Κάποια Μέρα.
Είμαι τόσο κουρασμένη. Αυτό που κάνω είναι τόσο μα τόσο
δύσκολο, δεν μπορεί κανείς να με βοηθήσει στην πραγματικότητα, έχω και τον
κολλητό να με γειώνει, «ναι σιγά άλλοι δουλεύουν 9-5 και μετακομίζουν κιόλας»
και γω, περπατάω 15 χλμ το πρωί για να πάω από το ένα σπίτι στο άλλο, να μιλήσω
με κόσμο, να συνεννοηθώ (αυτό είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στο βιβλίο Ανθρωπότητα
και πως Συνεννοείται) και να με πιάνει απογοήτευση συγκίνηση εκνευρισμός τρόμος
και όλεθρος. Να θυμάμαι από το να ποτίσω και να κάνω μπάνιο να φάω και να
κοιμηθώ, μέχρι να πάρω δεκάδες τηλέφωνα για όσα πρέπει να γίνουν. Θα είμαι
έτοιμη να κατακτήσω τον κόσμο, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, μετά εννοώ, θα ξέρω
όταν θα ξαναχρειαστεί να κάνω τα ίδια, αλλά τώρα όλο δάκρυα μου έρχονται στα
μάτια. Βγήκα να ποτίσω και βρήκα μια πεταλούδα να ξεψυχάει.
Έπαιρνε βαθιές ανάσες, αυτές, πριν το θάνατο. Την πήρα απαλά στο χέρι μου και την κοίταζα. Όμορφη. Κι άρχισα να νιώθω ένα μούδιασμα. Μπορεί όπως κουνιόταν ελαφρώς στο χέρι μου να μου μετέδιδε τις απαλές δονήσεις της. Την έβγαλα φωτογραφία και την έβαλα στο fb. Εγώ φεύγω, φύλλα πέφτουν, πεταλούδες ξεψυχάνε. Και μου λέει μια κοπέλα, να σκέφτεσαι πως δεν ήταν μόνη εκείνη την ώρα. Κι έβαλα τα κλάματα. Κατάλαβες πως είμαι. Γιατί δεν είναι λίγο να πεθαίνεις και κάποιος να σε πάρει στα χέρια του. Γύρευε πως θα πεθάνω. Δε μιλάω για σας δεν ξέρω, δεν το γενικεύω, δεν είναι ωραίο να βάζεις τέτοιες σκέψεις στα κεφάλια των άλλων. Ούτε που με νοιάζει ο θάνατος. Με νοιάζει όμως αυτό. Να πεθαίνω και κάποιος να με πάρει στα χέρια του.
Μετράς τις μέρες; Εγώ όχι. Ξέρω σίγουρα πότε ήταν αλλά μέρες
δε μετράω, τύπου 20, 30 μέρες. Ξέρω σίγουρα ότι πριν κάποια χρόνια, ναι, ξέρω
πόσα, άλλαξε η ζωή μου και τώρα ξαναλλάζει. Χαμογελάω, ναι. Αλλά έχω χεστεί
πάνω μου. Η προηγούμενη πίστα ήταν σα να ήμουν κλεισμένη μέσα σε ένα σπίτι,
πολύ ωραίο, δε λέω, αλλά κλεισμένη, για πολλά χρόνια. Και ξαφνικά, άνοιξε η
πόρτα και βρέθηκα έξω. Σε ένα υπέροχο λιβάδι, καταπράσινο, ήσυχο, ανοιχτό. Κι
όμως. Ήμουν χεσμένη πάνω μου. Τι κάνουν τώρα; Περπατάνε. Κι αν με δαγκώσει
κανένα κουνελάκι; Κι αν πατήσω κάτι; Που πάω; Ο ίδιος φόβος που έχουν όλοι οι
άνθρωποι απέναντι στην αλλαγή. Και πήγα. Και τα κατάφερα. Κανένα κουνελάκι δε
με δάγκωσε, τίποτα δεν πάτησα. Έσπασα τα μούτρα μου αμέσως μετά. Στριμώχτηκα ανάμεσα
σε βράχους και έκλαψα πολύ. Ήρθαν φίλοι και μου άπλωσαν το χέρι. Άλλοι, με
παράτησαν στη μέση του δρόμου. Όλοι όμως τελικά με βοήθησαν. Γιατί τώρα είμαι
δω υγιής.
