Ζω εκτός κομπιούτερ, στον πραγματικό κόσμο υποτίθεται, και άργησα να μάθω πως η Αμαλία πέθανε. Το περίεργο είναι πως την Πέμπτη, είχα το προαίσθημα πως θα ακούσω κάτι άσχημο. Η Αμαλία πέθανε την Παρασκευή. Δεν το έμαθα. Συνέχισα να έχω την ίδια αίσθηση κι όμως δεν άκουσα τίποτα. Το Σάββατο που ήταν η κηδεία της, ήταν το Ψυχοσάββατο. Τη μέρα εκείνη, λένε, οι ψυχές ακούν, βλέπουν, είναι γύρω μας. Το Σάββατο, είχα ακόμα την αίσθηση πως θα ακούσω κάτι δυσάρεστο. Σκέφτηκα τις ψυχές των κοντινών ανθρώπων που έχουν φύγει και τις χαιρέτησα. Σκέφτηκα τα παιδιά που χάνονται στον κόσμο. Δεν είχα σκεφτεί την Αμαλία γιατί ήμουν σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά. Να όμως που δεν πήγαν. Για την Αμαλία, έμαθα σήμερα. Κάπου πάτησα, κάτι άνοιξε, το είδα. Σοκαρίστηκα. Έκλαψα. Νευριάζω, στενοχωριέμαι, κλαίω πολύ όταν δεν προλαβαίνει να γίνει το καλό. Τρελαίνομαι όταν ένα πουλάκι έχει σωθεί από το χιόνι και μόλις το πάρεις σπίτι σου και το φροντίσεις, πεθαίνει.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Η Αμαλίτσα πέταξε μακριά. Λυπάμαι. Όχι αυτήν. Η Αμαλία θα είναι καλά. Εμάς λυπάμαι που δεν προλάβαμε να τη σώσουμε, που αφήνουμε και πεθαίνουν χιλιάδες άνθρωποι, που κοιτάμε τα νύχια μας κι όχι γύρω μας, που ακόμα δεν έχουμε βάλει φωτιά σε όλη τη χώρα. Καλό ταξίδι Αμαλίτσα. Δεν πρόκειται να βγάλω το λινκ για το μπλογκ σου. Για να μην ξεχνάμε. Φιλιά κοριτσάκι μου.
Τετάρτη 30 Μαΐου 2007
Πέμπτη 24 Μαΐου 2007
Τι μου έμαθε η τηλεόραση σήμερα.
Αυτή είναι η δική μας τηλεόραση. Λένε πως είναι πολύ καλύτερη από την ευρωπαϊκή τηλεόραση και τείνω να το πιστέψω. Έχω δει τηλεόραση στην Ευρώπη πολλές φορές και πολλές μέρες. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Δεν είναι η σύγκριση με την ευρωπαϊκή ή άλλη τηλεόραση. Το θέμα μας είναι πως όποιος κάθεται σπίτι του το μεσημέρι τη γάμησε. Εντελώς όμως. Αυτός που κάθεται σπίτι του μεσημέρι και απλώς πατάει το κουμπί να ανοίξει η πουτάνα να ακούει ένα θόρυβο, τη γάμησε. Θα του σπάσουν τα νεύρα το λιγότερο. Ειδικά, αν το αφήσει σε μεσημεριάτικη κουτσομπολίδικη εκπομπή και μπει στο μπάνιο ή αρχίσει να μαγειρεύει. Ξαφνικά, από κει που δεν το περιμένει, βρίσκεται εγκλωβισμένος με μια διαπασών μαλακία να ουρλιάζει και να μη μπορεί να κάνει τίποτα. Αν έχει λερωμένα χέρια δεν μπορεί να αλλάξει κανάλι ή να την κλείσει ή ν’ αφήσει το φαγητό λέγοντας συνέχεια από μέσα του «θα αλλάξει, θα αλλάξει, θα αλλάξει» ή αν κάνει μπάνιο, τρίβεται σε fast forward να βγει να την κλείσει την πουτάνα γιατί δυστυχώς όχι μόνο δεν αλλάζει, αλλά χειροτερεύει. Αυτή είναι και η μαλακία. Αν πετύχεις κάτι ευχάριστο, αστείο, ΟΚ δε γαμιέται, το αφήνεις. Μόλις πιάσεις να ασχοληθείς με κάτι, είναι σίγουρο με μαθηματική ακρίβεια, ότι αυτό το ΟΚ, εντάξει, ευχάριστο, που έβαλες, θα χειροτερέψει. Πόσες φορές το έχω πάθει και μυαλό δε βάζω.
Σήμερα, πριν μπω στο μπάνιο, ανοίγω τηλεόραση. Το ραδιόφωνο έκανε κάτι χρρρρρ χρρρρρ λόγω καιρού, δεν μπορούσα να πιάσω σωστά τη συχνότητα του σταθμού που ήθελα να ακούσω, εκνευρίστηκα, το έκλεισα και βρήκα πιο σωστό να βάλω τη μαλάκω (την τηλεόραση) να παίζει. Καλά να πάθω.
Είναι σαφές ότι άλλος κόσμος βλέπει το πρωί τηλεόραση, άλλος το μεσημέρι, άλλος το βράδυ και άλλος αργά το βράδυ. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο γαμάτες ταινίες παίζονται τη μαύρη νύχτα. Είναι όλα πάρα πολύ ζυγισμένα. Κανονισμένα, μιλημένα, φτιαγμένα.
Σήμερα λοιπόν, μπαίνω το στανιό μου στο μπάνιο και με τα πρώτα νερά, διαπιστώνω ότι αλλάζουν θέμα. Τόση ώρα έλεγαν μαλακίες και γελούσαν που μου φάνηκαν ευχάριστοι. Γι’ αυτό το άφησα. Και μόλις έχω βραχεί -έχω ακινητοποιηθεί δηλαδή και είμαι στο έλεος της τηλεόρασης- τους παίρνει τηλέφωνο ένας μαλάκας και αρχίζει να λέει πως ο γιος του ντροπιάζει το αρσενικό γένος γιατί πλένει τα πιάτα αντί για τη γυναίκα του και τον βλέπουν οι φίλοι του. Το φοβερό; Αντί να αρχίσουν να του κατεβάζουν τις χειρότερες βρισιές και προσβολές, αρχίζουν να το συζητάνε κανονικά με κλου μία κραγμένη αδερφάρα να παίρνει το μέρος του. Πόσο ήθελα να του φωνάξω «μωρή, συμφωνείς με τον λαϊκό τον κωλόγερο που άμα ήταν πατέρας σου θα σε είχε πετάξει στο δρόμο λέγοντας σου πως είσαι άρρωστος και λάθος της φύσης;;» Μέχρι να πάρω τηλέφωνο να τους βρίσω σκέφτηκα. Και τότε είδα πως αυτό θέλουν. Φτιάχνουν τα νεύρα του κόσμου, να παίρνουν να βρίζουνγια να βλέπουν οι υπόλοιποι ματάκηδες! Φρικτό!! Λέμε, άρχισα να πλένομαι, όχι σε απλό fast forward, σε τριπλή ταχύτητα, προκειμένου να βγω να την κλείσωωωωωωωω!!!!! Βγαίνω με ένα πήδο, αλλάζω κανάλι..... πα πα πα πα... ξαλάφρωμα... Έβαλα κρατικό κανάλι. Ηρέμησα. Και είδα την άλλη όψη της τηλεόρασης. Μία εκπομπή στην ΕΤ3 που λέγεται «Έκτη Αίσθηση», εκεί γύρω στις 3 το μεσημέρι, και μιλάει για ανθρώπους με αναπηρίες. Είχε λοιπόν ένα παλικάρι, που από ατύχημα είχε μείνει ανάπηρος και προσπάθησε και έμαθε και τώρα φτιάχνει σελίδες στο ίντερνετ. Ρίξτε μια ματιά εδώ http://chrisxx.com/
Η τηλεόραση σήμερα λοιπόν, μου έμαθε, αν είμαι σπίτι τα μεσημέρια, να βλέπω μόνο κρατικά κανάλια ή να την κλείνω και να προτιμώ το χρρρρρρ του ραδιοφώνου ή τον ύπνο ή ένα καλό βιβλίο ή ένα τηλεφώνημα με ένα φίλο ή να κοιτάω το ταβάνι.
Σήμερα, πριν μπω στο μπάνιο, ανοίγω τηλεόραση. Το ραδιόφωνο έκανε κάτι χρρρρρ χρρρρρ λόγω καιρού, δεν μπορούσα να πιάσω σωστά τη συχνότητα του σταθμού που ήθελα να ακούσω, εκνευρίστηκα, το έκλεισα και βρήκα πιο σωστό να βάλω τη μαλάκω (την τηλεόραση) να παίζει. Καλά να πάθω.
Είναι σαφές ότι άλλος κόσμος βλέπει το πρωί τηλεόραση, άλλος το μεσημέρι, άλλος το βράδυ και άλλος αργά το βράδυ. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο γαμάτες ταινίες παίζονται τη μαύρη νύχτα. Είναι όλα πάρα πολύ ζυγισμένα. Κανονισμένα, μιλημένα, φτιαγμένα.
Σήμερα λοιπόν, μπαίνω το στανιό μου στο μπάνιο και με τα πρώτα νερά, διαπιστώνω ότι αλλάζουν θέμα. Τόση ώρα έλεγαν μαλακίες και γελούσαν που μου φάνηκαν ευχάριστοι. Γι’ αυτό το άφησα. Και μόλις έχω βραχεί -έχω ακινητοποιηθεί δηλαδή και είμαι στο έλεος της τηλεόρασης- τους παίρνει τηλέφωνο ένας μαλάκας και αρχίζει να λέει πως ο γιος του ντροπιάζει το αρσενικό γένος γιατί πλένει τα πιάτα αντί για τη γυναίκα του και τον βλέπουν οι φίλοι του. Το φοβερό; Αντί να αρχίσουν να του κατεβάζουν τις χειρότερες βρισιές και προσβολές, αρχίζουν να το συζητάνε κανονικά με κλου μία κραγμένη αδερφάρα να παίρνει το μέρος του. Πόσο ήθελα να του φωνάξω «μωρή, συμφωνείς με τον λαϊκό τον κωλόγερο που άμα ήταν πατέρας σου θα σε είχε πετάξει στο δρόμο λέγοντας σου πως είσαι άρρωστος και λάθος της φύσης;;» Μέχρι να πάρω τηλέφωνο να τους βρίσω σκέφτηκα. Και τότε είδα πως αυτό θέλουν. Φτιάχνουν τα νεύρα του κόσμου, να παίρνουν να βρίζουνγια να βλέπουν οι υπόλοιποι ματάκηδες! Φρικτό!! Λέμε, άρχισα να πλένομαι, όχι σε απλό fast forward, σε τριπλή ταχύτητα, προκειμένου να βγω να την κλείσωωωωωωωω!!!!! Βγαίνω με ένα πήδο, αλλάζω κανάλι..... πα πα πα πα... ξαλάφρωμα... Έβαλα κρατικό κανάλι. Ηρέμησα. Και είδα την άλλη όψη της τηλεόρασης. Μία εκπομπή στην ΕΤ3 που λέγεται «Έκτη Αίσθηση», εκεί γύρω στις 3 το μεσημέρι, και μιλάει για ανθρώπους με αναπηρίες. Είχε λοιπόν ένα παλικάρι, που από ατύχημα είχε μείνει ανάπηρος και προσπάθησε και έμαθε και τώρα φτιάχνει σελίδες στο ίντερνετ. Ρίξτε μια ματιά εδώ http://chrisxx.com/
Η τηλεόραση σήμερα λοιπόν, μου έμαθε, αν είμαι σπίτι τα μεσημέρια, να βλέπω μόνο κρατικά κανάλια ή να την κλείνω και να προτιμώ το χρρρρρρ του ραδιοφώνου ή τον ύπνο ή ένα καλό βιβλίο ή ένα τηλεφώνημα με ένα φίλο ή να κοιτάω το ταβάνι.
Δευτέρα 21 Μαΐου 2007
Είναι πως το βλέπει κανείς...
1.
Η παραλία είναι υπέροχη. Η θάλασσα λάδι. Ο ήλιος λαμπερός. Πουλιά τραγουδούν. Λουλούδια μοσχομυρίζουν. Στέκεσαι μέσα στη θάλασσα. Αρχίζεις να χτυπάς τα πόδια σου στην άμμο και τη θάλασσα με τα χέρια σου. Σηκώνεις άμμο και κύμα. Φωνάζεις, κλαις, χτυπιέσαι με μάτια κλειστά και γροθιές ενωμένες. «Που είμαι, που βρίσκομαι, τι θα γίνω, τι θα κάνω, που να πάω, δεν ξέρω τίποτα», ένα καραβάκι περνάει, χτυπιέσαι, δεν το είδες, «ποιος θα με βοηθήσει, δεν είναι κανείς εδώ, θα πεθάνω από πείνα, από δίψα, θα με φάνε τα ψάρια, θα πνιγώ λίγο πριν έρθουν να με σώσουν», περνάει ένα σκάφος, χτυπιέσαι δεν το είδες, «τι κρίμα, είμαι τόσο νέος, ήθελα να κάνω τόσα πράγματα στη ζωή, τώρα δε θα προλάβω να καταφέρω τίποτα, δε μπορώ, δε μπορώ, Θεέ μου βοήθησέ με, μη μ’ αφήνεις μόνο στην ερημιά», περνάνε 3-4 σέρφερς, χτυπιέσαι, δεν τους είδες, «αχ ορίστε αρχίζω να κουράζομαι, αχ τι είναι αυτό, τσούχτρα, ωχ αν με τσιμπήσει τι θα κάνω, δεν έχω φάρμακα, δεν έχω τίποτα, ωχ, ωχ» περνάει αεροπλάνο, τσιρίζεις τόσο δυνατά που δεν το ακούς, «άδικο να πεθάνω μόνος εδώ, έχω τόσα όνειρα, μόνο να με έσωζε κάποιος, γιατί, γιατί, γιατί», περνάνε πίσω σου 3 ποδηλάτες και 4 που κάνουν τζόκινγκ, χτυπιέσαι, δεν τους είδες, «όχι, όχι, όχι, ορκίζομαι να μην ξαναγκρινιάξω, να μην ξαναπαραπονεθώ, μόνο ας με σώσει κάποιος, αχ λιποθυμάω, δε μπορώ, χάνω τις δυνάμεις μου, θα πνιγώ, αχ γιατί, γιατί, τι έκανα» περνάει ένα τζιπ με ναυαγοσώστες, κόβουν ταχύτητα, σε κοιτούν, κατεβαίνει ένας, έρχεται προς το μέρος σου και σου ρίχνει μία ανάποδη που πέφτεις μέσα στο νερό. Την ώρα που τρως την ανάποδη, ακούς μπερδεμένα μέσα από τις τσιρίδες σου «Σκάσε ρε μαλάκα, δεν αφήνεις τον κόσμο να κάνει μπάνιο με την ησυχία του». Πέφτεις μέσα στο νερό με φόρα και λίγο πριν πνιγείς, βλέπεις μια πόλη πίσω από την παραλία και πολλούς ανθρώπους να κάθονται ήρεμοι στην αμμουδιά.
2.
Σε σπρώχνει κάποιος δυνατά, πέφτεις πάνω σε μια πόρτα, την ανοίγει το βάρος σου με δύναμη και βρίσκεσαι μέσα στη μεγαλύτερη αίθουσα ενός Μεγάρου Μουσικής. Η αίθουσα είναι γεμάτη από κόσμο. Εσύ κοιτάς σαστισμένη. Ξαφνικά ένας προβολέας σε τυφλώνει. Κρύβεις τα μάτια με την ανάποδη της παλάμης σου και προσπαθείς να δεις μέσα από τα δάχτυλά σου. Ο κόσμος αρχίζει να χειροκροτεί. Σηκώνονται όλοι όρθιοι. Αναρωτιέσαι ποιον χειροκροτούν και ταυτόχρονα σκέφτεσαι αν φαίνονται τα παχάκια σου που είσαι όρθια. Πρέπει να κάτσεις. Μα τι κάνεις εσύ εκεί; Τότε, ακούς «ελάτε» και κάποιος σε καθοδηγεί προς τη σκηνή. Το χειροκρότημα δυναμώνει περισσότερο. Αρχίζεις να τρέμεις από φόβο. Το απαλό χέρι στην πλάτη σου χάνεται και περπατάς μόνη σου προς τα σκαλάκια της σκηνής χωρίς να μπορείς να κάνεις πίσω. Μια ορχήστρα είναι μπροστά από τη σκηνή. Νομίζεις πως θα λιποθυμήσεις. Ανεβαίνεις πάνω. Οι προβολείς σε τυφλώνουν. Κοιτάς δεξιά, κανείς. Αριστερά, κανείς. Είσαι μόνη σου εκεί πάνω. Τα χειροκροτήματα σταματούν. Απόλυτη σιγή. Τα πόδια σου κόβονται. Ξαφνικά θυμάσαι αχνά τους δασκάλους της ζωής σου που σου είχαν πει πως «μπορείς». Προσπαθείς να πάρεις κουράγιο από αυτή τη σκέψη αλλά δε μπορείς να θυμηθείς τί μπορείς. Απόλυτη σιγή από κάτω. Σκύβεις στο μικρόφωνο και λες «Καλησπέρα. Δεν ξέρω τι ήρθα να κάνω εδώ». Ακούγονται ευγενικά, χαμηλόφωνα γέλια. Σκέφτεσαι πως μάλλον πρέπει να τραγουδήσεις. Ξεκινάς. «Μαύρη μου έχεις κάνει τη ζωή μου μαύρη... moi je t’aime, moi je t’aime, mon amour touzours la meme»...
3.
Σε σπρώχνουν. Αντιδράς. Ανοίγουν κάτι τεράστιες πόρτες. Σε σπρώχνουν με τόση δύναμη που καταλήγεις μπρούμυτα στο έδαφος. Χώμα. Φτύνεις. Ανασηκώνεσαι στις παλάμες σου και κοιτάς μπροστά. Τι είναι εδώ; Μια αρένα. Σηκώνεις τα μάτια ψηλά και βλέπεις κόσμο ολόγυρα στις κερκίδες. Δεν καταλαβαίνεις. Ο ήλιος σε τυφλώνει. Σηκώνεσαι. Ο κόσμος αρχίζει να φωνάζει πολύ έντονα. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε. Κοιτάζεσαι. Κοιτάς γύρω σου. Μόνος μέσα στην αρένα, σχεδόν γυμνός, με ρούχα που καλύπτουν μόνο την περιοχή των γεννητικών σου οργάνων. Δίπλα σου, ένα σπαθί και μία ασπίδα. Τα κοιτάς. Τι γίνεται; Κοιτάς που είναι οι πόρτες και σκέφτεσαι ότι μάλλον έγινε κάποιο λάθος. Πας προς τις πόρτες και φωνάζεις «συγνώμη, μπορώ να βγω;» Καμία απάντηση. Εκτός από ένα βρυχηθμό. Γυρίζεις έντρομος και είναι αυτό που φαντάστηκες. Ένα λιοντάρι βρυχάται μπροστά σου. Η ασπίδα και το σπαθί καμιά πενηνταριά μέτρα πιο κει και συ, σε μια αρένα με ένα λιοντάρι. Σκέφτεσαι «τελείωσα». Σκέφτεσαι «όμως είμαι γυμνασμένος. Μήπως μπορώ να το νικήσω; Γιατί είμαι εδώ;» το λιοντάρι βρυχάται. Παγώνεις. Το λιοντάρι με υπέροχα, ανάλαφρα βήματα, σε πλησιάζει. Θυμάσαι τους δασκάλους σου: «μπορείς». Τρέχεις προς την ασπίδα και το σπαθί. Το λιοντάρι πηδάει πάνω σου και σε προλαβαίνει.
4.
«Μπορείς». «Μπορώ;» «Βεβαίως και μπορείς. Πήγαινε». Πάνω από 20 άτομα βγάζουν το τεράστιο ξύλο που σφαλίζει την πύλη. Η πόρτα ανοίγει και βγαίνεις. Ομίχλη. Σκέφτεσαι γιατί βγήκες. Είναι λίγο αφιλόξενα εδώ έξω. Δε βλέπεις και τίποτα με τόση ομίχλη. Με έντονο τρίξιμο, η πόρτα κλείνει πίσω σου. Ακούς το τεράστιο ξύλο-σύρτη να τη σφαλίζει. Σκέφτεσαι γιατί είσαι μόνος σου εκεί έξω. Γιατί «μπορείς». Η ομίχλη, αρχίζει να φεύγει. Τότε βλέπεις. Εκατομμύρια τέρατα με σιδερένιες στολές και τρομακτικά ξίφη με δυο λεπίδες, στέκονται μπροστά σου. Φτάνουν έως εκεί που φτάνει το μάτι σου. Γελάς. Σκέφτεσαι πως κάνει ζέστη και πως είναι οφθαλμαπάτη. Δεν είναι δυνατόν να έβγαλαν εσένα το φλώρο εκεί με τόσους στρατιώτες-δολοφόνους. Ένα τέρας από αυτά, προχωράει δυο βήματα μπροστά. Συνειδητοποιείς πως δεν είναι ψέμα. Κάνεις δυο βήματα πίσω, γυρνάς προς την πόρτα και αρχίζεις να βαράς να σου ανοίξουν. Δεν σου ανοίγουν.
1.
Η παραλία είναι υπέροχη. Η θάλασσα λάδι. Ο ήλιος λαμπερός. Πουλιά τραγουδούν. Λουλούδια μοσχομυρίζουν. Στέκεσαι μέσα στη θάλασσα. Αρχίζεις να χτυπάς τα πόδια σου στην άμμο και τη θάλασσα με τα χέρια σου. Σηκώνεις άμμο και κύμα. Φωνάζεις, κλαις, χτυπιέσαι με μάτια κλειστά και γροθιές ενωμένες. «Που είμαι, που βρίσκομαι, τι θα γίνω, τι θα κάνω, που να πάω, δεν ξέρω τίποτα», ένα καραβάκι περνάει, χτυπιέσαι, δεν το είδες... σαν να άκουσες όμως κάτι. Σκουπίζεις τα δάκρυα από τα μάτια σου με την ανάποδη της παλάμης σου και κοιτάς μπροστά. Είναι όλα θολά. Δικαιολογημένα. Πώς να μην είναι; Δάκρυα, θάλασσα, τσούζουν τα μάτια, δεν βλέπουν καλά. Τα τρίβεις με δύναμη. «Έχεις πολύ όμορφα μάτια, δεν κάνει να τα τρίβεις...» Γυρίζεις και βλέπεις το πιο όμορφο πρόσωπο που έχεις δει ποτέ στη ζωή σου. «Καλά σου λέει, μην το κάνεις. Έλα να κολυμπήσεις μαζί μας! Τόση ώρα που χτυπιέσαι, δε σε βλέπαμε», λέει ένα άλλο, χαρούμενο πρόσωπο, που εμφανίστηκε μέσα από τη θάλασσα χαμογελαστό. «Ούτε εγώ σας έβλεπα», λες και πέφτεις στο νερό κολυμπώντας μαζί τους ευτυχισμένος.
2.
Σε σπρώχνει κάποιος δυνατά, πέφτεις πάνω σε μια πόρτα, την ανοίγει το βάρος σου με δύναμη και βρίσκεσαι μέσα στη μεγαλύτερη αίθουσα ενός Μεγάρου Μουσικής. Η αίθουσα είναι γεμάτη από κόσμο. Εσύ κοιτάς σαστισμένη. Ξαφνικά ένας προβολέας σε τυφλώνει. Κρύβεις τα μάτια με την ανάποδη της παλάμης σου και προσπαθείς να δεις μέσα από τα δάχτυλά σου. Ο κόσμος αρχίζει να χειροκροτεί. Σηκώνονται όλοι όρθιοι. Αναρωτιέσαι ποιον χειροκροτούν και ταυτόχρονα σκέφτεσαι αν φαίνονται τα παχάκια σου που είσαι όρθια. Ακουμπάς μηχανικά την κοιλιά σου και νιώθεις τα ρούχα σου. Κοιτάζεσαι και βλέπεις πως φοράς ένα εκπληκτικό θεατρικό κουστούμι. Πρέπει να κάτσεις. Είναι σίγουρο πως θα λιποθυμήσεις. Ξαφνικά σκέφτεσαι πως είσαι κει και πρέπει να προχωρήσεις. Περπατάς προς τη σκηνή. Τα χειροκροτήματα δυναμώνουν. Μέσα σου έχεις λιώσει από φόβο. Προς αντίδραση, ορθώνεις το ανάστημά σου και προχωράς. Πλησιάζεις τη σκηνή. Πανέμορφα σκηνικά το στολίζουν. Προσπερνάς μια ορχήστρα. Ανεβαίνεις. Ο φόβος σουβλίζει το στομάχι σου. Χαμογελάς. Τα χειροκροτήματα σταματούν. Πλησιάζεις το μικρόφωνο και λες «Θα σας παίξουμε την Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ σε τέσσερις πράξεις, πάνω σε λιμπρέτο των Μεϊλάκ και Χαλεβύ, βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα Προσπέρ Μεριμέ. Ελπίζουμε να το απολαύσετε». Χαλασμός από χειροκροτήματα. Μερικές μέρες μετά, είπαν πως ήταν η ωραιότερη ερμηνεία της Κάρμεν που είχαν δει ποτέ.
