Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Διαφορετικότητα.

Αγαπώ πολύ τη διαφορετικότητα. Νομίζω όλοι. Απλά κάποιοι εξαιρούν μερικά πράγματα. Α, μου αρέσει να φοράω ροζ κραγιόν με καφέ μολύβι γύρω από τα χείλη και λεοπαρδαλέ κολάν να βγαίνει να φαίνεται η κωλάρα μου γιατί είμαι διαφορετική εγώ, δεν είμαι θείτσα. Αλλά δε δέχομαι προς Θεού και Παναγίας να παντρεύονται ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ Α ΠΑ ΠΑ ΠΑ ΠΑ. Ναι, βέβαια, είναι φυσικό να τα παίρνει ο άντρας και να ρίχνει κει δυο Παναγίες και να ξύνει τη μύτη του με το μακρύ νύχι στο μικρό του δάχτυλο (που πληροφοριακά αυτό δήλωνε την εποχή του Λουδοβίκου, την αριστοκρατία, ότι δεν κάνουν καμία δουλειά, έχουν σηκωμένο το μικρό δάχτυλο με το νύχι γιατί έχουν σκλάβους και τους τα κάνουν όλα. Τώρα τι σχέση έχουν κάτι βρωμιάρηδες με μαύρα μικρά νύχια δεν ξέρω ακριβώς, πάμε παρακάτω). Αλλά τι είναι αυτό εκεί; ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΥ ΦΙΛΙΟΥΝΤΑΙ;;; ΑΑΑΑ ΘΑ ΠΕΣΩ ΚΑΤΩ.

Πέσε και άντε και γαμήσου ποιοτικά να δεις πως είναι. Γιατί όλο για την αγαμία λένε και κατηγορούν τους αγάμητους. Παιδιά παντού και σε όλα το θέμα είναι η ποιότητα. Σε όλα. Δεν έχει σημασία η συσκευασία, η τιμή, τίποτα. Η ποιότητα και η αγάπη σε αυτό που κάνεις, δίνεις, φτιάχνεις. Τίποτα μα τίποτα άλλο.

Χτες, ψηφίστηκε το Σύμφωνο Συμβίωσης από την Ελληνική Βουλή. Καιρός ήταν. Έχω ανατριχιάσει εκατό φορές και ταυτόχρονα ντρέπομαι που νιώθω έτσι για το αυτονόητο. Είναι οκ βλέπεις να κυκλοφορούν όλοι αυτοί οι "κανονικοί" μαλάκες εκεί έξω και οι "άλλοι, οι ανώμαλοι" να πρέπει να κρυφτούν κάτω στις υπόγειες στοές. 

Αγαπώ πολύ τον ήλιο, αλλά αν γινόταν ένας τέτοιος διαχωρισμός αλήθεια θα σκεφτόμουν πολύ σοβαρά να πάω μαζί τους. Άλλωστε μαζί μ αυτούς, θα έδιωχναν, ζωγράφους, ποιητές, τρελούς..

Μερικές μέρες τώρα, βλέπω ζευγάρια, αγόρια, να φιλιούνται και να είναι τρυφεροί. Είναι τόσο ωραίοι. Τα περισσότερα ετερόφυλλα ζευγάρια το έχουν χάσει αυτό, κάνουν λίγο σα μπάζα. Δε θα ξεχάσω τον επικό τύπο που είχε αγκαλιά κεφαλοκλείδωμα τη γκόμενά του και έτρωγε με αυτό το ίδιο χέρι του κεφαλοκλειδώματος, σουβλάκι. Ναι, είχε το πιτόγυρο στη μούρη της γυναίκας. Άντρακλας. Παίδαρος. Δεν ξέρω αν έπεσε λίγο ζουμί στα βυζιά της, αηδίασα και γύρισα το κεφάλι. Αλλά αυτά τα αγόρια που είδα, πόσο τρυφερά ήταν, τι όμορφα που κοιτάζονταν στα μάτια, χαμογέλασα. Και προφανώς κάπου σε μια άλλη γωνία κάποιος μαλάκας τους έβλεπε και αηδίαζε. Το γιατί δεν θα το καταλάβω ποτέ.

Ίσως βέβαια φταίει ο τρόπος που μεγάλωσα. Που παρότι κατάγομαι από μια απλή λαϊκή οικογένεια, έτυχε και είχαμε τη διαφορετικότητα μέσα στο σπίτι μας. Η θεία μου ήταν αισθητικός. Και κάπως έγινε και είχε πελάτισσες τρανς. Αγόρια που γίνονταν κορίτσια και ήθελαν να βγάλουν τις τρίχες τους. Έτσι, πολλές πολλές δίμετρες κουκλάρες, ερχόταν σπίτι μας γιατί είχαν γίνει φίλες με τη θεία και τη μαμά μου. Κι επειδή εγώ, όπως λένε, ήμουν πολύ ωραίο κοριτσάκι με τις πυρόξανθες μπουκλίτσες μου, με έπαιρναν αγκαλιά, με έπαιζαν, με αγαπούσαν πολύ. Και γω το ίδιο γιατί ήταν πολύ καλές και πολύ όμορφες. Ήμουν πέντε χρονών όταν το ύψος μου έφτανε στο ύψος περίπου της λεκάνης μιας τέτοιας γυναικάρας. Και θυμάμαι να την αγκαλιάζω αλλά ένιωσα στο χεράκι μου κάτι που ήξερα ότι είχαν μόνο τα αγοράκια. (Έλα, φρικάρετε τίποτα μαλάκες που με διαβάζετε και μην ξαναμπείτε εδώ, είμαστε ανώμαλοι). Δεν είπα τίποτα, αλλά αργότερα ρώτησα τη μαμά μου: Μαμά, γιατί η ..... έχει πουλάκι; Γιατί αγάπη μου, μου είπε η μαμά μου, κάποια αγοράκια όταν μεγαλώσουν γίνονται κοριτσάκια. Και κει τελείωσε η υπόθεση. Ήταν απλό. Γίνεσαι Ο,ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΘΕΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ. Εμένα ποτέ δε με καταπίεζαν στο τι θέλω να κάνω. Υπήρχε το γίνε γιατρός και δικηγόρος, αλλά αν πήγαινα στη γιαγιά μου, γιατί και η γιαγιά μου ήταν εκεί μαζί με όλα αυτά τα κορίτσια και την αγαπούσαν πολύ και γελούσε η γιαγιά μου, έπλεκε άκουγε τα καλιαρντά και γελούσε, και της έλεγα γιαγιά είμαι πουτάνα και γαμιέμαι ασύστολα, να προσέχεις αγάπη μου και να παίρνεις προφυλάξεις, θα μου έλεγε. Κι αυτό φίλοι μου λέγεται ΑΓΑΠΗ και ΑΠΟΔΟΧΗ. Έτσι λοιπόν, μ αυτά και μ αυτά, ούτε πουτάνα έγινα, ούτε λεσβία, ούτε έπεσα στα ναρκωτικά επειδή έμπαιναν σπίτι μας τρανς όταν ήμουν πέντε χρονών και συνέχισαν να μπαίνουν ΜΕΧΡΙ ΠΡΟΧΤΕΣ. Δε με κόλλησαν τίποτα, ούτε έπαθα κάτι κακό. Μόνο καλά πράγματα έπαθα. Κι έμαθα πολλά. Έμαθα για τη διαφορετικότητα, είδα τη ζωή που κάνουν, έζησα σκηνές βίας, χτύπησαν αλύπητα μία αγαπημένη από αυτές και όταν σύρθηκε στο περίπτερο να ζητήσει από τον περιπτερά να τηλεφωνήσει στο 166 της είπε ότι δεν έχει τηλέφωνο.. Κατάλαβες; Έχω ρίξει πάρα πολύ κλάμα γι αυτές τις ψυχές. Γιατί είναι καλές ψυχές, καλύτερες από πολλές άλλες γαμημένες καριόλες που χτυπάνε παιδιά και πετάνε σκύλους από τα μπαλκόνια. Αυτές οι ψυχές αγαπούσαν τα παιδιά και τα ζώα πάρα πολύ. Το ένιωσα πάνω μου και το είδα στα ζώα τους.

Σε ένα ταξίδι μου στην Ισπανία, στη Μαδρίτη συγκεκριμένα, είδα πάρα πολλά τρανς. Και ω! θαύμα, ήταν ντυμένα κανονικά και υπέροχα, απλές και ωραίες, είχαν τις δουλειές τους, τα μαγαζιά τους, όλα κανονικά και υπέροχα. Τις αναγνώριζα από το μήλο του Αδάμ στο λαιμό ή την χροιά της φωνής τους ή γιατί ξέρω να τις αναγνωρίζω. Και ήταν μέλη μιας κανονικής κοινωνίας. Και μου ρχόταν να κλάψω από συγκίνηση. Που έβλεπα ότι κάπου γίνεται αυτό. Να ξέρετε, όταν διώχνουμε από την κοινωνία μας κάποια μέλη, αναπόφευκτα στρέφονται προς πιο σκοτεινές μεθόδους για να επιβιώσουν. Αναπόφευκτα εκδίδονται, αναπόφευκτα οτιδήποτε άλλο. Αν δεν τις παίρνει κανείς στη δουλειά, αν κανείς δεν τις αποδέχεται, πως θα ενταχθούν;  Αν τις κατηγορούν για καραγκιόζηδες, πως είναι αυτή τόσο ψηλή, τι χέρια είναι αυτά, τι μήλα χαχαχαχα γιατί μετά αυτός ο άνθρωπος να μη γίνει περισσότερο κραυγαλέος από αντίδραση; Κι εγώ αυτό θα έκανα. Έτσι κάνουν όλοι.

Ας αφήσουμε επιτέλους αυτούς τους ανθρώπους να κάνουν αυτό που θέλουν που δεν είναι τίποτα άλλο από το να εκφράσουν αυτό που νιώθουν για τον εαυτό τους. Δεν επηρεάζουν κανένα και τίποτα. Απλά νιώθουν καλύτερα οι ίδιοι. Ας αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα, μπας και της μοιάσουμε θα έλεγα εγώ, γιατί να το να είσαι διαφορετικός φέρνει καινούρια πράγματα, καινούριες ιδέες, σε φρεσκάρει. Κάντε αυτό που θέλετε όλοι χωρίς να κάνετε κακό σε κανένα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν κάνουν κανένα κακό με το να ντύνονται με ρούχα του άλλου φίλοι ή να έχουν εραστές του ίδιου. Δεν κάνουν κανένα κακό όταν από καθαρή αγάπη θέλουν να υιοθετήσουν ένα παιδί. Όπως όλοι οι άνθρωποι που υιοθετούν, έτσι κι αυτοί, θα περάσουν τα ανάλογα τεστ και τις εξετάσεις για να συμβεί. Είναι άνθρωποι όπως κι εμείς. Κι αν εμείς, οι "κανονικοί", ΑΡΧΙΔΙΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟΙ με 200 κόμπλεξ ο καθένας αλλά τέλος πάντων, αν εμείς οι κανονικοί λοιπόν, τους εμποδίζουμε, δεν τους δεχόμαστε, εμείς τους κάνουμε κακό. Όχι αυτοί σ εμάς.

Εδω, ένα απόσπασμα από τη Βουλή χτες. Δεν μας ενδιαφέρει το κόμμα. Αυτός ο άνθρωπος τα λέει πάρα πολύ ωραία.

Υ.Γ. Α, και μη μιλήσω για τους παπάδες που ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ δεν έχουν με το Χριστό και ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ προφήτη. Ο Χριστός, ο Βούδας, και όποιος άλλος θέλετε, δεν ήταν ξυνομούνιδες που ντυνόταν με χρυσά και μισούσαν το μισό πληθυσμό. Δίδαξαν μόνο την Αγάπη. Τώρα άμα δεν το πήρε χαμπάρι κάποιος, αυτό εμένα προσωπικά δε με νοιάζει και πολύ. 

Ευτυχείτε.


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

9 χρόνια Κωλόγρια.

Σήμερα το μπλογκ κλείνει 9 χρόνια ρε μαλάκα, 9 χρόνια. Από το πρωί γράφω σβήνω, μία γράφω για μένα, μία για τους άλλους, μία για όλους τι άλλαξε τι δεν άλλαξε τι μένει ίδιο, κάπου έχωσα και μια κλανιά έτσι, να σπάσω το δράμα, όλα τα σβησα. Δεν ξέρω τι να πω και τι να κρατήσω. Αυτό που μάλλον τελικά θέλω να πω είναι πόσο άλλαξαν όλα. Όλα όμως. Και γω. Για μένα μ αρέσει που άλλαξα, για τα άλλα όχι. Δε γουστάρω που υποφέρει τόσος κόσμος. Καλά, ούτε πριν μου άρεσε που υπήρχε όλη αυτή η ασυδοσία αλλά και τώρα ρε παιδί μου, τόση μιζέρια; Και ασυδοσία. Η πλέμπα, τα υπόλοιπα, τα κατακάθια. Αηδία.