Σε καμία περίπτωση, τίποτα, δεν γίνεται τυχαία στη ζωή σου.
Στο δικό σου χέρι είναι τελείως να καταλάβεις τι ήθελε να σου πει ο ποιητής.
Όχι την ώρα που καταριέσαι σαν αρχαίος ήρωας του Αισχύλου, αμέσως μόλις
ηρεμήσεις.
Δεν σταματάει εδώ το ταξίδι. Τότε έξω από σπίτι μπροστά σε
ένα υπέροχο λιβάδι. Τώρα σε ξέφωτο μιας πόλης μπροστά σε μία σούπερ όμορφη αλλά
φαινομενικά απόρθητη πόρτα. Και συ κρατάς το κλειδί.
Πάντα η πίστα δυσκολεύει. Γιατί αν νομίζεις εσύ ότι θα βγεις
στο δικό σου λιβάδι, θάλασσα, ποτάμι, ξέφωτο, θα στήσεις αντίσκηνο, θα τρως
άγρια βατόμουρα και θα αγναντεύεις την ανατολή και το ηλιοβασίλεμα κι αυτό
ήταν, μάλλον δεν ξέρεις τι γίνεται στον πλανήτη Γη, έχεις έρθει απ’ αλλού ε;
Εντάξει, σιγά-σιγά, όλοι αυτό πάθαμε την πρώτη φορά.
Η μόνη διαφορά από την μία φορά στην άλλη, κάθε φορά δηλαδή
που τελειώνεις μια πίστα και μπαίνεις στην επόμενη, είναι ότι είσαι καλύτερα
προετοιμασμένος. Πιο δυνατός. Ξέρεις περισσότερα. Αν δεν είσαι προετοιμασμένος
απλά κολλάς στην ίδια πίστα. Εκεί. Ξανά και ξανά. Μέχρι να τα καταφέρεις.
Πόσα κοινά έχουν τα παιχνίδια με τη ζωή ε; αφού η ζωή είναι
παιχνίδι ρε βλάκα, ακόμα την παίρνεις στα σοβαρά;
Εγώ ναι. Γαμώτο. Γαμώτο.
Μια Άλλη Μέρα.
Αυτό που γίνεται με την Αμφίπολη είναι ωραίο για να βγάλει
κανείς συμπεράσματα. Γενικώς δηλαδή οτιδήποτε γίνεται στη ζωή είναι ωραίο για
να βγάζεις συμπεράσματα, απλώς μερικά (γεγονότα) ξεπερνάνε άλλα, είναι πιο
μεγαλειώδη ρε παιδί μου. Όπως η Αμφίπολη.
Διαβάζεις ένα άρθρο σχετικό στο ίντερνετ, για την αποκάλυψη
των καρυάτιδων κι αντί να σκεφτεί κανείς πόσο όμορφες είναι, τι υπέροχα
σκαλίσματα, μα κοίτα εκεί, σηκώνεται το φόρεμά της στο πλάι, Ω Θεέ μου, το
έπιανε με το χέρι της.., διαβάζεις από κάτω σχόλια που λένε για το δεύτερο
δάχτυλο του ποδιού της που είναι μακρύτερο κι αυτό είναι ένδειξη ότι είναι
ελληνίδα και η Μακεδονία είναι ελληνική και τέτοια. Μα είναι δυνατόν; Αμέ, πώς
δεν είναι.
Σχεδόν όλη η ανθρωπότητα είναι ηλίθια.
Μια Διαφορετική Μέρα.