3.
Σε σπρώχνουν. Αντιδράς. Ανοίγουν κάτι τεράστιες πόρτες. Σε σπρώχνουν με τόση δύναμη που καταλήγεις μπρούμυτα στο έδαφος. Χώμα. Φτύνεις. Ανασηκώνεσαι στις παλάμες σου και κοιτάς μπροστά. Τι είναι εδώ; Μια αρένα. Σηκώνεις τα μάτια ψηλά και βλέπεις κόσμο ολόγυρα στις κερκίδες. Δεν καταλαβαίνεις. Ο ήλιος σε τυφλώνει. Σηκώνεσαι. Ο κόσμος αρχίζει να φωνάζει πολύ έντονα. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε. Μισοκλείνεις τα μάτια να δεις καθαρότερα και συγκεντρώνεσαι να ακούσεις.
«Ζωντανός ή Νεκρός» μουρμουρίζεις μέσα από τα δόντια σου. Κοιτάζεσαι. Μόνος μέσα στην αρένα, σχεδόν γυμνός, με ρούχα που καλύπτουν μόνο την περιοχή των γεννητικών σου οργάνων. Δίπλα σου, ένα σπαθί και μία ασπίδα. Τα κοιτάς. Τα πιάνεις. Είναι πολύ βαριά. Τα σηκώνεις και τα κρατάς γερά. Για μια στιγμή, αναρωτιέσαι πως ξέρεις να τα πιάνεις αλλά διώχνεις τη σκέψη. Ένα λιοντάρι βρυχάται μπροστά σου. Θυμάσαι: «Μπορείς». Ορμάς πάνω του και ορμάει πάνω σου. Το σπαθί σου μπαίνει στο ορθάνοιχτο στόμα του και φτάνει μέχρι τα σωθικά του.
4.
«Μπορώ;» «Βεβαίως και μπορείς. Πήγαινε». Πάνω από 20 άτομα βγάζουν το τεράστιο ξύλο που σφαλίζει την πύλη. Η πόρτα ανοίγει και βγαίνεις. Ομίχλη. Σκέφτεσαι γιατί βγήκες. Είναι λίγο αφιλόξενα εδώ έξω. Δε βλέπεις και τίποτα με τόση ομίχλη. Με έντονο τρίξιμο, η πόρτα κλείνει πίσω σου. Ακούς το τεράστιο ξύλο-σύρτη να τη σφαλίζει. Η ομίχλη, αρχίζει να φεύγει. Τότε βλέπεις. Εκατομμύρια τέρατα με σιδερένιες στολές και τρομακτικά ξίφη με δυο λεπίδες, στέκονται μπροστά σου. Φτάνουν έως εκεί που φτάνει το μάτι σου. Γελάς γιατί αρχίζεις να θυμάσαι. Ένα τέρας από αυτά, προχωράει δυο βήματα μπροστά. Εσύ στέκεσαι αγέρωχος εκεί που στέκεσαι, σηκώνεις ψηλά το ακόντιό σου και φωνάζεις το σύνθημα. Χιλιάδες σύμμαχοι ξεχύνονται από τα βουνά, έτοιμοι να κατασπαράξουν τον εχθρό μαζί σου. Γελάς.
Η παραλία είναι υπέροχη. Η θάλασσα λάδι. Ο ήλιος λαμπερός. Πουλιά τραγουδούν. Λουλούδια μοσχομυρίζουν. Στέκεσαι μέσα στη θάλασσα. Αρχίζεις να χτυπάς τα πόδια σου στην άμμο και τη θάλασσα με τα χέρια σου. Σηκώνεις άμμο και κύμα. Φωνάζεις, κλαις, χτυπιέσαι με μάτια κλειστά και γροθιές ενωμένες. «Που είμαι, που βρίσκομαι, τι θα γίνω, τι θα κάνω, που να πάω, δεν ξέρω τίποτα», ένα καραβάκι περνάει, χτυπιέσαι, δεν το είδες, «ποιος θα με βοηθήσει, δεν είναι κανείς εδώ, θα πεθάνω από πείνα, από δίψα, θα με φάνε τα ψάρια, θα πνιγώ λίγο πριν έρθουν να με σώσουν», περνάει ένα σκάφος, χτυπιέσαι δεν το είδες, «τι κρίμα, είμαι τόσο νέος, ήθελα να κάνω τόσα πράγματα στη ζωή, τώρα δε θα προλάβω να καταφέρω τίποτα, δε μπορώ, δε μπορώ, Θεέ μου βοήθησέ με, μη μ’ αφήνεις μόνο στην ερημιά», περνάνε 3-4 σέρφερς, χτυπιέσαι, δεν τους είδες, «αχ ορίστε αρχίζω να κουράζομαι, αχ τι είναι αυτό, τσούχτρα, ωχ αν με τσιμπήσει τι θα κάνω, δεν έχω φάρμακα, δεν έχω τίποτα, ωχ, ωχ» περνάει αεροπλάνο, τσιρίζεις τόσο δυνατά που δεν το ακούς, «άδικο να πεθάνω μόνος εδώ, έχω τόσα όνειρα, μόνο να με έσωζε κάποιος, γιατί, γιατί, γιατί», περνάνε πίσω σου 3 ποδηλάτες και 4 που κάνουν τζόκινγκ, χτυπιέσαι, δεν τους είδες, «όχι, όχι, όχι, ορκίζομαι να μην ξαναγκρινιάξω, να μην ξαναπαραπονεθώ, μόνο ας με σώσει κάποιος, αχ λιποθυμάω, δε μπορώ, χάνω τις δυνάμεις μου, θα πνιγώ, αχ γιατί, γιατί, τι έκανα» περνάει ένα τζιπ με ναυαγοσώστες, κόβουν ταχύτητα, σε κοιτούν, κατεβαίνει ένας, έρχεται προς το μέρος σου και σου ρίχνει μία ανάποδη που πέφτεις μέσα στο νερό. Την ώρα που τρως την ανάποδη, ακούς μπερδεμένα μέσα από τις τσιρίδες σου «Σκάσε ρε μαλάκα, δεν αφήνεις τον κόσμο να κάνει μπάνιο με την ησυχία του». Πέφτεις μέσα στο νερό με φόρα και λίγο πριν πνιγείς, βλέπεις μια πόλη πίσω από την παραλία και πολλούς ανθρώπους να κάθονται ήρεμοι στην αμμουδιά.
2.
Σε σπρώχνει κάποιος δυνατά, πέφτεις πάνω σε μια πόρτα, την ανοίγει το βάρος σου με δύναμη και βρίσκεσαι μέσα στη μεγαλύτερη αίθουσα ενός Μεγάρου Μουσικής. Η αίθουσα είναι γεμάτη από κόσμο. Εσύ κοιτάς σαστισμένη. Ξαφνικά ένας προβολέας σε τυφλώνει. Κρύβεις τα μάτια με την ανάποδη της παλάμης σου και προσπαθείς να δεις μέσα από τα δάχτυλά σου. Ο κόσμος αρχίζει να χειροκροτεί. Σηκώνονται όλοι όρθιοι. Αναρωτιέσαι ποιον χειροκροτούν και ταυτόχρονα σκέφτεσαι αν φαίνονται τα παχάκια σου που είσαι όρθια. Πρέπει να κάτσεις. Μα τι κάνεις εσύ εκεί; Τότε, ακούς «ελάτε» και κάποιος σε καθοδηγεί προς τη σκηνή. Το χειροκρότημα δυναμώνει περισσότερο. Αρχίζεις να τρέμεις από φόβο. Το απαλό χέρι στην πλάτη σου χάνεται και περπατάς μόνη σου προς τα σκαλάκια της σκηνής χωρίς να μπορείς να κάνεις πίσω. Μια ορχήστρα είναι μπροστά από τη σκηνή. Νομίζεις πως θα λιποθυμήσεις. Ανεβαίνεις πάνω. Οι προβολείς σε τυφλώνουν. Κοιτάς δεξιά, κανείς. Αριστερά, κανείς. Είσαι μόνη σου εκεί πάνω. Τα χειροκροτήματα σταματούν. Απόλυτη σιγή. Τα πόδια σου κόβονται. Ξαφνικά θυμάσαι αχνά τους δασκάλους της ζωής σου που σου είχαν πει πως «μπορείς». Προσπαθείς να πάρεις κουράγιο από αυτή τη σκέψη αλλά δε μπορείς να θυμηθείς τί μπορείς. Απόλυτη σιγή από κάτω. Σκύβεις στο μικρόφωνο και λες «Καλησπέρα. Δεν ξέρω τι ήρθα να κάνω εδώ». Ακούγονται ευγενικά, χαμηλόφωνα γέλια. Σκέφτεσαι πως μάλλον πρέπει να τραγουδήσεις. Ξεκινάς. «Μαύρη μου έχεις κάνει τη ζωή μου μαύρη... moi je t’aime, moi je t’aime, mon amour touzours la meme»...
3.
Σε σπρώχνουν. Αντιδράς. Ανοίγουν κάτι τεράστιες πόρτες. Σε σπρώχνουν με τόση δύναμη που καταλήγεις μπρούμυτα στο έδαφος. Χώμα. Φτύνεις. Ανασηκώνεσαι στις παλάμες σου και κοιτάς μπροστά. Τι είναι εδώ; Μια αρένα. Σηκώνεις τα μάτια ψηλά και βλέπεις κόσμο ολόγυρα στις κερκίδες. Δεν καταλαβαίνεις. Ο ήλιος σε τυφλώνει. Σηκώνεσαι. Ο κόσμος αρχίζει να φωνάζει πολύ έντονα. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε. Κοιτάζεσαι. Κοιτάς γύρω σου. Μόνος μέσα στην αρένα, σχεδόν γυμνός, με ρούχα που καλύπτουν μόνο την περιοχή των γεννητικών σου οργάνων. Δίπλα σου, ένα σπαθί και μία ασπίδα. Τα κοιτάς. Τι γίνεται; Κοιτάς που είναι οι πόρτες και σκέφτεσαι ότι μάλλον έγινε κάποιο λάθος. Πας προς τις πόρτες και φωνάζεις «συγνώμη, μπορώ να βγω;» Καμία απάντηση. Εκτός από ένα βρυχηθμό. Γυρίζεις έντρομος και είναι αυτό που φαντάστηκες. Ένα λιοντάρι βρυχάται μπροστά σου. Η ασπίδα και το σπαθί καμιά πενηνταριά μέτρα πιο κει και συ, σε μια αρένα με ένα λιοντάρι. Σκέφτεσαι «τελείωσα». Σκέφτεσαι «όμως είμαι γυμνασμένος. Μήπως μπορώ να το νικήσω; Γιατί είμαι εδώ;» το λιοντάρι βρυχάται. Παγώνεις. Το λιοντάρι με υπέροχα, ανάλαφρα βήματα, σε πλησιάζει. Θυμάσαι τους δασκάλους σου: «μπορείς». Τρέχεις προς την ασπίδα και το σπαθί. Το λιοντάρι πηδάει πάνω σου και σε προλαβαίνει.
4.
«Μπορείς». «Μπορώ;» «Βεβαίως και μπορείς. Πήγαινε». Πάνω από 20 άτομα βγάζουν το τεράστιο ξύλο που σφαλίζει την πύλη. Η πόρτα ανοίγει και βγαίνεις. Ομίχλη. Σκέφτεσαι γιατί βγήκες. Είναι λίγο αφιλόξενα εδώ έξω. Δε βλέπεις και τίποτα με τόση ομίχλη. Με έντονο τρίξιμο, η πόρτα κλείνει πίσω σου. Ακούς το τεράστιο ξύλο-σύρτη να τη σφαλίζει. Σκέφτεσαι γιατί είσαι μόνος σου εκεί έξω. Γιατί «μπορείς». Η ομίχλη, αρχίζει να φεύγει. Τότε βλέπεις. Εκατομμύρια τέρατα με σιδερένιες στολές και τρομακτικά ξίφη με δυο λεπίδες, στέκονται μπροστά σου. Φτάνουν έως εκεί που φτάνει το μάτι σου. Γελάς. Σκέφτεσαι πως κάνει ζέστη και πως είναι οφθαλμαπάτη. Δεν είναι δυνατόν να έβγαλαν εσένα το φλώρο εκεί με τόσους στρατιώτες-δολοφόνους. Ένα τέρας από αυτά, προχωράει δυο βήματα μπροστά. Συνειδητοποιείς πως δεν είναι ψέμα. Κάνεις δυο βήματα πίσω, γυρνάς προς την πόρτα και αρχίζεις να βαράς να σου ανοίξουν. Δεν σου ανοίγουν.
1.
Η παραλία είναι υπέροχη. Η θάλασσα λάδι. Ο ήλιος λαμπερός. Πουλιά τραγουδούν. Λουλούδια μοσχομυρίζουν. Στέκεσαι μέσα στη θάλασσα. Αρχίζεις να χτυπάς τα πόδια σου στην άμμο και τη θάλασσα με τα χέρια σου. Σηκώνεις άμμο και κύμα. Φωνάζεις, κλαις, χτυπιέσαι με μάτια κλειστά και γροθιές ενωμένες. «Που είμαι, που βρίσκομαι, τι θα γίνω, τι θα κάνω, που να πάω, δεν ξέρω τίποτα», ένα καραβάκι περνάει, χτυπιέσαι, δεν το είδες... σαν να άκουσες όμως κάτι. Σκουπίζεις τα δάκρυα από τα μάτια σου με την ανάποδη της παλάμης σου και κοιτάς μπροστά. Είναι όλα θολά. Δικαιολογημένα. Πώς να μην είναι; Δάκρυα, θάλασσα, τσούζουν τα μάτια, δεν βλέπουν καλά. Τα τρίβεις με δύναμη. «Έχεις πολύ όμορφα μάτια, δεν κάνει να τα τρίβεις...» Γυρίζεις και βλέπεις το πιο όμορφο πρόσωπο που έχεις δει ποτέ στη ζωή σου. «Καλά σου λέει, μην το κάνεις. Έλα να κολυμπήσεις μαζί μας! Τόση ώρα που χτυπιέσαι, δε σε βλέπαμε», λέει ένα άλλο, χαρούμενο πρόσωπο, που εμφανίστηκε μέσα από τη θάλασσα χαμογελαστό. «Ούτε εγώ σας έβλεπα», λες και πέφτεις στο νερό κολυμπώντας μαζί τους ευτυχισμένος.
2.
Σε σπρώχνει κάποιος δυνατά, πέφτεις πάνω σε μια πόρτα, την ανοίγει το βάρος σου με δύναμη και βρίσκεσαι μέσα στη μεγαλύτερη αίθουσα ενός Μεγάρου Μουσικής. Η αίθουσα είναι γεμάτη από κόσμο. Εσύ κοιτάς σαστισμένη. Ξαφνικά ένας προβολέας σε τυφλώνει. Κρύβεις τα μάτια με την ανάποδη της παλάμης σου και προσπαθείς να δεις μέσα από τα δάχτυλά σου. Ο κόσμος αρχίζει να χειροκροτεί. Σηκώνονται όλοι όρθιοι. Αναρωτιέσαι ποιον χειροκροτούν και ταυτόχρονα σκέφτεσαι αν φαίνονται τα παχάκια σου που είσαι όρθια. Ακουμπάς μηχανικά την κοιλιά σου και νιώθεις τα ρούχα σου. Κοιτάζεσαι και βλέπεις πως φοράς ένα εκπληκτικό θεατρικό κουστούμι. Πρέπει να κάτσεις. Είναι σίγουρο πως θα λιποθυμήσεις. Ξαφνικά σκέφτεσαι πως είσαι κει και πρέπει να προχωρήσεις. Περπατάς προς τη σκηνή. Τα χειροκροτήματα δυναμώνουν. Μέσα σου έχεις λιώσει από φόβο. Προς αντίδραση, ορθώνεις το ανάστημά σου και προχωράς. Πλησιάζεις τη σκηνή. Πανέμορφα σκηνικά το στολίζουν. Προσπερνάς μια ορχήστρα. Ανεβαίνεις. Ο φόβος σουβλίζει το στομάχι σου. Χαμογελάς. Τα χειροκροτήματα σταματούν. Πλησιάζεις το μικρόφωνο και λες «Θα σας παίξουμε την Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ σε τέσσερις πράξεις, πάνω σε λιμπρέτο των Μεϊλάκ και Χαλεβύ, βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα Προσπέρ Μεριμέ. Ελπίζουμε να το απολαύσετε». Χαλασμός από χειροκροτήματα. Μερικές μέρες μετά, είπαν πως ήταν η ωραιότερη ερμηνεία της Κάρμεν που είχαν δει ποτέ.
3.
Σε σπρώχνουν. Αντιδράς. Ανοίγουν κάτι τεράστιες πόρτες. Σε σπρώχνουν με τόση δύναμη που καταλήγεις μπρούμυτα στο έδαφος. Χώμα. Φτύνεις. Ανασηκώνεσαι στις παλάμες σου και κοιτάς μπροστά. Τι είναι εδώ; Μια αρένα. Σηκώνεις τα μάτια ψηλά και βλέπεις κόσμο ολόγυρα στις κερκίδες. Δεν καταλαβαίνεις. Ο ήλιος σε τυφλώνει. Σηκώνεσαι. Ο κόσμος αρχίζει να φωνάζει πολύ έντονα. Δεν καταλαβαίνεις τι λένε. Μισοκλείνεις τα μάτια να δεις καθαρότερα και συγκεντρώνεσαι να ακούσεις.
«Ζωντανός ή Νεκρός» μουρμουρίζεις μέσα από τα δόντια σου. Κοιτάζεσαι. Μόνος μέσα στην αρένα, σχεδόν γυμνός, με ρούχα που καλύπτουν μόνο την περιοχή των γεννητικών σου οργάνων. Δίπλα σου, ένα σπαθί και μία ασπίδα. Τα κοιτάς. Τα πιάνεις. Είναι πολύ βαριά. Τα σηκώνεις και τα κρατάς γερά. Για μια στιγμή, αναρωτιέσαι πως ξέρεις να τα πιάνεις αλλά διώχνεις τη σκέψη. Ένα λιοντάρι βρυχάται μπροστά σου. Θυμάσαι: «Μπορείς». Ορμάς πάνω του και ορμάει πάνω σου. Το σπαθί σου μπαίνει στο ορθάνοιχτο στόμα του και φτάνει μέχρι τα σωθικά του.
4.
«Μπορώ;» «Βεβαίως και μπορείς. Πήγαινε». Πάνω από 20 άτομα βγάζουν το τεράστιο ξύλο που σφαλίζει την πύλη. Η πόρτα ανοίγει και βγαίνεις. Ομίχλη. Σκέφτεσαι γιατί βγήκες. Είναι λίγο αφιλόξενα εδώ έξω. Δε βλέπεις και τίποτα με τόση ομίχλη. Με έντονο τρίξιμο, η πόρτα κλείνει πίσω σου. Ακούς το τεράστιο ξύλο-σύρτη να τη σφαλίζει. Η ομίχλη, αρχίζει να φεύγει. Τότε βλέπεις. Εκατομμύρια τέρατα με σιδερένιες στολές και τρομακτικά ξίφη με δυο λεπίδες, στέκονται μπροστά σου. Φτάνουν έως εκεί που φτάνει το μάτι σου. Γελάς γιατί αρχίζεις να θυμάσαι. Ένα τέρας από αυτά, προχωράει δυο βήματα μπροστά. Εσύ στέκεσαι αγέρωχος εκεί που στέκεσαι, σηκώνεις ψηλά το ακόντιό σου και φωνάζεις το σύνθημα. Χιλιάδες σύμμαχοι ξεχύνονται από τα βουνά, έτοιμοι να κατασπαράξουν τον εχθρό μαζί σου. Γελάς.
Παρασκευή 18 Μαΐου 2007
Τρίψου και θα δεις πασχαλίτσα.
Γι’ άλλο πράγμα ξεκίνησα το ποστ και γι’ άλλο κατέληξε. Όσο έγραφα, το κεντρικό θέμα έφυγε από την πορεία του κι έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι να φάει καμιά μπουγάτσα, να πιει και κανά καφέ, βαρέθηκε κι είπε να μείνει εκεί. Άρα, δε μου μένει παρά να μιλήσω για το τρίψιμο και άλλες εικόνες από τα ΜΜΜ που τόσο μου τη δίνουν. Τόσοι άνθρωποι μαζεμένοι σε ένα κλουβί, δεν μπορείς παρά να τους φας στη μάπα. Είμαι που είμαι παρατηρητική, άμα με βάλεις και σε κλουβί, παθαίνω υπερπληροφόρηση. Τους κοιτάω όλους, όσους μπορώ δηλαδή, δεν κάνω και βόλτα μέσα στα λεωφορεία να τριφτώ με όλους, έλεος, και παρατηρώ φάτσες, συμπεριφορές, χέρια, μάτια, παπούτσια, ύφος, ότι μου φανεί ενδιαφέρον. Μόνο όταν κάτσω σε θέση δίπλα σε παράθυρο τους έχω όλους χεσμένους. Τότε σκέφτομαι ότι να’ ναι και η ώρα περνάει μέλι. Εκτός αν μου τη σπάσει κανείς και γυρίσω προς το κλουβί. Είναι να μη γυρίσω τη ματιά. Άμα την γυρίσω, πέφτουν οι τίτλοι και αρχίζει το έργο.
Σήμερα επιβεβαίωσα πως ο κόσμος, έχει μια μανία να κωλοτρίβεται στα ΜΜΜ. Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Δε σιχαίνονται; Γουστάρουν να τρίβονται στις μασχάλες, στους αγκώνες και στα μαλλιά του καθένα; Και που ξέρεις ρε συ πότε έκανα μπάνιο τελευταία φορά; Ξέρεις αν έχω ψείρες; Αν έχω δερματικά που κολλάνε; Όχι. Τι τρίβεσαι λοιπόν; Τα λέω αυτά γιατί είναι απίθανο να σκεφτούν πως μπορεί να ενοχλούν εσένα. Τι πράμα είναι αυτό; Σήμερα το πρωί, δύο περιστατικά μου έτυχαν και πάλι δε μου λύθηκε η απορία για την ανωμαλία που βαράνε. Ήμουν στο λεωφορείο και στεκόμουν όμορφα και ωραία στη γωνιά μου. Έμπαινε κόσμος, πήγαινε δεξιά αριστερά. Είχε χώρο πολύ, ήταν και διπλό το λεωφορείο. Έρχεται λοιπόν μια κοπέλα και στήνεται δίπλα μου ενώ από την άλλη πλευρά είχε χώρο για 3 άτομα, αυτή δίπλα μου, εκεί της άρεσε. Κρατιέται από τη χειρολαβή και στοχεύει το μάτι μου με τον αγκώνα της. Όσο κουνιόταν το λεωφορείο, τόσο πηγαινοερχόταν ο αγκώνας της κοντά στο μάτι μου, μακριά από το μάτι μου, κοντά στο μάτι μου, μακριά από το μάτι μου. Μου’ ρθε να της πω να πάει πιο κει αλλά τελικά μετακινήθηκα εγώ. Τι έκανε; Έκατσε στη θέση μου! Προφανώς είχα πιάσει τη γνωστή σε όλους «φανταστική γωνία στο λεωφορείο». Ποια είναι αυτή; Έλα μου ντε! Ίσως είναι, «αυτή που κάθεται ο άλλος»!
Αργότερα, σε άλλο ΜΜΜ, σε τρόλεϊ, περίμενα κοντά στην πόρτα, να φτάσει η στάση να κατέβω. Πίσω μου, μια κοπέλα. Ακουμπούσε τα βυζιά της στην πλάτη μου. Σύγχυση εγώ. Πάω μισό βήμα πιο μπροστά, έρχεται, τα ξαναβάζει στην πλάτη μου. Πάω μισό βήμα πιο μπροστά, έρχεται και πάλι, κι όπως κουνιόταν το λεωφορείο κουνιόταν κι αυτή με τα βυζιά και αισθανόμουν σα να είμαι ο μαυροπίνακας και δυο σφουγγάρια να σβήνουν την κιμωλία. Δεξιά αριστερά δεξιά αριστερά φλοπ φλοπ. Εντωμεταξύ, δεν είμαι άντρας να γουστάρω. Σιχαίνομαι κι εκνευρίζομαι. «Συγνώμη δεσποινίς, είστε μαλακισμένη; Γιατί τρίβετε τα βυζιά σας στην πλάτη μου; Τι είδους ανωμαλία είναι αυτή;» Δεν είπα τίποτα, κατέβηκα.
