Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2006

Η Σταχτοπούτα

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι να αρχινήσει…

Γκουχ… γκουχ… κυρίες και κύριοι. Το παραμύθι που ακολουθεί, είναι εμπνευσμένο από την υπέροχη ιστορία της Σταχτοπούτας που όλοι ξέρουμε. Παρόλο, που ειλικρινά μιλώντας, θα ήθελα να γράψω κάτι μελό, που να’ χει κλάμα, μύξα και να διαβάζεται από παιδιά, η επιλογή μου είναι να γράψω κάτι που να ταιριάζει στο μπλογκ μου. Μόλις ανοίξω μπλογκ που θα λέγεται «Κωλομελογλυφάτη. Ο πραγματικός εαυτός μου» τότε θα δείτε τη μελό εκδοχή. Συμπληρώνω πως αγαπάω τα παιδιά πάρα πολύ και εύχομαι να είναι όλα καλά, που δε γίνεται, να’ ναι καλά τα μουνόπανα οι μεγάλοι. Τέλος πάντων, πέρα απ’ το να γράφουμε παραμύθια, ας πάρουμε και κανά δώρο σε κανά ορφανό, ας δώσουμε και κανά φράγκο σε κανά χωριό ΣΟΣ, σε κανά γιατρό χωρίς σύνορο. Έτσι για τη φάση μωρέ. Ντάξει;

Ξεκινάμε. Η ανάγνωση επιτρέπεται από 18 και άνω. Ευχαριστώ.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια πολύ ευτυχισμένη. Ο μπαμπάκας, η μανούλα και το πανέμορφο κοριτσάκι. Πλούσια οικογένεια, ζούσαν σε μία βίλα στην Κηφισιά. Περνούσαν τα χρόνια και ο μπαμπάκας είχε βαρεθεί την πολλή ευτυχία. Ήταν σίγουρος πως δεν ήταν φυσιολογικό να πηγαίνουν όλα καλά και αποφάσισε να τα κάνει μόνος του πουτάνα πριν τον βρει κανένα κακό εκεί που δεν το περιμένει. Βρήκε λοιπόν γκόμενα, άρχισε να πίνει, να παίζει χαρτιά και να βρίζει τη μανούλα και το κοριτσάκι. Η μανούλα άρχισε να στενοχωριέται και μια μέρα πέθανε. Το κοριτσάκι ήταν πλέον 18 χρονών και είχε γίνει πρεζού. Ποτέ δε συγχώρησε το μπαμπάκα για την μαλακία που τον έδειρε, ούτε τη μανούλα που ήταν τόσο ευαίσθητη και πήγε και πέθανε αντί η μαλάκω να τον χωρίσει, να του φάει τα μισά και να ζήσει με την κορούλα της. Τώρα όμως, οι σκέψεις αυτές δεν είχαν σημασία. Τα κρύα πεζοδρόμια της Ομόνοιας ήταν πιο ζεστά από την αγκαλιά του μπαμπάκα.

Το κοριτσάκι, έλειπε συχνά πολλές μέρες από το σπίτι γιατί δε γούσταρε τη φάτσα του μαλάκα που είχε για μπαμπάκα. Πήγαινε όμως σπίτι να κάνει κανένα μπάνιο και να πάρει και κανένα φράγκο γιατί μπορεί να ήθελε να πεθάνει αλλά δεν έκλεβε. Ο μπαμπάκας, της έδινε φράγκα γιατί είχε τύψεις ο άχρηστος. Και φράγκα είχε. Μπορεί να έπαιζε χαρτιά αλλά ήταν και κωλόφαρδος και κέρδιζε συνέχεια και είχε διπλασιάσει την περιουσία του. Έτσι το κοριτσάκι-πρεζού ήταν εξασφαλισμένο.

Μια μέρα λοιπόν, μετά από δύο μήνες παραμονής σε μια κατάληψη στη Δράμα, το κοριτσάκι γύρισε σπίτι. Όταν μπήκε, είδε βαλίτσες στην είσοδο. Όλα έγιναν γρήγορα. Φώναξε το μπαμπάκα, απάντησε η νέα μανούλα-μητριά. Καπάκι έσκασαν και κάτι κακάσχημες γεροντοκόρες νεόπλουτες με τζην, λευκό πουκάμισο, τίμπερλαντ και μεζ μαλλί. Οι κόρες της νέας μανούλας-μητριάς και νυν αδερφούλες. Φρίκη το κοριτσάκι-πρεζού.