Κέρδισε η φίλη μου πρόσκληση και πήγαμε στις Νύχτες
Πρεμιέρας και είδα το Ιστορίες γι’ Αγρίους, (ένας ακόμα αποτυχημένος τίτλος
ταινίας στα ελληνικά, μιας που στα Ισπανικά είναι Άγριες Ιστορίες και του
ταιριάζει απόλυτα). Μου άρεσε πάρα πολύ. Άμα λέω γω ο Αργεντίνικος
κινηματογράφος έχει δικαίως τραβήξει την προσοχή μου, κάτι ξέρω. Πάρα πολύ
ωραία ταινία. Δε θέλω να πω τίποτα για την κινηματογράφηση που είναι εξαιρετική,
ούτε για το θέμα. Ούτε να διαβάσετε περί τίνος πρόκειται γιατί λυσσάνε καμιά
φορά και περιγράφουν τη μισή ταινία, πας εσύ σα μαλάκας και περιμένεις μέχρι τη
μέση για να δεις κάτι που δεν ξέρεις. (Δεν διάβασα περιγραφές αυτής της
ταινίας, δεν μιλάω συγκεκριμένα. Διάβασα όμως πράγματα σχετικά και ήθελα να τη
δω μόνο και μόνο επειδή είναι Αργεντίνικη). Αυτά που πρέπει να ξέρετε σχετικά
με την ταινία, είναι δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι έχει βία, κάτι που πρέπει
να γνωρίζει κάποιος που δεν του αρέσει καθόλου η βία, μη φανταστείτε όμως, βία
σχετικά ανεκτή. Και το δεύτερο που είναι και το θέμα της ταινίας- τι κάνουν ο
θυμός και η εκδίκηση. Αυτά. Μόνο. Γαμηστερή. Και είναι και αστεία. Να κι ένα
τρίτο, ωραίο, πράγμα γι’ αυτήν την ταινία.
Α! Και το Begin Again
είναι πάρα πολύ ωραίο! Δείτε το! Μουσικές, κιθάρες, συγκροτήματα, και μένα με
κάνει να βαριέμαι η ιδέα αλλά όχι τόσο ώστε να απορρίψω κάτι τέτοιο, τόσα
ντοκιμαντέρ για συγκροτήματα έχω δει. Όχι, δεν είναι ντοκιμαντέρ, ταινία είναι,
μυθοπλασία. Παίζει αυτό το βούρλο, το duck face του Χόλιγουντ, η Κίρα Νάιτλι που θέλω να της ρίξω μία στη
μούρη να έχει να πορεύεται αλλά είναι τόσο καλή η ταινία που σχεδόν, τι σχεδόν
δηλαδή, τη συμπάθησα. Ένα από τα πιο ωραία, ελαφρά κι ευχάριστα δίωρα που έχω
περάσει. Ρικομέντεντ.
Μια Ξεχωριστή Μέρα.
Μετακομίζω. Το ήθελα τόσο καιρό και τώρα δεν το πιστεύω ότι
συμβαίνει επιτέλους. Μου κάνουν συνέχεια ερωτήσεις που θα πας τι θα κάνεις τι
το ένα πως το άλλο. Αφήστε με ήσυχη και μη με ρωτάτε, πρέπει να είμαι
συγκεντρωμένη.
Το ότι μπορώ να πάω όπου θέλω με κάνει να χαμογελάω. Αλλά
είναι τόσα πολλά που πρέπει να κάνω, πάλι βγαίνω από τα νερά μου, οικειοθελώς
όπως πάντα, κι έχω κλάσει. Από κούραση, από φόβο... Πρέπει να τα κάνω όλα ένα-ένα,
αυτά σκάνε φυσικά όλα μαζί και γω σκέφτομαι πως πάλευα να λύσω το σκοινί που με
κρατούσε τόσο καιρό και τώρα φοβάμαι να τ’ αφήσω.
Πως τα κάνω μελοδραματικά όλα ρε παιδί μου. Πόσο σοβαρά τα
βλέπω, πόσο ρομαντικά, πόσο βαριά, τι σκατά άνθρωπος είμαι αναρωτιέμαι ώρες
ώρες.
Μια ενδιάμεση μέρα.