Πόλεμος λέει isis με γαλλία. Τι να πω. Που να με ρωτούσες όταν άνοιγα το μπλογκ, ασχολιόμουν τόσο πολύ με τον πόνο μου που πραγματικά τέτοια εικόνα δε θα σου ζωγράφιζα. Πιο πιθανό να σου έλεγα τι εύχομαι, παρά τι νομίζω ότι θα γίνει. Αν έπιασαν οι ευχές μου; Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι τι ευχόμουν, πάντως κάτι λίγα που ευχόμουν και προσπαθούσα γι αυτά και δεν έγιναν, τώρα είμαι απείρως ευτυχισμένη που δεν πραγματοποιήθηκαν. Καλά λένε πρόσεχε τι εύχεσαι. Το καλύτερο είναι να έχεις εμπιστοσύνη στο σύμπαν. Ξέρει αυτό τι στέλνει. Εμείς βέβαια τρωγόμαστε με τις σωβρακοφανέλες μας αλλα εντάξει, μέχρι να πεθάνουμε έχουμε να μάθουμε πολλά.


Αυτά που λες. 9 χρόνια. Κι όχι μόνο αυτά. Και πολλά ακόμα. Μετάνιωσα για τίποτα; Αμέ! Που σε πολλές περιπτώσεις ήμουν βιαστική. Που δεν είχα υπομονή. Έχασα πολλά απ αυτό. Εντάξει, κέρδισα άλλα αλλά.. Τέλος πάντων. 9 χρόνια. Νεότερη, ανωριμότερη, κλανιές, ρεψίματα, βρίσιμο ανελέητο.. Τι έμεινε ρωτάς; Καλά, δεν έπαθα μετάλλαξη. Είναι που με αγαπάνε και με αντέχουν ακόμα. Κλάνω και ρεύομαι και λέω και ΟΠΑ όταν το κάνω. Τόσο που τώρα τις προάλλες μου λέει το αδερφάκι του βαφτιστηριού μου μετά από κλανιά ή ρέψιμο, δε θυμάμαι: οπα δεν είπες. Μία ώρα γελούσα και το βασάνιζα το παιδί. Μαθαίνουν γρήγορα τα παιδιά. Σφουγγάρια είναι. Χαχα.


Αυτά. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Έχω δηλαδή αλλά δε θέλω. Τώρα θέλω να ράψω κάτι τρύπες σε ρούχα. Είναι τρομερό ζεν και γουστάρω. Σας φιλώ όλους όσους ξεκινήσατε μαζί μου, εσείς που διαβάζατε αυτό το μπλογκ όταν εγώ ξεκίνησα να το γράφω, κάποιοι από σας γίνατε κολλητοί μου φίλοι ή πολύ αγαπημένοι, ευχαριστώ εσάς που με βρήκατε στην πορεία, ευχαριστώ το σύμπαν κ τα πάντα όλα, όπως ευχαριστώ και όλους τους μαλάκες που με την απεριόριστη μαλακία τους με οδήγησαν στην απόγνωση και άρα στην αλλαγή του εαυτού μου προς το καλύτερο.

Εύχομαι να έχουμε δύναμη όλοι αυτό το φοβερό διάστημα που διανύουμε, εύχομαι εγώ να είμαι καλά και να έχω κουράγιο να λέω μαλακίες να γελάτε γιατί πραγματικά διασκεδάζω και γω μ αυτό, πολύ όμως.. Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Τα ξαναλέμε ❤️

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μόκο.

Έχει γεμίσει ο κόσμος μαλάκες και καριόλες. Σώωπα θα μου πεις. Τι σώπα, σωπαίνω, δε βλέπεις πόσο καιρό έχω να γράψω; Κάνω το μόκο, το κάνω, κάθομαι στωικά περιμένω να δω πόσο ασέβεια πια υπάρχει ρε μαλάκα και ναι ρε, είναι ανεξάντλητη. Αυτή η μαλακία πια και η ασέβεια σε συνδυασμό με την παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης, κάνει ένα κοκτέηλ για τον πούτσο εντελώς και προσβάλλω και το όργανο που από μόνο του, δεν μας έφταιξε σε τίποτα.

Σαφώς και φταίω εγώ για αυτά που νιώθω. Εγώ δεν είμαι χαλαρή και συνεχώς προσέχω με αποτέλεσμα στο τέλος να εκνευρίζομαι. Και βέβαια δεν είναι δυνατόν να είναι όλα σε τάξη και φυσικά έχω πιάσει τον εαυτό μου δεκάδες φορές να κάνω τις μαλακίες που κάνουν οι άλλοι και να τρώω μπινελίκια ή μούντζες δικαίως. Και μετά πάλι το ίδιο. Πάλι να νιώθω ότι έχω δίκιο. 

Σε μερικά όμως έχω. Σε παρακαλώ εαυτέ, δώσε μου λίγο δίκιο, κάνε με λίγο πιο ξεχωριστή μπας και καταφέρω και επιβιώσω. Είναι καλό αυτό που έχω, να μη θέλω να πληγώνω τους άλλους ανθρώπους, είναι καλό που νοιάζομαι. Δεν μπορώ να είμαι τέλεια που πολύ θα ήθελα μπας και εξατμιζόμουν και αιωρούμουν εις τα σύννεφα μαζί με τα πουλιά και τίποτα δε μ ένοιαζε. Αλλά μπα.

Με ενοχλεί να μη σκέφτονται οι άνθρωποι τους άλλους ανθρώπους. Είναι πολύ άσχημο. Και άσε τις στιγμές που είσαι προβληματισμένος φουλ και το μυαλό σου είναι αλλού, ή δυστυχείς. Εκεί τι να σκεφτείς, μπορεί να σου πέφτουν από τα χέρια τα πράγματα. Αλλά σε στιγμές που είσαι καλά, που πας για διασκέδαση, γιατί να είσαι αρχίδι; Πας ας πούμε θέατρο. Πρέπει να κάνεις κότσο τα μαλλιά σου, να μιλάς στο κινητό και να βήχεις ενώ κουνιέσαι; ..Ναι, προφανώς υπερβάλλω, κανείς δεν κάνει όλα αυτά μαζί. Αν τα έκανε ένας, θα τον έβριζαν οι υπόλοιποι και θα τον απομόνωναν ενώ τώρα, άλλος κουνιέται, άλλος βήχει, άλλος ξύνεται και άλλος μιλάει στο κινητό. Έτσι, βρίσκεσαι μεταξύ μαλακισμένων, δεν μπορείς να παρακολουθήσεις, και στο τέλος, σηκώνονται όρθιοι και χειροκροτούν. Αυτό είναι το καλύτερο. Ναι, βέβαια, πιο επιφανειακή κουλτούρα πεθαίνεις. Ίσα για να πεις πήγα και είδα αυτό. Λες και χέστηκε κανείς. 

Μαλάκες τίγκα. Έχει ξεχειλίσει ο τόπος. Και δεν υπάρχει και το τακτ πια. Η αξιοπρέπεια. Τους κάνεις παρατήρηση και μιλάνε κι από πάνω. Βρίζουν. Συγχύζονται. Εκεί βέβαια σηκώνει να τους ρίξεις μία μέσα στη μούρη με ένα τηγάνι να σου πω εγώ.

...Μήπως να θυμηθώ και τους μαλάκες τους παρλαπίπες; Ωωωω καααλά! Αυτό πάλι; Τι σχέδιο είναι; Θα κάνουμε αυτό, εκείνο, πάρε τηλέφωνο, μόνοι τους τώρα, εσύ ήσυχος στη θέση σου ούτε καν κι αυτοί να λένε να λένε να λένε και στο τέλος παίρνεις τηλέφωνο και δεν μπορούν, είναι απασχολημένοι φουλ. Για πάντα. Και ρωτάω: με τι κενότητα γεμίζετε τις ζωές σας; Πα πα πα πόσο σας λυπάμαι...

Τι ψάχνεις θα μου πεις. Ευτυχώς συναντάς ανθρώπους που αξίζουν. Που το χαμόγελό τους το χεις να το θυμάσαι αν δεν τους βλέπεις συχνά. Αν τους βλέπεις, ακόμα καλύτερα. Κι ευχαριστώ πολύ γι αυτούς τους ανθρώπους. Αν σκεφτείς ότι είναι λίγοι, είμαι πολύ ευχαριστημένη που τους συναντώ ή τους συνάντησα.

Τέλος πάντων. Πρέπει να γράψω ένα ποστ με καντήλια, δε γίνεται.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Τα απομεινάρια μιας νύχτας.

Έλα τι λέει; Καλά; Εγώ έχω βάλει ένα τραχανά να κάνω που λέει 15 λεπτά αλλά βασικά θέλει καμιά ώρα. Ε άμα σου λέει μία κούπα τραχανάς θέλει 7 κούπες νερό και γω έχω βάλει 2 κούπες άρα 14 κούπες νερό, κάτσε, περίμενε, μέχρι το βράδυ θα έχει πήξει. Ενδεχομένως να έχω πέσει πάνω στο πληκτρολόγιο βέβαια από την πείνα και ξαφνικά να διαβάζετε ξσκλσξδφισλσαλα αλλά θα δείξει στην πορεία. Έτσι, μιας και είμαι στο περίμενε, δε γράφω για την προχθεσινή επική καφρίλα; Έχω λίγο χρόνο. 

Που λέτε. Θα σας έχει τύχει, σίγουρα θα σας έχει τύχει αυτό που λέτε πάω μια βόλτα και μετά γίνεται της γαμιόλας σ αυτήν την απλή βόλτα; Τύπου περπατάς και πέφτεις σε ένα πάρτυ και λες δε μπαίνω και μπαίνεις και τελικά καίγονται οι στέγες και τα στρώματα και ναρκωτικά σε καζανάκια μπάτσοι κυνηγάνε κόσμο πουτάνες τρέχουν μια μαϊμού πηδάει στον ώμο σου.. καμία σχέση παιδιά. Στην Αθήνα είμαστε, γριές γυναίκες, ντάξει είπαμε. 

Που λέτε. Η διάθεση στο πάτωμα. Ούτε τη σκόνη που πέφτει δε σκουπίζει. Τόσο μαλακία. Ολόκληρο καλοκαίρι στην Αθήνα, πλην 4 ημερών που ήταν μαγευτικές και λίγο λέω καθότι πήγα στο νησί και ήμουν όχι αρντάν, όχι τούμπα κι ανάσκελα, ρούφηξα αυτές τις 4 μέρες με το καλαμάκι. Κάτσε ν ανακατέψω λίγο τον τραχανά γιατί θα φάω λάσπη στο τέλος, μισό.

...Συγνώμη, κάνει αφρό ο τραχανάς; Εμένα γιατί ο τραχανάς μου έκανε αφρό; Τι θα φάω Παναγία μου; Αμάν ρε παιδιά. Αμάν. (Σε δυο φίλους μου μιλάω. Που έχουν τη θεία που φτιάχνει ΤΟΝ τραχανά. Εγώ τραχανά δεν έτρωγα. Μέχρι που μου έδωσαν ΑΥΤΟΝ τον τραχανά. Και μια μέρα που είχε πέσει ψωμόλυσσα λέω δε γαμιέται, κάτσε να φτιάξω. Τι ήταν αυτό; Πωω μιλάμε δεν έχω λόγια. Βελούδο. Πωπωπωπω. Και από τότε έχω γίνει τρελή πρήχτρα. Και που είναι ο τραχανάς, τι έγινε η θεία, καλά είναι και τέτοια. Και τα παιδιά βέβαια, δε με ξεχνάνε. Πάντα μου φέρνουν. Άσε που, ΦΥΣΙΚΑ, γαμώ το Μέρφυ μου, την πρώτη φορά έπιασε μαμούνι γιατί ναι μωρή ηλίθια, φρέσκο πράμα είναι, στο ψυγείο το βάζουν, πάει ο τραχανάς, δέκα μέρες τον έκλαιγα. Τη δεύτερη φορά, τον φυλούσα σαν τα μάτια μου, πάω να φάω, κάνει έτσι το βάζο, πέφτει και σπάει. Φυσικά. Εννοείται. 4 ώρες έκλαιγα πάνω από τα συντρίμμια. Τώρα είπα, μόλις μου δώσουν, σε πλαστικό σακούλι, μετά σε βάζο, μετά το βάζο σε μπαμπλ ραπ και μετά όλο αυτό στο ψυγείο. Ε μα.) Ας περάσουμε όμως στο θέμα μας.

