένη εγώ, ωραιότατα. Άρχισα χτες. Το μόνο κακό είναι ότι τελώ υπό πλήρη μαλάκυνση ή υπό πλήρη διαύγεια, δεν ξέρω, πάντως καταλαβαίνω πράγματα από πολύ νωρίς και μου χαλάω το επεισόδιο κάθε φορά. Δε γαμιέται. Εδώ ο κόσμος καίγεται.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Ειδήσεις σε τίτλους (και μερικές λεπτομέρειες παραπάνω).

Χάθηκα. Στη μετάφραση, στον κόσμο μου, στον κόσμο σας, της πουτάνας γίνεται. Ταξιδεύω μέσα στο κεφάλι μου, όταν βγαίνω έξω γίνεται χαμός, ξαναμπαίνω μέσα, με διακόπτει κανένα τηλέφωνο, καμία πρόσκληση για εκδρομή ή βόλτα, πάω, ταξιδεύω μέσα μου ξανά, ανησυχώ βλέπετε για το έξω, τι να κάνω.

Πήγα Λευκάδα το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, το Σαββατοκύριακο αυτό σε ένα φοβερό σπίτι μιας φίλης στην εξοχή με δέντρα, δέντρα, δέντρα και δέντρα, πουλάκια, πουλάκια και πουλάκια. Σε σανατόριο δηλαδή. Ό,τι ακριβώς μου χρειάζεται με λίγα λόγια. Και ενδιάμεσα τίποτα. Όσες φορές έπεσαν ειδήσεις στα μάτια μου, έβαλα τα κλάμματα. Ειδικά μετά την επιστροφή μου από τη Λευκάδα την προηγούμενη βδομάδα που πόσο έλειπα, 3 μέρες, άνοιξε η πουτάνα η τηλεόραση, άνοιξε το μπουρδέλο το ίντερνετ και νόμιζα ότι μου βομβάρδισαν τον εγκέφαλο. Δεν ξέρετε τι έχετε να πάθετε όταν γυρίσετε όσοι πάτε διακοπές. Θα ξεχαστείτε εκεί, κι αυτό πρέπει γιατί αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να πάτε, αλλά μόλις γυρίσετε, τα σοκ θα είναι απανωτά. Αλλάζουν όλα τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις τι γίνεται. Εγώ όταν γύρισα και άρχισα να διαβάζω και να βλέπω νέα, δεν καταλάβαινα τι γινόταν, ίσως και να μην ήθελα να καταλάβω γιατί για να καταλάβεις πρέπει να παρακολουθήσεις όλα αυτά τα σκουπίδια (ανθρώπους και μη) να σου μπουκώνουν το μυαλό με ειδήσεις κι εγώ λυπάμαι αλλά δεν αντέχω πάνω από λίγα λεπτά την ημέρα. Αναγκάστηκα, για να καταλάβετε, επιστρέφοντας στην πόλη, να βάλω το κανάλι της Βουλής και στη συνέχεια να πάρω τηλέφωνο μια κολλητή μου, γνώστρια των πραγμάτων, να μου εξηγήσει γιατί βλέπω μια κραγμένη σεξολόγο αδερφή με βαμμένο μαλλί ως πρόεδρο της Βουλής και γιατί συζητάνε για τους δωρητές οργάνων. Έχουμε απόκριες; Πόσα χρόνια λείπω; Όλα λύθηκαν; Μετά είδα τον τζουτζούκο Άδωνι να ωρύεται ότι δεν μπορούσε να μπει στη Βουλή τις προάλλες γιατί του πετούσαν νεράντζια, μπουκάλια, ξέρω γω τι του πετούσαν και ήταν με τη μηχανή λέει (παιδαράς, όχι μαλακίες) και κινδύνευσε η υγεία του και μετά συνέχισαν να μιλάνε για τους δωρητές και γω έπαθα μια σχάση. Τελικά μου εξήγησε η φίλη μου, επιβεβαίωσε τις εντυπώσεις μου περί κοροϊδίας, άνεσης και βλακείας στο κοινοβούλιο και είπαμε πως θα έπρεπε κανονικά να παίζουν ξύλο εκεί μέσα, να κράζουν ο ένας τον άλλο, να φοράνε φουστάνια, μεγάλες μύτες, κόκκινα παπούτσια, να κάνουν τον Μπόζο, τον Καραγκιόζη, τη Μικρή Λουλού, τον εαυτό τους, και να ονομάσουν την Βουλή Ερωτοδικείο. Τότε θα ήταν ειλικρινείς μιας και οι συζητήσεις τους με αυτήν την περιβολή και το ξύλο που θα έπεφτε θα είχε πλέον νόημα συν ότι θα διασκεδάζαμε και μεις με την καρδιά μας. Αλλά πού.

Ας αφήσουμε τους γελοίους λίγο κι ας πάμε Λευκάδα να δούμε τι έγινε. Η Λευκάδα είναι κούκλα όπως και το Ιόνιο γενικότερα. Ο δρόμος όμως προς τη Λευκάδα ή αλλιώς η εθνική οδός προς Πάτρα είναι ό,τι χειρότερο έχετε δει ποτέ. Εμείς ταξιδέψαμε βράδυ. Όταν πλησιάσαμε στα πρώτα διόδια, άρχισα να ωρύομαι και να τους λέω να μην πληρώσουμε αλλά βαριόντουσαν λέει να κάνουμε άκρη να μας παίρνουν στοιχεία και πληρώσαμε. 3.10€ παρακαλώ. Δύο φορές. Μετά όμως, όταν είδαν το δρόμο, ειδικά η οδηγός, δεν το πίστευαν στα μάτια τους. ΓΙΑΤΙ ΠΛΗΡΩΣΑΜΕ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ, ΤΟΥΣ ΜΑΛΑΚΕΣ, ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ ήταν τα ευγενέστερα που ακούστηκαν μέσα στο αυτοκίνητο. Εγώ προσωπικά λυπάμαι ιδιαίτερα που δεν είχα μαζί μου τη φωτογραφική να τραβήξω βίντεο να σας δείξω τι εννοώ. Οι ξεφτιλισμένοι έχουν κάνει την εθνική ποδηλατόδρομο με χιλιάδες ταμπέλες με βελάκια που αναβοσβήνουν, λαμπυρίζουν και αστράφτουν με αποτέλεσμα να νομίζεις ότι είσαι στο σπίτι του Χάρου στο Λας Βέγκας. Ήταν στιγμές, ειλικρινά το λέω, που δε μιλούσε κανείς και μόνο κοιτούσαμε με δέος. Ο Χάρος δε δίπλα μας κουνούσε το μαντήλι συχνά πυκνά, εγώ τον είδα. Μα φαντάζεστε νταλίκες, αυτοκίνητα, μηχανές σε δρόμο με τρεις λωρίδες που τρέχουν με 120, 140, 150 οι καθυστερημένοι και ξαδέρφια του Χάρου και ξαφνικά αυτό να γίνεται ποδηλατόδρομος; 6 ώρες κάναμε να φτάσουμε. Και κανείς φυσικά δεν ήθελε να φύγει από τη Λευκάδα γιατί όλοι σκεφτόμασταν την διαδρομή της επιστροφής.

