Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικο.

Χτύπησε το κουδούνι το πρωί κ το ξερα ότι είναι για κάλαντα. Αντί να σηκωθώ, άλλαξα πλευρό. Όμως μια μελωδία μ έκανε ν ανοίξω το ένα μάτι. Η συνέχεια της μελωδίας ν ανοίξω κ το άλλο, να πεταχτώ πάνω, να βάλω ρόμπα κ να πάω να σταθώ πίσω από την πόρτα. Τα παιδιά είχαν μαζί κάποιο, μικρό φαντάζομαι, μουσικό όργανο κ έπαιζαν αυτά τα κάλαντα με ελληνικούς στίχους. Ακουγόταν πανέμορφα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αποφάσισα ν ανοίξω. Έτρεξα, έπιασα λεφτά κ σοκολατάκια κ περίμενα πίσω από την πόρτα. Και δεν ανέβηκαν. Κ έμεινα λυπημένη να κοιτάω την ξύλινη επιφάνεια. Μετά συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν όπως στη ζωή, που είσαι μυστήριος μια ζωή κ ξαφνικά αποφασίζεις να λυθείς, ν ανοιχτείς, να δοθείς κ μόλις δεις την ευκαιρία το κάνεις. Κι αυτή έρχεται σε σένα αλλά το τελευταίο λεπτό στρίβει.
Κ κει ακριβώς σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να μείνεις λυπημένος να στοχάζεσαι τι έγινε γιατί κλπ. Αντίθετα πρέπει να την παλέψεις. Κοινώς έπρεπε ν ανοίξω την πόρτα κ να τα φωνάξω. Ακόμα κι αν είχαν μπει στο ασανσέρ κ κατέβαιναν. Έχω δυνατή φωνή.