Πέρα από το τρίψιμο, είδα και μια άλλη μαλακισμένη που μου’ ρθε να την πλακώσω. Μπαίνει μαζί με τον μαλάκα τον άντρα της, ένα μαλάκα ξινομούνη και την έβλεπα, έκανε κρα για θέση. Είχε κάτι σπαστικό πάνω της, κάτι νευρωτικό. Απότομες, σπαστικές κινήσεις, χαμόγελα που έρχονται και φεύγουν και μιλούσε με τρομερή γλύκα στον άντρα της. Αυτός, στο μουνί του. Να μην της δίνει σημασία. Εδώ που τα λέμε, αυτός ήθελε τις κλωτσές μάλλον αλλά τέλος πάντων. Ακουμπάει η τρελή με το μαλάκα κάπου. Κάποια φάση, μπαίνει μια έγκυος. Μια κοπέλα που καθόταν και την έβλεπα ώρα να φοράει τα μαύρα γυαλιά της και πίσω από αυτά να κλαίει, αλλά δεν είμαι σίγουρη, είχε πάντως πολύ λυπημένη έκφραση και μάτια δακρυσμένα όσο φαινόταν, βλέπει την έγκυο, σηκώνεται και της προτείνει τη θέση. Την ώρα που η έγκυος αρνείται, η τρελή ήδη έχει γίνει σαν τελικό σίγμα και έχει κάτσει στη θέση της κοπέλας. Μιλάμε, τα πήρα στο κρανίο. Μωρή καριόλα δε σηκώθηκε για σένα το κορίτσι, για την έγκυο σηκώθηκε. Η κοπέλα δεν είπε τίποτα. Έμεινε όρθια. Κάθεται λοιπόν η τρελή και σε κάποια φάση, δείχνει στο μαλάκα τον άντρα της κάτι. Αυτός ούτε που έδωσε σημασία. Εγώ έδωσα. Πάνω στο τζιν της κοπέλας που σηκώθηκε και η μαλάκω της πήρε τη θέση, ήταν μια πασχαλίτσα. Στο ύψος της γάμπας. Η τρελή την έδειχνε με τεντωμένο το χέρι και το δείκτη και αρκετοί άνθρωποι την είδαν (την πασχαλίτσα). Η κοπέλα όρθια, πλάτη, δεν είχε πάρει γραμμή τίποτα και ο μαλάκας ο άντρας της, μαλάκας παρέμεινε. Την είχε γραμμένη. Λένε πως είναι γούρι, τύχη, αν έρθει μια πασχαλίτσα και κάτσει πάνω σου. Είναι και πολύ όμορφες. Μου άρεσε λοιπόν που ήταν στη γάμπα της κοπέλας που μάλλον έκλαιγε και είχε σηκωθεί να κάτσει η έγκυος και δεν είχε πει τίποτα στη τρελή. Ήταν σα να την άξιζε λίγη τύχη. Και κει που έχω μεταφερθεί στον κόσμο των νεραϊδών, των ονείρων και των προκαταλήψεων, η μαλάκω, κάνει έτσι με το εισιτήριο και παίρνει την πασχαλίτσα και τη βάζει στο χέρι της. Αυτό ήταν! Αν ζούσα την εποχή των παραμυθιών, θα πάθαινα σοβαρή φρίκη. Σα να είδα μια μάγισσα να βουτάει την τύχη ενός κοριτσιού. Μιλάμε, από κείνη τη στιγμή και μετά, την κοιτούσα με μίσος την πουτάνα. Ευτυχώς φορούσα τα γυαλιά ηλίου και δεν πήρε χαμπάρι κανείς τίποτα αλλά λέμε, είχα φρικάρει. Η τρελή, κοιτούσε χαρούμενη την πασχαλίτσα να προχωράει στο χέρι της και σε κάποια φάση, τη βάζει πάνω στο μαλάκα. Αυτός στ’ αρχίδια του. Τίποτα. Δεν πα να ήταν ό,τι θέλει, να φτάσει ήθελε αυτός και να τελειώνει. Κάποια φάση, η πασχαλίτσα ανέβηκε στον ώμο του. Τότε, έκανε μια γρήγορη κίνηση να την αρπάξει, αλλά αμέσως μετάνιωσε. Ίσως σκέφτηκε τις προκαταλήψεις. Και η πασχαλίτσα πέταξε και βγήκε από το παράθυρο. Και η τρελή, που ξαφνικά η πασχαλίτσα χάθηκε από τα μάτια της και δεν πρόλαβε να δει που πήγε, άρχισε να επαναλαμβάνει την ερώτηση στο μαλάκα: «Την είδες; Βγήκε από το παράθυρο; Η πασχαλίτσα. Που πήγε; Βγήκε από το παράθυρο; Βγήκε; Την είδες; Που είναι;» κι αυτός δεν απάντησε. Για την ακρίβεια, ούτε γύρισε να την κοιτάξει. Τι να πω. Ίσως κι αυτή, θλιμμένη προσωπικότητα, έψαχνε για λίγη χαρά... δεν ξέρω. Μου σπάνε τα αρχίδια στα ΜΜΜ.
Σήμερα επιβεβαίωσα πως ο κόσμος, έχει μια μανία να κωλοτρίβεται στα ΜΜΜ. Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Δε σιχαίνονται; Γουστάρουν να τρίβονται στις μασχάλες, στους αγκώνες και στα μαλλιά του καθένα; Και που ξέρεις ρε συ πότε έκανα μπάνιο τελευταία φορά; Ξέρεις αν έχω ψείρες; Αν έχω δερματικά που κολλάνε; Όχι. Τι τρίβεσαι λοιπόν; Τα λέω αυτά γιατί είναι απίθανο να σκεφτούν πως μπορεί να ενοχλούν εσένα. Τι πράμα είναι αυτό; Σήμερα το πρωί, δύο περιστατικά μου έτυχαν και πάλι δε μου λύθηκε η απορία για την ανωμαλία που βαράνε. Ήμουν στο λεωφορείο και στεκόμουν όμορφα και ωραία στη γωνιά μου. Έμπαινε κόσμος, πήγαινε δεξιά αριστερά. Είχε χώρο πολύ, ήταν και διπλό το λεωφορείο. Έρχεται λοιπόν μια κοπέλα και στήνεται δίπλα μου ενώ από την άλλη πλευρά είχε χώρο για 3 άτομα, αυτή δίπλα μου, εκεί της άρεσε. Κρατιέται από τη χειρολαβή και στοχεύει το μάτι μου με τον αγκώνα της. Όσο κουνιόταν το λεωφορείο, τόσο πηγαινοερχόταν ο αγκώνας της κοντά στο μάτι μου, μακριά από το μάτι μου, κοντά στο μάτι μου, μακριά από το μάτι μου. Μου’ ρθε να της πω να πάει πιο κει αλλά τελικά μετακινήθηκα εγώ. Τι έκανε; Έκατσε στη θέση μου! Προφανώς είχα πιάσει τη γνωστή σε όλους «φανταστική γωνία στο λεωφορείο». Ποια είναι αυτή; Έλα μου ντε! Ίσως είναι, «αυτή που κάθεται ο άλλος»!
Αργότερα, σε άλλο ΜΜΜ, σε τρόλεϊ, περίμενα κοντά στην πόρτα, να φτάσει η στάση να κατέβω. Πίσω μου, μια κοπέλα. Ακουμπούσε τα βυζιά της στην πλάτη μου. Σύγχυση εγώ. Πάω μισό βήμα πιο μπροστά, έρχεται, τα ξαναβάζει στην πλάτη μου. Πάω μισό βήμα πιο μπροστά, έρχεται και πάλι, κι όπως κουνιόταν το λεωφορείο κουνιόταν κι αυτή με τα βυζιά και αισθανόμουν σα να είμαι ο μαυροπίνακας και δυο σφουγγάρια να σβήνουν την κιμωλία. Δεξιά αριστερά δεξιά αριστερά φλοπ φλοπ. Εντωμεταξύ, δεν είμαι άντρας να γουστάρω. Σιχαίνομαι κι εκνευρίζομαι. «Συγνώμη δεσποινίς, είστε μαλακισμένη; Γιατί τρίβετε τα βυζιά σας στην πλάτη μου; Τι είδους ανωμαλία είναι αυτή;» Δεν είπα τίποτα, κατέβηκα.
Πέρα από το τρίψιμο, είδα και μια άλλη μαλακισμένη που μου’ ρθε να την πλακώσω. Μπαίνει μαζί με τον μαλάκα τον άντρα της, ένα μαλάκα ξινομούνη και την έβλεπα, έκανε κρα για θέση. Είχε κάτι σπαστικό πάνω της, κάτι νευρωτικό. Απότομες, σπαστικές κινήσεις, χαμόγελα που έρχονται και φεύγουν και μιλούσε με τρομερή γλύκα στον άντρα της. Αυτός, στο μουνί του. Να μην της δίνει σημασία. Εδώ που τα λέμε, αυτός ήθελε τις κλωτσές μάλλον αλλά τέλος πάντων. Ακουμπάει η τρελή με το μαλάκα κάπου. Κάποια φάση, μπαίνει μια έγκυος. Μια κοπέλα που καθόταν και την έβλεπα ώρα να φοράει τα μαύρα γυαλιά της και πίσω από αυτά να κλαίει, αλλά δεν είμαι σίγουρη, είχε πάντως πολύ λυπημένη έκφραση και μάτια δακρυσμένα όσο φαινόταν, βλέπει την έγκυο, σηκώνεται και της προτείνει τη θέση. Την ώρα που η έγκυος αρνείται, η τρελή ήδη έχει γίνει σαν τελικό σίγμα και έχει κάτσει στη θέση της κοπέλας. Μιλάμε, τα πήρα στο κρανίο. Μωρή καριόλα δε σηκώθηκε για σένα το κορίτσι, για την έγκυο σηκώθηκε. Η κοπέλα δεν είπε τίποτα. Έμεινε όρθια. Κάθεται λοιπόν η τρελή και σε κάποια φάση, δείχνει στο μαλάκα τον άντρα της κάτι. Αυτός ούτε που έδωσε σημασία. Εγώ έδωσα. Πάνω στο τζιν της κοπέλας που σηκώθηκε και η μαλάκω της πήρε τη θέση, ήταν μια πασχαλίτσα. Στο ύψος της γάμπας. Η τρελή την έδειχνε με τεντωμένο το χέρι και το δείκτη και αρκετοί άνθρωποι την είδαν (την πασχαλίτσα). Η κοπέλα όρθια, πλάτη, δεν είχε πάρει γραμμή τίποτα και ο μαλάκας ο άντρας της, μαλάκας παρέμεινε. Την είχε γραμμένη. Λένε πως είναι γούρι, τύχη, αν έρθει μια πασχαλίτσα και κάτσει πάνω σου. Είναι και πολύ όμορφες. Μου άρεσε λοιπόν που ήταν στη γάμπα της κοπέλας που μάλλον έκλαιγε και είχε σηκωθεί να κάτσει η έγκυος και δεν είχε πει τίποτα στη τρελή. Ήταν σα να την άξιζε λίγη τύχη. Και κει που έχω μεταφερθεί στον κόσμο των νεραϊδών, των ονείρων και των προκαταλήψεων, η μαλάκω, κάνει έτσι με το εισιτήριο και παίρνει την πασχαλίτσα και τη βάζει στο χέρι της. Αυτό ήταν! Αν ζούσα την εποχή των παραμυθιών, θα πάθαινα σοβαρή φρίκη. Σα να είδα μια μάγισσα να βουτάει την τύχη ενός κοριτσιού. Μιλάμε, από κείνη τη στιγμή και μετά, την κοιτούσα με μίσος την πουτάνα. Ευτυχώς φορούσα τα γυαλιά ηλίου και δεν πήρε χαμπάρι κανείς τίποτα αλλά λέμε, είχα φρικάρει. Η τρελή, κοιτούσε χαρούμενη την πασχαλίτσα να προχωράει στο χέρι της και σε κάποια φάση, τη βάζει πάνω στο μαλάκα. Αυτός στ’ αρχίδια του. Τίποτα. Δεν πα να ήταν ό,τι θέλει, να φτάσει ήθελε αυτός και να τελειώνει. Κάποια φάση, η πασχαλίτσα ανέβηκε στον ώμο του. Τότε, έκανε μια γρήγορη κίνηση να την αρπάξει, αλλά αμέσως μετάνιωσε. Ίσως σκέφτηκε τις προκαταλήψεις. Και η πασχαλίτσα πέταξε και βγήκε από το παράθυρο. Και η τρελή, που ξαφνικά η πασχαλίτσα χάθηκε από τα μάτια της και δεν πρόλαβε να δει που πήγε, άρχισε να επαναλαμβάνει την ερώτηση στο μαλάκα: «Την είδες; Βγήκε από το παράθυρο; Η πασχαλίτσα. Που πήγε; Βγήκε από το παράθυρο; Βγήκε; Την είδες; Που είναι;» κι αυτός δεν απάντησε. Για την ακρίβεια, ούτε γύρισε να την κοιτάξει. Τι να πω. Ίσως κι αυτή, θλιμμένη προσωπικότητα, έψαχνε για λίγη χαρά... δεν ξέρω. Μου σπάνε τα αρχίδια στα ΜΜΜ.
Πέμπτη 17 Μαΐου 2007
Ντου από Παντού.
Είμαι πολύ χαρούμενη. Επιτέλους είδα. Είδα πραγματικά αυτό που συμβαίνει. Το ανακάλυψα. Μα τι γίνεται; Γιατί; Πότε; Όταν; Διότι; Όμως; Δεν ξέρω. Είναι ωραία. Αυτή τη στιγμή έχω ανακαλύψει γύρω στα 22.000 χνούδια τα οποία επιτέλους εμφανίστηκαν. Τόσο καιρό, βρίσκονταν κρυμμένα δεξιά αριστερά, πάνω-κάτω και παντού, αλλά δεν τα έβλεπα. Τώρα, άνοιξα τα μάτια της καρδιάς και τα είδα. Ναι, είναι όμορφα. Είναι οι συγκάτοικοί μου, είναι η παρέα μου. Μερικές φορές το βράδυ όταν φταρνίζομαι, αιωρούνται γύρω μου σαν τα ροδοπέταλα στο American Beauty. Τότε, ξεσκεπάζομαι και όσο αυτά αιωρούνται, κωλοτρίβομαι σαν τη γκόμενα της ταινίας και κάνω μμμμ... μμμμ.. και σηκώνω τα χέρια ψηλά και προσπαθώ να πιάσω τα χνούδια. Όμως αυτά, είναι τόσο ανάλαφρα και ξεφεύγουν από την πορεία τους και χάνονται... και φταρνίζομαι... και γεμίζω μύξες... αλλά δεν μπορώ να σταματήσω το κωλοτρίψιμο και το μμμμ... μμμμ... και τα χέρια ψηλά, μέχρι που με παίρνει ο ύπνος.
Τα χνούδια. Αγαπημένα, λατρεμένα χνούδια, αγαπημένοι φίλοι, σύντροφοι, σας αγαπώ. Όταν ανοίγω τα παντζούρια φοβάμαι μην σας χάσω. Αλλά ναι, το ξέρω, είμαι ανόητη. Όταν ανοίγω, μεγαλώνετε. Σας κάνει καλό ο όμορφος αυτός καυτός αέρας και η γύρη και τα μαμουνάκια και όλα αυτά τα φυλλαράκια που έρχονται στην παρέα σας... αγαπημένα. Όνειρό μου πια είναι να γίνετε τόσα πολλά που να μπορώ να ξαπλώνω πάνω σας. Να μπλέξετε μεταξύ σας και να γίνετε ένα υπέροχο μαλακό στρώμα για το κουρασμένο μου κορμάκι αγαπημένα.
Τα χνούδια, οι αγαπημένοι μου σύντροφοι, μου κάνουν παρέα όσο βλέπω την επανασταστημένη γυναίκα, την οργισμένη γυναίκα, τη γυναίκα που κάνει Ντου από Παντού. Μου κρατούν συντροφιά όσο βλέπω ένα μαλακισμένο που το είχαν διώξει από το «σο γιου θινκ γιου καν ντανς» γιατί έκανε το «γιου αρ μάι νάμπερ ουάν» με κάτι τιράντες και τώρα πήγε στο «Ζε τ’εμ», έκανε το ίδιο και πήρε συγχαρητήρια.
Και τι φορούσε; -Μα πάψτε αγαπημένα χνούδια, θα το πω εγώ!- Φορούσε πουκάμισο, μακρυμάνικη μπλούζα πάνω από το πουκάμισο και ζιπουνάκι πάνω από την μπλούζα. Επίσης, γάντια, καπέλο, μακρύ παντελόνι, κάλτσες και κλειστά παπούτσια. Θυμίζω πως έξω έχει 35 βαθμούς. Ίσως όμως στο Περιστέρι που είναι το στούντιο, ή μήπως Παιανία, αχ, δεν ξέρω, εκεί λοιπόν που είναι το στούντιο έχει πολύ και βαρύ κρύο. Μπορεί να έχει -4 εκεί. Κρίμα οι καημένοι. Ειδικά εκείνες οι κοπέλες με τα στρινγκ, δεν κρυώνουν; Αχ, αχ... Θέλω να πω κάτι ακόμα. Τόσο καιρό έβαζα χημεία στο κεφάλι μου. Έβαφα τα μαλλιά μου με χημικές βαφές όπως οι περισσότερες καθυστερημένες από εμάς. Τώρα λοιπόν, επειδή αποφάσισα -χνούδι φύγε από κει, θα το φάω αυτό- πως αρκετή χημεία έβαλα στον εγκέφαλό μου και είναι ώρα να πάρω φυτική βαφή. Τι προτίμησα; Φυσικά Κορρέ. Αντί να προτιμήσω καμία γιαπωνέζικη από ούρα αγελάδας και πιτυρίδα κάβουρα, πήρα Κορρέ και καλά έκανα. Παίρνω τόσα Απιβίτα-Προπολίν και Κορρέ και να βάζω χημείες στην κεφάλα; Ε, όχι! Τα χνούδια πρέπει να κοιμήθηκαν. Δε βλέπω να κινείται τίποτα... Από δω και κάτω θα μιλάω πιο σιγά. Άμα δεν ακούτε, κάντε νόημα. Το θέμα λοιπόν είναι, πως τόσα χρόνια καμένο μυαλό από την χημεία και έχοντας αλλάξει καμιά δεκαριά χρώματα στα μαλλιά, πίστεψα πως μια φυτική βαφή, δε θα πιάσει όπως έπιανε η χημική. Και έλεγαν και τα κουτιά να πάρεις 2 τόνους πιο ανοιχτό. Πήρα, ανακάτεψα και τι βλέπω; Στο μπολ, η βαφή ήταν σχεδόν μαύρη. Πω ρε πούστη, την βάζω. Πω ρε πούστη, παίρνω τηλέφωνο τις φίλες μου, κορίτσια θα γίνω μελαχρινή και με τους μαύρους κύκλους και την άσπρη πέτσα, θα μοιάζω με τη Λετίσια (έτσι δεν τη λένε;) από την Οικογένεια Άνταμς και πω ρε πούστη, περίμενα. Που είναι ο Βάγκνερ, που είναι ο Πουτσίνι, που έχουν πάει όλοι εκείνοι;; ...Συγνώμη, παρασύρθηκα. Περιμένω, περιμένω, πιάνω το τηλέφωνο με την καούκα μέσα στις μπογιές, μπλα μπλα μπλα μπλα η δικιά σου –σκάστε χνούδια μιλάω, κοιμηθείτε μη φέρω το σκουπάκι- και πάω να ξεπλύνω. Να μαύρες μπογιές, να σκούρα ζουμιά, κάνω έτσι να δω, γονατισμένη όπως ήμουν, μπαίνει η ζουμίτσα στο μάτι, αρχίζω να τσιρίζω, σπρώχνω το ντενεκέ για τα κωλόχαρτα, βλέπω τη σκιά του ποδιού μου μέσα από το τσούξιμο και τα μαύρα ζουμιά, νομίζω πως είναι κατσαρίδα πάλι, σκέφτομαι, πότε μπήκε η πουτάνα, πονάνε τα μάτια μου από τις μαύρες φυτικές μπογιές, ευτυχώς μυρίζουν ωραία, λέω, δεν είναι κατσαρίδα ηλίθια, την πάτησες πάλι και ξεπλένω. Ξεπλένω, ξεπλένω, ξεπλένω και κοιτάω τα μαλλιά μου. Συγνώμη κυρία μου ποια είστε; Κυρίες και κύριοι, η φυτική μπογιά του Κορρέ, δεν πιάνει απλώς. Γαμάει και δέρνει. Από καστανόξανθη, τώρα είμαι σαν την Πάνια. Το εγκεφαλικό δε μου ήρθε ακόμα γιατί δε με νοιάζει καθόλου. Είναι γνωστό πόσο δε με νοιάζει τι χρώμα έχουν τα μαλλιά μου (γιγαντιαίο ψέμα) Ωχ κυρίες και κύριοι, νομίζω πως τσακώνονται οι γείτονες. Κάτσε. Όσο γράφω, άμα πέσει καμιά ψιλή, θα σας πω. Τις προάλλες λέει έγινε της καριόλας. Μπουνίδι, ουρλιαχτά, αστυνομία. Και γω κοιμόμουν. Πώς είναι δυνατό; Ακούω τα νύχια του σκύλου από πάνω μου και δεν άκουγα να σφάζονται δίπλα; Δεν με καταλαβαίνω ώρες-ώρες. Τέλος πάντων, οι πληροφορίες είναι ανεπιβεβαίωτες από μένα. Αν δεν τους δω φέτες, δεν πιστεύω τίποτα. Μπα, ησυχία. Ίσα που φώναξε η σκρόφα. Για να νομίζω ότι αυτή τη φορά δε θα το χάσω. Χαμένη. –Σκάστε χνούδια θα φέρω τη σαρώστρα-. Είμαι κατάξανθη σαν γερμανίδα τουρίστρια. Γαμήστε τα. Θα πέσει πολύ γέλιο. Άμα μου μιλάνε στο δρόμο θα λέω μόνο «για για για...» με χαμόγελο. Μια χαρά. Να ρωτήσω θέλω κάτι ακόμα: αυτά τα σακουλάκια που έχουν μέσα τορτελίνια και όχι μόνο αυτά, όλα τα σακουλάκια που έχουν ζυμαρικοειδή, γιατί γράφουν 3-4 μερίδες ή 5-6 μερίδες και γω τα βάζω και είναι μία; Ανώμαλοι είναι οι άνθρωποι; Αν από αυτό το τσίπικο σακουλάκι ταΐσω 4 ή 6 άτομα, θα έχουν να το λένε για δέκα χρόνια πόσο καρμίρο ήμουν που τους είπα «ελάτε σπίτι παιδιά θα κάνω και καμιά μαλακία να φάμε» και όντως έκανα μαλακία και χόρτασαν με γαριδάκια και πίτσα μεξικάνα. Εγώ πάντως τα βράζω και τα τρώω όλα (τεράστιο ψέμα). Και σε λίγο, θα είμαι μια χοντρή κατάξανθη γερμανίδα και θα βάλω και τσόκαρα και θα κρατάω κι ένα εντελβάις και θα το παίζω μία από την Ολλανδία, μία από την Ελβετία, μία από τη Γερμανία και θα είναι και γαμώ τις φάσεις. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά.
Τα χνούδια. Αγαπημένα, λατρεμένα χνούδια, αγαπημένοι φίλοι, σύντροφοι, σας αγαπώ. Όταν ανοίγω τα παντζούρια φοβάμαι μην σας χάσω. Αλλά ναι, το ξέρω, είμαι ανόητη. Όταν ανοίγω, μεγαλώνετε. Σας κάνει καλό ο όμορφος αυτός καυτός αέρας και η γύρη και τα μαμουνάκια και όλα αυτά τα φυλλαράκια που έρχονται στην παρέα σας... αγαπημένα. Όνειρό μου πια είναι να γίνετε τόσα πολλά που να μπορώ να ξαπλώνω πάνω σας. Να μπλέξετε μεταξύ σας και να γίνετε ένα υπέροχο μαλακό στρώμα για το κουρασμένο μου κορμάκι αγαπημένα.
Τα χνούδια, οι αγαπημένοι μου σύντροφοι, μου κάνουν παρέα όσο βλέπω την επανασταστημένη γυναίκα, την οργισμένη γυναίκα, τη γυναίκα που κάνει Ντου από Παντού. Μου κρατούν συντροφιά όσο βλέπω ένα μαλακισμένο που το είχαν διώξει από το «σο γιου θινκ γιου καν ντανς» γιατί έκανε το «γιου αρ μάι νάμπερ ουάν» με κάτι τιράντες και τώρα πήγε στο «Ζε τ’εμ», έκανε το ίδιο και πήρε συγχαρητήρια.