Οι μέρες περνούσαν και το κοριτσάκι-πρεζού έμενε με τη νέα οικογένεια, μπαμπάκας, μανούλα-μητριά, αδερφούλες, γιατί ήθελε να κόψει κίνηση. Και το αποτέλεσμα ήταν να θέλει να ξεράσει κάθε μέρα και περισσότερο. Η τσατσά που είχε βάλει σπίτι του ο μπαμπάκας ή αλλιώς, η νέα μανούλα-μητριά, ήταν μεγάλη καριόλα. Καταρχάς, ήταν ηλίου φαεινότερων πως παντρεύτηκε το μαλάκα μπαμπάκα για να εξασφαλίσει οικονομικά την πάρτη της και τις γεροντοκόρες της. Και το κοριτσάκι-πρεζού αποφάσισε να κόψει την πρέζα και να λάβει μέτρα.

Οι γεροντοκόρες-αδερφούλες δε φτάνει που ήταν κακάσχημες, ήταν και ηλίθιες. Το κοριτσάκι-πρώην πρεζού, τις βαριόταν αφάνταστα. Σκεφτόταν πως θα γίνει να παντρευτούν μπας και γαμηθούν και φύγουν από κει. Η τσατσά τώρα, μανούλα-μητριά, ήταν δύσκολο πρόβλημα. Κακιά και πανέξυπνη. Ο μαλάκας μπαμπάκας έκανε ότι ήθελε η τσατσά. Τα πάντα του τα παρουσίαζε με τέτοιο τρόπο που πάντα φαινόταν πως έχει δίκιο. Το κοριτσάκι-πρώην πρεζού, είχε μπει σε βαθιές σκέψεις. Και τότε της ήρθε. Έκανε ένα τηλέφωνο, σηκώθηκε αμέσως, ντύθηκε και βγήκε έξω.

Έφτασε στα Εξάρχεια μέσα σε 20 λεπτά. Πάρκαρε σε ένα στενό κοντά στην πλατεία και περπάτησε μέχρι την Καλλιδρομίου. Εκεί, έστριψε αριστερά και μετά από λίγα μέτρα, μπήκε σε ένα νεοκλασικό.

Εκεί, την περίμεναν ο Νώντας, ο Τέλης και ο Σάκης. Οι 3 φίλοι της από το δημοτικό. Οι 3 φίλοι της που ποτέ δεν την άφησαν μόνη ακόμα και τις πιο δύσκολες στιγμές της. Ο Νώντας ήταν ο πατέρας του Τέλη και του Σάκη. Χήρος κι αυτός, μόνος με τ’ αγόρια του. Ο Νώντας ήταν νταλικιέρης, ο Τέλης ταξιτζής και ο Σάκης οδηγός αστικών λεωφορείων. Όλη η ζωή τους, οι δρόμοι. Πόσες φορές είχαν μοιραστεί ιστορίες μαζί με το κοριτσάκι. Πόσες φορές την είχαν πάει εκδρομές, πόσες φορές την είχαν φροντίσει, πόσες φορές την είχαν ταΐσει και κοιμίσει σπίτι τους. Όσες ακριβώς δεν έγινε ποτέ κάτι παρόμοιο με τον μπαμπάκα.

Είπε στους 3 άντρες τι συμβαίνει σπίτι της και μόλις τελείωσε, κοιτάχτηκαν. Μίλησε πρώτος ο Νώντας: «Μία είναι η λύση. Να βρούμε γκόμενο και στις τρεις ώστε να φύγουν από το σπίτι σου». Το κοριτσάκι του είπε πως αυτό είχε σκεφτεί και η ίδια αλλά ήταν μάλλον δύσκολο, καθώς η τσατσά, μανούλα-μητριά, είναι σούπερ κωλοπετσωμένη και κάθεται εκεί για τα φράγκα και θα μείνει μέχρι να πεθάνει ο μαλάκας, που, απ’ ότι φαίνεται, θα είναι πολύ σύντομα με τόσο που πίνει. Ο Νώντας την καθησύχασε και της είπε πως θα βάλει σχέδιο μπροστά. Είπε επίσης πως μπροστά στο πουλί του, έχουν λυγίσει διάσημες και διάσημες, όχι τώρα μια καριόλα. Το κοριτσάκι έσκασε στα γέλια και αγκάλιασε τους φίλους της. Κατάλαβε πως τα δολώματα θα ήταν οι ίδιοι. Ο Νώντας θα βόλευε την τσατσά, ο Τέλης τη μία γεροντοκόρη και ο Σάκης την άλλη. Το θέμα έκλεισε έχοντας συνεννοηθεί για το τι θα κάνει ποιος, αντάλλαξαν ευχές για καλή επιτυχία και ήπιαν ένα καφάσι μπύρες.