Διακοπές. Ποιες διακοπές; 4 μέρες δε μου έκλασαν. Μετά, όλον τον υπόλοιπο καιρό τον έβγαλα εδώ με ιλίγγους και πονοκέφαλο. Μου ήταν αβάσταχτη αυτή η ζέστη. Αβάσταχτη. Τέλος πάντων, πέρασε κι αυτό το μαρτύριο. Αλλά με βρήκε το τέλος του Αυγούστου, που άρχισαν να μαζεύονται οι φίλοι μου μαυρισμένοι και φρέσκοι και με έπαιρναν τηλέφωνο, ήρθαμε, ήρθαμε, μου λέγανε, πάμε βόλτα, και γω να σέρνομαι, κουρελιασμένη, με μαύρους κύκλους και τα ρέστα. Αλλά σιγά μην δεν πάω. Σε παρακαλώ. Και κάπως έτσι ξεκίνησε.

Με παίρνουν προχτές τα κορίτσια, έλα θα πάμε οι τάδε και οι τάδε εκεί, θες να έρθεις; Ήμουν κώλος, βαριόμουν, μετά λέω τι να κάτσεις, πήγα.

Κεραμεικός. Καθημερινή. Καφενεδομεζεδοπωλείο. Συναντιούνται 5 γκόμενες. Εγώ άργησα φυσικά γιατί όπως είπα σερνόμουν, οπότε πήγα με το αυτοκίνητο. Πάρκαρα απέναντι (Σημαντική Σημείωση Ένα). Μόλις είχαν κάτσει, κοιτούσαν τον κατάλογο. Τι θα πάρουμε, τι θα πάρουμε. Θα φάτε; ρωτάω. Ε ναι ρε, θα μας κόψει, μου λένε. Μπα, εγω δε θέλω φαΐ, λέω, κλασικά. (Στο σημείο αυτό, όσοι με γνωρίζουν καλά, τώρα γελάνε. Το μπα, εγώ δε θέλω σημαίνει πάρε ό,τι πάρεις διπλό γιατί θα σου φάω το φαΐ σου. Και τώρα που δεν τρώω κρέας, ή πρέπει να με ψήσεις ή να παραγγείλεις έτσι κι αλλιώς κάτι για μένα).

Συγνώμη, αλλά ο τραχανάς που έφτιαξα μυρίζει πολύ ωραία. Βέβαια η ποσότητα είναι για 5-6 άτομα τουλάχιστον.. τι να πω, τι έκανα εγώ τώρα τόσο φαΐ, πως θα το φάω, πόσες μέρες θα τρώω τραχανά; Ωχ Παναΐα μου, είμαι ελληνίδα μάνα χωρίς να έχω παιδιά.. Τέλος πάντων, επιστροφή στην ιστορία μας. Κεραμεικός. Γκόμενες. Παραγγέλνουν και μία λέει πως δε θέλει. Όλο τη δύσκολη να κάνω. Με πείθει η κολλητή μου δίπλα, έλα ρε μαλάκα κλπ. Τι να πιούμε; Μπύρες λένε οι άλλες, εγώ δε θέλω, μου λέει η κολλητή δίπλα μου, ρακί; Ναι ρε, ρακί!! της λέω με ενθουσιασμό για ένα και μόνο λόγο. Επειδή ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΠΙΩ, είπα ναι στη ρακή επειδή ακριβώς είναι δυσκολόπιοτη, καίει κλπ και την πίνεις αργά, δεν είναι σαν την μπύρα γλου γλου γλου γκράου (ρέψιμο) και πάει λέγοντας. Οπότε εμείς ρακί, οι άλλες μπύρα. Η άλλη κολλητή λέει εγώ θα πιω και μπύρα και ρακί. Αυτό ήταν. Μπέκρα την ανέβαζα, μπέκρα την κατέβαζα (Σημαντική Σημείωση Δύο). Έλα μπέκρα, να σου βάλω; της έλεγα αργότερα όταν έβλεπα το ποτηράκι της άδειο. 

Μ αυτά και μ αυτά, περνάει το βράδυ, να πίνω εγώ, να πίνω, να πίνω. Φέρε η κολλητή δίπλα μου, φέρε, φέρε. Σημαντική Σημείωση Τρία είναι που ρώτησε η κολλητή δίπλα μου τη σερβιτόρα, όταν έφερνε το πρώτο μισόκιλο, αν είναι καλή. Αυτή απάντησε πως δεν πίνει, άρα δεν ξέρει. Πάμε παρακάτω.

Προχωρούσε λοιπόν η βραδιά, ποια βραδιά, 7μιση το απόγευμα βρεθήκαμε, έπινα τέλος πάντων, έφαγα κι όλο το φαΐ ολονών εκτός των πτωμάτων που παρήγγειλαν, έφαγα το ψωμί που μου αναλογούσε και κοιτούσα και των άλλων αλλά κρατήθηκα και δε ζήτησα και έπινα, έπινα, έπινα. Και φυσικά συζητούσαμε. Κι επειδή οι κουβέντες που κάναμε ήταν πολύ ωραίες, είπα να πιω λίγο ακόμα. Κι έπινα, έπινα, έπινα. 

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι ώρα ήταν, ξέρω ότι εκεί που καθόμασταν και μιλούσαμε, μου ήρθε εμετός. Ω ναι. ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΕΣΣΕΡΑ: Όσοι σιχαίνονται εμετούς και τα σχετικά, παρακαλούνται να αποχωρήσουν από το διάβασμα. Να ξέρουν όμως ότι θα χάσουν τα καλύτερα. Ευχαριστώ. Συνεχίζουμε. Μου ήρθε εμετός. Κάνω έτσι, πιάνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου, πάω σφαίρα απέναντι, ανοίγω αμάξι, κάθομαι κυρία στη θέση του οδηγού, τεντώνω ανοιχτή πόρτα, γυρίζω και ΜΠΔΟΥΑΑΑ πετάω την πρώτη ρουκέτα στο πεζοδρόμιο. Σε λίγα ελάχιστα δευτερόλεπτα ακούω φωνές γύρω μου. Ε ναι οι γλυκούλες μου. Ας πούμε στο σημείο αυτό, ότι με λένε Λέτα. Εγώ να είμαι για τον πούτσο, να θέλω απλά να σωριαστώ, μόλις έχω ξεράσει, δε μπορώ να μιλήσω και ν ακούω από την κολλητή που όλο το βράδυ αποκαλούσα Μπέκρα, Λετάκι Λετάκι είσαι καλά; Γιατί ήρθες εδώ; Δε μπορούσα να μιλήσω αλλιώς θα έλεγα, για να σκεφτώ ρε, για τι άλλο; Αντί αυτού, κάνω έτσι και ΜΠΔΟΥΑΑΑ δεύτερη ρουκέτα. Από το υπερπέραν να ακούω όπα, ρίχνει κι άλλη, τα μαλλιά της κράτα, τα μαλλιά της. Τι καλές..

Σωριάζομαι στη θέση του οδηγού, να θέλω να ξαπλώσω. Να τρέχουν τα κορίτσια για χαρτί, νερό, ξέρω γω, να ενημερώσει η μία την άλλη.. Εγώ μόνη στο αυτοκίνητο, τη βλέπω ότι αν δεν ξαπλώσω τώρα θα έχουμε κι άλλα προβλήματα, οπότε αρχίζω να ψάχνω το γαμημένο μοχλό που κατεβαίνει η θέση. Και να μην τον βρίσκω. Έπρεπε να είστε από μια μεριά να με βλέπετε. Θα είχατε πεθάνει. Αλήθεια. Πεσμένη πίσω ξερή με τα μάτια κλειστά, να έχω δώσει τέρμα τούρμπο δύναμη στα χέρια τα οποία έψαχναν, χάιδευαν, χούφτωναν το κάθισμα δεξιά αριστερά να βρουν αυτό το γαμημένο μοχλό. Εννοείται δεν τον έβρισκα ούτε και τον βρήκα ποτέ. Πλεημομπίλ είναι ρε πούστη, να σκέφτομαι μέσα στην τύφλα μου και ωχ να βογγάω. Οι φίλες μου οι γλυκούλες μου να ενδιαφέρονται και να τρέχουν μία κοντά μου μία στο μαγαζί να δουν τι πως.. Ευτυχώς είχαμε πληρώσει ήδη. Η κολλητή που καθόταν δίπλα μου, λίγο πριν σηκωθώ για την πρώτη ρουκέτα, είχε πάει για κατούρημα. Κι αυτή πίτα. Φαντάσου λοιπόν όταν βγήκε από την τουαλέτα τρικλίζοντας που δεν είδε κανένα στο τραπέζι..

Μας βλέπει βγαίνοντας από την τουαλέτα και το άλλο το λιώμα, θα την πούμε Γ., έρχεται προς το αυτοκίνητο, τη βλέπω εγώ μέσα στην τύφλα μου, να μην έχω σταματήσει εντωμεταξύ να χαιδεύω το κάθισμα και να ψάχνω το μοχλό, ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ της λέω. Γιατί, πως, τι, να μου λένε, ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ εγώ. Μπαίνει μέσα, κλείνει την πόρτα της, έχω κλείσει και γω τη δική μου. Παράθυρα ανοιχτά. Γυρίζω, την κοιτάω, και της λέω: Μαλάκα, πόσο για τον πούτσο είμαστε; Κι αρχίζουμε να γελάμε μαλάκα, νεκρές στα καθίσματα, να γελάμε κολασμένα. Και κει που γελάμε, κάνουμε ταυτόχρονα μία έτσι, βγάζουμε και οι δύο τα κεφάλια μας από τα παράθυρα και αρχίζουμε να ξερνάμε. Ντάξει, ρουκέτα ήταν, μη φανταστείτε. Πετάμε τις ρουκέτες μας, πέφτουμε ταυτόχρονα πίσω στα καθίσματα, βογγάμε και τότε λέω.. μαλάκα.. ξεράσαμε τις πόρτες του αυτοκινήτου.. και αυτό ήταν. Δεύτερος γύρος τρανταχτών γέλιων. (Φυσικά και δεν είχαμε ξεράσει τις πόρτες, έλεος δηλαδή, τι μας πέρασες, σαν κάτι αμερικάνους που τους ζωγραφίζουν μουστάκια και καυλιά στο κούτελο; Όχι χρυσή μου.. Λιώμα ναι, Κυρία ναι, Πτώμα Μπάζο ποτέ). Γριές γυναίκες μαλάαακαααα να λέει η φίλη μου δώσε ΧΑΧΑΧΑΧΑ γέλια.. Πραγματικά, η περιοχή του Κεραμεικού εκείνο το βράδυ και ειδικά όσοι μας άκουγαν, τι να πω..ήρωες. Ξερατά, γέλια. Ξερατά, γέλια. .......

Έρχεται η Μπέκρα, Λετάκι μου είσαι καλά; σε μένα. Θέλετε κάτι; Το μόνο που καταφέρνω να ψελλίσω είναι ...νερό... Φεύγει σούμπιτη, έρχεται με καράφα γεμάτη με νερό και δυο ποτήρια. Δίνει στις τελειωμένες από ένα, πίνουμε, πίνουμε, μόλις πίνω μπόλικο, την αρχίζω κι αυτή ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ, ΜΠΕΣ ΜΕΣΑ! Όλες μέσα τις ήθελα, τι να πω. Να τις προστατέψω από τον κακό τον κόσμο, ξέρω γω; Μπαίνει κι η άλλη μέσα, στο πίσω κάθισμα. Ε αφού ήταν μέσα, εντάξει, δε χρειαζόταν να της μιλάω, οπότε συνέχισα με την Γ. να λέμε πόσο τελειωμένες είμαστε και να γελάμε. Κάποια φάση γυρίζω ελαφρώς πίσω να μιλήσω στην Μπέκρα (η οποία έχει γίνει αντιληπτό φαντάζομαι ότι ήταν η πιο νορμάλ που μας φρόντιζε, έτσι;) Αρχίζω, κάτι λέω, γυρίζει η Γ. και μου λέει, δεν είναι δω ρε μαλάκα.. Γυρίζω μέσα στην τύφλα, βλέπω το άδειο κάθισμα. Γυρίζω στη Γ. που πήγε; Ξέρω γω; Καταλαβαίνετε έτσι; Συζήτηση Αντρέας ο άνεργος τουλάχιστον..