Στη Λευκάδα είχε αέρα το μπουρδέλο, κρύο κι έβρεξε κιόλας με αποτέλεσμα να κάνουμε μπάνιο ευχάριστα μόνο μια μέρα. Α, εγώ σα γνήσια γριά δε θέλω κύματα. Θέλω ήρεμη θάλασσα να κολυμπήσω, να ξαπλώσω, ηρεμήσω, χάσω τη βαρύτητά μου κλπ. Άμα είναι να μπω και να πλακώνομαι στο ξύλο δε θέλω, αυτό σκέφτομαι καθημερινά στη ζωή μου, πως θα βαρέσω κάποιους. Γιατί και στη θάλασσα; Οπότε κύμα δεν παίζει. Ειδικά τύπου Χαβάη 5-0. Με τίποτα όμως.

Στη Λευκάδα έπαιξαν πολλές ατάκες και θαυματουργές. Είχαμε κι ένα δικηγόρο μαζί μας, φίλο των φιλενάδων μου. Αυτό είχε πολύ πλάκα. Ευτυχώς που είναι καλός αυτός ο άνθρωπος γιατί του ζαλίσαμε τ' αρχίδια στις ερωτήσεις. Άμα κλάσω δυνατά και δεν αρέσει του άλλου μπορεί να μου κάνει μήνυση, άμα δεν απαντήσω στην ερώτηση που μου κάνει και γυρίσω το κεφάλι από την άλλη μπορεί να μου κάνει μήνυση και τέτοια τον ρωτούσαμε. Συνέχεια. Και συχνά, άμα μας την έδινε κάτι ρε παιδί μου, τύπου ζητούσαμε από τη φίλη μας να μας πιάσει το περιοδικό από το τραπεζάκι και δεν μας το έπιανε εγκαίρως, φωνάζαμε πως θα της κάνουμε μήνυση και τέτοια. Γαμάτο ήταν. 

Εγώ γενικά έχω τις κλειστές μου και απορώ ακόμα που με παίρνουν τηλέφωνο οι φίλοι μου και με καλούν και στα σπίτια τους. Αφού στη Λευκάδα βγήκαν ένα βράδυ κι εγώ πήγα για ύπνο. Κυρία. Αφού δεν ήθελα να πιω και να ξενυχτήσω, τι να κάνω; Είχα φέρει όμως πολλά ρούχα και τους διασκέδασα. Κατά τύχη, μη νομίζετε. Άλλαζα τρεις φορές την ημέρα και το τι γέλιο έριξαν δε λέγεται. Ήταν και ο καιρός τρελός και δεν ήξερα τι να κάνω. Φορούσα μακρυμάνικο, έβγαζε ήλιο, πήγαινα το έβγαζα, έβαζα τιραντάκι, έμπαινε ο ήλιος, έβαζα παντελόνι ζακέτα, έβγαινε, έβαζα σορτσάκι μπλουζάκι, χα χα χα οι άλλοι. Αφού λέγαμε ότι οι γείτονες εκεί και οι γνωστοί όταν φύγω θα τους ρωτάνε "εκείνη την ταραγμένη που άλλαζε ρούχα όλη την ώρα τι την έχετε;" Ειδικά όταν έβαλα ένα μεταξωτό πολύχρωμο tie n dye κοντό φόρεμα με παγιέτες για την παραλία και βγήκα στον κήπο, έγινε της πουτάνας. Έλα έτσι κάτω ναι ναι έλα έτσι μου έλεγαν και με έστελναν ο ένας στον άλλο να με δει γιατί δεν ήταν μαζεμένοι σε ένα μέρος όλοι και γω πήγαινα στον καθένα και έκανα τα χέρια μου όπως η Μαρινέλα, εκεί κλάψαμε χοντρά. Άντε με τους χαμένους μωρέ, δεν ξέρουν να εκτιμήσουν το ωραίο ρούχο. Άσε που με τις μαλακίες που έκανα με τα ρούχα, θυμήθηκαν μια ωραία ιστορία που με έκανε να γελάσω πάρα πολύ και είναι η εξής:

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κοπέλα με τη γιαγιά της που ζούσαν στην Αγγλία. Η γιαγιά ήταν 700 ετών και είχε μαλάκυνση ή για να το πούμε πιο ευγενικά, Αλτσχάιμερ. Μια μέρα λοιπόν η γιαγιά ζήτησε τη ζακέτα της η γυναίκα να τη βάλει γιατί έκανε κρύο. Της φέρνει τη ζακέτα η εγγονή, τη βλέπει η γιαγιά κι αρχίζει η επική αυτή συζήτηση:
Γιαγιά- Τι είναι αυτό; Δεν είναι δική μου η ζακέτα! Ποιανού είναι;
Εγγονή- Δική σου είναι!
Γιαγιά- Δεν είναι! Ποιανού είναι; 
Εγγονή- Δική σου είναι! 
Γιαγιά- Δεν είναι!
Εγγονή- Είναι! 
Γιαγιά- Δεν είναι!
Εγγονή- Είναι! 
Γιαγιά- Δεν είναι! Ποιανού είναι;
Εγγονή- Του Αλεξάντερ Μακ Κουίν!
Γιαγιά- Έεετσι πες μου!

Αγαπώ γιαγιά στην Αγγλία, είναι σαφές. Για όσους δεν ξέρουν, ο Αλεξάντερ Μακ Κουίν είναι διάσημος σχεδιαστής μόδας (που πέθανε πέρσυ). 

Και δυο ακόμα πραγματάκια πριν το τέλος με ζωάκια. 

