Ειδοποίηση:
Όσοι είναι ευαίσθητοι ή συντηρητικοί, παρακαλώ να αποφύγουν να διαβάσουν την παρακάτω ιστορία γιατί κατατάσσεται στο είδος του σοφτ πορνό. Ευχαριστώ.
Βρέθηκα με έναν πασίγνωστο blogger. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να περιγράψω καλύτερα αυτό το θεϊκό συναίσθημα που κατέκλυσε τα έγκατα της ψυχής μου, αλλά θα προσπαθήσω να το κάνω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτά που θα διαβάσετε είναι η πάσα αλήθεια. Όσο παράλογη κι αν φαίνεται. Γιατί αυτό που έζησα μαζί του, απλά δεν υπάρχει κι ούτε ξέρω αν θα υπάρξει ποτέ ξανά.
Ήταν 17 του Σεπτέμβρη, μέρα μεσημέρι. Είχα φορέσει ένα ελαφρύ φόρεμα που αναδείκνυε τις καμπύλες μου και άφηνε ακάλυπτο μέρος από το μπούστο μου. Το αεράκι που φυσούσε ανασήκωνε το φόρεμά μου, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτονται λίγο τα σέξυ πόδια μου. Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια μου χτυπούσαν με ρυθμό τα πλακάκια του δρόμου ενώ τα οπίσθιά μου λικνίζονταν στο ρυθμό των βημάτων μου. Είχαμε ραντεβού με τον διάσημο σταρ έξω από το Παλλάς. Όταν τον είδα να έρχεται, λύγισα. Ευτυχώς που ήμουν καθιστή και δε χρειάστηκε να κρατηθώ από κάτω. Τα μακριά κόκκινα νύχια μου βυθίστηκαν στο τσιμεντένιο τοιχάκι. Τι άντρας ήταν αυτός;
Ο άντρας αυτός, που ήταν ένας ανυπέρβλητος κούκλος, με πλησίασε, με καλημέρισε και το άρωμά του σφήνωσε στην καρδιά μου. Αμέσως ήθελα να του πιπιλίσω τ’ αυτιά αλλά κρατήθηκα. Οι μακριές τρίχες στην πλάτη του, έβγαιναν στο σβέρκο του, έκαναν κύκλο και χάιδευαν το λαιμό του. Αυτός δεν το ήξερε αλλά εγώ γνώριζα πολύ καλά πόσο ποθώ τους τριχωτούς άντρες. Θεέ μου, πως θα άντεχα μια συνάντηση μαζί του αν δεν μπορούσα να τον κάνω δικό μου; Αν δεν μπορούσα να στρίψω στα δάχτυλά μου αυτές τις τρίχες;
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε ενώ προχωρούσαμε προς το τραπέζι που θα μας φιλοξενούσε για λίγη ώρα. «Τίποτα, τίποτα», του είπα και χαμογέλασα με όλο μου το νάζι. Σα να είδα τα μάτια του να γυαλίζουν αλλά δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Σιγά αυτός ο υπέροχος παίδαρος να μην πρόσεχε εμένα, μια φτωχή και ταπεινή κοπέλα. Μπορεί να ήμουν πανέμορφη και σέξυ αλλά αυτός ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Κάτσαμε στο τραπέζι και σταύρωσα τα πόδια μου. Αναπόφευκτα, το φόρεμα γλίστρησε και αποκάλυψε κάποια κρυφά σημεία των ατελείωτων καμπύλων μου. Τον είδα που κοίταξε και ξεφύσηξε. ‘Βρε λες;’ αναρωτήθηκα.