Έρχεται η Μπέκρα, ξαναμπαίνει μέσα. Εγώ να έχω ξεκινήσει δεύτερο γύρο αναζήτησης του μοχλού να μην τον βρίσκω. Αποφασίζω ότι αφού δεν μπορώ να ξαπλώσω εκεί, πρέπει να πάω σπίτι. Αρχίζουν τα κορίτσια μην οδηγήσεις Λετάκι μην οδηγήσεις Λετάκι, ξερές όμως κι αυτές. Εγώ όμως δεν βρίσκω το μοχλό να ξαπλώσω άρα πρέπει να πάω σπίτι, η μόνη σκέψη που είχα. Βάζω μπροστά. ΜΗΝ ΞΕΚΙΝΑΣ ΜΗΝ ΞΕΚΙΝΑΣ, αρχίζει να φωνάζει από πίσω η Μπέκρα. Έχω ήδη ξεκινήσει αλλά ρωτάω, Γιατί να μην ξεκινήσω; ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙΣ ΜΙΑ ΚΑΡΑΦΑ ΣΤΟ ΚΑΠΩ! Έχω ξεκινήσει, ξεπαρκάρω, προχωράω αλλά ρωτάω, Και γιατί έχω μια καράφα στο καπώ; ΣΤΑΜΑΤΑ ΣΤΑΜΑΤΑ να φωνάζει, εγώ αρχίζω δε μπαίνει δευτέρα δε μπαίνει δευτέρα, ΣΤΟΠ στη γωνία του δρόμου, φρενάρω, ΝΤΑΝ πέφτει η καράφα στο παρμπρίζ και χύνεται όλο το νερό πάνω στο τζάμι. Ανοίγει η Γ. την πόρτα, παίρνει μέσα την καράφα από το δρόμο. Γελάμε ακατάπαυστα. Κάνω στην άκρη, παρκάρω, είναι σαφές ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να οδηγήσει κανείς έτσι, στερεωνόμαστε σε δέντρα, κλαδιά, φράχτες, παρτέρια, η μία στην άλλη, μας κουβαλάει και τις δύο η Μπέκρα, γελάμε ατελείωτα, λυγίζουμε, βαστάει η μία λυγίζει η άλλη, εικόνα από τις λίγες. Έρχεται ταξί, μπαίνουμε, πάμε σπίτι. Δεν ξεράσαμε τ αθρώπου το ταξί. Εντάξει.

Η επόμενη μέρα. Ξυπνάω. Πίνω νερό. Πετάω άλλες 3-4 ρουκέτες. Συνέρχομαι ποτέ. Πρέπει να πάω να φέρω το αυτοκίνητο. Πάω. Μπαίνω μέσα να το φέρω πίσω. Μαστούρα κόκκαλο σκατά ακόμα. Οδηγώ κι ακούω από δίπλα ντιν νταν πλιτς κλατς, κοιτάω και βλέπω τη φωτό που βλέπετε. 
Δε θυμάμαι τίποτα. Τι κάνει η καράφα εδώ; Το ποτήρι; Τόσα μπουκάλια; Δε θυμόμουν τίποτα. Πήρα τηλέφωνο τη Μπέκρα, κώλος κι αυτή, και οι δύο στο κρεβάτι να μιλάμε, τι έγινε, ζεις; ζω, τι έγινε ρε χτες; Πω πω, μου λέει, δεν ήταν καλή η ρακί, κοίτα πως γίναμε.. ΝΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ Η ΡΑΚH ΦΤΑΙΕΙ ΠΟΥ ΗΠΙΑΜΕ 3 ΛΙΤΡΑ.. Ερμ.. ναι, νομίζω πως ήπιαμε περίπου 3 λίτρα.. μπορεί 2.. δεν ξέρω.. πάντως δεν έφταιγε η ρακή. Εγώ ειδικά δεν πίνω σχεδόν καθόλου, ήπια σίγουρα ένα λίτρο μόνη μου και μετά μου έφταιγε η ποιότητα της ρακής, ναι οπωσδήποτε! Μετά θυμάμαι, ρε μαλάκα, της λέω, είχα μια καράφα στο αυτοκίνητο, τι έκανε κει; ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΔΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΠΟΥ ΣΑΣ ΕΦΕΡΑ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΟΥΜΠΗΣΑ ΣΤΟ ΚΑΠΩ -Α ναι ρε μαλάκα χαχαχαχα και συ τι την ακούμπησες στο καπώ; (Ειλικρινά τώρα, ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ακουμπήσει ποτέ τίποτα σε καπώ. Θα το ξεχάσεις, θα γίνει μαλακία, δεν είναι σταθερό, ποια λογική να ακουμπήσεις κάτι στο καπώ; Θα μου πεις τι ήθελες να κάνει η κοπέλα την καράφα με το νερό; Είχε κάνει 70 διαδρομές μεζεδοπωλείο-αυτοκίνητο..) Μετά άρχισα να θυμάμαι. Και θυμήθηκα ξαφνικά που έλεγα δε μπαίνει δευτέρα δε μπαίνει δευτέρα! Βλέποντας τόσα μπουκάλια ποτήρια καράφες κατάλαβα. Κάτι από αυτά είχε πέσει δίπλα στο μοχλό, τον εμπόδιζε να κατέβει και γω αντί να κοιτάξω έλεγα μόνο δε μπαίνει δευτέρα δε μπαίνει δευτέρα. ΠΟΥ ΝΑ ΜΠΕΙ ΔΕΥΤΕΡΑ ΜΩΡΗ ΠΙΤΑ; Δε λες που δεν κοπήκαμε; Ούτε ξέρω πως και γιατί έσπασε το ποτήρι..

Τι να πω. Κατάλαβες; Μετά βλέπουμε τη νεολαία να κάνει μαλακίες και έχω το θράσσος, εγώ ειδικά, να σχολιάζω και να κοιτάω αφ' υψηλού .. Συχαρίκια.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Παράξενες μέρες.

Τι μέρες περίεργες είναι αυτές; Πόση μοναξιά! Τι θυμός. Πόσο απογοήτευση, τι εκνευρισμός. Ασθένειες που κακοποιούν τον εαυτό μας και μόνο. Δε λιώνεις άμα θυμώνεις συνέχεια; Δεν κακοποιείσαι όταν κλαις και στενοχωριέσαι; Ή όταν το παίζεις δυνατός και δεν ξεσπάς πουθενά, δεν κακοποιείσαι γεμίζοντας πόνο; Τελικά ποιο είναι το σωστό; Η ισορροπία. Που δεν έχουμε. 

Πόση μοναξιά έχει ο κόσμος. Κι όμως δεν κάνει τίποτα να την τερματίσει. Δεκάδες άνθρωποι μόνοι τους, παραπονιούνται, φωνάζουν, ωρύονται για την καταπιεσμένη τους σεξουαλικότητα, που δεν την κάνουν τίποτα και θα σκάσουν, για τις αγκαλιές που δεν έχουν που να τις δώσουν, τα χαμένα τους φιλιά, το χρόνο που τους κάνει όλο και πιο δύσκολους, δύστροπους, μονόχνωτους. Και δεν κάνουν τίποτα. Μόνο φωνάζουν. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κρυμμένοι στα καβούκια τους, φωνάζουν σε αγνώστους μέσω ίντερνετ και μετά; Τίποτα. Θέλω να σε δω. Αλλά δε θα σε πλησιάσω ποτέ. Μου λείπεις. Αλλά δε θα στο πω ποτέ. Τι να κάνω εδώ που είμαι, όπως είμαι; Κάτσε να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Ποια είναι αυτή, θα μας πει κάποιος;

Κόσμος θυμωμένος, που δεν αντέχει άλλο. Κι όμως. Μπλέκει στα ίδια, κάνει τα ίδια και μετά κατηγορεί και λέει, είδες; Είχα δίκιο, όλα σκατά είναι. Πόσο άδικο για τα άλλα που δεν πλησίασες ποτέ.

Πόσο κρίμα είναι. Τόσο γλυκά, καλά, ωραία παιδιά και να είναι σε τέτοια δυστυχία. Τόσος κόσμος. Πόσο λυπάμαι. Κάθομαι κοιτάω και απορώ. 

Δε θα σχολιάσω για την αρρώστια της μαλακίας, δε με αφορούν οι μαλάκες που δεν έχουν ίχνος εγκεφάλου μέσα στο κρανίο τους. Που δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν έχουν αντίληψη. Μ' αυτούς η μόνη απορία που είχα πάντα είναι το πως ζουν. Πώς κυκλοφορούν και καταφέρνουν να επιβιώνουν. 

Είναι μαγεία να καταφέρνεις να σκέφτεσαι θετικά, να μπορείς να βλέπεις τη θετική πλευρά στο κάθε πράγμα. Γιατί υπάρχει. Πάντα υπάρχει. Αλλά αυτό το πράγμα που γίνεται αυτό το διάστημα είναι τόσο μεγάλο, τόσο περίεργο, τόσο μα τόσο.. μα τόσο. 

Κόσμος κάνει σα μικρό παιδί. Νομίζει ότι θα ζήσει για πάντα. Κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Καμιά φορά λέω να τα πω έτσι χύμα όπως τα σκέφτομαι; Και τι έγινε; Μια ζωή την έχουμε έτσι όπως τη βλέπουμε τώρα. Γιατί να μην είσαι πηγαίος, αυθόρμητος; Και ακόμα και γω που το σκέφτομαι, κάνω πίσω. Γιατί σα να υποπτεύομαι την ανταπόκριση. Ερωτήσεις, απορίες.. ίσως και γω να φοβάμαι τελικά, όπως όλοι. Ε, ας κάτσουμε μόνοι μας λοιπόν όλοι. Αφού έτσι την έχουμε δει, ας μείνουμε μόνοι να ζήσουμε αυτές τις παράξενες μέρες σε όλο τους το μεγαλείο.


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Τρέχεις;






Υ.γ. Αυτό το βίντεο είναι πολύ αστείο. Αλλά αποδεικνύει ότι το να τρέχεις, δε σε οδηγεί πουθενά.



Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Αλλάζει.

Ένα ολόκληρο μήνα και, δεν έγραψα εδώ. Δεν έχει ξαναγίνει τόσα χρόνια που το έχω. Αλλάζει, στα σίγουρα.

Ο κόσμος, η φάση, η χώρα, οι πολιτικές εξελίξεις, όλα. YOLO ο ένας, πίκρα ο άλλος, σιχτίρια ο τρίτος και γω να κάθομαι να τους κοιτάω. Δε θέλω βλέπεις να ενθουσιαστώ. Η -μέχρι τώρα- ζωή μου δίδαξε, μιας και πολλά αποδείχθηκαν τζούφια βεγγαλικά, να μην πετάω τη σκούφια μου αμέσως αλλά να την κρατάω λίγο πριν την πετάξω. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν τολμάω, δεν χαίρομαι και δεν ευχαριστιέμαι. Τη σκούφια δεν πετάω. Την κρατάω, άμα με εμποδίζει την βάζω δίπλα κλπ. Κι άμα τόσο πια είναι τρελό το πάρτυ, ε ας την πετάξω τη γαμημένη και τι έγινε; YOLO. 

Θέλω να πω με μια παρομοίωση πως νιώθω για το ΟΧΙ του ελληνικού λαού, το οποίο είναι πάρα μα πάρα πολύ σημαντικό. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω ούτε τις μεγάλες χαρές, ούτε τις μεγάλες λύπες και καταστροφολογίες. Εγώ απλώς ανακουφίστηκα. Προς το παρόν. Θέλω να κρατιέμαι ψύχραιμη. Είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό που έγινε. Γιατί οι άνθρωποι δεν αντέχουν άλλο. Πολύ απλά. 

Κρατιέμαι γιατί δεν ξέρω ποιον να εμπιστευτώ. Κι αν μπορώ, κι αν πρέπει να εμπιστευτώ κανένα. Και ούτε ξέρω τι σχέδιο, ή τι συμφέροντα έχουν αυτοί, που κάθε άλλο παρά άνθρωποι είναι, αφού δεν τους νοιάζει να διαλύουν λαούς, αρκεί να είναι καλά οι τράπεζες.