Χτες εκεί που περπατούσα, μου τράβηξε την προσοχή αφισούλα/ εκτύπωση για την απώλεια γατούλας με το εκπληκτικό όνομα ΜΠΑΦΟΣ. ΧΑΘΗΚΕ Ο ΜΠΑΦΟΣ έγραφε. ΜΗΠΩΣ ΤΟΝ ΕΙΔΑΤΕ; Ναι ρε σεις, στο βαπόρι από την Περσία είναι. Άκου Μπάφος. Δεν υπάρχει. Χάθηκε το γατί. Εγώ ξέρω τι έγινε. Ένα βράδυ τον πήραν τόσο τα ντουμάνια, που άρχισε να βλέπει γάτες να χορεύουν τσα τσα στα κεραμίδια και αποφάσισε να πάει να τις βρει και να φτιάξει τη ζωή του κι αυτός επιτέλους. Φυσικά επειδή ήταν μαστουρωμένος δεν υπολόγισε την απόσταση και αντί να πέσει πάνω στη μηχανή του αφεντικού, έπεσε πάνω σε κάτι αγκάθια με τον κώλο. Νιαούρισε πολύ δυνατά αλλά επειδή όλοι ήταν κόκκαλο στο σπίτι, δεν τον άκουσε κανείς. Έτσι, ο ΜΠΑΦΟΣ νόμισε ότι δεν τον αγαπάει κανείς και με τον κώλο πονεμένο και μαστούρης τέρμα, έφυγε γι' άλλες πολιτείες. Απλό.

Και τελειώνουμε με τις γνωστές σταρ μαμά και Έρωτα. Μάνα μου και σκυλάκι μας δηλαδή. Μετά το άραγμα του σκύλου με κουβέρτα πάνω στο φούρνο και τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν και δεν έχω δει ακόμα και ούτε θέλω γιατί θα εκνευριστώ, είχαμε ακόμα ένα εξαιρετικό επεισόδιο. Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι άμα ήξερε αυτό το σκυλί τι συμβαίνει ερήμην του, θα ήταν πραγματικά συγκλονισμένο.
Πριν σας πω τι έγινε πάλι, θέλω να αναφέρω πως αυτό το σκυλί τσαμπουκαλεύεται μεν ενώ είναι μικρό, γαυγίζει σε άλλα σκυλιά και γάτες και τέτοια αλλά, άμα ακούσει κροτίδα ή κεραυνό χέζεται πατόκορφα. Τις προάλλες έπεσε ένας κεραυνός και κατουρήθηκε εκεί που καθόταν ενώ η καρδούλα της πήγαινε γαμιόντας. Αυτό λοιπόν το αδυσώπητο εκκεντρικό τέρας διψασμένο για αίμα, πήγε στο χωριό με τους γονείς την προηγούμενη εβδομάδα και μιλάμε με τη μάνα στο τηλέφωνο να δω ότι φτάσανε καλά και όλα καλά μιας και ο δρόμος είναι αυτός ο προηγούμενος που περιέγραφα (Πελοπόννησο πάνε οι άνθρωποι). Και ακολουθεί η εξής συζήτηση:

Εγώ- Τι έγινε; Φτάσατε; Όλα καλά;
Μαμά- Αχ παιδί μου, να δεις τι έκανε το παιδί και μου έφυγε η ψυχή!
Εγώ- (τρομαγμένη) Τι έκανε;!
Μαμά- Σκότωσε ένα ιγκουάνα!!
Εγώ- ...Σιγά μη σκότωσε και κροκόδειλο.
Μαμά- Αλήθεια σου λέω! Μισό μέτρο ήταν!
Εγώ- Τι δουλειά έχει μωρέ το ιγκουάνα στο χωριό; Μήπως έχετε και τίγρεις;
Μαμά- Αλήθεια σου λέω παιδί μου! Και να δεις που της το πήραμε από το στόμα και γαύγιζε και μας αγρίευε το αρχίδι! (Σημείωση: αρχίδι τη λέει καμιά φορά λόγω μεγέθους)
Εγώ- Σας έβριζε επειδή της πήρατε το παιχνίδι. Άκου ιγκουάνα. Πρόσεχε μη σκοτώσει και κανένα ιπποπόταμο. Μπορεί να βγει κανένας από κανένα πηγάδι, δεν ξέρεις.
Μαμά- Σταμάτα παιδί μου, αφού σου λέω, το πετάξαμε έξω από τον κήπο και το κοιτούσαν οι γείτονες!
Εγώ- (Βρε λες;) Άσε ρε! Κοιτούσαν οι γείτονες γιατί πετάτε ψόφιες σαύρες από το φράχτη.
Μαμά- Ε καλά, μη με πιστεύεις! Δεν ήταν σαύρα, ιγκουάνα μισό μέτρο ήταν!

Αυτά. Σας κλείνω τώρα γιατί τις περιμένω να έρθουν. Τη μαμά να μου φέρει φαγάκι και το σκυλάκι να μου σκοτώσει κάτι μεγάλα θηλαστικά που βρήκα στο μπαλκόνι.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Πολυθεματική Έκθεση.

Αυτή είναι η παρούσα ανάρτηση. Πολυθεματική και με μορφή έκθεσης. Πρόλογος, θέμα, επίλογος, αρχίδια μάντολες που θα έχει πρόλογο κι επίλογο, μπορεί δηλαδή, δεν ξέρω. Εδώ που τα λέμε, έχει πρόλογο, αυτό που διαβάζετε τώρα. Αφού αυτό δεν είναι το θέμα και δεν είναι επίλογος γιατί ακόμα δεν αρχίσαμε τι είναι; Πρόολοοογοοος...! Έτσι γεια σου.

Πω πω βλέπω τη σκιά μου στον τοίχο που γράφει, πολύ ωραίο είναι.  Είναι και θολή επειδή έχει πολύ φως, ωραίο είναι.

Η εβδομάδα που πέρασε είχε ψωμάκι θα μπορούσαμε να πούμε. Παπάρια δηλαδή απλώς να μωρέ, άκουσα πράγματα και είδα και έχω να μεταφέρω κάτι εδώ από τον έξω κόσμο. Να μεταφέρω κάτι από το δικό μου κόσμο, τον εσωτερικό, δεν θα ήθελα γιατί δεν είναι ώρα για αυτοκτονίες και φάρμακα, οπότε ας προχωρήσουμε στα άλλα που ακούγονται καλύτερα και φτιάχνουν διαθέσεις.