Και τι φορούσε; -Μα πάψτε αγαπημένα χνούδια, θα το πω εγώ!- Φορούσε πουκάμισο, μακρυμάνικη μπλούζα πάνω από το πουκάμισο και ζιπουνάκι πάνω από την μπλούζα. Επίσης, γάντια, καπέλο, μακρύ παντελόνι, κάλτσες και κλειστά παπούτσια. Θυμίζω πως έξω έχει 35 βαθμούς. Ίσως όμως στο Περιστέρι που είναι το στούντιο, ή μήπως Παιανία, αχ, δεν ξέρω, εκεί λοιπόν που είναι το στούντιο έχει πολύ και βαρύ κρύο. Μπορεί να έχει -4 εκεί. Κρίμα οι καημένοι. Ειδικά εκείνες οι κοπέλες με τα στρινγκ, δεν κρυώνουν; Αχ, αχ... Θέλω να πω κάτι ακόμα. Τόσο καιρό έβαζα χημεία στο κεφάλι μου. Έβαφα τα μαλλιά μου με χημικές βαφές όπως οι περισσότερες καθυστερημένες από εμάς. Τώρα λοιπόν, επειδή αποφάσισα -χνούδι φύγε από κει, θα το φάω αυτό- πως αρκετή χημεία έβαλα στον εγκέφαλό μου και είναι ώρα να πάρω φυτική βαφή. Τι προτίμησα; Φυσικά Κορρέ. Αντί να προτιμήσω καμία γιαπωνέζικη από ούρα αγελάδας και πιτυρίδα κάβουρα, πήρα Κορρέ και καλά έκανα. Παίρνω τόσα Απιβίτα-Προπολίν και Κορρέ και να βάζω χημείες στην κεφάλα; Ε, όχι! Τα χνούδια πρέπει να κοιμήθηκαν. Δε βλέπω να κινείται τίποτα... Από δω και κάτω θα μιλάω πιο σιγά. Άμα δεν ακούτε, κάντε νόημα. Το θέμα λοιπόν είναι, πως τόσα χρόνια καμένο μυαλό από την χημεία και έχοντας αλλάξει καμιά δεκαριά χρώματα στα μαλλιά, πίστεψα πως μια φυτική βαφή, δε θα πιάσει όπως έπιανε η χημική. Και έλεγαν και τα κουτιά να πάρεις 2 τόνους πιο ανοιχτό. Πήρα, ανακάτεψα και τι βλέπω; Στο μπολ, η βαφή ήταν σχεδόν μαύρη. Πω ρε πούστη, την βάζω. Πω ρε πούστη, παίρνω τηλέφωνο τις φίλες μου, κορίτσια θα γίνω μελαχρινή και με τους μαύρους κύκλους και την άσπρη πέτσα, θα μοιάζω με τη Λετίσια (έτσι δεν τη λένε;) από την Οικογένεια Άνταμς και πω ρε πούστη, περίμενα. Που είναι ο Βάγκνερ, που είναι ο Πουτσίνι, που έχουν πάει όλοι εκείνοι;; ...Συγνώμη, παρασύρθηκα. Περιμένω, περιμένω, πιάνω το τηλέφωνο με την καούκα μέσα στις μπογιές, μπλα μπλα μπλα μπλα η δικιά σου –σκάστε χνούδια μιλάω, κοιμηθείτε μη φέρω το σκουπάκι- και πάω να ξεπλύνω. Να μαύρες μπογιές, να σκούρα ζουμιά, κάνω έτσι να δω, γονατισμένη όπως ήμουν, μπαίνει η ζουμίτσα στο μάτι, αρχίζω να τσιρίζω, σπρώχνω το ντενεκέ για τα κωλόχαρτα, βλέπω τη σκιά του ποδιού μου μέσα από το τσούξιμο και τα μαύρα ζουμιά, νομίζω πως είναι κατσαρίδα πάλι, σκέφτομαι, πότε μπήκε η πουτάνα, πονάνε τα μάτια μου από τις μαύρες φυτικές μπογιές, ευτυχώς μυρίζουν ωραία, λέω, δεν είναι κατσαρίδα ηλίθια, την πάτησες πάλι και ξεπλένω. Ξεπλένω, ξεπλένω, ξεπλένω και κοιτάω τα μαλλιά μου. Συγνώμη κυρία μου ποια είστε; Κυρίες και κύριοι, η φυτική μπογιά του Κορρέ, δεν πιάνει απλώς. Γαμάει και δέρνει. Από καστανόξανθη, τώρα είμαι σαν την Πάνια. Το εγκεφαλικό δε μου ήρθε ακόμα γιατί δε με νοιάζει καθόλου. Είναι γνωστό πόσο δε με νοιάζει τι χρώμα έχουν τα μαλλιά μου (γιγαντιαίο ψέμα) Ωχ κυρίες και κύριοι, νομίζω πως τσακώνονται οι γείτονες. Κάτσε. Όσο γράφω, άμα πέσει καμιά ψιλή, θα σας πω. Τις προάλλες λέει έγινε της καριόλας. Μπουνίδι, ουρλιαχτά, αστυνομία. Και γω κοιμόμουν. Πώς είναι δυνατό; Ακούω τα νύχια του σκύλου από πάνω μου και δεν άκουγα να σφάζονται δίπλα; Δεν με καταλαβαίνω ώρες-ώρες. Τέλος πάντων, οι πληροφορίες είναι ανεπιβεβαίωτες από μένα. Αν δεν τους δω φέτες, δεν πιστεύω τίποτα. Μπα, ησυχία. Ίσα που φώναξε η σκρόφα. Για να νομίζω ότι αυτή τη φορά δε θα το χάσω. Χαμένη. –Σκάστε χνούδια θα φέρω τη σαρώστρα-. Είμαι κατάξανθη σαν γερμανίδα τουρίστρια. Γαμήστε τα. Θα πέσει πολύ γέλιο. Άμα μου μιλάνε στο δρόμο θα λέω μόνο «για για για...» με χαμόγελο. Μια χαρά. Να ρωτήσω θέλω κάτι ακόμα: αυτά τα σακουλάκια που έχουν μέσα τορτελίνια και όχι μόνο αυτά, όλα τα σακουλάκια που έχουν ζυμαρικοειδή, γιατί γράφουν 3-4 μερίδες ή 5-6 μερίδες και γω τα βάζω και είναι μία; Ανώμαλοι είναι οι άνθρωποι; Αν από αυτό το τσίπικο σακουλάκι ταΐσω 4 ή 6 άτομα, θα έχουν να το λένε για δέκα χρόνια πόσο καρμίρο ήμουν που τους είπα «ελάτε σπίτι παιδιά θα κάνω και καμιά μαλακία να φάμε» και όντως έκανα μαλακία και χόρτασαν με γαριδάκια και πίτσα μεξικάνα. Εγώ πάντως τα βράζω και τα τρώω όλα (τεράστιο ψέμα). Και σε λίγο, θα είμαι μια χοντρή κατάξανθη γερμανίδα και θα βάλω και τσόκαρα και θα κρατάω κι ένα εντελβάις και θα το παίζω μία από την Ολλανδία, μία από την Ελβετία, μία από τη Γερμανία και θα είναι και γαμώ τις φάσεις. Καληνύχτα και όνειρα γλυκά.
Τετάρτη 16 Μαΐου 2007
Κάνει ζέστα;
Όχι μόνο κάνει ζέστα, αλλά όλοι έχουν γίνει ζόμπι. Κυκλοφορούν οι βρωμούσες όλες (αρσενικές-θηλυκές), υπνωτισμένες, πέφτουν πάνω σου και συνεχίζουν κοιτώντας μπροστά. Εγώ τώρα αναρωτιέμαι γιατί παραιτήθηκα αφού όλη μέρα τρέχω για μαλακοδουλειές ενώ θα έπρεπε να ξύνω τα τέτοια μου. Δεν γνωρίζω, δεν απαντώ. Σήμερα έχω νεύρα. Είδα κι ένα καριόλη το πρωί που τράβαγε με λουρί δύο μικρά σκυλάκια, πολύ μικρά. Τι ζόρι τράβηξα; Το λουρί τα κράταγε από το λαιμό, όχι από την κοιλιά όπως θα έπρεπε. Και τα καημένα ήθελαν να κατουρήσουν, φρέναραν και αυτός ο καριόλης ο κωλόγερος, τα τράβαγε και τους την έλεγε κι από πάνω: Τι θέλετε ρε; Αυτά τι θέλουν ρε μαλάκα; Εσύ τι τα έβγαλες; Σου ζήτησαν να πάνε στην τράπεζα;; Για κατούρημα δεν τα έβγαλες;;;; Και τότε το είδα. Το όραμα. Βγάζω τη ζώνη μου, η οποία για κάποιο λόγο είναι πολύ μεγάλη, και με ένα χλααααατς σαν να είναι λάσο, του τη φοράω στο λαιμό και την τραβάω σφίγγοντας τον και ενόσω αυτός πνίγεται, γονατίζει και γω του λέω: προχώρα ρε μαλάκα. Μπορείς να προχωρήσεις ή μήπως πνίγεσαι;; Λίγο master & servant κάνει αυτό που λέω, αλλά πιστέψτε με, δεν είναι έτσι. Το μαλάκα. Χτες, σκυλόβρισα κι ένα ταρίφα. Ήταν το αρχίδι πίσω μου. Μπροστά μου (ναι, σ'εμένα συμβαίνουν όλα, έτσι, επειδή είμαι τσαντίλα) πάρκαραν 4 αυτοκίνητα ταυτόχρονα. Αν είναι δυνατόν!! 4 αυτοκίνητα!!! Και μαντέψτε!!! Όλοι ζόμπι, υπνωτισμένοι και άχρηστοι. Εγώ, άρχισα να βράζω. Ήμουν έτοιμη να βγω και να πάω να τους πιάσω με τη σειρά και να τους πω να παρκάρω εγώ να τελειώνουμε, αλλά ήξερα ότι δε θα βγει άκρη και περίμενα. Ε, ο καριόλης ο ταρίφας πίσω μου άρχισε: μπιιιιιιιπ, μπιιιιιιιπ, μπιιιιιιιιιιιιιιπ να κορνάρει. Αυτό ήταν. Χωρίς να το σκεφτώ, βγάζω το χέρι έξω από το παράθυρο και το μισό κεφάλι και λέω ουρλιάζοντας: Α στο διάολο κωλοταρίφα μπιπ και μπιπ σταμάτα να κορνάρεις!!!!!! και το μπούκωσε. Ο μαλάκας.
Θέλω να πάω διακοπές τώρα! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! Αλλά όχι, πρέπει να περιμένω. Μονίμως πρέπει να περιμένω!! Τα ζόμπι θα την πληρώσουν! Θα βγω έξω και θα τα πάρω φαλάγγι!
Θέλω να πάω διακοπές τώρα! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ! Αλλά όχι, πρέπει να περιμένω. Μονίμως πρέπει να περιμένω!! Τα ζόμπι θα την πληρώσουν! Θα βγω έξω και θα τα πάρω φαλάγγι!
Δευτέρα 14 Μαΐου 2007
Ινδία.
Το παρακάτω κείμενο, το αντέγραψα από το δωρέαν ενημερωτικό φυλλάδιο που στέλνουν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στους υποστηρικτές τους. Είναι γραμμένο από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΒΕΪΖΗ, γιατρό.
Σε δικαστική διαμάχη ενάντια στην ινδική κυβέρνηση έχει προχωρήσει η ελβετική φαρμακοβιομηχανία Novartis, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση μία συγκεκριμένη διάταξη του νόμου περί ευρεσιτεχνίας που περιορίζει την χορήγηση πατεντών μόνο σε καινοτόμα φάρμακα.
Οι ΓΧΣ έχουν ξεκινήσει διεθνώς εκστρατεία και συλλογή υπογραφών για να πιέσουν την εταιρία να αποσύρει την αγωγή κατά της Ινδίας και να προστατεύσουν την πρόσβαση εκατομμυρίων ασθενών σε φθηνά φάρμακα.
Η Ινδία αποτελεί σημαντική πηγή φθηνών βασικών φαρμάκων για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, μια και οι τιμές τους δεν επιβαρύνονται από δικαιώματα ευρεσιτεχνίας. Η χώρα ξεκίνησε να επανεξετάζει τις αιτήσεις ευρεσιτεχνίας φαρμακευτικών προϊόντων το 2005, όταν ήταν απαραίτητο να υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τους νόμους περί ευρεσιτεχνίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Όμως, ο ινδικός νόμος περί ευρεσιτεχνίας επιτρέπει σε οποιονδήποτε φορέα να α ντιταχθεί στην πατέντα πριν αποφασιστεί η χορήγησή της, κάτι που είχε εφαρμοστεί σε περιπτώσεις φαρμάκων κατά του καρκίνου και του AIDS. Πάνω από τα μισά φάρμακα που χρησιμοποιούνται αυτή την εποχή για την αντιμετώπιση του AIDS στις αναπτυσσόμενες χώρες προέρχονται από την Ινδία και χορηγούνται στο 80% των 80.000 ασθενών με AIDS που περιθάλπονται στα προγράμματα των ΓΧΣ σε τριάντα χώρες. Στηριζόμαστε στα φθηνά φάρμακα καλής ποιότητας που παράγονται στην Ινδία για να προσφέρουμε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όσους περισσότερους ασθενείς με AIDS είναι δυνατόν και η σημαντική αυτή πηγή φαρμάκων δεν πρέπει να κλείσει.
Ο νόμος που εφαρμόζει μέχρι στιγμής η Ινδία περιέχει ρήτρες που τοποθετούν τις ανθρώπινες ζωές πάνω από τις πατέντες, κρατώντας τις τιμές των αντιγράφων φαρμάκων χαμηλές, αλλά η Novartis φιλοδοξεί να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, μέσω της αγωγής κατά της κυβέρνησης της χώρας.
Η Novartis είναι μία από τις 39 εταιρίες που προσέφυγαν στο δικαστήριο κατά της κυβέρνησης της Νότιας Αφρικής πριν από πέντε χρόνια, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τη χώρα από το να εισάγει φθηνά φάρμακα για την αντιμετώπιση του AIDS. Μετά από πιέσεις οι εταιρίες απέσυραν τελικά τη μήνυση.
Αν η εταιρία κερδίσει το δικαστικό της αγώνα, θα μειωθεί η παραγωγή αντίγραφων φαρμάκων παγκοσμίως και θα κρατηθούν υψηλές τιμές για όλα τα νέα φάρμακα. Η απουσία πατέντων (διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) και ο ανταγωνισμός στα κύρια αντίγραφα φάρμακα για την αντιμετώπιση του AIDS κάνει τα φάρμακα αυτά προσβάσιμα για ανθρώπους και κυβερνήσεις. Η Novartis πρέπει να σταματήσει να στέκεται εμπόδιο στο δικαίωμα των ασθενών να έχουν πρόσβαση στα φάρμακα που τους κρατούν ζωντανούς.
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ;
Σήμερα πάνω από 350.000 άνθρωποι από 150 χώρες εκφράζουν την ανησυχία τους για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν οι πράξεις της εταιρίας στην πρόσβαση των ασθενών που ζουν στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου στα απαραίτητα για την επιβίωσή τους φάρμακα. Σε διεθνές επίπεδο η εκστρατεία και συλλογή υπογραφών για να πιέσουν την εταιρία να αποσύρει την αγωγή κατά της Ινδίας και να προστατεύσει την υγεία εκατομμυρίων ασθενών με AIDS παγκοσμίως συνεχίζεται.
Για να υπογράψετε την έκκληση και για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.msf.gr
Σε δικαστική διαμάχη ενάντια στην ινδική κυβέρνηση έχει προχωρήσει η ελβετική φαρμακοβιομηχανία Novartis, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση μία συγκεκριμένη διάταξη του νόμου περί ευρεσιτεχνίας που περιορίζει την χορήγηση πατεντών μόνο σε καινοτόμα φάρμακα.
Οι ΓΧΣ έχουν ξεκινήσει διεθνώς εκστρατεία και συλλογή υπογραφών για να πιέσουν την εταιρία να αποσύρει την αγωγή κατά της Ινδίας και να προστατεύσουν την πρόσβαση εκατομμυρίων ασθενών σε φθηνά φάρμακα.
Η Ινδία αποτελεί σημαντική πηγή φθηνών βασικών φαρμάκων για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, μια και οι τιμές τους δεν επιβαρύνονται από δικαιώματα ευρεσιτεχνίας. Η χώρα ξεκίνησε να επανεξετάζει τις αιτήσεις ευρεσιτεχνίας φαρμακευτικών προϊόντων το 2005, όταν ήταν απαραίτητο να υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τους νόμους περί ευρεσιτεχνίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Όμως, ο ινδικός νόμος περί ευρεσιτεχνίας επιτρέπει σε οποιονδήποτε φορέα να α ντιταχθεί στην πατέντα πριν αποφασιστεί η χορήγησή της, κάτι που είχε εφαρμοστεί σε περιπτώσεις φαρμάκων κατά του καρκίνου και του AIDS. Πάνω από τα μισά φάρμακα που χρησιμοποιούνται αυτή την εποχή για την αντιμετώπιση του AIDS στις αναπτυσσόμενες χώρες προέρχονται από την Ινδία και χορηγούνται στο 80% των 80.000 ασθενών με AIDS που περιθάλπονται στα προγράμματα των ΓΧΣ σε τριάντα χώρες. Στηριζόμαστε στα φθηνά φάρμακα καλής ποιότητας που παράγονται στην Ινδία για να προσφέρουμε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όσους περισσότερους ασθενείς με AIDS είναι δυνατόν και η σημαντική αυτή πηγή φαρμάκων δεν πρέπει να κλείσει.
Ο νόμος που εφαρμόζει μέχρι στιγμής η Ινδία περιέχει ρήτρες που τοποθετούν τις ανθρώπινες ζωές πάνω από τις πατέντες, κρατώντας τις τιμές των αντιγράφων φαρμάκων χαμηλές, αλλά η Novartis φιλοδοξεί να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, μέσω της αγωγής κατά της κυβέρνησης της χώρας.
Η Novartis είναι μία από τις 39 εταιρίες που προσέφυγαν στο δικαστήριο κατά της κυβέρνησης της Νότιας Αφρικής πριν από πέντε χρόνια, σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν τη χώρα από το να εισάγει φθηνά φάρμακα για την αντιμετώπιση του AIDS. Μετά από πιέσεις οι εταιρίες απέσυραν τελικά τη μήνυση.
Αν η εταιρία κερδίσει το δικαστικό της αγώνα, θα μειωθεί η παραγωγή αντίγραφων φαρμάκων παγκοσμίως και θα κρατηθούν υψηλές τιμές για όλα τα νέα φάρμακα. Η απουσία πατέντων (διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) και ο ανταγωνισμός στα κύρια αντίγραφα φάρμακα για την αντιμετώπιση του AIDS κάνει τα φάρμακα αυτά προσβάσιμα για ανθρώπους και κυβερνήσεις. Η Novartis πρέπει να σταματήσει να στέκεται εμπόδιο στο δικαίωμα των ασθενών να έχουν πρόσβαση στα φάρμακα που τους κρατούν ζωντανούς.
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ;
Σήμερα πάνω από 350.000 άνθρωποι από 150 χώρες εκφράζουν την ανησυχία τους για τις αρνητικές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν οι πράξεις της εταιρίας στην πρόσβαση των ασθενών που ζουν στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου στα απαραίτητα για την επιβίωσή τους φάρμακα. Σε διεθνές επίπεδο η εκστρατεία και συλλογή υπογραφών για να πιέσουν την εταιρία να αποσύρει την αγωγή κατά της Ινδίας και να προστατεύσει την υγεία εκατομμυρίων ασθενών με AIDS παγκοσμίως συνεχίζεται.
Για να υπογράψετε την έκκληση και για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.msf.gr
Παρασκευή 11 Μαΐου 2007
Υπουργείο Μεταφορών.
-Γεια σας.
-Γεια σας.
-Ρομπέν o Γαμών. Έχω ραντεβού για τη δουλειά.
-Μάλιστα. Μισό λεπτό, περιμένετε.
-Μάλιστα.
..................
-Γεια σας.
-Γεια σας.
-Ρομπέν ο Γαμών. Ήρθα για τη δουλειά.
-Χαίρω πολύ. Λούτης Ξυσάρχιδας. Βιογραφικό έχετε φέρει;
-Μάλιστα. Ορίστε.
-.....μμμ.....μμμμ...μμμΜμμμμΜΜμμμΜΜ... εξαιρετικό..
-Ναι... σας ευχαριστώ...
-Έχετε κάποια σχέδια για το υπουργείο μεταφορών; Με τέτοιο πλούσιο βιογραφικό, καταλαβαίνω πως οι ιδέες σας είναι πολλές. Θα θέλατε να μου πείτε μερικά πράγματα που σκέφτεστε; Έχετε να προτείνετε κάτι;
-Αν έχω... έχετε χρόνο;
-Βεβαίως. Πείτε μου τις ιδέες σας. Πώς θα κάναμε την πόλη μας καλύτερη;
-Αρχικά, πρέπει να φτιάξουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μιλάμε για περαιτέρω αλλαγές.
-Μάλιστα. Συνεχίστε.
-Πρέπει λοιπόν, να επεκταθεί το μετρό και όχι σε 40-50 χρόνια από τώρα. Επίσης, οι ήδη υπάρχουσες γραμμές του μετρό καθώς και τα υπόλοιπα μέσα μαζικής μεταφοράς να λειτουργούν επί 24ώρου βάσεως. Τότε ίσως γλιτώσουμε αρκετά τροχαία, δε νομίζετε; Εν συνεχεία, να μπουν διόδια στο κέντρο. Το ιστορικό κέντρο να κλείσει παντελώς για τα αυτοκίνητα. Τα φορτηγά που μεταφέρουν τρόφιμα και άλλα είδη που χρειάζονται τα καταστήματα να πηγαίνουν 4-6 το πρωί όπως επιτρέπεται κανονικά και όχι ό,τι ώρα θέλει ο καθένας. Να δίνονται κλήσεις συνέχεια και καθημερινά σε όλα τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Οι νταλίκες να κυκλοφορούν μόνο νύχτα και να ελέγχονται από αυστηρότατους ελεγκτές κάθε βδομάδα. Κι αν ήταν και γερμανοί ακόμα καλύτερα..
-Μάλιστα. Ενδιαφέροντα αυτά που λέτε..
-... Έχω κι άλλα...
-Α, συγνώμη, συνεχίστε...
-Να μπορεί ο κάθε πολίτης να πάρει το νόμο στα χέρια του χωρίς να περιμένει να έρθει η αστυνομία που έτσι κι αλλιώς δεν κάνει τίποτα. Για παράδειγμα, κρεμάει ο άλλος το χέρι του έξω από το παράθυρο. Εκτός από αηδιαστικό θέαμα, «τι το κρεμάς ρε καραγκιόζη, σκουπίζεις τις χεσιές των περιστεριών, τη σκόνη, τα φλέματα και μετά αγκαλιάζεις τη γκόμενά σου ή βγάζεις το μπλουζάκι- μπουφάν- πουκάμισο και το βάζεις στην ντουλάπα, καρέκλα, κρεμάστρα δίπλα στα καθαρά;», πρέπει να μπορώ, εγώ για παράδειγμα, να πάω εκεί όπως το έχει κρεμασμένο, να το πιάσω γερά από το μπράτσο, να φέρω αντίσταση με το πόδι στην πόρτα να μην μπορεί να ανοίξει και να του το σπάσω. Έτσι, θα κρέμεται καλύτερα...
-...Σας παρακαλώ, καθίστε κάτω..
-...Συγνώμη παρασύρθηκα...
-Συνεχίστε..
-Άλλωστε, έτσι κρεμασμένο που το έχει, δεν γίνεται με το δεξί να κρατάει το τιμόνι, να αλλάζει ταχύτητες, να πιάνει σταθμούς, να φτιάχνει τον καθρέφτη, να καπνίζει και να μιλάει και στο κινητό και να πιάνει και το μπούτι της κοπέλας δίπλα. Εκτός αν είναι η Θεά Κάλι. Όχι αγαπητέ κύριε. Δε γίνεται. Τα χέρια που περισσεύουν από τα παράθυρα πρέπει να σπάνε.
-Μάλιστα..
-...Επίσης, όσοι μιλάνε στο κινητό. Να μπορεί ο πολίτης να βγει από το αυτοκίνητο, να πάει στον μπροστινό που έχει ανοίξει το φανάρι κι επειδή μιλάει δε χαμπαριάζει και να του ρίξει δυο ανάποδες και να του πετάξει και το κινητό στα σκουπίδια, στην ανακύκλωση πάντα. Πρέπει φυσικά να γραφούν νέοι νόμοι για όλα αυτά ώστε να λειτουργούν όλα στην εντέλεια και να μην υπάρχουν προβλήματα μεταξύ τιμωρουμένων πολιτών και τιμωρών. Για παράδειγμα, ο νόμος θα επιτρέπει να ρίχνουμε 2 χαστούκια σε όποιον μιλάει στο κινητό και μόλις τα φάει να μας λέει «Συγνώμη, ορκίζομαι να μην το ξανακάνω ποτέ». Μετά, θα γράφεται σε ειδικό μπλοκ, που θα βρίσκεται πάντα μαζί με την άδεια κυκλοφορίας, πόσες φορές έχει φάει χαστούκια. Αν φάει μία φορά και το ξανακάνει, τη δεύτερη θα φάει 4, την τρίτη 6, την τέταρτη 8 και πάει λέγοντας. Άρα, αν μιλάει κάποιος στο κινητό και δει κάποιον δίπλα από το παράθυρό του, πριν φάει τα χαστούκια, είναι υποχρεωμένος να δείξει το τετραδιάκι. Από κει θα εξαρτηθεί και ο αριθμός των χαστουκιών. Ο νόμος θα είναι αυστηρός γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να γοητευτεί κάποιος άνδρας από κάποια κυρία ή να βρεθούν γνωστοί και να ντρέπονται. Τότε, θα υπάρχει το δικαίωμα σε ένα τρίτο πρόσωπο, να δώσει όσα χαστούκια θέλει στους άλλους δύο.