Γιατί όταν υπάρχει ένας ολόκληρος πλανήτης το μυγάκι
επιλέγει να μπει στο στόμα μου;
Και όχι τίποτα, παλεύει κιόλας. Είμαι στο μπαλκόνι, φυσάει
κι αυτό προσπαθεί κόντρα στον άνεμο να μπει στο στόμα μου. Γιατί;
Μήπως αυτά είναι τα μυγάκια της ανάσας; Μήπως λέγονται έτσι
αλλά ποτέ κανείς επιστήμονας δεν τους έδωσε αρκετή σημασία ώστε να τα ονομάσει
κάπως; Μήπως αυτά τα καημένα τα μυγάκια ζουν από την ανάσα μας και γι’ αυτό
παλεύουν απεγνωσμένα να μπουν στο στόμα μας;
Δε θα μάθω ποτέ γιατί δε μιλάω τη γλώσσα των μυγακίων της
ανάσας.
Μια μέρα χάους.
Έπαιρνε βαθιές ανάσες, αυτές, πριν το θάνατο. Την πήρα απαλά στο χέρι μου και την κοίταζα. Όμορφη. Κι άρχισα να νιώθω ένα μούδιασμα. Μπορεί όπως κουνιόταν ελαφρώς στο χέρι μου να μου μετέδιδε τις απαλές δονήσεις της. Την έβγαλα φωτογραφία και την έβαλα στο fb. Εγώ φεύγω, φύλλα πέφτουν, πεταλούδες ξεψυχάνε. Και μου λέει μια κοπέλα, να σκέφτεσαι πως δεν ήταν μόνη εκείνη την ώρα. Κι έβαλα τα κλάματα. Κατάλαβες πως είμαι. Γιατί δεν είναι λίγο να πεθαίνεις και κάποιος να σε πάρει στα χέρια του. Γύρευε πως θα πεθάνω. Δε μιλάω για σας δεν ξέρω, δεν το γενικεύω, δεν είναι ωραίο να βάζεις τέτοιες σκέψεις στα κεφάλια των άλλων. Ούτε που με νοιάζει ο θάνατος. Με νοιάζει όμως αυτό. Να πεθαίνω και κάποιος να με πάρει στα χέρια του.
Τώρα γάμησέ το. Άσ’ το αυτό. Τρέχουν άλλα. Σκάσε και
κολύμπα.
Το απόγευμα της μέρας του χάους.
Επειδή είμαι ένα κουρασμένο πτώμα νιώθω ξανά την ανάγκη για
γλυκό. Έρχεται η ώρα που με πιάνει λύσσα και το σκέφτομαι σαν τι. Έτσι λοιπόν
αποφασίζω να με κεράσω παγωτό. Πάω να πάρω, δε βρίσκω κει, πάω εκεί, ούτε κει,
άσε με, έχω περπατήσει πάρα πολύ σήμερα για να πάω εκεί, ω ρε μαλάκα, θα
φτιάξω! Παίρνω τα υλικά, ανεβαίνω πάνω, πάω να πιάσω τη συνταγή και βλέπω την
άλλη συνταγή. Ω ρε πούστη, ντύνομαι, γιατί είχα γδυθεί, πάω κάτω, παίρνω υλικά
για την άλλη συνταγή. Ανεβαίνω πάνω, αρχίζω να φτιάχνω. Σε δύο λεπτά ήταν
έτοιμο. Γιατί αυτές είναι οι καλές συνταγές. Τσάκα τσάκα η αμαρτία. (Οι
συνταγές παρακάτω).
Σκέφτομαι πως θέλω να βάλω και το κατιτίς του μέσα. Πιάνω
λίγο ναπολεών (μπράντυ) γιατί είμαστε γουστόζοι, τσουπ ένα καπάκι. Μμμ, και
κατιτίς ακόμα. Μμμ.. κομματάκια σοκολάτας! Α! κι ένα πτιφουρ, κέρασμα, αυτά που
τρώνε οι γριές με τη μαρμελάδα (πολύ μου αρέσουν). Να τα σπάσω. Πως να τα
σπάσω. Τα βάζουν σε σακουλάκι και τα βαράνε. Τα βάζω σε σακουλάκι, βαράω με την
πίσω πλευρά της κουτάλας. Δεν έσπαγε. (Γιατί προφανώς είναι από τσιμέντο). Και
παίρνω την κουτάλα την κίτρινη που βλέπετε στη φωτό.