Λοιπόν, πρώτα απ' όλα ήρθε ο κολλητός για λίγες μέρες Αθήνα. Πόσο πολύ πάρα πολύ μα πάρα πολύ χάρηκα που τον είδα. Πήγαμε για καφέ-τσάι κλπ και μετά στη διαμαρτυρία. (Κυριακή ήταν). Το τι είπε το στόμα μας δε λέγεται. Δεν θα σχολιάσω την εικόνα με τα σουβλάκια 4€ στο Σύνταγμα, την τσίκνα, τις σκηνές με τους ημίγυμνους, τους άλλους απέναντι να πίνουν καφέ και να τους κοιτάνε, αργότερα κάτι κατεστραμμένους να περιφέρονται, άλλοι να κράζουν το Που Ρου ΚΚΕ που είχε στήσει πάγκο τι έκανε δεν ξέρω, σήμερα διάβασα ότι άρχισαν να κράζουν ο ένας τον άλλο, χωρίστηκαν σιγά σιγά σε παρατάξεις, δε θα πω τίποτα, το ράβω, θέλω να δω τι θα γίνει, όχι θέλω να δω. Τέλος πάντων εμείς πήγαμε την Κυριακή και είπε το στόμα μας πράγματα τα οποία μας έκαναν να κοιταζόμαστε και να γελάμε. Συμφωνήσαμε ότι είμαστε βρωμεροί γρουσούζηδες κωλόγεροι ή ότι έχουμε απόλυτο δίκιο. Ήταν ωραία. Καθήσαμε και στο πεζουλάκι μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, ξεκούραστα, ωραία, μαζέψαμε και μισό εκατομμύριο μούντζες, δεν κινδυνεύουμε να μας ματιάσει κανείς και τίποτα από εδω και στο εξής, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Εμείς δεν μουντζώναμε γιατί αν μουντζώναμε, θα μουντζώναμε τον κόσμο από κάτω και δεν έλεγε. Είχε πλάκα αν ήθελε κάποιο κορίτσι να ανέβει στο πεζούλι γιατί ήταν ψηλό. Έπεφτες μπροστά, έστηνες κώλο, προσπαθούσες να ανεβάσεις το πόδι στο πεζούλι, κινδύνευες να πέσεις από πίσω και να πρέπει να σε σώσουν τα ΜΑΤ και μετά να μαζέψεις άλλες δέκα εκατομμύρια μούντζες, πλάκα είχε σας λέω, αμέ. Εμείς καθόμασταν, παρατηρούσαμε, σχολιάζαμε και πιστεύω πως αν άκουγε κανείς τι λέγαμε σε φάσεις, δε θα το πίστευε. Να για παράδειγμα, παρατηρήσαμε ότι τα φυτά πίσω από το πεζουλάκι και μπροστά στη Βουλή έχουν τη μουχρίτσα της αρκούδας. Μιλάμε αηδία ήταν. Μέσα στο μαμούνι. Τι σκατά πια. Όλα τα φάγανε που δεν τους έμεινε ούτε για κηπουρό; Χαλάνε τα φυτά ρεεεε!!! Μετά λέγαμε ότι θα ήταν πολύ ωραία αν είχαν και εκδηλώσεις στη μέση του Συντάγματος να μη βαριέται ο κόσμος, τύπου συναυλίες, γυμναστική αερόμπικ και τέτοια. Γιατί; Φανταστείτε εκεί που πέφτει το φάσκελο, τα συνθήματα κλπ, κάποια στιγμή να ανοίγει ο κόσμος, να κάνει χώρο, να σκάει η Πετρουλάκη με κορμάκι, πετσετέ κορδέλα στο κούτελο και αλογοουρά μαζί με 8-10 άλλες ντυμένες το ίδιο, μουσική τίγκα διαπασών από μεγάφωνα και να κάνουν ένα μισάωρο πρόγραμμα γυμναστικής μπροστά στη Βουλή. Μετά να φεύγουν, να μαζεύεται πάλι ο κόσμος, να συνεχίζονται τα φάσκελα, τα συνθήματα κλπ. Αργότερα, να ανοίγει πάλι ο κόσμος, να σκάει η Γυναίκα Μαραντόνα, να τραγουδάει το Πάρε Πόδι, Φύγε από Δωωω, να χορεύουν όλοι και να τραγουδάνε και ξανά συσπείρωση ο κόσμος και να πήγαινε έτσι. Πόσο πιο γαμάτα θα ήταν. Να έσκαγε ο ΛεΠα, να έσκαγαν όλοι, να γινόταν της πουτάνας. Αφού μπουρδέλο είναι η χώρα και μεις το έχουμε κάνει έτσι, γιατί να μη γίνει της πουτάνας, δεν το καταλαβαίνω. 

Πάμε παρακάτω. Τώρα θα σας πω μια φοβερή μέρα του κολλητού που θα ήθελα να είναι δική μου και ζήλεψα πολύ που δεν ήταν δική μου! Μια μέρα στο παραδεισένιο Μααστρίχτ, αποφάσισε να πάει στο πάρκο να διαβάσει. Κινάει λοιπόν μια και δυο και μόλις βρίσκει το υπέροχο μέρος κάτω από τη σκιά, δίπλα στο λοφίσκο κείνο κει με το λουλουδάκι που τρέμει στο απαλό αεράκι (ναι, το έκανα λίγο γκέι αλλά είναι επειδή πήρα την ιστορία πάνω μου, αυτός δε μου τα είπε έτσι, ωμά και σκληρά μου τα είπε) και στρογγυλοκάθεται τι ωραία και μόλις ανοίγει το βιβλίο στη σελίδα 123 να διαβάσει ο άνθρωπος, τον πιάνει κατούρημα. Και τι να κάνει; Δεν είναι βρωμίλος. Σηκώνεται λοιπόν και πάει σπίτι. Τρελό κατούρημα όμως. Κι όχι τίποτα. Δε φτάνει που επέστρεψε, ανέβηκε και τρεις ορόφους για να κατουρήσει. Άντε λοιπόν ξαναπηγαίνει πίσω στο πάρκο γιατί ντάξει μωρέ, οι αποστάσεις είναι μικρές. Πάει σε άλλο μέρος τώρα. Και και που είναι κάτι παγκάκια ωραία ωραία με θέα απέναντι τα προβατάκια, βλέπει ένα ζευγάρι τόσο σιχαμένο απ' αυτά που θες να πας από πάνω τους και να τα ξεράσεις. Χοντροί, εμετικοί στη φάτσα, αηδιαστικοί, να γλύφονται, σταματάω γιατί θα ξεράσω εγώ που δεν τους είδα. Τους βλέπει λοιπόν και κει που έχει αηδιάσει και σκέφτεται: "Πόσο σιχαμένοι είναι ώρες ώρες αυτοί οι Ολλανδοί.." ακούει τη θηλυκή φάλαινα να λέει "Που θα πας και θέλεις να μ' αφήσεις, μια βραδιά σε μένα θα γυρίσεις..." τραγουδιστά. Ναι, Έλληνες ήταν. Ουδέν σχόλιον. Με τα μαλλιά όρθια ο κολλητός παίρνει την αηδία του και πάει παρακάτω, κοντά σε μια λιμνούλα. Η λιμνούλα αυτή ήταν ένα επί ένα. Και καλά τώρα λιμνούλα. Εκεί λοιπόν ήταν ένας πιτσιρικάς με καλάμι ψαρέματος τεράστιο είχε κάτσει και καλά να ψαρέψει στη λινούλα. Ήταν παράδοξο το θέαμα απ' ότι άκουσα μιας και η λιμνούλα ήταν τόσο μικρή που δε θα πίστευε ποτέ κανείς ότι εκεί.... μα τι γίνεται... κουνιέται το καλάμι... μα... τι.... είναι δυνατόν;;;!!!! Κι όμως φίλες και φίλοι. Ο πιτσιρικάς έβγαλε μια ψαρούκλα ΝΑ με το συμπάθειο από τη λιμνούλα και με καμάρι την έδειχνε. Προφανώς αυτό το ψάρι θα κολυμπούσε κάθετα γιατί οριζόντια δε χωρούσε. 
Τι γαμάτη μέρα!