Ας πούμε πως η χώρα μας είναι μια κρατούμενη σε μια φυλακή στο 68ο μπουντρούμι στον πάτο ενός κτηρίου. Άπλυτη, κουρασμένη, με ελάχιστο φαΐ και νερό και στα χέρια χειροπέδες. Και ξαφνικά, σκάει ένας μέσα και τις λύνει τις χειροπέδες.

Αυτός που χτυπιέται πως μας βρήκε η καταστροφή, θα πάμε στη δραχμή ενώ παράλληλα μας δέρνουν δέκα, ακούει έξω από το κελί βομβαρδισμούς, τουφεκιές, τσιρίδες κι έχει κλάσει μέντες. Κι ενώ του έβγαλαν τις χειροπέδες, δε χαίρεται για το πρώτο αυτό βήμα, αλλά κάθεται βρίζει, κλαίει, χτυπιέται γι' αυτό που θα τον έβρει μόλις βγει, το οποίο δεν ξέρει ποιο είναι. Πιθανώς να είναι μια σφαίρα στο κούτελο, ή ένα αυτοκίνητο που θα τον πάει σπίτι του. Ή κάτι άλλο ή συνδυασμός αυτών μιας και οι πιθανότητες είναι άπειρες.

Αυτός που χαίρεται υπερβολικά, με το που του βγάζουν τις χειροπέδες, στ' αρχίδια του τι ακούγεται απ' έξω, πιάνει ένα ζεϊμπέκικο. Και μόλις βγει αρχίζει, έλα ρε, τι έγινε δικέ μου, γαμάει φίλε σου λέω κλπ. Επίσης μπορεί να φάει σφαίρα, να μπει κυριλέ στο αυτοκίνητο ή δεκάδες άλλα.

Υπάρχει κι αυτός που είναι ψύχραιμος. Του έβγαλαν τις χειροπέδες, τρίβει τους καρπούς του, σηκώνεται, πίνει λίγο νερό, τρώει κάτι και αμέσως μετά προσπαθεί να αφουγκραστεί. Καπάκι σφίγγει τις γροθιές του, γεμίζει την όποια δύναμη μπορεί να βρει από το πουθενά και ανοίγει πάρα πολύ σιγά την πόρτα, πάντα με τη βοήθεια αυτού που του έλυσε τα χέρια. Μαζί και μόνο μαζί, πάνε βήμα βήμα. Κι άμα τα καταφέρουν, τα κατάφεραν.

Θέλω να ανήκω, και προσπαθώ, στην τρίτη περίπτωση. Από κει και πέρα δε ξέρω. 

Είναι πραγματικά πάρα πολύ σημαντικές στιγμές αυτές που ζούμε, δεν ξέρω πως να αισθανθώ γιατί σε περίπτωση που γίνει τίποτα χοντρό, δεν μπορώ καν να φανταστώ πως θα είναι. Φανταζόμαστε διάφορα αλλά αυτά που δεν ξέρουμε πως είναι, είναι πραγματικά δύσκολο να τα φανταστούμε. 

Δεν ανησυχώ για μένα. Καθόλου. Προσαρμόζομαι πανεύκολα. Μπορώ να πάω οπουδήποτε και σε μια βδομάδα το πολύ να νιώθω -και να είμαι- μόνιμη κάτοικος. Δεν μ ενδιαφέρουν πια τα υλικά αγαθά. Φυσικά αγαπάω τα ρούχα και τα παπούτσια μου αλλά εντάξει. Ούτε φοβάμαι ότι θα πεινάσω. Μήπως οι άνθρωποι είναι σημαντικότεροι; Εκεί θα φανεί τι έχει αλλάξει κι αν έχει αλλάξει πραγματικά κάτι. Στην αλληλεγγύη. Από δω και πέρα.

Δεν ξέρω τίποτα. Ελπίζω στο καλύτερο. Αν ήθελαν να μας γαμήσουν θα το είχαν κάνει. Μάλλον δε θέλουν. Ζούμε πολύ σημαντικές στιγμές. Ας τις ζήσουμε λοιπόν και ας προσέχει ο καθένας τον εαυτό του, αυτούς που αγαπάει κι ας βοηθάει. Όσο μπορεί. 

Εις το επανιδείν.

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Η Χιονάτη αλά Κωλόγρια. Μέρος 3ο.



H Χιονάτη και οι Εφτά Κλάνη, Κλώνι, Νάνι, Σώνι, Πίνη, Δίνη και Πέρνι / Μέρος 3ο.

 

(Το 1ο μέρος είναι εδώ και το 2ο εδώ). 

 

-ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ;! ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ;! ούρλιαζαν οι νάνοι στον Πίνη ο οποίος τους κοιτούσε και δεν καταλάβαινε γιατί ωρύονται. -Έχουμε πει ή δεν έχουμε πει ότι πυροβολούμε τους εισβολείς; Αυτό αλλάζει όταν είναι ωραία γκόμενα; είπε ο Πίνη και τράβηξε μια καλή τζούρα. -Σβήσε το γαμημένο που σου χει κάψει τον εγκέφαλο και έλα εδώ ρε παλιομαλάκα, ένα κοριτσάκι είναι, το σκότωσες ρε μαλακισμένε μαλάκα!!, ούρλιαζε ο Νάνι ο οποίος για πρώτη φορά είχε ξυπνήσει για τα καλά. Η αδρεναλίνη έτρεχε στις φλέβες του και ήταν έτοιμος να πιάσει από το λαιμό τον Πίνη και να τον πλακώσει στις μάπες. 

 

-Ρε μαλάκες.. είπε ο Κλώνι ο οποίος είχε γονατίσει δίπλα στην πεσμένη Χιονάτη, αναπνέει..


-Τι έγινε;.. Πού βρίσκομαι; είπε ζαλισμένα η Χιονάτη και άνοιξε τα μάτια της. Οι νάνοι δεν έβγαλαν μιλιά, κάποιοι απ’ αυτούς ξεφύσηξαν ανακουφισμένοι που το κορίτσι ζούσε. -Γιατί με πυροβολήσατε; κατάφερε να πει μέσα στη ζάλη της η Χιονάτη, τρίβοντας το κεφάλι της. -Γιατί σε βρήκαμε μέσα στο σπίτι μας και έχουμε πει.. -ΣΚΑΣΕ! είπε ο Πίνη για να τον διακόψει απότομα ο Σώνι ο οποίος τώρα είχε αρχίσει να συνέρχεται από το σοκ. -Πονάς πουθενά; είπε και πήγε κοντά της. -Όχι, νομίζω ότι είμαι καλά.. είπε η Χιονάτη προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και να καταλάβει αν είχε χτυπήσει κάπου. Τη σφαίρα τελικά την είχε φάει η πόρτα. Όσο για τη Χιονάτη, τρόμαξε, έπεσε, χτύπησε το κεφάλι της και λιποθύμησε. Τώρα είχε μείνει μόνο ένας ελαφρύς πονοκέφαλος. Τους το είπε. -Δεν είναι τίποτα αυτό, έλα, σήκω να σε περιποιηθούμε, της είπε χαμογελαστός ο Κλώνι που δεν είχε φύγει στιγμή από δίπλα της. –Ευχαριστώ, ευχαριστώ.. είπε η Χιονάτη και σηκώθηκε τρικλίζοντας. –Τι ευχαριστείς; Εμείς συγνώμη, χίλια συγνώμη.. της είπε ο Κλώνι βοηθώντας τη να κάτσει σε μια καρέκλα. –Τι συγνώμη ρε μαλάκα, μπούκαρε ή δεν μπούκαρε σπίτι μας;! είπε ο Πίνη και παραλίγο να γίνει άγριος καυγάς εκεί μέσα. -ΣΚΑΣΕ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! ΣΚΑΣΕ ΒΟΥΛΩΣΕ ΤΟ! ούρλιαζαν στα μούτρα του ο Δίνη μαζί με τον Πέρνι.

-Μπούκαρα.. αυτή είναι η αλήθεια.. μην του φωνάζετε.. είπε λίγο ντροπιασμένα η Χιονάτη. -Ορίστε! είπε ευχαριστημένος ο Πίνη. -ΣΚΑΣΕ! του ξαναείπε στα μούτρα ο Δίνη και γύρισε προς τη Χιονάτη. Ο Κλάνη πήγε γρήγορα και της έφερε ένα ποτήρι νερό. Κι απ’ το σοκ του, του έφυγαν δυο τρεις πορδές. -Έλα ρε μαλάκα έλεος πια! του είπε ο Σώνι κουνώντας το χέρι να φύγει η μπόχα. –Είναι που είναι η κοπέλα έτσι, θέλεις να την αποτελειώσεις; συμπλήρωσε, κι ο Κλάνη κοκκινίζοντας είπε -αφού το ξέρετε ότι έχω ευερέθιστο έντερο.. -Μην τον μαλώνετε.. μην μαλώνετε για μένα.. εγώ φταίω.. σας παρακαλώ.. σας ζητώ συγνώμη.. είπε γλυκά η Χιονάτη και έβαλε τα κλάμματα. 

-Όχι, όχι, μην κλαις, σε παρακαλώ, της έλεγε ο ένας μετά τον άλλο, ακόμα και ο Πίνη ο οποίος είχε καταλάβει ότι βιάστηκε να πυροβολήσει και τώρα χαιρόταν που δεν είχαν κλάψει θύματα.

Και κάπως έτσι γνωρίστηκαν οι εφτά νάνοι με τη Χιονάτη. Τους είπε την ιστορία της, οι νάνοι είχαν ακούσει πολλά για την Κάριολα, ήξεραν ακριβώς για ποια μιλούσε η Χιονάτη. Μεγάλη καριόλα η Κάριολα. –Δε μας είχε κάνει και κόμπλα τότε με τα εμπορεύματα; Θυμάστε; είπε ο Πέρνι και θυμήθηκαν όλοι μαζί πόσο μεγάλη κακιά καριόλα ήταν η Κάριολα.
Οι νάνοι συμφώνησαν να μείνει εκεί η Χιονάτη για όσο θα ήθελε, άλλωστε μαγείρευε εξαιρετικά, είχαν δοκιμάσει το φαγητό της εκείνη την πρώτη μέρα της γνωριμίας και είχαν πάθει πλάκα. Δε θα τους πείραζε να γυρίζουν και να υπάρχει μια χαμογελαστή παρουσία που θα τους φρόντιζε το σπιτικό. Κι αυτοί, για αντάλλαγμα, θα της παρείχαν φροντίδα, προστασία, τροφή και στέγη. Κι έτσι ήταν χαρούμενοι όλοι. Κι ο καιρός περνούσε. Αλλά τα νέα δεν αργούν να μαθευτούν. Ουδέν κρυφό υπό το φως του ήλιου. Ή τα αυτιά της Κάριολας.

Έτσι, μια νύχτα χωρίς φεγγάρι που η Κάριολα έσφαζε στο γόνατο ένα τεκνό (αυτή τη φορά είναι κυριολεξία, έσφαζε ένα ωραίο αγόρι για να το φάει), καθήμενη σε ένα κομμένο κορμό δέντρο στον κήπο της, αυτόν που χρησιμοποιούσε για να κόβει τα ξύλα για τα δεκάξι τζάκια του παλατιού ο κηπουρός που πέθανε κακήν κακώς στα πόδια του λύκου, άκουσε από το μισάνοιχτο παράθυρο τον καθρέφτης της το Δόσιλογ να λέει Αχ Χιονάτη Αχ Χιονάτη.. μέσα στον ύπνο του. Και βέβαια κοιμούνται και οι καθρέφτες, ειδικά οι μαγικοί. Μην ξεχνάτε πως μέσα στους μαγικούς καθρέφτες ζουν πνεύματα που ζουν, τρώνε, κοιμούνται, κάνουν σχέσεις, δουλεύουν κλπ, απλά, σε παράλληλο σύμπαν. Ε, το σύμπαν που βρισκόταν ο Δόσιλογ τύχαινε να έχει κοινές μέρες και νύχτες με το σύμπαν της Κάριολας. Και τυχαία, είχε ξεχάσει να κλείσει το Σύνδεσμο (έτσι λεγόταν ο τρόπος που ενωνόταν τα παράλληλα σύμπαντα, στην πραγματικότητα άνοιγε κι έκλεινε ένα διακόπτη) Έτσι, νύχτα ήταν, κοιμόταν και παραμιλούσε. Ήξερε καιρό ότι η Χιονάτη ήταν ζωντανή αλλά δεν το είχε πει στην Κάριολα. Είχε αρχίσει να του τη δίνει αυτή η γυναίκα και δούλευε γι’ αυτήν πάρα πολύ καιρό. Και μια συμπεριφορά όπως τη δική της δεν μπορεί εύκολα να την αντέξει κάποιος σε όποιο σύμπαν και να βρίσκεται..