Η ιστορία της κουτάλας της κίτρινης.
Αυτή τη γαμοκουτάλα που ακουμπάς τα γαμοκουτάλια και τα
γαμοπιρούνια και τα γαμοτί χρησιμοποιείς την ώρα που μαγειρεύεις την ήθελα πάρα
πολύ καιρό. Και ήθελα να μην είναι πλαστική. Τη βρήκα λοιπόν όπως την ήθελα και
πάμφθηνη πριν 4-5 μέρες.
Τέλος ιστορίας κουτάλας, συνέχεια ιστορίας παγωτού.
Ε, άρχισα να βαράω με την κουτάλα τα κομματάκια της
σοκολάτας κι αντί να σπάσει η σοκολάτα, έσπασε η κουτάλα. Συγχαρητήρια. Και
μετά πήρα το σφυρί. Και πάλι δεν έσπασε τελείως η σοκολάτα. Τι να σου πω, δεν
ξέρω.
Αυτή η φωτό έχει τίτλο : άμα το παιδί είναι βλαμμένο..
Συνταγές για εύκολα παγωτά να μπουκωθείτε.
1.
1 μόρφατ
1 ζαχαρούχο γάλα
1 εβαπορέ γάλα
1 κουβερτούρα.
Αυτή είναι μία μερίδα. Βγαίνει περίπου ένα τάπερ κανονικό,
από τα μακρόστενα. Αν θέλετε δύο μερίδες, βάλτε 2 μόρφατ, 2 εβαπορέ, 2
σοκολάτες. Όποιος θέλει βάζει 2 ζαχαρούχα (αν θέλει στούκας ζάχαρη).
Τα γάλατα και η μόρφατ παγωμένα.
Λιώνουμε τη σοκολάτα και αφήνουμε να κρυώσει μέχρι να
κάνουμε τα άλλα.
Χτυπάμε μόρφατ. Προσθέτουμε γάλατα σιγά σιγά. Προσθέτουμε
σοκολάτα σιγά σιγά.
Τέλος.
Παρατήρηση: χτυπάς σε χαλαρούς ρυθμούς τις κρέμες-γάλατα
αλλά χρειάζεσαι ποδιά ή κάτι σε τέρμα τέλος πάντων, πετάγονται παντού, εγώ κάθε
φορά κάνω την κουζίνα κώλο και βρίσκω κρέμες στα βλέφαρα, στο κούτελο όπου να’
ναι.
Παραλλαγές κάνεις μόνος σου. Αν δε βάλεις σοκολάτα βγαίνει
λευκό (πάρα πολύ ωραίο επίσης). Στο λευκό τώρα, μπορείς να σπάσεις μπισκότα της
αρεσκείας σου και να βάλεις. Κολασμένη κόλαση. Φανταστικό παγωτό. (Η συνταγή
υπάρχει πίσω από τη μόρφατ στην απλή της μορφή χωρίς σοκολάτα εννοώ, μπισκότα
και τέτοια).
2.
Παγωτό μερέντα.
Βάζεις λέει 425 κρέμα γάλακτος, 50 άχνη, 250 μερέντα.
Γραμμάρια ντε. Εγώ πήρα κρέμα γάλακτος έτοιμη με ζάχαρη και αδιαφόρησα για την
άχνη.
Χτυπάς κρέμα. Παίρνεις 6 κουταλιές κρέμα, ανακατεύεις με
μερέντα. Με την υπόλοιπη κρέμα χτυπάς την άχνη. Τα βάζεις μαζί σε ανοξείδωτο
δοχείο και χτυπάς κάθε 2 ώρες για 8 ώρες.