Και τώρα θα μιλήσουμε για την Εφορία, τον Αργό Θάνατο. Όλοι γνωρίζουμε πως η Εφορία είναι κάτι που όλοι αποφεύγουμε με όποιους τρόπους μπορούμε. Αυτό που δεν έχουμε καταλάβει όμως φίλοι μου είναι πως όσο και να την αποφεύγουμε, μπροστά μας θα τη βρούμε. Γι' αυτό, αν δεν είστε πολιτικοί, βουλευτές, επιχειρηματίες, εγκληματίες, νονοί της νύχτας, έμποροι ναρκωτικών, πουτανών και τέτοια παρόμοια, πρέπει να ξέρετε πως θα πρέπει να είστε πάντα σωστοί απέναντί της γιατί θα έρθει η ώρα που θα πρέπει να την αντιμετώπισετε και τότε δε θα ξέρετε τι να κάνετε.

Έτσι συνέβη και με μένα που την απέφευγα όσο μπορούσα. Ναι μεν νόμιμη και συνεπής αλλά είχα μια μικρή εκρεμμότητα που έπρεπε να τακτοποιήσω, κάτι χαρτούρες, και το καθυστερούσα. Έλα όμως που ήρθε η ώρα να γίνει. Μιλάμε, ούτε για εγχείρηση να πήγαινα. Αλλά ότι και να γίνει, πάντα υπάρχουν λύσεις. Πάντα όμως. Γι' αυτό υπάρχουν τα προβλήματα. Γιατί υπάρχουν και οι λύσεις!
Δείτε λοιπόν στο πρόβλημα Εφορία, ποιες είναι οι λύσεις.
Τι πρέπει να κάνει κάποιος πριν πάει στην Εφορία.
1. Προσευχή.
Εννοείται ότι πρέπει να προσευχηθείτε πριν πάτε. Εννοείται αυτό. Απαραίτητος και απαράβατος κανόνας. Προσευχήσου πριν πας στην Εφορία. Πρώτα απ' όλα να σε συμπαθήσουν. Να έχουν όρεξη. Να μη σου βρουν πρόβλημα εκεί που δεν υπάρχει. Είναι πολλά τα θέματα και η προσευχή είναι απαραίτητη. Χωρίς πλάκα.
2. Να είσαι υπομονετικός. 
Απαράβατος κανόνας. Μην εκνευριστείς και το δείξεις. Την πούτσισες τη γάμησες δεν πρόκειται να κάνεις τη δουλειά σου ποτέ που να βγάζεις χάντρες από τον κώλο σου.
3. Να είσαι ευγενικός τόσο όσο να μη γίνεσαι γλύφτης.
Απαράβατος κανόνας επίσης. Ευγένεια. Απαραίτητα. Μπορεί ο υπάλληλος να φτύνει πάνω σου. Εσύ θα είσαι ευγενικός. Μπορεί να θες να πάρεις πετρέλαιο, να το αδειάσεις πάνω του και να ανάψεις σπίρτο. Μπορεί. Ναι μπορεί. Αλλά απαγορεύεται να το δείξεις. Για την ακρίβεια επιβάλλεται να διώξεις τη σκέψη από το κεφάλι σου άμεσα μην τυχόν λάμψει το μάτι σου και σε πάρουν χαμπάρι. Πρέπει να είσαι όσο γίνεται ειλικρινά ευγενικός. Άμα θες όταν δε σε βλέπει κανείς, ρίξε δυο τρία μπινελίκια βαριά και καλά να σε πιάσουν μέχρι το επόμενο κενό που θα βρεις.

Εγώ αυτά έκανα φίλοι μου και πέτυχα. Για μια κωλοχαρτούρα, έπρεπε να περάσω 5 ορόφους, περιμένοντας στωικά γιατί φυσικά δεν έχουν νούμερα να παίρνεις να πηγαίνεις πιο κει, όχι, πρέπει να κανονίζεις με τον μπροστινό σου που μυρίζει σκουπίδια, του λείπουν τα δόντια και φοράει σαγιονάρες έχοντας μακρύνει και σπάσει τα νύχια των ποδιών του, κι άμα σε καταλάβει ή θέλει να βοηθήσει. Μπορεί κι αυτός να σηκωθεί να φύγει οπότε παπάρια. Μένεις εκεί να ρουφάς τη βρώμα του και να περιμένεις σε ένα βρωμερό διάδρομο χωρίς αέρα μαζί με άλλους είκοσι και να είσαι υπομονετικός και ευγενικός. Ε άμα λέμε ότι έχει χρήση ο διαλογισμός με κοροϊδεύετε. Νά που χρειάζεται κορόιδα.