Όσοι τώρα δεν είναι σε κατάσταση να οδηγήσουν, όπως οι γέροι. Όταν δει πολίτης γέρο ή γριά να είναι σε αυτοκίνητο-δημόσιο κίνδυνο, έχει το δικαίωμα, να τον/ την σταματήσει, πάρει όλα τα χαρτιά και να τα πετάξει στα σκουπίδια. Ο πολίτης που θα το κάνει αυτό, οφείλει να δώσει λεφτά για ταξί στο γέρο ή τη γριά να πάει σπίτι του και να ειδοποιήσει το γερανό να μεταφέρει το αυτοκίνητο. Ο γέρος και η γριά θα είναι υποχρεωμένοι να πουν: «Ευχαριστώ παιδί μου. Ευτυχώς που βρέθηκες στο δρόμο μου πριν σκοτώσω κανέναν αθώο». Αν είναι σε πολύ προχωρημένη ηλικία και δε μπορεί να τα θυμηθεί όλα αυτά, πρέπει να πει μόνο: «Ευχαριστώ πολύ. Ο Θεός να σ’ έχει καλά».
Όσοι οδηγούν με χαμηλή ταχύτητα σε άδειους δρόμους. Ο πολίτης πρέπει να έχει το δικαίωμα να φυλάσσει μέσα στο δικό του αυτοκίνητο ένα κουβά με σκατά. Μόλις διπλαρώσει τον κοιμισμένο, κορνάρει. Ο κοιμισμένος ανοίγει το παράθυρο και ο πολίτης του τα πετάει όλα μέσα. Τότε ο κοιμισμένος βάσει νόμου λέει: «Σ’ ευχαριστώ πολύ, διψούσα» και κάνει στην άκρη να περάσουν οι κανονικοί οδηγοί. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να υπάρξει και μια διαφοροποίηση καθώς ο κοιμισμένος μπορεί να μην αντιληφθεί ποτέ ούτε το κορνάρισμα ούτε τίποτα. Τότε ο πολίτης έχει το δικαίωμα να του πετάξει τον κουβά με τα σκατά στο παρμπρίζ. Τότε ο κοιμισμένος αναγκαστικά θα σταματήσει εφόσον δε θα βλέπει εκτός κι αν κοιμάται ήδη. Το ίδιο πρέπει να συμβεί και με τα μηχανάκια στην αριστερή λωρίδα. Όσα από αυτά πάνε αργά και καθυστερούν τους υπόλοιπους ή εμποδίζουν την προσπέραση, ο απεγνωσμένος πολίτης πρέπει να πετάξει τον κουβά με τα σκατά που λέγαμε και ο οδηγός μηχανής πρέπει να του πει: «Σ’ ευχαριστώ φίλε μου! Ήθελα λούσιμο!». Καταλαβαίνετε πως επειδή οι περιπτώσεις που χρειάζονται κουβάδες με σκατά στο δρόμο είναι πάρα πολλές και ένας κανονικός, σοβαρός οδηγός, χρειάζεται πάνω από δέκα σε μια δοαδρομή 5-7 χλμ., θα πρέπει να υπάρχουν ειδικά πρατήρια που θα τους πουλούν προς 50 λεπτά τον ένα. Οι πολίτες οφείλουν να επιστρέφουν τους κουβάδες σε οποιοδήποτε πρατήριο, οπουδήποτε στη χώρα. Έτσι, και τα σκατά θα μαζεύονται συχνότερα από τους δρόμους –δουλειά της πολιτείας φυσικά, πρέπει να κάνει κάτι κι αυτή, δε νομίζετε;- και θα κερδίζει και χρήματα αφού θα εξυπηρετεί τους πολίτες. Τα σκατά που θα χύνονται στους δρόμους, θα τα μαζεύει αυτός που τα έφαγε, αλλιώς θα πληρώνει 2000 ευρώ πρόστιμο.
Όσοι πολίτες τώρα, βάζουν καρέκλες, καδρόνια, τούβλα, γλάστρες, ειδοποιήσεις τύπου «μετακόμιση, μην παρκάρετε, περιμένω πετρέλαιο, προσοχή μπογιά» και ό,τι άλλο βρουν, για να κρατήσουν μια θέση πάρκινγκ μπροστά στο σπίτι τους, οι πολίτες που ψάχνουν επτά ώρες να παρκάρουν, έχουν το δικαίωμα να αποσύρουν το όποιο αντικείμενο και να παρκάρουν άνετα. Αν ο πολίτης που έβαλε το αντικείμενο αντιδράσει, παραπονεθεί κλπ. ο πολίτης που απομάκρυνε τα αντικείμενα και πάρκαρε, αποκτάει νόμιμα τη θέση για πάντα.
Όσοι παρκάρουν, και πιάνουν δύο θέσεις αυτοκινήτων αντί μίας. Οι πολίτες, έχουν το δικαίωμα να κρατούν ένα σφυρί και δύο σπρέι (ένα άσπρο και ένα μαύρο) μέσα στο αυτοκίνητό τους. Αυτοί λοιπόν που ψάχνουν πολύ ώρα να παρκάρουν και βλέπουν αυτοκίνητα μεγέθους κουνουπιού να είναι αραγμένα σε θέσεις 2 αυτοκινήτων, με το σφυρί σπάνε όλα τα φανάρια, καθρέφτες και τζάμια του αυτοκινήτου που έχει παρκάρει σαν βασιλιάς στα ανάκτορα ενώ είναι στην Αθήνα, και με το σπρέι (αφού έχει διαλέξει το χρώμα που φαίνεται καλύτερα –άσπρο ή μαύρο) γράφει πάνω στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο: «ΚΑΛΑ ΜΟΥ ΕΚΑΝΑΝ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ». Τώρα, οι μηχανές ή μηχανάκια που πιάνουν θέσεις αυτοκινήτων, πρέπει απλά να καίγονται. Γι’ αυτό οι πολίτες, πρέπει πάντα να έχουν μαζί τους έναν αναπτήρα και καθαρό οινόπνευμα...
-Σας ακούω τόση ώρα και μου έχει δημιουργηθεί μια απορία..
-Παρακαλώ..
-Σε ψυχίατρο έχετε πάει;
-Εσείς;
-Πώς τολμάτε;
-Τι πως τολμάω ρε καραγιόζη;
-Πώς τολμάτε;;
-Πάλι πώς τολμάω; Που μένεις ρε;
-Σας παρακαλώ καθίστε κάτω... με τρομάζετε λίγο και η ασφάλεια είναι απ’ έξω...
-Κάτι σε ρώτησα.
-Όπλο; Έχετε όπλο; Πώς περάσατε από κάτω με όπλο;
-Μίλα γιατί θα στο αδειάσω και θα ξαναπεράσω από κάτω χωρίς να με βρουν κι εσύ θα είσαι στον άλλο κόσμο. Αυτόν που κάνει ζέστη και κοχλάζει.
-Ρομπέν ο Γαμών!! Τώρα καταλαβαίνω!! Σε παρακαλώ... μη με σκοτώσεις....
-Κάτι σε ρώτησα μωρή μύξα!
-Στην Εκάλη μένω...
-Έχεις πάρκινγκ ρε;
-Ναι..
-Που;
-Στο σπίτι μου...
-Σε μονοκατοικία μένεις;
-Ναι...
-Άει στο διάολο.
-Μα σας παρακαλώ...
-Άντε ρε μαλάκα! Υπάρχουν λύσεις σε όλα, στις λέω και συ το μόνο που ξέρεις να μου πεις είναι αν έχω πάει σε ψυχίατρο και πως τολμάω! Έλα να μείνεις ένα χρόνο στο κέντρο ρε αρχίδι και μετά συζητάμε!
-Στο κέντρο μεγάλωσα!
-Τότε πολύ εύκολα ξεχνάς!
-Σας παρακαλώ, καθήστε να μιλήσουμε ήρεμα..
-Τι ήρεμα ρε μαλάκα!
-Μα σας παρακαλώ, όλα αυτά που είπατε δε γίνονται, δεν υπάρχουν τα χρήματα, θα αντιδράσει ο λαός..
-Ποια χρήματα γαμώ το σπίτι σου; Να κόψετε από το μισθό σας ρε 5-6 χιλιάρικα ο καθένας να δεις πως θα φτιάξουν όλα. Θα αντιδράσει ο λαός; Ποιος λαός; Η πλέμπα; Ας αντιδράσει. Κάποτε πρέπει να βγουν από τους στάβλους, δεν πρέπει;;
-Σας παρακαλώ, καθίστε..
-Άντε γαμήσου μαλάκα! Θα τα ξαναπούμε!
-Μα.... (μπαμ! Ήχος πόρτας που κλείνει με δύναμη)... Θεέ μου... γλίτωσα... τρέμω... τρέμω... μα... μα... μου έκλεψε το ρόλεξ! Ε όχι! Αυτό πάει πολύ!! ΑΣΦΑΛΕΙΑ!!! ΑΣΦΑΛΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!
-Γεια σας.
-Ρομπέν o Γαμών. Έχω ραντεβού για τη δουλειά.
-Μάλιστα. Μισό λεπτό, περιμένετε.
-Μάλιστα.
..................
-Γεια σας.
-Γεια σας.
-Ρομπέν ο Γαμών. Ήρθα για τη δουλειά.
-Χαίρω πολύ. Λούτης Ξυσάρχιδας. Βιογραφικό έχετε φέρει;
-Μάλιστα. Ορίστε.
-.....μμμ.....μμμμ...μμμΜμμμμΜΜμμμΜΜ... εξαιρετικό..
-Ναι... σας ευχαριστώ...
-Έχετε κάποια σχέδια για το υπουργείο μεταφορών; Με τέτοιο πλούσιο βιογραφικό, καταλαβαίνω πως οι ιδέες σας είναι πολλές. Θα θέλατε να μου πείτε μερικά πράγματα που σκέφτεστε; Έχετε να προτείνετε κάτι;
-Αν έχω... έχετε χρόνο;
-Βεβαίως. Πείτε μου τις ιδέες σας. Πώς θα κάναμε την πόλη μας καλύτερη;
-Αρχικά, πρέπει να φτιάξουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να μιλάμε για περαιτέρω αλλαγές.
-Μάλιστα. Συνεχίστε.
-Πρέπει λοιπόν, να επεκταθεί το μετρό και όχι σε 40-50 χρόνια από τώρα. Επίσης, οι ήδη υπάρχουσες γραμμές του μετρό καθώς και τα υπόλοιπα μέσα μαζικής μεταφοράς να λειτουργούν επί 24ώρου βάσεως. Τότε ίσως γλιτώσουμε αρκετά τροχαία, δε νομίζετε; Εν συνεχεία, να μπουν διόδια στο κέντρο. Το ιστορικό κέντρο να κλείσει παντελώς για τα αυτοκίνητα. Τα φορτηγά που μεταφέρουν τρόφιμα και άλλα είδη που χρειάζονται τα καταστήματα να πηγαίνουν 4-6 το πρωί όπως επιτρέπεται κανονικά και όχι ό,τι ώρα θέλει ο καθένας. Να δίνονται κλήσεις συνέχεια και καθημερινά σε όλα τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Οι νταλίκες να κυκλοφορούν μόνο νύχτα και να ελέγχονται από αυστηρότατους ελεγκτές κάθε βδομάδα. Κι αν ήταν και γερμανοί ακόμα καλύτερα..
-Μάλιστα. Ενδιαφέροντα αυτά που λέτε..
-... Έχω κι άλλα...
-Α, συγνώμη, συνεχίστε...
-Να μπορεί ο κάθε πολίτης να πάρει το νόμο στα χέρια του χωρίς να περιμένει να έρθει η αστυνομία που έτσι κι αλλιώς δεν κάνει τίποτα. Για παράδειγμα, κρεμάει ο άλλος το χέρι του έξω από το παράθυρο. Εκτός από αηδιαστικό θέαμα, «τι το κρεμάς ρε καραγκιόζη, σκουπίζεις τις χεσιές των περιστεριών, τη σκόνη, τα φλέματα και μετά αγκαλιάζεις τη γκόμενά σου ή βγάζεις το μπλουζάκι- μπουφάν- πουκάμισο και το βάζεις στην ντουλάπα, καρέκλα, κρεμάστρα δίπλα στα καθαρά;», πρέπει να μπορώ, εγώ για παράδειγμα, να πάω εκεί όπως το έχει κρεμασμένο, να το πιάσω γερά από το μπράτσο, να φέρω αντίσταση με το πόδι στην πόρτα να μην μπορεί να ανοίξει και να του το σπάσω. Έτσι, θα κρέμεται καλύτερα...
-...Σας παρακαλώ, καθίστε κάτω..
-...Συγνώμη παρασύρθηκα...
-Συνεχίστε..
-Άλλωστε, έτσι κρεμασμένο που το έχει, δεν γίνεται με το δεξί να κρατάει το τιμόνι, να αλλάζει ταχύτητες, να πιάνει σταθμούς, να φτιάχνει τον καθρέφτη, να καπνίζει και να μιλάει και στο κινητό και να πιάνει και το μπούτι της κοπέλας δίπλα. Εκτός αν είναι η Θεά Κάλι. Όχι αγαπητέ κύριε. Δε γίνεται. Τα χέρια που περισσεύουν από τα παράθυρα πρέπει να σπάνε.
-Μάλιστα..
-...Επίσης, όσοι μιλάνε στο κινητό. Να μπορεί ο πολίτης να βγει από το αυτοκίνητο, να πάει στον μπροστινό που έχει ανοίξει το φανάρι κι επειδή μιλάει δε χαμπαριάζει και να του ρίξει δυο ανάποδες και να του πετάξει και το κινητό στα σκουπίδια, στην ανακύκλωση πάντα. Πρέπει φυσικά να γραφούν νέοι νόμοι για όλα αυτά ώστε να λειτουργούν όλα στην εντέλεια και να μην υπάρχουν προβλήματα μεταξύ τιμωρουμένων πολιτών και τιμωρών. Για παράδειγμα, ο νόμος θα επιτρέπει να ρίχνουμε 2 χαστούκια σε όποιον μιλάει στο κινητό και μόλις τα φάει να μας λέει «Συγνώμη, ορκίζομαι να μην το ξανακάνω ποτέ». Μετά, θα γράφεται σε ειδικό μπλοκ, που θα βρίσκεται πάντα μαζί με την άδεια κυκλοφορίας, πόσες φορές έχει φάει χαστούκια. Αν φάει μία φορά και το ξανακάνει, τη δεύτερη θα φάει 4, την τρίτη 6, την τέταρτη 8 και πάει λέγοντας. Άρα, αν μιλάει κάποιος στο κινητό και δει κάποιον δίπλα από το παράθυρό του, πριν φάει τα χαστούκια, είναι υποχρεωμένος να δείξει το τετραδιάκι. Από κει θα εξαρτηθεί και ο αριθμός των χαστουκιών. Ο νόμος θα είναι αυστηρός γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να γοητευτεί κάποιος άνδρας από κάποια κυρία ή να βρεθούν γνωστοί και να ντρέπονται. Τότε, θα υπάρχει το δικαίωμα σε ένα τρίτο πρόσωπο, να δώσει όσα χαστούκια θέλει στους άλλους δύο.
Όσοι τώρα δεν είναι σε κατάσταση να οδηγήσουν, όπως οι γέροι. Όταν δει πολίτης γέρο ή γριά να είναι σε αυτοκίνητο-δημόσιο κίνδυνο, έχει το δικαίωμα, να τον/ την σταματήσει, πάρει όλα τα χαρτιά και να τα πετάξει στα σκουπίδια. Ο πολίτης που θα το κάνει αυτό, οφείλει να δώσει λεφτά για ταξί στο γέρο ή τη γριά να πάει σπίτι του και να ειδοποιήσει το γερανό να μεταφέρει το αυτοκίνητο. Ο γέρος και η γριά θα είναι υποχρεωμένοι να πουν: «Ευχαριστώ παιδί μου. Ευτυχώς που βρέθηκες στο δρόμο μου πριν σκοτώσω κανέναν αθώο». Αν είναι σε πολύ προχωρημένη ηλικία και δε μπορεί να τα θυμηθεί όλα αυτά, πρέπει να πει μόνο: «Ευχαριστώ πολύ. Ο Θεός να σ’ έχει καλά».
Όσοι οδηγούν με χαμηλή ταχύτητα σε άδειους δρόμους. Ο πολίτης πρέπει να έχει το δικαίωμα να φυλάσσει μέσα στο δικό του αυτοκίνητο ένα κουβά με σκατά. Μόλις διπλαρώσει τον κοιμισμένο, κορνάρει. Ο κοιμισμένος ανοίγει το παράθυρο και ο πολίτης του τα πετάει όλα μέσα. Τότε ο κοιμισμένος βάσει νόμου λέει: «Σ’ ευχαριστώ πολύ, διψούσα» και κάνει στην άκρη να περάσουν οι κανονικοί οδηγοί. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να υπάρξει και μια διαφοροποίηση καθώς ο κοιμισμένος μπορεί να μην αντιληφθεί ποτέ ούτε το κορνάρισμα ούτε τίποτα. Τότε ο πολίτης έχει το δικαίωμα να του πετάξει τον κουβά με τα σκατά στο παρμπρίζ. Τότε ο κοιμισμένος αναγκαστικά θα σταματήσει εφόσον δε θα βλέπει εκτός κι αν κοιμάται ήδη. Το ίδιο πρέπει να συμβεί και με τα μηχανάκια στην αριστερή λωρίδα. Όσα από αυτά πάνε αργά και καθυστερούν τους υπόλοιπους ή εμποδίζουν την προσπέραση, ο απεγνωσμένος πολίτης πρέπει να πετάξει τον κουβά με τα σκατά που λέγαμε και ο οδηγός μηχανής πρέπει να του πει: «Σ’ ευχαριστώ φίλε μου! Ήθελα λούσιμο!». Καταλαβαίνετε πως επειδή οι περιπτώσεις που χρειάζονται κουβάδες με σκατά στο δρόμο είναι πάρα πολλές και ένας κανονικός, σοβαρός οδηγός, χρειάζεται πάνω από δέκα σε μια δοαδρομή 5-7 χλμ., θα πρέπει να υπάρχουν ειδικά πρατήρια που θα τους πουλούν προς 50 λεπτά τον ένα. Οι πολίτες οφείλουν να επιστρέφουν τους κουβάδες σε οποιοδήποτε πρατήριο, οπουδήποτε στη χώρα. Έτσι, και τα σκατά θα μαζεύονται συχνότερα από τους δρόμους –δουλειά της πολιτείας φυσικά, πρέπει να κάνει κάτι κι αυτή, δε νομίζετε;- και θα κερδίζει και χρήματα αφού θα εξυπηρετεί τους πολίτες. Τα σκατά που θα χύνονται στους δρόμους, θα τα μαζεύει αυτός που τα έφαγε, αλλιώς θα πληρώνει 2000 ευρώ πρόστιμο.
Όσοι πολίτες τώρα, βάζουν καρέκλες, καδρόνια, τούβλα, γλάστρες, ειδοποιήσεις τύπου «μετακόμιση, μην παρκάρετε, περιμένω πετρέλαιο, προσοχή μπογιά» και ό,τι άλλο βρουν, για να κρατήσουν μια θέση πάρκινγκ μπροστά στο σπίτι τους, οι πολίτες που ψάχνουν επτά ώρες να παρκάρουν, έχουν το δικαίωμα να αποσύρουν το όποιο αντικείμενο και να παρκάρουν άνετα. Αν ο πολίτης που έβαλε το αντικείμενο αντιδράσει, παραπονεθεί κλπ. ο πολίτης που απομάκρυνε τα αντικείμενα και πάρκαρε, αποκτάει νόμιμα τη θέση για πάντα.
Όσοι παρκάρουν, και πιάνουν δύο θέσεις αυτοκινήτων αντί μίας. Οι πολίτες, έχουν το δικαίωμα να κρατούν ένα σφυρί και δύο σπρέι (ένα άσπρο και ένα μαύρο) μέσα στο αυτοκίνητό τους. Αυτοί λοιπόν που ψάχνουν πολύ ώρα να παρκάρουν και βλέπουν αυτοκίνητα μεγέθους κουνουπιού να είναι αραγμένα σε θέσεις 2 αυτοκινήτων, με το σφυρί σπάνε όλα τα φανάρια, καθρέφτες και τζάμια του αυτοκινήτου που έχει παρκάρει σαν βασιλιάς στα ανάκτορα ενώ είναι στην Αθήνα, και με το σπρέι (αφού έχει διαλέξει το χρώμα που φαίνεται καλύτερα –άσπρο ή μαύρο) γράφει πάνω στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο: «ΚΑΛΑ ΜΟΥ ΕΚΑΝΑΝ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ». Τώρα, οι μηχανές ή μηχανάκια που πιάνουν θέσεις αυτοκινήτων, πρέπει απλά να καίγονται. Γι’ αυτό οι πολίτες, πρέπει πάντα να έχουν μαζί τους έναν αναπτήρα και καθαρό οινόπνευμα...
-Σας ακούω τόση ώρα και μου έχει δημιουργηθεί μια απορία..
-Παρακαλώ..
-Σε ψυχίατρο έχετε πάει;
-Εσείς;
-Πώς τολμάτε;
-Τι πως τολμάω ρε καραγιόζη;
-Πώς τολμάτε;;
-Πάλι πώς τολμάω; Που μένεις ρε;
-Σας παρακαλώ καθίστε κάτω... με τρομάζετε λίγο και η ασφάλεια είναι απ’ έξω...
-Κάτι σε ρώτησα.
-Όπλο; Έχετε όπλο; Πώς περάσατε από κάτω με όπλο;
-Μίλα γιατί θα στο αδειάσω και θα ξαναπεράσω από κάτω χωρίς να με βρουν κι εσύ θα είσαι στον άλλο κόσμο. Αυτόν που κάνει ζέστη και κοχλάζει.
-Ρομπέν ο Γαμών!! Τώρα καταλαβαίνω!! Σε παρακαλώ... μη με σκοτώσεις....
-Κάτι σε ρώτησα μωρή μύξα!
-Στην Εκάλη μένω...
-Έχεις πάρκινγκ ρε;
-Ναι..
-Που;
-Στο σπίτι μου...
-Σε μονοκατοικία μένεις;
-Ναι...
-Άει στο διάολο.
-Μα σας παρακαλώ...
-Άντε ρε μαλάκα! Υπάρχουν λύσεις σε όλα, στις λέω και συ το μόνο που ξέρεις να μου πεις είναι αν έχω πάει σε ψυχίατρο και πως τολμάω! Έλα να μείνεις ένα χρόνο στο κέντρο ρε αρχίδι και μετά συζητάμε!
-Στο κέντρο μεγάλωσα!
-Τότε πολύ εύκολα ξεχνάς!
-Σας παρακαλώ, καθήστε να μιλήσουμε ήρεμα..
-Τι ήρεμα ρε μαλάκα!
-Μα σας παρακαλώ, όλα αυτά που είπατε δε γίνονται, δεν υπάρχουν τα χρήματα, θα αντιδράσει ο λαός..
-Ποια χρήματα γαμώ το σπίτι σου; Να κόψετε από το μισθό σας ρε 5-6 χιλιάρικα ο καθένας να δεις πως θα φτιάξουν όλα. Θα αντιδράσει ο λαός; Ποιος λαός; Η πλέμπα; Ας αντιδράσει. Κάποτε πρέπει να βγουν από τους στάβλους, δεν πρέπει;;
-Σας παρακαλώ, καθίστε..
-Άντε γαμήσου μαλάκα! Θα τα ξαναπούμε!
-Μα.... (μπαμ! Ήχος πόρτας που κλείνει με δύναμη)... Θεέ μου... γλίτωσα... τρέμω... τρέμω... μα... μα... μου έκλεψε το ρόλεξ! Ε όχι! Αυτό πάει πολύ!! ΑΣΦΑΛΕΙΑ!!! ΑΣΦΑΛΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!
Τετάρτη 9 Μαΐου 2007
Κι άλλο παιχνίδι.
Το νέο μπλογκοπαιχνίδι «Τι πιστεύουν οι αναγνώστες σας για εσάς» που εφηύρε ο παναγαπημένος Fight Back παιδαράς, είναι ένα παιχνίδι που θα το παίξω επειδή αγαπώ το Fight Back και μόνο. Ακούς Fight Back μη χέσω;; Πώς παίζεται; Θα γράψω 4 μαλακίες και σεις καλείστε να βρείτε ποια από αυτές τις 4 μαλακίες που θα γράψω είναι αληθινή. Όποιος το βρει, απλά είναι τυχερός και χέστηκε η Φατμέ στο Γενί Τζαμί.