Εγώ χτύπησα την κρέμα (σε κουλ ρυθμούς) ν’ αφρατέψει,
πρόσθεσα στο μίξερ τη μερέντα, ζάχαρη είπαμε δεν έβαλα, πρόσθεσα κι ένα καπάκι μπράντι
και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να βγάλω και να χτυπάω το παγωτό κάθε 2
ώρες. Κάνω πάρα πολλές μαλακίες- ανωμαλίες- ηλιθιότητες, δεν θα κάνω ΚΑΙ αυτή.
Αυτά.
Τ’ αξημέρωτα μιας άλλης μέρας.
Σσσσ... κοιμούνται όλοι.. εντάξει, οι περισσότεροι.. 5 το
πρωί, τα δρακουλάκια ξυπνάνε, ξεκινούν οι σκέψεις και δεν ξανακοιμούνται. Ή
ξανακοιμούνται αργότερα, άμα τους επιτρέψουν οι συνθήκες..
Κρύωσα.. φυσικά κρύωσα, εννοείται. Πονάει όλο μου το κορμί.
Νιώθω πόνο μέχρι στο παράμεσο του αριστερού μου ποδιού. Α δεν έχω διάθεση
γκρίνιας, όχι. Μπορεί ν’ αποκτήσω αργότερα, μπορεί και όχι, δεν ξέρω από τώρα.
Το παγωτό με τη μερέντα μαλακία μου φαίνεται. Άγευστο, θα ήθελε νομίζω 30 κιλά
ζάχαρη αλλά δεν πειράζει. Η αλήθεια είναι ότι το δοκίμασα λίγο μετά που το
έφτιαξα και ήταν τόσο αφράτο, δεν είχε προλάβει να παγώσει, που μου ’ρθε να
ξεράσω. Τώρα που κρύωσα θα φάω μια σκατούλα (χαλαρά θα φάω παγωτό, κάνε Θεέ μου
να είναι ωραίο).
Κάτσε να πιω μία λεμονομελόνερο.
..Τι είναι αυτό; Ο Σωτήρας. Το έχω ξαναπεί παλιότερα. Αυτό
με έσωσε στο Νεπάλ. Ξέρεις τι είναι να έχεις πέσει, ραγίσει το πλευρό σου και
καπάκι να αρρωσταίνεις και να θέλεις να βήξεις; Καλύτερα να μη μάθεις.
Μόλις έπιασα μία τρίχα, έκανα να την πετάξω στον κάδο αλλά ο
κάδος έλειπε. Τέλειο. Πάντα έτσι γίνεται. Καλά, χέστηκα για μία τρίχα, αφού
μετακομίζω, στάβλο το έχω κάνει εδώ μέσα.
Πάντα τέτοιες ώρες γίνονται οι ωραίες ζημιές. Που δεν έχεις
εγκέφαλο να σκεφτείς, αλλά από την άλλη είσαι φρέσκος και έχεις διάθεση (και νομίζεις
ότι μπορείς) να κάνεις δουλειές. Πριν, 5 το πρωί ρε μαλάκα, η εμπειρία με
σταμάτησε, έτοιμη ήμουν να πιάσω το μεγάλο βάζο με την κανέλα και να ξαναγεμίσω
το μικρό βαζάκι με την κανέλα, αυτό με τις τρυπούλες που χρησιμοποιούμε. Ξέρεις
τι θα γινόταν στάνταρ. Καταρχήν θα έκανε παφ το βαζάκι και θα έπεφτε παντού.
Δεύτερον θα χυνόταν έξω από το μεγάλο βάζο. Τρίτον θα ξανάκανε παφ το μικρό
βαζάκι. Τέταρτον θα άρχιζα να φταρνίζομαι, μύξες χαρτιά μπινελίκια. Πέμπτον θα
έπρεπε να καθαρίσω.
Κατάλαβες πόσα σε γλιτώνει η εμπειρία; Με την πρώτη σκέψη
μαλακίας, στην προκειμένη να γεμίσω κανέλα την κανέλα στις 5, σου λέει «ΓΙΑ
ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ;»
Παίζει κάτι βιολάκια το ράδιο και μόλις θυμήθηκα ότι δεν
έγραψα τι είναι το λεμομελόνερο.