Μιλάμε φοβερή επιτυχία. Δύο ώρες ήμουν εκεί. Επικοινώνησα με τις πιο βρωμερές και ελεεινές υπάρξεις. (Χοντρή βρωμιάρα φάλαινα με πασαλειμένα βαμμένα μάτια που κοιτούσε με μίσος). Μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. (Όταν είπαν σε παππού 80 χρονών ότι αυτό που ήθελε να κάνει έπρεπε να το κάνει μόνο μέσω ίντερνετ κι επειδή ο παππούς δεν καταλάβαινε, άρχισαν να του ουρλιάζουν και να του δείχνουν κοροϊδευτικά με τα χέρια να πληκτρολογούν στον αέρα ΜΟΝΟ ΜΕΣΩ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ, κι ο παππούς έφυγε χωρίς να ξέρει τι πρέπει να κάνει). Φοβήθηκα. (Έστησαν καυγά μπροστά μου και ήταν τρομερά επικίνδυνη στιγμή να φύγει ο μοναδικός υπάλληλος που υπήρχε εκεί ακριβώς πριν έρθει η σειρά μου και γω να μείνω αμανάτι ενώ ήμουν στο προτελευταίο στάδιο πριν φύγω και αν γινόταν αυτό θα έπρεπε να ξαναπάω. Εκεί να δείτε επαναληπτική προσευχή που έριξα, ούτε η Λουκά). Και τρόμαξα. Όταν ήρθε η ώρα να πάω να δω ποιο ήταν το πρόστιμο. Γιατί φυσικά ήταν το τελευταίο που θα έβλεπες. Τέλεια κανονισμένα όλα. Θα πας εδώ θα πας εκεί θα πας και παραπέρα Οδυσσέα, κι όταν φτάσεις στην Ιθάκη θα σου γαμάνε τη γυναίκα άλλοι, κλασική ελληνική ιστορία, έλα τώρα. Έτσι και η Εφορία. Πας παντού για να φτάσεις πτώμα στο τέλος να ακούσεις το πρόστιμο και να ελπίζεις ότι δε θα είναι το χειρότερο που θα μπορούσες να ονειρευτείς. Στο σημείο αυτό παίζεται και το μεγαλύτερο παιχνίδι. Εκεί πια έχεις γίνει κουρέλι από την κούραση, την υπομονή, την ευγένεια, πονάνε τα πόδια σου, πεινάς, δεν αντέχεις να μυρίζεις άλλη βρώμα, πλυθείτε επιτέλους γαμώ το σπίτι σας, πόσο κάνει ένα γαμημένο σαπούνι ρε γαμημένε Έλληνα που βρίζεις τους αλλοδαπούς, γιατί Έλληνας ήσουν εσύ που βρωμούσες χειρότερα κι από τη χωματερή των Άνω Λιοσίων σκατόπουστα.... το βλέπετε; Χάνεται πανεύκολα η υπομονή σε κείνο το τελευταίο σημείο και γι' αυτό ακριβώς έχουν βάλει εκεί το πρόστιμο. Μιας που μπορούν με οποιαδήποτε ηλίθια δικαιολογία να σου βάλουν ότι πρόστιμο γουστάρουν, όλα εξαρτώνται από σένα. Σε κείνο το δύσκολο σημείο που θες να αρχίσεις να παίρνεις κεφάλια και να φεύγει το αίμα σε πίδακες να λερώνει το ταβάνι, εκεί, τότε, τώρα είναι η στιγμή που πρέπει να δείξεις τη μεγαλύτερη υπομονή, ευγένεια και τα σχετικά.
Και το έκανα. Και τα κατάφερα. Τελευταίο στάδιο. Πάω να μου βάλουν σφραγίδα. Ανεβαίνω. "Γιατί δεν έβαλαν σφραγίδα εδώ;!" (Που να ξέρω μωρή καριόλα γαμώ το σπίτι σου;) "Δεν ξέρω, τι να σας πω.. Να πάω να μου βάλουν;" "Ναι." Κατεβαίνω. Μιλάει στο τηλέφωνο με το φίλο του ο άλλος. Περιμένω ημιχαμογελαστή. Σκέφτομαι όμως. (Τελείωνε γαμώ το σπίτι σου, τελείωνε, τελείωνε, τελείωνε, τελείωνε, τελείωνε. Και πλύσου, τι μαλλί είναι αυτό. Τελείωνε, τελείωνε). Τελειώνει. "Μπορείτε παρακαλώ να μου σφραγίσετε εδώ;" Σφραγίζει. "Σας ευχαριστώ πολύ". Ανεβαίνω. Αυτή που ήθελε τη σφραγίδα μιλάει για τις απεργίες με μια συνάδελφο. Τολμάω να τις διακόψω. "Συγνώμη... με συγχωρείτε... συγνώμη..." Γυρίζει. "Έτοιμα είναι". Έρχεται. Πιάνω κουβέντα. Είμαι έξυπνη. Δεν είμαι γλύφτης. "Σας άκουσα που μιλούσατε, ποιοι έχουν απεργία αύριο;" Δεν με ένοιαζε στην πραγματικότητα τόσο ποιοι έχουν απεργία αύριο, δεν είχα να πάω πουθενά κι αν ήθελα να μάθω θα μάθαινα, αλλά ήταν λίγο τσιτωμένη κι ήθελα να κουλάρω το κλίμα. (Ήταν κάτι μαλάκες που πήγαιναν παντού λίγο πριν από μένα και χαλούσαν τον κόσμο και προκαλούσαν νεύρα, δύσκολη η πίστα της Εφορίας σας λέω). Μου λέει, της χαμογελάω. Ηρεμεί λίγο. "Να, έτσι πρέπει να είναι σφραγισμένα" μου λέει κοιτώντας το κωλόχαρτο με τις σφραγίδες χωρίς νόημα. Της χαμογελάω. Φεύγω. Ξανακατεβαίνω. Σφραγίδες. Ευγένεια, καλοί τρόποι. Ήρθε η ώρα για το πρόστιμο. Κι επειδή είμαι καλός άνθρωπος, έχω προσευχηθεί, είμαι ευγενική και περιμένω στωικά αναγνωρίζοντας φυσικά ότι ΕΓΩ φταίω που μαλακίστηκα με τη χαρτούρα και δεν την έκανα όταν έπρεπε, το καλό Σύμπαν με βοήθησε. Είμαι στον όροφο με την προηγούμενη κυρία. Ο διπλανός της θα πει για το πρόστιμο. Με βλέπει ο κύριος. "Ακόμα εδώ είσαι συ; Σε βλέπω ανεβαίνεις κατεβαίνεις τόση ώρα, ακόμα;" μου λέει με ύφος συμπάθειας. Χαμογελάω. Ακούει η προηγούμενη κυρία και συμπληρώνει "Και είναι και ευγενέστατη". Χαμογελάω πλατιά. Τελικά με είχαν βοηθήσει οι παλιομαλάκες που τσίριζαν και τους έσπαγαν το νευρικό σύστημα. Πήγαινα εγώ μετά ευγενική και γλυκιά και φαινόταν γκράντε η διαφορά. Μπαίνω στο γραφείο του κυρίου. Κοιτάει το όνομα. Το αναγνωρίζει. Το αναγνωρίζει! Είναι κοντοχωριανός του μπαμπά. Μου βάζει το μικρότερο πρόστιμο έβερ. Το Σύμπαν με αγαπάει και γω το αγαπώ ακόμα περισσότερο. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ!!

Αυτό ήταν ένα μικρό μάθημα για όλους σας. Πως θα πρέπει να φέρεστε και τι να κάνετε σε δύσκολες περιπτώσεις. Μαγκιές, τσαμπουκάδες, μαλακίες κομμένες. Άμα θέλετε να γίνει η δουλειά σας. Άμα δε θέλετε, άλλο.