1. Δεν κλάνω ποτέ.
2. Είμαι πανέμορφη, πανέξυπνη κι έχω ένα θαυμάσιο χαρακτήρα.
3. Δε φοβάμαι τις κατσαρίδες. Τις πατάω με το χέρι.
4. Κοιμάμαι μέχρι αργά το πρωί μέσα σε απόλυτη ησυχία αφού δε με ενοχλεί κανένας γείτονας.
Θα βάλω και άλλες τέσσερις να το δυσκολέψω λίγο.
1. Δε βρίζω ποτέ.
2. Είμαι πανέμορφη, πανέξυπνη κι έχω ένα θαυμάσιο χαρακτήρα.
3. Δεν κάνω ανακύκλωση και πετάω σκουπίδια παντού.
4. Όταν παρκάρω, πιάνω 3 θέσεις αν μπορώ. Μαζί με το αυτοκίνητο, βάζω και μία καρέκλα.
Η απάντηση αύριο. Αν το θυμηθώ.
1. Δεν κλάνω ποτέ.
2. Είμαι πανέμορφη, πανέξυπνη κι έχω ένα θαυμάσιο χαρακτήρα.
3. Δε φοβάμαι τις κατσαρίδες. Τις πατάω με το χέρι.
4. Κοιμάμαι μέχρι αργά το πρωί μέσα σε απόλυτη ησυχία αφού δε με ενοχλεί κανένας γείτονας.
Θα βάλω και άλλες τέσσερις να το δυσκολέψω λίγο.
1. Δε βρίζω ποτέ.
2. Είμαι πανέμορφη, πανέξυπνη κι έχω ένα θαυμάσιο χαρακτήρα.
3. Δεν κάνω ανακύκλωση και πετάω σκουπίδια παντού.
4. Όταν παρκάρω, πιάνω 3 θέσεις αν μπορώ. Μαζί με το αυτοκίνητο, βάζω και μία καρέκλα.
Η απάντηση αύριο. Αν το θυμηθώ.
Δευτέρα 7 Μαΐου 2007
Καρκίνος.
Όχι το ζώδιο, ο κανονικός. Μπείτε στραβάδια στο www.megatv.com και δείτε. Γίνεται σήμερα τηλεμαραθώνιος. Μαζεύονται και στο Περιστέρι άκουσα. Την περιοχή ντε! Δίνουν μπαλόνια για 2 ευρώ το ένα. Πάρτε να κάνετε το καλό άμα περνάτε από κει, ρουφήξτε το ήλιο και μιλήστε σαν ούφο, αρκεί να κάνετε το καλό. Δώστε κανά ευρώ ΤΩΡΑ!
Οι ερωτήσεις σκότωσαν το δημοσιογράφο.
Το παρακάτω ερωτηματολόγιο, μου το έδωσε ο kabamaru. Λέω, επειδή η ώρα είναι 8 το πρωί που το γράφω γιατί με ξύπνησαν από τις 7 παρά οι από πάνω ενώ δε με άφησαν να κοιμηθώ όλη νύχτα, να το κάνω λίγο διαφορετικό. Θα απαντάω σε έναν δημοσιογράφο που τον μισώ από τα βάθη της ψυχής μου γιατί δεν έχει ωραίο κούρεμα και γιατί είμαι μεγάλη αρχίδω, αντιπαθητική, πάμπλουτη, κομπλεξική, νευρική και αγενέστατη.
Αυτός ήξερε που πάει. Ας πρόσεχε.
1)Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να κάνεις λίγες ερωτήσεις και να φύγεις γιατί έχεις εμετική φάτσα και θα ξεράσω.
2)εεεε... Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Έτσι είναι οι ερωτήσεις που θα κάνεις; Από που τις πήρες; Από το περιοδικό «Νοικοκυρά κάθε μέρα;» Και ήρθες σε μένα να τις κάνεις; Δε θα τα πάμε καλά..
Σας παρακαλώ.. τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Επιμένεις κιόλας.. χαχαχα.. μ’ αρέσει που επιμένεις... Ο ξύπνιος ρε. Αυτός με κάνει να σηκώνομαι. Ή μια κλανιά, ένας εφιάλτης, το ξυπνητήρι... Τι περιμένεις να σου πω; «Όμορφες σκέψεις και η ανυπομονησία να παίξω με τα 12 κουτάβια μου στον κήπο;» Αηδία...
(κλείνει το κασετοφωνάκι) Μήπως θα μπορούσατε να μου φέρετε ένα ποτήρι με νερό;
Εγώ να σου φέρω ποτήρι με νερό; Να πας στο περίπτερο να αγοράσεις. Σε λίγα χρόνια δε θα έχουμε νερό. Τόσα πλαστικά μπουκαλάκια που έχει το περίπτερο, άμα χαλάσουν, θα τα αμολήσουν στη χωματερή. Άντε, τράβα, κάνε κανένα καλό.
(πάει και έρχεται μετά από λίγο με το νερό του)
Έτσι μπράβο. Ελπίζω να έκανες κι ότι άλλο ήθελες εκεί έξω γιατί εδώ μέσα το μόνο που θα κάνεις είναι να με κοιτάς με αυτά τα απαίσια μάτια, να με ρωτάς αυτές τις άθλιες ερωτήσεις και να βλέπω τα ελεεινά κιτρινισμένα δόντια σου όσο μιλάς... στο χωράφι που μένεις, δεν έχετε οδοντίατρο; Όχι ε; Κρίμα.
(ανοίγει το κασετοφωνάκι)
3)Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Γελάω συνέχεια όταν δεν μου διαλύουν τα αρχίδια κάτι σαν κι εσένα. Τι μαλλί είναι αυτό χρυσό μου; Μου’ ρχεται να σου τραβήξω μία αλλά και πάλι, δε θα φτιάξει... Λέγε.
4)εεε... Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Η μαγκιά να κάθομαι να ανέχομαι μαλακίες. Κοίτα φάτσα. Πώς κοιτάς έτσι; Βγάλε τις τσίμπλες σου. Αχχχ.. δεν αντέχω... αηδία. Τελείωνε. Τελείωνε!
5)Το βασικό ελάττωμά σας;
Να μην κρατιέμαι μερικές φορές και να ρίχνω ανάποδες με το σμαραγδένιο δαχτυλίδι. Να, κοίτα... αν τη φας με αυτό στη μούρη, τη γάμησες.
6)σας παρακαλώ... Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Να σου πω, αρχίζω να βαριέμαι. Έχει κι άλλο; ...Εκτός από άσχημος, είσαι και καθυστερημένος; Γιατί δεν αυτοκτονείς; Πριν όμως, μην ξεχάσεις να κάνεις δωρεά τα όργανά σου. Αν έχεις τίποτα νορμάλ πάνω σου βέβαια. Τελείωνε.
7)Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με τη δική μου. Είμαι ήδη στην ιστορία. Άνοιξε και κανά βιβλίο. Θα μου πεις όλη μέρα στο δρόμο, που να το ανοίξεις; Βρωμάνε οι μασχάλες σου. Αηδιάζω. Μπλκγ.. μπλγκ... πω πω... αναγούλα... Τελείωνε πριν κάνω εμετό πάνω σου.
8)σας παρακαλώ... Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;
Τι με παρακαλείς αγοράκι μου; Ζητάς οίκτο; Τι θες; Αηδία είσαι. Μια σκέτη αηδία. Και οι ήρωές μου είναι αυτοί που σηκώνονται πάνω και σπάνε στο ξύλο όσους τους έχουν εκνευρίσει. Μη με κοιτάς μ’ αυτό το ποντικίσιο βλέμμα. Δε σε χτυπάω γιατί μόλις έβαψα τα νύχια μου. Κοίτα. Αυτό το μανό το αγόρασα στ..
9)Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Να σου πω. Εμένα, δε θα με διακόπτεις. Ποτέ. Για κανένα λόγο. Ειδικά εσύ. Φέρνω τώρα το ροντβάιλερ, που έχω κλειδωμένο μέσα, σε κάνει φέτες και απλά δε σε βρίσκουν ποτέ. Το κατάλαβες; ...Να σου πω, άμα είναι να κατουρηθείς και να μου λερώσεις τον καναπέ, κάτσε στο πάτωμα καλύτερα. Τι με ρώτησες;
Εεε.. ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι.
Αυτό που δε θα πας ποτέ εσύ! Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!!! Κουράδα!!
10)Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Κάτι ανώνυμοι που γράφουν τσόντες. Τις διαβάζω δυνατά και τραβάμε μαλακία καμιά φορά όλοι μαζί. Θες να σου δείξω;
11)Όχι, όχι, σας παρακαλώ! ...Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Τα μεγάλα αρχίδια αγοράκι μου... Εσύ έχεις; Δεν το βλέπω. Και τρέμεις. Τι έγινε; Φτιάχτηκες; Να δω τα αρχιδάκια σου, να τα δω...
Σας παρακαλώ σταματήστε.. μη σας παρακαλώ...
Μην κουνιέσαι. Θυμήσου. Ροντβάιλερ. ...έτσι μπράβο... ήσυχος. Λέγε.
12) Ποια αρετή προτιμάτε σε μια γυναίκα;
Βαρέθηκα. ...Τι με κοιτάς; Περιμένεις να σου απαντήσω; Πόσο αντιπαθώ κάτι επίμονα σκουλήκια σαν κι εσένα... Καμία αρετή δεν προτιμώ στις άλλες. Τις έχω καβατζώσει όλες εγώ. Αυτές, δεν πρόλαβαν να ψωνίσουν.
13)Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ροντβάιλερ... Ροντβάιλερ... μην ιδρώνεις και μυρίζεις χειρότερα... απλά μου αρέσει η λέξη. Δεν είναι εύηχη; Άκου πως κουδουνίζει το ρο στην αρχή και στο τέλος της λέξης... άκου... ρρρρροντβάιλερρρρ... δεν είναι υπέροχο;
14).....εεε... Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Τι να σου πω.. Τα φίδια σφυρίζουν, κάτι λαϊκοί σαν κι εσένα σφυρίζουν και κάτι σφυρίχτρες σφυρίζουν... εγώ, τραγουδάω. Και τραγουδάω ό,τι γουστάρω και δε θα σου πω να με σκέφτεσαι γυμνή στο μπάνιο και να την παίζεις. Ούτε συ, ούτε οι άλλοι άρρωστοι που θα διαβάσουν τις πίπες που θα γράψεις. Το’ πιασες;
Μα... σας παρακαλώ... πρέπει να απαντάτε στις ερωτήσεις...
Πρέπει;; Όχι δεν πρέπει. Σίγουρα δεν πρέπει να κάνω τίποτα από ό,τι λες εσύ. ΟΚ; Συνέχισε.
15)Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Μια φορά μου πέταξε ένας αλήτης ένα βιβλίο και μάντεψε... τι κουδουνίζει εύηχα;;; ρρρρρ...ρρρρρρρ.... ρρρροντβάιλερρρρρρ... Κρίμα... κι ήταν ωραίο αγόρι... αλλά δεν πρόσεχε.... κατάλαβες; Κατάλαβες;
Σας παρακαλώ... με πονάτε...
Τι; Τα μαγουλάκια σου είναι τρυφερά; Πονάνε; Δηλαδή άμα τα δαγκώσω δυνατά, θα ματώσουν;; ...Μην κάνεις πίσω... δεν πρόκειται να σε ακουμπήσω άλλο... σιχαίνομαι.
16)Σας παρακαλώ... Η ταινία που σας σημάδεψε;
Είναι τόσο βαρετό. Τόσο γαμημένα βαρετό. Ότι και να κάνω, το γυρίζεις και είναι τόσο γαμημένα βαρετό. Αλλά γι’ αυτό έχεις έρθει. Τι μαλακία να σου ανοίξω. Έπρεπε να σε αφήσω έξω να περιμένεις και να αφήσω το.... ρρρρρρρ..... ρρρρρρρ...
Σας παρακαλώ... Υπάρχει κάποια ταινία που να σας άρεσε;
Ναι αμέ. Το παλαμάρι του βαρκάρη. Παλιά αλλά κλασική. Την έχεις δει;
17)Ναι... ναι... εεε... Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ναι, μμμ, τι να σας πω. Πολλοί είναι οι αγαπημένοι μου αλλά ο Νταλί είναι ο πιο καλός.. Μμμ, όχι τώρα που το σκέφτομαι... ο Λεονάρντο Ντα βίντσι... Ή μάλλον, ο... αυτός μωρέ... που έκοψε το αυτί του.. ο Βαν Γκογκ, είναι;; Βαριέμαι. Ωραίο δαχτυλίδι ε; Ξέρεις, ανάλογα με τη δύναμη που θα το φας στο πρόσωπο, θα σου κάνει και ανάλογο σημάδι... ανάλογα.. μπορεί να σου δείξω σε κάποια φάση...
18)Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το κλανί. Αυτό το ευκοιλιέ, τσιρλί, που μοιάζει με το χρώμα του δέρματός σου. Αλήθεια, με διάρροια αλείφεσαι και έχεις αυτό το χρώμα; Μπορείς να κάνεις σολάριουμ, άμα θες, δεν είναι ανάγκη να αλείφεσαι με σκατά.. αλλά θα μου πεις που να βρεις τα λεφτά... βρωμάς.. σε σιχαίνομαι.. τελείωνε να φύγεις.
19)Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Όταν ένα παρόμοιο αρχίδι σαν κι εσένα, μάλλον καριόλα, γιατί γυναίκα ήταν, με εμετικά μαλλιά σαν τα δικά σου, αλήθεια υπάρχει συγκεκριμένο κομμωτήριο που πας και λες ‘θέλω να με κάνετε σαν γαμώ το μουνί της Χάιδως’ και σε κάνουν έτσι; Μάγκας ο τύπος. Έχει βρει θύματα. ...Τι λέγαμε; Α ναι. Βλέπω τη φάτσα σου και δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Έχει ανακατευτεί το στομάχι μου... όταν λοιπόν αυτή, μου έκανε τέτοιου τύπου ηλίθιες ερωτήσεις, την άρπαξα από τα μαλλιά, της χτύπησα τη μούρη στο τραπεζάκι... να κοίτα... βλέπεις εδώ τη γωνία που έχει φαγωθεί; Από το κεφάλι της είναι. Δεν το έχω αλλάξει γιατί το βλέπω και μου φτιάχνει η διάθεση.. Της έσπασα τη μύτη λοιπόν και μετά άρχισα να την κλωτσάω στο στομάχι. Ευτυχώς, πως μου ήρθε.. μερικές φορές έχω διαίσθηση... φορούσα αρβύλες.... την είχα δει άρμι λουκ εκείνη την ημέρα... πρέπει να τις διέλυσα τα εσωτερικά της όργανα... χαχαχα τι πλάκα...
20) ...Ακόμα λίγες ερωτήσεις και φεύγω... μπορείτε να κάνετε λίγη υπομονή; Το αγαπημένο σας ποτό ποιο είναι;
Όχι, δεν μπορώ να κάνω υπομονή αλλά θα προσπαθήσω. Αν δεν τα καταφέρω, δε θα φταίω. Στο είπα. Δεν μπορώ να κάνω υπομονή. Βλέπεις να πίνω κάτι τώρα;
Εεε... έχετε μια κούπα μπροστά σας... δεν ξέρω τι έχει μέσα...
Ε... αυτό είναι το αγαπημένο μου ποτό.
21)...Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Που δε φέρνω στο σαλόνι πιο συχνά το ρρρρροντβάιλερρρρ.... Κρίμα κι αυτό μοναχούλι του...
22)σας παρακαλώ.. τελειώνουμε... Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ' όλα;
Τύπους σαν κι εσένα. Σας φαντάζομαι μόνο νεκρούς. Θα έχετε πετύχει και το χρώμα που σας πάει περισσότερο. Τσιρλί ανοιχτό.
23)Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να κλάνω και να προσπαθώ να κολλήσω τη μύτη μου στον κώλο μου όπως οι σκύλοι. Βλέπω συχνά το ρρρρρρρ..... να το κάνει... ρρρρρρρ..... ρρρρρρρρ......
24)Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να χεστείς απάνω σου και να μου λερώσεις τον καναπέ.
25) σας παρακαλώ... τελειώνουμε...σας παρακαλώ... Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Όταν χρειάζεται. Π.χ. «Εσείς τον σκοτώσατε;» «Νομίζετε κύριε αστυφύλακα πως είμαι ικανή για κάτι τέτοιο; Με χάπια για την καρδιά ζω.»
26)σας παρακαλώ.. ειλικρινά... Ποιο είναι το μότο σας;
Σου γαμώ το σπίτι.
27)Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Αλήθεια σου γαμώ το σπίτι. Σήκω και φύγε τώρα.
28)σας παρακαλώ, δύο ακόμα...Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Σήκω τώρα... και φύγε.
29)Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Μπορώ να δω το κασετοφωνάκι σου;
...εε ξέρετε... δεν το δίνω...
Φέρ’ το εδώ ρε που θα σου ζητήσουμε και την άδεια...
Μη σας παρακαλώ...
Κάνε πίσω ρε μαλακισμένο... γκρατς μπαμ γντουπ, ντόιν...
Το σπάσατε...
Φύγε. Τώρα.
Θα σας κάνω μήνυση...
Ρρρρρρρρρρρρρρρρρρροοοοοοοοον!!!!!!! (ακούγεται λυσσαλέο γαύγισμα)
Αυτός ήξερε που πάει. Ας πρόσεχε.
1)Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;
Να κάνεις λίγες ερωτήσεις και να φύγεις γιατί έχεις εμετική φάτσα και θα ξεράσω.
2)εεεε... Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Έτσι είναι οι ερωτήσεις που θα κάνεις; Από που τις πήρες; Από το περιοδικό «Νοικοκυρά κάθε μέρα;» Και ήρθες σε μένα να τις κάνεις; Δε θα τα πάμε καλά..
Σας παρακαλώ.. τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;
Επιμένεις κιόλας.. χαχαχα.. μ’ αρέσει που επιμένεις... Ο ξύπνιος ρε. Αυτός με κάνει να σηκώνομαι. Ή μια κλανιά, ένας εφιάλτης, το ξυπνητήρι... Τι περιμένεις να σου πω; «Όμορφες σκέψεις και η ανυπομονησία να παίξω με τα 12 κουτάβια μου στον κήπο;» Αηδία...
(κλείνει το κασετοφωνάκι) Μήπως θα μπορούσατε να μου φέρετε ένα ποτήρι με νερό;
Εγώ να σου φέρω ποτήρι με νερό; Να πας στο περίπτερο να αγοράσεις. Σε λίγα χρόνια δε θα έχουμε νερό. Τόσα πλαστικά μπουκαλάκια που έχει το περίπτερο, άμα χαλάσουν, θα τα αμολήσουν στη χωματερή. Άντε, τράβα, κάνε κανένα καλό.
(πάει και έρχεται μετά από λίγο με το νερό του)
Έτσι μπράβο. Ελπίζω να έκανες κι ότι άλλο ήθελες εκεί έξω γιατί εδώ μέσα το μόνο που θα κάνεις είναι να με κοιτάς με αυτά τα απαίσια μάτια, να με ρωτάς αυτές τις άθλιες ερωτήσεις και να βλέπω τα ελεεινά κιτρινισμένα δόντια σου όσο μιλάς... στο χωράφι που μένεις, δεν έχετε οδοντίατρο; Όχι ε; Κρίμα.
(ανοίγει το κασετοφωνάκι)
3)Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Γελάω συνέχεια όταν δεν μου διαλύουν τα αρχίδια κάτι σαν κι εσένα. Τι μαλλί είναι αυτό χρυσό μου; Μου’ ρχεται να σου τραβήξω μία αλλά και πάλι, δε θα φτιάξει... Λέγε.
4)εεε... Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;
Η μαγκιά να κάθομαι να ανέχομαι μαλακίες. Κοίτα φάτσα. Πώς κοιτάς έτσι; Βγάλε τις τσίμπλες σου. Αχχχ.. δεν αντέχω... αηδία. Τελείωνε. Τελείωνε!
5)Το βασικό ελάττωμά σας;
Να μην κρατιέμαι μερικές φορές και να ρίχνω ανάποδες με το σμαραγδένιο δαχτυλίδι. Να, κοίτα... αν τη φας με αυτό στη μούρη, τη γάμησες.
6)σας παρακαλώ... Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Να σου πω, αρχίζω να βαριέμαι. Έχει κι άλλο; ...Εκτός από άσχημος, είσαι και καθυστερημένος; Γιατί δεν αυτοκτονείς; Πριν όμως, μην ξεχάσεις να κάνεις δωρεά τα όργανά σου. Αν έχεις τίποτα νορμάλ πάνω σου βέβαια. Τελείωνε.
7)Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Με τη δική μου. Είμαι ήδη στην ιστορία. Άνοιξε και κανά βιβλίο. Θα μου πεις όλη μέρα στο δρόμο, που να το ανοίξεις; Βρωμάνε οι μασχάλες σου. Αηδιάζω. Μπλκγ.. μπλγκ... πω πω... αναγούλα... Τελείωνε πριν κάνω εμετό πάνω σου.
8)σας παρακαλώ... Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;
Τι με παρακαλείς αγοράκι μου; Ζητάς οίκτο; Τι θες; Αηδία είσαι. Μια σκέτη αηδία. Και οι ήρωές μου είναι αυτοί που σηκώνονται πάνω και σπάνε στο ξύλο όσους τους έχουν εκνευρίσει. Μη με κοιτάς μ’ αυτό το ποντικίσιο βλέμμα. Δε σε χτυπάω γιατί μόλις έβαψα τα νύχια μου. Κοίτα. Αυτό το μανό το αγόρασα στ..
9)Το αγαπημένο σας ταξίδι;
Να σου πω. Εμένα, δε θα με διακόπτεις. Ποτέ. Για κανένα λόγο. Ειδικά εσύ. Φέρνω τώρα το ροντβάιλερ, που έχω κλειδωμένο μέσα, σε κάνει φέτες και απλά δε σε βρίσκουν ποτέ. Το κατάλαβες; ...Να σου πω, άμα είναι να κατουρηθείς και να μου λερώσεις τον καναπέ, κάτσε στο πάτωμα καλύτερα. Τι με ρώτησες;
Εεε.. ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι.
Αυτό που δε θα πας ποτέ εσύ! Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!!!! Κουράδα!!
10)Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;
Κάτι ανώνυμοι που γράφουν τσόντες. Τις διαβάζω δυνατά και τραβάμε μαλακία καμιά φορά όλοι μαζί. Θες να σου δείξω;
11)Όχι, όχι, σας παρακαλώ! ...Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;
Τα μεγάλα αρχίδια αγοράκι μου... Εσύ έχεις; Δεν το βλέπω. Και τρέμεις. Τι έγινε; Φτιάχτηκες; Να δω τα αρχιδάκια σου, να τα δω...
Σας παρακαλώ σταματήστε.. μη σας παρακαλώ...
Μην κουνιέσαι. Θυμήσου. Ροντβάιλερ. ...έτσι μπράβο... ήσυχος. Λέγε.
12) Ποια αρετή προτιμάτε σε μια γυναίκα;
Βαρέθηκα. ...Τι με κοιτάς; Περιμένεις να σου απαντήσω; Πόσο αντιπαθώ κάτι επίμονα σκουλήκια σαν κι εσένα... Καμία αρετή δεν προτιμώ στις άλλες. Τις έχω καβατζώσει όλες εγώ. Αυτές, δεν πρόλαβαν να ψωνίσουν.
13)Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Ροντβάιλερ... Ροντβάιλερ... μην ιδρώνεις και μυρίζεις χειρότερα... απλά μου αρέσει η λέξη. Δεν είναι εύηχη; Άκου πως κουδουνίζει το ρο στην αρχή και στο τέλος της λέξης... άκου... ρρρρροντβάιλερρρρ... δεν είναι υπέροχο;
14).....εεε... Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
Τι να σου πω.. Τα φίδια σφυρίζουν, κάτι λαϊκοί σαν κι εσένα σφυρίζουν και κάτι σφυρίχτρες σφυρίζουν... εγώ, τραγουδάω. Και τραγουδάω ό,τι γουστάρω και δε θα σου πω να με σκέφτεσαι γυμνή στο μπάνιο και να την παίζεις. Ούτε συ, ούτε οι άλλοι άρρωστοι που θα διαβάσουν τις πίπες που θα γράψεις. Το’ πιασες;
Μα... σας παρακαλώ... πρέπει να απαντάτε στις ερωτήσεις...
Πρέπει;; Όχι δεν πρέπει. Σίγουρα δεν πρέπει να κάνω τίποτα από ό,τι λες εσύ. ΟΚ; Συνέχισε.
15)Το βιβλίο που σας σημάδεψε;
Μια φορά μου πέταξε ένας αλήτης ένα βιβλίο και μάντεψε... τι κουδουνίζει εύηχα;;; ρρρρρ...ρρρρρρρ.... ρρρροντβάιλερρρρρρ... Κρίμα... κι ήταν ωραίο αγόρι... αλλά δεν πρόσεχε.... κατάλαβες; Κατάλαβες;
Σας παρακαλώ... με πονάτε...