Βράζεις νερό.
Παίρνεις ένα λεμόνι. Κόβεις. Βάζεις στην κούπα σου όσο
λεμόνι θες, όσο ξινό σου αρέσει. Προσθέτεις μέλι. Ρίχνεις ζεστό νερό. Πίνεις.
Γίνεσαι καλά. Τα φαρμακεία που πουλάνε καραμέλες με μέλι και λεμόνι μαλάκες
είναι; Λεμόνι σκοτώνει μικρόβια, μέλι μαλακώνει. Και τα δύο μαζί γιατρεύουν.
Άλλοι προσθέτουν στο μείγμα, χαμομήλι, φασκόμηλο ίσως, άλλοι
ρακί.. Ό,τι γουστάρει ο καθένας. Η βασική απλούστατη συνταγή πάντως είναι αυτή.
Μπορείς να χρησιμοποιήσεις και lime,
που είναι πιο ήπια η γεύση του αλλά δεν ξέρω πόσο δυνατό είναι από βιταμίνες σε
σχέση με το λεμόνι.
Αυτά.
...Δε σου είπα μάστορα τι κάνεις άμα ψιλιαστείς ότι κρύωσες. Έτσι δεν έχω αρρωστήσει για χρόνια. Το σώμα, σου λέει ότι τελείωσαν οι μπαταρίες σου. Τι κάνεις λοιπόν; Μπαίνεις στην πρίζα και φορτίζεις. Όταν είναι κάτι στην πρίζα κουνιέται; Όχι. Ε, πλακώνεσαι στις βιταμίνες λοιπόν και κουλάρεις. Τις φυσικές βιταμίνες. Φρούτα λαχανικά, βοτάνια και τα σχετικά. Και κουλ.
5 το πρωί λοιπόν. Βρήκα σπίτι. Καλά. Αυτή θα είναι και η
επόμενη ανάρτηση. Η Μετακόμιση.
Χαμογελάω γιατί το ότι ξεχωρίζω το έχω καταλάβει. Και δεν το
λέω από την ψωνίστικη πλευρά, όοοχι. Από την πλευρά της αναποδιάς το λέω.
Ανάποδος άνθρωπος, πως δεν πάω σαν τον κάβουρα αναρωτιέμαι. Οπότε πιστεύω ότι
αυτή η συγκεκριμένη μετακόμιση δεν θα έχει ξαναγίνει ποτέ με τον τρόπο που θα
γίνει. Ήδη έχω πει σε φίλο να φέρει κάμερα να φιλμάρει για να βάζουμε το βίντεο
τις στιγμές που θα είμαστε λυπημένοι, να γελάμε. Ε ναι, δε θα ξεχάσω τότε που
έβαλε ο άλλος τον αδερφό του στο ασανσέρ και αμέσως μετά τον καναπέ. Μη ρωτάς
γιατί το έκανε αυτό. Για να σπρώξει ο άλλος τον καναπέ; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω
είναι ότι μετάνιωνα που δεν τραβάω βίντεο από τη μία και από την άλλη τα γέλια
που θα έριχναν οι πυροσβέστες. Τελικά βγήκαν. Θυμάμαι το χέρι του να φαίνεται
μεταξύ καθρέφτη ασανσέρ και καναπέ και να ρωτάει «τι γίνεται ρε μαλάκα;» Τι να
γίνει άθρωπέ μου, γάμησέ τα, δεν πάτε καλά. Γι’ αυτό σου λέω, σε αυτήν την
μετακόμιση, επειδή θα είναι πάνω κάτω οι ίδιοι που θα βοηθήσουν, βίντεο. Αν και
τώρα που το είπα, ενδέχεται να είναι η πιο γρήγορη και ανώδυνη μετακόμιση του
κόσμου και να μην έχω να πω τίποτα. (Αποκλείεται).