Και περνάμε σε επόμενο θέμα. Προχτές φαρνίστηκα και μου έφυγε ένα κομμάτι δόντι. Ναι καλέ σας λέω. Πήρα την ξαδέρφη-οδοντίατρο και της λέω "Φτύνω δόντια" και μου λέει "Καλά, όλο έτσι λες και μια χαρά είναι τα δόντια σου, σταμάτα", "Όχι σου λέω, την κάνω σιγά σιγά, διαλύομαι σου λέω". Αύριο θα πάω να με δει, μάλλον κάτι κρατσάνισα και έσπασε κομματάκι σφράγισμα, τι να πω. Δεν πονάω. Πάντως είχε πλάκα. Αψού, δόντι. Ήμαρτον κύριε. Όντως Κωλόγρια. Και να πεις δεν τα προσέχω, φρίττω με τα άσχημα δόντια, δεν μπορώ τα άσχημα δόντια, το άσχημο στόμα γενικώς. Με το στόμα μας ζούμε. Τρώμε, αναπνέουμε, φιλάμε, γελάμε, πρέπει να είναι σε άλφα άλφα κατάσταση. Και να μου φύγει σφράγισμα; Δόντι; Ξέρω γω τι μου έφυγε; Τι να πω. Σα δυνατά φταρνίζομαι μου φαίνεται. Μη φτύσω κανένα συκώτι καμιά μέρα.

Και το καλύτερο για το τέλος. Μιλάω με τη μάνα σούπερ σταρ στο τηλέφωνο. Και τι μου λέει; Παραθέτω διάλογο.
Μάνα- Χτες είχε κάτι κεραυνούς, χέστηκε ο Έρωτας πάνω του σου λέω. (Όπου Έρωτας βλέπε σκυλάκι, δεν λέω όνομα, δεν αποκαλυπτόμαστε). Και ξέρεις τι έκανα;
Εγώ- Τι έκανες;
Μάνα- Πήρα μια κουβέρτα, την έβαλα ωραία ωραία πάνω στο φούρνο, έβαλα εκεί τον Έρωτα και να δεις τι ωραία που καθόταν!
Εγώ- ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!! ΠΑΣ ΚΑΛΑ;;; ΠΑΣ ΚΑΛΑ ΜΩΡΕ;;;; ΓΙΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟ ΠΑΣ;;; ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ!!!! ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΚΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΟ ΜΑΛΛΙΑΡΟ ΣΚΥΛΙ;;; ΕΙΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΟΥ;;; ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ!!!
Μάνα- Ανοιχτά είχα τα μάτια μωρέ; Κλειστή ήταν η κουζίνα.
Εγώ- Α ναι; Κάτι να γίνει μωρέ, ένας σπινθήρας, κάτι, ν' αρπάξει φωτιά τι θα κάνεις;
Μάνα- Στο νεροχύτη ήμουν, δίπλα!
Εγώ- Α μπα; Κι άμα γινόταν κάτι τι θα έκανες, θα έριχνες με την παλάμη σου νερό από τη βρύση να σβήσει; ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΑ, ΟΛΟ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΚΑΝΕΙΣ!!! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!!!
Μάνα- (Απτόητη) Που να δεις που την πήρε ο ύπνος και είχε γυρίσει κι ανάποδα και ροχάλιζε, κάτι φωτογραφίες που έβγαλα... όνειρο!

Μετά απ' αυτό, δεν έχω να σχολιάσω τίποτα, νομίζω ότι είναι σαφές τι συμβαίνει με τα γονίδια μου και εξηγούνται τα πάντα. Το μόνο που ελπίζω πια είναι να με λυπηθεί ο Θεός, το Σύμπαν και όποιος άλλος έχει τη δύναμη και να μου δίνει ηρεμία, γαλήνη και αγάπη. Το ίδιο εύχομαι και σε σας. Υγιαίνετε.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Ταραχή.

Γκρινιάζω γκρινιάζω αλλά νομίζω ότι μου αρέσει η ταραχή. Καταρχήν με γοητεύουν οι ταραγμένοι. Οι λίγο περισσότερο ταραγμένοι από τους κανονικούς ταραγμένους γιατί, hello φίλοι μου, αν νομίζει κανείς από σας ότι δεν είναι ταραγμένος, κάνει πολύ μεγάλο λάθος και λυπάμαι που το λέω. Δε θέλω τους πολύ ταραγμένους γιατί αυτοί πια είναι στο όριο της τρέλας και για κλωτσιές, είναι και οι άλλοι οι ταραγμένοι που είναι βλάκες και ούτε αυτούς τους θέλω, όχι, στο πλαίσιο της δικής μου ταραχής, ναι, σ' αυτό το πλαίσιο θέλω να είναι οι δικοί μου ταραγμένοι κι όποιος με ξέρει καταλαβαίνει και για τι πράγμα μιλάω αν επιτρέψει φυσικά στη δική του ταραχή να μην βάλει τον εγωισμό μέσα και καταλάβει άλλα απ' αυτά που εννοώ. Όχι τίποτα, αλλά τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και σαφή, εμείς τα δυσκολεύουμε. 

Υπάρχει ταραχή; Μάλιστα υπάρχει. Τότε γιατί κάνεις ότι είσαι καλά; Αφού είσαι ταραγμένος. Αποδέξου το μπας και αρχίσεις να φέρεσαι σα νορμάλ ταραγμένος να ησυχάσουμε. Εγώ ας πούμε τον τελευταίο καιρό έχω αφήσει όλη μου την ταραχή να κάνει τρελές βόλτες. Άμα σε λίγο καιρό μου μιλάει άνθρωπος θα είναι αυτός που θα με αγαπάει πολύ. Προς το παρόν έχει αποδειχτεί ότι είναι αρκετοί αυτοί που με αγαπάνε και ειλικρινά μιλάω είμαι βαθιά συγκινημένη. Αλλά μη χέσω κιόλας, καλοί ταραγμένοι είναι κι αυτοί. 

Μια μέρα κάναμε κουβέντα με μία από τις κολλητές μου και τις έλεγα πως στην παρέα του τάδε όλοι είναι ταραγμένοι. Με άκουγε προσεκτικά και όταν τελείωσα το θάψιμο μου είπε: "Έχεις την εντύπωση ότι εμείς είμαστε καλά;" "Τρελάθηκες; Εμείς απλά το ξέρουμε". "Όχι γιατί αν νομίζεις ότι είμαστε καλά, σκέψου τη δική μας παρέα". Κι έκανα μια παύση μερικών δευτερολέπτων και σκέφτηκα τη δική μας παρέα. Έναν νορμάλ δε βρήκα. Ο πιο νορμάλ είχε το θέμα του γκαραντί. 