Τι; Τα μαγουλάκια σου είναι τρυφερά; Πονάνε; Δηλαδή άμα τα δαγκώσω δυνατά, θα ματώσουν;; ...Μην κάνεις πίσω... δεν πρόκειται να σε ακουμπήσω άλλο... σιχαίνομαι.
16)Σας παρακαλώ... Η ταινία που σας σημάδεψε;
Είναι τόσο βαρετό. Τόσο γαμημένα βαρετό. Ότι και να κάνω, το γυρίζεις και είναι τόσο γαμημένα βαρετό. Αλλά γι’ αυτό έχεις έρθει. Τι μαλακία να σου ανοίξω. Έπρεπε να σε αφήσω έξω να περιμένεις και να αφήσω το.... ρρρρρρρ..... ρρρρρρρ...
Σας παρακαλώ... Υπάρχει κάποια ταινία που να σας άρεσε;
Ναι αμέ. Το παλαμάρι του βαρκάρη. Παλιά αλλά κλασική. Την έχεις δει;
17)Ναι... ναι... εεε... Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
Ναι, μμμ, τι να σας πω. Πολλοί είναι οι αγαπημένοι μου αλλά ο Νταλί είναι ο πιο καλός.. Μμμ, όχι τώρα που το σκέφτομαι... ο Λεονάρντο Ντα βίντσι... Ή μάλλον, ο... αυτός μωρέ... που έκοψε το αυτί του.. ο Βαν Γκογκ, είναι;; Βαριέμαι. Ωραίο δαχτυλίδι ε; Ξέρεις, ανάλογα με τη δύναμη που θα το φας στο πρόσωπο, θα σου κάνει και ανάλογο σημάδι... ανάλογα.. μπορεί να σου δείξω σε κάποια φάση...
18)Το αγαπημένο σας χρώμα;
Το κλανί. Αυτό το ευκοιλιέ, τσιρλί, που μοιάζει με το χρώμα του δέρματός σου. Αλήθεια, με διάρροια αλείφεσαι και έχεις αυτό το χρώμα; Μπορείς να κάνεις σολάριουμ, άμα θες, δεν είναι ανάγκη να αλείφεσαι με σκατά.. αλλά θα μου πεις που να βρεις τα λεφτά... βρωμάς.. σε σιχαίνομαι.. τελείωνε να φύγεις.
19)Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;
Όταν ένα παρόμοιο αρχίδι σαν κι εσένα, μάλλον καριόλα, γιατί γυναίκα ήταν, με εμετικά μαλλιά σαν τα δικά σου, αλήθεια υπάρχει συγκεκριμένο κομμωτήριο που πας και λες ‘θέλω να με κάνετε σαν γαμώ το μουνί της Χάιδως’ και σε κάνουν έτσι; Μάγκας ο τύπος. Έχει βρει θύματα. ...Τι λέγαμε; Α ναι. Βλέπω τη φάτσα σου και δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Έχει ανακατευτεί το στομάχι μου... όταν λοιπόν αυτή, μου έκανε τέτοιου τύπου ηλίθιες ερωτήσεις, την άρπαξα από τα μαλλιά, της χτύπησα τη μούρη στο τραπεζάκι... να κοίτα... βλέπεις εδώ τη γωνία που έχει φαγωθεί; Από το κεφάλι της είναι. Δεν το έχω αλλάξει γιατί το βλέπω και μου φτιάχνει η διάθεση.. Της έσπασα τη μύτη λοιπόν και μετά άρχισα να την κλωτσάω στο στομάχι. Ευτυχώς, πως μου ήρθε.. μερικές φορές έχω διαίσθηση... φορούσα αρβύλες.... την είχα δει άρμι λουκ εκείνη την ημέρα... πρέπει να τις διέλυσα τα εσωτερικά της όργανα... χαχαχα τι πλάκα...
20) ...Ακόμα λίγες ερωτήσεις και φεύγω... μπορείτε να κάνετε λίγη υπομονή; Το αγαπημένο σας ποτό ποιο είναι;
Όχι, δεν μπορώ να κάνω υπομονή αλλά θα προσπαθήσω. Αν δεν τα καταφέρω, δε θα φταίω. Στο είπα. Δεν μπορώ να κάνω υπομονή. Βλέπεις να πίνω κάτι τώρα;
Εεε... έχετε μια κούπα μπροστά σας... δεν ξέρω τι έχει μέσα...
Ε... αυτό είναι το αγαπημένο μου ποτό.
21)...Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
Που δε φέρνω στο σαλόνι πιο συχνά το ρρρρροντβάιλερρρρ.... Κρίμα κι αυτό μοναχούλι του...
22)σας παρακαλώ.. τελειώνουμε... Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ' όλα;
Τύπους σαν κι εσένα. Σας φαντάζομαι μόνο νεκρούς. Θα έχετε πετύχει και το χρώμα που σας πάει περισσότερο. Τσιρλί ανοιχτό.
23)Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;
Να κλάνω και να προσπαθώ να κολλήσω τη μύτη μου στον κώλο μου όπως οι σκύλοι. Βλέπω συχνά το ρρρρρρρ..... να το κάνει... ρρρρρρρ..... ρρρρρρρρ......
24)Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Να χεστείς απάνω σου και να μου λερώσεις τον καναπέ.
25) σας παρακαλώ... τελειώνουμε...σας παρακαλώ... Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
Όταν χρειάζεται. Π.χ. «Εσείς τον σκοτώσατε;» «Νομίζετε κύριε αστυφύλακα πως είμαι ικανή για κάτι τέτοιο; Με χάπια για την καρδιά ζω.»
26)σας παρακαλώ.. ειλικρινά... Ποιο είναι το μότο σας;
Σου γαμώ το σπίτι.
27)Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Αλήθεια σου γαμώ το σπίτι. Σήκω και φύγε τώρα.
28)σας παρακαλώ, δύο ακόμα...Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
Σήκω τώρα... και φύγε.
29)Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;
Μπορώ να δω το κασετοφωνάκι σου;
...εε ξέρετε... δεν το δίνω...
Φέρ’ το εδώ ρε που θα σου ζητήσουμε και την άδεια...
Μη σας παρακαλώ...
Κάνε πίσω ρε μαλακισμένο... γκρατς μπαμ γντουπ, ντόιν...
Το σπάσατε...
Φύγε. Τώρα.
Θα σας κάνω μήνυση...
Ρρρρρρρρρρρρρρρρρρροοοοοοοοον!!!!!!! (ακούγεται λυσσαλέο γαύγισμα)
Πέμπτη 3 Μαΐου 2007
Εκτός ελέγχου.
Όταν αποφασίζω να χαλαρώσω, το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον μου. Αυτή είναι και η πάσα αλήθεια. Δε δικαιολογείται διαφορετικά αυτό που μου συμβαίνει. Με το που πάω να χαλαρώσω, κάτι με ανατινάζει λες κι είμαι ο Μπάτμαν που έτσι και κουλάρει, θα χαθεί η Γκόθαμ Σίτι. Από την άλλη, αν ήταν τουαλέτα ο Μπάτμαν την ώρα που ένας κακοποιός πάταγε το κόκκινο κουμπί που θα κατέστρεφε τον πλανήτη, τι θα γινόταν; Θα καταστρεφόταν ο πλανήτης, απλά. Έτσι λοιπόν κι εγώ. Το σύμπαν δε μ’ αφήνει ούτε να κάνω τσίσα. Μα τι έγινε, θα αναρωτιούνται οι εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο (βλ. Santos). Χέστηκα κι η βάρκα γέρνει, αφήστε τα, γυρίστε στις δουλειές σας, εδώ υπάρχει μια παράλογη συνομωσία εναντίον μου λέμε.
Χτες το μεσημέρι, μετά την 85η κρίση άγχους, αποφασίζω να κουλάρω. Πάω με δυο φίλες μου να πιω καφέ στην ταράτσα ενός μουσείου με θέα Ακρόπολη, Γκάζι και τα ρέστα, κουλτούρα καβλέρ σας λέω, και κει που είμαι αρντάν και κάνω αααχχχ... τι ωραία... χτυπάει το κινητό. Είχε γενέθλια μία φίλη μου και το ξέχασα. Αναπτήρας στον κώλο. Νέα αποστολή. Από κει που ήμανε, έπρεπε να πάω αλλού να ξαναράξω. Κάθομαι με τον αναπτήρα να σιγοκαίει τον κώλο μου αλλά επειδή έχω συνηθίσει, δεν έδινα και ιδιαίτερη σημασία. Πας να χαλαρώσεις, να ξεχαστείς; Λάθος κίνηση. Άντε φεύγουμε, πάω στη γενεθλιάζουσα ααααχχχχ...ωραία... Άραγμα. Τα ήπιαμε, τα είπαμε, τρε μπον. Καλά έως εδώ έτσι; Πάει αργά, πάω σπίτι ποδαράτο. Αααααχχχχ... έφτασα. Κουρούμπελο, πάω προς το δωμάτιο. Και τι βλέπω; Το δεύτερο τίναγμα της ημέρας γιατί τελικά, εγώ, ποτέ δεν μπορώ να φάω μόνο ένα. Μια μικρή κατσαρίδα πάνω στην κάσα της πόρτας του υπνοδωματίου. Αν η κατσαρίδα -όσο μικρή κι αν είναι- βρίσκεται σε μικρότερη απόσταση των 2 μέτρων, φρικάρω. Ε αυτή ήταν δίπλα μου. Την κοιτάω, γουρλώνω τα μάτια, όχι δε φώναξα, δεν πρόκαμα, σοκαρίστηκα με το θράσος της, γιατί πριν μία εβδομάδα είχα ψεκάσει τα πάντα και δεν πάταγα σπίτι για 4 μέρες να μην πεθάνω από τη μαστούρα-μπόχα του κατσαριδοκτόνου. Σκέφτομαι πώς να τη φάω λάχανο την πουτάνα -μέσ’το λιώμα μου τώρα καταλαβαίνετε- και που μπαίνει η καριόλα ρε πούστη μου; Στην μικρή εσοχή-τρύπα που υπάρχει στην κάσα για να κλείνει η πόρτα. Καλά, δεν υπήρχε να βάλω χέρι εκεί μέσα και να την πατήσω, τόσο χαρντκορού δεν είμαι. Παίρνω μία χαρτοπετσέτα μεγάλη, τη διπλώνω και τη βάζω στην τρύπα. Εκεί θα πεθάνεις καριόλα, της είπα, από την πείνα και τη δίψα. Εννοείται πως εγώ αυτή τη χαρτοπετσέτα, δεν πρόκειται να την ακουμπήσω. Εκεί θα μείνει μέχρι να έρθει κάποιος άντρας να τη βγάλει. Παίζει φυσικά μέχρι να φέρω τη χαρτοπετσέτα να έφυγε η πουτάνα και γω να νομίζω ότι είναι ενταφιασμένη εκεί αλλά δε θέλω να σκέφτομαι αυτό το ενδεχόμενο. Αρκετά έχω στο κεφάλι μου. Ξαναχαλαρώνω και πάω για τσίσα. Τι είπες; Ξαναχαλάρωσες; Χα! Εκεί που πάω να κατουρήσω, να σου άλλη μία κατσαριδούλα δίπλα στο πλυντήριο. Έτσι όπως πετάχτηκα πως δεν κατούρησα το νιπτήρα, δεν ξέρω. Και μετά σου λέει δεν κατουράνε όρθιες οι γυναίκες. Watch me. Ναι, στη δεύτερη κατσαρίδα, ομολογώ, φώναξα. Πετάγομαι με το βρακί κατεβασμένο, την πατάω, ξεφεύγει η πουτάνα, ήταν μικρή βλέπεις, μπαίνει κάτω από το πλυντήριο. Σκεφτόμουν τι να κάνω. Αν ψεκάσω λέω, θα πεθάνω. Τι να κάνω όμως; Να σηκώσω το πλυντήριο σαν τον απίθανο Χουλκ και μόλις εμφανιστεί να το πετάξω πάνω της; Πάει πολύ. Ας ανεβάσω τα βρακιά μου. Φέρνω κατσαριδοκτόνο, ψεκάζω λίγο κάτω από το πλυντήριο, κλείνω την πόρτα του μπάνιου και πάω για ύπνο. Αρχίδια. Που να κοιμηθείς με τη μπόχα. Γαμώ τη ζωή μου, γαμώ την κοινωνία μου, γαμώ την πουτάνα μου, γαμώ τις κατσαρίδες, γαμώ τη χαλάρωσή μου, γαμώ την ηρεμία μου, γαμώ! Πάω στο άλλο δωμάτιο που ήταν πιο μακριά από τη μπόχα. Βγάζω πάνω απ’ το κρεβάτι την Άρτα και τα Γιάννενα, τα τακτοποιώ στις ντουλάπες, στρώνω και άντε την πέφτω. Και όλα αυτά, πάντα λιώμα, μην ξεχνιόμαστε. Ανοίγω την τηλεόραση και –τι ξάπλωσες; Χαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- και δεν είχε κεραία. Σηκώνομαι, πάω στο σαλόνι, παίρνω την κεραία, τη βάζω στην τηλεόραση και ξαπλώνω. –Ξάπλωσες; Χαχαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- Δεν μου άρεσε αυτό που έπαιζε, κάνω έτσι, το τηλεκοντρόλ δίπλα στην τηλεόραση. Ξανασηκώνομαι, το παίρνω, ξαναξαπλώνω. –Τι; Ξάπλωσες; Χαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- Η μπόχα άρχισε να επεκτείνεται επικίνδυνα προς τη μύτη μου αν και είχα ψεκάσει ελάχιστα γαμώ την πουτάνα μου. Ξανασηκώνομαι, ανοίγω διάπλατα τα τζάμια όλων των δωματίων με την ευχή να μη μπούνε μέσα όσες κατσαριδούλες είναι έξω. Ξαναξαπλώνω – τι; Ξάπλωσες; Χαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- και χαζεύοντας την τηλεόραση, γλαρώνω. Επιτέλους λέω, ύπνος... –θα ξανασηκωθείς είπαμε!- και κει που ο ύπνος χαϊδεύει τα πεντάμορφα βλέφαρά μου... αρχίζω να κρυώνω. Εντάξει, κάποιος με δουλεύει, είναι σαφές. Σηκώνομαι, πάω μέσα, παίρνω το σκαμπό, ανεβαίνω πάνω, ξεκλειδώνω την ντουλάπα, μου’ ρχονται στη μούρη 2-3 υπέρδιπλες κουβέρτες, γλιστράει το σκαμπό, πάω να κρατηθώ και το πιο κοντινό μέρος να κρατηθώ είναι η κάσα της πόρτας που είχα βουλώσει την κατσαρίδα-Φαραώ με την χαρτοπετσέτα, το συνειδητοποιώ, προκειμένου να ακουμπήσω εκεί καλύτερα να σκοτωθώ, αλλάζω γνώμη τη θέλω τη ζωή μου, πιάνομαι από το χερούλι της πόρτας, κάνω δυο τρεις φούρλες πάνω στο σκαμπό και τελικά έπεσα πάνω στο κρεβάτι με ένα μπλουζόν και φορετές τις κουβέρτες από πάνω μου. Εκεί αναρωτήθηκα τι ακριβώς έχω κάνει στις προηγούμενες ζωές μου και τώρα παθαίνω όλο γκάφες αλλά ήμουν πολύ ταλαιπωρημένη για να σκεφτώ και σηκώθηκα. Παίρνω τη μία κουβέρτα, πάω, ξαπλώνω, ξεράθηκα.
Πρωί. Με ξυπνάει ο σκύλος της ξεκώλος από πάνω στις 6:30. Το κεφάλι μου είναι 896 κιλά το λιγότερο. Δε βρίζω. Δεν έχω κουράγιο. Συνήθως σηκώνομαι με 2-3 βαριά μπινελίκια. Θέλω τσίσα. Ποιος μπαίνει στο μπάνιο τώρα που βρωμάει κατσαριδοκτόνο και μπορεί να δω και το πτώμα της παλιοβρώμας; Αν και αυτό ήλπιζα. Να δω το πτώμα. Ανοίγω την πόρτα. Μπόχα. Πτώμα πουθενά. Καριόλα. Πέθανες κάτω από το πλυντήριο, κάνεις μπάνιο στη λεκάνη ή έχεις πάει να γεννήσεις; Κάνω πιπί με τα μάτια γουρλωμένα στο πάτωμα, βγαίνω απ’ το μπάνιο πιο μαστουρωμένη απ’ ότι ξύπνησα, ανοίγω όλα τα παράθυρα να μπει καθαρός αέρας και παίρνω σβάρνα όλους τους καναπέδες-κρεβάτια- πολυθρόνες στη διαδρομή γιατί δε βαστάω να είμαι όρθια πάνω από 10 δευτερόλεπτα. Σηκώνομαι μετά από κάνα δυο ώρες, και ετοιμάζομαι να πάω Αθήνα για κάτι δουλειές. Παρά την περιπέτεια και το βαρύ κεφάλι, παραδόξως, δεν είχα νεύρα. Ε με τέτοιο κεφάλι, που να βρω τα νεύρα; Βγαίνω έξω σα ζόμπι, περπατάω πόση ώρα και σε κάποια φάση, γιατί βαρέθηκα, μπαίνω σε ένα τρόλεϊ. Ε, μισή στάση πριν κατέβω, μπαίνει ελεγκτής. Και φυσικά, δεν έχω ακυρώσει εισιτήριο. Επίτηδες; Όχι βέβαια! Είμαι φυτό λέμε! Φυτό! Το ξέχασα γιατί εδώ και 6 μήνες είχα κάρτα απεριορίστων. Την έκοψα και το ξέχασα. Εντωμεταξύ, μπαίνει ο ελεγκτής και δε μπορώ να κάνω και τίποτα γιατί είμαι πρώτη μούρη στο Καβούρι, μπροστά-μπροστά, δίπλα στον οδηγό. Μη χάσω. Σηκώνω τα χέρια ψηλά -καλά, όχι πολύ ψηλά, οι παλάμες στους ώμους- και με ύφος κουταβιού, λέω του ελεγκτή «το ξέχασα». Τι να σου κάνω μου λέει, 30 ευρώ. Τα δίνω, κοίταζα και την απόδειξη και καλά κυρία, δε με νοιάζει, και κει σκέφτηκα ότι τώρα πρέπει να τα πάρω στο κρανίο και να βάλω και τα κλάματα στο τσακίρ κέφι. Μετά όμως, σκέφτηκα ότι είμαι ταγμένη να μη χαλαρώνω ποτέ, κι όταν χαλαρώνω θα τιμωρούμαι, οπότε το δέχτηκα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Τόσο καιρό με κάρτα, δεν πέτυχα ούτε μία γαμημένη φορά ελεγκτή. Και μιλάμε έμπαινα σε ΜΜΜ συνέχεια. Τώρα, που δεν έχω κάρτα, ούτε φράγκα για πέταμα, για τρεις στάσεις, τον πέτυχα.
Στη συνέχεια, πάω για καφέ-δουλειές- μαλακίες, κι αρχίζω τελικά να εκνευρίζομαι! Άντε ντε! Που ήσασταν τόση ώρα νεύρα μου; Ο κωλοκαφές! Μου τίναξε τα μυαλά στον αέρα! Σιγά μη χαλαρώσω και δε σπαστώ μια μέρα! Πας καλά;;; Ζέστη. Πείνα. Νεύρα! Γυρίζω σπίτι, φτιάχνω κάτι να φάω και αρχίζει να μου τη δίνει μια πουτάνα κατσαρόλα. Μα τη γαμημένη, μου έσπασε τα νεύρα σήμερα. Να έχω το κεφάλι 800 κιλά, να πεινάω, να σκέφτομαι ότι μπορούν να παίζουν κατσαρίδες και να έχω και την κωλοκατσαρόλα να μην κάθεται στη θέση της! Την πλένω, τη βάζω τη γαμημένη γυρτά να στραγγίξει και μόλις γυρίζω την πλάτη μου, να γυρίζει από την άλλη η πουτάνα και να πέφτει για να με τρομάξει. 5 φορές έγινε αυτό! Τι θες μωρή καριόλα; να της λέω, ακίνητη αυτή. Την κοίταζα σιωπηλή να δω μήπως κινείται ύπουλα, τίποτα. Ακίνητη. Γύριζα το κεφάλι μου απ’ την άλλη, έπεφτε πάνω στα άλλα πιάτα, τα μαχαιροπίρουνα, μου έκοβε το αίμα. Μεγάλη καριόλα.(Καλά, αυτοί οι γείτονες δίπλα που ακούνε τους μονολόγους μου, θα νομίζουν ότι έχω κανέναν και τον βασανίζω εδώ μέσα... γάμα τα.)
Καυγαδίζω λοιπόν με την κατσαρόλα, λέω ας φτιάξω κι ένα ρυζόγαλο. Άσχετο. Παίρνω τα υλικά και τη συνταγή κι αρχίζω. Και μαζί, αρχίζει και η παράνοια. Έβλεπα παντού κατσαριδάκια. Όχι, δεν υπήρχαν. Εγώ τα έβλεπα τα γαμίδια. Ένα χνουδάκι εκεί, ααααααααα εγώ, φώναζα με την κουτάλα στο χέρι, πάω στο δωμάτιο να βάλω τηλεόραση να ακούσω καμιά είδηση, να με ακουμπάει τρίχα στο λαιμό, αααααααααααααααα εγώ, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Το αποκορύφωμα; Μπαίνω στο μπάνιο, το ύποπτο αυτό μέρος που δε θα μάθω αν κάτω από το πλυντήριο υπάρχει το πτώμα της καριόλας ή αν το βράδυ θα έχουμε δεύτερο γύρο κυνηγητού και με τι τρομάζω ρε σεις; Με τη σκιά του ποδιού μου στο ανοξείδωτο καλαθάκι του μπάνιου. Εντάξει, μιλάμε για τρέλα πια, είναι σαφές. Αν η κατσαρίδα ήταν σε μέγεθος όση η σκιά του ποδιού μου στο καλαθάκι, τώρα θα ήμουν νεκρή και εξαφανισμένη. Θα είχα πεθάνει από φόβο και μετά θα με είχε φάει ολόκληρη.
Δε θα χαλαρώσω ποτέ. Πάει και τελείωσε. Αν και λένε πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία... πουτάνες κατσαρίδες.