Λέγαμε τα νέα μας αλλά εγώ υπέφερα. Δεν μπορούσα να έχω αυτό το ποθητό κορμί, αυτόν τον υπέροχο, πανέξυπνο και πανέμορφο, ώριμο, εκπληκτικό άντρα απέναντί μου και να μην μπορώ να τον φάω ζωντανό. Άρχισα να ζαλίζομαι από τον πόθο. Ακούμπησα την ανάποδη της παλάμης μου στο κούτελο και σκούπισα τις δυο στάλες ιδρώτα που είχαν αρχίσει να πέφτουν αργά. «Τι έπαθες γλυκιά μου;» με ρώτησε με τη βαθιά σεξουαλική του φωνή. «Ζαλίζομαι λίγο», του είπα με βραχνή φωνή από την έξαψη. «Θέλεις να πάμε στη Μεγάλη Βρετανία που έχω μια σουίτα στο όνομά μου για παν ενδεχόμενο, να ξαπλώσεις λίγο;» Έλαμψαν τα μάτια μου. ‘Και πλούσιο το μωρό μου. Σουίτα στη Μεγάλη Βρετανία; Να ξαπλώσω; Πώς θα άντεχα να είμαι ξαπλωμένη χωρίς αυτόν δίπλα μου; Αλλά που ξέρεις;’ αναρωτιόμουν. Αποφάσισα να δεχτώ κι ό,τι γινόταν. Στη ζωή άλλωστε πρέπει να ρισκάρεις γι’ αυτά που θες τόσο πολύ. «Θέλω», του είπα, κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. Και πήγαμε.
Μόλις μπήκαμε στη Μεγάλη Βρετανία έτρεξαν όλοι να τον προϋπαντήσουν. «Καλώς ήρθατε!» «Πως μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε!» «Ό,τι θέλετε να μας ειδοποιήσετε!» Ήμουν πραγματικά συγκλονισμένη. Αυτός δεν ήταν άντρας, ήταν θησαυρός. Προχωρήσαμε στο ασανσέρ και μόλις έκλεισε η πόρτα, χωρίς να το καταλάβω, με άρπαξε από τη μέση, με τράβηξε κοντά του και έχωσε τη γλώσσα του μέχρι το στομάχι μου. Ανακατεύτηκα λίγο αλλά συνήλθα γρήγορα και ανταπέδωσα. Οι γλώσσες μας χόρευαν τσάρλεστον μέχρι τον τελευταίο όροφο. Όταν άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ, σχεδόν τρικλίζαμε. Περπατήσαμε με αργά, νωχελικά βήματα και χαμογελαστοί προς το δωμάτιο, χωρίς να βιαζόμαστε, σίγουροι πια και οι δύο για το τι θα γινόταν. Εγώ ήλπιζα μόνο να είχε καλή μόνωση η σουίτα.
Το δωμάτιο ήταν υπέροχο. Καταπληκτικά έπιπλα και λουλούδια, γλυκά και σαμπάνια και μια θέα ανυπέρβλητη. Άφησα την τσάντα μου στον καναπέ και προχώρησα προς τη βεράντα να χαζέψω λίγο την Ακρόπολη. Ακούμπησα το χέρι μου στο τζάμι θέλοντας νοητά να την χαϊδέψω. ‘Όμορφο μνημείο, πόσο ομορφαίνεις την πόλη μας’, σκέφτηκα, και τότε αισθάνθηκα τις τρίχες από το λαιμό του να γαργαλάνε το σβέρκο μου. Ανατρίχιασα ολόκληρη. Οι ρώγες μου κόντεψαν να τρυπήσουν το φόρεμα ενώ ταυτόχρονα ένιωσα μια φωτιά να με σιγοκαίει από την κορφή μέχρι τα νύχια. «Αχ, αχ, αχ, αχ, αχ, αχ...» του είπα και γύρισα αμέσως να τον αγκαλιάσω. «Πόσο μου αρέσει να λες αχ, αχ, αχ, αχ, αχ...» μου είπε και άρχισε να με φιλάει στο στόμα, στα μάγουλα, στο λαιμό, παντού. Το σκληρό του κοντάρι είχε αρχίσει να σπρώχνει το μεταξωτό του εσώρουχο και το μπεζ πανάκριβο λινό του παντελόνι. Φοβήθηκα ότι θα το σκίσει.