Το κοριτσάκι άρχισε να βάζει μπροστά το σχέδιο. Καλύτερες σχέσεις με την τσατσά, μανούλα-μητριά, καλύτερες σχέσεις και εξόδους με τις ηλίθιες αδερφούλες και κάθε βράδυ η ίδια να πίνει μαζί με τον μπαμπάκα το βραδινό ποτάκι.

Σε δυο μήνες, το πεδίο είχε στρωθεί όπως έπρεπε. Η τσατσά, μανούλα-μητριά και οι γεροντοκόρες-αδερφούλες είχαν λατρέψει το κοριτσάκι-πρώην πρεζού. Μέχρι που έφτασαν στο σημείο, να κανονίζουν μπροστά της τη διαίρεση της περιουσίας. Το κοριτσάκι τις κοιτούσε και ονειρευόταν ότι πάει στην κουζίνα για νερό και γυρίζει με χασαπομάχαιρο και τις κανονίζει, αλλά περίμενε. Και καλά έκανε. Τα πράγματα θα έπαιρναν το δρόμο τους.

Ένα βράδυ, ο μπαμπάκας έλειπε γιατί χαρτόπαιζε. Η τσατσά, μανούλα-μητριά, είχε φέρει το λογιστή και το δικηγόρο της να φτιάξουν κάτι χαρτιά που αφορούσαν την περιουσία και οι γεροντοκόρες-αδερφούλες ετοιμάζονταν να βγουν με το κοριτσάκι-πρώην πρεζού.

Το κοριτσάκι κάλεσε ταξί. Απόρησαν οι γεροντοκόρες-αδερφούλες «Μα δε θα πάμε με το σεντάν;» Ήρθε μια αναγούλα στο κοριτσάκι, την κατάπιε και τους θύμισε πως θα έπιναν και θα ήταν καλύτερα να μην οδηγήσουν. Δεν πολυκατάλαβαν οι γεροντοκόρες, αλλά μέχρι να κάνουν άλλες ερωτήσεις και να φέρουν άλλες αντιρρήσεις, ο Τέλης ήταν εκεί. Χτύπησε το κουδούνι και του άνοιξαν. Οι γεροντοκόρες έπαθαν πλάκα! Τι γκόμενος! Αμέσως τσίριξαν και είπαν στο κοριτσάκι «Καλά! Άμα το ξέραμε, θα παίρναμε συνέχεια ταξί!» Το κοριτσάκι χαμογέλασε, μπήκαν στο ταξί και οι τρεις και έφυγαν. Μόλις έφτασαν κοντά στον Ιππικό Όμιλο της Κηφισιάς, το ταξί σταμάτησε. Οι γεροντόκορες είχαν λυσσάξει να μιλάνε στον Τέλη και να χαζοτσιρίζουν και άργησαν να καταλάβουν ότι είχαν σταματήσει στην ερημιά. Το κοριτσάκι φρόντισε να το τονίσει «Γιατί σταματήσαμε;» Οπ! Τσίμπησαν οι γεροντοκόρες-αδερφούλες και έκαναν «αααα!!». «Κορίτσια, χάλασε το αυτοκίνητο! Πρέπει να καλέσουμε βοήθεια» είπε ο Τέλης. «Ουάου!! Συναρπαστική περιπέτεια Τέλη!» τσίριξαν οι καθυστερημένες γεροντοκόρες-αδερφούλες προς απάντησή του. «Κούκλες, δεν έχω μπαταρία στο κινητό… Μήπως μπορώ να πάρω τηλέφωνο την οδική βοήθεια από το κινητό σας;» είπε ξαφνικά ο Τέλης. Άρχισαν οι χαζές να ψάχνουν, το κοριτσάκι χαμογελούσε. Είχε αφήσει, επίτηδες φυσικά, όλα τα κινητά στο σπίτι. Το ένα στο μπάνιο της χαζής, το άλλο στο κομοδίνο της άλλης χαζής και το δικό της στο γραφείο της. Όλα κλειστά. Οι χαζές άρχισαν να λένε «Μα που είναι το παλιοτηλέφωνο χι χι χι» «που το’ βαλα χι χι χι» και τέτοια παρόμοια. Έκανε πως ψάχνει και το κοριτσάκι, τίποτα. «Κορίτσια» είπε ο Τέλης, «πρέπει να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο. Είμαστε τέσσερις. Νομίζω πως θα ήταν χρήσιμο να φύγουν οι δύο σας να βρουν βοήθεια και δύο να κάτσουμε εδώ να φυλάμε το αυτοκίνητο». «Εγώ θα κάτσω!», «Εγώ θα κάτσω!» σπρώχνονταν οι χαζές και τελικά το κοριτσάκι είπε στη μία «Έλα μαζί μου να φέρουμε βοήθεια». Έλαμψε το βλέμμα της άλλης που θα έμενε με το γκόμενο. Το κοριτσάκι με τη μία χαζή γεροντοκόρη-αδερφούλα έφυγε. Ο Τέλης γάμησε την άλλη χαζή γεροντοκόρη-αδερφούλα και την κατέκτησε επιτόπου.