Ήθελε δεν ήθελε όμως ο Δόσιλογ, την έκανε τη μαλακία του μέσα στον ύπνο. Είπε το όνομα της Χιονάτης, η Κάριολα και μόνο στην ιδέα της μισητής πρόγονής της, κυριολεκτικά εκτοξεύτηκε προς το δωμάτιό της. Πέταξε κακήν κακώς το μισοφαγωμένο πτώμα του τεκνού από τα γόνατά της, σίγουρη ότι δε θα κινδυνεύει γιατί είχε κάνει τα μαγικά της και το πτώμα φαινόταν σαν μισοφαγωμένο ζώο, οπότε το πολύ πολύ ή να το έτρωγε κάποιο άλλο ζώο (κρίμα, και είχε μια γεύση μούρλια), κι εκτοξεύτηκε στο δωμάτιό της. Ένα απαλό ροχαλητό ακουγόταν μέσα από τον καθρέφτη, απ’ τον καημένο το Δόσιλογ, που το αληθινό του όνομα ήταν Αρτέμης αλλά αυτή του το είχε αλλάξει σε αυτό που είχε τώρα. Η Κάριολα μπήκε στο δωμάτιο και βρόντηξε τόσο δυνατά την πόρτα και ούρλιαξε ΤΙ ΕΙΠΕΣ ΡΕ! που μέχρι και σεις τρομάξατε χωρίς να το ξέρετε. Του Δόσιλογ ή Αρτέμη του έφυγαν λίγα τσίσα πριν προλάβει να ανοίξει τα μάτια, σε κλάσματα του δευτερολέπτου όλα αυτά, άλλωστε η πραγματική φωνή της Κάριολας ήταν σα νύχι σε πίνακα μαζί με ουρλιαχτά νυχτερίδων και συριγμούς φρεναρίσματος τραίνου. Κοινώς απαίσια και εντελώς τρομακτική. Φυσικό να κατουρηθεί κάποιος ακουγόντάς την. 

-Τι είπα μεγαλειοτάτη;.. κοιμόμουν..

-ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕΣ!

-Τι είπα;

-ΑΧ ΧΙΟΝΑΤΗ.. θα ξεράσω, ούτε το όνομα αυτού του σιχάματος δε μπορώ να πω και να μη μου έρθει αναγούλα!

Ο Δόσιλογ προσπαθούσε να σκεφτεί αλλά ήταν τόσο τρομοκρατημένος που δε μπορούσε. Αυτό το δολοφονικό βλέμμα αυτής της καριόλας ήταν τόσο διαπεραστικό που σχεδόν ένιωθε να τον πονάει ο εγκέφαλός του. Ανοιγόκλεισε λίγο τα μάτια, και του ήρθε. Έβλεπε όνειρο τη Χιονάτη.. ωω.. λες; να είπε το όνομά της; και τώρα; Ω το καημένη το κορίτσι.. όχι γαμώτο.. και τώρα;

-Τι θα γίνει;! Θα μου απαντήσεις;! Έχουμε και δουλειές μαλακισμένο βερνικωμένο κωλότζαμο! Γιατί είπες το όνομά της;! τσίριξε η Κάριολα. 

Δύσκολο το παιχνίδι για τον Δόσιλογ. Να δώσει τη Χιονάτη που τόσο συμπαθούσε σε αυτήν την αντιπαθητική σκύλα και να συνεχίσει να ζει όλο αυτό που είχε βαρεθεί πια να ζει ή να έκανε τώρα την επανάστασή του, την προσωπική του επανάσταση, να έλεγε ψέμματα στη σκύλα; Κι αν το μάθαινε; 

-ΘΑ ΜΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ;;;;!!! ούρλιαξε η Κάριολα κι έπιασε τον τεράστιο ξύλινο καθρέφτη κι άρχισε να τον ταρακουνάει.

-Σταματήστε! Σταματήστε σας παρακαλώ! Απλώς την είδα στον ύπνο μου! (της είπε τελικά ψέματα. Ο κύβος ερρίφθη).

-..Γιατί την είδες στον ύπνο σου;

-..Τι εννοείτε.. πώς να ξέρω γιατί;..

-Έχει περάσει τόσος καιρός, γιατί τη θυμήθηκες τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω!

-..Δεν ξέρω.. είναι μεγάλο μυστήριο ο εγκέφαλ..

-Ποιος;! Ο εγκέφαλος πήγες να πεις; ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ άρχισε να ουρλιάζει (γελάει) η Κάριολα και κάποια τζάμια ράγισαν στο παλάτι. -Εγκέφαλο εσύ; Καλό κι αυτό! ΤΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟ ΡΕ ΒΡΩΜΕΡΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ ΠΟΥ ΣΕ ΜΑΖΕΨΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΚΑΙ Σ’ ΕΧΩ ΚΑΝΕΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΞΙΑΣ! ΛΕΓΕ ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΕΙΔΕΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ! ΑΚΟΥΣΕΣ ΚΑΤΙ; ΕΙΔΕΣ ΚΑΤΙ; ΛΕΓΕ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΕ ΔΙΑΛΥΣΩ!

Θα μου κλάσεις τ’ αρχίδια παλιοκαριόλα, σε βαρέθηκα μωρή πουτάνα, α γαμήσου, ήθελε να της πει στην πραγματικότητα ο Δόσιλογ αλλά δεν ήταν της ώρας, έπρεπε πρώτα να κάνει ένα σχέδιο, όχι να τσακωθεί μαζί της αυτή τη στιγμή, αφού την έβλεπε, είχε πάθει υστερία. Οπότε θα πήγαινε με τα νερά της, να κερδίσει χρόνο. 

-Δεν ξέρω πανέμορφη μεγαλειοτάτη γιατί την είδα στον ύπνο μου. Αυτό που ξέρω σίγουρα όμως είναι ότι από αύριο το πρωί, θα ξεκινήσω να ψάχνω, να βρω ό,τι χρειάζεται για να είστε ευτυχής και σίγουρη ότι κανείς δε θα διακόψει την ευτυχία σας, της είπε και θα ήθελε να συμπληρώσει κι ένα μωρή πουτάνα γαμημένη αλλά δεν το έκανε.

-Το καλό που σου θέλω. Άντε τώρα, τραβήξου, θέλω την ησυχία μου, είπε με αγένεια όπως συνήθιζε, η Κάριολα στον Δόσιλογ ή Αρτέμη κι αυτός ένευσε συγκαταβατικά κι έκανε πίσω κλείνοντας το διακόπτη κι αφήνοντας κατάμαυρο σκοτάδι πίσσα να φαίνεται πια στον καθρέφτη.

Η Κάριολα εννοείται πως δε μάσησε με αυτό που της είπε ο Δόσιλογ. Είχε μύτη αυτή! Ανταριασμένο βράδυ πέρασε, να σκέφτεται τι θα κάνει και πώς θα σιγουρευτεί. Από την άλλη, η Χιονάτη, περνούσε ζωή χαρισάμενη στο δάσος. Είχε ξαναβρεί και τους φίλους της τα ζώα, τα έλεγαν κατά τη διάρκεια της μέρας, με τους νάνους ήταν πολύ χαρούμενη, έπαιζαν πρέφα, έβλεπαν καμία ταινία στο κανάλι της αλεπούς, έκαναν εκδρομές, περνούσαν φίνα. Κάθε πρωί τη χαιρετούσαν που έφευγαν για δουλειά και της θύμιζαν να μην ξεμακραίνει και να προσέχει, να μην ανοίγει σε κανένα και να προσέχει πάρα πολύ. Έτσι, περνούσαν οι μέρες, χαρούμενες για τη Χιονάτη, δυστυχισμένες για την Κάριολα, μέχρι να σιγουρευτεί. Και σιγουρεύτηκε, το πουτανάκι ζούσε.

Μεσημέρι ήταν, που η Χιονάτη είχε πάει μια βόλτα στο δάσος με το φίλο της τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα να μαζέψουν χόρτα, καρότα, βοτάνια και να της γνωρίσει το φίλο του το χοντρό γουρούνι που είχε διδακτορικό στο να μαζεύει τρούφες (μανιτάρια). Εκεί λοιπόν που πήγαιναν εμπρός το χοντρό γουρούνι να ψάχνει τρούφες κι από πίσω ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και τη Χιονάτη να τα λένε ενώ μάζευαν τις τρούφες που έβρισκε το χοντρό γουρούνι, πετάχτηκε από το πουθενά ένα βέλος. Για την ακρίβεια άκουσαν ένα βζζζζιν! ξυστά από το χοντρό γουρούνι. Σάστισαν οι φίλοι. Αμέσως καλπασμός αλόγου, δεύτερο βζζζιν! ξυστά από το χοντρό γουρούνι. -ΕΕΕΕ!!! ΕΕΕΕΕ!! ΕΕΕΕΕ! άρχισαν να φωνάζουν με τα χέρια ψηλά διαμαρτυρόμενοι ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και η Χιονάτη –ΕΕΕΕΕ!! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ! ΣΤΑΜΑΤΑ!!  Ένα άλογο με τον αναβάτη του, εμφανίστηκε μέσα από τα δέντρα. Ο αναβάτης τράβηξε τα χαλινάρια και το άλογο σηκώθηκε στα δυο του πισινά πόδια πριν σταματήσει μπροστά τους. Πολύ εντυπωσιακοί και οι δύο. Το άλογο, ένα ισπανικό Ζινέτ, προερχόμενο κατευθείαν από ισπανικό βασιλικό στάβλο της Κόρντομπα, γέννημα του Βερβερίνικου επιβήτορα Κρούσμαν και μιας λεβεντοφοράδας της Ανδαλουσίας, το πιο ευγενικό, το πιο όμορφο και το πιο υπάκουο στον κόσμο, ήταν κατάλευκο με χρυσά μάτια, χρυσά χαλινάρια και χρυσή σέλα. Ο αναβάτης, ξανθός, πανέμορφος, με το χρυσό μαλλί να ανεμίζει και τα χρυσά του μάτια να λάμπουν, ήταν ντυμένος κι αυτός στα χρυσά. Για την ακρίβεια έλαμπαν τόσο πολύ που η Χιονάτη με τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα τυφλώνονταν, οπότε έκαναν ένα έτσι κι έβγαλαν και φόρεσαν από ένα ζευγάρι rayban ο καθένας για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν το χρυσό αυτό θέαμα.

Ο αναβάτης του αλόγου ήταν ο πρίγκιπας του ΠέραΣτουςΠέραΚάμπους. Είχε πάει για κυνήγι, χώθηκε στο δάσος, είδε το γουρούνι, βάλθηκε να το σκοτώσει και τρόμαξε με τις φωνές, δεν περίμενε να συναντήσει άλλο άνθρωπο εκεί. Και τι άνθρωπο. Μια τόσο ωραία κοπέλα! Κι η Χιονάτη βέβαια, γλάρωσε λίγο, δεν είχε ξαναδεί τέτοιο κούκλο. Στην προκειμένη, άσχετα με το τι ένιωσαν, το έπαιξαν άνετοι και οι δύο.

–Ω Θεέ μου!! Σας χτύπησα δεσποινίς; Με συγχωρείτε, πω πω! είπε ο πρίγκιπας με πραγματικό ενδιαφέρον χωρίς να κατέβει από το άλογο. –Δε με χτύπησες βρε βούρλο, αλλά θα μπορούσες! Τι πετάς έτσι βέλη; Αυτοί εδώ είναι φίλοι μου! ­απάντησε η Χιονάτη πραγματικά τσαντισμένη.

Βούρλο; Τον είπε βούρλο; Ε, είπαμε, η Χιονάτη έμοιαζε στη μαμά της, βάλε και την παρέα με τους νάνους και τους αλήτες τα ζώα, είχε γίνει αλάνι πρώτης τάξεως. Κόλλησε ο πρίγκιπας που τον είπε βούρλο και δε μπορούσε να μιλήσει. Από τη μία ήταν τόσο όμορφη κι από την άλλη έβριζε, είπε ότι τα ζώα ήταν φίλοι της.. κρίμα.. τόσο ωραία κοπέλα... (Μα ναι, δεν είχαν όλοι την ικανότητα να μιλάνε με τα ζώα, γι’ αυτό ο πρίγκιπας δεν καταλάβαινε). 