Χτες το μεσημέρι, μετά την 85η κρίση άγχους, αποφασίζω να κουλάρω. Πάω με δυο φίλες μου να πιω καφέ στην ταράτσα ενός μουσείου με θέα Ακρόπολη, Γκάζι και τα ρέστα, κουλτούρα καβλέρ σας λέω, και κει που είμαι αρντάν και κάνω αααχχχ... τι ωραία... χτυπάει το κινητό. Είχε γενέθλια μία φίλη μου και το ξέχασα. Αναπτήρας στον κώλο. Νέα αποστολή. Από κει που ήμανε, έπρεπε να πάω αλλού να ξαναράξω. Κάθομαι με τον αναπτήρα να σιγοκαίει τον κώλο μου αλλά επειδή έχω συνηθίσει, δεν έδινα και ιδιαίτερη σημασία. Πας να χαλαρώσεις, να ξεχαστείς; Λάθος κίνηση. Άντε φεύγουμε, πάω στη γενεθλιάζουσα ααααχχχχ...ωραία... Άραγμα. Τα ήπιαμε, τα είπαμε, τρε μπον. Καλά έως εδώ έτσι; Πάει αργά, πάω σπίτι ποδαράτο. Αααααχχχχ... έφτασα. Κουρούμπελο, πάω προς το δωμάτιο. Και τι βλέπω; Το δεύτερο τίναγμα της ημέρας γιατί τελικά, εγώ, ποτέ δεν μπορώ να φάω μόνο ένα. Μια μικρή κατσαρίδα πάνω στην κάσα της πόρτας του υπνοδωματίου. Αν η κατσαρίδα -όσο μικρή κι αν είναι- βρίσκεται σε μικρότερη απόσταση των 2 μέτρων, φρικάρω. Ε αυτή ήταν δίπλα μου. Την κοιτάω, γουρλώνω τα μάτια, όχι δε φώναξα, δεν πρόκαμα, σοκαρίστηκα με το θράσος της, γιατί πριν μία εβδομάδα είχα ψεκάσει τα πάντα και δεν πάταγα σπίτι για 4 μέρες να μην πεθάνω από τη μαστούρα-μπόχα του κατσαριδοκτόνου. Σκέφτομαι πώς να τη φάω λάχανο την πουτάνα -μέσ’το λιώμα μου τώρα καταλαβαίνετε- και που μπαίνει η καριόλα ρε πούστη μου; Στην μικρή εσοχή-τρύπα που υπάρχει στην κάσα για να κλείνει η πόρτα. Καλά, δεν υπήρχε να βάλω χέρι εκεί μέσα και να την πατήσω, τόσο χαρντκορού δεν είμαι. Παίρνω μία χαρτοπετσέτα μεγάλη, τη διπλώνω και τη βάζω στην τρύπα. Εκεί θα πεθάνεις καριόλα, της είπα, από την πείνα και τη δίψα. Εννοείται πως εγώ αυτή τη χαρτοπετσέτα, δεν πρόκειται να την ακουμπήσω. Εκεί θα μείνει μέχρι να έρθει κάποιος άντρας να τη βγάλει. Παίζει φυσικά μέχρι να φέρω τη χαρτοπετσέτα να έφυγε η πουτάνα και γω να νομίζω ότι είναι ενταφιασμένη εκεί αλλά δε θέλω να σκέφτομαι αυτό το ενδεχόμενο. Αρκετά έχω στο κεφάλι μου. Ξαναχαλαρώνω και πάω για τσίσα. Τι είπες; Ξαναχαλάρωσες; Χα! Εκεί που πάω να κατουρήσω, να σου άλλη μία κατσαριδούλα δίπλα στο πλυντήριο. Έτσι όπως πετάχτηκα πως δεν κατούρησα το νιπτήρα, δεν ξέρω. Και μετά σου λέει δεν κατουράνε όρθιες οι γυναίκες. Watch me. Ναι, στη δεύτερη κατσαρίδα, ομολογώ, φώναξα. Πετάγομαι με το βρακί κατεβασμένο, την πατάω, ξεφεύγει η πουτάνα, ήταν μικρή βλέπεις, μπαίνει κάτω από το πλυντήριο. Σκεφτόμουν τι να κάνω. Αν ψεκάσω λέω, θα πεθάνω. Τι να κάνω όμως; Να σηκώσω το πλυντήριο σαν τον απίθανο Χουλκ και μόλις εμφανιστεί να το πετάξω πάνω της; Πάει πολύ. Ας ανεβάσω τα βρακιά μου. Φέρνω κατσαριδοκτόνο, ψεκάζω λίγο κάτω από το πλυντήριο, κλείνω την πόρτα του μπάνιου και πάω για ύπνο. Αρχίδια. Που να κοιμηθείς με τη μπόχα. Γαμώ τη ζωή μου, γαμώ την κοινωνία μου, γαμώ την πουτάνα μου, γαμώ τις κατσαρίδες, γαμώ τη χαλάρωσή μου, γαμώ την ηρεμία μου, γαμώ! Πάω στο άλλο δωμάτιο που ήταν πιο μακριά από τη μπόχα. Βγάζω πάνω απ’ το κρεβάτι την Άρτα και τα Γιάννενα, τα τακτοποιώ στις ντουλάπες, στρώνω και άντε την πέφτω. Και όλα αυτά, πάντα λιώμα, μην ξεχνιόμαστε. Ανοίγω την τηλεόραση και –τι ξάπλωσες; Χαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- και δεν είχε κεραία. Σηκώνομαι, πάω στο σαλόνι, παίρνω την κεραία, τη βάζω στην τηλεόραση και ξαπλώνω. –Ξάπλωσες; Χαχαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- Δεν μου άρεσε αυτό που έπαιζε, κάνω έτσι, το τηλεκοντρόλ δίπλα στην τηλεόραση. Ξανασηκώνομαι, το παίρνω, ξαναξαπλώνω. –Τι; Ξάπλωσες; Χαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- Η μπόχα άρχισε να επεκτείνεται επικίνδυνα προς τη μύτη μου αν και είχα ψεκάσει ελάχιστα γαμώ την πουτάνα μου. Ξανασηκώνομαι, ανοίγω διάπλατα τα τζάμια όλων των δωματίων με την ευχή να μη μπούνε μέσα όσες κατσαριδούλες είναι έξω. Ξαναξαπλώνω – τι; Ξάπλωσες; Χαχαχαχα θα ξανασηκωθείς!- και χαζεύοντας την τηλεόραση, γλαρώνω. Επιτέλους λέω, ύπνος... –θα ξανασηκωθείς είπαμε!- και κει που ο ύπνος χαϊδεύει τα πεντάμορφα βλέφαρά μου... αρχίζω να κρυώνω. Εντάξει, κάποιος με δουλεύει, είναι σαφές. Σηκώνομαι, πάω μέσα, παίρνω το σκαμπό, ανεβαίνω πάνω, ξεκλειδώνω την ντουλάπα, μου’ ρχονται στη μούρη 2-3 υπέρδιπλες κουβέρτες, γλιστράει το σκαμπό, πάω να κρατηθώ και το πιο κοντινό μέρος να κρατηθώ είναι η κάσα της πόρτας που είχα βουλώσει την κατσαρίδα-Φαραώ με την χαρτοπετσέτα, το συνειδητοποιώ, προκειμένου να ακουμπήσω εκεί καλύτερα να σκοτωθώ, αλλάζω γνώμη τη θέλω τη ζωή μου, πιάνομαι από το χερούλι της πόρτας, κάνω δυο τρεις φούρλες πάνω στο σκαμπό και τελικά έπεσα πάνω στο κρεβάτι με ένα μπλουζόν και φορετές τις κουβέρτες από πάνω μου. Εκεί αναρωτήθηκα τι ακριβώς έχω κάνει στις προηγούμενες ζωές μου και τώρα παθαίνω όλο γκάφες αλλά ήμουν πολύ ταλαιπωρημένη για να σκεφτώ και σηκώθηκα. Παίρνω τη μία κουβέρτα, πάω, ξαπλώνω, ξεράθηκα.
Πρωί. Με ξυπνάει ο σκύλος της ξεκώλος από πάνω στις 6:30. Το κεφάλι μου είναι 896 κιλά το λιγότερο. Δε βρίζω. Δεν έχω κουράγιο. Συνήθως σηκώνομαι με 2-3 βαριά μπινελίκια. Θέλω τσίσα. Ποιος μπαίνει στο μπάνιο τώρα που βρωμάει κατσαριδοκτόνο και μπορεί να δω και το πτώμα της παλιοβρώμας; Αν και αυτό ήλπιζα. Να δω το πτώμα. Ανοίγω την πόρτα. Μπόχα. Πτώμα πουθενά. Καριόλα. Πέθανες κάτω από το πλυντήριο, κάνεις μπάνιο στη λεκάνη ή έχεις πάει να γεννήσεις; Κάνω πιπί με τα μάτια γουρλωμένα στο πάτωμα, βγαίνω απ’ το μπάνιο πιο μαστουρωμένη απ’ ότι ξύπνησα, ανοίγω όλα τα παράθυρα να μπει καθαρός αέρας και παίρνω σβάρνα όλους τους καναπέδες-κρεβάτια- πολυθρόνες στη διαδρομή γιατί δε βαστάω να είμαι όρθια πάνω από 10 δευτερόλεπτα. Σηκώνομαι μετά από κάνα δυο ώρες, και ετοιμάζομαι να πάω Αθήνα για κάτι δουλειές. Παρά την περιπέτεια και το βαρύ κεφάλι, παραδόξως, δεν είχα νεύρα. Ε με τέτοιο κεφάλι, που να βρω τα νεύρα; Βγαίνω έξω σα ζόμπι, περπατάω πόση ώρα και σε κάποια φάση, γιατί βαρέθηκα, μπαίνω σε ένα τρόλεϊ. Ε, μισή στάση πριν κατέβω, μπαίνει ελεγκτής. Και φυσικά, δεν έχω ακυρώσει εισιτήριο. Επίτηδες; Όχι βέβαια! Είμαι φυτό λέμε! Φυτό! Το ξέχασα γιατί εδώ και 6 μήνες είχα κάρτα απεριορίστων. Την έκοψα και το ξέχασα. Εντωμεταξύ, μπαίνει ο ελεγκτής και δε μπορώ να κάνω και τίποτα γιατί είμαι πρώτη μούρη στο Καβούρι, μπροστά-μπροστά, δίπλα στον οδηγό. Μη χάσω. Σηκώνω τα χέρια ψηλά -καλά, όχι πολύ ψηλά, οι παλάμες στους ώμους- και με ύφος κουταβιού, λέω του ελεγκτή «το ξέχασα». Τι να σου κάνω μου λέει, 30 ευρώ. Τα δίνω, κοίταζα και την απόδειξη και καλά κυρία, δε με νοιάζει, και κει σκέφτηκα ότι τώρα πρέπει να τα πάρω στο κρανίο και να βάλω και τα κλάματα στο τσακίρ κέφι. Μετά όμως, σκέφτηκα ότι είμαι ταγμένη να μη χαλαρώνω ποτέ, κι όταν χαλαρώνω θα τιμωρούμαι, οπότε το δέχτηκα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Τόσο καιρό με κάρτα, δεν πέτυχα ούτε μία γαμημένη φορά ελεγκτή. Και μιλάμε έμπαινα σε ΜΜΜ συνέχεια. Τώρα, που δεν έχω κάρτα, ούτε φράγκα για πέταμα, για τρεις στάσεις, τον πέτυχα.
Στη συνέχεια, πάω για καφέ-δουλειές- μαλακίες, κι αρχίζω τελικά να εκνευρίζομαι! Άντε ντε! Που ήσασταν τόση ώρα νεύρα μου; Ο κωλοκαφές! Μου τίναξε τα μυαλά στον αέρα! Σιγά μη χαλαρώσω και δε σπαστώ μια μέρα! Πας καλά;;; Ζέστη. Πείνα. Νεύρα! Γυρίζω σπίτι, φτιάχνω κάτι να φάω και αρχίζει να μου τη δίνει μια πουτάνα κατσαρόλα. Μα τη γαμημένη, μου έσπασε τα νεύρα σήμερα. Να έχω το κεφάλι 800 κιλά, να πεινάω, να σκέφτομαι ότι μπορούν να παίζουν κατσαρίδες και να έχω και την κωλοκατσαρόλα να μην κάθεται στη θέση της! Την πλένω, τη βάζω τη γαμημένη γυρτά να στραγγίξει και μόλις γυρίζω την πλάτη μου, να γυρίζει από την άλλη η πουτάνα και να πέφτει για να με τρομάξει. 5 φορές έγινε αυτό! Τι θες μωρή καριόλα; να της λέω, ακίνητη αυτή. Την κοίταζα σιωπηλή να δω μήπως κινείται ύπουλα, τίποτα. Ακίνητη. Γύριζα το κεφάλι μου απ’ την άλλη, έπεφτε πάνω στα άλλα πιάτα, τα μαχαιροπίρουνα, μου έκοβε το αίμα. Μεγάλη καριόλα.(Καλά, αυτοί οι γείτονες δίπλα που ακούνε τους μονολόγους μου, θα νομίζουν ότι έχω κανέναν και τον βασανίζω εδώ μέσα... γάμα τα.)
Καυγαδίζω λοιπόν με την κατσαρόλα, λέω ας φτιάξω κι ένα ρυζόγαλο. Άσχετο. Παίρνω τα υλικά και τη συνταγή κι αρχίζω. Και μαζί, αρχίζει και η παράνοια. Έβλεπα παντού κατσαριδάκια. Όχι, δεν υπήρχαν. Εγώ τα έβλεπα τα γαμίδια. Ένα χνουδάκι εκεί, ααααααααα εγώ, φώναζα με την κουτάλα στο χέρι, πάω στο δωμάτιο να βάλω τηλεόραση να ακούσω καμιά είδηση, να με ακουμπάει τρίχα στο λαιμό, αααααααααααααααα εγώ, με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Το αποκορύφωμα; Μπαίνω στο μπάνιο, το ύποπτο αυτό μέρος που δε θα μάθω αν κάτω από το πλυντήριο υπάρχει το πτώμα της καριόλας ή αν το βράδυ θα έχουμε δεύτερο γύρο κυνηγητού και με τι τρομάζω ρε σεις; Με τη σκιά του ποδιού μου στο ανοξείδωτο καλαθάκι του μπάνιου. Εντάξει, μιλάμε για τρέλα πια, είναι σαφές. Αν η κατσαρίδα ήταν σε μέγεθος όση η σκιά του ποδιού μου στο καλαθάκι, τώρα θα ήμουν νεκρή και εξαφανισμένη. Θα είχα πεθάνει από φόβο και μετά θα με είχε φάει ολόκληρη.
Δε θα χαλαρώσω ποτέ. Πάει και τελείωσε. Αν και λένε πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία... πουτάνες κατσαρίδες.
Τετάρτη 2 Μαΐου 2007
Μπέρδεγουέι.
Μπα, δε γίνεται έτσι. Δεν πάει. Θα με πονάει η πλάτη μου χειρότερα μου φαίνεται απ' όταν δούλευα. Μόνο για να διαβάσω τα σχόλια και να μπω στα μέηλ μου, έκανα πόση ώρα. Η σύνδεση που έχω σπίτι μου σέρνεται και με πονάει η πλάτη μου. Τα νεύρα μου είναι φέτες και οδεύω προς μια μίνι κατάθλιψη. Μάης θα μου πείτε. Και δε με χέζετε θα σας πω εγώ; Το Μάη τον ξέρω καλύτερα απ'όλους. Τα γεννέθλιά μου είναι το Μάη μη χέσω. Ορίστε, δε μου φτάνει ο πόνος μου, γερνάω κι από πάνω.
Τα νεύρα μου. Έχω χάσει το μυαλό μου. Έχω τόσο χρόνο ελεύθερο και δε μου φτάνει γιατί δεν ξέρω τι να τον κάνω και τον χάνω. Να τώρα, μπήκε ένα μυγάκι από κείνα τα σπαστικά που υπάρχουν για να πέφτουν στο νερό, στο φαί σου, στη μούρη σου, και με αποσυντόνισε το γαμίδι. Ορίστε. Χτύπησε και το κινητό τώρα. Έχω άγχος, πολύ άγχος, πάρα πολύ άγχος, κάθομαι και νομίζω ότι κάνω γύρω-γύρω την καρέκλα μου. Ό,τι είναι να κάνω, το κάνω χαοτικά. Μυαλό ντεν έκει. Το πρωί, για τρία πράγματα, κατέβηκα τρεις φορές στο σούπερ μάρκετ και δεν κάνω πλάκα. Πριν, προσπαθούσα επί 10 λεπτά να συνδεθώ στο ίντερνετ, χωρίς να έχω βάλει το καλώδιο στην πρίζα του τηλεφώνου. Μάλιστα. Καταλάβατε. Άγχος, στρες, παχυσαρκία. Α! Πήρα και ενάμιση κιλό. Φρίκη. Σε λίγο, όσα έχω πει για τις χοντρές, θα τα λουστώ. Θα τα εκτυπώσω και θα τα τρίβω στη μούρη μου και θα λέω "να μωρή βουβάλα, τρίψ'τα πάνω στις πατσές χοντρέλω" και θα φχαριστιέμαι. Αλλά πριν συμβεί αυτό, θα προσπαθήσω να κάνω δίαιτα. Πήγα και πήρα λαχανικά, φρούτα και τέτοια και ο Θεός βοηθός γαμώ το κέρατό μου. Να τώρα, συγνώμη, ξέρετε τι άγχος έχω; Βιάζομαι να γράψω, βιάζομαι να διαβάσω τα blog σας που θέλω τόσο πολύ, πρέπει να κάνω εργασίες για το πανεπιστήμιο, πρέπει το ένα πρέπει το άλλο και βασικά ξέρετε τι θέλω; Να χτυπήσω τα δάχτυλά μου μεταξύ τους και όλα να έρθουν στη θέση τους. Αααααααααααααααααααααχχχ. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.
Χτες περπατήσαμε με τον καλό μου μιάμιση ώρα μέσα στα γρασίδια και στα βουνά και στα στενά της πόλεως για να μυρίσουμε λουλούδια. Τελικά, μοσχομυρίσαμε μπριζόλες. Μα παντού όμως, μύριζε μπριζόλες. Φοβερό. Η Πρωτομαγιά πρέπει να μετονομαστεί στη γιορτή της μπριζόλας. Τι άλλο έκανα; Κοιμόμουν, διάβαζα για το πανεπιστήμιο ενώ τελικά, προσπαθούσα να χαζέψω. Έτσι κάνω. Μόλις πιάσω βιβλίου πανεπιστημίου, βρε δεν πα να έχω ξυπνήσει πριν 5 λεπτά μετά από 10ωρο ύπνο; Ε, μόλις το ανοίξω, χασμουριέμαι. Είναι φοβερό αυτό που σας λέω. Έχω κάνει τεστ. Το ανοίγω, πατάω καμιά 15αριά χασμουρητά με δάκρυα, νύστα σκοτώστρα, το κλείνω, πιάνω κάτι άλλο, τέλος ο ύπνος. Το ξανανοίγω, νύστα βασανίστρα, το ξανακλείνω, εντάξει. Τι να πεις. Τώρα όμως, μιας που τελειώνω, πρέπει να διαβάσω και έχει περάσει το μήνυμα στον εγκέφαλο: τελειώνεις ηλίθια, διάβαζε, και χασμουριέμαι ή όχι, κάθομαι. Η αντίδραση όμως με κάνει να χαζεύω γύρω γύρω από το βιβλίο. Να κοιτάω το εξώφυλλο, να σκέφτομαι από που είναι η φωτογραφία, αν την έφτιαξαν στο photoshop και άλλα τέτοια. Χτες λοιπόν, διάβαζα ένα βιβλίο και παρατήρησα τη φωτογραφία του συγγραφέα η οποία τον έδειχνε 20 χρονών. Διάβασα το βιοηραφικό του, ένας εξαιρετικός επιστήμονας είναι ο άνθρωπος και η φωτογραφία να δείχνει ένα πιτσιρικά. Δε μου άρεσε. Όχι δεν είναι πιτσιρικάς στην πραγματικότητα. Έχει κάνει τα κωλάντερά του που και παιδί διάννοια να ήταν, πάλι γύρω στα 40 θα τον υπολόγιζες. Οπότε, άρχισα να σκέφτομαι, γιατί να έχει βάλει αυτή τη φωτογραφία; Γιατί χέστηκε; Ή μήπως γιατί έπαθε ένα σοβαρό ατύχημα και του γαμήθηκε το πρόσωπο και τι να βάλει; Γιατί όμως να μη βάλει από κείνες που είναι όλο σκιά και φαίνεται ψαγμενουάρ και μπάνικο το πρόσωπο; Αυτά τα φοβερά σκεφτόμουν και τελικά το'κλεισα το βιβλίο γιατί έφτασα την ιστορία του συγγραφέα πολύ μακριά και βαρέθηκα. Σκεφτόμουν να τον παίρνουν τηλέφωνο από τον εκδοτικό οίκο και να του λένε " γεια σας κύριε τάδε, μήπως να μας δίνατε μια πιο πρόσφατη φωτογραφία για το βιβλίο σας"; και αυτός να απαντάει "έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό μου, κρατήστε αυτή που ήδη έχετε" και σκεφτόμουν αυτόν που πήρε τηλέφωνο, να φρικάρει ή να γαμιέται και η ζωή του, στην υπερβολή της κατάστασης, γιατί κι αυτός είχε πάθει κάτι παρόμοιο και ενώ ήταν φοβερά ταλαντούχος, καταδίκασε τον εαυτό του να είναι ένας απλός τηλεφωνητής και ....
Αφήστε... Με βλέπω στα σίδερα....
Τα νεύρα μου. Έχω χάσει το μυαλό μου. Έχω τόσο χρόνο ελεύθερο και δε μου φτάνει γιατί δεν ξέρω τι να τον κάνω και τον χάνω. Να τώρα, μπήκε ένα μυγάκι από κείνα τα σπαστικά που υπάρχουν για να πέφτουν στο νερό, στο φαί σου, στη μούρη σου, και με αποσυντόνισε το γαμίδι. Ορίστε. Χτύπησε και το κινητό τώρα. Έχω άγχος, πολύ άγχος, πάρα πολύ άγχος, κάθομαι και νομίζω ότι κάνω γύρω-γύρω την καρέκλα μου. Ό,τι είναι να κάνω, το κάνω χαοτικά. Μυαλό ντεν έκει. Το πρωί, για τρία πράγματα, κατέβηκα τρεις φορές στο σούπερ μάρκετ και δεν κάνω πλάκα. Πριν, προσπαθούσα επί 10 λεπτά να συνδεθώ στο ίντερνετ, χωρίς να έχω βάλει το καλώδιο στην πρίζα του τηλεφώνου. Μάλιστα. Καταλάβατε. Άγχος, στρες, παχυσαρκία. Α! Πήρα και ενάμιση κιλό. Φρίκη. Σε λίγο, όσα έχω πει για τις χοντρές, θα τα λουστώ. Θα τα εκτυπώσω και θα τα τρίβω στη μούρη μου και θα λέω "να μωρή βουβάλα, τρίψ'τα πάνω στις πατσές χοντρέλω" και θα φχαριστιέμαι. Αλλά πριν συμβεί αυτό, θα προσπαθήσω να κάνω δίαιτα. Πήγα και πήρα λαχανικά, φρούτα και τέτοια και ο Θεός βοηθός γαμώ το κέρατό μου. Να τώρα, συγνώμη, ξέρετε τι άγχος έχω; Βιάζομαι να γράψω, βιάζομαι να διαβάσω τα blog σας που θέλω τόσο πολύ, πρέπει να κάνω εργασίες για το πανεπιστήμιο, πρέπει το ένα πρέπει το άλλο και βασικά ξέρετε τι θέλω; Να χτυπήσω τα δάχτυλά μου μεταξύ τους και όλα να έρθουν στη θέση τους. Αααααααααααααααααααααχχχ. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.
Χτες περπατήσαμε με τον καλό μου μιάμιση ώρα μέσα στα γρασίδια και στα βουνά και στα στενά της πόλεως για να μυρίσουμε λουλούδια. Τελικά, μοσχομυρίσαμε μπριζόλες. Μα παντού όμως, μύριζε μπριζόλες. Φοβερό. Η Πρωτομαγιά πρέπει να μετονομαστεί στη γιορτή της μπριζόλας. Τι άλλο έκανα; Κοιμόμουν, διάβαζα για το πανεπιστήμιο ενώ τελικά, προσπαθούσα να χαζέψω. Έτσι κάνω. Μόλις πιάσω βιβλίου πανεπιστημίου, βρε δεν πα να έχω ξυπνήσει πριν 5 λεπτά μετά από 10ωρο ύπνο; Ε, μόλις το ανοίξω, χασμουριέμαι. Είναι φοβερό αυτό που σας λέω. Έχω κάνει τεστ. Το ανοίγω, πατάω καμιά 15αριά χασμουρητά με δάκρυα, νύστα σκοτώστρα, το κλείνω, πιάνω κάτι άλλο, τέλος ο ύπνος. Το ξανανοίγω, νύστα βασανίστρα, το ξανακλείνω, εντάξει. Τι να πεις. Τώρα όμως, μιας που τελειώνω, πρέπει να διαβάσω και έχει περάσει το μήνυμα στον εγκέφαλο: τελειώνεις ηλίθια, διάβαζε, και χασμουριέμαι ή όχι, κάθομαι. Η αντίδραση όμως με κάνει να χαζεύω γύρω γύρω από το βιβλίο. Να κοιτάω το εξώφυλλο, να σκέφτομαι από που είναι η φωτογραφία, αν την έφτιαξαν στο photoshop και άλλα τέτοια. Χτες λοιπόν, διάβαζα ένα βιβλίο και παρατήρησα τη φωτογραφία του συγγραφέα η οποία τον έδειχνε 20 χρονών. Διάβασα το βιοηραφικό του, ένας εξαιρετικός επιστήμονας είναι ο άνθρωπος και η φωτογραφία να δείχνει ένα πιτσιρικά. Δε μου άρεσε. Όχι δεν είναι πιτσιρικάς στην πραγματικότητα. Έχει κάνει τα κωλάντερά του που και παιδί διάννοια να ήταν, πάλι γύρω στα 40 θα τον υπολόγιζες. Οπότε, άρχισα να σκέφτομαι, γιατί να έχει βάλει αυτή τη φωτογραφία; Γιατί χέστηκε; Ή μήπως γιατί έπαθε ένα σοβαρό ατύχημα και του γαμήθηκε το πρόσωπο και τι να βάλει; Γιατί όμως να μη βάλει από κείνες που είναι όλο σκιά και φαίνεται ψαγμενουάρ και μπάνικο το πρόσωπο; Αυτά τα φοβερά σκεφτόμουν και τελικά το'κλεισα το βιβλίο γιατί έφτασα την ιστορία του συγγραφέα πολύ μακριά και βαρέθηκα. Σκεφτόμουν να τον παίρνουν τηλέφωνο από τον εκδοτικό οίκο και να του λένε " γεια σας κύριε τάδε, μήπως να μας δίνατε μια πιο πρόσφατη φωτογραφία για το βιβλίο σας"; και αυτός να απαντάει "έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό μου, κρατήστε αυτή που ήδη έχετε" και σκεφτόμουν αυτόν που πήρε τηλέφωνο, να φρικάρει ή να γαμιέται και η ζωή του, στην υπερβολή της κατάστασης, γιατί κι αυτός είχε πάθει κάτι παρόμοιο και ενώ ήταν φοβερά ταλαντούχος, καταδίκασε τον εαυτό του να είναι ένας απλός τηλεφωνητής και ....
Αφήστε... Με βλέπω στα σίδερα....
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)