Εκεί που περπατούσαν στα σκοτάδια μέσα στο δρόμο το κοριτσάκι με τη μία γεροντοκόρη-αδερφούλα, άκουσαν θόρυβο πίσω τους. Ερχόταν αυτοκίνητο! Χαρά η χαζή, πηδούσε, φώναζε, κουνούσε χέρια να τις δει. Το κοριτσάκι απλώς περίμενε. Και σε λίγα δεύτερα, σταματάει μπροστά τους ο Σάκης με το λεωφορείο. Ολομόναχος μέσα, ανοίγει τις πόρτες μπροστά τους. «Τι έγινε κορίτσια; Πρόβλημα;» Θόλωσε η γεροντοκόρη-αδερφούλα με το Σάκη-γκόμενο και άρχισε να του λέει την ιστορία με το ταξί. Το κοριτσάκι χαμογελούσε. «Ρε κορίτσια, να σας πάρω, αλλά πάω να αφήσω το λεωφορείο στο σταθμό. Τελείωσε η βάρδια μου. Μπορώ να σας πάω μέχρι εκεί, αλλά από κει και πέρα θα βρείτε άλλο τρόπο να φύγετε. Εντάξει;» «Ναι, ναι!» αναφώνησε η γεροντοκόρη και μπήκαν μέσα. Στη διαδρομή, η χαζή έκατσε δίπλα στο Σάκη και μέχρι να φτάσουν στο σταθμό, είχε πέσει χοντρό μπαλαμούτι. Το κοριτσάκι, στα πίσω καθίσματα, γελούσε.

Μόλις έφτασαν, ο Σάκης πάρκαρε, κατέβηκαν από το λεωφορείο και είπε «Δεν κάθεστε λίγο να μου κάνετε παρέα μέχρι να έρθει αυτός που θα με αλλάξει και μετά να πάμε για ένα ποτάκι όλοι μαζί;» Τότε το κοριτσάκι είπε «Μα πρέπει να πάρουμε και την αδερφούλα μας από τον Ιππικό Όμιλο..» και πριν τελειώσει την κουβέντα ακούγεται μια δυνατή κόρνα «ΜΠΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΠ!!!!!» Γυρίζουν τρομαγμένοι και βλέπουν μια νταλίκα σταματημένη μπροστά τους με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά. Ανοίγει η πόρτα της νταλίκας και κατεβαίνει ο Νώντας. «Τι έγινε παίδες; Έχουμε κανένα πρόβλημα; Τι κάνετε τέτοια ώρα εδώ;» «Αχ, καλέ μου κύριε» είπε με έμφαση το κοριτσάκι και συνέχισε με την ιστορία. «Τι λέτε ρε παιδιά;» είπε ο Νώντας. «Να σας βοηθήσω εγώ! Θα σας πάω σπίτι σας και παίρνετε το αυτοκίνητο, την οδική βοήθεια, όποιον θέλετε και όλα καλά! Γουστάρετε βραδινή βόλτα με νταλίκα;» Η χαζή έχασε λίγο το χαμόγελό της και το κοριτσάκι ευχόταν να στροφάρει και να μιλήσει… Παύση. Έλα κούκλα μου… έλα… έλα… «Να πω κάτι;» είπε η χαζή και αναθάρρεψε το κοριτσάκι. «Πειράζει να μείνω εγώ εδώ με το Σάκη και να πας μόνη σου στο σπίτι; Με φοβίζουν οι νταλίκες και θα ήθελα να πιω ένα ποτό. Και μετά θα με πάει ο Σάκης σπίτι. Ε, Σάκη;» «Το ρωτάς κούκλα;» κι έτσι έγινε. Το κοριτσάκι έφυγε με το Νώντα και ο Σάκης γάμησε τη δεύτερη γεοροντοκόρη-αδερφούλα και την κατέκτησε επιτόπου.