–Τι κοιτάς ρε βλήμα; Πάρε το τόξο σου κι άντε από δω που μου μάθατε όλοι κι έρχεστε να κυνηγήσετε τα αθώα ζωάκια! (Η Χιονάτη ήταν βετζετέριαν, όπως ασφαλώς και οι νάνοι. Δε θα μπορούσαν να κάνουν παρέα τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα, το πανέμορφο ελάφι, την πολύχρωμη πανέμορφη καρδερίνα και τα άλλα ζώα και πουλιά και μετά να τρώνε μπριτζόλες. Μπλιαξ!) 

-Χίλια συγνώμη, χίλια συγνώμη.. κατάφερε να ψελλίσει ο πρίγκιπας, τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του και χάθηκε στο δάσος. 

-Το μαλάκα με σύγχυσε.. κοίτα να δεις.. μονολόγησε η Χιονάτη αλλά από μέσα της σκεφτόταν πόσο όμορφος και ευγενικός ήταν αυτός ο ξένος. –Πω πω τι μυρίζει σκατίλα; Διέκοψε τις σκέψεις της ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα.

-Τι μυρίζει σκατίλα ρε μαλάκα, χέστηκε το γουρούνι δε βλέπεις; του απάντησε η Χιονάτη, του έδειξε το βουνό με τα σκατά και του έκανε νόημα να προχωρήσουν. Το χοντρό γουρούνι τους κοίταζε. –Προχώρα ρε μαλάκα να βρούμε κανένα μανιτάρι πριν νυχτώσει, άντε!, είπε ο λαγός με την πανέμορφη γούνα στο χοντρό γουρούνι και συνέχισαν τη βόλτα τους.

Ο πρίγκιπας, κάλπασε με το άλογο και σε λίγη ώρα είχε βγει στο ξέφωτο που οδηγούσε στο παλάτι της Κάριολας και του Αντέλπιν. Εκεί, υπήρχε μια πολύ όμορφη λίμνη και θάμνοι με άγρια φρούτα. Κατέβηκε από το άλογο, να ξεκουραστούν, να πιει και το βασιλικό άλογο νερό. Έκατσε κοντά στη λίμνη και σκεφτόταν τι έγινε. Δε μπορούσε να βγάλει αυτήν την όμορφη κοπέλα από το μυαλό του. Και σάστισε τόσο πολύ που ούτε το όνομα της δε ρώτησε. Τι έκανε μέσα στο δάσος μια κοπέλα μόνη της; Μήπως ήταν τρελή; Μήπως ήταν μάγισσα; Ήταν βλάκας, έφυγε τόσο βιαστικά, δεν έδωσε μια ευκαιρία να τη γνωρίσει, να μάθει περισσότερα.. Ήταν τόσο γλυκιά.. Μα πως μπόρεσε να αφήσει μια τέτοια κοπέλα μόνη της στο δάσος και να φύγει;! Τι έκανε ο τρελός;! Έπρεπε να πάει πίσω να τη βρει. Και που θα την έβρισκε τώρα; Θα έψαχνε! Πώς μπόρεσε να φύγει έτσι, τι δειλός! 

-Τι κάνετε εκεί καλέ μου κύριε; είπε και διέκοψε τις σκέψεις του μια γεροντίστικη φωνή. Γύρισε ο πρίγκιπας να δει και μια γριά, πολύ άσχημη είναι η αλήθεια, με μια τεράστια ελιά στη γαμψή της μύτη, ξυπόλυτη με φτωχικά ρούχα και γαμψά νύχια σε χέρια και πόδια, ερχόταν προς το μέρος του. Ο πρίγκιπας σηκώθηκε όρθιος και στράφηκε προς το μέρος της. Το άλογο χλιμίντρισε έντονα. Τα ζώα βλέπεις καταλαβαίνουν. Γιατί αυτή φυσικά ήταν η Κάριολα. Η ίδια η Κάριολα, με το αληθινό της πρόσωπο. Μια υπεραιωνόβια σκατόγρια που με τα μαγικά της φαινόταν νέα και ωραία. Αλλά δεν ήταν. Στα αλήθεια ήταν μια πανάσχημη γριά μάγισσα. 

-Ήσυχα αλογάκι μου ήσυχα, μια γιαγιά είναι μόνο, είπε ο πρίγκιπας χαϊδεύοντας ελαφρά το άλογο στη ράχη του και χαμογελώντας στη γριά μάγισσα.

-Θέλει το παλικάρι ένα μηλαράκι; Πουλάω μηλαράκια για να ζήσω.. είπε η σκατόγρια με το πιο μελιστάλαχτο ύφος που μπορούσε να έχει μια σάπια σαν κι αυτή.

Ο πρίγκιπας τη λυπήθηκε και είπε δεν βαριέσαι ας πάρω μήλα, τρώει και το άλογο, να βοηθήσω κι αυτή τη δύστυχη την πάμφτωχη. Έτσι, αγόρασε όλο το καλάθι της Κάριολας κι αυτή χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα και καλά από τη χαρά της, τον ευλογούσε. 

-Που να ΄χεις την ευχή μου αγόρι μου, να σε λούζουν οι ευχές των θεών των ξωτικών και των αγίων προγόνων, να είσαι πλούσιος, υγιής, χώμα να πιάνεις χρυσάφι να γίνεται..

-Φτάνει καλή μου γιαγιά, φτάνει.. σ’ ευχαριστώ πολύ.. κι εσύ να είσαι καλά..

-Αχ.. παλικάρι μου.. τι καλά να είμαι.. δε με βλέπεις.. τα χάλια μου.. δεν έχω πολλά ψωμιά ακόμα.. αλλά δε βαριέσαι.. για σας τους νέους είναι η ζωή...

-Σώπα γιαγιά.. όλα καλά θα πάνε..

-Έτσι αγόρι μου.. πάντα αισιόδοξος να είσαι.. γιατί η ζωή είναι δύσκολη.. ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου φέρει..

-Εσύ γιαγιά από δω είσαι;

-Τι από δω αγόρι μου.. έχω ξεχάσει πια από που έχω έρθει και πόσα χιλιόμετρα έχω περπατήσει.. σταμάτησα όμως τώρα πια γιατί γέρασα.. δε με βαστούν τα πόδια μου.. εδώ παρακάτω ζω σε μια παράγκα.. κι έχω μια μηλιά.. και πουλώ τα μήλα της να ζήσω.. και γυρίζω στα παζάρια και τους δρόμους όσο έχω κουράγια.. τι να κάνεις.. Εσύ αγόρι μου; Από δω είσαι;

-Όχι γιαγιά... είμαι ο πρίγκιπας του ΠέραΣτουςΠέραΚάμπους, ο Τεκνάτον ο 3ος.

-..Τεκνάτον! Τι ωραίο όνομα πρίγκιπά μου! Τιμή μου να γνωρίζω ένα πρίγκιπα, είπε η Κάριολα και καλά εντυπωσιασμένη και έπεσε φαρδιά πλατιά στα πόδια του και του τα φιλούσε.

-Σήκω καλέ γιαγιά, σε παρακαλώ! πετάχτηκε όρθιος ο πρίγκιπας και τράβηξε τη σκατόγρια να σηκωθεί. Κι όπως ήταν έτσι κοντά του, τον φύσηξε λίγο στο πρόσωπο, είπε και δυο μαγικές λέξεις και τον είχε στον τσεπάκι της. Ο πρίγκιπας μαγεμένος, στεκόταν σα ρομπότ, έτοιμος να της πει ότι ήθελε. Κι η ανάκριση άρχισε. 

-Λεφτά έχετε;

-Πολλά.

-Χρυσάφι;

-Πάρα πολύ.

-Και που τα κλειδώνετε;

-Στις δέκα αποθήκες

-Είναι κλειδωμένες;

-Ναι.

-Έχεις τα κλειδιά;

-Όχι.

-Ποιος τα έχει;

-Οι δέκα φύλακες.

-Και που είναι αυτοί;

-Στις δέκα πηγές της πλάσης. 

Η Κάριολα δεν έβγαζε άκρη και τσαντίστηκε. Έτσι του τράβηξε μια μπουνιά στο στομάχι. ΠΑΟΥ! Ο πρίγκιπας δίπλωσε στα δύο και βόγκηξε. Ξανασηκώθηκε στη θέση του με μια σύσπαση στο πρόσωπό του. Η γροθιά δεν τον είχε συνεφέρει. 

-Για πες. Συνάντησες καμία κοπέλα όσο γυρνάς με το άλογό σου;

Η όψη του πρίγκιπα άλλαξε. Η σύσπαση έφυγε, μια αγαλλίαση εμφανίστηκε.

-Ναι! Τώρα πριν λίγο στο δάσος.

Η Κάριολα ταράχτηκε. Πλησίασε πολύ κοντά στο πρόσωπο του πρίγκιπα. Η σάπια της ανάσα παραλίγο να τον ξυπνήσει, αλλά το κατάλαβε και απομακρύνθηκε ελαφρώς.

-Πώς τη λένε;!

-Δεν ξέρω. Δεν πρόλαβα να ρωτήσω το όνομά της.

-Πώς ήταν στην όψη;!

-Σαν άγγελος, σαν νεράιδα, σαν ολόφρεσκο νερό από πηγή, σαν δροσερό χιόνι, σαν ήλιος που ανατέλλει, σαν ρόδο που ανοίγει, σαν γαλάζιος ουρανός, σαν..

-Θα ξεράσω. Πώς έμοιαζε; Μελαχρινή, ξανθιά, ψηλή, κοντή; 

-Μελαχρινή, πανέμορφη, λευκό δέρμα, ψηλή, γαλάζιο φόρεμα, την αγαπώ..

-Την πουτάνα! ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ! ΖΕΙ! ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑΑΑΑ!! 

Χτυπιόταν για ώρα η Κάριολα, τραβούσε τα μαλλιά της, κλωτσούσε το έδαφος, το άλογο χλιμίντριζε, χτυπιόταν κι αυτό, άνεμος είχε σηκωθεί, φύλλα πετούσαν τριγύρω κι ο καημένος ο πρίγκιπας εκεί, μαγεμένος, στα όρια της φλεβίτιδας, τόση ώρα όρθιος.

Κάποια στιγμή, αφηνιασμένη ακόμα από τα νεύρα της, απλώς σταμάτησε να χτυπιέται, αλλά έπρεπε να μάθει που ήταν η Χιονάτη, έπρεπε να τη βρει. 

-ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ; ΕΙΔΕΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ; ούρλιαζε η Κάριολα

-Ποια; απάντησε ήρεμος ο πρίγκιπας

-Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΣ!

-Δεν είναι αυτό που λες, είναι ένας άγγελος..

-ΑΥΤΟΣ Ο ΓΑΜΗΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ, ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ; ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΝΕΙ;

-Δεν είναι αυτό που λες, είναι ένα ποίημα, μια ζωγραφιά.. 

Ο εγκέφαλος του πρίγκιπα, άσχετα με το ότι ήταν υπνωτισμένος, δεν μπορούσε να καταχωρίσει τέτοιο υβρεολόγιο σε καμία περίπτωση, πόσο μάλλον όταν αναφέρεται κάποιος στον έρωτα.. Η Κάριολα είχε βγει εκτός εαυτού, ήταν έτοιμη να του κόψει το λαρύγγι με το γαμψό μακρύ νύχι του δεξιού της δείκτη αλλά κρατιόταν, έπρεπε να κρατηθεί μπας και μάθει που είναι αυτό το τσουλί!

Πλησίασε τον πρίγκιπα τόσο όσο να μην ξυπνήσει από τη βοθρόδη ανάσα της και του είπε όσο γλυκά της επέτρεπε ο τεράστιος θυμός της: 

-Πρίγκιπά μου, ξέρεις που μένει η πεντάμορφη κοπέλα που συνάντησες; είπε και έγειρε στο πλάι και ξέρασε. Το στομάχι της δεν άντεξε άλλο.

-Όχι, δεν ξέρω.

-Θυμάσαι που τη συνάντησες;

-Θυμάμαι.