Οπότε τι θέλω να πω. Ας χαλαρώσουμε. Τελειότητα δεν υπάρχει. Μόνο ο εαυτός μας. Κι αυτός ταραγμένος γιατί με τόσους ταραγμένους γύρω μας και τέτοια γενικότερη κοινωνικοπολιτική και βάλε ταραχή, που να είσαι καλά; Και που' σαι, αν νομίζεις εσύ που διαβάζεις ότι είσαι καλά, μπράβο σου. Με συγκινείς και σ' ευχαριστώ που είσαι δω και διαβάζεις αυτές τις αράδες και δεν είσαι πουθενά αλλού να διαλογίζεσαι ή να κάνεις θαύματα γιατί ή Χριστό σε λένε ή Βούδα. Μπορεί και Δαλάι Λάμα. Δεν ξέρω, δεν σε βλέπω.

Διακρίνετε μια απαισιοδοξία και μια μαυρίλα; Όχι, κάθε άλλο, πιστεύω ακράδαντα στο φως και ότι όλοι μας μπορούμε να γίνουμε οι καλύτεροι εμείς. Γιατί να θες να γίνεις Βούδας δε γίνεται επειδή ο Βούδας είναι άλλος και συ είσαι συ άρα να γίνεις άλλος δε γίνεται, μόνο εσύ μπορείς να καλυτερεύσεις, αυτό είναι το μόνο σίγουρο φιλαράκι μου.

Που λέτε. Η μόνη λύση είναι αποδοχή της ταραχής και χαλάρωση. Τα άλλα θα γίνουν μόνα τους.

Δε θέλω να σχολιάσω τα όσα συμβαίνουν με τις διαμαρτυρίες και τα σχετικά, το κάνουν άλλοι πολύ καλύτερα. Φυσικά κι έχω άποψη και εμπεριστατωμένη μάλιστα αλλά όλοι έχουν από μία, όπως ακριβώς τις κωλοτρυπίδες. Ή μήπως εσείς δεν έχετε;

Το μόνο που θα ήθελα να πω είναι ότι μου αρέσει που μαζεύονται στο Σύνταγμα και είναι όλοι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, μου αρέσει ακόμα κι αν το κάνουν για να βρουν γκόμενα/ο, μου αρέσει που βλέπω τη γριά και το φρικιό δίπλα με το μωρό στην πλάτη, μου αρέσει που γίνεται αυτό μιας και δεν έχει ξαναγίνει. Όμως, να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Επειδή ακριβώς δεν έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο, δεν ξέρουμε που θα βγει και άρα ας μην το ονομάζουμε επανάσταση γιατί δεν είναι. Όταν πας και τους ψηφίζεις να βγουν και μετά τους μουντζώνεις, τι είναι αυτό; Επανάσταση στη μαλακία σου; Μπορεί. Αλλά θα μου πεις ωραία, την έκανα τη μαλακία και το μετάνιωσα. Να μην επαναστήσω; Τώρα το θυμήθηκες; Τέλος πάντων δε θα τελειώσει ο διάλογος ποτέ αν συνεχίσω γιατί όλοι πια έχουν δίκιο μιας και μαζικά αντιλήφθηκε ο κόσμος ότι είναι βαθιά ταραγμένος και κάτι πρέπει να γίνει γι' αυτό. Εμένα πάντως, κι αυτό θα ήθελα να πω, με συγκινεί βαθιά και δεν ειρωνεύομαι, ότι ζω αυτήν την εποχή που πραγματικά είναι πάρα πολύ σπουδαία. Καταρρέουν τα πάντα και είμαι δω να δω την αναγέννηση ή την πλήρη σήψη. Κι αυτό με συγκλονίζει, αλήθεια.

Χτες είδα ένα ταραγμένο που δεν γνώριζα και ντρέπομαι που το λέω. Να είναι καλά μια φίλη που μου είπε να πάμε και γω που είμαι πάντα δεκτική στο να βλέπω καινούρια πράγματα. Πήγαμε στο Μουσείο Μπενάκη που είχε ανοιχτή ομιλία και ψηφιακή προβολή ο Michael Ackerman. Εντάξει, όσοι τον ξέρετε μη με λέτε βλάχα, ξέρω ένα σωρό πράγματα όπως ας πούμε τους Godspeed You! Black Emperor που χρησιμοποίησε τη μουσική τους ο Ackerman για την προβολή του (μαζί με άλλων φυσικά) και μη σου πω ότι μπορεί να τους έχω δει και live τη δεκαετία του '90, δε θυμάμαι. Οπότε μη με προσβάλεις, μου διέφυγε ο άνθρωπος, εντάξει, δε γίνεται να τα ξέρουμε όλα. 

Πάντως ήταν θεός. Εύγε του. Καταρχήν οι φωτογραφίες του, χωρίς επεξεργασία αλλά τραβηγμένες προφανώς με φιλμ που δημιουργούν τέτοιου τύπου εφέ, ήταν φανταστικές. Τέτοια ταραχή, τέτοιο decadence, τέτοιος πόνος, τέτοιες εκφράσεις, τέτοιο σκοτάδι, ακόμα και η χαρά στις φωτογραφίες του άρρωστη ήταν. Ένα παιδάκι θυμάμαι σε μία που γελούσε τρώγοντας γλυφιτζούρι και ήταν λες και μόλις είχε μετοικήσει μέσα του ο αντίχριστος και του είχε βγάλει όλη την ηδονή, την πονηριά στο βλέμμα, την απόλαυση και τον πόνο που έχει να νιώσει στη ζωή του. Ο Ackerman έδειχνε στις φωτογραφίες του τη σκοτεινή όψη των πραγμάτων. Τις κοιτούσα και τις φανταζόμουν πως θα είναι στην πραγματικότητα. Ένα σπίτι. ΟΚ. Ένα σπίτι σε ένα λόφο, ε και; Αν το έβγαζα εγώ ας πούμε θα ήταν ένα σπίτι σε ένα λόφο. Α και μια πεταλουδίτσα στη γωνία. Αυτά. Στη φωτογραφία του όμως ήταν ένα σπίτι που κατοικούν βρυκόλακες και φαντάσματα φωτογραφημένο την ώρα που κατεβαίνει το UFO να τους πάρει. Φανταστικός ο τύπος. Τέλεια σκοτεινός. Κατάφερε να βγάλει το απόλυτο σκοτάδι από τα πιο απλά (και μη) πράγματα. Και ντροπαλός. Καθόλου μαλάκας ψώνιο. Μιλάμε τον έβλεπα και υπέφερε ο άνθρωπος που έπρεπε να μιλάει. Υπέφερε. Ήθελε να σκίσει τα μάγουλά του από ντροπή. Αλλά τι να κάνει; Αφού έγινε διάσημος πρέπει να το κάνει κι αυτό. Πολύ καλός. Και γω πολύ ευχαριστημένη που είδα μέρος της δουλειάς του. 

Αυτά. Σας φιλώ. Μακάρι να είστε καλά.