Στο δρόμο ο Νώντας με το κοριτσάκι έριξαν χοντρά γέλια. «Τώρα, το τελευταίο στάδιο Νώντα», του είπε το κοριτσάκι. «Το τελευταίο και το καλύτερο κούκλα μου», της είπε και πάρκαρε τη νταλίκα έξω από τη βίλα του μπαμπάκα.

Η τσατσά είχε τελειώσει με το λογιστή και το δικηγόρο και έβλεπε Μιραράκη. Εκείνη την ώρα περίμενε στη γραμμή για να δώσει προσφορά. Είχε βάλει στο μάτι μια καταπληκτική μπουχάρα, ότι έπρεπε για το σαλόνι. Και θα της έμενε και προίκα μόλις πέθαινε ο μπαμπάκας. Οι σκέψεις της όμως διακόπηκαν όταν είδε μια νταλίκα 6.5 μέτρων πάνω στο γκαζόν της.

Μαινόμενη, η μανούλα-μητριά κατέβηκε τη σκάλα σχεδόν κουτρουβαλώντας κι έφτασε στον κήπο. «ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ ΕΚΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙ;;;; ΕΙΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΣ;;;;;» ώσπου ανοίγουν οι πόρτες της νταλίκας και από τη μία κατεβαίνει το κοριτσάκι (πρώτη έκπληξη) και από την άλλη, κατεβαίνει ο ωραιότερος άντρας που είχε δει ποτέ (δεύτερη έκπληξη). Και τι φούσκωμα ήταν αυτό στο παντελόνι του (τρίτη και καλύτερη έκπληξη)! Η τσατσά μανούλα-μητριά ερεθίστηκε και χαλάρωσε. «Τι έγινε; Τι κάνεις εδώ; Ποιος είναι ο κύριος;» είπε. Το κοριτσάκι περιέγραψε μελοδραματικά τα γεγονότα και η μανούλα-μητριά βρήκε πως ήταν φοβερή ευκαιρία να λιποθυμήσει. Φυσικά την έπιασε στα στιβαρά του μπράτσα ο Νώντας και μπήκαν και οι τρεις μέσα.

Στο σαλόνι, το κοριτσάκι έβαλε 2 ποτά, ένα στη λιπόθυμη κι ένα στο Νώντα και πήρε το αυτοκίνητο και κίνησε να μαζέψει τις ηλίθιες.

Όταν ξύπνησε η μανούλα-μητριά, βρισκόταν σχεδόν ξαπλωμένη στα πόδια του Νώντα. «Τι άντρας!» ξανασκέφτηκε. Ανασηκώθηκε ντροπαλή, έφτιαξε τα ρούχα και τα μαλλιά της και ρώτησε τι έγινε. Ο Νώντας της είπε ότι το κοριτσάκι πήγε να φέρει τις κόρες της. Στη συνέχεια, είπαν πολλά αλλά κατέληξαν να κάνουν περισσότερα. Τη γάμησε και την κατέκτησε επιτόπου.

Το κοριτσάκι βρήκε τις ηλίθιες, τις έφερε σπίτι και πήγε για ύπνο. Ο Νώντας είχε φύγει. Ο μπαμπάκας ήταν ακόμα στη λέσχη. Δε θα ξεχνούσε ποτέ τα τρία ηλίθια χαμόγελα των τριών τσόκαρων. Το σχέδιο είχε πετύχει.