-Θυμάσαι πως θα φτάσει κάποιος εκεί;

-3 χιλιόμετρα δεξιά του ξέφωτου, πίσω από το λευκό δάσος, αφού προσπεράσεις το βουνό με τις μαργαρίτες και το ρυάκι με τα κοχύλια. Εκεί, είναι μια σπηλιά ψηλή κ μεγάλη. Περνάς από μέσα, διασχίζεις το βουνό και σε δυο περίπου χιλιόμετρα είναι ένας δρόμος που χωρίζεται στα τρία. Παίρνεις τον δεξί και μετά, αφού περάσεις τις δυο μηλιές και τις τρεις φουντουκιές, συναντάς ένα ξέφωτο. Απέναντι ακριβώς ξεκινάει ένα δάσος. Εκεί μέσα την είδα..

-ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΝΑΝΩΝ ΖΕΙ Η ΠΟΥΤΑΝΑ!!! 

Η Κάριολα ήξερε τα πάντα. Και όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, είχε προκύψει μανούρα ανάμεσά τους παλιότερα. Περνούσε ένα κάργκο δικό τους με διαμάντια και σκέφτηκε να τους τα φάει. Αλλά την πήραν γραμμή και έγινε μεγάλη μάχη. Το έμαθε κι ο Σάρουμαν του Σκοτεινού Νεκρού Βασιλείου κι έγινε ο υπέρτατος χαμός. Αλλά αυτά δεν είναι της ώρας. Το θέμα είναι ότι η Κάριολα τους ήξερε, ήξερε που μένουν και μετά την περιγραφή του ξανθομπάμπουρα δεν ήταν και πολύ δύσκολο να καταλάβει.

Κροτάλισε τα δάχτυλά της και ο πρίγκιπας ξύπνησε. Το άλογο δεν είχε σταματήσει να χτυπιέται. Ο πρίγκιπας γύρισε αμέσως γύρισε προς το μέρος του και το αγκάλιασε λέγοντας του, -τι έγινε αγαπημένο μου ζώο, γιατί είσαι τόσο ανήσυχο, μα τι έγινε, νιώθω λες και έγινε κάτι, λες και λείπω ώρα.. –Τίποτα δεν έγινε αγόρι μου.. του είπε η Κάριολα, ο αέρας εδώ φυσάει περίεργα.. άντε.. καλή σου ώρα, σε αφήνω, πάω και γω στις δουλειές μου.. καλό δρόμο να έχεις.. συμπλήρωσε κι έφυγε. Το άλογο ηρέμησε αμέσως.­ 

-Δε σου άρεσε αυτή αγόρι μου ε;  

-Τι να μου αρέσει ρε φλώρο, έχε χάρη που είμαι δεμένος αλλιώς θα την ποδοπατούσα τη γαμιόλα!  του απάντησε το άλογο αλλά ο πρίγκιπας άκουγε μόνο χλιμιντρίσματα.

Τι κρίμα να σου λείπει το χάρισμα να μιλάς τη γλώσσα των ζώων ε;

Η Κάριολα ως γριά, πέταξε προς το σπίτι των νάνων. Πετούσε χαμηλά με μια τόσο μεγάλη ταχύτητα που έσπαζε τα κλαδιά των δέντρων και των φυτών που προσπερνούσε. Τα ζώα και τα πουλιά καταλάβαιναν το κακό που πετάει δίπλα τους και εξαφανιζόντουσαν και σιωπούσαν και κρυβόντουσαν.. Αυτή λυσσασμένη πετούσε να φτάσει να βρει τη Χιονάτη να της αλλάξει τα φώτα.. αλλά δεν ήθελε να τη δουν οι νάνοι.. ήθελε το τσόλι μόνο του..

Είχε νυχτώσει πια και όλοι είχαν γυρίσει σπίτια τους. Η Χιονάτη είχε μαγειρέψει μια ωραία ρεβυθόσουπα, είχε φτιάξει και μια σαλάτα με σπανάκι, ρόκα, τοματίνια και τρούφες και στο τέλος τους είχε και γλυκό με σοκολάτα και φράουλες. Ο κατάλευκος λαγός με την πεντάμορφη γούνα είχε καρότα πανέ με φύτρες μαρουλιού και σος από χόρτα σωταρισμένα σε αλατισμένα βρύα λίμνης με κόκκους πράσινου και κόκκινου πιπεριού. Το χοντρό γουρούνι είχε σταφίδες με λάσπη και φύλλα παναρισμένα σε ποταμίσιο νερό με δάφνη και δυόσμο. Αν μη τι άλλο, οι κάτοικοι αυτής της πλευράς του δάσους ήξεραν να τρώνε.

Η Κάριολα προσγειώθηκε έξω από το σπίτι των νάνων και κοίταξε προσεκτικά από το παράθυρο. Της ήρθε πάλι αναγούλα με αυτήν την όμορφη εικόνα: -τι αηδίες.. χάθηκε να πίνουν λίγο αίμα;.. θα σε βολέψω πουτανάκι.. και δε θα χρειαστεί να ξαναφάς στη ζωή σου.., είπε και εξαφανίστηκε πριν προλάβει να την πιάσει το μάτι του Σώνι που κάτι ένιωσε και γύρισε να δει από το παράθυρο. –Ακούσατε κάτι; ρώτησε τους άλλους. –Σα να έπιασε αέρας ξαφνικά.., είπε ο Κλάνη. –Ηρέμησε τώρα.. Δεν είναι τίποτα, τρώγε.., συμπλήρωσε ο Νάνι και συνέχισαν να τρώνε, να μιλάνε και να γελάνε.

Η Κάριολα δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ετοίμαζε τον τρόπο που θα εξαφάνιζε τη Χιονάτη. Και τον βρήκε.

Ποια γυναίκα δεν είναι κοκέτα; Όσο και να αντιστέκεται, όσο και να λέει, το ωραίο το πράμα το εκτιμάει, πως να το κάνουμε. Γνωρίζοντας καλά λοιπόν αυτή τη λεπτομέρεια η Κάριολα, αγόρασε ένα μεταξωτό πανέμορφο κορσέ ραμμένο με χρυσή κλωστή, τον έβαλε σε καλάθι μαζί με άλλους όχι και τόσο ωραίους και πέταξε προς το σπίτι των νάνων.

Προσγειώθηκε μετά από λίγα λεπτά αρκετά μέτρα από το σπίτι των νάνων, ώστε να είναι σίγουρη ότι δε θα την δει κανένα μάτι. Έλα όμως που την είδε. Ο κατάλευκος λευκός με την πανέμορφη γούνα ήταν κάτω από ένα θάμνο ξάπλα σταυροπόδι και μασουλούσε ένα καρότο. Έφερε αέρα και αναστάτωση εκείνο το γαλήνιο πρωινό η πτήση της Κάριολας κι ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα απόρησε. Έτσι, σήκωσε λίγο το κεφάλι και την είδε να προσγειώνεται κει δίπλα. Το καρότο του έπεσε από το χέρι βλέποντας τη βασίλισσα του κακού να φτάνει στα μέρη τους -την αναγνώρισε κι ας είχε την αληθινή μορφή, αυτή της παλιόγριας- και κάτι μέσα του του είπε ότι ερχόταν για τη Χιονάτη. Πώς θα την ειδοποιούσε τώρα; Και που να ήταν; Και της είχε πει να πάρει κινητό, τίποτα αυτή, κυνηγημένη και ήθελε να ζει στα δάση χωρίς κινητό, ορίστε τώρα. (Και βέβαια είχαν κινητά, κάτι κονσερβοκούτια με χιλιάδες μέτρα σκοινί, παντού πήγαιναν. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα γιατί με τα σκοινιά είχαν βάλει τρικλοποδιές σε κόσμο και ζωάκια κι έτσι πολλοί δεν το προτιμούσαν, να τώρα όμως που ήταν αναγκαίο..)

Όσο σκεφτόταν ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα και τα μυρμήγκια έτρωγαν το υπόλοιπο του καρότου που είχε πέσει στο έδαφος, η Κάριολα τινάχτηκε, έβαλε στον αγκώνα της το καλάθι με τους κορσέδες και κίνησε προς το σπίτι των νάνων. Κι ο κατάλευκος λαγός έγινε πύραυλος κι άρχισε να τρέχει.

Η Χιονάτη είχε πάει για βρούβες. Ήταν η εποχή του χρόνου που έβγαιναν φρέσκες και δροσερές και ό,τι πρέπει να της μαζέψεις. Μαζί της ήταν το πανέμορφο ελάφι που βοσκούσε λίγο πιο κει κρατώντας της παρέα. Ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα έτρεχε κι έτρεχε, ρωτούσε και έτρεχε, έτρεχε κι έτρεχε, έτρεχε να τη βρει αλλά δεν την έβρισκε. Η Κάριολα πλησίαζε. Γιατί τη μύριζε. Μύριζε αυτήν την εμετική φρεσκάδα που ανέδιδε το λαμπερό της δέρμα, αυτή τη μυρωδιά που μόνο καλοσυνάτοι άνθρωποι εκπέμπουν, μπλιαξ!

Κάριολα και κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα έφτασαν ταυτόχρονα.

-ΧΙΟΝΑΤΗ!! -ΚΟΠΕΛΙΑ!! Είπαν ταυτόχρονα και η Χιονάτη γύρισε να κοιτάξει. Είδε μια γιαγιούλα και παραδίπλα τον φίλο της τον κατάλευκο λαγό με την πανέμορφη γούνα να ωρύεται, να πηδάει στα πόδια του, να της λέει κάτι αλλά για πρώτη φορά δεν καταλάβαινε. Η Κάριολα είχε προλάβει να ρίξει τα μάγια της, την τύλιγε ώστε να κάνει αυτό που θέλει, όλο και πιο αδύναμη λεπτό με το λεπτό η Χιονάτη, παραδιδόταν στα θέλω αυτής της τόσο συμπαθητικής κυριούλας, μα τι να έκανε μια γιαγιούλα μόνη της στο δάσος; 

-Γιαγιούλα τι κάνεις στο δάσος; Χάθηκες;

-Όχι κουκλίτσα μου, γυρίζω και πουλώ αυτούς τους κορσέδες, θέλεις να δεις;

-Όχι γιαγιούλα σ’ ευχαριστώ, έχω φόρεμα, δε χρειάζομαι άλλο..

-Δεν είναι ρούχο ο κορσές όμορφη κοπέλα, είναι αξεσουάρ!

-Αξεσουάρ; Τι είναι αυτό;

-Μα δεν ξέρεις τι είναι το αξεσουάρ; Αχ, εσείς τα παιδιά του δάσους τίποτα δεν ξέρετε! Άκου να σου πω! 

Καλά, δεν ήθελε και πολύ ψηστήρι,  με το που είδε τον πανέμορφο κορσέ, για πότε γδύθηκε στη μέση του δάσους και βάλθηκε να τον δοκιμάζει, ούτε αυτή κατάλαβε. 

-Μα πως το δένουν αυτό ρε γιαγιά;

-Κάτσε  να στο δέσω εγώ τώρα και πήγαινε εσύ εκεί στη λιμνούλα να δεις τι όμορφη που σε κάνει. 

Έτσι, η αθώα Χιονάτη έκατσε να της δέσει τον κορσέ η Κάριολα. Και η Κάριολα τον έδεσε τόσο σφιχτά που της κόπηκε η ανάσα της Χιονάτης κι έπεσε λιπόθυμη. 

-ΨΟΦΑΑΑΑ!!!!!  ούρλιαξε με ηδονική χαρά η Κάριολα, άρπαξε τα ρούχα της Χιονάτης κι εξαφανίστηκε με τρελά γέλια στον ουρανό όπου και χάθηκε. Και άφησε τη Χιονάτη να κείτεται με το βρακί κι ένα σφιχτοδεμένο κορσέ στη μέση της, έτοιμη να πεθάνει αν κάποιος δεν της τον έλυνε άμεσα. Ο κατάλευκος λαγός με την πανέμορφη γούνα τραβούσε τ’ αυτιά του και το ελάφι κλωτσούσε τον εαυτό του από τη στενοχώρια τους. Αδίκως βέβαια γιατί τίποτα δεν μπορούσαν να κάνουν, αφού η Κάριολα είχε μαγέψει τη Χιονάτη και δεν τους άκουγε όσο και να της φώναζαν.. Μα τι θα έκαναν τώρα; 

-Τι κάνουν ρε μαλάκα τώρα; τσίριξε με απόγνωση το πανέμορφο ελάφι.

-Κάτσε δω μαζί της μαλάκα και πρόσεχέ τη, άμα βρω και την αλεπού θα τη στείλω κι αυτή, όποιο ζώο δω θα το στείλω να τη φυλάτε, πάω να βρω τους νάνους, μαλάκα προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε, πάει η κοπέλα! 

Αλλά η Χιονάτη πέθανε. 

Συνεχίζεται..