Ήμουν τόσο αναστατωμένη που τρόμαξα μήπως λιποθυμήσω. Τραβήχτηκα γρήγορα από την αγκαλιά του και πήγα βιαστικά προς τον άνετο τεράστιο καναπέ. Έκατσα με τα χέρια πλάι στο σώμα μου, αποκαμωμένη από τη λατρεία για τον θεϊκό αυτό άντρα. «Θες να παίξουμε με τα όργανά μας να χαλαρώσουμε;» μου είπε και θόλωσα. Πόσο μαγικός ήταν; Πώς ήξερε ακριβώς αυτό που θέλω; Χαμογέλασα και με μια κίνηση τράβηξα το βιολί μου από την τσάντα μου ενώ αυτός ταυτόχρονα έβγαλε το πιάνο από τη δική του και αρχίσαμε να παίζουμε την πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν.
Τρεις ώρες παίζαμε. Αφού πιάστηκαν τα δάχτυλά μας. Αλλά χαλαρώσαμε. Και αφήσαμε τα όργανα στον καναπέ. Ταυτόχρονα πλησιάσαμε αργά ο ένας τον άλλο, τυλιχτήκαμε σαν χταπόδια σε οίστρο και αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Πόσο όμορφος ήταν γυμνός! Πολύ μακριές σκουρόχρωμες τρίχες κάλυπταν όλο του το σώμα. Μου ήρθε λιποθυμία. Το μόνο που έμενε ακάλυπτο ήταν η μακριά του σπάθα που του έφτανε μέχρι το γόνατο. Αμέσως έπεσα κάτω και προσκύνησα. Αυτός χωρίς δεύτερη κουβέντα, με σήκωσε στα στιβαρά του μπράτσα και με πέταξε στο κρεβάτι με τόση φόρα που πήρα τρεις στροφές και κόντεψα να πέσω από την άλλη. Ευτυχώς όμως το κρεβάτι ήταν τεράστιο. Ο πανέμορφος αυτός παίδαρος, έδωσε ένα πήδο σαν αθλητής επί κοντό κι έπεσε πάνω μου. Τη στιγμή που πηδούσε προς το κρεβάτι δε θα την ξεχάσω ποτέ. Όλες του οι τρίχες είχαν κοντράρει στον αέρα και ανέμιζαν, ενώ κρατούσε αγκαλιά το τεράστιο κοντάρι του να μην σκουντουφλήσει πάνω του και πέσει.
Το τι έγινε σ’ εκείνο το δωμάτιο, καλύτερα να μείνει μεταξύ μας. Δεν μπορώ να περιγράψω το πάθος, την απόλαυση, το δέος και τη λατρεία γι’ αυτόν τον υπέροχο άντρα. Ένα μόνο μπορώ να πω. Είχαν μαζευτεί πολλά περιστέρια στο παράθυρο και μας κοίταζαν. Μόνο παλαμάκια δεν χτυπούσαν. Τυχερά πουλιά. Είδαν για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους τι σημαίνει «ζω ένα όνειρο».
Όταν τελειώσαμε, μετά από 16 ώρες και 46 λεπτά, δεν μπορούσα πια να κουνηθώ. Ο διάσημος κούκλος blogger, ακμαίος και δυνατός όπως πριν ξεκινήσουμε, σηκώθηκε, χτένισε τα μαλλιά του και όλες του τις τρίχες, τύλιξε το μακρύ του λάστιχο και ντύθηκε. Εγώ ήμουν ημιλιπόθυμη στο κρεβάτι με τα μαλλιά ανακατωμένα και ψεύδιζα. «Σ’...ευ... χα...ρισ..τώ...» κατάφερα να πω με δυσκολία. «Δεν κάνει τίποτα κούκλα, μπορείς να μείνεις όσο θες στο δωμάτιο, δικό μας είναι. Φεύγω όμως τώρα γιατί έχουμε και δουλειές, έτσι;» μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι και αμέσως μετά την πόρτα.
Τι άντρας. Μα τι άντρας. Δε θα τον ξεχάσω ποτέ, μα ποτέ. Σ’ ευχαριστώ Πρόβατε για τις στιγμές που μου χάρισες. Θα φυλάξω σε πανάκριβο σεντούκι τις τρίχες της κορμάρας σου που κόλλησαν πάνω μου από τον ιδρώτα μας, για πάντα.