Ο Νώντας, ο Τέλης και ο Σάκης κορόιδευαν για καιρό τις τρεις γυναίκες. Ο καθένας μόνος του, έπεισε τη «γκόμενά του» πως πρέπει να πάνε στους Γιατρούς του Κόσμου και να νιώσουν πως είναι να σώζεις. Οι τρεις τους, έκλεισαν εισιτήριο, η μία κρυφά από την άλλη, είπαν ότι πάνε Παρίσι, Μιλάνο, Νέα Υόρκη και έφυγαν για τη Λωρίδα της Γάζας. Οι άντρες, φυσικά, θα έρχονταν με την επόμενη πτήση. Και ποτέ δεν πήγαν. Μέχρι να καταλάβουν οι γυναίκες τι έγινε, της πέτυχε μια μπόμπα και της σκότωσε.

Με το που έφυγαν και οι τρεις για το ταξίδι στον αγύριστο, το κοριτσάκι συνέχισε να πίνει το βραδινό ποτάκι με το μπαμπάκα της, ο οποίος μέσα στο λιώμα του, δεν είχε πάρει γραμμή τίποτα. Ένα βράδυ, λοιπόν, που ο μπαμπάκας ήταν πίτα όπως πάντα, το κοριτσάκι του έδωσε τη διαθήκη που είχε συντάξει η ίδια και την υπέγραψε. Του είπε ότι ήταν μια υπογραφή που έπρεπε να βάλει για να μπορέσει η ίδια να εκδώσει μια πιστωτική.

Μετά από 2 μήνες, ο μπαμπάκας πέθανε. Το κοριτσάκι τα κληρονόμησε όλα, έδωσε από ένα σπίτι και στους τρεις φίλους της, (αλίμονο! Τόσα είχε!) και έκανε ένα πάρτι που η Πάρις Χίλτον δεν είχε δει ούτε στον ύπνο της. Εκεί, γνώρισε τον Μπερτ, ένα Ολλανδό ζωγράφο που ζούσε στο Παρίσι σε μια σοφίτα 680 τετραγωνικών. Ο Μπερτ καταγόταν από πολύ πλούσια οικογένεια αλλά είχε επιλέξει την μποέμικη ζωή. Ερωτεύτηκαν και το κοριτσάκι έφυγε μαζί του. Έκαναν πολλά παιδάκια, ταξίδεψαν σε μέρη ονειρεμένα και τώρα ζουν στην Ολλανδία και χαίρονται ποδηλατάδες. Πάω συχνά εκεί γιατί εκτός από αφηγήτρια της υπέροχης αυτής ιστορίας, είμαι και φίλη της και τα λέμε, ψωνίζουμε, κάνουμε βόλτες, ρουφάμε ποτά και γουστάρουμε. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΡΕΜΑΛΙΑ!!

Παρακάτω σας έχω εναλλακτικά ends που μπορείτε να επιλέξετε. Όπως στην ταινία με τη Λάσκαρη που μία τη σκοτώνει ο Καλογήρου και μία όχι. Μικρή που το είχα δει μία έτσι και μία αλλιώς, νόμιζα ότι είχα πάθει σχιζοφρένεια. Μετά μου εξήγησαν.

Εναλλακτικό end 1.

Το κοριτσάκι τα φτιάχνει και με τους τρεις φίλους της και φεύγει μακριά. Φτωχή αλλά «χορτάτη».

Εναλλακτικό end 2.

Το κοριτσάκι είναι λεσβία και τα φτιάχνει και με τις δύο αδερφούλες, συνομωτούν, σκοτώνουν τη μητριά και το μπαμπάκα, υιοθετούν και 3 παιδιά και ζουν ευτυχισμένες.

Εναλλακτικό end 3.

Το κοριτσάκι πεθαίνει από τη μέση της ιστορίας από την πρέζα και όλοι οι υπόλοιποι στρέφονται στο Θεό και κλείνονται σε Μοναστήρι. Την περιουσία τη γράφουν στην Εκκλησία.

Εναλλακτικό end 4.

Το κοριτσάκι μετά απ’ όλα όσα κάνει, έχει τύψεις και αυτοκτονεί. Η περιουσία φαγώνεται από συγγενείς.

Εναλλακτικό end 5.

Το κοριτσάκι τα φτιάχνει με τον Μπερτ ο οποίος είναι βρικόλακας και τη δαγκώνει και γίνεται κι αυτή βρικόλακας και δαγκώνουν κι άλλους και όλη η γη γεμίζει βρικόλακες και δεν έχουν ποιον να φάνε και πεθαίνουν όλοι. Η φύση ξαναγεννιέται και όλα αρχίζουν από την αρχή με τις αμοιβάδες κλπ.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΤΟ ΣΤΑΝΙΟ ΜΟΥ!!!